.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Η ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ - VARLAM SHALAMOV

Οι βαριές πόρτες του αμπαριού άνοιξαν από πάνω μας κι από τη στενή σιδερένια σκαλίτσα αρχίσαμε να βγαίνουμε αργά, ένας ένας, στο κατάστρωμα. Οι φρουροί ήταν παραταγμένοι πυκνή αλυσίδα στα κιγκλιδώματα της πρύμνης του πλοίου με τις κάννες των τουφεκιών στραμμένες πάνω μας. Κανένας μας ωστόσο δεν τους έδινε σημασία. Κάποιος φώναζε «πιο γρήγορα, πιο γρήγορα», το πλήθος σπρωχνόταν όπως σε όλους τους σταθμούς κατά την επιβίβαση. Έδειχναν το δρόμο μόνο σ’ εκείνους που προηγούνταν – ανάμεσα στα τουφέκια προς τη φαρδιά σκάλα, μετά στη μαούνα, κι από τη μαούνα, από άλλη σκάλα, στη στεριά. Το πλοίο μας είχε φέρει δώδεκα χιλιάδες άτομα, και όσο ξεφόρτωνε είχες χρόνο να περιεργαστείς τα πέριξ.
Μετά τις ζεστές, ανοιξιάτικα ηλιόλουστες μέρες του Βλαδιβοστόκ, μετά τα καθαρότατα χρώματα του απωανατολίτικου  ουρανού, άψογα και έντονα, χωρίς ενδιάμεσους τόνους και μεταπτώσεις, που θα θυμάμαι για όλη μου τη ζωή…
Έπεφτε ένα παγωμένο ψιλόβροχο από έναν θολό, ασπριδερό, σκυθρωπό, μονόχρωμο ουρανό. Γυμνοί, άδενδροι, πετρώδεις πρασινωποί βράχοι υψώνονταν μπροστά μας, και στα κενά ανάμεσα τους, στους πρόποδές τους σχεδόν, σέρνονταν αναμαλλιασμένα, σκουρόγκριζα, κουρελιάρικα σύννεφα. Σαν να σκέπαζαν αυτή τη σκυθρωπή βραχώδη γωνιά ξακρίδια μιας γιγάντιας κουβέρτας. Το θυμάμαι καλά: Ήμουν απολύτως ήρεμος, έτοιμος για οτιδήποτε, αλλά η καρδιά μου χτύπησε και σφίχτηκε ασυναίσθητα. Και, αποστρέφοντας το βλέμμα από το θέαμα, σκέφτηκα ότι μας έφεραν εδώ για να πεθάνουμε.
Το αμπέχονό μου μουσκευόταν λίγο λίγο. Καθόμουν πάνω στη βαλίτσα που, από μια αιώνια ανθρώπινη ματαιότητα, είχα πάρει μαζί μου από το σπίτι την ώρα της σύλληψης. Όλοι, όλοι είχαμε πράγματα: βαλίτσες, σακίδια περασμένα στην πλάτη, μπόγους με κουβέρτες… Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι το ιδανικό εφόδιο του συλληφθέντα είναι ένας μικρός υφασμάτινος τορβάς με ένα ξύλινο κουτάλι μέσα. Όλα τα υπόλοιπα, είτε είναι ένα απολειφάδι μολυβιού είτε είναι κουβέρτα, εμποδίζουν. Ψέμα, ψέμα, την περιφρόνηση για την ατομική ιδιοκτησία μας την είχαν μπολιάσει για τα καλά.
Κοιτούσα το πλοίο που ακουμπούσε στον κυματοθραύστη, τόσο μικρό και παραπαίον ανάμεσα στα γκρίζα, σκοτεινά κύματα.
