.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

Οι μάγοι – Eliphas Levi



Το βασικόν δόγμα της υψηλής Επιστήμης, εκείνο το οποίον καθιερώνει τον αιώνιον νόμον της ισορροπίας, είχεν επιτύχει την πλήρη του πραγμάτωσιν εις την σύνθεσιν του χριστιανικού κόσμου. Δύο στήλαι ζωντανοί υπεστήριζον το οικοδόμημα του πολιτισμού. Ο πάπας και ο αυτοκράτωρ.
Αλλ’ η αυτοκρατορία είχε διαιρεθή, διαφυγούσα από τας ασθενείς χείρας του Λουδοβίκου Ντεμπονέρ και Καρόλου του Φαλακρού. Η κοσμική εξουσία, εγκαταληφθείσα εις τας τύχας των κατακτήσεων και των ραδιουργιών, έχασε την από θείας Προνοίας ενότητα ταύτην που την ενηρμόνιζε με την Ρώμην. Ο πάπας συχνά εδέησε να επέμβη ως ύπατος δικαστής και με ατομικόν κίνδυνον να καταστείλη την πλεονεξίαν και το θράσος τόσων ηγεμόνων διαμαχομένων αλλήλων.
Ο αφορισμός ήτο τότε τρομερά ποινή, διότι εβασίζετο επί των κοινώς παραδεδεγμένων αντιλήψεων και προεκάλει, δυνάμει μυστηριώδους ενεργείας της μαγνητικής εκείνης αλύσσου της παγκοίνου κατηγορίας, φαινόμενα που κατεθορύβουν τον όχλον. Τοιουτοτρόπως, Ροβέρτος ο Ευλαβής, υποστάς την τρομεράν αυτήν ποινήν, λόγω παρανόμου γάμου του, απέκτησε τέκνον δύσμορφον μέχρι τοιούτου σημείου ώστε να ομοιάζη με τας εικόνας εκείνας του διαβόλου που ο Μεσαίων τόσο καλά εγνώριζε να απεικονίζη. Ο θλιβερός αυτός καρπός της καταδικασμένης ενώσεως, αποδεικνύει τουλάχιστον την αγωνίαν της συνειδήσεως και τους τρομακτικούς εφιάλτας υπό των οποίων θα υπέφερεν η μητέρα. Ο Ροβέρτος κατενόησεν εκ του αποτελέσματος την οργήν του Θεού και υπέκυψεν εις την βουλήν του ποντίφηκος: απηλλάγη ενός γάμου που η εκκλησία εθεώρει παράνομον, εξεδίωξε την Βέρθαν δια να συζευχθή την Κωνσταντίαν της Προβηγκίας.
Οι χρονογράφοι της εποχής εκείνης φαίνεται ότι ηρέσκοντο πολύ εις τας διαβολικάς μυθοποιίας, πλην μαρτυρούν κατάτην αφήγησίν των, πολύ περισσοτέραν ευπιστίαν παρά γούστο. Όλοι οι εφιάλται των μοναχών, όλα τα νοσηρά όνειρα των καλογραιών, εκλαμβάνονται ως πραγματικαί εμφανίσεις. Εν τω συνόλω των είναι αποκρουστικαί φαντασμαγορίαι, διάλογοι ηλίθιοι, μεταμορφώσεις αδύνατοι. Τίποτε εξ αυτών από της βασιλείας του Ροβέρτου μέχρι του Αγ. Λουδοβίκου, δεν νομίζομεν ότι αξίζει να διηγηθώμεν.
Επί της βασιλείας του Αγίου Λουδοβίκου, έζησεν ο διάσημος ραββίνος Ιεχιήλ, μέγας καββαλιστής και αξιοπρόσεκτος φυσικός. Ό,τι λέγεται περί της λυχνίας του και περί του μαγικού καρφιού του, αποδεικνύει ότι είχεν ανακαλύψει τον ηλεκτρισμόν ή τουλάχιστον εγνώριζε τας κυριωτέρας του ιδιότητας, διότι η γνώσι αύτη, εξίσου παλαιά όσον και η μαγεία, μετεβιβάζετο ως μια των κλειδών της υψηλής μυήσεως. Όταν ενέσκηπτε το σκότος, ένα ακτινοβόλος αστήρ ανέτελλεν εις το δωμάτιον του Ιεχιήλ, το φως ήτο τόσον έντονον, ώστε δεν ήτο δυνατόν να το παρατηρήση κανείς χωρίς να θαμβωθή. Ουδέποτε το είδον να σβύνη και εγνώριζον ότι δεν ήτο δυνατόν να τροφοδοτήται ούτε με έλαιον, ούτε με άλλο καύσιμον γνωστόν κατά την εποχήν εκείνην.
Όταν κανένας περίεργος ή κακοποιός επεδίωκε να εισέλθη εις την οικίαν του Ιεχιήλ και να παραβιάση την θύραν, ο ραββίνος επίεζεν ένα καρφί, τοποθετημένον επί του γραφείου του, οπότε εξέφευγε τόσον από το καρφί, όσον και από την χειρολαβήν της θύρας ένας υποκύανος σπινθήρ και ο περίεργος εδέχετο έναν κλονισμόν που τον έκαμε να νομίση ότι η γη είχε διανοιχθή προ των ποδών του. Κάποτε μια ομάς ατόμων με επιθετικάς διαθέσεις επλησίασε την θύραν: εκρατούντο από τας χείρας δια να αντιδράσουν, ως ενόμιζον, εις τον κλονισμόν. Ο πλέον θαρραλέος έλαβε ανά χείρας την χειρολαβήν. Ο Ιεχιήλ επίεσε το καρφί του. Ακαριαίως όλοι οι ταραχοποιοί ανετράπησαν, έπεσαν καταγής και ετράπησαν εις φυγήν.
Ο Άγιος Λουδοβίκος όστις ήτο καλός καθολικός και μεγάλος βασιλεύς, ηθέλησε να γνωρίση τον Ιεχιήλ, τον εκάλεσεν εις το ανάκτορόν του, συνωμίλησε δια μακρών μετ’ αυτού, ικανοποιήθη πλήρως από τας εξηγήσεις του, τον υπεστήριξεν εναντίον των εχθρών του και δεν έπαυσεν εφ’ όσον έζει, να τον περιβάλλη με εκτίμησιν και καλωσύνην.
Κατά την ιδίαν εποχήν έζει και ο Μέγας Αλβέρτος, όστις και σήμερον ακόμη θεωρείται από τον λαόν ως ο μέγας διδάσκαλος όλων των μάγων. Οι χρονογράφοι του βεβαιώνουν ότι κατείχε την φιλοσοφικήν λίθον και ότι κατέληξε, μετά τριακονταετείς προσπαθείας, εις την λύσιν του προβλήματος του ανδροειδούς (HOMUNCULUS), δηλ., εις την κατασκευήν τεχνητού ανθρώπου, ζώντος, ομιλούντος και απαντώντος εις όλας τας τιθεμένας αυτώ ερωτήσεις, με τοιαύτην ακρίβειαν και λεπτότητα, ώστε ο Άγιος Θωμάς ο Ακυινάτης, κουρασθείς από την πολυλογίαν του, το έσπασε με ένα κτύπημα της ράβδου του. Αυτός είναι ο λαϊκός μύθος. Ας είδωμεν τι υποδηλοί.
Το μυστήριον του σχηματισμού του ανθρώπου και η εμφάνισίς του επί της γης, απησχόλησεν ανέκαθεν σοβαρώς τους ανθρώπους. Η Γένεσις μας πληροφορεί ότι ο άνθρωπος επλάσθη υπό του Θεού εκ πηλού και ότι του ενεφύσησε ζωήν. Ουδέποτε προς στιγμήν αμφιβάλλομεν περί της αληθείας της βεβαιώσεως ταύτης. Εν τούτοις όμως μακράν από ημάς η αιρετική και ανθρωπόμορφος ιδέα ενός Θεού πλάσσοντος τον άνθρωπον δια των χειρών του εκ πηλού. Ο Θεός βεβαίως δεν έχει χείρας, είναι πνεύμα αγνον και κάμνει να εξέρχωνται τα δημιουργήματά του τα μεν μετά τα δε δια των δυνάμεων τας οποίας δίδει εις την φύσιν. Εάν λοιπόν ο Δημιουργός έπλασε τον Αδάμ εκ πηλού, τούτο σημαίνει ότι ο άνθρωπος προήλθεν εκ της γης υπό την επήρειαν του Θεού και κατά τρόπον φυσικόν. Το όνομα Αδάμ εις την εβραϊκήν σημαίνει ερυθράν γην, τι ημπορεί λοιπόν να είναι η ερυθρά αυτή γη; ιδού τι ανεζήτουν οι αλχημισταί. Τοιουτοτρόπως το μέγα Έργον αυτών δεν ήτο η μεταστοιχείωσις των μετάλλων, αποτέλεσμα που είναι αδιάφορον και συμπληρωματικόν, αλλά ήτο το παγκόσμιον απόρρητον της ζωής: ήτο η αναζήτησις του κεντρικού σημείου μετασχηματισμού, όπου το φως γίνεται ύλη και συμπυκνούται εις εν είδος γης, περιεχούσης εν εαυτή την αρχήν της κινήσεως και της ζωής. Ήτο η γενίκευσις του φαινομένου δυνάμει του οποίου το αίμα χρωματίζεται ερυθρόν δια της δημιουργίας των αναριθμήτων αιμοσφαιρίων, μαγνητισμένων όπως οι κόσμοι και ζώντων ως τα ζώα.
Τα μέταλλα δια τους μαθητάς του Ερμού, ήσαν το πηχθέν αίμα της γης, μετερχόμενον, όπως το του ανθρώπου, από του λευκού εις το μέλαν, εκ του μέλανος εις το ερυθρόν, ακολουθούν το έργον του φωτός. Η θέσις του ρεύματος τούτου εις κίνησιν δια της θερμότητος και η παροχή εις αυτό της εγχρώμου γονιμοποιήσεως του φωτός βοηθεία του ηλεκτρισμού, αυτό ήτο το πρώτον μέρος του έργου των σοφών, αλλά το τέρμα ήτο πολύ δυσκολώτερον και πλέον υπέροχον, διότι επρόκειτο να ανακαλυφθή η αδαμική γη, ήτις είναι το πηχθέν αίμα της ζώσης γης, το δε ύψιστον όνειρον των φιλοσόφων, ήτο να αποπερατώσουν το έργον του Προμηθέως, απομιμούμενοι την ενέργειαν του Θεού, δηλ., επιτυγχάνοντες την γένεσιν ενός ανθρωπίνου τέκνου της επιστήμης, όπως ο Αδάμ ήτο το τέκνον της θείας παντοδυναμίας. Το όνειρον τούτο, ίσως να ήτο υπερφίαλον, αλλ’ ήτο ωραίον.
Η μαύρη μαγεία η οποία μιμείται πάντοτε την μαγείαν του φωτός, αλλά κατ’ αντίστροφον έννοιαν, ησχολήθη επίσης πολύ με το ανδροειδές, διότι ήθελε δι’ αυτού να κάμη το όργανον των παθών της και το μαντείον της κολάσεως. Δια να επιτύχη τούτο έπρεπε να παραβιάση την φύσιν και να λάβη εν είδος δηλητηριώδους μύκητος γεμάτου από την κακίαν του ανθρώπου, μιαν ζωντανήν πραγματοποίησιν όλων των εγκλημάτων. Δια τούτο ανεζήτουν τον μανδραγόραν υπό τας αγχόνας των θανατωθέντων, απέσπων αυτόν δι’ ενός σκύλου τον οποίον έδενον εις την ρίζαν του και τον εκτύπων με θανάσιμον πλήγμα. Η ψυχή τότε του ζώου μετήρχετο εις το φυτόν και εκείνο ήλκυε την του απαγχονισθέντος... Αλλά φθάνουν τα αποτρόπαια εγκλήματα και οι παραλογισμοί...
Ο Αλβέρτος Μάγνος, δεν ήτο ούτε παιδοκτόνος, ούτε θεοκτόνος, δεν είχε διαπράξει ούτε το έγκλημα του Ταντάλου, ούτε το του Προμηθέως, αλλ’ είχεν επιτύχει να δημιουργήση και εξωπλίσει καθ’ όλα της τα μέλη την καθαρώς σχολαστικήν εκείνην θεολογίαν, την πηγάζουσαν εκ των κατηγοριών του Αριστοτέλους και των αφορισμών Πέτρου του Λομβαρδού, την λογικήν εκείνην του συλλογισμού, η οποία αποφαίνεται αντί να διαλογίζεται και ήτις ευρίσκει μίαν απάντησιν εις όλα τα προβλήματα, λεπτολογούσα επί των όρων. Ήτο ολιγότερον μια φιλοσοφία και μάλλον εν φιλοσοφικόν αυτόματον, δίδον αμέσως την απάντησιν και αναπτύσσον τας θέσεις του ως μηχανή, δεν ήτο πλέον ο ανθρώπινος λόγος, αλλ’ η μονότονος κραυγή μιας μηχανής η άψυχος φωνή ενός ανδροειδούς. Ο Αγ. Θωμάς λοιπόν έσπασε με εν κτύπημα όλο αυτό το ικρίωμα εκ λέξεων, διαλαλών την αιωνίαν επικράτησιν της λογικής με το υπέροχον γνωμικόν: «Ένα πράγμα δεν είναι λογικόν διότι ο Θεός το θέλει, αλλ’ ο Θεός το θέλει διότι είναι ορθόν και λογικόν».
Ο Αριστοτέλης, υπό την επίδρασιν του γαλβανισμού υπό των σχολαστικών, είχε καταστή το πραγματικόν ανδροειδές του Αλβέρτου Μάγνου, και η ράβδος του Θωμά του Ακυινάτου υπήρξεν η διδασκαλία της SOMME THEOLOGIQUE, το αριστούργημα αυτό δυνάμεως και λογικής.
Όσον δια την φιλοσοφικήν λίθον την οποίαν ενεχείρησεν ο Αγ. Δομίνικος εις τον Μέγαν Αλβέρτον και ο τελευταίος ούτος εις τον Θωμάν τον Ακυινάτην, πρέπει να υπονοήσωμεν δι’ αυτού την φιλοσοφικήν και θρησκευτικήν βάσιν των ιδεών της εποχής εκείνης. Ο Αγ. Θωμάς μετέτρεπεν εις χρυσόν κάθε τι με το οποίον κατεπιάνετο αλλά τούτο βεβαίως αλληγορικώς εκλαμβάνοντες τον χρυσόν ως το έμβλημα της αληθείας.
Εις το κεφάλαιον τούτο θα πρέπει να είπωμεν ακόμη ολίγας λέξεις περί της ερμητικής τέχνης καλιεργηθείσης από των πρώτων χριστιανικών αιώνων υπό του Οστάνους, του Ρομάριους, της βασιλίσσης Κλεοπάτρας, περαιτέρω υπό των Αράβων Γκέμπερ, Αλφαράμπιους και Σαλμάνα, αργότερον δε υπό του Μοριανού, Αρτέφιους και Αρισταίου. Η επιστήμη αυτή εκλαμβανομένη απολύτως, δύναται να κληθή η πραγματική Καββάλα ή η μαγεία των έργων, έχει συνεπώς τρεις βαθμούς αναλογίας: την θρησκευτικήν, την φιλοσοφικήν και την φυσικήν πραγμάτωσιν. Η πρώτη συνίσταται εις την εγκαθίδρυσιν διαρκούς κράτους και ιερατείου, η φιλοσοφική πραγμάτωσις είναι η αποκατάστασις απολύτου διδασκαλίας και ιεραρχικής αγωγής, η φυσική τέλος πραγμάτωσις είναι η ανακάλυψις και εφαρμογή επί του μικροκόσμου του δημιουργικού νόμου όστις δρα εν τω μακροκόσμω. Ο νόμος ούτος είναι η κίνησις συνδυασμένη με την ουσίαν του σταθερού μετά του πτητικού, του υγρού μετά του στερεού. Η κίνησις αύτη έχει ως αρχήν και αφετηρίαν την θέσιν ώσιν και ως όργανον το οικουμενικόν φως, αιθεροποιημένον εις το άπειρον, αστρικόν εις τους αστέρας, μεταλλικόν, ειδικοποιημένον ή υδραργυρικόν εις τα μέταλλα, φυτικόν εις τα φυτά, ζωικόν εις τα ζώα, μαγνητικόν ή προσωπικόν εις τους ανθρώπους.
Το φως τούτο το οποίον είναι η πεμπτουσία του Παρακέλσου, ευρίσκεται εις λανθάνουσαν κατάστασιν και άλλοτε εις ακτινοβόλον εις όλα τα δημιουργημένα όντα, η πεμπτουσία αύτη είναι το πραγματικόν ελιξήριον της ζωής που εξάγεται από την γην δια καλλιεργείας, από τα μέταλλα δι’ ενσωματώσεως, καθάρσεως, εξάρσεως και συνθέσεως, από τα φυτά δι’ αποστάξεως και πέψεως, από τα ζώα δι’ απορροφήσεως, από τους ανθρώπους δια της γενέσεως, από τον αέρα δια της αναπνοής. Δια τούτο ο Αρισταίος γράφει ότι πρέπει να αποκτήσωμεν τον αέρα δια του αέρος, ο KHUNRATH ότι χρειάζεται ο ζωντανός υδράργυρος του τελείου ανθρώπου, παραγόμενος δια του ανδρογύνου, εις όλους σχεδόν αναφέρεται ότι πρέπει να εξάγωμεν από τα μέταλλα την πανάκειαν αυτών και ότι η πανάκεια αύτη κατά βάθος, η αυτή εις όλα τα βασίλεια της φύσεως, διαρρυθμίζεται και ειδικοποιείται εν τούτοις αναλόγως των μορφών και των ειδών.
Η χρησιμοποίησις της πανακείας ταύτης είναι τριπλή: δια συμπαθείας, δι’ απώσεως ή δι’ εξισορροπήσεως. Η διαβαθμισμένη πεμπτουσία είναι το υποβοηθητικόν μέσον των μορφών, η πανάκεια εκάστου βασιλείου πρέπει να εξαχθή από αυτό το ίδιον βασίλειον δια προσάψεως του πρωταρχικού υδραργύρου ή του ανθρωπίνου μαγνητισμού.
Αυτά είναι εν συντόμω τα συνοπτικά στοιχεία της επιστήμης ταύτης, περιεκτικής και βαθείας ως η καββάλα, μυστηριώδους όπως η μαγεία και πραγματικής όπως οι θετικαί επιστήμαι, αλλά διωχθείσης συχνά λόγω της πλεονεξίας των κακών μυστών και λόγω της σκοτεινότητος δια της οποίας οι αληθείς σοφοί περιέβαλον τας θεωρίας και τα έργα των.


