.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

Το ρόδο - The Rose - William Browne, of Tavistock 1588-1643



Ένα ρόδο, που τόσο όμορφο δεν ξανάδε ο Βορράς
φύτρωσε ολομόναχο σε έναν μικρό κήπο.
Γλυκύτερο λουλούδι δεν είχε ξαναφτιάξει η Φύση
ούτε υπήρξε ποτέ ομορφότερος κήπος:
Παρθένες χόρευαν γύρω του πρωί και βράδυ
όταν οι βάρδοι έμαθαν γι’ αυτό, σκάρωσαν τους στίχους τους.
Οι ευκίνητες νεράιδες δίπλα στο χλωμό φεγγάρι
πότισαν τη ρίζα και φίλησαν την όμορφη σκιά του.
Μια μέρα όμως! - ο κηπουρός έγινε απερίσκεπτος
παρθένες και νεράιδες απομακρύνθηκαν από αυτό
και με την ξηρασία οι κάμπιες έπεσαν
επάνω στο άνθος και σε κάθε κλαδί.
Θεέ, προστάτευε το κλωνάρι! Αν δεν στείλει ο παράδεισος βοήθεια
το ωραιότερο του κήπου άνθος θα πεθάνει, αλήθεια.

***

A rose, as fair as ever saw the North,
Grew in a little garden all alone;
A sweeter flower did Nature ne'er put forth,
Nor fairer garden yet was never known:
The maidens danced about it morn and noon,
And learned bards of it their ditties made;
The nimble fairies by the pale-faced moon
Water'd the root and kiss'd her pretty shade.
But well-a-day!—the gardener careless grew;
The maids and fairies both were kept away,
And in a drought the caterpillars threw
Themselves upon the bud and every spray.
God shield the stock! If heaven send no supplies,
The fairest blossom of the garden dies.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

[Εκστόμισε τη Λέξη του Μεγαλείου και του Τρόμου] – Aleister Crowley



Εκστόμισε τη Λέξη του Μεγαλείου και του Τρόμου!
Αληθής δίχως ψέμα, και σίγουρος δίχως λάθος,
και της ουσίας Της Αλήθειας. Γνωρίζω πως
τα πράγματα πάνω είναι όπως τα πράγματα κάτω,
τα πράγματα κάτω είναι όπως τα πράγματα πάνω,
το να κρατάς την Θαυματουργία του Ενός – την Αγάπη.
Όπως όλα προήλθαν από το ένα με ένα στοχασμό,
έτσι όλα από το ένα γεννήθηκαν, με αντιμετάθεση.
Ο Ήλιος γέννησε, η Σελήνη έτηκε, αυτό το μοναδικό Σύμπαν.
Ο Αέρας ήταν το άρμα του, και η Γη η τροφός του.
Εδώ είναι η ρίζα όλων των φυλακτών
όλου του κόσμου, από τότε που άρχισε ο κόσμος.
Εδώ βρίσκεται η πηγή και η αιτία κάθε ψυχής.
Ας πέσει στη γη! Η δύναμή της είναι πλήρης.
Τώρα ευγενικά, λεπτά, δούλεψε την Τέχνη σου
να εξευγενίσεις το χυδαίο, χωρίζοντας γη από φωτιά.
Να! Ανέρχεται και κατέρχεται ομαλά
και γοργά, ένας ατέλειωτος δεσμός γης και ουρανού.
Έτσι αποκτά την ισχύ της διπλής Αγάπης,
οι δυνάμεις κάτω ενωμένες με εκείνες πάνω,
έτσι η δόξα του κόσμου θα είναι δική σου
και το σκοτάδι θα εξαφανιστεί μπροστά στον ιερό βωμό σου.
Αυτή είναι η ισχυρή δύναμη κάθε δύναμης. Υπερνίκησε
το λογικό, και υπόταξέ το. Διαπέρασε την αναισθησία
και θεράπευσέ τη. Φέρνοντας έτσι όλα τα πράγματα στη μοιραία τους
Τελειότητα. Διότι έτσι δημιουργήθηκαν όλα τα πράγματα.
Ω θαυμάσιο θαύμα! Ω μαγικέ ρυθμέ!
Όλα τα πράγματα προσαρμοσμένα σε έναν κυκλικό κώδικα!
Τρία μέρη από όλη τη σοφία αξιώνω,
Ερμής Τρισμέγιστος και μέγας, είναι τ’ όνομά μου.
Αυτό που έγραψα για τον ένα μοναδικό Ήλιο
το έργο του εδώ έχει προφητευθεί, και αποτολμηθεί και γίνει.

Aleister Crowley
Το Παιδί του Φεγγαριού
Μετάφραση Αρίσταρχος Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Μαραθιά 2001

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2019

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ ΜΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ – ΜΑΡΚΟΣ ΠΑΛΛΗΣ