Μέσα από το σκούρο πέπλο της βροχής ξεπρόβαλλαν οι σκυθρωποί όγκοι των βράχων που περιέβαλλαν τον όρμο Ναγκάγεβο(1), και μόνο πέρα μακριά, εκεί από όπου είχε φτάσει το πλοίο, φαινόταν ο απεριόριστα καμπυλωτός ωκεανός, λες και στην παραλία ήταν ξαπλωμένο ένα γιγάντιο αγρίμι που βαριανάσαινε κι ο αέρας φυσούσε πάνω στο τρίχωμά του, διώχνοντας τα φολιδωτά κύματα που έλαμπαν στη βροχή.
Έκανε κρύο κι ήταν τρομακτικά. Η ζεστή ανοιξιάτικη φωτεινότητα των χρωμάτων του ηλιόλουστου Βλαδιβοστόκ είχε μείνει πίσω, σε έναν άλλο, πραγματικό κόσμο. Εδώ ήμασταν σε έναν κόσμο εχθρικό και σκυθρωπό.
Κανένα κτίριο δεν φαινόταν εκεί κοντά. Ο μοναδικός δρόμος, που παρέκαμπτε το βράχο, χανόταν κάπου προς τα πάνω.
Επιτέλους το ξεφόρτωμα τελείωσε, και σούρουπο πια η μεταγωγή κινήθηκε προς τα βουνά. Κανένας δεν ρωτούσε τίποτα. Το πλήθος των βρεγμένων ανθρώπων άρχισε να ανεβαίνει το δρόμο, σταματώντας συχνά να πάρει ανάσα. Οι βαλίτσες έγιναν πολύ βαριές, τα ρούχα μας μουσκεύτηκαν.
Δύο στροφές κι εκεί δίπλα μας, πιο πάνω από εμάς σε μια προεξοχή του λόφου, είδαμε τις σειρές από αγκαθωτό σύρμα. Από τη μέσα μεριά του σύρματος στριμώχνονταν κάτι άντρες. Κάτι φώναζαν και ξαφνικά άρχισαν να μας πετάνε καρβέλια ψωμί.
Πετούσαν το ψωμί πάνω από τα συρματοπλέγματα, εμείς το πιάναμε, το κόβαμε και το μοιραζόμασταν. Πίσω μας είχαμε μήνες φυλακής, σαρανταπέντε μέρες μεταφοράς με τραίνο και πέντε μέρες στη θάλασσα. Πεινούσαμε όλοι. Σε κανέναν δεν είχαν δώσει οδοιπορικά. Το ψωμί φαγώθηκε με λαιμαργία. Ο τυχερός που έπιανε το ψωμί το μοιραζόταν με όλους όσοι επιθυμούσαν – μια ευγένεια την οποία θα ξεμαθαίναμε διαπαντός μέσα σε τρεις βδομάδες.
Μας οδηγούσαν όλο και πιο πέρα, όλο και πιο ψηλά. Οι στάσεις γίνονταν όλο και πιο συχνές. Και να, μπροστά μας μια ξύλινη πύλη, αγκαθωτά συρματοπλέγματα, και στο εσωτερικό τους σειρές από σκούρες λόγω βροχής σκηνές από καραβόπανο, άσπρες και ανοιχτοπράσινες, τεράστιες. Μας χώριζαν μετρώντας μας και γεμίζοντας τη μια σκηνή μετά την άλλη. Οι σκηνές είχαν σειρές από ξύλινες διώροφες κουκέτες, κατά το σύστημα του τραίνου, σε κάθε κουκέτοα οκτώ άνθρωποι. Ο καθένας πήρε τη θέση του. Το καραβόπανο έσταζε, λιμνούλες υπήρχαν και στο δάπεδο και στις κουκέτες, αλλά ήμουν τόσο κουρασμένος (κι όλοι ήταν το ίδιο κουρασμένοι μ’ εμένα, από τη βροχή, τον αέρα, την αλλαγή, τα μουσκεμένα ρούχα, τις βαλίτσες), που τυλιγμένος όπως όπως χωρίς να σκεφτώ τα βρεγμένα ρούχα μου, αλλά και που θα τα στέγνωνα, ξάπλωσα κι αποκοιμήθηκα αμέσως. Ήταν σκοτεινά και κρύα…

