.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

Εγώ ο γιατρός – Fernando Pessoa



Μπήκα ένα απόγευμα σε ένα πολύ γνωστό κατάστημα υποκαμίσων με τον σκοπό ν’ αγοράσω μια γραβάτα. Ο υπάλληλος, που δεν περίμενε κανένα, και που με γνώριζε εδώ και πολύ καιρό, με χαιρέτησε χαρούμενα:
«Χαίρετε, γιατρέ».
«Δεν είμαι γιατρός», του είπα, και ήταν αλήθεια. «Γιατί με νομίζεις για γιατρό;»
«Άαα... πραγματικά πίστευα...», απάντησε εκείνος ήρεμα.
Ζήτησα γραβάτες, διάλεξα αυτή που μου άρεσε, πλήρωσα. Αυτή τη στιγμή, ο άλλος υπάλληλος, ο οποίος επίσης με γνώριζε από παλιά, πλησίασε τον συνάδελφό του.
«Χαίρετε», είπα και στους δύο.
Οι δύο υπάλληλοι υποκλίθηκαν ευγενικά και συγχρονισμένα και, με μια φωνή, απάντησαν:
«Χαίρετε, γιατρέ, κι ευχαριστούμε πολύ».
Ηθικό συμπέρασμα:
Όταν η κοινή γνώμη μας κάνει γιατρούς, γιατροί πρέπει να είμαστε. Στην κοινωνική ζωή, είμαστε αυτό που οι άλλοι κρίνουν ότι είμαστε και όχι αυτό που θεωρούμε βέβαιο και προσποιούμεθα πως είμαστε. Η κοινωνική μας προσωπικότητα, για όλους, ή η ιστορική για τις διασημότητες, είναι μια δική μας ιδέα που δεν έχει τίποτα δικό μας. Ο πολιτικός που ξέρει να το καταλαβαίνει αυτό, κρατάει το κλειδί της κυριαρχίας του κόσμου. Μπορεί, είναι βέβαιο, να του λείπει η πόρτα, αλλά αυτό, αναμφίβολα, είναι ήδη υπόθεση του πεπρωμένου.

Fernando Pessoa
Ο Δρόμος του Φιδιού
Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης
Εκδόσεις Αρμός 2012