Eliphas Levi (Alphonse Louis Constant)
Ιστορία της Μαγείας Τόμος Α’
Μετάφραση Πέτρος Γράβιγγερ
Βιβλιοθήκη της Σφιγγός Νο 018
Εκδόσεις Διμελή

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019

ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ – ARTHUR SCHOPENHAUER



Ο θάνατος είναι η πηγή της έμπνευσης, ο μουσηγέτης της φιλοσοφίας... Δίχως αυτόν ο άνθρωπος δύσκολα θα μπορούσε να φιλοσοφίσει.

*

Η γέννηση και ο θάνατος ανήκουν εξ ίσου στη φύση και χρησιμεύουνε σαν αντίρροπα, το ένα για το άλλο, γιατί το ένα αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το άλλο. Γέννηση και θάνατος αποτελούν τα δύο ακραία σημεία, τους δύο πόλους κάθε εκδήλωσης της ζωής. Η πιο σοφή απ’ όλες τις μυθολογίες, η μυθολογία των Ινδών, το εκφράζει αυτό συμβολικά δίνοντας στον θεό του ολέθρου, τον Σίβα, μαζί με το περιδέραιο από νεκροκεφαλές σαν ιδιαίτερό του χαρακτηριστικό και το Λίγγαμ, το γενετήσιο όργανο το ανδρικό, σα σύμβολο της γονιμότητας. Γιατί ο έρωτας είναι το αντιστάθμισμα του θανάτου, που έχει ουσιαστική αλληλουχία μαζί του. Έρωτας και θάνατος εξουδετερώνονται αμοιβαία κι ο ένας αναιρεί το έργο του άλλου.
Γι’ αυτό κι οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι διακοσμούσανε τις πολύτιμες σαρκοφάγους των νεκρών τους με ανάγλυφες παραστάσεις από γιορτές, χορούς, γάμους, κυνήγια, ζωομαχίες και διονυσιακά ξεφαντώματα. Παράσταιναν τις πιο χαρούμενες, τις πιο τρελές, τις πιο έντονες εικόνες της ζωής. Ακόμα και συμπλέγματα ερωτικά ή συζεύξεις σατύρων με αίγες. Παρουσίαζαν έτσι ζωηρότερα την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στο νεκρό που τον θρηνούν οι δικοί του, κλεισμένο μέσα στον τάφο και στην αθάνατη ζωή της φύσης.