________________________ 
(1) Μικρός οικισμός στο λιμάνι του Μαγκαντάν.


VARLAM SHALAMOV
Ιστορίες από την Κολυμά
Μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου
Εκδόσεις Άγρα 2022

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Επικυρίαρχος – Cormac McCarthy


...Συνέχισαν την πορεία τους. Είχε αετούς κι άλλα πουλιά στην κοιλάδα και πολλά ελάφια, και είχε άγριες ορχιδέες και συστάδες μπαμπού. Το ποτάμι εκεί ήταν αρκετά πλατύ και περνούσε ανάμεσα σε πελώριους ογκόλιθους, και καταρράχτες έπεφταν παντού μέσα από την ψηλή και μπερδεμένη ζούγκλα. Ο δικαστής πορευόταν πλέον μπροστά, μαζί με έναν από τους Ντέλαγουερ, και διατηρούσε το τουφέκι του γεμάτο με μικρούς σκληρούς σπόρους φραγκόσυκου, και το βράδυ περιποιούνταν με μαεστρία τα πολύχρωμα πουλιά που είχε σκοτώσει, τρίβοντας το δέρμα τους με μπαρούτι, γεμίζοντάς τα με μπάλες από ξεραμένα χόρτα και αποθηκεύοντας τα στους σάκους του. Έβαζε τα φύλλα δέντρων και φυτών στο σημειωματάριό του και κυνηγούσε ακροπατώντας τις ορεινές πεταλούδες με το πουκάμισο απλωμένο στα δύο του χέρια, μιλώντας τους ψιθυριστά, αντικείμενο άξιο μελέτης κι ο ίδιος. Ο Τόουντβάιν καθόταν και τον παρατηρούσε που κρατούσε τις σημειώσεις του με τις σελίδες στραμμένες προς τη φωτιά για να βλέπει, και τον ρώτησε ποιος ο λόγος για όλα αυτά.
Η πένα του δικαστή σταμάτησε το γρατζούνισμα. Γύρισε και κοίταξε τον Τόουντβάιν. Μετά άρχισε πάλι να γράφει.
Ο Τόουντβάιν έφτυσε μέσα στη φωτιά.
Ο δικαστής συνέχισε να γράφει και μετά έκλεισε το σημειωματάριό του, το άφησε στο πλάι, πίεσε τις παλάμες του τη μία με την άλλη, τις πέρασε προς τα κάτω πάνω από τη μύτη και το στόμα του και τις ακούμπησε στα γόνατά του.
Οτιδήποτε υπάρχει, είπε. Οτιδήποτε στην πλάση υπάρχει χωρίς τη γνώση μου, υπάρχει χωρίς τη συγκατάθεσή μου.
Κοίταξε γύρω του το σκοτεινό δάσος όπου ήταν καταυλισμένοι. Έγνεψε προς τα δείγματα που είχε συλλέξει. Αυτά τα ανώνυμα πλάσματα, είπε, μπορεί να σου φαίνεται πως έχουν πολύ μικρή σημασία, ή ίσως και καθόλου. Κι όμως, και το παραμικρό ζωύφιο μπορεί να μας καταβροχθίσει. Οποιοδήποτε τόσο δα πλασματάκι κάτω απ’ αυτή την πέτρα, που κανείς άνθρωπος δεν το γνωρίζει. Μόνο η φύση μπορεί να υποδουλώσει τον άνθρωπο, και μόνο όταν η ύπαρξη και της τελευταίας μικροσκοπικής οντότητας εξιχνιαστεί και παρουσιαστεί ολόγυμνη μπροστά του, τότε και μόνο τότε θα μπορεί να γίνει επικυρίαρχος της γης.
Τι σημαίνει επικυρίαρχος;
Φύλακας. Φύλακας ή αφέντης.
Τότε γιατί να μην τον πούμε φύλακα;
Γιατί είναι ένα ιδιαίτερο είδος φύλακα. Ο επικυρίαρχος κυβερνά ακόμη κι εκεί όπου υπάρχουν άλλοι άρχοντες. Η εξουσία του υπερισχύει των τοπικών αποφάσεων.
Ο Τόουντβάιν έφτυσε.
Ο δικαστής έβαλε τις παλάμες του στο έδαφος. Κοίταξε τον συνομιλητή του. Εγώ έχω δικαιώματα σ’ αυτό εδώ το έδαφος. Όμως παντού εδώ πάνω υπάρχουν αυτόνομοι θύλακες ζωής. Αυτόνομοι. Για να γίνει λοιπόν δικό μου, τίποτα δεν επιτρέπεται να συμβαίνει επάνω του παρά μόνο με τη δική μου έγκριση.
Ο Τόουντβάιν καθόταν με τα πόδια σταυρωτά μπροστά στη φωτιά. Κανείς δεν μπορεί να μάθει τα πάντα στη γη, είπε.
Ο δικαστής έγειρε στο πλάι το μεγάλο κεφάλι του. Όποιος πιστεύει ότι τα μυστικά του κόσμου θα μείνουν αιώνια κρυμμένα, ζει μέσα στο μυστήριο και το φόβο. Η δεισιδαιμονία θα τον κρατά πίσω. Η βροχή θα διαβρώσει τις πράξεις της ζωής του. Όποιος όμως αναθέσει στον εαυτό του το καθήκον να ξεχωρίσει το νήμα της τάξης από το υφαντό, μόνο και μόνο από αυτή του την απόφαση θα έχει πάρει στα χέρια του τα ηνία του κόσμου, και μόνο με αυτά τα ηνία θα βρει τον τρόπο να θέσει ο ίδιος τους όρους της μοίρας του.
Δεν βλέπω τι σχέση έχει αυτό με το να πιάνεις πουλιά.
Η ελευθερία των πουλιών είναι προσβολή για μένα. Θα προτιμούσα να τα έχω όλα μέσα σε ζωολογικό κήπο.
Θα ήταν πολύ μεγάλος αυτός ο κήπος.
Ο δικαστής χαμογέλασε. Ναι, είπε. Θα ήταν.