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

Τα κάρα – Italo Calvino



Κάθε μέρα, πρωί και απόγευμα, πήγαινα στη συνοικία με τους ήσυχους δρόμους, όπου ήταν το γραφείο μου, και μερικές φορές αναλογιζόμουν τη φθινοπωριάτικη κείνη μέρα, όταν είχα έρθει εδώ για πρώτη φορά, τότε που, στο κάθε πράγμα που έβλεπα έψαχνα και κάποιο σημάδι της μοίρας, και μου φαινόταν ότι τίποτα δεν ήταν τόσο άθλιο και θλιβερό όσο η διάθεσή μου. Τώρα το βλέμμα μου συνέχιζε να ψάχνει να βρει σημάδια στο κάθε πράγμα. Τι σημάδια; Σημάδια που τώρα απλά με παρέπεμπαν το ένα στο άλλο, συνεχώς, ως το άπειρο.
Μερικές φορές σ’ αυτή τη συνοικία, τύχαινε να συναντήσω ένα κάρο που το έσερνε ένα μουλάρι: ένα κάρο με δύο ρόδες, που προχωρούσε στη μέση του δρόμου, φορτωμένο με δεκάδες μπόγους. Άλλοτε, πάλι, το συναντούσα σταματημένο μπροστά σε μια πόρτα, το μουλαράκι να σκύβει το κεφάλι του, και πάνω στις άσπρες μεγάλες σακούλες να κάθεται ένα κοριτσάκι.
Ύστερα συνειδητοποίησα ότι σ’ εκείνα τα μέρη δε γύριζε μονάχα ένα κάρο αλλά πολλά. Δε θα μπορούσα να πω πότε άρχισα να το συνειδητοποιώ. Ο καθένας μας βλέπει καθημερινά χιλιάδες πράγματα στα οποία δε δίνει καμιά σημασία. Μερικές φορές, μάλιστα, αυτά τα πράγματα μας επηρεάζουν χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Μετά αρχίζουμε, τυχαία, να συνδέουμε δυό πράγματα μαζί και όλα τότε ξαφνικά αποκτούν μαι σημασία. Η θέα αυτών των κάρων, χωρίς να το καταλαβαίνω, με ηρεμούσε, γιατί ένα τέτοιο ασυνήθιστο θέαμα – ένα κάρο που σου θυμίζει χωριά και λιβάδια στη μέση μιας πόλης γεμάτης αυτοκίνητα – είναι αρκετό για να σου θυμίσει ότι ο κόσμος δεν είναι ποτέ μονοκόμματα φτιαγμένος.
Είχα, λοιπόν, αρχίσει να παρατηρώ αυτά τα κάρα. Ένα κοριτσάκι, με τα μαλλιά του πλεξούδες, καθόταν στην κορυφή του βουνού από τους άσπρους μπόγους και διάβαζε κάποιο παιδικό εικονογραφημένο περιοδικό. Ύστερα, έβγαινε από την πόρτα ένας χοντρός άντρας που κουβαλούσε άλλους δυό μπόγους. Τους απίθωνε πάνω στην άμαξα, ελευθέρωνε το μοχλό του φρένου, φώναζε άν «μπρρρ...» στο μουλάρι και έφευγαν, με το κοριτσάκι που συνέχιζε να διαβάζει. Σταματούσαν σε μια άλλη πόρτα. Ο άντρας ξεφόρτωνε μερικούς σάκους και τους πήγαινε μέσα.
Πιο εκεί, σε ένα άλλο δρόμο εκεί κοντά, προχωρούσε ένα ακόμα κάρο με επιβάτες ένα γεροντάκι και μια γυναίκα, που ανεβοκατέβαινε τις σκάλες των σπιτιών μεταφέροντας τεράστιους μπόγους στο κεφάλι της.
Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι τις ημέρες που έβλεπα αυτά τα κάρα ήμουν πιο καλοδιάθετος και αισιόδοξος, και ότι οι μέρες αυτές ήταν πάντα Δευτέρες. Έτσι έμαθα ότι οι άντρες και οι γυναίκες που πλένουν ρούχα οργώνουν την πόλη κάθε Δευτέρα φέρνοντας τους μπόγους με τα καθαρά ρούχα και παίρνοντας τους μπόγους με τα βρόμικα.
Τώρα που ήξερα όλα αυτά τα πράγματα, η θέα των κάρων δεν περνούσε για μένα ποτέ πια απαρατήρητη. Αρκούσε να δω ένα απ’ αυτά και αμέσως έλεγα στον εαυτό μου «Μα βέβαια, είναι Δευτέρα σήμερα!» κι αμέσως μετά έβλεπα ένα δεύτερο να προχωρά σε κάποιον άλλο δρόμο, κι ένα σκύλο που γαύγιζε να το ακολουθεί, κι ένα τρίτο πιο εκεί να απομακρύνεται με τους άσπρους και κίτρινους ριγέ μπόγους.
Όταν γύριζα από το γραφείο και έπαιρνα το τραμ που με πήγαινε σε άλλους, πιο πολυσύχναστους δρόμους, έβλεπα την κίνηση των αυτοκινήτων να καθυστερεί σε κάποια διασταύρωση, γιατί αργά αργά περνούσε η ακτινωτή ρόδα ενός κάρου. Το μάτι μου, στη συνέχεια, έπεφτε τυχαία σε κάποια πάροδο και έβλεπα ένα μουλάρι σταματημένο κοντά στο πεζοδρόμιο, με τους μπόγους της πλύσης που ένας άντρας με ψάθινο καπέλο φόρτωνε και ξεφόρτωνε.
Εκείνη την ημέρα πριν γυρίσω σπίτι μου, έκανα μιά ασυνήθιστα μεγάλη βόλτα και σε κάθε βήμα μου συναντούσα τα κάρα με τους μπόγους της πλύσης. Καταλάβαινα ότι για μια πόλη η παρουσία τους ήταν ένα είδος γιορτής, γιατί όλοι έμοιαζαν ιδιαίτερα χαρούμενοι αφού έδιναν τα βρομισμένα από την καπνιά ρούχα τους και ένιωθαν επιτέλους το καθαρό ρούχο πάνω τους, έστω και για λίγο.
Την επόμενη Δευτέρα θέλησα να ακολουθήσω τα κάρα, να δω που πήγαιναν όταν τελείωναν τη δουλειά τους. Περπατούσα λίγο στην τύχη, γιατί πότε ακολουθούσα ένα κάρο, πότε ένα άλλο, και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι όλα κατέληγαν να παίρνουν την ίδια κατεύθυνση, τους ίδιους δρόμους. Σε κάποιο σημείο συναντιόνταν και ο ένας αμαξάς έμπαινε πίσω από τον άλλο και χαιρετιόνταν και αλληλοπειράζονταν. Συνέχισα να τους ακολουθώ μέχρι που κουράστηκα. Πριν, όμως, τους αφήσω κατάφερα να μάθω ότι υπήρχε ένα συγκεκριμένο χωριό στο οποίο έμενε όλος αυτός ο κόσμος που έπλενε ξένα ρούχα. Ήταν ο οικισμός της Μπάρκα Μπέρτουλα.
Ένα απόγευμα αποφάσισα να πάω μέχρι εκεί. Πέρασα μια γέφυρα πάνω από το ποτάμι, αφήνοντας πίσω μου την πόλη. Τώρα, μονάχα μια σειρά από σπίτια συντρόφευαν το γεμάτο καμιόνια δρόμο. Πίσω από αυτά υπήρχαν μονάχα χωράφια. Δεν έβλεπα ακόμα πουθενά το χωριό της πλύσης. Κοντά σε μικρές ταβέρνες οι κληματαριές έριχναν τη σκιά τους στους φράχτες που ήταν κτισμένοι στις όχθες μικρών καναλιών. Προχωρούσα ψάχνοντας κάθε αλώνι, κάθε μονοπάτι. Τώρα, καθώς άφηνα πίσω μου τις κατοικημένες περιοχές, τα σπίτια στο δρόμο είχαν αντικατασταθεί από λεύκες. Κάποτε, στο βάθος, πέρα από τις λεύκες, είδα τα λιβάδια που αρμένιζαν στο λευκό χρώμα: ήταν τα απλωμένα ρούχα.
Άφησα το δρόμοι και πήρα ένα μονοπάτι. Μέσα στα χωράφια σειρές σκοινιά ήταν τεντωμένα στο ύψος του ανθρώπου, φορτωμένα με τα ρούχα μιας ολόκληρης πόλης, βρεγμένα ακόμα από το πλύσιμο, όλα απλωμένα με τις ζάρες τους στον ήλιο. (Μερικά χωράφια φάνταζαν γυμνά από ρούχα, αλλά ήταν κι αυτά γεμάτα από σκοινιά, σαν κρεβατίνες χωρίς κλήματα).
Συνέχιζα να τριγυρίζω ανάμεσα στους λευκοντυμένους αγρούς, όταν ξαφνικά άκουσα γέλια. Γύρισα και κοίταξα. Στην όχθη ενός καναλιού, πάνω από ένα φράχτη, ήταν το τοιχάκι ενός πλυσταριού και εκεί έβλεπες τις πλύστρες με χέρια γυμνά, με χρωματιστά φορέματα, με αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα να γελούν και να φλυαρούν, οι νέες με τα στήθια τους να πηγαίνουν πέρα δώθε μέσα από τις μπλούζες, οι χοντρές και γριές με μαντήλια στο κεφάλι τους, όλες να κουνούν μπρος πίσω τα στρουμπουλά χέρια τους μέσα στη σαπουνάδα ή να στύβουν με μια ανάποδη κίνηση των αγκώνων τους τα ήδη πλυμένα ρούχα. Ανάμεσά τους οι άντρες με τα ψάθινα καπέλα ξεφόρτωναν τα καλάθια και τους μπόγους, καθέναν ξεχωριστά, ή βοηθούσαν κι αυτοί, με ένα τετράγωνο σαπούνι τύπου Μασσαλίας στα χέρια τους, ή κοπανούσαν τα ρούχα με ξύλινα πασσαλάκια.
Τα είχα δει πια όλα και δεν είχα τίποτα να πω ή να κάνω. Γύρισα πίσω. Στην άκρη του δρόμου φύτρωνε χλόη κι εγώ προσπαθούσα να περπατώ εκεί για να μη σκονίσω τα παπούτσια μου και για να προφυλαχτώ κάπως από τα καμιόνια που περνούσαν. Συνέχιζα να χαζεύω τα χωράφια, τους φράχτες, τις λεύκες, τις δεξαμενές, τις επιγραφές πάνω σε μερικά χαμόσπιτα – ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ, ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ ΠΛΥΝΤΩΝ Της ΜΠΑΡΚΑ ΜΠΕΡΤΟΥΛΑ – τις γυναίκες που περνούσαν με τα καλάθια και μάζευαν τα καθαρά ασπρόρουχα από τα σκοινιά λες και τρύγιζαν, τον ήλιο που φώτιζε τους πράσινους κάμπους, εκείνο το άσπρο χρώμα, και το νερό που κυλούσε πρησμένο από τις γαλαζωπές φουσκάλες. Όχι σπουδαία πράγματα δηλαδή, αλλά για μένα, που δεν ζητούσα τίποτα άλλο παρά να συγκρατήσω μερικές μόνο εικόνες στα μάτια μου, ήταν ίσως αρκετό.