*

Ο θάνατος είναι η οδυνηρή λύση του δεσμού που δημιουργείται απ’ την ηδονική πράξη της αναπαραγωγής. Σβήνει μ’ αυτόν κι εξαφανίζεται με τρόπο βίαιο το βασικό σφάλμα της υπόστασής μας. Είναι το δυνατό σκούντημα που μας ξυπνάει απ’ τα όνειρα της πλάνης.

*

Των περισσοτέρων ανθρώπων τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνιστούν την ατομικότητά τους, είναι τόσο ελεεινά και τιποτένια ώστε να μπορεί κανείς αδίσταχτα να πει πως ο θάνατος δεν αφαιρεί τίποτε απ’ αυτούς. Ό,τι απ’ αυτούς ίσως να έχει ακόμα κάποια αξία, δηλαδή τα γενικά χαρακτηριστικά της ανθρωπότητας, διασώζονται οπωσδήποτε στους άλλους ανθρώπους. Η αιωνιότητα είναι αναγκαία για το σύνολο της ανθρωπότητας και όχι για τ’ άτομα. Αν δινόταν στον άνθρωπο, με τον εντελώς αμετάβλητο χαρακτήρα του και τα στενά όρια της νοημοσύνης του, μια αιώνια ζωή, σίγουρα η αιωνιότητα θα του φαινότανε τόσο μονότονη και θα του προκαλούσε τόση αηδία, που στο τέλος για ν’ απαλλαχτεί απ’ αυτή την ανυπόφορη κατάσταση θα προτιμούσε την ανυπαρξία.
Αν είχαμε την αξίωση να μένουν στη ζωή τα άτομα αιωνίως θα ‘τανε σαν να θέλαμε να διαιωνίσουμε μια πλάνη. Γιατί στο κάτω κάτω κάθε ατομικότητα είναι μια επί μέρους πλάνη, μια παραγνώριση, κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει ολότελα. Γι’ αυτό αληθινός σκοπός της ζωής πρέπει να ‘ναι η απαλλαγή μας απ’ την πλάνη αυτή. Απόδειξη πως οι περισσότεροι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι, είναι πλασμένοι με τέτοιο τρόπο που να μη μπορούν να είναι ευτυχισμένοι, σ’ οποιοδήποτε κόσμο ονειρεμένο κι αν τους βάλουν.
Αν ο κόσμος μας ήταν απαλλαγμένος από κακομοιριές και πόνους οι άνθρωποι θα καταντούσανε σε τέτοια πλήξη, που για να γλιτώσουν απ’ αυτήν θα προτιμούσαν χίλιες φορές να ξαναγυρίσουν με κάθε τρόπο στις κακομοιριές στα βάσανα και στις θλίψεις. Για να καλυτερέψει, λοιπόν, η κατάσταση του ανθρώπου, δεν είναι αρκετό να βρεθεί απλώς μέσα σ’ έναν κόσμο καλύτερο. Χρειάζεται να μεταμορφωθεί κι ο ίδιος ριζικά, με τρόπο που να μην είναι πια ό,τι είναι και να γίνει ό,τι δεν είναι.
Είναι λοιπόν απαραίτητο να πάψει ο άνθρωπος να ‘ναι αυτό που είναι. Την αναγκαία αυτή προϋπόθεση της μεταβολής την εκπληρώνει ο θάνατος κι αυτό είναι ίσα ίσα που μας κάνει να τον θεωρούμε σαν ηθική αναγκαιότητα. Γιατί η μετάσταση απ’ τον ένα κόσμο στον άλλο και η ολοκληρωτική αλλαγή της οντότητας είναι ουσιαστικά ένα και το αυτό.
Γεννιέται όμως το εξής ερώτημα: Αξίζει τάχα μια φορά που ο θάνατος έδωσε τέλος σε μια ατομική συνείδηση, εμείς να ποθούμε να ξαναξυπνήσει αυτή η ίδια η συνείδηση για να διαρκέσει αιώνια; Τι περιέχει αυτή η συνείδηση τον περισσότερο καιρό; Τι άλλο παρά ένα ρεύμα από σκέψεις πενιχρές, περιορισμένες, γήινες και μέριμνες δίχως τελειωμό; Ας την αφήσουμε λοιπόν ν’ αναπαυτεί εν ειρήνη μια και καλή.

*

φαίνεται πως το σταμάτημα κάθε ζωικής λειτουργίας είναι μια υπέροχη ανακούφιση για τη δύναμη που τη συντηρούσε. Αυτό μας εξηγεί γιατί παίρνουνε τέτοια έκφραση γλυκιάς γαλήνης τα πρόσωπα των περισσότερων νεκρών.

*

Πόσο μακριά είναι η νύχτα του άπειρου χρόνου αν συγκριθεί με το σύντομο όνειρο της ζωής.

*

Αν προσέξει κανείς το φθινόπωρο όλον εκείνο τον μικρό κόσμο των εντόμων, θα δει πως το ένα συγυρίζει τη φωλιά του για να κοιμηθεί τον πολύμηνο και βαρύ χειμωνιάτικο ύπνο του. Πωςτο άλλο ετοιμάζει το βομβύκιό του για να περάσει εκεί μέσα κλεισμένο όλο το χειμώνα σα σκουλήκι ναρκωμένο και ν’ αναγεννηθεί μια μέρα την άνοιξη, ξανανιωμένο και τελειότερο. Πως τα περισσότερα έντομα, νιώθοντας ότι φτάνει η ώρα να βρούνε την ανάπαυση στην αγκαλιά του θανάτου, τοποθετούν προσεχτικά το αυγό τους στο πιο κατάλληλο μέρος για να αναγεννηθούν μέσα σ’ αυτό μια μέρα σαν καινούρια όντα. Και ερωτώ: τι άλλο είναι όλα αυτά από ένα μεγάλο μάθημα για την αθανασία που μας δίνει η φύση για να καταλάβουμε πως ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική διαφορά και πως ούτε ο ένας ούτε ο άλλος αποτελούνε κίνδυνο για την ύπαρξη;
Η φροντίδα που δείχνει το έντομο πριν πεθάνει όταν ετοιμάζει την βόμβυκα, την τρύπα του ή τη φωλιά του για ν’ αποθέσει το αυγό και η έγνοια του να εξασφαλίσει την τροφή για τη νύμφη που θα βγει απ’ αυτό και θα δει το φως της ζωής την ερχόμενη άνοιξη μοιάζει πολύ με την επιμέλεια του ανθρώπου που ταχτοποιεί από βραδύς τα φορέματά του κι ετοιμάζει το πρωινό φαγητό του για την άλλη μέρα, πριν πέσει να κοιμηθεί γαλήνια. Όλ’ αυτά θα ‘ταν αδύνατο να συμβαίνουν αν το έντομο που πρόκειται να πεθάνει το φθινόπωρο, θεωρούμενο αυτό καθαυτό (an sich) και στην πραγματική του ουσία, δεν ήταν ένα και το αυτό μ’ εκείνο που θα δει το φως την άνοιξη, έτσι όπως κι ο άνθρωπος που πέφτει να κοιμηθεί το βράδυ είναι ο ίδιος μ’ εκείνον που ξυπνάει την άλλη μέρα.

*

Η παρατήρηση οποιουδήποτε ζώου μας διδάσκει πως ο θάνατος δεν εναντιώνεται διόλου στο βαθύτερο νόημα της ζωής, στη θέλησή της, σ’ όλες τις εκδηλώσεις της. Τι βαθύ μυστήριο που κλείνει μέσα του κάθε ζώο! Κοιτάξτε το κοντινότερο, το σκύλο σας. Πόσο πρόσχαρος κι ήσυχος στέκεται εκεί κοντά σας. Πολλές χιλιάδες σκύλοι έπρεπε να πεθάνουν πριν δει αυτό τη ζωή. Μα ο χαμός όλων αυτών των σκυλιών δεν πείραξε στο παραμικρό την ιδέα του σκύλου. Ύστερα από τόσους θανάτους κι αφανισμούς αυτή δεν άλλαξε διόλου. Γι’ αυτό είναι ο σκύλος σας εδώ ακμαίος και ξανανιωμένος με νέες δυνάμεις, σα να ‘ταν η μέρα αυτή η πρώτη της ζωής του και μάλιστα μια μέρα που δεν θα τελειώσει ποτέ. Γι’ αυτό στα μάτια μου μέσα λάμπει η ακατάλυτη Αρχή που υπάρχει μέσα του ο αρχαίος(1). Τι πέθανε λοιπόν μέσα στις τόσες χιλιετηρίδες; Ο σκύλος βέβαια όχι, αφού στέκεται εδώ μπροστά μας απείραχτος. Απλώς και μόνο η σκιά του, το απεικόνισμά του που η αδυναμία του γνωστικού μας οργάνου δεν μπορεί να το συλλάβει αλλιώς, παρά μόνο μέσα στα πλαίσια του χρόνου.