Cormac McCarthy
Αιματοβαμμένος Μεσημβρινός
ή
Το Δειλινό Κοκκίνισμα στη Δύση
Μετάφραση Γιώργος Κυριαζής
Εκδόσεις Gutenberg 2024

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Φως, Περισσότερο Φως – Αλέκος Παναγούλης


Προμηθέα,
Μόνο σε σένα Προσεύχομαι
Συ θα μπορέσεις να νοιώσεις
Της Αδούλωτης σκέψης το πόνο

Του Αγώνα το δρόμο για Φως
Που μας έδειξες κάποτε
Του έφραξαν σκοτάδια σαν πρώτα
και το Φως μοναχό τρεμοσβύνει

Την Ανθρώπινη τώρα προσπάθεια
που το Φως να θεριέψει ζητά
μ’ αλυσίδες τη δένουν σε βράχια
που με λύσσα το κύμα χτυπά

Το σκοτάδι με πάθος παλεύει
για να σβήσει το ύστερο Φως
Τον Αγώνα να πνίξει γυρεύει
σαν ζητάμε περσότερο Φως

Προμηθέα αφουγκράσου για λίγο
αλυσίδες και πόνο κραυγές
και βοήθα να βρούμε μια στράτα
Βαφτισμένη σ’ ελπίδες και Φως

Προμηθέα,
μόνο σε σένα Προσεύχομαι
στη Σκιά μ’ αλυσίδες δεμένος
κι αγωνίζομαι να βρω το Φως.


Συνεχίστε 
29 ποιήματα του Αλέκου Παναγούλη
Εκδόσεις 81/2

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

ΟΤΙ ΑΝΕΒΗ ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑ ΤΩΝ ΘΥΡΙΔΩΝ (Ιερεμίας θ΄, 21) – Νίκος Καρούζος

 
                          
Καίει τ’ αλώνι ως το πέρα μεσημέρι
κι ο ήλιος είναι σπαθί ζεματισμένο.
Καίνε οι καβαλίνες απ’ τα ζώα στα χωράφια
και πιο πολύ στην άκρα σιωπή της
καίει η μέλισσα βαθιά στο άνθος.

Πατούμε στο χώμα σημαίνει
πατούμε πάνω στους νεκρούς
στην όχθη μας τη σταύρωση.

Ξάφνου η αστραπή τινάχτηκε κραδαίνοντας
το μπλάβο σταφύλι τ’ ουρανού.

