.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Δώδεκα – Alexander Blok

 

1
Μαύρη ΄ναι η νύχτα
Λευκό το χιόνι.
Λυσσάει ο άνεμος, λυσσάει: πάει
Να σε σωριάσει
Χάμω – σαρώνει
Απ΄άκρη σ΄άκρη τη Θεία Πλάση!
Λυσσάει, σηκώνει
Ψηλά το αφράτο
Χιόνι: από κάτω πάγος σκληρός
Και γλιστερός.
Πάτα γερά!
Πρόσεχε! Έπεσε! Τον φουκαρά!
Από σπίτι σε σπίτι
Απλωμένο,
το πανό γερά δεμένο:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Από κάτω μια γριά κοιτάει
Δεν ξέρει τι σημαίνει
Αυτό το πράγμα – μοιρολογεί!
Πάει χαμένο τόσο πανί!
Τόσο πανί για ένα πανό!
Ένα σωρό ποδοφάσκια θα΄χα βγάλει για τα δύστυχα παιδιά,
Τριγυρίζουν ξυπόλυτα, γυμνά…
Σαν την πουλάδα η γριά
Πιλαλάει μες στον χιονιά.
-Βοήθα, Παρθένα μου! Οι Μπολσεβίκοι
Θα μας σφάξουν σαν τα ζα!Δαγκώνει ο άνεμος!
Δεν πάει πίσω η παγωνιά!
Για δες εκεί στη διασταύρωση τον μπουρζουά:
βαθιά χωμένη η μύτη στον γιακά.
Ποιος να΄ναι; Η κόμη του λυτή
Στους ώμους και μονολογεί!
-Αληταρία!
-Πάει η Ρωσία!
Κάνας συγγραφέας θα΄ναι –
Απ΄ αυτούς που όλο μιλάνε και μιλάνε…Μεγαλοσχήμων ίσκιος προβαίνει
Μέσα στο χιόνι – πάει μουλωχτά…
Δύσκολες μέρες ψωμί δε βγαίνει,
Ε, σύντροφε παπά;Θυμάσαι τότε που τριγυρνούσες καμαρωτός:
Μπροστά σαν τούμπανο η κοιλιά,
Κι άστραφτε πάνω της σταυρός
Να λάβει φώτιση ο λαός;
Να μια δεσποινίς με Αστραχάν
Και γυρίζει, λέει στην συνοδό της:
-Κλαίγαμε, κλαίγαμε…
Και ξαφνικά γλιστράει
-Αμάν! Πάρ΄την κάτω σαν σακί!
Πω, πω! Τι τούμπα ήταν αυτή!
Δώστε ένα χέρι να σηκωθεί!Ο άνεμος παλαβώνει.
Μια χαϊδεύει, μια δαγκώνει
Σηκώνει φούστες και παλτά
Θερίζει τους διαβάτες σαν σπαρτά.
Πιάνει, σκίζει, κουρελιάζει το τεράστιο πανό
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Σκορπίζουν τα λόγια από δω κι από κει.
…Είχαμε κι εμείς «συντακτική»
…σ΄αυτό το κτήριο, εκεί…
…τα συζητήσαμε-
Τα συμφωνήσαμε:
Δέκα την ώρα – διανυκτέρευση ΄κοσ΄πέντε…
…ντάγκα-ντάγκα…
…και βουρ στο κρεβάτι με τον μάγκα…
Αργά το βράδυ.
Άδειος ο δρόμος.
Ένας αλήτης βαδίζει
Βαριά, σκυφτά,
Ο άνεμος σφυρίζει…
Ψιτ, Ομορφούλα!
Είσαι για ένα
Φιλί στη ζούλα;Ψωμί!
Πού πάμε!
Προχώρα!Μαύρος, μαύρος ουρανός.
Θυμός, θυμός σκοτεινός
Βράζει βαθιά στο στήθος: στυγνός, ιερός…Σύντροφε! Τα μάτια σου
Πάντα ανοιχτά!
2
Λυσσάει ο άνεμος, φτεροκοπάει το χιόνι σαν τρελό.
Δώδεκα αυτοί και προχωρούν μέσα στον χαλασμό.
Χιαστί των τουφεκιών μαύρα λουριά
Κι όλα γύρω φωτιά…Τσιγάρο βαρύ στα χείλια οι παίδες
Τους λείπουν μόνο οι χειροπέδες!
Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Τι ψοφόκρυο είναι, σύντροφοι, αυτό!
-Αλλά ο Βάνια και η Κάτια στην ταβέρνα είναι ωραία…
– Στην καλτσοδέτα, του Κέρενσκη το πληθωριστικό!
-Τα κονόμησε ο Βάνια τελευταία…
-Ήταν δικός μας, αλλά πήγε στον στρατό!-Κάθαρμα, Βάνια, μπουρζουά έλα αποδώ
Αν σου βαστάει να δεις φιλιά!Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Την κάνει η Κάτια στον Βάνια την δουλειά
-κανονικά!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Όλα γύρω φωτιά…
Στον ώμο τα τουφέκια κρεμασμένα…
Προχωρείτε, επαναστάτες – πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
Σύντροφε, βάρα στο ψαχνό
Την Αγία Ρωσία –
Την χωραφού
Την καλυβού,
Την κωλαρού!
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
3
Καμαρωτοί οι λεβέντες μας πήγαν να πολεμήσουν
Στον Κόκκινο Στρατό –
Στον Κόκκινο Στρατό –
Για την τιμή της εργατιάς το αίμα τους να χάσουν!Πικρός ο κόρφος σου ζωή,
τ΄αχείλι σου γλυκό!
Έχω μια χλαίνη κουρελιασμένη
κι ένα τουφέκι αυστριακό!
Τρομάζει, τρέχει, σκούζει ο μπουρζουάς.
Τον κόσμο θα τον κάψουμε
Στο αίμα θα το βάψουμε –
Κύριε, ελέησον ημάς!
4
Το χιόνι στροβιλίζεται, ουρλιάζει ο αμαξάς,
Ο Βάνια και η Κάτια προελαύνουν –
Μπροστά φανάρια ηλεκτρικά…
Φευγάτε, ρε, μην σας πατήσει!
Χα, χα, χα!Χλαίνη στρατιωτική, βλακοφυσιογνωμία-
Στρίβει, στρίβει το μουστάκι με μανία
Το κατσαροτσιγκελώνει
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…
Γεια σου Βάνια μπρατσαρά!
Γεια σου Βάνια φαφλατά!
Την χαζή Κάτια χουφτώνει,
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…
Τον κοιτάζει τάχατες μου ντροπαλά:
Δυο σειρές μαργαριτάρια τα δοντάκια,
Αχ, εσύ,Κάτια μου, γλυκιά μου Κάτια
Αχ, αφράτο μου κουκλί…
5
Στον λαιμό σου, η μαχαιριά,
Κάτια μου, έχει γίνει ουλή.
Όμως κάτω απ΄ το βυζί
Είναι φρέσκια, αιμορραγεί!
Ε, ρε, γλέντια και χοροί!
Παναγιά μου, ένα παιδί!
Με δαντελωτά βρακιά
Έκανες την τσάρκα σου-
Και οι αξιωματικοί
Γλένταγαν την σάρκα σου.
Πού΄ναι τώρα τα βρακιά σου
Και τα καβαλήματά σου;
Θυμάσαι κείνον τον γαλονά-
Του΄χωσες την μαχαιριά…
Θυμήσου, Κάτια μου, θυμήσου τα όλα!
Τι έγινε –τα ξέχασες μωρή παλιοκαριόλα;
Θα τα θυμηθείς, ωστόσο,
Όλα, όταν σε κουτουπώσω!
Μου φορούσες γκρι μποτάκια,
Έτρωγες σοκολατάκια,
Και δεν έπαιρνες κανέναν,
αν δεν ήταν βαθμοφόρος ευγενής.
Τώρα γύρισε η τύχη
κι έπεσες στους σκαπανείς.
Γλέντα, Κάτια η αμαρτία
Σώζει –είναι ευλογία!
6
…Να τους πάλι –καλπάζουν, σαρώνουν το χιόνι
Μουγκρίζει, ουρλιάζει, ο αμαξάς, μαστιγώνει…
Αλτ! Απάνω τους Αντριούχα!
Χύνεται μπροστά ο Πετριούχα!
Μπαμ, μπαμ! Σύννεφο το χιόνι:
Στ΄ουρανού κατά τα μέρη άσπρη, παγωμένη σκόνη! …Κόβει λάσπη ο αμαξάς –με τον Βάνια… Τι κοιτάς;
Όπλισε και ξαναρίξε! Θα μας φύγει ο κερατάς!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Πάρ΄τα κορτάκια,
…………………………………………………………..
Για να μην ξανακολλήσεις σ΄αλλωνών τα γκομενάκια!