*

Η ύλη με την απόλυτη διάρκειά της μας εξασφαλίζει την ακαταλυσία και χάρη σ’ αυτήν όποιος δεν θα μπορούσε να συλλάβει άλλου είδους ακαταλυσία μπορεί οπωσδήποτε να παρηγορηθεί με την ιδέα μιας κάποιας αθανασίας.
«Μα πως;» θα μου πούνε, «η διάρκεια ενός μορίου σκόνης, η διάρκεια της άψυχης ύλης μπορεί να θεωρηθεί σαν συνέχιση της δικής μας της ύπαρξης;»
Και τους απαντώ: «Ώστε τη γνωρίζετε λοιπόν αυτή τη σκόνη; Ξέρετε τι είναι και τι μπορεί να κάνει; Κοιτάχτε πρώτα να το μάθετε πριν την καταφρονήσετε».
Η ύλη αυτή που τώρα βρίσκεται εδώ σα σκόνη και σα στάχτη, αν διαλυθεί μέσα στο νερό, θα γίνει κρύσταλλος σε λιγάκι, θα πάρει μια μεταλλική λάμψη, ύστερα θ’ αναδώσει ηλεκτρικούς σπινθήρες και με τη γαλβανική της τάση θα εκδηλωθεί μια δύναμη που και τις πιο γερές ενώσεις μπορεί να καταλύσει και μέταλλα από χώματα να κάνει. Ναι, μπορεί ακόμα και σε ζώα ή φυτά να μετουσιωθεί και να δημιουργήσει ακόμα και ζωή, σαν αυτή που ο φόβος του χαμού της βασανίζει άδικα το στενό κεφάλι σας.
Η διάρκεια λοιπόν μιας τέτοιας ύλης δεν είναι κάτι αξιόλογο;

*

Δεν ξέρουμε κανένα περισσότερο εξαρτημένο απ’ την τύχη παιχνίδι ζαριών απ’ ό,τι είναι το παιχνίδι της γέννησης και του θανάτου. Παρακολουθούμε το παιχνίδι αυτό με υπερένταση, μ’ ενδιαφέρον και πολύ φοβισμένοι, γιατί έχουμε τη γνώμη πως στο παιχνίδι αυτό διακυβεύονται όλα για όλα.
Αντίθετα η φύση, που ποτέ της δεν είναι ψεύτρα, η φύση, η πάντα τόσο ειλικρινής και άδολη, εκδηλώνεται εδώ με τρόπο εντελώς διαφορετικό. Δείχνει καθαρά πως η ζωή ή ο θάνατος του ατόμου δεν την ενδιαφέρουν καθόλου. Αυτό φαίνεται πολύ καλά στις περιπτώσεις ιδίως που παραδίνει τη ζωή των ζώων και των ανθρώπων έρμαιο και στα παραμικρότερα ακόμα ατυχήματα, δίχως να καταβάλλει καμιά προσπάθεια να τους προφυλάξει ή να τους διασώσει.
Προσέξτε το έντομο που συναντάτε στο δρόμο σας. Ένα μικρό αθέλητό σας στραβοπάτημα κρίνει την ζωή και το θάνατό του. Δείτε τον γυμνοσάλιαγκα πως είναι παραδομένος, στον κίνδυνο του μοιραίου και στην διάθεση του καθενός, δίχως να έχει ούτε την δύναμη να τρέχει και να σώζεται με την φυγή, δίχως να έχει αμυντικά και επιθετικά όπλα για ν’ αμυνθεί και να φοβερίσει τους εχθρούς του, δίχως να έχει την ικανότητα να κρυφτεί. Δείτε το ψάρι που αμέριμνο ακόμα παίζει μέσα στο δίχτυ που σε λίγο θα το κλείσει για πάντα. Δείτε τον βάτραχο που έτσι βραδυκίνητος όπως είναι δεν μπορεί να τρέξει για να γλυτώσει. Δείτε το πουλί που ενώ ψηλά από πάνω του ζυγιάζεται στον αέρα ένα γεράκι έτοιμο να το σπαράξει, αυτό δεν παίρνει είδηση. Δείτε το πρόβατο που ο λύκος το παραμονεύει κρυμμένος μέσα στο σύδενδρο κι αυτό βελάζει απονήρευτο. Ολ’ αυτά τα’ άοπλα, απροστάτευτα ζώα πηγαινοφέρνουνε μέσα σε μια απόχη από μύριους κινδύνους που κάθε στιγμή απειλούν την ύπαρξη τους δίχως να ’χουν την παραμικρή συναίσθηση τι τα περιμένει. Έτσι η φύση με τον τρόπο που παρατάει τα ζωντανά πλάσματα της τα τόσο περίτεχνα πλασμένα, στην αρπαχτική διάθεση του ισχυρού στην ιδιοτροπία της πιο τυφλής τύχης, στην διάθεση του πρώτου τρελού που θα βρεθεί μπροστά, και στη σαδιστική κλίση κάθε παιδιού, και με την αδιαφορία που γενικά δείχνει, φανερώνει πως ο αφανισμός αυτών των όντων δεν την ενοχλεί, δεν έχει καμία σημασία γι’ αυτήν και πως το αποτέλεσμα όσο και η αιτία πολύ λίγο τη νοιάζουν.
Όταν λοιπόν η κυρίαρχη αυτή και παγκόσμια μητέρα παραδίνει δίχως την παραμικρή έγνοια, τα παιδιά της σε μυριάδες ενδεχομένους κινδύνους, φαίνεται πως ξέρει πολύ καλά πως τα πλάσματα της αυτά, πεθαίνοντας, ξαναγυρίζουν πάλι μέσα στους κόλπους της, κι όλη αυτή η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο από ένα διασκεδαστικό παιχνίδι.
Μα και στους ανθρώπους φέρεται όμοια όπως και στα ζώα. Η ζωή μας ή ο θάνατος μας δεν την συγκινούν καθόλου. Γι’ αυτό θα ‘πρεπε ως ένα ορισμένο σημείο κι εμάς να μην μας συγκινεί ο θάνατος αφού η ατομική υπόσταση μας είναι ένα κομμάτι του μεγάλου συνόλου που λέγεται φύση.

*

Αν κοιτάξουμε μπροστά μας σ’ ένα μέλλον πολύ μακρινό και προσπαθήσουμε να παραστήσουμε μέσα στη φαντασία μας τις μελλούμενες γενιές με τα εκατομμύρια άτομά τους, τα διαφορετικά από μας στα ήθη και στα έθιμα, θα μας γεννηθεί το ερώτημα: Από που θα ‘ρθουν όλοι αυτοί; Που βρίσκονται τώρα; Που είναι κείνη η πλούσια μήτρα του μηδενός που κυοφορεί τον κόσμο, που κρύβει μέσα της τις επερχόμενες γενιές; Αλλά σ’ αυτό το ερώτημα είμαστε υποχρεωμένοι να’ απαντήσουμε χαμογελώντας: Που αλλού μπορεί να είναι παρά εκεί όπου κάθε πραγματικότητα ήτανε και θα βρίσκεται πάντα. Δηλαδή μέσα στο παρόν και σ’ ό,τι αυτό το παρόν περικλείει, δηλαδή μέσα στον ίδιο τον εαυτό σας, ασυλλόγιστοι άνθρωποι, που δεν καταλαβαίνετε, μέσα σε σας που τόσο επιπόλαια παραγνωρίζετε την ίδια σας την ουσία και που μοιάζετε σαν τα φύλλα του δέντρου που το φθινόπωρο αρχίζουν να κιτρινίζουν και, με τη σκέψη πως σε λίγο θα πέσουν, μοιρολογούν το πέσιμό τους και δεν εννοούν να παρηγορηθούν με την ιδέα πως καινούρια φυλλωσιά θα βγει να στολίσει το δέντρο μ’ ανοιξιάτικα φορέματα. Κλαίει και οδύρεται το κάθε φυλλαράκι: «Δε θα ‘μαι πια εγώ! Εκείνα θα ‘ναι ολωσδιόλου άλλα φύλλα!»
- Άμυαλο φυλλαράκι! Που πρόκειται λοιπόν να πας; Κι από που θα ‘ρθουν τ’ άλλα τα φύλλα; Που είναι το μηδέν εκείνο που την άβυσσό του φοβάσαι; Αναγνώρισε την ίδια σου την υπόσταση μέσα στην εσώτερη δύναμη τη μυστική, την ακατάπαυστη του δέντρου που μένει πάντα ίδια και μοναδική, μέσα στο αέναο πέρασμα τόσων και τόσων φύλλων απ’ αυτό το δέντρο και ποτέ δεν μεταβλήθηκε ούτε από γέννηση ούτε από θάνατο. Τάχα μη δεν συμβαίνει και με των ανθρώπων τις γενιές ό,τι και με τις γενιές των φύλλων;

οίηπερ φύλλων γενεή, τοιήδε και ανδρών(2) (qualis foliorum,talis et hominum)

_______________________
(1)Σ.τ.Μ. Γερμανικά γραμμένο Archaus (από το «αρχείος» = ο εξουσιαστικός, ο διοικητικός ή από το «αρχαίος» = αρχικός): Όρος που χρησιμοποιήθηκε απ’ τον Παράκελσο κ.α. και σημαίνει την άρχουσα ζωική δύναμη που υπάρχει κατά τη γνώμη του μέσα στο σώμα κι απ’ αυτήν εκπορεύονται όλες οι σωματικές και ψυχικές εκδηλώσεις του οργανισμού. Είναι κάτι ανάλογο με το εικαζόμενο «πνεύμα» του Γαληνού, τη «ζωική δύναμη» (Force vitale) μερικών νεότερων κλπ.
(2) Σ.τ.Μ. Από την Ιλιάδα (Ζ’ 146) του Ομήρου. Χαρακτηριστικό είναι πως ο Σοπενχάουερ στο κείμενό του παραθέτει λατινική μετάφραση αντί να δώσει την ερμηνεία απ’ ευθείας στη γερμανική γλώσσα.


ARTHUR SCHOPENHAUER
Σκέψεις και Αποσπάσματα
Μετάφραση Κώστας Σαρρόπουλος
Εκδόσεις Γκοβόστη 2002

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2019

Τρία Ποιήματα: Υστεροφημία / Ηλύσια / Φθορά – Κώστας Καρυωτάκης



Υστεροφημία
Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.
Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,
κ’ ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.

Το θάνατό μας καρτερεί το λαμπρός φως του ήλιου.
Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,
κ’ ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου,
στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα ’κει.

Μόνο μπορεί να μείνουμε κατόπι μας οι στίχοι,
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουμε, καθώς,
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.

Ηλύσια
(Τόσο πολύ τα σώματα κουράστηκαν,
που ελύγισαν, εκόπηκαν στα δύο.)
Κι έφυγαν οι ψυχές, πατούνε μόνες των,
αργά, τη χλόη σαν ανοιχτό βιβλίο.
(Τα σώματα κυλούν χάμου, συσπείρονται
στρεβλωμένα.) Και φαίνονται στο βάθος
τριαντάφυλλα κρατώντας, να πηγαίνουνε
με τ’ όνειρο οι ψυχές και με το πάθος.
(Χώμα στο χώμα γίνονται τα σώματα.)
Μα κείθε απ’ τον ορίζοντα, σαν ήλιοι
δύουν οι ψυχές, τον ουρανό που φόρεσαν,
ή σαν απλά χαμόγελα σε χείλη.

Φθορά
Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,
και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.



Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

THE HAUNTED PALACE – ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΠΑΛΑΤΙ – EDGAR ALLAN POE



In the greenest of our valleys
By good angels tenanted,
Once a fair and stately palace—
Radiant palace—reared its head.
In the monarch Thought’s dominion,
It stood there!
Never seraph spread a pinion
Over fabric half so fair!

Banners yellow, glorious, golden,
On its roof did float and flow
(This—all this—was in the olden
Time long ago)
And every gentle air that dallied,
In that sweet day,
Along the ramparts plumed and pallid,
A wingèd odor went away.

Wanderers in that happy valley,
Through two luminous windows, saw
Spirits moving musically
To a lute’s well-tunèd law,
Round about a throne where, sitting,
Porphyrogene!
In state his glory well befitting,
The ruler of the realm was seen.

And all with pearl and ruby glowing
Was the fair palace door,
Through which came flowing, flowing, flowing
And sparkling evermore,
A troop of Echoes, whose sweet duty
Was but to sing,
In voices of surpassing beauty,
The wit and wisdom of their king.

But evil things, in robes of sorrow,
Assailed the monarch’s high estate;
(Ah, let us mourn!—for never morrow
Shall dawn upon him, desolate!)
And round about his home the glory
That blushed and bloomed
Is but a dim-remembered story
Of the old time entombed.

And travellers, now, within that valley,
Through the red-litten windows see
Vast forms that move fantastically
To a discordant melody;
While, like a ghastly rapid river,
Through the pale door
A hideous throng rush out forever,
And laugh—but smile no more.

***

Μέσα στην πιο θαλερή από τις κοιλάδες μας,
που μόνον άγγελοι καλοί την κατοικούσαν,
κάποτε ένα ωραίο μεγαλόπρεπο παλάτι,
αχτιδοβόλο ένα παλάτι ύψωνε την κορφή του.
Στης αρχόντισσας Σκέψης το βασίλειο,
- εκεί ήτανε στημένο -
ποτέ του Σεραφείμ δεν εξεδίπλωσε φτερούγια
πάνω από χτίσμα ούτε μισό σαν τούτο ωραίο.

Σημαίες στο κίτρινο της δόξας χρώμα, το χρυσό,
ξεχύναν και κυμάτιζαν ψηλά στο ακρόπυργό του,
(Αυτά – όλα αυτά – γινόντανε σ’ έναν παλιό καιρό,
σ’ απόμακρο παλιό καιρό),
και κάθε ανάλαφρο αγέρι που παιχνίδιζε
μέσ’ στη γλυκιάν ημέρα,
γύρω στα σημαιοστόλιστα αχνά τείχη,
σα φτερωμένον άρωμα περνούσε.

Περάτες της χαρούμενης κοιλάδας
μέσ’ από δυο ξανοίγαν παραθύρια,
πνεύματα που σαλεύαν ρυθμικά
σ’ ενός λαγούτου αψεγάδιαστους κανόνες,
γύρω από ένα θρόνο που στεκάμενος
(Πορφυρογέννητος)
ανάμεσα σε μιαν ακολουθία που ταίριαζε στη δόξα του,
του βασιλείου ο Κύριος εθωριόταν.

Κι από μαργαριτάρι και ρουμπίνι, πάνου ως κάτου,
του ωραίου του παλατιού ξάστραφτε η θύρα
και μέσαθέ της κύλαε, κύλαε, κύλαε
κι ολοένα αχτιδοβόλα
ένας εσμός από Ήχους, οπού το γλυκό τους έργον
ήτανε μοναχά να τραγουδούνε
με φωνές ανυπέρβλητου ενός κάλλους
το πνεύμα και την άμετρη σοφία του βασιλιά τους.

Όμως, στοιχεία ολέθρου, πένθιμους χιτώνες φορεμένα,
έβαλαν πόδι στου μονάρχη το βασίλειο,
(Ω, ας θρηνήσουμε, γιατί αυριανό ξημέρωμα
για τον έρημο αυτόν δε θα φωτίσει).
Κι ολόγυρα στην κατοικία του η Δόξα,
οπού πορφυρομάνιαζε κι ανθούσε,
δεν είναι πια παρά θαμπή ιστορία
από παλιό πολύ καιρό θαμμένη.

Και τώρα όσοι διαβαίνουν την κοιλάδα
μέσ’ από προρφυρόχρωμα παράθυρα θωρούνε,
κάτι μορφές τεράστιες, που σαλεύουνε φανταστικά
σε μιας παράτονης τους ήχους μελωδίας,
ενώ σα μαύρο βιαστικό ποτάμι,
μέσ’ από την αχνόθωρη τη θύρα,
ξεχύνεται ακατάσχετα κι απαίσιον ένα πλήθος,
που σαρκάζει, μα ποτέ του δε θα χαμογελάσει.


Edgar Allan Poe
ΕΝΤΓΚΑΡ ΠΟΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1831 – 1849
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΣ ΠΡΟΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΕΛΙΔΕΣ 1991
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Κ. ΚΟΡΟΝΤΖΗ