Δε λυγίζει τίποτα.
Κι ας είπα το στήθος ηλιογέννητο.
Δε λυγίζουν τα δέντρα κι ο αέρας αλύγιστος
ούτε βρύση να γίνω ούτε φλάουτο
το νερό δε λυγίζει και ο ήχος.
Κάθε μέρα ευθεία
κάθε νύχτα τεντωμένη
ο καημός ένα τόξο πανάρχαιο
κι ο θεός ακαμψία.

Με το μαύρο η πλατειά σου ανθοφορία
κόσμε που ντύθηκες αϊτός
τα φυλλώματα και τ’ άστρα.
Με το μαύρο η αίγα και το πρόβατο
η ρίζα με το μαύρο
καθώς ανοίγω τους καρπούς και χύνεται μελάνι.
Μ’ ένα πόδι τα οράματα.
Μέρα και νύχτα ο αέρας είν’ αθέατος.

Περιμένω τ’ αστέρια σε γαλάζια λεπτότητα.
Πώς θα ’θελα ν’ αχτιδοβολήσουν τ’ άντερά μου!
Η ερημιά που ξέρουμε δεν είναι του θανάτου.

Χαράματα και χάθηκαν τ’ αστέρια.
Στο δέντρο χύθηκαν αιφνίδια πουλιά
τη σιωπή του για να λαμποκόψουν.

Ενάρετος που είναι ο πορτοκαλιώνας.
Τα δέντρα χαίρονται μέσα τους απ’ τη ζωή της τσιμουδιάς.
Ελευθερία· στερέωμα της σιωπής.
Ομοιόμορφο νεκροταφείο των προβλημάτων.
Αναρρίχηση στο Αθώο Γεγονός.

Φωνή χαράς ανάερη ωσάν μεταξοχάρτι.
Κάποιος θα μηρυκάζει αόρατη χλόη
στ’ αγγελοχώραφα.
Γιατί τους φοβηθήκαμε τους μύθους;

Η νόηση μοιάζει με παγοθραυστικό.
Το αίσθημα με πολλές σημαίες.
Η θέληση – πάλι – φαίνεται
σαν κάποια εποχή του Είναι.
Μα η καρδιά δεν έχει τ’ όμοιο της.

Την ώρα που χρυσίζει η μελαγχολία
και μπαίνει ο θεός
στον κήπο του τον άνθρωπο
αλίμονο αν εξοκείλω στα μάτια μου.


Νίκος Καρούζος
Η Δεύτερη Εποχή
[Πενθήματα 1969]
Εκδόσεις Ερατώ 1988

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Νεκροί (κεφάλαιο 26) – Jim Crace