Έφυγες, παλιοκαθίκι! Δεν τελειώσαμε εδώ!
Είσαι τελειωμένος λέρα! Κάπου θα σε ξαναβρώ!Μα η Κάτια … Πού είναι η Κάτια; Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στο κεφάλι, αιμορραγεί!Είσαι καλά, Κάτια μου, τώρα;
Είσαι ικανοποιημένη;
Δεν μου κελαηδάς, ε;
Μείνε τώρα κούκλα μου εκεί, σαν κουρούνα παγωμένη!Προχωρείτε επαναστάτες –πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
7
Ξαναπιάνουν οι δώδεκα το ρωμαλέο ρυθμό
της πορείας τους. Μόνο ο φτωχός
δολοφόνος βαδίζει βουβός,
σκυθρωπός, σκοτεινός…
Προχωρά νευρικά, σαν να θέλει να φύγει
Στον λαιμό το μαντίλι τον πνίγει
Το τραβάει να το λύσει-
Θέλει μα δεν μπορεί να λησμονήσει…-Τι έγινε, ρε σύντροφε, που πας;
-Ρε φιλαράκο, γιατί δε μιλάς;
-Ρε Πετρούχα, λυπάσαι την Κάτια; Ντροπή!
-Ψηλά το κεφάλι, ρε συ!
-Αχ, αδέρφια, σύντροφοί μου,
Το αγαπούσα το κορίτσι –ήταν δική μου …
Πόσα βράδια σκοτεινά στην αγκαλιά της,
Μέθυσα με τα φιλιά της…-Για λάμψη ειρωνική
Στο φλογερό της βλέμμα
Για ένα σημάδι πορφυρό
Στον ώμο της τον δεξιό,
Της πήρα ο άθλιος τη ζωή,
την έπνιξα, ο τρελός στο αίμα!-Άσε τα κλαψουρίσματα, ρε Πέτια!
Είσαι καμιά λιπόψυχη, πορδόλυσσα γριά;
Χάζεψες, ρε ζωντόβολο; Λυπήσου την ψυχή σου!
Σταμάτα να την σκέφτεσαι –ξύπνα! Έλεος πια!
Θάρρος, μωρέ: στήθος μπροστά, μέσα η κοιλιά σου!
-Δείξε το ανάστημά σου!
-Δεν μας παίρνει
Να νταντεύουμε κανέναν, τέτοια ώρα!
Μας κολλάει, μας μποδάει, μας βαραίνει,
Σύντροφε –κατάλαβέ το, πάρε ανάσα και προχώρα!Ο Πετρούχα κοντοστέκεται και αρχίζει
Να βαδίζει με ρυθμό κανονικό…
Το κεφάλι ψηλά, το ηθικό
Ακμαιότατο… Βρήκε το κέφι του πάλι…Βρε, άντε από κει!
Δεν είναι ντροπή να γλεντάς τη ζωή!Κλείστε δώμα και κατώγι
Έρχονται οι πλιατσικολόγοι!
Ντου στου κελαριού το έμπα –
Να το τσούξει και η πλέμπα!
8
Μαύρη μαυρίλα!
Βαριεστημάρα, πικροπικρίλα
Και θανατίλα!Έχω ένα κάρο χρόνο
Να σκοτώσω τον σκοτώνω…
Έχω κούτρα και την ξύνω
Και την ξύνω και την ξύνω…
Βρίσκω και κάνα σποράκι,
Το μασάω και το φτύνω…
Έχω κι ένα σουγιαδάκι, το ανοίγω και στην δίνω!
Πίσω, μπουρζουά, ζουλάπι!
Τρέχα το αίμα θα σου πιω
Για την όμορφη μου αγάπη
Με το κορακόφρυδο…
Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου εν…
Βαριεστημάρα!
9
Ο θόρυβος της πόλης εξέλιπε. Σιωπή
Ύπερθεν του ακρόπυργου της Νιέβσκι εξηπλούτο.
Σώπασαν οι μπάτσοι, από νωρίς «εξέλιπε» το κνούτο-
Γλεντήστε τώρα, μάγκες μου, δίχως γουλιά κρασί!
Στο σταυροδρόμι ο μπουρζουάς: χωμένη στο γιακά
Η μύτη του κι ένα σκυλί τρισάθλιο, φαγωμένο
Από τους ψύλλους, κάθεται δίπλα του παγωμένο
Με την ουρά στα σκέλια και γρυλίζει σιγανά.
Σαν το σκυλί ο μπουρζουάς, ψωριάρης πεινασμένος
Στέκεται εκεί: ένα βουβό ερωτηματικό.
Και δίπλα ο κόσμος ο παλιός, γρυλίζει κουρνιασμένος,
Με την ουρά στα σκέλη μπας και βρει παρηγοριά
10
Παίρνει πάλι να φυσάει
Ο χιονιάς –λυσσάει, λυσσάει!
Ούτε τη μύτη τους δε βλέπουν –πόσο μάλλον
Ο ένας τον άλλον.Στροβιλίζεται το χιόνι: ένα χωνί
Και στο κέντρο του προβάλλει μια μορφή σατανική…
Τι χαλασμός! Λυπήσου μας ο εν τοις ουρανοίς!
-Κατούρα μας, ρε Πέτια! Δεν πρόκειται να δεις
Καλό απ΄το σταυρί κι από την αγιαστούρα!
Είσαι χαζός; Σκέψου τι λες και συγκεντρώσου-
Βάλε κάτω το νιονιό σου!
-Έβαψες τα χέρια σου με αίμα,
Για την Κάτια, για ένα ψέμα;
-Εμπρός με βήμα σταθερό, επαναστατικό!
Μην υποτιμάτε τον εχθρό!
Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
τιμημένη εργατιά!
11
…και προχωρούν χωρίς θεό
Κι αγίους. Προχωρούν:
Δώδεκα-κι όλα τα ζητούν,
και τίποτα δε συγχωρούν …Έχουν ατσάλι πυρωμένο
για τον αόρατο εχθρό…
που κρύβεται μες στα σκοτάδια
σε κάθε έρημο στενό…
αχόρταγο ζητάει το χιόνι
τις μπότες τους να καταπιεί…Κόκκινη σαν τη σημαία
Ανεμίζει η ματιά τους.Βροντούν, μουγκρίζουν
Τα βήματά τους.Οι εχθροί! Προσέξτε!
Οπλίστε! Να τους!Και το χιόνι που τους ζώνει
Μέρα- νύχτα τους τυφλώνει!…Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
Τιμημένη εργατιά!
12
…Προχωρούν μαχητικά…
-Ποιος είναι εκεί; Έβγα μπροστά!
Σιωπή – μονάχα ο άνεμος χτυπά
Την κόκκινη σημαία με μανία…
Μπροστά τους ένα ψήλωμα από χιόνι,
-Βγες, αλλιώς δεν σε γλυτώνει τίποτα! Ξανά σιωπή!
Και προβάλει πεινασμένο, σέρνοντας, ξεπαγιασμένο,
Ένα ψωραλέο σκυλί…
Ξου, κοπρίτη! Αλλιώς σε σφάζω
Με την ξιφολόγχη! Χάσου
Κόσμε παλιέ, αλλιώς σε βάζω
Κάτω και τρώω τα σωθικά σου!
…δείχνει τα δόντια του, γρυλίζει – σαν λύκος πεινασμένος-
Η ουρά στα σκέλια – δε σαλεύει-
Ένας σκύλος δίχως σπίτι – ένας σκύλος παγωμένος…
-Μίλα, ρε, ποιος είναι εκεί;
Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη σημαία;
-Τι μαυρίλα είναι, ρε σύντροφοι, αυτή!
-Ποιος πηγαίνει τοίχο-τοίχο, σαν σκιά;
Γιατί βιάζεσαι; Ωραία, θα σου δείξω εγώ…
– Ρε συ, όσο είσαι ζωντανός.
Έβγα έξω μην σε βγάλω πεθαμένο!
Ρε τι πράγμα είναι αυτός!
Ε, δεν θα σε περιμένω…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Η τουφεκιά
Πόρτα πόρτα αντιλαλεί… Ύστερα όλα σιωπηλά…
Μόνο η θύελλα λυσσάει γύρω τους – και ξαφνικά…
Ναι – γελάει γελάει, γελάει σου χιονιού την ερημιά…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!…Προχωρούν μαχητικά-
Πίσω ο σκύλος πεινασμένος και μπροστά
-με την κόκκινη σημαία αιματωμένη-
Άγγιχτη από τις σφαίρες και τον άγριο χιονιά,
-μ΄ ένα μαργαριταρένιο
Πέπλο άσπιλου χιονιού
Και λευκά ρόδα στεμμένη-
Μ΄ αλαφρό πόδι προβαίνει
Η μορφή του Ιησού Χριστού.