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Η ΓΕΦΥΡΑ – ΣΟΦΙΑ ΑΝΤΖΑΚΑ



Ο ύπνος του ήταν ανώμαλος εκείνη τη νύχτα. Ό,τι πήγαινε να βυθιστεί στη λήθη, μια ώθηση από την πλευρά της μνημοσύνης τίναζε τον ύπνο από τα βλέφαρά του και τον ανάγκαζε να κλωθογυρίζει μέσα του το αίνιγμα της μεσαίας περιοχής.
«Γιατί μου φέρθηκε έτσι ο Σίσυφος; Γιατί δεν με μύησε και στα μυστήρια της μεσαίας περιοχής; Μήπως επειδή είναι ιεροφάντης μόνο της Λήθης; Αλλά τότε γιατί μου φανέρωσε ορισμένα πράγματα για τη Μνημοσύνη;» σκεπτόταν συνέχεια.
Επιχείρησε να βγάλει άκρη μόνος του.
«Τι μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα στη Λήθη και τη Μνημοσύνη; Αυτές οι δύο μοιάζουν με τους δύο πόλους της Γης, ή κάποιου πλανήτη, ή οποιασδήποτε σφαίρας. Η Λήθη βρίσκεται στο Ναδίρ, στην ανυπαρξία, η Μνημοσύνη στο Ζενίθ, στην αιωνιότητα. Τι θα μπορούσε να είναι ενδιάμεσα; Στον ισημερινό, σαν να λέγαμε; Να πω ένα κράμα Λήθης – Μνημοσύνης; Αν δει κανείς διανοητικά το πράγμα, έτσι φαίνεται να είναι. Αλλά αυτή η λύση δεν μιλάει στο είναι μου. Δεν αγγίζει καμμιά χορδή μέσα μου».
Τον βασάνιζαν κι άλλες, παρόμοιες σκέψεις. Στράφηκε στη Φυσική και άντλησε αρκετά παραδείγματα από την περιοχή της. Κανένα δεν τον ικανοποίησε. Πάντα έμενε με ένα αίσθημα εκκρεμότητας. Του έλειπε η σιγουριά ότι πατούσε σε στέρεο έδαφος.
Όταν πήγε η ώρα 6.30’ το απόγευμα, δεν τον χωρούσε το σπίτι. Κάτι τον έσπρωχνε να πάει να χτυπήσει την πόρτα του Σίσυφου.
Έτσι, γύρω στις 7.00 βρέθηκε να χτυπά το κουδούνι του φίλου του. Χτύπησε, ξαναχτύπησε, τίποτα. Ήταν έτοιμος πια να φύγει όταν άνοιξε η πόρτα, σαν από μόνη της, χωρίς θόρυβο. Περίμενε να δει τον Σίσυφο, αλλά δεν είδε κανέναν. Απορημένος, έκλεισε πίσω του την πόρτα και τράβηξε για το σαλόνι. Εκεί βρήκε τον Σίσυφο να κάθεται με Ολύμπιο ύφος, σε μια ψηλή πολυθρόνα, σαν σε θρόνο. Το σαλόνι κολυμπούσε στο ημίφως. Σκιές ταξίδευαν στα μάτια και στο πρόσωπο του Σίσυφου.
Δεν σηκώθηκε από τη θέση του για να υποδεχτεί τον Φίλο. Δεν κινήθηκε καν. Έμοιαζε σαν να περίμενε την επίσκεψή του. Υπήρχε κάτι τόσο στην ατμόσφαιρα του Σίσυφου όσο και του σαλονιού, που έδεσε τη γλώσσα του Φίλου. Σαν μαγνητισμένος προχώρησε και κάθησε σ’ ένα χαμηλό σκαμνί αντικρυστά στον Σίσυφο. Ήταν σίγουρος ότι ο Σίσυφος γνώριζε τον λόγο της επίσκεψής του.
Έπεσε μαι πυκνή σιγή. Αρκετά δυσβάσταχτη για τον Φίλο. Τελικά, σήκωσε τα μάτια και ατένισε τον Σίσυφο σαν να τον ικέτευε να του μιλήσει. Και τότε, ο Ολύμπιος μίλησε.
«Βρισκόμαστε επάνω σε μια μεγάλη κα φαρδιά γέφυρα. Κόσμος πολύς κινείται πλάι μας, όπως και σ’ όλο το μήκος και το πλάτος της γέφυρας. Ένα ρεύμα βαδίζει προς τα κάτω κι ένα άλλο προς τα πάνω. Κανένας τους δεν διακρίνει ότι κινούνται επάνω σε μια γέφυρα. Σ’ αυτήν επάνω γεννιούνται και σ’ αυτήν πεθαίνουν. Να, τώρα καμμιά δεκαριά που έφτασαν στο κιγκλίδωμα της γέφυρας. Είναι απελπισμένοι από τον ανόητο συμφυρμό. Σκύβουν και κυττούν κάτω. Και αντικρύζουν μια σκοτεινή, βελούδινη περιοχή. Τους υποσχεται να λησμονήσουν τη γέφυρα αν βυθιστούν στο σκοτεινό της βελούδο. Τους βλέπεις; Πέφτουν. Έχουν κερδίσει τη Λήθη της ύπαρξης. Να τώρα δύο άλλοι που ψηλαφίζουν τα κάγκελα της γέφυρας, από την αντίθετη μεριά. Ούτε αυτοί αντέχουν τον συμφυρμό της γέφυρας. Σκύβουν και κυττούν προς τα κάτω. Και βλέπουν φως, άπλετο φως. Αν πέσουν στη φωτεινή περιοχή, όλες τους οι απορίες θα φωτιστούν. Αλλά επειδή τότε θα γνωρίζουν, θα αναλάβουν ευθύνες. Δεν θα μπορούν ποτέ να τη λησμονήσουν. Θα έχουν κερδίσει τη Μνημοσύνη του φωτός, του εαυτού τους, των άλλων».
Η φωνή του Σίσυφου ήταν βαθειά, υποβλητική. Διαπερνούσε τον Φίλο ως το κόκκαλο.
«Λίγοι γνωρίζουν ότι το μεγάλο προνόμιο της γέφυρας είναι η Εκλογή. Γι’ αυτό ελάχιστοι το χρησιμοποιούν. Οι δυσαρεστημένοι. Και έχουν, καθώς βλέπεις, δύο δυνατότητες εκλογής. Ή το Φως, ή το Σκοτάδι. Ή τη Μνημοσύνη ή τη Λήθη».
«Και η γέφυρα, τι είναι η γέφυρα;» ακούστηκε η φωνή του Φίλου να ρωτά με αγωνία.
«Η γέφυρα είναι η Ζωή. Και η Ζωή θάλεγα πως μοιάζει με πεταλούδα. Έχει έναν κορμό και δύο φτερά που τον πλαισιώνουν. Το ένα μαύρο, το άλλο φωτεινό. Αλλά ο κόσμος, δεν βλέπει τα φτερά. Ζωή είναι, γι’ αυτούς το κορμί της πεταλούδας. Είναι παραδομένοι στη μοίρα τους, μια μοίρα γέννησης και θανάτου, χωρίς διέξοδο. Αν κανενός ανοίξουν τα μάτια και αντιληφτεί ή τη μια ή την άλλη διέξοδο, αυτόματα γνωρίζει και την ύπαρξη της αντίθετης. Και τότε καλειται να εκλέξει. Αυτό είναι το μόνο καλό που έχει η Ζωή. Όλα τ’ άλλα είναι εφήμερα μονοδιάστατα, δεν υπερβαίνουν τον καθημερινό άνθρωπο και την πεζότητα της Ζωής. Μόνο η Λήθη και η Μνημοσύνη δίνουν την υπέρβαση στον άνθρωπο, αφού τον μεταφέρουν έξω από το ανθρώπινο στοιχείο, το τόσο ασφυκτικά πεπερασμένο».
Ο Φίλος τον άκουγε με κάτι σαν κατάνυξη.
«Και δεν έχουν καμμιά χαρά οι άνθρωποι οι παγιδευμένοι στη γέφυρα;» ρώτησε με αγωνία.
«Πως δεν έχουν;» ήρθε η απάντηση του Σίσυφου με αρκετή δόση χλεύης και ειρωνείας. «Έχουν τους σεξουαλικούς ερεθισμούς, τη φόρτιση και την εκτόνωση του πέους. Έχουν και τη διαιώνιση της δυστυχίας τους με την τεκνογονία. Λίγο είναι αυτό;»
Ο Φίλος καταντράπηκε. Και η αιτία ήταν ότι πολύ συχνά γινόταν έρμαιο σεξουαλικών ερεθισμών, άρα ανήκε στους ανερμάτιστους ανθρώπους της γέφυρας.
«Άκουσε ακόμα και τούτο», συνέχισε ο Σίσυφος. Στη γέφυρα, συναντιούνται και συμπλέκονται, αόρατα, η Λήθη με τη Μνημοσύνη, το Φως με το Σκοτάδι, η απόλυτη Παρουσία με την απόλυτη Απουσία. Η κάθε μια έχει τις ιδιότητές της. Ευνόητο είναι, λοιπόν, να συμπλέκονται κι αυτές. Και το κράμα αυτό διαπερνά τους ανθρώπους της γέφυρας που δεν είναι σε θέση να κάνουν διακρίσεις. Γι’ αυτό η ζωή τους είναι αντιφατική. Αρκεί να παρατηρήσεις τη σεξουαλική τους ζωή».
«Και ποιες είναι οι ιδιότητες της κάθε μιας;»
«Θα περιοριστώ στην περιοχή του σεξουαλισμού. Η Λήθη ωθεί προς τη λησμονιά με όχημα τα γεννητικά όργανα. Η Μνημοσύνη αναστέλλει αυτή την ώθηση, προσπαθώντας να σπρώξει στην αντίθετη κατεύθυνση. Γι’ αυτό η σεξουαλική ζωή των ανθρώπων της γέφυρας χαρακτηρίζεται από σύγκρουση και ένταση».
Όσο κι αν ο Φίλος ένιωθε καινούργιες απορίες να γεννιούνται μέσα του, κάτι τον προειδοποιούσε ότι ο Σίσυφος δεν είχε σκοπό να πει περισσότερα.
Έπειτα από μια μικρή παύση, που του φάνηκε αιώνας, ο Φίλος διέκρινε στα μάτια του Σίσυφου ότι η συνάντησή τους είχε φτάσει στο τέλος της.
Σηκώθηκε με ανορθωμένο το εσωτερικό του. Περίεργο, δεν ένιωθε πια καμμιάν απόσταση να τον χωρίζει από τον Σίσυφο. Λες και δεν υπήρχε πια ούτε μύστης, ούτε μυούμενος. Έδωσαν τα χέρια σαν ισότιμοι.
«Θα σου φανερώσω τώρα κι άλλο ένα, μικρό μυστικό», έκανε ο Σίσυφος, καθώς συνόδευε τον Φίλο στην εξώθυρα.
«Ποιο;» ρώτησε ανυπόμονα ο Φίλος.
«Το όνομά σου είναι η σφραγίδα της φύσης σου, όπως και το δικό μου της δικής μου».
Σαν σε αστραπή, θυμήθηκε ο Φίλος τα λόγια της Τριατίμα: «Θεόφιλος, αυτός που αγαπά τον Θεό».
Ο Σίσυφος συνέχισε:
«Η Μνημοσύνη είναι Θεία Περιοχή».
Ο Φίλος κύτταξε τον Σίσυφο κι ανατρίχιασε καθώς έφερε στο νου του την αιώνια τιμωρία του μυθικού προσώπου. Αυτό σήμαινε ότι ο Σίσυφος διαρκώς θα έχανε τα αποτελέσματα των προσπαθειών του. Θα άγγιζε τη Λήθη και αμέσως μετά θα την έχανε, γυρίζοντας στον μισητό γι’ αυτόν κόσμο της γέφυρας.

ΣΟΦΙΑ Ζ. ΑΝΤΖΑΚΑ
ΔΟΣΙΛΗΘΟ ΠΕΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΠΑΓΕΙΡΙΑ 1991

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Η Υποδοχή & Η Υποδοχή ως εκμαγείο και ως μητέρα του γίγνεσθαι – Τίμαιος – Πλάτων