Italo Calvino
ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΑΡΤΗ 1985

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2019

ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΑΒΒΑΛΑΣ – JORGE LUIS BORGES



Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος την αποπειράται, δε θα ‘ναι η τελευταία που θ’ αποτύχει, αλλά δύο πράγματα είναι διαφορετικά στην προκειμένη περίπτωση: κατ’ αρχάς, η απόλυτη άγνοιά μου της εβραϊκής. Δεύτερον, το γεγονός ότι δεν έχω καμία πρόθεση να υπερασπιστώ τη θεωρία, αλλά τις ερμηνευτικές ή κρυπτογραφικές μεθόδους που οδηγούν σ’ αυτήν. Αυτές οι μέθοδοι, όπως είναι γνωστό, είναι η κάθετη ανάγνωση των ιερών κειμένων, η ανάγνωση βουστροφηδόν, η μεθοδική αποκατάσταση ορισμένων γραμμάτων του αλφαβήτου με άλλα, η άθροιση της αριθμητικής αξίας των γραμμάτων κ.λπ. Είναι εύκολο να σαρκάσει κανείς τέτοιες ενέργειες. Εγώ, προτιμώ να προσπαθήσω να τις καταλάβω.
Προφανώς, μακρινή της αιτία είναι η ιδέα ότι η Βίβλος πηγάζει από μια μηχανική έμπνευση. Αυτή η ιδέα, που καθιστά τους ευαγγελιστές και τους προφήτες απρόσωπους γραμματείς του Θεού που γράφουν καθ’ υπαγόρευσίν του, είναι εκπεφρασμένη, με απρόσεκτη έμφαση, στο Formula consensus helvetica, που ισχυρίζεται ότι είναι αυθεντία στα σύμφωνα της Αγίας Γραφής, ακόμα και στα σημεία στίξεως που δεν υπήρχαν στις πρώτες εκδοχές της. [Αυτή η σαφής εκπλήρωση διαμέσου του ανθρώπου των λογοτεχνικών επιδιώξεων του Θεού λέγεται έμπνευση ή ενθουσιασμός: μια λέξη, που ετυμολογείται από το «ένθους» (ένθεος).] Οι ισλαμιστές μπορούν να επαίρονται ότι έχουν ξεπεράσει αυτή την υπερβολή, αφού έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το αρχέτυπο του Κορανίου - «η μητέρα του βιβλίου» - είναι μία από τις ιδιότητες του Θεού, ισότιμη με τη φιλευσπλαχνία Του ή την οργή Του, κι ότι είναι προγενέστερη της γλώσσας της Δημιουργίας. Όπως υπάρχουν και λουθηρανοί θεολόγοι που δεν τολμούν να εντάξουν τη Γραφή μεταξύ των πλασμάτων, και την ορίζουν ως ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος.
Του Αγίου Πνεύματος: και να που βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα μυστήριο. Δεν είναι η γενική θεότητα, αλλά η τρίτη υπόσταση της θεότητας, εκείνη που υπαγόρευσε τη Βίβλο. Αυτή είναι η κοινή δοξασία: το 1625, ο Μπέικον έγραψε: «Η πένα του Αγίου Πνεύματος στάθηκε πιο πολύ στα βάσανα του Ιώβ απ’ ό,τι στις ευτυχίες του Σολομώντα»* το ίδιο και ο σύγχρονός του, Τζον Νταν: «Το Άγιο Πνεύμα είναι ένας καλλιεπής συγγραφέας, ένας συγγραφέας φιλόπονος και θυελλώδης, αλλά καθόλου φλύαρος. Το ύφος του έχει τόση απόσταση από τη λιτότητα όση κι απ’ την υπερβολή».
Είναι αδύνατον να ορίσει κανείς το Άγιο Πνεύμα και να αποσιωπήσει την τρομερή τριαδική και ενιαία κοινωνία της οποίας αποτελεί μέλος. Οι λαϊκοί Καθολικοί τη θεωρούν συσσωμάτωση απείρως ορθή, αλλά και απείρως ανιαρή. Οι «ελευθερόφρονες», έναν ανώφελο θεολογικό κέρβερο, μια δεισιδαιμονία που η εξέλιξη και η πρόοδος θ’ αναλάβουν να την καταργήσουν μια και καλή. Η Αγία Τριάδα, φυσικά, είναι υπεράνω αυτών των δηλώσεων. Αν τη φέρει κανείς απότομα στο νου του (έναν πατέρα, έναν υιό κι ένα στοιχειό συναρθρωμένα σε έναν και μοναδικό οργανισμό), θα του φανεί σαν περίπτωση διανοητικής τερατολογίας. Ένα έκτρωμα, που μόνο μ’ έναν εφιάλτη μπορεί να συγκριθεί. Έτσι πιστεύω εγώ, αλλά τολμώ και να ισχυριστώ πως κάθε αντικείμενο του οποίου αγνοούμε το σκοπό, είναι κατ’ αρχάς τερατώδες. Αυτή η γενική παρατήρηση περιπλέκεται από το μυστήριο του έργου που επιτελεί το εν λόγω αντικείμενο.
Αν την αποσυνδέσουμε από την έννοια της λύτρωσης, η διάκριση των τριών προσώπων σε ένα δεν μπορεί παρά να φαίνεται αυθαίρετη. Αν τη θεωρήσουμε ως αναγκαιότητα της πίστεως, το θεμελιώδες μυστήριό της μπορεί μεν να παραμένει άλυτο, αλλά τουλάχιστον μας επιτρέπει να διαβλέψουμε την πρόθεση και τη λειτουργία της. Καταλαβαίνουμε πως, αν απαρνηθούμε την Αγία Τριάδα – ή, έστω, τη Δυάδα –, αυτό θα υποβίβαζε τον Ιησού σε ευκαιριακό απεσταλμένο του Κυρίου, ένα επεισόδιο της Ιστορίας, και όχι τον άφθαρτο, αιώνιο αποδέκτη της ευλαβείας μας. Αν ο Υιός δεν είναι και ο Πατήρ, τότε η λύτρωση δεν είναι άμεσο θείο έργο. Αν δεν είναι αιώνιος, τότε ούτε η θυσία του εξανθρωπισμού και του θανάτου του στο σταυρό είναι αιώνια. «Δε χρειάστηκε παρά μια άπειρη τελειότητα για να λυτρωθεί μια ψυχή που ήταν χαμένη για άπειρο χρόνο» διακήρυξε πανηγυρικά ο Τζέρεμι Τέιλορ. Έτσι μπορεί να δικαιωθεί το δόγμα, έστω και αν οι έννοιες της γενετής του Υιού από τον Πατέρα και της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος από αμφοτέρους προϋποθέτουν αιρετικά μια προτεραιότητα, κι ας