Κάθε άρτια παράδοση προϋποθέτει τρία στοιχεία που πρέπει να χρησιμοποιούνται από όλα τα μέλη της και σε όλους τους βαθμούς γνώσης, αν και σε διαφορετικές αναλογίες. Τα στοιχεία αυτά είναι: (α) μαι δογματική μορφή που εκφράζεται με μια κατάλληλη «πνευματική διάλεκτο» - η οποία, μέχρις ενός σημείου τουλάχιστον, αποκλείει άλλες διαλέκτους -, επειδή ο δίαυλος αυτού του δόγματος δεν είναι μόνο ο προφορικός ή γραπτός λόγος, αλλά και οι τέχνες, τα ήθη και στην ουσία ο,τιδήποτε μεγάλο ή μικρό αποτελεί μέρος της παράδοσης εν προκειμένω: (β) συγκεκριμένα «μέσα της Χάριτος», που είτε μεταδίδονται από την αρχή, είτε αποκαλύπτονται σε υστερότερο χρόνο, και συνιστούν φορείς των πνευματικών επιρροών που εμψυχώνουν την παράδοση αυτή: και (γ) έναν παραδοσιακό κανόνα που ρυθμίζει το πεδίο δράσης, θετικά και αρνητικά, με διάφορους τρόπους.
Για έναν «εξωτεριστή» το δόγμα (α) αποτελεί το πεδίο όπου ασκεί την πίστη του με τη συνήθη έννοια, και αντιπροσωπεύει μια σχετικά παθητική πλευρά της γνώσης, ενώ ο εσωτεριστής αντιμετωπίζει το δόγμα από την άποψη της πλήρους επίγνωσης μέσω της «οντολογικής συνειδητοποίησης», δηλαδή από την άποψη της ενεργητικής πλευράς της γνώσης. Η Χριστιανική γλώσσα χρησιμοποιεί τη λέξη «πίστη» και για την τελευταία περίπτωση, πρέπει όμως να εκληφθεί με την έννοια της αρχής που λέει ότι «το να βλέπεις σημαίνει να πιστεύεις». Με την πίστη και βουνά μπορούν να κινηθούν.
Παρόμοια, ο «εξωτεριστής» δέχεται το ιερουργικό στοιχείο (β) ως ένα μυστήριο που συχνά σημαίνει γι’ αυτόν κάτι περισσότερο από το ρίζωμα ενός σπόρου, ο οποίος ωστόσο, εάν τον ποτίζει η πίστη και τον θερμαίνουν οι άλλες αρετές, θα γεννήσει οπωσδήποτε καρπούς την κατάλληλη εποχή. Ο εσωτεριστής από την πλευρά του, συμμετέχει στις τελετουργίες με συνειδητό σκοπό να δρέψει τους καρπούς τους στον μεγαλύτερο βαθμό. Η στάση του είναι εξ ορισμού ενεργητική – αν βέβαια μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση «εξ ορισμού» για έναν σκοπό που δεν έχει όρια.
Όσον αφορά τον λειτουργικό και τον ηθικό κανόνα, τον χρειάζεται και ο «εξωεριστής» και ο εσωτεριστής, στον βαθμό που τα στοιχεία της ανθρώπινης ατομικότητας παραμένουν ακόμα ακανόνιστα και μακριά από το κέντρο. Σκοπός της «υποταγής στον νόμο» είναι η μετατροπή της κατάστασης του ανθρώπου από εν δυνάμει ανθρώπινη – όπως έχει διαμορφωθεί μετά την Πτώση, πράγμα στο οποίο συγκλίνουν οι διαφορετικές παραδόσεις – σε πραγματικά και μόνιμα ανθρώπινη, με την επιστροφή στον ανθρώπινο κανόνα ο οποίος συμβολίζεται με τον άξονα που διαπερνά το κέντρο όλων των «κόσμων» ή βαθμών ύπαρξης. Αυτός ο άξονας στην πραγματικότητα ταυτίζεται με το μονοπάτι από το οποίο κατέρχεται το Νοητό Φως, όταν φεύγει από την πηγή του για να φωτίσει το σκότος της άγνοιας, κι έτσι ο άξονας δηλώνει την κατεύθυνση διαφυγής κατά μήκος του ίδιου δρόμου.



Μάρκος Πάλλης
Ο Γάμος της Σοφίας & της Μεθόδου
Μετάφραση Παναγιώτης Σουλτάνης
Εκδόσεις Πεμπτουσία 1994

Κυριακή, 26 Μαΐου 2019

Το βέβαιο της ιατρικοποίησης κι εμπορευματοποίησης [του θανάτου] – Γιάννης Τζαβάρας