Κείμενο
ἡ δ' οὐ̂ν αὐ̂θις ἀρχὴ περὶ του̂ παντὸς ἔστω μειζόνως τη̂ς πρόσθεν διῃρημένη: τότε μὲν γὰρ δύο εἴδη διειλόμεθα, νυ̂ν δὲ τρίτον ἄλλο γένος ἡμι̂ν δηλωτέον. τὰ μὲν γὰρ δύο ἱκανὰ ἠ̂ν ἐπὶ τοι̂ς ἔμπροσθεν λεχθει̂σιν, ἓν μὲν ὡς παραδείγματος εἰ̂δος ὑποτεθέν, νοητὸν καὶ ἀεὶ κατὰ ταὐτὰ ὄν, μίμημα δὲ
[49a] παραδείγματος δεύτερον, γένεσιν ἔχον καὶ ὁρατόν. τρίτον δὲ τότε μὲν οὐ διειλόμεθα, νομίσαντες τὰ δύο ἕξειν ἱκανω̂ς: νυ̂ν δὲ ὁ λόγος ἔοικεν εἰσαναγκάζειν χαλεπὸν καὶ ἀμυδρὸν εἰ̂δος ἐπιχειρει̂ν λόγοις ἐμφανίσαι. τίν' οὐ̂ν ἔχον δύναμιν καὶ φύσιν αὐτὸ ὑποληπτέον; τοιάνδε μάλιστα: πάσης εἰ̂ναι γενέσεως ὑποδοχὴν αὐτὴν οἱ̂ον τιθήνην. εἴρηται μὲν οὐ̂ν τἀληθές, δει̂ δὲ ἐναργέστερον εἰπει̂ν περὶ αὐτου̂, χαλεπὸν
[49b] δὲ ἄλλως τε καὶ διότι προαπορηθη̂ναι περὶ πυρὸς καὶ τω̂ν μετὰ πυρὸς ἀναγκαι̂ον τούτου χάριν: τούτων γὰρ εἰπει̂ν ἕκαστον ὁποι̂ον ὄντως ὕδωρ χρὴ λέγειν μα̂λλον ἢ πυ̂ρ, καὶ ὁποι̂ον ὁτιου̂ν μα̂λλον ἢ καὶ ἅπαντα καθ' ἕκαστόν τε, οὕτως ὥστε τινὶ πιστῳ̂ καὶ βεβαίῳ χρήσασθαι λόγῳ, χαλεπόν. πω̂ς οὐ̂ν δὴ του̂τ' αὐτὸ καὶ πῃ̂ καὶ τί περὶ αὐτω̂ν εἰκότως διαπορηθέντες ἂν λέγοιμεν; πρω̂τον μέν, ὃ δὴ νυ̂ν ὕδωρ ὠνομάκαμεν, πηγνύμενον ὡς δοκου̂μεν λίθους καὶ γη̂ν γιγνόμενον
[49c] ὁρω̂μεν, τηκόμενον δὲ καὶ διακρινόμενον αὐ̂ ταὐτὸν του̂το πνευ̂μα καὶ ἀέρα, συγκαυθέντα δὲ ἀέρα πυ̂ρ, ἀνάπαλιν δὲ συγκριθὲν καὶ κατασβεσθὲν εἰς ἰδέαν τε ἀπιὸν αὐ̂θις ἀέρος πυ̂ρ, καὶ πάλιν ἀέρα συνιόντα καὶ πυκνούμενον νέφος καὶ ὁμίχλην, ἐκ δὲ τούτων ἔτι μα̂λλον συμπιλουμένων ῥέον ὕδωρ, ἐξ ὕδατος δὲ γη̂ν καὶ λίθους αὐ̂θις, κύκλον τε οὕτω διαδιδόντα εἰς ἄλληλα, ὡς φαίνεται, τὴν γένεσιν. οὕτω δὴ τούτων οὐδέποτε
[49d] τω̂ν αὐτω̂ν ἑκάστων φανταζομένων, ποι̂ον αὐτω̂ν ὡς ὂν ὁτιου̂ν του̂το καὶ οὐκ ἄλλο παγίως διισχυριζόμενος οὐκ αἰσχυνει̂ταί τις ἑαυτόν; οὐκ ἔστιν, ἀλλ' ἀσφαλέστατα μακρῳ̂ περὶ τούτων τιθεμένους ὡ̂δε λέγειν: ἀεὶ ὃ καθορω̂μεν ἄλλοτε ἄλλῃ γιγνόμενον, ὡς πυ̂ρ, μὴ του̂το ἀλλὰ τὸ τοιου̂τον ἑκάστοτε προσαγορεύειν πυ̂ρ, μηδὲ ὕδωρ του̂το ἀλλὰ τὸ τοιου̂τον ἀεί, μηδὲ ἄλλο ποτὲ μηδὲν ὥς τινα ἔχον βεβαιότητα, ὅσα
[49e] δεικνύντες τῳ̂ ῥήματι τῳ̂ τόδε καὶ του̂το προσχρώμενοι δηλου̂ν ἡγούμεθά τι: φεύγει γὰρ οὐχ ὑπομένον τὴν του̂ τόδε καὶ του̂το καὶ τὴν τῳ̂δε καὶ πα̂σαν ὅση μόνιμα ὡς ὄντα αὐτὰ ἐνδείκνυται φάσις. ἀλλὰ ταυ̂τα μὲν ἕκαστα μὴ λέγειν, τὸ δὲ τοιου̂τον ἀεὶ περιφερόμενον ὅμοιον ἑκάστου πέρι καὶ συμπάντων οὕτω καλει̂ν, καὶ δὴ καὶ πυ̂ρ τὸ διὰ παντὸς τοιου̂τον, καὶ ἅπαν ὅσονπερ ἂν ἔχῃ γένεσιν: ἐν ᾡ̂ δὲ ἐγγιγνόμενα ἀεὶ ἕκαστα αὐτω̂ν φαντάζεται καὶ πάλιν ἐκει̂θεν ἀπόλλυται,
[50a] μόνον ἐκει̂νο αὐ̂ προσαγορεύειν τῳ̂ τε του̂το καὶ τῳ̂ τόδε προσχρωμένους ὀνόματι, τὸ δὲ ὁποιονου̂ν τι, θερμὸν ἢ λευκὸν ἢ καὶ ὁτιου̂ν τω̂ν ἐναντίων, καὶ πάνθ' ὅσα ἐκ τούτων, μηδὲν ἐκει̂νο αὐ̂ τούτων καλει̂ν. ἔτι δὲ σαφέστερον αὐτου̂ πέρι προθυμητέον αὐ̂θις εἰπει̂ν. εἰ γὰρ πάντα τις σχήματα πλάσας ἐκ χρυσου̂ μηδὲν μεταπλάττων παύοιτο ἕκαστα εἰς ἅπαντα, δεικνύντος δή τινος αὐτω̂ν ἓν καὶ ἐρομένου
[50b] τί ποτ' ἐστί, μακρῳ̂ πρὸς ἀλήθειαν ἀσφαλέστατον εἰπει̂ν ὅτι χρυσός, τὸ δὲ τρίγωνον ὅσα τε ἄλλα σχήματα ἐνεγίγνετο, μηδέποτε λέγειν ταυ̂τα ὡς ὄντα, ἅ γε μεταξὺ τιθεμένου μεταπίπτει, ἀλλ' ἐὰν ἄρα καὶ τὸ τοιου̂τον μετ' ἀσφαλείας ἐθέλῃ δέχεσθαί τινος, ἀγαπα̂ν. ὁ αὐτὸς δὴ λόγος καὶ περὶ τη̂ς τὰ πάντα δεχομένης σώματα φύσεως. ταὐτὸν αὐτὴν ἀεὶ προσρητέον: ἐκ γὰρ τη̂ς ἑαυτη̂ς τὸ παράπαν οὐκ ἐξίσταται δυνάμεως--δέχεταί τε γὰρ ἀεὶ τὰ πάντα, καὶ
[50c] μορφὴν οὐδεμίαν ποτὲ οὐδενὶ τω̂ν εἰσιόντων ὁμοίαν εἴληφεν οὐδαμῃ̂ οὐδαμω̂ς: ἐκμαγει̂ον γὰρ φύσει παντὶ κει̂ται, κινούμενόν τε καὶ διασχηματιζόμενον ὑπὸ τω̂ν εἰσιόντων, φαίνεται δὲ δι' ἐκει̂να ἄλλοτε ἀλλοι̂ον--τὰ δὲ εἰσιόντα καὶ ἐξιόντα τω̂ν ὄντων ἀεὶ μιμήματα, τυπωθέντα ἀπ' αὐτω̂ν τρόπον τινὰ δύσφραστον καὶ θαυμαστόν, ὃν εἰς αὐ̂θις μέτιμεν. ἐν δ' οὐ̂ν τῳ̂ παρόντι χρὴ γένη διανοηθη̂ναι τριττά, τὸ μὲν
[50d] γιγνόμενον, τὸ δ' ἐν ᾡ̂ γίγνεται, τὸ δ' ὅθεν ἀφομοιούμενον φύεται τὸ γιγνόμενον. καὶ δὴ καὶ προσεικάσαι πρέπει τὸ μὲν δεχόμενον μητρί, τὸ δ' ὅθεν πατρί, τὴν δὲ μεταξὺ τούτων φύσιν ἐκγόνῳ, νοη̂σαί τε ὡς οὐκ ἂν ἄλλως, ἐκτυπώματος ἔσεσθαι μέλλοντος ἰδει̂ν ποικίλου πάσας ποικιλίας, του̂τ' αὐτὸ ἐν ᾡ̂ ἐκτυπούμενον ἐνίσταται γένοιτ' ἂν παρεσκευασμένον εὐ̂, πλὴν ἄμορφον ὂν ἐκείνων ἁπασω̂ν τω̂ν ἰδεω̂ν ὅσας
[50e] μέλλοι δέχεσθαί ποθεν. ὅμοιον γὰρ ὂν τω̂ν ἐπεισιόντων τινὶ τὰ τη̂ς ἐναντίας τά τε τη̂ς τὸ παράπαν ἄλλης φύσεως ὁπότ' ἔλθοι δεχόμενον κακω̂ς ἂν ἀφομοιοι̂, τὴν αὑτου̂ παρεμφαι̂νον ὄψιν. διὸ καὶ πάντων ἐκτὸς εἰδω̂ν εἰ̂ναι χρεὼν τὸ τὰ πάντα ἐκδεξόμενον ἐν αὑτῳ̂ γένη, καθάπερ περὶ τὰ ἀλείμματα ὁπόσα εὐώδη τέχνῃ μηχανω̂νται πρω̂τον του̂τ' αὐτὸ ὑπάρχον, ποιου̂σιν ὅτι μάλιστα ἀώδη τὰ δεξόμενα ὑγρὰ τὰς ὀσμάς: ὅσοι τε ἔν τισιν τω̂ν μαλακω̂ν σχήματα ἀπομάττειν ἐπιχειρου̂σι, τὸ παράπαν σχη̂μα οὐδὲν ἔνδηλον ὑπάρχειν ἐω̂σι, προομαλύναντες δὲ ὅτι λειότατον ἀπεργάζονται.
[51a] ταὐτὸν οὐ̂ν καὶ τῳ̂ τὰ τω̂ν πάντων ἀεί τε ὄντων κατὰ πα̂ν ἑαυτου̂ πολλάκις ἀφομοιώματα καλω̂ς μέλλοντι δέχεσθαι πάντων ἐκτὸς αὐτῳ̂ προσήκει πεφυκέναι τω̂ν εἰδω̂ν. διὸ δὴ τὴν του̂ γεγονότος ὁρατου̂ καὶ πάντως αἰσθητου̂ μητέρα καὶ ὑποδοχὴν μήτε γη̂ν μήτε ἀέρα μήτε πυ̂ρ μήτε ὕδωρ λέγωμεν, μήτε ὅσα ἐκ τούτων μήτε ἐξ ὡ̂ν ταυ̂τα γέγονεν: ἀλλ' ἀνόρατον εἰ̂δός τι καὶ ἄμορφον, πανδεχές, μεταλαμβάνον
[51b] δὲ ἀπορώτατά πῃ του̂ νοητου̂ καὶ δυσαλωτότατον αὐτὸ λέγοντες οὐ ψευσόμεθα. καθ' ὅσον δ' ἐκ τω̂ν προειρημένων δυνατὸν ἐφικνει̂σθαι τη̂ς φύσεως αὐτου̂, τῃ̂δ' ἄν τις ὀρθότατα λέγοι: πυ̂ρ μὲν ἑκάστοτε αὐτου̂ τὸ πεπυρωμένον μέρος φαίνεσθαι, τὸ δὲ ὑγρανθὲν ὕδωρ, γη̂ν τε καὶ ἀέρα καθ' ὅσον ἂν μιμήματα τούτων δέχηται.