παραβλέψουμε το ότι είναι ένοχες για το ότι δεν αποτελούν παρά καθαρές μεταφορές. Η θεολογία, που επιμένει να τις διακρίνει, αποφαίνεται πως δεν υπάρχει κανένας λόγος σύγχυσης, δεδομένου ότι, στην πρώτη περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι ο Υιός, σε δε δεύτερη, το Άγιο Πνεύμα. Αιώνια γένεση του Υιού, αιώνια εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος – αυτή είναι η εξαίσια λύση του Ειρηναίου: επινόηση μιας πράξης εκτός χρόνου, ενός ακρωτηριασμένου zeitloses Zeitwort, που μπορούμε να απορρίψουμε ή να το λατρέψουμε, αλλά όχι να το αμφισβητήσουμε. Η Κόλαση είναι μια καθαρά σωματική βία, αλλά τα τρία αξεδιάλυτα πρόσωπα συνιστούν μια διανοητική φρίκη, ένα αποπνικτικό, εικονικό άπειρο, όπως αυτό που σχηματίζουν δύο αντιμέτωποι καθρέφτες. Ο Δάντης θέλησε να τα παραστήσει με επάλληλους διαφανείς κύκλους διαφορετικών χρωμάτων. Ο Νταν, με μπλεγμένα, παχιά και αξεδιάλυτα φίδια. «Toto coruscat Trinitas mysterio» έγραψε ο άγιος Παυλίνος. «Η Αγία Τριάδα ακτινοβολεί εν πλήρει μυστηρίω».
Αν ο Υιός είναι η συμφιλίωση του Θεού με τον Κόσμο, τότε το Άγιο Πνεύμα – αρχή της αγιοποίησης, κατά τον Αθανάσιο. Ένας άγγελος όπως όλοι οι άλλοι, κατά τον Μακεδόνιο – δεν μπορεί να επιδεχθεί καλύτερο ορισμό από αυτόν της οικείωσης του Θεού μ’ εμάς, της διαρκούς παρουσίας Του εντός μας. (Για τους σοκινιανούς – και φοβάμαι πως είχαν απόλυτο δίκιο –, δεν ήταν παρά μια προσωποποιημένη διατύπωση, μια μεταφορά για τις θείες δραστηριότητες που, στη συνέχεια, έτυχε επεξεργασίας μέχρις ιλίγγου). Είτε πρόκειται για απλό συντακτικό σχήμα είτε όχι, φαίνεται πως αυτό το τρίτο, τυφλό πρόσωπο της περιπεπλεγμένης Τριάδας είναι ο αναγνωρισμένος συγγραφέας των Γραφών. Ο Γκίμπον, σ’ εκείνο το κεφάλαιο του έργου του πραγματεύεται το ισλάμ, περιλαμβάνει έναν γενικό κατάλογο των δημοσιεύσεων του Αγίου Πνεύματος, ο αριθμός των οποίων – κατά συντηρητική εκτίμηση – υπερβαίνει το εκατό. Εμένα, όμως, αυτό που μ’ ενδιαφέρει τώρα είναι η Γένεσις: ύλη της καββάλας.
Οι καββαλιστές, όπως σήμερα και πολλοί χριστιανοί, πίστευαν στη θειότητα αυτής της ιστορίας, στην ηθελημένη σύνταξή της από μιαν άπειρη διάνοια. Οι συνέπειες αυτού του αξιώματος είναι πολλαπλές. Η επιπόλαιη διεκπεραίωση ενός τρέχοντος κειμένου, π.χ. ενός εφήμερου δημοσιογραφικού άρθρου, προϋποθέτει μια ικανή ποσότητα τύχης. Ενημερώνουν – θεωρώντας το δεδομένο – για ένα γεγονός: πληροφορούν ότι η πάντα ασυνήθιστη χθεσινή επίθεση έλαβε χώρα σ’ αυτόν το δρόμο, σ’ αυτή τη διασταύρωση, την τάδε ώρα. Η διατύπωση δε δεσμεύει κανέναν και περιορίζεται στο να μας υποδείξει το τάδε μέρος όπου μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες. Σε κάτι τέτοιες οδηγίες, η έκταση και η ακουστική των παραγράφων είναι κατ’ ανάγκην τυχαίες. Το αντίθετο ισχύει στην ποίηση: ο νόμος που τη διέπει είναι η υποταγή του νοήματος στις ανάγκες (ή τις δεισιδαιμονίες) της ευφωνίας. Στην ποίηση, το τυχαίο δεν είναι ο ήχος, αλλά αυτό που σημαίνει. Βλέπε τον πρώιμο Τένισον, τον Βερλέν και τον ύστερο Σουίνμπερν, που προσηλώνονται αποκλειστικά στην έκφραση γενικών καταστάσεων μέσα από τις πλούσιες περιπέτειες της προσωδίας τους. Ας θεωρήσουμε τώρα έναν τρίτο τύπο συγγραφέα: τον διανοούμενο. Ο οποίος, είτε γράφει πρόζα (Βαλερί, Ντε Κουίνσι) είτε στίχους, δεν έχει βέβαια αποσκορακίσει το τυχαίο, αλλά έχει αρνηθεί κατά το δυνατόν και περιορίσει την αστάθμητη σύμπραξή του. Προσεγγίζει αμυδρά τον Κύριο, για τον οποίο η θολή έννοια του τυχαίου δεν έχει καμία σημασία. Τον Κύριο, τον τελειοποιημένο Θεό των θεολόγων, ο οποίος γνωρίζει διαμιάς – uno intelligendi actu – όχι μόνο όλα τα γεγονότα αυτού του υπερπλήρους κόσμου, αλλά και αυτά που θα μπορούσε να έχουν συμβεί στη θέση τους αν άλλαζε το πιο ανεπαίσθητο απ’ αυτά, ακόμα και τα αδύνατον να συμβούν.
Ας φανταστούμε τώρα αυτή την αστρική διάνοια να θέλει να εκδηλωθεί όχι με δυναστείες, με θεομηνίες ή με πουλιά, αλλά με γραπτά. Ας φανταστούμε επίσης, σύμφωνα με την προ-αυγουστινιανή θεωρία της λεκτικής έμπνευσης, ότι ο Θεός υπαγορεύει, λέξη προς λέξη, αυτό που προτίθεται να πει**. Αυτή η βάση συλλογισμού (η ίδια την οποία χρησιμοποίησαν οι καββαλιστές) καθιστά τη Γραφή ένα απόλυτο κείμενο, όπου η συμβολή του τυχαίου αγγίζει το μηδέν. Αυτή και μόνο η σύλληψη είναι κάτι πιο θαυμαστό απ’ όλα όσα καταγράφουν οι σελίδες του. Ένα βιβλίο που είναι απρόσβλητο από το ενδεχόμενο, που είναι ένας μηχανισμός απείρων προθέσεων, αλάνθαστων παραλλαγών, αλλεπάλληλων επιφωτίσεων, συνεχών αποκαλύψεων που ενεδρεύουν, πως να μην το εξονυχίσεις ως το παράλογο, ως την αριθμητική απεραντολογία, όπως το έκανε η καββάλα;