Ήταν τιγρένιος ο ουρανός τις πρώτες ώρες του πρωινού – μια πορτοκαλιά υδατογραφία από ήλιο και πάχνη πίσω από ένα καμουφλάζ γκριζόμαυρων λωρίδων που παρασύρονταν από τα ρεύματα. Αργότερα θα είχε βροχή, μια μέτρια παλίρροια και μέτριες θερμοκρασίες. Μια ανιαρή και εντελώς συνηθισμένη μέρα, εκτός από μια σύντομη καταιγίδα το απόγευμα, που ο ουρανός θα γέμιζε με αστραπές και η θάλασσα θα γινόταν γκρίζα.
Κανείς δε θα πίστευε πως η αστυνομία βρισκόταν στο πόδι, κανείς δε φανταζόταν τι σόι δράματα είχαν παιχτεί την προηγούμενη βδομάδα. Μέσα στη νύχτα, ο καιρός και η θάλασσα είχαν σβήσει τα ίχνη από τα τζιπ, τις σανίδες και τις μπότες των αστυνομικών. Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να φανερώνεις πως είχαν πατήσει άνθρωποι εκεί. Η παραλία είχε εγκαταλειφθεί ξανά, όπως τους προηγούμενους μήνες πριν τα έργα στο Πευκοδάσος.
Είναι βέβαια κρίμα που τα σκυλιά της αστυνομίας έπιασαν τη μυρωδιά από νεκρή ανθρώπινη σάρκα και οδήγησαν τους γεμάτους περιέργεια αφέντες τους στους αμμόλοφους για να πάρουν τα πτώματα και να τους προσφέρουν μια «ευπρεπή ταφή», έτσι ώστε οι νεκροί να είναι λιγότερο θαυμαστοί μέσα στον τάφο. Οι αμμόλοφοι από μόνοι τους θα μπορούσαν να είχαν ξεφορτωθεί τον Τζόζεφ και τη Σελίς. Η γη ξέρει να εξασκεί την τέχνη της ταφής. Αγκαλιάζει και ασπάζεται τους νεκρούς. Ο Τζόζεφ και η Σελίς μετά από λίγο καιρό θα είχαν γίνει ένα με το τοπίο. Τα σώματά τους θα αποτελούσαν απλώς κάτι το πολύ πεθαμένο σ’ ένα τοπίο ήδη σμιλεμένο από θάνατο. Δε θα γίνονταν τίποτα σπουδαίο. Το ίδιο και οι μύγες και τα καβούρια. Το ίδιο και οι φώκιες. Ακόμα και τα αστέρια αποσυντίθενται, σκάνε στον ουρανό. Τα πάντα γεννιούνται για να πεθάνουν. Το σύμπαν έχει μάθει να τα βγάζει πέρα με το θάνατο.
Έτσι, αν δεν ήταν τα σκυλιά, τα υπολείμματα της ζωής του Τζόζεφ και της Σελίς θα παράδερναν στους αμμόλοφους για να αποκτήσουν νέα σχήματα. Ίσως και να είχαν βρει μια σύντομη αιωνιότητα κάτω από την άμμο, πρώτα μαζί, να αγγίζουν ο ένας τον άλλο, μα μετά από λίγο θα έπρεπε να χωριστούν, να στροβιλιστούν και να παρασυρθούν στην αδιάφορη θάλασσα ή να βυθιστούν στα χώματα και τα βότσαλα της γης. Ένα τέτοιο ταξίδι είναι πιο αργό από ό,τι το ταξίδι μέσα σε μια νεκροφόρα. Πιο αργό κι από παγετώνα.
Αντιθέτως, το μόνο που άφησαν ήταν ένα κίτρινο στίγμα πάνω στο χορτάρι των αμμόλοφων (που αλλιώς το έλεγαν άγγελο, μαλλιά της ερήμου ή γαλήνη) όπου είχαν αγαπηθεί και είχαν πεθάνει, περιτριγυρισμένοι από ένα ορθογώνιο που σχημάτισε η σκηνή και που το πράσινό του ήταν πιο ανοιχτό. Τα πτώματα είχαν φράξει το φως και είχαν πατικώσει το μαλακό έδαφος από κάτω τους. Για σχεδόν έξι μέρες, το χορτάρι αναγκάστηκε να ζήσει μόνο από τη ρίζα του, ψάχνοντας για θρεπτικά συστατικά και μεταλλικά στοιχεία με τις λεπτές ίνες του, ενώ το φύλλωμά του κόντευε να ασπρίσει στο σκοτάδι. Οι μακρόστενες, βαριές μορφές του Τζόζεφ και της Σελίς είχαν κλέψει την ελεύθερη ενέργεια του χορταριού και το είχαν καταντήσει φάντασμα του πράσινου εαυτού του. Ήταν λες και κάποιος είχε ρίξει ένα μουσαμά ή είχε σύρει ένα σωρό από φύκια στους αμμόλοφους για να τα χρησιμοποιήσει ως λίπασμα στα χωράφια, και μετά να πήγε να τα μαζέψει, κάμποσες μέρες αργότερα, για να αφήσει τα κατάλοιπα τους στο γρασίδι. Και το παραμικρό χορταράκι είχε γίνει μαλακό και είχε κατσαρώσει· ήταν τόσο