Alexander Blok
Δώδεκα
Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας
Εκδόσεις Γκοβόστη 2017

                                                                                                                                                                  

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Σκέψεις – Robert Musil



...Καμιά φορά είναι αδύνατο να βρεθεί τρόπος σύγκρισης ανάμεσα στις σκέψεις και στα βιώματα. Όταν προσπαθούμε να περιορίσουμε με τα δεσμά των συλλογισμών μας κάποια εμπειρία απλή και αδιάσπαστη, τη μεταμορφώνουμε αυτόματα σε κάτι πολύπλοκο κι ακατανόητο. Από την άλλη, πράγματα που μας φαίνονται μεγάλα και μακρινά, γίνονται οικεία, αποβάλλοντας όλ’ αυτά που τα κάνουν να μοιάζουν επικίνδυνα, όσο οι λέξεις μας επαρκούν για να τα διατυπώσουν, επειδή μπαίνουν στη σφαίρα της καθημερινής μας ζωής…

***

...Τον ξύπνησε μια σκέψη, σαν την απαλή επαφή με μαι ζεστή παλάμη. Ήταν μια σκέψη σχεδόν τόσο αυτονόητη, που ο Τέρλες απόρησε, που ήρθε τόσο καθυστερημένα στο νου του.
Μιά σκέψη, που συμπεριλάμβανε όλες τις τελευταίες εμπειρίες σε κάποιο συμπέρασμα. Μοιάζει πάντα απλό, φυσικό, στις κανονικές, καθημερινές αναλογίες, ό,τι φαίνεται από μακριά τεράστιο και μυστηριώδες. Θαρρείς και γύρω απ’ τον κάθε άνθρωπο είναι χαραγμένο κάποιο σύνορο. Ό,τι συμβαίνει έξω από αυτό, είναι σαν θάλασσα καταχνιασμένη, γεμάτη ανεξήγητους γίγαντες, που αλλάζουν συνεχώς διαστάσεις και σχήματα.
Ό,τι είναι κοντινό, ό,τι είναι πράξη, μπαίνοντας στη ζωή μας φαίνεται ξεκάθαρο και μικρό. Έχει ανθρώπινο σχήμα και γραμμές. Κι ανάμεσα στη ζωή που ζούμε και στην άλλη που διαισθανόμαστε, που υποπτευόμαστε, που βλέπουμε μόνο από μακριά, υπάρχει σαν κάποια στενή πύλη, ένα αόρατο σύνορο απ’ όπου πρέπει να περάσουν συμπιεσμένες όλες οι εικόνες των γεγονότων, πριν εισχωρήσουν μέσα μας…

***

...Με τις σκέψεις γενικά, συμβαίνει το εξής περίεργο: Τις περισσότερες φορές είναι συμπτωματικές, φεύγουν χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη και μπορούμε να πούμε πως χωρίζονται σε νεκρές και ζωντανές. Μας έρχεται κάποτε μια λαμπρή ιδέα, σχεδόν μεγαλοφυής, που μαραίνεται σαν λουλούδι μέσα σε λίγα λεπτά. Το περίγραμμα της παραμένει, όμως τα χρώματα, η ευωδιά της έχουν γίνει καπνός. Μπορεί να τη θυμόμαστε λέξη προς λέξη, μπορεί η λογική της να μένει ανέγγιχτη – κι όμως· έχει ανέβει στην επιφάνεια του μυαλού μας, χωρίς να μας έχει κάνει πιο πλούσιους. Μέχρις ότου, ύστερ’ από χρόνια ίσως, έρχεται κάποια στιγμή που διαπιστώνουμε, πως δεν ξέραμε στο μεσοδιάστημα τίποτα γι’ αυτήν αν και λογικά ξέραμε τα πάντα...
Ναι, υπάρχουν νεκρές και ζωντανές σκέψεις. Εκείνες που κινούνται στη φωτισμένη επιφάνεια και που κάθε στιγμή μπορούν να ελεγχθούν με λογικούς συλλογισμούς, δεν είναι πάντα αυτές που θα ονομάζαμε ζωντανές. Συνήθως είναι τόσο αδιάφορες, όσο κι οι οποιοιδήποτε στρατιώτες σε μια παρέλαση. Μια σκέψη – έστω και παλιά – ζωντανεύει τη στιγμή εκείνη, που μαζί της ενώνεται κάτι που δεν είναι ούτε σκέψη ούτε λογική. Όταν μας κάνει να νοιώθουμε την αλήθεια της, πέρα από κάθε δικαίωση. Όταν ρίχνει μια άγκυρα, που γαντζώθηκε ορμητικά στη σάρκα μας...
Το μισό από κάθε σπουδαία ιδέα, ανήκει στο φωτισμένο κύκλο της συνείδησης και το άλλο μισό, στην πιο σκοτεινή περιοχή της ύπαρξής μας. Είναι μια ψυχική κατάσταση, που στην κορυφή της φυτρώνει η σκέψη σαν κάποιο λουλούδι…

Robert Musil
Ο Νεαρός Τέρλες
Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης
Εκδόσεις ύψιλον 1984