Νεώτερες κοινωνιολογικές έρευνες στρέφουν το βλέμμα τους όχι πια στη φιλοσοφική, παρά στην τεχνολογικά οργανωμένη διευθέτηση και κυριάρχηση του θανάτου. Ακόμα περισσότερο: κάνουν λόγο για ένα γιγάντιο πόλεμο, για μια ολοκληρωτική σταυροφορία κατά του θανάτου, κι όχι μόνο αρνούνται να δουν το θάνατο ως κοινωνικό ταμπού, παρά διαβλέπουν μια ομαδική συνειδητή κινητοποίηση κατά του πανάρχαιου αυτού εχθρού. Το ιδεώδες μιας καθολικής ιατρικής περίθαλψης, η οποία παρέχοντας σταθερή σωματική υγεία θα οδηγήσει ως τα βαθιά γεράματα κάθε μέλος της κοινωνίας, δεν είναι καινούριο. Κατά τους τελευταίους όμως αιώνες διαγράφεται όλο και πιο έντονα, παίρνει σαφέστερες μορφές πραγμάτωσης και κυριαρχεί ως απαράγραπτο στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας. Η έννοια ενός «φυσικού θανάτου», δηλαδή αβίαστου και ανώδυνου, χωρίς εξωτερικές επιβολές και σωματικές κακώσεις, έννοια που εμφανίζεται με το ξέσπασμα της βιομηχανικής επανάστασης και της ολοένα αυξανόμενης ιατρικής προόδου, δίνει σήμερα τη θέση της στην έννοια του κλινικού θανάτου και της εντατικής παρακολούθησης (Intensivstation), που δεν είναι πια δυνατό να θεωρηθούν σε συνάφεια με οτιδήποτε «φυσικό». Η τεχνολογικά οργανωμένη προσπάθεια, να χρησιμοποιούνται όλα τα δυνατά μέσα για τη διατήρηση του έμψυχου σώματος όσο γίνεται περισσότερο χρόνο ακόμα και σε κωματώδη, ανέλπιδη, κλινικά νεκρή κατάσταση, φανερώνει σήμερα μορφές θανάτου όχι απλώς αφύσικες αλλά και απάνθρωπες. Αυτή η ιατρικοποίηση του θανάτου έχει όχι μόνο ευρύτατα καθιερωθεί, αλλά έχει αντικαταστήσει κι εξαφανίσει κάθε διαφορετικό ιδεώδες θανάτου εγκαθιστώντας ασυζήτητα την αναγκαιότητά της.
Ξεκινώντας ως καπιταλιστικό προνόμιο της οικονομικά κυρίαρχης μειονότητας και βρίσκοντας ευθύγραμμη επέκταση ως απαιτούμενο και τελικά αναφαίρετο δικαίωμα μιας ολοένα διευρυνόμενης μεσοαστικής τάξης η ισόβια ιατρική «ασφάλιση» και περίθαλψη, καταλήγει σε μια αυτονόητη πραγματικότητα. Από ιδεώδες και προνομιούχο δικαίωμα μεταβάλλεται σε καθολικό κανόνα, που καθιστά αδιανόητη οποιαδήποτε εναλλακτική περίπτωση. Η κοινωνία αναλαμβάνει μια ολική κυριάρχηση πάνω στις συνθήκες εξασθένισης και αποβίωσης ακόμα και του έσχατου μέλους της, αναλαμβάνει το καθήκον να εμποδίσει και να καθυστερήσει με κάθε διατιθέμενο μέσο την αποβίωση αφαιρώντας διακριτικά από το επιμέρους άτομο ολοένα περισσότερη πρωτοβουλία για έναν ιδιότυπο, με ατομική ευθύνη και απόφαση πραγματοποιούμενο θάνατο. Η αοριστία της θανατικής στιγμής μπαίνει μέσα σε τεχνολογικά δομημένο έλεγχο, η «επ’ αόριστο» καθυστέρηση του ξεψυχίσματος καθορίζεται από το εκάστοτε επιτευγμένο βεληνεκές της τεχνικής επάρκειας. Ο αγώνας κατά του θανάτου μεταβιβάζεται ολοκληρωτικά στις ικανότητες του γιατρού, στου οποίου τα χέρια ο ετοιμοθάνατος έχει μοναδικό καθήκον να συμπεριφέρεται σαν πειθήνιο κι άβουλο πειραματόζωο, δείχνοντας κατά προτίμηση όσο το δυνατό λιγότερο φόβο κι απαισιοδοξία προ του μοιραίου.
Η ιατρική επιστήμη, συγκεκριμενοποιούμενη στο πρόσωπο του γιατρού και των τεχνικών μέσων, παίρνει έτσι την πρωτοβουλία να σχετιστεί με το θάνατο κάθε ατόμου ως μοναδικά αρμόδια. Ο γιατρός αποκτά κανονιστικές αρμοδιότητες πάνω στην τελική έκβαση της ζωής, όπως έχει ήδη κανονίσει επί σειρά ετών την ποσότητα της διατροφής ή του ύπνου, την κατά καιρούς αποχή από τη δουλειά ή από την ανάπαυση, τον τρόπο και το βαθμό κάθε διασκέδασης κι έντασης. Η προσωπική ενασχόληση του ατόμου με τον επικείμενο θάνατο αποτελεί ενόχληση στο έργο του γιατρού, και κατά το πλείστο αποφεύγεται ακόμα και η ελάχιστη μνεία ενός τέτοιου θέματος. Ως επιθυμητή και συχνά επιβαλλόμενη θεωρείται η απαλλαγή από κάθε έγνοια σχετικά με το θάνατο, η ανάθεση αυτής της έγνοιας στην ιατρική αυθεντία και κατά συνέπεια η επανάπαυση από κάθε σχετική αβεβαιότητα. Κάθε επιστήμονας έχει αναλάβει την ευθύνη για μια ορισμένη περιοχή, στην οποία ισχύει ως αρμόδιος και απόλυτα εξουσιοδοτημένος. Αλλά ο γιατρός διεκδικεί μια περιοχή που εκτείνεται πολύ ευρύτερα από την προσωρινή αποκατάσταση της υγείας. «Εφόσον ήδη ο μηχανικός είχε μάθει να κυριαρχεί τη γη, όπως ο παιδαγωγός τη γνώση, γιατί δε θα μπορούσε ο βιολόγος ή ο γιατρός να κυριαρχεί το θάνατο;» Η ανησυχία του άρρωστου για το αβέβαιο τέλος γαληνεύει, εφόσον επαναπαύεται στη γνώση του ειδικού, ο οποίος παίρνει θεϊκές ή μαγικές διαστάσεις, κατά το μέτρο που αποφασίζει «για ζωή ή για θάνατο». Ακόμα και οι προοπτικές για μια προκαθορισμένη στιγμή αποβίωσης δείχνουν να εξασφαλίζονται από την επιστήμη: «Εφεξής δε θα υπάρχουν πια πρόωροι θάνατοι. Ο θάνατος θα φτάνει στο τέλος μιας μακριάς ζωής. Θα είναι μεν βέβαιος, αλλά η ώρα του δε θα είναι πια αβέβαιη. Αντίθετα η ώρα του θα είναι όχι μόνο βέβαιη αλλά και προγεγραμμένη»[Philippe Aries – 1973].