άχρωμο και αδύναμο που έμοιαζε σαν μιας ημέρας βλαστάρι, τόσο ισχνό και ξεψυχισμένο σαν το κομμένο καλάμι. Μερικά φύλλα ήταν τσακισμένα και είχαν πληγωθεί, ενώ κάποια άλλα είχαν σκιστεί. Ορισμένα είχαν πατικωθεί στο αμμώδες έδαφος, λες και αναπτύσσονταν ανάποδα και τρύπωναν στη γη. Τα σκουλήκια και οι κάμπιες που μισούσαν το φως είχαν ανέβει στην επιφάνεια, έτσι για αλλαγή, για να συρθούν και να γλιστρήσουν πάνω στις σπάνιες σπηλιές, αφήνοντας τα τούνελ και τα ίχνη τους σαν διακοσμητικά στο έδαφος. Η μυρωδιά ήταν σαν κόκκινο κρασί την ώρα που ζυμώνεται, γήινο, πλούσιο.
Μα μόλις έφυγαν η σκηνή και τα πτώματα και πέρασε πια ή αβάσταχτη νύχτα, το πληγωμένο χορτάρι ξαναζωντάνεψε. Η ελπίδα πηγάζει αιώνια στο φυσικό κόσμο. Τα φύλλα και οι μίσχοι ξεπήδησαν ξανά. Έσυραν το σώμα τους από την κολλώδη λάσπη για να κοιτάξουν κατάματα το πρωινό. Έκλεισαν σφιχτά τα πρωτεϊνένια μάτια τους για να μην τυφλωθούν από τον ήλιο. Έκαναν φωτοσύνθεση. Τα αποθηκευμένα αποθέματα νερού και διοξειδίου του άνθρακα στο χορτάρι συνωμότησαν με το λεπτό φως εκείνης της γεμάτης πάχνη και ομίχλη μέρας, για να σχηματίσουν υδατάνθρακες και να δώσουν πίσω στον κόσμο το υποπροϊόν οξυγόνου του. Επιτέλους οι τραυματισμένοι χλωροπλάστες θα μπορούσαν πια να συνεχίσουν τη δουλειά τους, φυλακίζοντας την ενέργεια του ήλιου. Ήταν οι αρχιμάστορες του χορταριού, οι δημιουργοί της χλωροφύλλης. Σταδιακά, σαν η αυγή έγινε πιο πυκνή, καθώς η μέρα βάρυνε κι έδωσε τη θέση της στο απόγευμα, επέστρεψαν οι χρωστικές ουσίες της φυτικής ουλής, που το πτώμα της εκτεινόταν πάνω στο γρασίδι. Κατά το σούρουπο, το παραλληλόγραμμο όπου το χορτάρι είχε χάσει το χρώμα του απ’ τον καιρό εξαφανίστηκε. Και κατά το σούρουπο της επόμενης μέρας, το φάντασμα είχε γίνει πια χυμώδες στις άκρες και λίγο κιτρινωπό πιο χαμηλά εκεί που τα φύλλα πλησίαζαν στους μίσχους. Στη συνέχεια το χορτάρι άρχισε να σκουραίνει, μέρα με τη μέρα. Πήρε ένα χρώμα πράσινο της άνοιξης, μετά πράσινο του μήλου. Πράσινο του μπουκαλιού. Πράσινο της ζήλιας, και τέλος πράσινο σαν το χορτάρι.
Με το τελευταίο φως της ένατης μέρας μετά το φόνο, εξαφανίστηκαν πια όλα τα ίχνη της ζωής και της αγάπης που είχαν χυθεί εκεί. Ο φυσικός κόσμος είχε επιστρέψει δριμύτερος για να κατακλύσει πάλι τον τόπο. Η λαμπρότητα του σύμπαντος ξαναγύρισε. Αν υπήρχε καθόλου αίμα στο χώμα από τη σύντομη διαμονή του Τζόζεφ και της Σελίς στους αμμόλοφους, το μόνο που μπορούσε να πετύχει ήταν να κάνει ακόμα πιο δυνατό και ζωηρό το μουρμουρητό του χορταριού.
***
Και ακόμα, σήμερα και κάθε μέρα, οι αμμόλοφοι σηκώνονται στυλώνονται και υπονομεύονται. Ο άνεμος κάνει τις κορφές τους να μεταναστεύουν και μετά τις ξαναφέρνει πίσω. Κάνουν ό,τι μπορούν για να υψώσουν τις ράχες τους ενάντια στον καιρό και τη θάλασσα, και να κλείσουν το δρόμο στις θλίψεις του κόσμου που μεταφέρει ο αέρας. Παντού στις παραλίες του Κόλπου του Βαρύτονου και σε όλη την ακτή πέρα από αυτόν, με τη μία παλίρροια μετά την άλλη, ξανά και ξανά, τα κύματα τραβούν μαζί τους, ξεβράζουν και ξεδιαλέγουν τα πτώματα και τα κομματιασμένα, αποσκελετωμένα υπολείμματα από ψάρια και πουλιά, πεταλίδες και ποντίκια, μαλάκια, θηλαστικά, μύδια και καβούρια. Και ο Τζόζεφ με τη Σελίς απολαμβάνουν ένα τέλος ασυναίσθητο, γεμάτο αγάπη, πέρα από κάθε εμπειρία.
Αυτές είναι οι ατέλειωτες μέρες των νεκρών.