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

QUAND ΜΕΜΕ (παραταύτα, εντούτοις) - Theodor Adorno - Max Horkheimer



Η εξωτερική πίεση ώθησε τους ανθρώπους στο ξεπέρασμα της βαρύτητας τους, στην παραγωγή υλικών και πνευματικών έργων. Οι διανοητές από τον Δημόκριτο ως τον Φρόιντ δεν έχουν άδικο σε αυτό το σημείο. Η αντίσταση της εξωτερικής φύσης, στην οποία τελικά ανάγεται η πίεση, συνεχίζεται μέσα στην κοινωνία μέσω των τάξεων και ενεργεί πάνω σε κάθε άτομο ήδη από την παιδική ηλικία ως σκληρότητα των συνανθρώπων. Οι άνθρωποι είναι μαλακοί όταν θέλουν κάτι από έναν πιο ισχυρό, και απωθητικοί όταν το ίδιο τους ζητείται από έναν πιο αδύνατο. Αυτό είναι το κλειδί για την κατανόηση της ουσίας του προσώπου στη μέχρι τώρα κοινωνία.
Το συμπέρασμα που έβγαλαν οι συντηρητικοί, ότι ο τρόμος και ο πολιτισμός είναι αδιαχώριστοι, είναι ασφαλώς βάσιμο. Τι θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να αναπτυχθούν έτσι ώστε να καταφέρουν να αντεπεξέρχονται θετικά σε πολύπλοκα ερεθίσματα, αν όχι η ίδια τους η γεμάτη προσπάθεια εξέλιξη, που πρέπει να ερεθίζεται από την εξωτερική αντίσταση; Την προτρεπτική αντίσταση ενσαρκώνει αρχικά ο πατέρας, στη θέση του οποίου αργότερα φυτρώνουν χίλια κεφάλια: ο δάσκαλος, ο προϊστάμενος, ο πελάτης, ο ανταγωνιστής, οι εκπρόσωποι των κοινωνικών και κρατικών εξουσιών. Η βαναυσότητα τους διεγείρει τον ατομικό αυθορμητισμό.
Η ιδέα ότι στο μέλλον οι δόσεις της αυστηρότητας θα μπορούσαν να ρυθμίζονται, ότι τις αιματηρές ποινές μέσω των οποίων εξημερώθηκε η ανθρωπότητα στην πορεία χιλιετών θα μπορούσαν να τις διαδεχθεί η ανέγερση σανατορίων, φαίνεται να είναι όνειρο. Ο προσποιητός καταναγκασμός είναι ανίσχυρος. Στον αστερισμό του δήμιου συντελέσθηκε η ανάπτυξη του πολιτισμού - σε αυτό συμφωνούν η Γένεση, που διηγείται για την έξωση από τον παράδεισο, και οι Soirees de Petersbourg.* Στον αστερισμό του δήμιου βρίσκονται η εργασία και η απόλαυση. Τυχόν αντιρρήσεις γι' αυτό θα ισοδυναμούσαν με κόλαφο εναντίον όλης της επιστήμης, όλης της Λογικής. Δεν µπορεί κανείς να καταργήσει τον τρόμο και να του  μείνει ο πολιτισμός. Η χαλάρωση του τρόμου και μόνο σημαίνει την αρχή της διάλυσης. Από αυτό θα μπορούσαν να εξαχθούν τα πιο διαφορετικά συμπεράσματα: από τη λατρεία της φασιστικής βαρβαρότητας ως την καταφυγή στους κύκλους της Κόλασης.** Υπάρχει ακόμη ένα: η περιφρόνηση της Λογικής, όταν αυτή είναι εναντίον της ανθρωπότητας.

_________________ 
*Les Soiries de Saint-Pitersbourg (Οι βραδιές της Αγίας Πετρούπολης), έργο του Joseph de Maistre. 
** Αναφορά στους εννιά κύκλους τηςΚόλασης του Δάντη.




Theodor Adorno - Max Horkheimer
Διαλεκτική του Διαφωτισμού
Φιλοσοφικά Αποσπάσματα
Μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου
Εκδόσεις Νήσος 1996

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Η βίαιη καταστροφή του ανθρώπινου γένους - Joseph de Maistre