Ο ρόλος τον οποίο επωμίστηκε η ιατρική επιστήμη δε μοιάζει ωστόσο να αντιστοιχεί προς τις ικανότητές της. Παρ’ όλα τα λαμπρά της επιτεύγματα είναι ακόμα πολύ αμφίβολο το χρονικό σημείο που θα επιφέρει την ανακούφιση του ανθρώπου από την αρρώστια, τον πόνο και το θάνατο. Αφενός γιατί η παρατηρούμενη κατά τις τελευταίες δεκαετίες πληθυσμιακή έκρηξη, οι χαίνουσες πολιτικό-οικονομικές διαφορές ανάμεσα στα κράτη και οι αδιάκοπα εγειρόμενοι ή επαπειλούμενοι πόλεμοι καθιστούν όλο και πιο μακρινή την ελπίδα για μια κυριάρχηση πάνω στο βίαιο μαζικό θάνατο. Αφετέρου η επιχειρούμενη στα ιατρικά εργαστήρια εξαφάνιση καταστροφικών ιών και μικροβίων, ανανέωση καταπονημένων σωματικών οργάνων, υπερνίκηση κληρονομικών ή επίκτητων μειονεκτημάτων και χρόνιων νοσημάτων απέχει ακόμα πολύ από το να παρουσιάζει τελειωτικά επιτεύγματα. Αλλά η βελτίωση της υγιεινής κατάστασης των σύγχρονων και μελλοντικών ανθρώπινων γενεών δε δείχνει καν να εξαρτάται από την ιατρική επιστήμη τόσο, όσο από τη διεθνή πολιτική ή από την κοινωνική συμπεριφορά των λαών. Αυτή τούτη η προσπάθεια καταπολέμησης της αρρώστιας και καθυστέρησης του θανάτου αποδείχνεται ως θεσμοποιημένη μεθόδευση κοινωνικής κυριάρχησης. «Οι ιατρικοποιημένες κοινωνικές εθιμοτυπίες δεν είναι τίποτε άλλο από μια άποψη του κοινωνικού κοντρόλ, το οποίο εξασκείται μέσω του μάταιου αγώνα κατά του θανάτου» [Ivan Illich – 1979].
Στις βιομηχανικά και τεχνολογικά αναπτυγμένες κοινωνίες έχει παρατηρηθεί μια ριζική μεταβολή της παραδοσιακής αντίληψης περί θανάτου, κατά το μέτρο που ολοένα ευρύτερα λαϊκά στρώματα συμπιέζονται μέσα στις ίδιες κλινικές κι εμπορευματικές συνθήκες μαζικού θανάτου. Ο επεκταμένος σε κάθε εκδήλωση ζωής καταναλωτισμός πραγμάτων, συμβάντων, αξιών και συμπεριφορών δεν ήταν δυνατό να παραβλέψει την περιοχή του θανάτου. Ανακαλύπτονται τρόποι ασφάλισης, περίθαλψης, πρόβλεψης, προστασίας που όχι μόνο μεταβάλλουν τον ίδιο το θάνατο σε εμπορεύσιμο προϊόν αλλά και εντάσσουν τη συμπεριφορά απέναντί του μέσα σε ένα πλαίσιο ακριβόλογων υπολογισμών και ισοζυγίων. Όπως σε κάθε αναλαμβανόμενο επάγγελμα, σε κάθε συνομολογούμενο συμβόλαιο, σε κάθε προσχεδιαζόμενο ταξίδι, σε κάθε οικογενειακό προγραμματισμό κλπ., έτσι και σε κάθε θανατική αναμέτρηση αποφασιστικό ρόλο παίζει η έγκαιρη πρόβλεψη και η ακριβής καταμέτρηση χρηματικών οφειλών και κερδών. Ο «καλός» ή «ευπρεπής» θάνατος εξαρτάται από την επάρκεια των διατιθέμενων χρημάτων για «ικανοποιητική» περίθαλψη στο νοσοκομείο, στο γηροκομείο, στο νεκροταφείο και στο γραφείο κηδειών. Η ψυχική διάθεση έγκαιρης προετοιμασίας για το «τελευταίο ταξίδι» εξαντλείται στη διαμόρφωση των κατάλληλων κοινωνικών συνθηκών, δηλαδή στη χρηματική αποζημίωση όλων των εξειδικευμένων παραεπαγγελματιών του θανάτου. Εντυπώνεται έτσι και κυριαρχεί μια «κοινωνικοπολιτική εικόνα περί θανάτου» [Ivan Illich – 1979], που εντάσσει τους καταναλωτές στη διεθνή μάζα ομοιόμορφα θνησκόντων χωρίς περαιτέρω αξιώσεις εξατομικευμένων απολαβών. Το αρχαίο θρησκευτικό ιδεώδες μιας παραδείσιας μεταθανάτιας απόλαυσης μέσα σε αρμονική συνύπαρξη με την αγαθή μερίδα ανανεώνεται με αντίστοιχη θρησκευτική αφοσίωση, περιορισμένο αυτή τη φορά στην εξασφάλιση κοινωνικά ταιριαστής αποβίωσης. Από την αμφίβολη πίστη στη μεταθανάτια διαιώνιση ο «κοινωνικοποιημένος» πολίτης προτιμά την κατοχυρωμένη με συμβόλαια βεβαιότητα μιας τεχνολογικά καλοοργανωμένης απόσβεσης.
Αυτή η καινούρια βεβαιότητα που δε βασίζεται τόσο σε θρησκευτικές, ηθικές ή αισθητικές αποτιμήσεις όσο σε ρασιοναλιστική και μηχανιστική θεώρηση της ανθρώπινης ζωής, δεν πολυνοιάζεται για την ισόβια διατήρηση αυτοβεβαιότητας και αυτοκυριαρχίας. Θεωρώντας αναξιόπιστη κάθε θρησκευτική υπόσχεση για ανάσταση, η πλειονότητα διαβλέπει καταρχήν ρεαλιστικά τη θανατική κενότητα, δε στέκεται όμως με θαρραλέο πείσμα να αναμετρηθεί μαζί της ως το τέλος. Η αυτοεγκατάλειψη στην ιατρική τεχνολογία δηλώνει αυτομόληση. Το άτομο δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του για το θάνατό του, όπως άλλωστε νιώθει αμέτοχο στον καθημερινά φανερωνόμενο θάνατο αμέτρητων ανθρώπων. Την ευθύνη υποτίθεται ότι αναλαμβάνει η κοινωνία, που μέσα στο θεοποιημένο της ρόλο μπορεί, σα μια πληθωρική σκακιέρα, να μην πολυανησυχεί για το θάνατο που επιφυλάσσεται στο κάθε αριθμημένο της πιόνι. Μαζί με την παράδοση της ευθύνης μεταβιβάζεται ασφαλώς και κάθε δικαίωμα επέμβασης πάνω στο άρρωστο σώμα. «Ο άρρωστος είναι άριστα προφυλαγμένος ενάντια στο να καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες του θανάτου του. Η κοινωνία αντιπροσωπευόμενη από το ιατρικό σύστημα, αποφασίζει το πότε και μετά από ποιους εξευτελισμούς και ακρωτηριασμούς θα επιτραπεί στον άρρωστο να πεθάνει... Ο δυτικός άνθρωπος έχει χάσει το δικαίωμα να κάνει ο ίδιος τη σκηνοθεσία στην τελευταία πράξη» [Ivan Illich – 1979]. Αυτή η άνευ όρων αυτοπαράδοση δείχνει να είναι τόσο πεπεισμένη για το αλάθητο του συστήματος, ώστε δεν ανησυχεί για επαλήθευση. Ίσα-ίσα την ενδιαφέρει το καταλάγιασμα κάθε υποψίας, με τη διαβεβαίωση ότι η κοινωνία θα αναλάβει εξ ολοκλήρου τα επακόλουθα.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΒΑΡΑΣ
ΤΟ ΒΕΒΑΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ 1982


Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Οι τρεις απαραίτητοι όροι της πραγματικής μύησης σύμφωνα με τον Rene Guenon – Πέτρος Γράβιγγερ



Παρά τας φαινομενικότητας, όλαι αι παραδόσεις, και συνεπώς όλαι αι μυστηριακαί οργανώσεις, απορρέουν εξ ενός μοναδικού «πνευματικού Κέντρου»: Η Παράδοσις υφ’ όλας της τας μορφάς, έχει ως μοναδικόν σκοπόν να εξασφαλίση εις κάθε εκλεκτόν, αναλόγως της ιδίας αυτού φύσεως, την συμμετοχήν εις τας παραγματικότητας πρωταρχικής τάξεως. Η μύησις, τ.ε. η συμμετοχή εις εκείνο που κάθε παράδοσις κατέχει ως το πλέον ανεκτίμητον δώρον, αποκλείει προφανώς κάθε σύλληψιν ομοιομορφίας και ισοτιμίας προϋποθέτει ιεραρχίαν όντων, την οποίας το σύστημα των τάξεων (CASTES) είναι η εικών εις τον εξωτερικόν κόσμον. Κάθε άνθρωπος δεν είναι δεκτικός μυήσεως. Ο GUENON καθορίζει σαφώς τους τρεις απαραιτήτους όρους, ίνα μια μύησις θεωρηθή ως πραγματική:
1.- Πρέπει προ παντός άλλου το άτομον να είναι κατάλληλον. Αφού η μυητική επίδρασις δέον να εφαρμοσθή επί μιας πρώτης ύλης (MATERIA PRIMA) ικανής να την δεχθή: ελλείψει ποιας τινός ισορροπίας της ατομικότητος, η τελευταία αύτη δεν θα δυνηθή αποτελεσματικά να δεχθή ωρισμένας επηρείας πνευματικής υφής και ημπορεί ακόμη να εκτεθή εις σοβαρούς κινδύνους. Κατά βάθος, δεν δύναταί τις να δεχθή εκ των έξω παρά μόνον απλάς ευκαιρίας δια την πραγμάτωσιν κατ’ έκδηλον τρόπον δυνητικοτήτων ας κατ’ αρχήν έχει εν εαυτώ. Εις τας μυήσεις με υπόβαθρον επαγγελματικόν (όπως ο Τεκτονισμός) η φυσική παρακώλυσις εις την ενάσκησιν του εν λόγω επαγγέλματος, αποτελεί δείγμα και συγκεκριμένην περίπτωσιν ακαταλληλότητος.
2.- Το δεύτερον στοιχείον – που είναι απαραίτητον δια την μετάδοσιν της μυήσεως – είναι η μεταβίβασις μέσω υπαγωγής εις μιαν παραδοσιακήν κανονικήν οργάνωσιν, μιας πνευματικής επηρείας, παρεχούσης εις το ον τον Φωτισμόν ο οποίος θα του επιτρέψη να αναπτύξη τας εν αυτώ δυνητικότητας. Η πνευματική αύτη επήρεια μεταβιβάζεται μέσω ειδικών συμβολικών τύπων. Αι «δοκιμασίαι» είναι προκαταρκτικοί τύποι δια την κυρίως μύησιν αποτελούν τον αναγκαίον πρόλογον, εις τρόπον ώστε η καθ’ αυτό μύησις είναι η άμεσος συμπλήρωσις και κατάληξις τούτων.
Πρέπει να σημειωθή ότι η αποτελεσματικότητα των μυητικών τύπων εξασφαλίζεται μόνον εφ’ όσον η «μυητική άλυσσις» δεν έχει διακοπή: δυνάμεθα από τινος απόψεως να συγκρίνωμεν την μυητικήν μεταβίβασιν προς την αποστολικήν διαδοχήν της Εκκλησίας, ουδείς δύναται αποτελεσματικά να μυηθή παρά μόνον εκ μέρους ατόμου ή ατόμων κεκτημένων κανονικήν διαδοχήν. Η προϋπόθεσις αύτη είναι βασική. Εν τούτοις η αξία των τύπων δεν προσβάλλεται ελλείψει «πνευματικής πραγματώσεως» ουσιαστικής εκ μέρους εκείνων που τους τελούν.
3.- Χρειάζεται τέλος, μετά την τέλεσιν της μυήσεως, να ακολουθήση η εσωτερική εργασία (εκτελουμένη αναλόγως της μεθόδου της ιδίας εις εκάστην μυητικήν οργάνωσιν) δια της οποίας αι προσφερθείσαι εις το ον δυνητικότητες, θα μετουσιωθούν δια τινός ουσιαστικής πνευματικής πραγματώσεως, της οποίας το έσχατον άκρον θα έδει να είναι η Απολύτρωσις ή η Υπάτη Ταύτισις. Η μύησις κυριολεκτικώς είναι η Απαρχή, η είσοδος εις την Οδόν.