1931


________________
* Ακολουθώ τη λατινική εκδοχή: «diffusius tractavit Jobi afflictiones». Στα αγγλικά, η διατύπωση του είναι ευτυχέστερη: «hath laboured more».
** Ο Ωριγένης απέδωσε τρεις σημασίες στα λόγια της Γραφής: την ιστορική, την ηθική και τη μυστικιστική, που αντιστοιχούν στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα που συγκροτούν τον άνθρωπο. Ο Ιωάννης Σκότος Εριγένης, έναν άπειρο αριθμό σημασιών, σαν τους ιριδισμούς στα φτερά του παγωνιού.



JORGE LUIS BORGES
ΔΟΚΙΜΙΑ
(Από τη συλλογή Συζήτηση – 1932)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΊΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 2007

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα - Immanuel Kant



1. Εκείνος που το αίσθημά του ρέπει προς τη μελαγχολία δεν αποκαλείται έτσι επειδή, στερημένος από τις χαρές της ζωής, βυθίζεται σε ζοφερή διάθεση, αλλά επειδή τα αισθήματά του, εάν μεγεθύνονταν πέραν ενός ορισμένου βαθμού ή εάν λόγω κάποιων αιτίων ακολουθούσαν μια λανθασμένη κατεύθυνση, θα κατέληγαν ευκολότερα στη μελαγχολία παρά αλλού. Έχει κατ’ εξοχήν ένα αίσθημα για το υψηλό. Ακόμη και η ομορφιά, την αίσθηση για την οποία έχει εξ ίσου, θα πρέπει όχι μονάχα να τον θέλγει αλλά, καθώς του εμπνέει συνάμα θαυμασμό, και να τον συγκινεί. Η απόλαυση των διασκεδάσεων είναι σε αυτόν σοβαρότερη αλλά όχι για τούτο και μικρότερη. Όλες οι συγκινήσεις του υψηλού έχουν καθ’ εαυτές κάτι πιο μαγευτικό από τα απατηλά θέλγητρα του ωραίου. Η ευεξία του θα είναι μάλλον η ικανοποίηση παρά η ευθυμία. Είναι σταθερός.

2. Ο άνθρωπος με μελαγχολική ψυχική συγκρότηση λίγο νοιάζεται για το τι κρίνουν οι άλλοι, τι θεωρούν καλό ή αληθινό. Για τούτα στηρίζεται απλώς στη δική του κρίση. Επειδή σε αυτόν τα κίνητρα προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα των αρχών, δεν είναι εύκολο να τον μεταπείσει κανείς. Η δε σταθερότητά του εκφυλίζεται ενίοτε σε ισχυρογνωμοσύνη. Παρατηρεί τις μεταβολές της μόδας με αδιαφορία και τη λάμψη της με περιφρόνηση. Η φιλία είναι κάτι υψηλό και για τούτο κατάλληλη για το αίσθημά του. Μπορεί ίσως να χάσει έναν ευμετάβολο φίλο, αυτός όμως δεν τον χάνει τόσο γρήγορα. Ακόμη και η ανάμνηση μιας περασμένης φιλίας είναι γι’ αυτόν ακόμη αξιοσέβαστη. Φυλάσσει καλά τα μυστικά τα δικά του και των άλλων. Η φιλαλήθεια είναι υψηλή, και αυτός μισεί το ψεύδος ή την προσποίηση. Έχει ένα υψηλό αίσθημα για την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης φύσης. Εκτιμά τον εαυτό του και θεωρεί τον άνθρωπο πλάσμα που αξίζει σεβασμό. Δεν ανέχεται την φαύλη δουλοπρέπεια και αποπνέει ελευθερία στην ευγενή του ψυχή. Όλες οι αλυσίδες, από τις χρυσές που φορούν στην Αυλή μέχρι τα βαριά σίδερα του δούλου στις γαλέρες, του είναι απεχθείς. Είναι αυστηρός δικαστής του εαυτού του και των άλλων και όχι σπάνια είναι απαυδισμένος με τον εαυτό του και τον κόσμο.
Όταν εκφυλίζεται ο χαρακτήρας αυτός, η σοβαρότητα κλίνει προς τη μελαγχολία, η στοχαστικότητα προς το ονειροπόλημα, ο ζήλος της ελευθερίας προς τον ενθουσιασμό. Η προσβολή και η αδικία του ανάβουν την εκδικητικότητα. Τότε είναι πολύ επίφοβος. Προκαλεί τον κίνδυνο και περιφρονεί τον θάνατο. Εάν διαφθαρεί το αίσθημά του και λείπει ο ευφρόσυνος Λόγος, υποπίπτει στην τάση για περιπέτεια... Κινδυνεύει να αποκτήσει καλπάζουσα φαντασία ή να γίνει ιδιότροπος.

3. Ο άνθρωπος με αιματώδη ψυχική ιδιοσυγκρασία έχει κυρίαρχο το αίσθημα του ωραίου. Για τούτο, οι χαρές του είναι γελαστές και ζωηρές. Όταν δεν είναι χαρούμενος, είναι δύσθυμος και δεν γνωρίζει καλά την ευχαριστημένη ησυχία. Η ποικιλία είναι ωραία και αυτός αγαπά τη μεταβολή. Αναζητεί τη χαρά μέσα του και γύρω του, ευθυμεί τους άλλους και είναι καλός στη συντροφιά. Αισθάνεται πολλή ηθική συμπάθεια. Η ευφροσύνη των άλλων τον διασκεδάζει και τα παθήματά τους τον συγκινούν. Το ηθικό του συναίσθημα είναι ωραίο, αλλά χωρίς αρχές, και εξαρτάται πάντοτε άμεσα από την τωρινή εντύπωση που του κάνουν τα αντικείμενα. Είναι φίλος όλων των ανθρώπων ή, πράγμα που σημαίνει το ίδιο, στην πραγματικότητα δεν είναι ποτέ φίλος, μολονότι είναι καλόκαρδος και καλοπροαίρετος. Δεν προσποιείται. Θα σας διασκεδάσει σήμερα με τη φιλικότητά και τον καλό του τρόπο, αύριο, αν είστε άρρωστοι ή δυστυχείτε, θα αισθανθεί αληθινό και ανυπόκριτο οίκτο, αλλά θα διαφύγει αθόρυβα μέχρι να μεταβληθούν οι περιστάσεις. Ουδέποτε πρέπει να είναι δικαστής. Οι νόμοι του φαίνονται συνήθως υπερβολικά αυστηροί και επηρεάζεται από τα δάκρυα. Δεν είναι ποτέ αληθινά καλός ή αληθινά κακός. Συχνά ασωτεύει και είναι φαύλος, πιο πολύ για εκδούλευση παρά από κλίση. Είναι γενναιόδωρος και ευεργετεί, αλλά κακός πληρωτής εκείνων που οφείλει, μάλλον επειδή έχει αρκετή αίσθηση της καλοσύνης αλλά όχι της δικαιοσύνης. Κανείς δεν έχει τόσο καλή γνώμη για τη δική του καρδιά όσο αυτός. Ακόμη και αν δεν τον σέβεστε, θα πρέπει να τον αγαπήσετε. Κατά τον μεγαλύτερο εκφυλισμό του χαρακτήρα του καταντά στην αηδία, γίνεται παραχαϊδεμένος και παιδαριώδης. Εάν δεν ελαττώσει η ηλικία την ζωηρότητά του ή δεν του δώσει περισσότερο νου, κινδυνεύει να γίνει γερο-λιμοκοντόρος.