Jim Crace
Νεκροί
Μετάφραση Χαρά Γιαννακοπούλου
Εκδόσεις Οξύ 2001

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Οι ταυτισμοί – Παναγής Λεκατσάς




Ένας υποσυνείδητος ή συνειδητός ταυτισμός εξηγά, σ’ αρκετό βαθμό το φανατικό για τη διονυσιακή θρησκεία μίσος των Χριστιανών συγγραφέων. Τους ταυτισμούς ή τις διασταυρώσεις αυτές τις βεβαιώνει η ορφική εικονογραφία των Κατακομβών κι άλλων χριστιανικών μνημείων. Εδώ ο Ορφέας παρουσιάζεται, όπως στην αρχαία εικονογραφία του, να θέλγει τα θεριά με τη λύρα του, ύστερα να ανακαλεί, με την ίδια παράσταση, παλαιοδιαθηκικές εικόνες (τον θεριομάχο και κιθαριστή Δαυίδ ή το μεσσιανικό ησαϊακό χρησμό: συμβοσκηθήσεται λύκος μετ’ αρνός και πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω) για να φτάσει τέλος στην νεοδιαθηκική παράσταση του Καλού Ποιμένος. Καίρια για τους ίδιους σχετισμούς είναι η περιλάλητη παράσταση μιας κυλινδρικής σφραγίδας του 3 / 4ου αιώνα, με έναν εσταυρωμένο κάτου από μισοφέγγαρο και εφτά αστέρια (σύμβολα της αστρικής αθανασίας) και με την επιγραφή “Ορφεύς Βακχικός” (ΟΡΦΕΟΣ ΒΑΚΚΙΚΟΣ), που δείχνει πως ο Εσταυρωμένος δεν είναι ο Ιησούς, (η σταύρωση του παρουσιάζεται στην εικονογραφία πολύ υστερότερα) μα μια διονυσιακή μορφή: ο Ορφέας. Το “βακχικός” μάλιστα πρέπει να νογιέται πως σημαίνει: ο Ορφέας “των Διονυσιακών Μυστηρίων”. Η μόνη ικανοποιητική ερμηνεία είναι πως η παράσταση βγαίνει από κύκλους Χριστιανικούς που από καιρό παρασταίνουν τον Ιησού στη μορφή του Ορφέα. Όπως και να ‘ναι, η παράσταση ενός εσταυρωμένου Ορφέα “των Διονυσιακών Μυστηρίων” σέρνει την παράσταση ενός Εσταυρωμένου Διονύσου-Ζαγρέα. Με τον αρχικό και τονωμένο υστερότερα ταυτισμό των δύο “Πασχόντων” αυτών “Θεών” τα δράματα τους έχουν ενωθεί στο οικουμενικό δράμα ενός Θνήσκοντος Θεού που, στην ιδανική παράσταση των μυστηρίων του, ενώνει το ιερατικό μεγαλείο του αρχαϊκού Διονύσου και τον παθητικό χαρακτήρα του Ζαγρέα. Είναι γιος του υπέρτατου θεού και μιας θνητής, θανατώνεται από θεοκτόνους, ανασταίνεται θριαμβικά κι ανεβαίνει στους ουρανούς, όπου θρονιάζεται βασιλιάς του Κόσμου. Ο Διόνυσος ή ο Ιησούς; Στα μάτια των μεταβατικών καιρών η απόσταση τους δεν είναι μεγάλη…


Παναγής Λεκατσάς
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Καταγωγή και έξέλιξη της Διονυσιακής Θρησκείας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 1999