Πέτρος Γράβιγγερ
Τεκτονικαί Μελέται
Βιβλιοθήκη της Σφιγγός (091)
Εκδόσεις Διμελή

Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Ο ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ / DER WANDERER – FRIEDRICH HOLDERLIN



Μόνος στεκόμουν και κοίταζα μακριά τις αφρικάνικες ξερές
πεδιάδες. Από τον Όλυμπο έβρεχε φωτιά
αρπακτική! Ελάχιστα ηπιότερη από τότε που τα βουνά
ξεσχίζοντας με ακτίνες ο Θεός ύψη και βάθη δημιουργούσε.
Όμως πάνω σ’ αυτές κανένα δροσερό πράσινο δάσος
δεν αναθάλλει πλούσιο και λαμπρό στον ένηχο αέρα.
Το μέτωπο του όρους παραμένει αστεφάνωτο και εύγλωττα ρυάκια
δεν γνωρίζει, σπανίως η πηγή φτάνει κάτω στην κοιλάδα.
Για κανένα κοπάδι το μεσημέρι δεν περνά πλάι στο κελάρυσμα της βρύσης,
και φιλικά μέσα απ’ τα δέντρα δεν προβάλλει κάποια στέγη φιλόξενη.
Κάτω απ’ το θάμνο ένα σοβαρό πουλί καθόταν και δεν τραγουδούσε,
όμως οι πελαργοί, οι ταξιδιώτες, έσπευδαν να φύγουν μακριά.
Νερό τότε εγώ δεν σου εζήτησα, ω φύση! Στην έρημο,
νερό μου φύλαγε πιστά η ευλαβική καμήλα.
Για τα τραγούδια των δασών, αχ! Και για τους κήπους του πατέρα
παρακάλεσα, που μου τα θύμισαν της πατρίδας τα ταξιδιάρικα πουλιά.
Όμως εσύ μου μίλησες και μου είπες: κι εδώ υπάρχουνε θεοί και διαφεντεύουν,
μέγα είναι το μέτρο τους, κι ωστόσο ο άνθρωπος μετράει με τον πήχη.

Κι ο λόγος αυτός με παρακίνησε, ν’ αναζητήσω και κάτι το Άλλο,
μακριά στο βόρειο πόλο με τα πλοία έφτασα.
Στο χιόνι τυλιγμένη ήσυχα εκεί κοιμόταν αλυσοδεμένη η ζωή,
κι ο σιδερένιος ύπνος από χρόνια περίμενε τη μέρα.
Γιατί επί πολύν καιρό εδώ ο Όλυμπος δεν αγκάλιαζε τη Γη,
όπως του Πυγμαλίωνα τα μπράτσα τύλιγαν την αγαπημένη.
Εδώ δεν της άγγιζε το στήθος με το βλέμμα του ήλιου,
κι ούτε με τη βροχή και τη δροσιά δεν της μιλούσε φιλικά.
Κι εγώ απόρησα γι’ αυτό και ασυλλόγιστα είπα: Μητέρα
Γη, χάνεις λοιπόν πάντοτε σαν χήρα τον καιρό σου;
Γιατί το να μη γεννάς τίποτε και τίποτε να μη φροντίζεις με αγάπη,
και καθώς περνούν τα χρόνια να μη βλέπεις τον εαυτό σου στο παιδί
σου είναι σαν θάνατος.
Όμως μια μέρα ίσως ζεσταθείς απ’ την ακτίνα τ’ ουρανού,
κι από τον στερημένο σου ύπνο ίσως η πνοή του σε ξυπνήσει,
έτσι που σαν σπόρος να διαρρήξεις το φλοιό που σε τυλίγει
κι ο κόσμος ελευθερωμένος απ’ τα δεσμά του αποσπαστεί και χαιρετίσει το φως,
και όλη η συσσωρευμένη δύναμη φουντώσει σε μια πλούσια άνοιξη,
και ρόδα λάμψουν πυρωμένα και κρασί αφρίσει στον άγονο Βορρά.

Έτσι εμίλησα και τώρα επιστρέφω στον Ρήνο και στην πατρίδα,
όπως και άλλοτε απαλά οι άνεμοι της νιότης με χαϊδεύουν
και την επίμονη καρδιά μου μαλακώνουν τ’ ανοιχτά
γνώριμα δέντρα, που άλλοτε με λίκνισαν μες στα κλαδιά τους,
και το ιερό πράσινο, μάρτυς της ευτυχούς βαθιάς
ζωής του κόσμου με ζωντανεύει, με κάνει νέο.
Εγέρασα στα χρόνια αυτά, με χλόμιασε ο βόρειος πόλος
και στη φωτιά του Νότου έχασα τα μαλλιά μου.
Όμως, όταν κανείς, έστω και την εσχάτη μέρα της θνητής ζωής του,
έρθει από μακριά και κουρασμένος μέχρι τα βάθη της ψυχής του
τούτη τη χώρα ξαναδεί, για μια φορά ακόμη τα μάγουλά του
θε ν’ ανθίσουν, και τα σβησμένα μάτια του θα ξαναλάμψουν.
Του Ρήνου εσύ κοιλάδα ευτυχισμένη! Ούτε ένας λόφος δεν είναι χωρίς αμπέλι,
και της σταφυλής τα φύλλα τοίχοι και κήπος στεφανώνονται,
και με το ιερό ποτό γεμάτα είναι τα πλοία στο ποτάμι,
νησιά και πόλεις πνίγονται σε οπώρες και κρασί.
Αλλά χαμογελώντας σοβαρός αναπαύεται ψηλά ο γέρων Ταΰνος,
και με βελανιδιές στεφανωμένος κλίνει ο ελεύθερος την κεφαλή.

Και τώρα έρχεται από το δάσος το ελάφι, από τα σύννεφα το φως της μέρας,
ψηλά στον εύθυμο αέρα πετάει το γεράκι και τα γύρω κατοπτεύει.
Ωστόσο κάτω στην κοιλάδα, όπου τα άνθη τρέφονται από πηγές,
το χωριουδάκι απλώνεται ανέμελα μες στα λιβάδια.
Ήσυχα είναι εδώ. Μακριά αντηχεί ο μύλος πολυάσχολος,
αλλά οι καμπάνες μου αναγγέλουνε το γέρμα της ημέρα.
Ευχάριστα ηχεί το σφυρήλατο δρεπάνι και η φωνή του χωρικού,
που επιστρέφοντας στο σπίτι, αρέσκεται τα βήματα του ταύρου να καθοδηγεί,
ευχάριστα και το τραγούδι της μητέρας που είναι καθισμένη στο χορτάρι με το μικρό της γιο
κι εκείνος ευτυχισμένος πια να βλέπει αποκοιμήθηκε. Όμως τα σύννεφα βάφονται κόκκινα,
και στην αστραφτερή λίμνη, όπου το άλσος την ανοιχτή αυλόπορτα
με πρασινάδες πλημμυρίζει και το φως χρυσό παίζει γύρω από τα παράθυρα,
εκεί με υποδέχεται το σπίτι και του κήπου μου το μυστικό σκοτάδι,
όπου μαζί με τα φυτά κάποτε στοργικά μ’ ανέθρεψε ο πατέρας.
Όπου εγώ ελεύθερος ωσάν τους φτερωτούς έπαιξα μέσα σε αέρινα κλαδιά,
ή ατένισα απ’ την κορυφή του άλσους το πιστό γαλάζιο.
Πιστός ήσουν κι εσύ ανέκαθεν, πιστός παρέμεινες στον πλάνητα,
πιστά, όπως και άλλοτε, με δέχεσαι, ουρανό της πατρίδας.