4. Αυτός που εννοούμε με τη χολερική ψυχική ιδιοσυγκρασία, έχει ένα κυρίαρχο αίσθημα για το είδος εκείνο του υψηλού που μπορούμε να ονομάσουμε μεγαλοπρεπές.
Ο χολερικός θεωρεί τη δική του αξία και την αξία των πραγμάτων και των πράξεών του από την ευπρέπεια ή τη λάμψη με την οποία φαίνεται. Σε σχέση με την εσωτερική υφή και τα κίνητρα τα οποία το ίδιο το αντικείμενο περιέχει, είναι ψυχρός, και δεν θερμαίνεται από την αληθινή καλή προαίρεση ούτε συγκινείται από τον σεβασμό.* Η συμπεριφορά του είναι τεχνητή... Η αφέλεια, η ευγενής και ωραία τούτη απλότητα η οποία φέρει τη σφραγίδα της φύσης και όχι της τέχνης, του είναι εντελώς ξένη. Γι’ αυτό, όταν η καλαισθησία του διαστρέφεται, η λάμψη του γίνεται εκκωφαντική, δηλαδή με έναν απεχθή τρόπο κομπαστική... Ενόσω είναι απλώς ματαιόδοξος, δηλαδή επιζητεί τιμές και επιζητεί να κάμει εντύπωση, μπορεί ακόμη να γίνει ανεκτός, εάν όμως, ενώ του λείπουν τελείως τα πραγματικά προτερήματα και ταλέντα, γίνεται υπερφίαλος, τότε είναι εκείνο το οποίο τουλάχιστον του αξίζει να θεωρείται, δηλαδή ανόητος.


____________________
Θεωρεί μάλιστα τον εαυτό του ευτυχισμένο μόνον εφ’ όσον εικάζει πως θεωρείται ευτυχισμένος από τους άλλους.

Immanuel Kant
Επιλογή από το έργο του
Μετάφραση Κώστας Ανδρουλιδάκης
Εκδόσεις στιγμή 2008

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

Τις νύχτες που ραγίζουνε τα τζάμια – Αργύρης Χιόνης



Τις νύχτες που ραγίζουνε τα τζάμια
Τις νύχτες που ραγίζει η ψυχή μου
Από τις εκκωφαντικές εκρήξεις της σιωπής
Τις νύχτες που επελαύνει η απουσία
Απ’ το διάτρητο στερέωμα και εκπορθεί
Τα οχυρά μου όλα κι εγκαθίσταται παντού
Μέχρι και κάτω από τα νύχια μου
Μέχρι και μέσα στα κανάλια των φλεβών μου
Χώνε τα νύχια σου βαθιά στις σάρκες μου
Απόδειχνέ μου ότι έχω ακόμα αίμα

Τις νύχτες όταν τρίζουνε οι σκάλες
Τις νύχτες όταν τρίζει η ψυχή μου
Κάτω από το βάρος του θανάτου που ανεβαίνει
Ανεβαίνει ως τα πιο ψηλά πατώματα του ύπνου
Τύλιγέ με μες στο δίχτυ των μαλλιών σου
Βύθιζέ με μες στη ζύμη του κορμιού σου
Σφράγιζέ μου με τα χείλη σου το στόμα
Μη μ’ αφήνεις να εξατμιστώ.

Αργύρης Χιόνης
Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη
Εκδόσεις Νεφέλη 1986