Δυστυχώς, ο βασιλιάς της Δαχομέης, στο εσωτερικό της Αφρικής, δεν είχε και τόσο άδικο όταν έλεγε πρόσφατα σε κάποιον Άγγλο: Ο Θεός έφτιαξε αυτό τον κόσμο για τον πόλεμο. Όλα τα βασίλεια, μικρά ή μεγάλα, ανέκαθεν πολεμούσαν, αν και όχι πάντα για την ίδια αιτία.
Η Ιστορία αποδεικνύει, δυστυχώς, ότι κατά κάποιον τρόπο ο πόλεμος είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπινου είδους. Ότι δηλαδή το ανθρώπινο αίμα πρέπει να κυλάει ασταμάτητα εδώ κι εκεί στην υδρόγειο και ότι για κάθε έθνος η ειρήνη είναι μόνο μια ανάπαυλα.
Αναφέρεται το κλείσιμο του ναού του Ιανού επί Αυγούστου, αναφέρεται μια χρονιά της πολεμικής βασιλείας του Καρλομάγνου (το έτος 790) χωρίς πόλεμο. Αναφέρεται μια σύντομη περίοδος ύστερα από την ειρήνη του Ρίσβικ, το 1697, και μία άλλη, εξίσου σύντομη, ύστερα από την ειρήνη του Κάρλοβιτς, το 1699, όπου δεν υπήρξε καθόλου πόλεμος όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και σε ολόκληρο τον γνωστό κόσμο.
Αλλά αυτές οι εποχές είναι μόν στιγμές. Εξάλλου, ποιος ξέρει τι συμβαίνει σε όλη την υδρόγειο την τάδε ή την δείνα εποχή;
Ο αιώνας που τελειώνει άρχισε για τη Γαλλία με έναν ανελέητο πόλεμο που τελείωσε το 1714 με την ειρήνη του Ράσταντ. Το 1719 η Γαλλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ισπανία, τον οποίο περάτωσε η ειρήνη των Παρισίων το 1727. Η εκλογή του βασιλιά της Πολωνίας αναζωπύρωσε τον πόλεμο του 1733, η ειρήνη επετεύχθη το 1736. Τέσσερα χρόνια αργότερα ξέσπασε ο φοβερός πόλεμος της αυστριακής διαδοχής που κράτησε χωρίς διακοπή ως το 1748. Οκτώ χρόνια ειρήνης μόλις άρχιζαν να επουλώνουν τις πληγές οκτώ χρόνων πολέμου, όταν η φιλοδοξία της Αγγλίας υποχρέωσε τη Γαλλία να πάρει τα όπλα. Ο Επταετής πόλεμος είναι πασίγνωστος. Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια ανάπαυλας, η Αμερικανική επανάσταση παρέσυρε εκ νέου τη Γαλλία σε έναν πόλεμο τις συνέπειες του οποίου ο καθένας μπορούσε να προβλέψει. Το 1782 υπογράφτηκε η ειρήνη. Επτά χρόνια μετά άρχισε η Επανάσταση που διαρκεί ακόμα, και μέχρι σήμερα έχει κοστίσει τη ζωή σε περίπου τρία εκατομμύρια ανθρώπους στη Γαλλία.
Έτσι, εξετάζοντας μόνο τη Γαλλία, σε σύνολο ενενήντα έξι ετών, έχουμε σαράντα χρόνια πολέμου. Αν άλλα έθνη στάθηκαν πιο τυχερά, υπάρχουν και ορισμένα που στάθηκαν ακόμα πιο άτυχα.
Αλλά δεν αρκεί να εξετάζουμε ένα σημείο της Ιστορίας και ένα σημείο της υδρογείου. Χρειάζεται να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά σε αυτή τη μακρά ακολουθία σφαγών που κηλιδώνει όλες τις σελίδες της Ιστορίας. Θα δούμε να μαίνεται αδιάκοπα ο πόλεμος, σαν ένα χρόνιος πυρετός που σημαδεύεται από φοβερές επιδεινώσεις. Παρακαλώ τον αναγνώστη να παρακολουθήσει αυτό τον απολογισμό από την εποχή της παρακμής της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.
Ο Μάριος εξολόθρευσε σε μια μάχη διακόσιες χιλιάδες Κίμβριους και Τεύτονες. Ο Μιθριδάτης στραγγάλισε ογδόντα χιλιάδες Ρωμαίους, ενώ ο Σύλλας του σκότωσε ενενήντα χιλιάδες άνδρες σε μια μάχη που έγινε στη Βοιωτία, όπου και ο ίδιος έχασε δέκα χιλιάδες άνδρες. Αργότερα βλέπουμε τους εμφύλιους πολέμους και τους διωγμούς. Ο Καίσαρας, μόνος του, εξόντωσε ένα εκατομμύριο ανθρώπους στα πεδία των μαχών (πριν από αυτόν ο Μέγας Αλέξανδρος είχε αυτή την ολέθρια τιμή). Ο Αύγουστος κλείνει προς στιγμή τον ναό του Ιανού, αλλά τον ανοίγει για αιώνες εγκαθιδρύοντας μια αιρετή αυτοκρατορία. Μερικοί καλοί πρίγκιπες αφήνουν το Κράτος να αναπνεύσει, αλλά ο πόλεμος δεν σταματά ποτέ, και κάτω από την αυτοκρατορία του αγαθού Τίτου, εξακόσιες χιλιάδες άνδρες χάνονται στην πολιορκία της Ιερουσαλήμ. Η καταστροφή ανθρώπων από τα όπλα των Ρωμαίων είναι πραγματικά τρομακτική. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία είναι μια συνεχής παρέλαση σφαγών. Ξεκινώντας από τον Κωνσταντίνο, πόσοι πόλεμοι και πόσες μάχες! Ο Λικίνιος χάνει είκοσι χιλιάδες άνδρες στο Κιμπαλί, τριάντα τέσσερις χιλιάδες στην Ανδριανούπολη και εκατό χιλιάδες στη Χρυσούπολη. Τα έθνη του βορρά αρχίζουν να επελαύνουν. Οι Φράγκοι, οι Γότθοι, οι Ούνοι, οι Λομβαρδοί, οι Αλαϊνοί, οι Βάνδαλοι κ.λπ. επιτίθενται στην Αυτοκρατορία και διαδοχικά τη διαμελίζουν. Ο Αττίλας καίει και κατασφάζει την Ευρώπη. Οι Γάλλοι του σκοτώνουν περισσότερους από διακόσιες χιλιάδες άνδρες κοντά στο Σαλόν και την επόμενη χρονιά οι Γότθοι τον υποχρεώνουν σε ακόμα μεγαλύτερες απώλειες. Σε λιγότερο από έναν αιώνα, η Ρώμη αλώθηκε και λεηλατήθηκε τρεις φορές και στη διάρκεια μιας στάσης που ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη, στραγγαλίστηκαν σαράντα χιλιάδες άτομα. Οι Γότθοι κατέλαβαν το Μιλάνο και σκότωσαν τριακόσιες χιλιάδες κατοίκους. Ο Τοτίλας σφαγιάζει όλους τους κατοίκους του Τίβολι και ενενήντα χιλιάδες ανθρώπους στη λεηλασία της Ρώμης. Εμφανίζεται ο Μωάμεθ, το ξίφος και το Κοράνι διατρέχουν τα δύο τρίτα της υφηλίου. Οι Σαρακηνοί τρέχουν από τον Ευφράτη στον Γκουανταλκιβίρ. Καταστρέφουν ολοσχερώς την τεράστια πόλη των Συρακουσών, χάνουν τριάντα χιλιάδες άνδρες σε μια και μοναδική ναυμαχία κοντά στην Κωνσταντινούπολη και ο Πελάγιος εξοντώνει είκοσι χιλιάδες σε μια μάχη. Αυτές οι απώλειες δεν ήταν τίποτα για τους Σαρακηνούς, αλλά ο χείμαρρος συναντά την ιδιοφυΐα των Γάλλων στις πεδιάδες της Τουρ, όπου ο γιος του πρώτου Πεπέν, εν μέσω τριακοσίων χιλιάδων πτωμάτων, προσθέτει στο όνομά του το επίθετο τρομερός που τον ξεχωρίζει ακόμα. Ο Ισλαμισμός που εισήχθη στην Ισπανία βρίσκει εκεί έναν αδάμαστο ανταγωνιστή. Ίσως ποτέ δεν ξανάδαμε περισσότερη δόξα, περισσότερη μεγαλοπρέπεια και περισσότερο αιματοκύλισμα. Η μάχη χριστιανών και μουσουλμάνων στην Ισπανία είναι μάχη οκτακοσίων ετών. Πολυάριθμες εκστρατείες και πολυάριθμες μάχες στοίχισαν είκοσι, τριάντα, σαράντα, ως και ογδόντα χιλιάδες ζωές.