Μετάφραση

Η Υποδοχή
Θα ξεκινήσουμε τη νέα περιγραφή του σύμπαντος από μια πληρέστερη ταξινόμηση. Ενώ στην πρώτη μας προσπάθεια είχαμε διακρίνει δύο βασικά είδη, τώρα πρέπει να προσθέσουμε ένα νέο, τρίτο είδος. Τα δύο είδη αρκούσαν για την προηγούμενη έκθεση. Το πρώτο είχε εκληφθεί ως το υπόδειγμα, νοητή και αιωνίως αμετάβλητη οντότητα. Το δεύτερο ως η μίμηση του υποδείγματος, οντότητα που έχει γεννηθεί και είναι ορατή. Δεν διακρίναμε ποτέ τρίτο είδος, γιατί πιστεύαμε ότι τα δύο ήταν αρκετά. Τώρα όμως φαίνεται ότι η πορεία των συλλογισμών μάς αναγκάζει να επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε και ένα τρίτο είδος, δύσκολο και σκοτεινό. Ποια είναι όμως η φυσική του δικαιοδοσία; Τι πρέπει να υποθέσουμε γι’ αυτό; Κατά πρώτο λόγο, το εξής: είναι η υποδοχή κάθε γέννησης, λειτουργεί σαν τροφός.
Ό,τι είπαμε είναι η αλήθεια, χρειάζεται όμως να εκφραστούμε πιο καθαρά. Το θέμα είναι ούτως ή άλλως δύσκολο, και η δυσκολία μας μεγαλώνει γιατί είμαστε υποχρεωμένοι, πριν προχωρήσουμε, να θίξουμε ένα πρώτο πρόβλημα σχετικό με τη φωτιά και τα άλλα στοιχεία. Δεν είναι εύκολο να πει κανείς ποιο από αυτά πρέπει να ονομαστεί πραγματικά «νερό» και όχι «φωτιά», ή ποιο μπορεί να πάρει οποιοδήποτε όνομα και όχι όλα τα ονόματα ταυτόχρονα ή διαδοχικά, είναι επομένως δύσκολο να χρησιμοποιήσει αξιόπιστη και σίγουρη γλώσσα. Πως λοιπόν να μιλήσουμε για την ίδια την Υποδοχή, με τι όρους; Και τι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε για τα στοιχεία, πριν προχωρήσουμε;
Ας πάρουμε πρώτα αυτό που αποκαλούμε «νερό». Όταν στερεοποιείται, νομίζουμε πως το βλέπουμε να γίνεται πέτρες και γη. Όταν πάλι διαλύεται και διαχέεται, γίνεται άνεμος και αέρας. Ο αέρας όταν αναφλέγεται γίνεται φωτιά. Αντιστρόφως, όταν η φωτιά συμπτυχθεί και σβήσει, δείχνει να ξαναπαίρνει τη μορφή του αέρα. Ο αέρας, πάλι, όταν συγκεντρωθεί και πυκνώσει δίνει τα σύννεφα και την ομίχλη, από αυτά με μεγαλύτερη σύμπτυξη παράγεται το τρεχούμενο νερό και από το νερό η γη και οι πέτρες – έτσι ώστε τελικά να φαίνεται πως η γέννηση μεταδίδεται κυκλικά από το ένα στο άλλο.
Εφόσον λοιπόν είναι σαφές ότι αυτά δεν παρουσιάζονται ποτέ με την ίδια μορφή, δεν υποτιμά τη νοημοσύνη του όποιος υποστηρίζει με επιμονή ότι κάποιο από αυτά είναι το οποιοδήποτε και όχι άλλο; Αντιθέτως, πολύ πιο ασφαλής μέθοδος προσέγγισης είναι η εξής: όποτε βλέπουμε κάτι να βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή, για παράδειγμα μια φωτιά, δεν πρέπει να αποκαλούμε αυτό το πράγμα «φωτιά», αλλά ό,τι είναι σε κάθε περίπτωση τέτοιο. Ούτε να λέμε «αυτό το πράγμα είναι νερό» αλλά «αυτό που είναι πάντοτε τέτοιο είναι νερό». Ούτε πρέπει να κατονομάζουμε, σαν να του αποδίδουμε σταθερότητα, κανένα άλλο πράγμα από όσα μπορούμε να δείξουμε χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «αυτό εδώ» και «εκείνο εκεί», και να νομίζουμε ότι έτσι ορίζουμε κάτι. Γιατί στο μεταξύ αυτό έχει φύγει, χωρίς να περιμένει να περιγραφεί με εκφράσεις όπως «αυτό εδώ», «εκείνο εκεί» ή με οποιαδήποτε άλλη έκφραση που θα απέδιδε μονιμότητα σε αυτού του είδους τα πράγματα. Δεν πρέπει λοιπόν να αποκαλούμε αυτά τα πράγματα με τα συγκεκριμένα ονόματα, αλλά να ονομάζουμε έτσι αυτό που είναι τέτοιο και που πάντοτε επανέρχεται παρόμοιο σε καθεμία και σε όλες τις περιπτώσεις. Άρα η λέξη «φωτιά» αρμόζει σε αυτό που είναι τέτοιο στο διηνεκές, και το ίδιο ισχύει για όλα όσα υπόκεινται στο γίγνεσθαι. Μόνον όταν μιλάμε για εκείνο μέσα στο οποίο συντελείται πάντοτε η γένεση του καθενός από αυτά, που εμφανίζονται και από όπου ύστερα εξαφανίζονται, μόνο για εκείνο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις εκφράσεις «αυτό εδώ» και «εκείνο εκεί». Δεν πρέπει όμως ποτέ να του αποδίδουμε κάποιον ποιοτικό χαρακτηρισμό, όπως θερμό ή λευκό ή οποιοδήποτε άλλο από τα αντίθετα και όλα όσα προκύπτουν από αυτα.

Η Υποδοχή ως εκμαγείο και ως μητέρα του γίγνεσθαι
Θα προσπαθήσω όμως τώρα να σας δώσω μια πιο καθαρή εικόνα αυτού που θέλω να πω. Υποθέστε ότι κάποιος έχει κατασκευάσει από χρυσό όλα τα δυνατά γεωμετρικά σχήματα, αλλά, αντί να σταματήσει, συνεχίζει διαρκώς να πλάθει νέα από το υλικό των παλαιοτέρων. Αν τώρα έρθει κάποιος και, δείχνοντας ένα από τα σχήματα, ρωτήσει τι ακριβώς είναι, η πλησιέστερη στην αλήθεια απάντηση είναι ότι είναι χρυσός. Δεν πρέπει ποτέ να απαντήσουμε με τρόπο που να δίνει την εντύπωση ότι το τρίγωνο και όλα τα άλλα σχήματα που πλάθονταν μέσα στον χρυσό εξακολουθούν να υπάρχουν, ενώ έχουν ήδη μετασχηματιστεί. Μάλλον πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι αν, με κάποια επιφύλαξη, μπορέσουμε να το περιγράψουμε παρόμοιο με τριγωνικό.
Το ίδιο ισχύει και για την οντότητα που δέχεται όλα τα σώματα. Πρέπει πάντοτε να της αποδίδεται η ίδια ονομασία. Γιατί δεν ξεφεύγει ποτέ και στο παραμικρό από τη δική της δικαιοδοσία – δέχεται αιωνίως τα πάντα, χωρίς ωστόσο η ίδια να αφομοιώνει ποτέ ούτε και το ελάχιστο από τα χαρακτηριστικά που έχουν τα εισερχόμενα. Λειτουργεί επομένως ως φυσικό εκμαγείο για το καθετί. Εκμαγείο που κινείται και αναδιαμορφώνεται από τα εισερχόμενα, έτσι ώστε εξαιτίας τους να δημιουργείται η εντύπωση ότι κατά καιρούς αλλοιώνεται. Όσο για τα εισερχόμενα και τα εξερχόμενα, αυτά αποτελούν μιμήσεις των αιωνίων όντων, αποτυπώματά τους που έχουν ληφθεί με δυσνόητο και θαυμαστό τρόπο – και τον οποίο για την ώρα προσπερνούμε.
Τώρα λοιπόν πρέπει να διακρίνουμε τρία είδη όντων: το πρώτο είναι αυτό που γεννιέται, το δεύτερο είναι αυτό μέσα στο οποίο γεννιέται, και το τρίτο είναι αυτό προς το οποίο εξομοιώνεται με τη γέννησή του. Μπορούμε επομένως να παρομοιάσουμε την Υποδοχή με τη μητέρα, το Υπόδειγμα με τον πατέρα, και την οντότητα που αναφύεται ανάμεσά τους με το παιδί. Πρέπει όμως να αντιληφθούμε ότι, για να μπορέσει το αποτύπωμα να παρουσιάσει όλη την ποικιλία των δυνατών μορφών, η μοναδική λύση είναι η κατάλληλη προετοιμασία της ίδιας της Υποδοχής μέσα στην οποία θα έρθει να σχηματιστεί το αποτύπωμα. Κι αυτό σημαίνει ότι η Υποδοχή πρέπει να είναι απολύτως απαλλαγμένη από όλες τις μορφές που μέλλει να δεχθεί απ’ έξω. Γιατί, αν διατηρούσε ομοιότητα με κάποιο από τα εισερχόμενα, κάθε φορά που θα υποδεχόταν το αντίθετο ή το εντελώς διαφορετικό, θα το παραμόρφωνε αφού θα περενέβαλλε τη δική της όψη. Επομένως, αυτό που θα δεχθεί στο εσωτερικό του τα πάντα πρέπει να είναι απαλλαγμένο από κάθε μορφή, όπως ακριβώς η βάση των αρωματικών ουσιών, την οποία οι αρωματοποιοί προετοιμάζουν προσεκτικά πριν ξεκινήσουν την παρασκευή των αρωμάτων, φροντίζοντας ώστε τα υγρά που θα δεχθούν τις οσμές να είναι τελείως άοσμα. Ή πάλι, όπως κάνουν όσοι επιχειρούν να αποτυπώσουν σχέδια σε μια μαλακή επιφάνεια, λειαίνοντας την στον ύψιστο βαθμό ώστε να μην αφήσουν επάνω της το παραμικρό ίχνος σχήματος. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο, και αυτό που θα λειτουργήσει επανειλημμένα ως κατάλληλη απ’ άκρη σ’ άκρη υποδοχή των ομοιωμάτων όλων των αιωνίων όντων πρέπει να είναι εντελώς ξένο προς κάθε μορφή. Κατά συνέπεια, για τη μητέρα και την Υποδοχή όλων όσα έχουν γεννηθεί ορατά και εν γένει αισθητά δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τα ονόματα «γη», «αέρας», «φωτιά» και «νερό», ούτε κάποιο παράγωγο ή συνθετικό τους. Δεν κινδυνεύουμε αντίθετα να διαψευστούμε αν πούμε ότι πρόκειται για μια οντότητα αόρατη και άμορφη, ικανή να δέχεται τα πάντα, ότι η επικοινωνία της με το νοητό είναι ιδιαίτερα δύσκολη και ότι είναι εξαιρετικά δύσληπτη. Αν στηριχθούμε απλώς σε όσα έχουμε ήδη πει και επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τη φύση της, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα το εξής: ως φωτιά εμφανίζεται κάθε φορά εκείνο το μέρος της που έχει εκπυρωθεί, ως νερό εκείνο που έχει υγρανθεί, και ως γη ή αέρας εμφανίζονται τα μέρη που έχουν δεχθεί τις αντίστοιχες απεικονίσεις.


ΠΛΑΤΩΝ
ΤΙΜΑΙΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΛΦΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ 1995