Ακόμη ωριμάζουν τα ροδάκινα για χάρη μου, με κάνει ν’ απορώ η ανθοφορία,
σχεδόν σαν δέντρο στέκεται γεμάτη άνθη η τριανταφυλλιά.
Βαριά και σκοτεινή απ’ τους καρπούς έγινε στο μεταξύ η κερασιά μου,
και τα κλαδιά απλώνονται από μόνα τους στο χέρι που τους δρέπει.
Και στο δάσος με οδηγεί, όπως και άλλοτε, σε πιο ελεύθερα φυλλώματα
το μονοπάτι από τον κήπο ή και πιο κάτω στο ρυάκι,
όπου ξαπλωμένος την ψυχή μου έτερπα με τη φήμη των ανδρών εκείνων,
των αισθαντικών ναυτίλων. Κι ήταν τέτοια η δύναμη των μύθων σας,
που έφυγα στις θάλασσες και στις ερήμους ω κραταιοί!
Αχ! και μάταια μ’ αναζητούσαν ο πατέρας κι η μητέρα μου.
Αλλά που είναι; Σιωπάς λοιπόν; Διστάζεις; Προστάτη του σπιτιού!
Λοιπόν κι εγώ εδίστασα και μέτρησα τα βήματά μου,
καθώς πλησίαζα, κι όμοια με τους προσκυνητές στάθηκα σιωπηλός.
Ωστόσο εισήλθε, ανάγγειλε τον ξένο, το γιό,
έτσι που οι αγκαλιές ν’ ανοίξουν και να με αναστήσει η ευλογία τους,
κι εγώ να καθαγιαστώ και να μου χαριστεί και πάλι το κατώφλι!
Ωστόσο το μαντεύω, σε ξενιτιά ιερή έχουν φύγει
και ποτέ δεν θα επιστρέψουν οι αγαπημένοι μου.

Πατέρα και μητέρα; Κι αν ακόμη ζούνε κάποιοι φίλοι, αυτοί
περί άλλα τυρβάζουν, δεν θα ‘ναι πια ποτέ δικοί μου.
Ωστόσο θα ‘ρθω, όπως και άλλοτε, και θα προφέρω τα παλιά της αγάπης ονόματα,
θα ικετεύσω τις καρδιές, αν ακόμα χτυπούν, σαν άλλοτε,
αλλά αυτές θα παραμείνουν σιωπηλές. Έτσι πολλά ενώνει και χωρίζει
ο χρόνος. Τους μοιάζω πεθαμένος, κι αυτοί σ’ εμένα.
Κι έτσι είμαι μόνος. Όμως εσύ, πάνω απ’ τα σύννεφα,
πατέρα της πατρίδας! Κραταιέ Αιθήρ! Κι εσύ
γη και φως! Εσείς οι τρεις που ομόθυμοι διαφεντεύετε και αγαπάτε,
αιώνιοι θεοί! Ποτέ δεν σπάζει αυτό που μας συνδέει.
Από σας ξεκίνησα, μ’ εσάς περπάτησα,
εσάς, ω ευτυχείς, φέρνω πιο έμπειρος και πάλι πίσω.
Για τούτο άπλωσε μου τώρα το κύπελλο γεμάτο μέχρι επάνω
με το κρασί που βγαίνει απ’ τα ολόθερμα βουνά του Ρήνου.
Έτσι που να πιω πρώτα στους θεούς κι ύστερα στη μνήμη των ηρώων,
των ναυτικών, κι ύστερα πάλι στη δική σας, ω αγαπημένοι μου,
γονείς και φίλοι! Και τους μόχθους και τα πάθη να ξεχάσω
σήμερα κι αύριο και γρήγορα να ξαναβρεθώ με τους οικείους.

***

Einsam stand ich und sah in die afrikanischen dürren
Ebnen hinaus; vom Olymp regnete Feuer herab,
Reißendes! milder kaum, wie damals, da das Gebirg hier
Spaltend mit Strahlen der Gott Höhen und Tiefen gebaut.
Aber auf denen springt kein frischaufgrünender Wald nicht
In die tönende Luft üppig und herrlich empor.
Unbekränzt ist die Stirne des Bergs und beredtsame Bäche
Kennet er kaum, es erreicht selten die Quelle das Tal.
Keiner Herde vergeht am plätschernden Brunnen der Mittag,
Freundlich aus Bäumen hervor blickte kein gastliches Dach.
Unter dem Strauche saß ein ernster Vogel gesanglos,
Aber die Wanderer flohn eilend, die Störche, vorbei.
Da bat ich um Wasser dich nicht, Natur! in der Wüste,
Wasser bewahrte mir treulich das fromme Kamel.
Um der Haine Gesang, ach! um die Gärten des Vaters
Bat ich vom wandernden Vogel der Heimat gemahnt.
Aber du sprachst zu mir: Auch hier sind Götter und walten,
Groß ist ihr Maß, doch es mißt gern mit der Spanne der Mensch.