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

Οι μάγοι – Eliphas Levi



Το βασικόν δόγμα της υψηλής Επιστήμης, εκείνο το οποίον καθιερώνει τον αιώνιον νόμον της ισορροπίας, είχεν επιτύχει την πλήρη του πραγμάτωσιν εις την σύνθεσιν του χριστιανικού κόσμου. Δύο στήλαι ζωντανοί υπεστήριζον το οικοδόμημα του πολιτισμού. Ο πάπας και ο αυτοκράτωρ.
Αλλ’ η αυτοκρατορία είχε διαιρεθή, διαφυγούσα από τας ασθενείς χείρας του Λουδοβίκου Ντεμπονέρ και Καρόλου του Φαλακρού. Η κοσμική εξουσία, εγκαταληφθείσα εις τας τύχας των κατακτήσεων και των ραδιουργιών, έχασε την από θείας Προνοίας ενότητα ταύτην που την ενηρμόνιζε με την Ρώμην. Ο πάπας συχνά εδέησε να επέμβη ως ύπατος δικαστής και με ατομικόν κίνδυνον να καταστείλη την πλεονεξίαν και το θράσος τόσων ηγεμόνων διαμαχομένων αλλήλων.
Ο αφορισμός ήτο τότε τρομερά ποινή, διότι εβασίζετο επί των κοινώς παραδεδεγμένων αντιλήψεων και προεκάλει, δυνάμει μυστηριώδους ενεργείας της μαγνητικής εκείνης αλύσσου της παγκοίνου κατηγορίας, φαινόμενα που κατεθορύβουν τον όχλον. Τοιουτοτρόπως, Ροβέρτος ο Ευλαβής, υποστάς την τρομεράν αυτήν ποινήν, λόγω παρανόμου γάμου του, απέκτησε τέκνον δύσμορφον μέχρι τοιούτου σημείου ώστε να ομοιάζη με τας εικόνας εκείνας του διαβόλου που ο Μεσαίων τόσο καλά εγνώριζε να απεικονίζη. Ο θλιβερός αυτός καρπός της καταδικασμένης ενώσεως, αποδεικνύει τουλάχιστον την αγωνίαν της συνειδήσεως και τους τρομακτικούς εφιάλτας υπό των οποίων θα υπέφερεν η μητέρα. Ο Ροβέρτος κατενόησεν εκ του αποτελέσματος την οργήν του Θεού και υπέκυψεν εις την βουλήν του ποντίφηκος: απηλλάγη ενός γάμου που η εκκλησία εθεώρει παράνομον, εξεδίωξε την Βέρθαν δια να συζευχθή την Κωνσταντίαν της Προβηγκίας.
Οι χρονογράφοι της εποχής εκείνης φαίνεται ότι ηρέσκοντο πολύ εις τας διαβολικάς μυθοποιίας, πλην μαρτυρούν κατάτην αφήγησίν των, πολύ περισσοτέραν ευπιστίαν παρά γούστο. Όλοι οι εφιάλται των μοναχών, όλα τα νοσηρά όνειρα των καλογραιών, εκλαμβάνονται ως πραγματικαί εμφανίσεις. Εν τω συνόλω των είναι αποκρουστικαί φαντασμαγορίαι, διάλογοι ηλίθιοι, μεταμορφώσεις αδύνατοι. Τίποτε εξ αυτών από της βασιλείας του Ροβέρτου μέχρι του Αγ. Λουδοβίκου, δεν νομίζομεν ότι αξίζει να διηγηθώμεν.
Επί της βασιλείας του Αγίου Λουδοβίκου, έζησεν ο διάσημος ραββίνος Ιεχιήλ, μέγας καββαλιστής και αξιοπρόσεκτος φυσικός. Ό,τι λέγεται περί της λυχνίας του και περί του μαγικού καρφιού του, αποδεικνύει ότι είχεν ανακαλύψει τον ηλεκτρισμόν ή τουλάχιστον εγνώριζε τας κυριωτέρας του ιδιότητας, διότι η γνώσι αύτη, εξίσου παλαιά όσον και η μαγεία, μετεβιβάζετο ως μια των κλειδών της υψηλής μυήσεως. Όταν ενέσκηπτε το σκότος, ένα ακτινοβόλος αστήρ ανέτελλεν εις το δωμάτιον του Ιεχιήλ, το φως ήτο τόσον έντονον, ώστε δεν ήτο δυνατόν να το παρατηρήση κανείς χωρίς να θαμβωθή. Ουδέποτε το είδον να σβύνη και εγνώριζον ότι δεν ήτο δυνατόν να τροφοδοτήται ούτε με έλαιον, ούτε με άλλο καύσιμον γνωστόν κατά την εποχήν εκείνην.
Όταν κανένας περίεργος ή κακοποιός επεδίωκε να εισέλθη εις την οικίαν του Ιεχιήλ και να παραβιάση την θύραν, ο ραββίνος επίεζεν ένα καρφί, τοποθετημένον επί του γραφείου του, οπότε εξέφευγε τόσον από το καρφί, όσον και από την χειρολαβήν της θύρας ένας υποκύανος σπινθήρ και ο περίεργος εδέχετο έναν κλονισμόν που τον έκαμε να νομίση ότι η γη είχε διανοιχθή προ των ποδών του. Κάποτε μια ομάς ατόμων με επιθετικάς διαθέσεις επλησίασε την θύραν: εκρατούντο από τας χείρας δια να αντιδράσουν, ως ενόμιζον, εις τον κλονισμόν. Ο πλέον θαρραλέος έλαβε ανά χείρας την χειρολαβήν. Ο Ιεχιήλ επίεσε το καρφί του. Ακαριαίως όλοι οι ταραχοποιοί ανετράπησαν, έπεσαν καταγής και ετράπησαν εις φυγήν.
Ο Άγιος Λουδοβίκος όστις ήτο καλός καθολικός και μεγάλος βασιλεύς, ηθέλησε να γνωρίση τον Ιεχιήλ, τον εκάλεσεν εις το ανάκτορόν του, συνωμίλησε δια μακρών μετ’ αυτού, ικανοποιήθη πλήρως από τας εξηγήσεις του, τον υπεστήριξεν εναντίον των εχθρών του και δεν έπαυσεν εφ’ όσον έζει, να τον περιβάλλη με εκτίμησιν και καλωσύνην.
Κατά την ιδίαν εποχήν έζει και ο Μέγας Αλβέρτος, όστις και σήμερον ακόμη θεωρείται από τον λαόν ως ο μέγας διδάσκαλος όλων των μάγων. Οι χρονογράφοι του βεβαιώνουν ότι κατείχε την φιλοσοφικήν λίθον και ότι κατέληξε, μετά τριακονταετείς προσπαθείας, εις την λύσιν του προβλήματος του ανδροειδούς (HOMUNCULUS), δηλ., εις την κατασκευήν τεχνητού ανθρώπου, ζώντος, ομιλούντος και απαντώντος εις όλας τας τιθεμένας αυτώ ερωτήσεις, με τοιαύτην ακρίβειαν και λεπτότητα, ώστε ο Άγιος Θωμάς ο Ακυινάτης, κουρασθείς από την πολυλογίαν του, το έσπασε με ένα κτύπημα της ράβδου του. Αυτός είναι ο λαϊκός μύθος. Ας είδωμεν τι υποδηλοί.