Ο Καρλομάγνος ανεβαίνει στον θρόνο και πολεμά επί μισόν αιώνα. Κάθε χρόνο ανακοινώνει ποιο μέρος της Ευρώπης θα αιματοκυλίσει. Πανταχού παρών και πάντα νικητής, συνθλίβει σιδερά έθνη όπως ο Καίσαρας συνέθλιβε τους ανδρόγυνους της Ασίας. Οι Νορμανδοί αρχίζουν αυτή τη μακρά σειρά καταστροφών και ωμοτήτων που ακόμα μας κάνει να ανατριχιάζουμε. Η τεράστια κληρονομιά του Καρλομάγνου διαμελίζεται, η φιλοδοξία την καλύπτει με αίμα και το όνομα των Φράγκων εξαφανίζεται στην μάχη του Φοντενέ. Ολόκληρη η Ιταλία λεηλατείται από τους Σαρακηνούς, ενώ οι Νορμανδοί, οι Δανοί και οι Ούγγροι καταστρέφουν τη Γαλλία, την Ολλανδία, την Αγγλία, τη Γερμανία και την Ελλάδα. Τα βάρβαρα έθνη εγκαθίστανται και τελικά εκπολιτίζονται. Αυτή η φλέβα δεν έχει πια αίμα, κι αμέσως μια άλλη ανοίγει, αρχίζουν οι σταυροφορίες. Ολόκληρη η Ευρώπη σπεύδει στη Ασία, ο αριθμός των θυμάτων ανέρχεται σε μυριάδες. Ο Τζένγκις Χαν και οι γιοί του υποδουλώνουν και καταστρέφουν την οικουμένη, από την Κίνα ως τη Βοημία. Οι Γάλλοι, που έκαναν σταυροφορία ενάντια στους Μουσουλμάνους, πολεμούν κατά των Αιρετικών στον ανελέητο πόλεμο με τους Καθαρούς, στη μάχη του Μπουβίν, όπου τριάντα χιλιάδες άνδρες χάνουν τη ζωή τους. Πέντε χρόνια αργότερα ογδόντα χιλιάδες Σαρακηνοί σκοτώνονται στην πολιορκία της Νταμιέτ. Οι Γουέλφοι και οι Γιβελίνοι αρχίζουν αυτή τη διαμάχη που θα αιματοκυλίσει για χρόνια την Ιταλία. Ο πυρσός των εμφυλίων πολέμων ανάβει στην Αγγλία. Ο Σικελικός Εσπερινός. Υπό τη βασιλεία του Εδουάρδου και του Φιλίπ ντε Βαλουά, η Γαλλία και η Αγγλία συγκρούονται πιο βίαια από ποτέ και δημιουργούν μια νέα εποχή σφαγών. Η σφαγή των Εβραίων, η μάχη του Πουατιέ, η μάχη της Νικοπόλεως, όπου ο νικητής πέφτει από τα χτυπήματα του Ταμερλάνου που επαναλαμβάνει τον  Τζένγκις Χαν. Ο δούκας της Βουργουνδίας δολοφονεί τον δούκα της Ορλεάνης και ξεκινά η αιματηρή αντιπαλότητα των δύο οικογενειών. Η μάχη του Αζινκούρ. Οι Ουσίτες καίνε και αιματοκυλούν μεγάλο μέρος της Γερμανίας. Ο Μωάμεθ ο 2ος βασιλεύει και πολεμά επί τριάντα χρόνια. Η Αγγλία, σπρωγμένη στα σύνορά της, διαμελίζεται με τα ίδια της τα χέρια. Οι οίκοι της Υόρκης και του Λανκάστερ τη βάφουν στο αίμα. Η κληρονόμος του οίκου της Βουργουνδίας παραδίδει τις επικράτειες της στον οίκο της Αυστρίας και σ’ αυτό το γαμήλιο συμβόλαιο είναι γραφτό ότι οι άνθρωποι θα στραγγαλίζονται επί τρεις αιώνες, από τη Βαλτική ως τη Μεσόγειο. Η ανακάλυψη του Νέου Κόσμου σημαίνει την καταδίκη σε θάνατο τριών εκατομμυρίων Ινδιάνων. Ο Κάρολος V και ο Φραγκίσκος Ι εμφανίζονται στη σκηνή και κάθε σελίδα της ιστορίας τους είναι βαμμένη με ανθρώπινο αίμα. Η βασιλεία του Σουλεϊμάν, η μάχη του Μοχάτζ, η πολιορκία της Βιέννης, η πολιορκία της Μάλτας κ.λπ. Αλλά από τη σκιά ενός μοναστηριού προβάλλει μια από τις μεγαλύτερες κατάρες του ανθρώπινου είδους. Εμφανίζεται ο Λούθηρος και τον ακολουθεί ο Καλβίνος. Ο πόλεμος των χωρικών, ο τριακονταετής πόλεμος, ο εμφύλιος πόλεμος της Γαλλίας, η σφαγή στις Κάτω Χώρες, η σφαγή στην Ιρλανδία, η σφαγή των Σεβενών, η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, η δολοφονία του Ερρίκου ΙΙΙ, του Ερρίκου IV, της Μαρίας Στούαρτ, του Καρόλου Ι και τέλος, στις μέρες μας, η Γαλλική Επανάσταση που ξεκινά από την ίδια πηγή.
Δεν θα συνεχίσω περισσότερο αυτό τον απαίσιο κατάλογο. Ο αιώνας μας και ο προηγούμενος είναι αρκετά γνωστοί. Είτε ανατρέξουμε στο λίκνο των εθνών είτε φθάσουμε στις μέρες μας, αν εξετάσουμε τους λαούς σε κάθε πιθανή κατάστασή τους, από τη βαρβαρότητα μέχρι τον πιο εκλεπτυσμένο πολιτισμό, πάντα θα βρούμε τον πόλεμο. Λόγω αυτού, που είναι η κυριότερη αιτία, και όλων των άλλων που τον συντρέχουν, ποτέ δεν σταμάτησε να ρέει αίμα στον κόσμο. Άλλοτε η ροή του αίματος είναι αδύναμη σε μια μεγάλη επιφάνεια, με τρόπον ώστε να είναι σχεδόν σταθερή. Αλλά από καιρού εις καιρό, συμβαίνουν καταπληκτικά γεγονότα που την αυξάνουν κατακόρυφα, όπως οι καρχηδονικοί πόλεμοι, οι τριανδρίες, οι νίκες του Καίσαρος, η εισβολή των βαρβάρων, οι σταυροφορίες, οι θρησκευτικοί πόλεμοι, η διαδοχή της Ισπανίας, η Γαλλική Επανάσταση κ.λπ. Αν υπήρχαν πίνακες σφαγών, όπως υπάρχουν μετεωρολογικοί πίνακες, ποιος ξέρει αν δεν ανακαλύπταμε κάποιον νόμο ύστερα από μερικούς αιώνες παρατήρησης;
Ο Μπυφόν απέδειξε πολύ καλά ότι μεγάλος αριθμός ζώων προορίζεται να πεθάνει από βίαιο θάνατο. Θα μπορούσε, κατά τα φαινόμενα, να επεκτείνει την απόδειξή του και στον άνθρωπο. Αλλά μπορούμε να ανατρέξουμε στα γεγονότα.
Είναι αμφίβολο, κατά τα άλλα, αν αυτή η βίαιη καταστροφή αποτελεί, γενικά, ένα τόσο μεγάλο κακό όσο πιστεύεται. Τουλάχιστον, είναι ένα από αυτά τα κακά που υπεισέρχονται σε μια τάξη πραγμάτων όπου όλα είναι βίαια, contre nature και παράγουν αντισταθμίσματα. Πρώτα απ’ όλα, όταν η ανθρώπινη ψυχή χάνει τον δυναμισμό της λόγω νωθρότητας, απιστίας και των μιαρών διαστροφών που ακολουθούν τις υπερβολές του πολιτισμού, τότε μπορεί να αναζωογονηθεί μόνο με αίμα. Δεν είναι εύκολο να εξηγήσουμε γιατί ο πόλεμος προκαλεί διαφορετικά αποτελέσματα, ανάλογα με τις διαφορετικές περιστάσεις. Αυτό που βλέπουμε αρκετά ξεκάθαρα είναι ότι το ανθρώπινο είδος μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δέντρο που ένα αόρατο χέρι κλαδεύει αδιάκοπα και το οποίο συχνά βγαίνει κερδισμένο από αυτό το εγχείρημα. Στην πραγματικότητα, αν αγγίξουμε τον κορμό ή αν κόψουμε την κορφή, το δέντρο μπορεί να χαθεί, αλλά ποιος γνωρίζει τα όρια του ανθρώπινου δέντρου; Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η ακραία αιματοχυσία συχνά συμπίπτει με τον υπερπληθυσμό, όπως το είδαμε κυρίως στις αρχαίες Ελληνικές δημοκρατίες και στην Ισπανία υπό την κυριαρχία των Αράβων. Οι κοινοί τόποι στον πόλεμο δεν σημαίνουν τίποτα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα έξυπνος για να καταλάβει ότι όσο περισσότερους ανθρώπους σκοτώνουμε τόσο λιγότεροι απομένουν, όπως είναι αλήθεια ότι όσο περισσότερα κλαδιά του δέντρου κόβουμε τόσο λιγότερα απομένουν, αλλά αυτό που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι τα επακόλουθα του εγχειρήματος. Ακολουθώντας πάντα την ίδια σύγκριση, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο επιδέξιος κηπουρός δεν κατευθύνει το κλάδεμα με στόχο την απόλυτη βλάστηση, αλλά την καρποφορία του δέντρου. Ζητεί τους καρπούς και όχι κλαδιά ή φύλλα. Ο αληθινός καρπός της ανθρώπινης φύσης, οι τέχνες, οι επιστήμες, τα μεγάλα εγχειρήματα, οι υψηλές συλλήψεις, οι ανδροπρεπείς αρετές, εξαρτώνται από τον πόλεμο. Ξέρουμε ότι τα έθνη φθάνουν στο υψηλότερο σημείο μεγαλοπρέπειας που μπορούν να φθάσουν ύστερα από μακροχρόνιους και αιματηρούς πολέμους. Έτσι, το σημείο με τη μεγαλύτερη ακτινοβολία για τους Έλληνες ήταν η τρομερή εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αιώνας του Αυγούστου ακολούθησε αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο και τις διώξεις, η γαλλική ιδιοφυΐα λαξεύτηκε από τη Λίγκα και στιλβώθηκε από τη Σφενδόνη. Όλοι οι μεγάλοι άνδρες του αιώνα της βασίλισσας Άννας γεννήθηκαν εν μέσω πολιτικών αναστατώσεων. Με μια λέξη, θα λέγαμε ότι το αίμα είναι το λίπασμα γι’ αυτό το φυτό που ονομάζουμε μεγαλοφυΐα.