Und es trieb die Rede mich an, noch Andres zu suchen,
Fern zum nördlichen Pol kam ich in Schiffen herauf.
Still in der Hülse von Schnee schlief da das gefesselte Leben,
Und der eiserne Schlaf harrte seit Jahren des Tags.
Denn zu lang nicht schlang um die Erde den Arm der Olymp hier,
Wie Pygmalions Arm um die Geliebte sich schlang.
Hier bewegt' er ihr nicht mit dem Sonnenblicke den Busen,
Und in Regen und Tau sprach er nicht freundlich zu ihr;[84]
Und mich wunderte des und törig sprach ich: O Mutter
Erde, verlierst du denn immer, als Witwe, die Zeit?
Nichts zu erzeugen ist ja und nichts zu pflegen in Liebe,
Alternd im Kinde sich nicht wieder zu sehn, wie der Tod.
Aber vielleicht erwarmst du dereinst am Strahle des Himmels,
Aus dem dürftigen Schlaf schmeichelt sein Othem dich auf;
Daß, wie ein Samkorn, du die eherne Schale zersprengest,
Los sich reißt und das Licht grüßt die entbundene Welt,
All die gesammelte Kraft aufflammt in üppigem Frühling,
Rosen glühen und Wein sprudelt im kärglichen Nord.

Also sagt ich und jetzt kehr ich an den Rhein, in die Heimat,
Zärtlich, wie vormals, wehn Lüfte der Jugend mich an;
Und das strebende Herz besänftigen mir die vertrauten
Offnen Bäume, die einst mich in den Armen gewiegt,
Und das heilige Grün, der Zeuge des seligen, tiefen
Lebens der Welt, es erfrischt, wandelt zum Jüngling mich um.
Alt bin ich geworden indes, mich bleichte der Eispol,
Und im Feuer des Süds fielen die Locken mir aus.
Aber wenn einer auch am letzten der sterblichen Tage,
Fernher kommend und müd bis in die Seele noch jetzt
Wiedersähe dies Land, noch Einmal müßte die Wang ihm
Blühn, und erloschen fast glänzte sein Auge noch auf.
Seliges Tal des Rheins! kein Hügel ist ohne den Weinstock,
Und mit der Traube Laub Mauer und Garten bekränzt,
Und des heiligen Tranks sind voll im Strome die Schiffe,
Städt und Inseln, sie sind trunken von Weinen und Obst.
Aber lächelnd und ernst ruht droben der Alte, der Taunus,
Und mit Eichen bekränzt neiget der Freie das Haupt.

Und jetzt kommt vom Walde der Hirsch, aus Wolken das Tagslicht,
Hoch in heiterer Luft siehet der Falke sich um.[85]
Aber unten im Tal, wo die Blume sich nähret von Quellen,
Streckt das Dörfchen bequem über die Wiese sich aus.
Still ists hier. Fern rauscht die immer geschäftige Mühle,
Aber das Neigen des Tags künden die Glocken mir an.
Lieblich tönt die gehämmerte Sens und die Stimme des Landmanns,
Der heimkehrend dem Stier gerne die Schritte gebeut,
Lieblich der Mutter Gesang, die im Grase sitzt mit dem Söhnlein;
Satt vom Sehen entschliefs; aber die Wolken sind rot,
Und am glänzenden See, wo der Hain das offene Hoftor
Übergrünt und das Licht golden die Fenster umspielt,
Dort empfängt mich das Haus und des Gartens heimliches Dunkel,
Wo mit den Pflanzen mich einst liebend der Vater erzog;
Wo ich frei, wie Geflügelte, spielt auf luftigen Ästen,
Oder ins treue Blau blickte vom Gipfel des Hains.
Treu auch bist du von je, treu auch dem Flüchtlinge blieben,
Freundlich nimmst du, wie einst, Himmel der Heimat, mich auf.

Noch gedeihn die Pfirsiche mir, mich wundern die Blüten,
Fast, wie die Bäume, steht herrlich mit Rosen der Strauch.
Schwer ist worden indes von Früchten dunkel mein Kirschbaum,
Und der pflückenden Hand reichen die Zweige sich selbst.
Auch zum Walde zieht mich, wie sonst, in die freiere Laube
Aus dem Garten der Pfad oder hinab an den Bach,
Wo ich lag, und den Mut erfreut am Ruhme der Männer,
Ahnender Schiffer; und das konnten die Sagen von euch,
Daß in die Meer ich fort, in die Wüsten mußt, ihr Gewaltgen!
Ach! indes mich umsonst Vater und Mutter gesucht.
Aber wo sind sie? du schweigst? du zögerst? Hüter des Hauses!
Hab ich gezögert doch auch! habe die Schritte gezählt,
Da ich nahet, und bin, gleich Pilgern, stille gestanden.
Aber gehe hinein, melde den Fremden, den Sohn,[86]
Daß sich öffnen die Arm und mir ihr Segen begegne,
Daß ich geweiht und gegönnt wieder die Schwelle mir sei!
Aber ich ahn es schon, in heilige Fremde dahin sind
Nun auch sie mir, und nie kehret ihr Lieben zurück.

Vater und Mutter? und wenn noch Freunde leben, sie haben
Andres gewonnen, sie sind nimmer die Meinigen mehr.
Kommen werd ich, wie sonst, und die alten, die Namen der Liebe
Nennen, beschwören das Herz, ob es noch schlage, wie sonst,
Aber stille werden sie sein. So bindet und scheidet
Manches die Zeit. Ich dünk ihnen gestorben, sie mir.
Und so bin ich allein. Du aber, über den Wolken,
Vater des Vaterlands! mächtiger Aether! und du
Erd und Licht! ihr einigen drei, die walten und lieben,
Ewige Götter! mit euch brechen die Bande mir nie.
Ausgegangen von euch, mit euch auch bin ich gewandert,
Euch, ihr Freudigen, euch bring ich erfahrner zurück.
Darum reiche mir nun, bis oben an von des Rheines
Warmen Bergen mit Wein reiche den Becher gefüllt!
Daß ich den Göttern zuerst und das Angedenken der Helden
Trinke, der Schiffer, und dann eures, ihr Trautesten! auch,
Eltern und Freund'! und der Mühn und aller Leiden vergesse
Heut und morgen und schnell unter den Heimischen sei.


FRIEDRICH HOLDERLIN
ΕΛΕΓΕΙΕΣ, ΥΜΝΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΕΛΛΑ Γ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ 1996