Δεν ξέρω αν συνεννοούμαστε όταν λέμε ότι οι τέχνες είναι φίλες της ειρήνης. Χρειάζεται τουλάχιστον να εξηγηθούμε και να ορίσουμε την πρόταση, διότι δεν βλέπω τίποτα λιγότερο ειρηνικό από τους αιώνες του Αλεξάνδρου και του Περικλή, του Αυγούστου, του Λέοντα Χ και του Φραγκίσκου Ι, του Λουδοβίκου XIV και της βασίλισσας Άννας.
Θα ήταν άραγε δυνατό η σπατάλη του ανθρώπινου αίματος να μην έχει σπουδαία αιτία και σπουδαία αποτελέσματα; Ας το σκεφτούμε. Η Ιστορία και ο μύθος, οι ανακαλύψεις της σύγχρονης φυσιολογίας και οι αρχαίες παραδόσεις συγκλίνουν για να προμηθεύσουν υλικό γι’ αυτούς τους στοχασμούς. Δεν είναι άπρεπο να ανιχνεύσουμε αυτό το σημείο αφού ερευνούμε τόσα άλλα, πολύ πιο ξένα στον άνθρωπο.
Εντούτοις, ας υψώνουμε τη φωνή μας ενάντια στον πόλεμο και ας προσπαθούμε να αποτρέπουμε τους Μονάρχες. Αλλά ας μην παραδινόμαστε στα όνειρα του Κοντορσέ, αυτού του τόσο αγαπητού στην Επανάσταση φιλοσόφου που θυσίασε τη ζωή του για να προετοιμάσει τις συμφορές της σύγχρονης γενιάς, κληροδοτώντας ευσπλαχνικά την τελειότητα στους απογόνους μας. Ο μόνος τρόπος για να συνθλιβεί η μάστιγα του πολέμου είναι να συνθλιβούν οι αταξίες που οδηγούν σε αυτή την τρομερή κάθαρση.
Στην ελληνική τραγωδία του Ορέστη, η Ελένη, ένας από τους χαρακτήρες του δράματος, απαλλάσσεται από τους θεούς από τη δίκαιη εκδίκηση των Ελλήνων και απάγεται στον ουρανό, δίπλα στους δύο αδελφούς της, για να αποτελεί μαζί τους τεκμήριο σωτηρίας για τους ναυτικούς. Ο Απόλλωνας εμφανίζεται για να δικαιολογήσει αυτή την παράξενη αποθέωση. Η ομορφιά της Ελένης, λέει, ήταν μόνο ένα όργανο που χρησιμοποίησαν οι θεοί για να φέρουν αντιμέτωπους τους Έλληνες και τους Τρώες και να χύσουν το αίμα τους ώστε να εξαλειφθεί η ανισότητα των ανθρώπων που είχαν γίνει πολυάριθμοι πάνω στη γη.
Ο Απόλλωνας μίλησε πολύ σωστά. Οι άνθρωποι σπέρνουν το κακό και στη συνέχεια παραπονιούνται που θερίζουν συμφορές.
Η οργή των βασιλιάδων οπλίζει τη γη.
Η οργή των ουρανών οπλίζει τους βασιλιάδες.
Νιώθω έντονα ότι με όλες αυτές τις σκέψεις διαρκώς αντιμετωπίζουμε τον τόσο επώδυνο κατάλογο των αθώων που χάνονται μαζί με τους ενόχους. Αλλά, χωρίς να εμβαθύνουμε σε αυτό το τόσο μεγάλο ζήτημα, απλώς μπορούμε να το εξετάσουμε σε σχέση με το παγκόσμιο, τόσο παλαιό όσο και ο κόσμος, δόγμα της αναστρεψιμότητας των δεινών των αθώων προς όφελος των ενόχων.
Από αυτό το δόγμα, μου φαίνεται, οι αρχαίοι συνήγαν το έθιμο των θυσιών που εφαρμόσθηκαν παγκοσμίως και τις οποίες θεωρούσαν ωφέλιμες όχι μόνο για τους ζωντανούς, αλλά και για τους νεκρούς. Τυπικό έθιμο που η συνήθεια μας κάνει να αντιμετωπίζουμε χωρίς έκπληξη και που οι ρίζες του πολύ δύσκολα ανιχνεύονται.
Η αυταπάρνηση, περίφημη στην αρχαιότητα, οφειλόταν κι αυτή στο ίδιο δόγμα. Ο Δέκιος είχε την πεποίθηση ότι η θυσία της ζωής του θα γινόταν αποδεκτή από τη Θεότητα και μέσω αυτής θα αντιστάθμιζε τα δεινά που απειλούσαν την πατρίδα του.
Ο Χριστιανισμός ήρθε να καθαγιάσει αυτό το δόγμα που είναι απείρως φυσικό στον άνθρωπο, αν και φαίνεται δύσκολο να οδηγηθεί σ’ αυτό μέσω λογικών συλλογισμών.
Κατά συνέπεια, μπορεί να υπήρξε στην καρδιά του Λουδοβίκου XVI ή της υπέροχης Ελιζαμπέτ τέτοια συγκίνηση, τέτοια συναίνεση, ικανή να σώσει τη Γαλλία.
Ρωτούν μερικές φορές σε τι χρησιμεύει αυτή η ασκτική αυστηρότητα που περιλαμβάνει επίσης την αυταπάρνηση και που εφαρμόζουν ορισμένα θρησκευτικά τάγματα. Καλύτερα να ρώταγαν σε τι χρησιμεύει ο χριστιανισμός, εφόσον βασίζεται εξ ολοκλήρου σε αυτό το ίδιο δόγμα, σε μεγέθυνση, της αθωότητας που πληρώνει για τις αμαρτίες.
Η αρχή που εγκρίνει αυτούς τους κανόνες επιλέγει μερικούς ανθρώπους και τους απομονώνει από τον κόσμο για να τους κάνει οδηγούς.
Στον κόσμο υπάρχει μόνο βία, αλλά εμείς έχουμε κακομάθει από τη σύγχρονη φιλοσοφία ου λέει ότι όλα είναι καλά, ενώ το κακό έχει κηλιδώσει τα πάντα και, με μια πολύ πραγματική έννοια, όλα είναι κακά, εφόσον τίποτα δεν βρίσκεται στη θέση του. Αφού μειώθηκε η τονική νότα του συστήματος της δημιουργίας μας, μειώθηκαν συμμετρικά και οι υπόλοιπες, ακολουθώντας τους νόμους της αρμονίας. Όλα τα όντα στενάζουν και τείνουν, με κόπο και οδύνη, προς μια διαφορετική τάξη πραγμάτων.
Οι θεατές των μεγάλων ανθρώπινων συμφορών καταφεύγουν ως επί το πλείστον σ’ αυτόυς τους μελαγχολικούς στοχασμούς. Αλλά ας μη χάνουμε το κουράγιο μας, δεν υπάρχει τιμωρία που να μην εξαγνίζει, δεν υπάρχει αταξία που Η ΑΙΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗ να μη στρέφει ενάντια στην αρχή του κακού. Είναι παρήγορο, στο μέσο της γενικής ανατροπής, να προαισθανόμαστε τα θεία σχέδια. Στη διάρκεια του ταξιδιού μας, ποτε δεν θα τα κατανοήσουμε όλα, συχνά θα γελαστούμε, αλλά μήπως και σε όλες τις επιστήμες, εξαιρουμένων των θετικών επιστημών, δεν περιόριζόμαστε σε εικασίες; Και αν οι υποθέσεις μας είναι εύλογες, αν έχουν υπέρ τους την αναλογία, αν στηρίζονται σε καθολικές ιδέες, και ιδίως αν μας παρηγορούν και μας βελτιώνουν, τότε τι τους λείπει; Και να μην είναι αληθινές, είναι αγαθές, ή μάλλον, εφόσον είναι αγαθές, είναι και αλήθινές.
Joseph de Maistre
Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως
Μετάφραση Τάκης Αθανασόπουλος
Εκδόσεις Καστανιώτη 1999


Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Σελήνη – Nathan Alterman



Υπάρχει μια στιγμή γέννησης, ακόμη και σε μια παλιά όψη.
Ένας ουρανός δίχως πουλιά
αλλόκοτος παράμερος.
Στη φεγγαρόλουστη νυχτιά απέναντι απ’ το παραθύρι σου στέκεται
μια πόλη βουλιαγμένη στα δάκρυα των γρύλλων.

Βλέπεις το δρόμο να ψάχνει ακόμη για στρατολάτη
και η σελήνη βρίσκεται στη λόγχη του κυραρισσιού
και λες – Θεέ μου υπάρχουν ακόμη όλα τούτα;
Μπορεί κανείς να τους ψιθυρίσει ένα χαιρετισμό;

Τα νερά μάς θωρούν απ’ τις πηγές τους.
Ησυχάζει το δέντρο
σ’ ένα ξέσπασμα ανθών.
Ω Θεέ μου, ποτέ δεν θ’ αποτραβηχτεί από μέσα μου
η θλίψη των μεγάλων σου παιχνιδιών;

Μετάφραση Στάθης Κομνηνός

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΓΙΑΤΙ ΛΥΠΑΣΑΙ; - ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ

Όταν αφήσανε τον Κούρμα απ΄ τη φυλακή, ήτανε νύχτα. Και του φάνηκε παράξενο, πώς τον βγάλανε τέτοια ώρα, και γιατί. Αλλά χωρίς να ρωτήσει, χωρίς τίποτα να πει, έφυγε και πήρε το δρόμο της πόλης. Ο ουρανός ήταν καθαρός, γεμάτος άστρα. Φυσούσε όμως, άνεμος ψυχρός, που τον έκανε να τρέμει. Στην πόλη, όταν έφτασε είδε σκοτεινούς τους δρόμους, κατασκότεινους. Αλλά τα καταστήματα ήταν ανοιχτά, φωτισμένα όμως με μικρό φως. Και στους σκοτεινούς δρόμους, πλήθος ανθρώπων γύριζε σιωπηλό, ή όταν μιλούσε, θα μιλούσε σιγά, αθόρυβα.
— Μα γιατί κάνουν έτσι, γιατί είναι σκοτεινά; σκέφτηκε και θέλησε να ρωτήσει. Αλλά με μιας:
— Τι με μέλλει! Δεν πάω καλύτερα να βρω καμιά μεριά να τον πάρω! είπε.
Στο νου τού ήρθε μια σπηλιά, πούχε μείνει κάποτε, ολόκληρη μέρα. Και περνώντας τους δρόμους τους σκοτεινούς, και χωρίς να δίνει προσοχή στο πλήθος που γύριζε, έφτασε σε μια ψηλή και ερημικιά παραλία. Εκεί κοντά βρισκόταν η σπηλιά. Στάθηκε όμως, άτυχος. Γιατί βρήκε την σπηλιά νάχει πόρτα τώρα, και πόρτα γερή και κλεισμένη καλά.
— Μπα, έκανε, και τις σπηλιές κλείνουν ακόμα τώρα; Ε, πάλι καλά, αλλού!...
Και ζήτησε ένα μέρος κατάλληλο για να πλαγιάσει. Και βρήκε. Αλλά γιατί, αν και φυσούσε ο άνεμος, πούκανε τη θάλασσα να χτυπά αφρισμένη, στα βράχια, δεν ακουγόταν η βουή της, ούτε
ο κρότος των κυμάτων της....
— Τι σε μέλλει; είπε στον εαυτό του και γύρισε και κοίταξε τα άστρα που σάλευαν, παίζανε τις ακτίνες τους...
Ξύπνησε. Είδε πάλι, τ΄ αστέρια να λάμπουν. Αισθάνθηκε ευχαρίστηση που βρισκόταν έξω και ανέπνευσε τον ψυχρό αέρα με ηδονή. Σκέφτηκε όμως, πως πάλι θα πήγαινε να δουλέψει στα κατάβαθα της γης, για να βγάλει το ψωμί του, και μελαγχόλησε. Πρόσωπα πολλά ήρθανε στο νου του, άλλα αγαπητά και άλλα αντιπαθητικά. Άραγε και οι φίλοι του θάτανε έξω, ή θα τους κρατούσαν ακόμα μέσα; Και στο νου του ήρθε και η μέρα που τους είχαν πιάσει... Όλοι δεμένοι και δυο, δυο, πάγαιναν και ο κόσμος άλλος τους εκοίταζε περίεργος και άλλος γελούσε και τους περιγελούσε. Και γιατί αυτό; Γιατί κι αυτοί είχανε ζητήσει να παίρνουν περισσότερο αέρα καθαρό, και να βλέπουνε λίγο ήλιο...
Σηκώθηκε να πάει στην πόλη. Δεν είχε όρεξη να κοιμηθεί. Ίσως και να κόντευε να ξημερώσει. Καθώς έφευγε πλησίασε στα βράχια τα ψηλά, κ΄ έσκυψε να δει τη θάλασσα. Τρόμαξε. Νερό δεν είδε να χτυπά στα βράχια, αλλά μόνο χαμηλά, χαμηλά, σε τρομερό βάθος, κάτι να λάμπει, ή να γυαλίζει...
— Μπα, μα τ΄ είναι αυτό! είπε.
Κείνη τη στιγμή ταράχθηκε περισσότερο. Διέκρινε η ματιά του δυο άλογα να περνούν κάτω, στα βάθη, και πίσω ένα αμάξι μακρύ.
— Μα τ΄ είναι αυτό; Βρε παράξενο!... έκανε.
Νόμισε πως ονειρευόταν. Αλλά σε λίγο, αφού έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας το αμάξι και τ΄ άλογα, που χανόνταν στο σκοτάδι, είπε στον εαυτό του:
— Τι σε μέλλει!... Δεν τραβάς για μέσα.
Και προχώρησε για την πόλη. Τώρα όμως, όταν έφτασε είδε, όπου περνούσε, ερημιά μεγάλη, και τα σπίτια νάχουν ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες.
— Μα τι συμβαίνει; έλεγε.
Μια βουή ξαφνική, ήρθε στ΄ αυτιά του, βουή λαού.
— Μπα, είπε, κάτι συμβαίνει!
Και προχώρησε να πάει στο μέρος, που ερχόταν η βουή. Ούτε φως, ούτε φωτάκι τώρα, απ΄ όπου περνούσε. Σκοτεινά όλα, κατασκότεινα. Κ΄ αισθανόταν κρύο διαπεραστικό. Η βουή δυνάμωνε, και αυτός προχωρούσε πιο γρήγορα. Αλλά πηγαίνοντας έτσι λίγο έλειψε να συγκρουστεί με κάποιον, που βγήκε τρέχοντας από ένα δρομάκι. Τα μάτια του Κούρμα συνηθισμένα απ΄ τα σκοτεινά υπόγεια, που τον είχανε κλεισμένο, απ΄ τις τρύπες που δούλευε, τον γνωρίσανε ευθύς.
— Ο Μαλάς! φώναξε.
— Βρε ο Κούρμας!... απάντησε κείνος. Βγήκες και συ; Και πότε σ΄ αφήσανε;
— Χτες το βράδυ.
— Βράδυ;... Α, α!... Μα δεν ξέρεις ότι βράδυ και μέρα δεν υπάρχουν τώρα;... Κι όλο βράδυ είναι.
Ο Κούρμας τον κοίταξε με προσοχή.
— Θα τούστριψε φαίνεται, σκέφτηκε, μέσ’ στα μπουντρούμια, που τον είχαν κλείσει...
— Τι με κοιτάζεις έτσι; τον ρώτησε ο Μαλάς. Δεν ξέρεις τίποτα, βλέπω, νομίζεις ότι τάχασα, ε; Και δεν μου λες, μωρέ, γιατί μας αφήσανε; Τους έχει πάει, να! Ο ήλιος δεν το ξέρεις, ότι έσβησε, έχασε το φως του ξαφνικά. Και τα νερά τραβηχτήκανε, λιγοστέψανε, της θάλασσας; Τώρα λένε, πως θα βάλουν τεχνητά πράματα να κάνουν ό,τι έκανε ο ήλιος!... Μα για άκου!… ο λαός όλος, όλος είναι μαζεμένος έξω απ΄ την πόλη και περιμένει το σβησμένον ήλιο να φανεί!... Και άμα τον δει θα κάνει παράκληση να τούρθει πάλι το φως του. 
Ο Κούρμας είχε ζαλιστεί.
— Μα τ΄ είναι αυτά!...
— Ναι, ναι!...
Μια βουή μεγάλη, τρομερή υψώθηκε κείνη τη στιγμή...
Ο Μαλάς στράφηκε στην ανατολή.
— Να, να, κοίταξε!... Να ο ήλιος! φώναξε στο φίλο του.
Ένας όγκος κόκκινος, πυρωμένος και σκοτεινός σε πολλές μικρές μεριές, και που εδώ και κει μικρές λάμψες πετούσε, είχε φανεί.
— Νάτος!...
Ο Κούρμας τον κοίταξε σιωπηλός.
—Πάμε και μεις στην παράκληση, πάμε να παρακαλέσουμε… του είπε ο σύντροφός του κι έκανε να προχωρήσει.
— Πού, πού να πάμε, είπες; ρώτησε ο Κούρμας, αν και άκουσε καλά.
— Εκεί που όλος ο λαός θα παρακαλέσει.
— Τι λες, τι λες; Για τρελό με πήρες;... Τι θέλω γω να παρακαλέσω μαζί τους; Τι θέση έχω γω;... Και συ! Γιατί θα πας εσύ; Τον ήξερες τον ήλιο, που χάθηκε, συ, τον απόλαψες διόλου που θα πας να παρακαλέσεις!... Ποτέ να μην έρθει! Καλύτερα έτσι, χίλιες φορές!...