Το μυστήριον του σχηματισμού του ανθρώπου και η εμφάνισίς του επί της γης, απησχόλησεν ανέκαθεν σοβαρώς τους ανθρώπους. Η Γένεσις μας πληροφορεί ότι ο άνθρωπος επλάσθη υπό του Θεού εκ πηλού και ότι του ενεφύσησε ζωήν. Ουδέποτε προς στιγμήν αμφιβάλλομεν περί της αληθείας της βεβαιώσεως ταύτης. Εν τούτοις όμως μακράν από ημάς η αιρετική και ανθρωπόμορφος ιδέα ενός Θεού πλάσσοντος τον άνθρωπον δια των χειρών του εκ πηλού. Ο Θεός βεβαίως δεν έχει χείρας, είναι πνεύμα αγνον και κάμνει να εξέρχωνται τα δημιουργήματά του τα μεν μετά τα δε δια των δυνάμεων τας οποίας δίδει εις την φύσιν. Εάν λοιπόν ο Δημιουργός έπλασε τον Αδάμ εκ πηλού, τούτο σημαίνει ότι ο άνθρωπος προήλθεν εκ της γης υπό την επήρειαν του Θεού και κατά τρόπον φυσικόν. Το όνομα Αδάμ εις την εβραϊκήν σημαίνει ερυθράν γην, τι ημπορεί λοιπόν να είναι η ερυθρά αυτή γη; ιδού τι ανεζήτουν οι αλχημισταί. Τοιουτοτρόπως το μέγα Έργον αυτών δεν ήτο η μεταστοιχείωσις των μετάλλων, αποτέλεσμα που είναι αδιάφορον και συμπληρωματικόν, αλλά ήτο το παγκόσμιον απόρρητον της ζωής: ήτο η αναζήτησις του κεντρικού σημείου μετασχηματισμού, όπου το φως γίνεται ύλη και συμπυκνούται εις εν είδος γης, περιεχούσης εν εαυτή την αρχήν της κινήσεως και της ζωής. Ήτο η γενίκευσις του φαινομένου δυνάμει του οποίου το αίμα χρωματίζεται ερυθρόν δια της δημιουργίας των αναριθμήτων αιμοσφαιρίων, μαγνητισμένων όπως οι κόσμοι και ζώντων ως τα ζώα.
Τα μέταλλα δια τους μαθητάς του Ερμού, ήσαν το πηχθέν αίμα της γης, μετερχόμενον, όπως το του ανθρώπου, από του λευκού εις το μέλαν, εκ του μέλανος εις το ερυθρόν, ακολουθούν το έργον του φωτός. Η θέσις του ρεύματος τούτου εις κίνησιν δια της θερμότητος και η παροχή εις αυτό της εγχρώμου γονιμοποιήσεως του φωτός βοηθεία του ηλεκτρισμού, αυτό ήτο το πρώτον μέρος του έργου των σοφών, αλλά το τέρμα ήτο πολύ δυσκολώτερον και πλέον υπέροχον, διότι επρόκειτο να ανακαλυφθή η αδαμική γη, ήτις είναι το πηχθέν αίμα της ζώσης γης, το δε ύψιστον όνειρον των φιλοσόφων, ήτο να αποπερατώσουν το έργον του Προμηθέως, απομιμούμενοι την ενέργειαν του Θεού, δηλ., επιτυγχάνοντες την γένεσιν ενός ανθρωπίνου τέκνου της επιστήμης, όπως ο Αδάμ ήτο το τέκνον της θείας παντοδυναμίας. Το όνειρον τούτο, ίσως να ήτο υπερφίαλον, αλλ’ ήτο ωραίον.
Η μαύρη μαγεία η οποία μιμείται πάντοτε την μαγείαν του φωτός, αλλά κατ’ αντίστροφον έννοιαν, ησχολήθη επίσης πολύ με το ανδροειδές, διότι ήθελε δι’ αυτού να κάμη το όργανον των παθών της και το μαντείον της κολάσεως. Δια να επιτύχη τούτο έπρεπε να παραβιάση την φύσιν και να λάβη εν είδος δηλητηριώδους μύκητος γεμάτου από την κακίαν του ανθρώπου, μιαν ζωντανήν πραγματοποίησιν όλων των εγκλημάτων. Δια τούτο ανεζήτουν τον μανδραγόραν υπό τας αγχόνας των θανατωθέντων, απέσπων αυτόν δι’ ενός σκύλου τον οποίον έδενον εις την ρίζαν του και τον εκτύπων με θανάσιμον πλήγμα. Η ψυχή τότε του ζώου μετήρχετο εις το φυτόν και εκείνο ήλκυε την του απαγχονισθέντος... Αλλά φθάνουν τα αποτρόπαια εγκλήματα και οι παραλογισμοί...
Ο Αλβέρτος Μάγνος, δεν ήτο ούτε παιδοκτόνος, ούτε θεοκτόνος, δεν είχε διαπράξει ούτε το έγκλημα του Ταντάλου, ούτε το του Προμηθέως, αλλ’ είχεν επιτύχει να δημιουργήση και εξωπλίσει καθ’ όλα της τα μέλη την καθαρώς σχολαστικήν εκείνην θεολογίαν, την πηγάζουσαν εκ των κατηγοριών του Αριστοτέλους και των αφορισμών Πέτρου του Λομβαρδού, την λογικήν εκείνην του συλλογισμού, η οποία αποφαίνεται αντί να διαλογίζεται και ήτις ευρίσκει μίαν απάντησιν εις όλα τα προβλήματα, λεπτολογούσα επί των όρων. Ήτο ολιγότερον μια φιλοσοφία και μάλλον εν φιλοσοφικόν αυτόματον, δίδον αμέσως την απάντησιν και αναπτύσσον τας θέσεις του ως μηχανή, δεν ήτο πλέον ο ανθρώπινος λόγος, αλλ’ η μονότονος κραυγή μιας μηχανής η άψυχος φωνή ενός ανδροειδούς. Ο Αγ. Θωμάς λοιπόν έσπασε με εν κτύπημα όλο αυτό το ικρίωμα εκ λέξεων, διαλαλών την αιωνίαν επικράτησιν της λογικής με το υπέροχον γνωμικόν: «Ένα πράγμα δεν είναι λογικόν διότι ο Θεός το θέλει, αλλ’ ο Θεός το θέλει διότι είναι ορθόν και λογικόν».
Ο Αριστοτέλης, υπό την επίδρασιν του γαλβανισμού υπό των σχολαστικών, είχε καταστή το πραγματικόν ανδροειδές του Αλβέρτου Μάγνου, και η ράβδος του Θωμά του Ακυινάτου υπήρξεν η διδασκαλία της SOMME THEOLOGIQUE, το αριστούργημα αυτό δυνάμεως και λογικής.
Όσον δια την φιλοσοφικήν λίθον την οποίαν ενεχείρησεν ο Αγ. Δομίνικος εις τον Μέγαν Αλβέρτον και ο τελευταίος ούτος εις τον Θωμάν τον Ακυινάτην, πρέπει να υπονοήσωμεν δι’ αυτού την φιλοσοφικήν και θρησκευτικήν βάσιν των ιδεών της εποχής εκείνης. Ο Αγ. Θωμάς μετέτρεπεν εις χρυσόν κάθε τι με το οποίον κατεπιάνετο αλλά τούτο βεβαίως αλληγορικώς εκλαμβάνοντες τον χρυσόν ως το έμβλημα της αληθείας.
Εις το κεφάλαιον τούτο θα πρέπει να είπωμεν ακόμη ολίγας λέξεις περί της ερμητικής τέχνης καλιεργηθείσης από των πρώτων χριστιανικών αιώνων υπό του Οστάνους, του Ρομάριους, της βασιλίσσης Κλεοπάτρας, περαιτέρω υπό των Αράβων Γκέμπερ, Αλφαράμπιους και Σαλμάνα, αργότερον δε υπό του Μοριανού, Αρτέφιους και Αρισταίου. Η επιστήμη αυτή εκλαμβανομένη απολύτως, δύναται να κληθή η πραγματική Καββάλα ή η μαγεία των έργων, έχει συνεπώς τρεις βαθμούς αναλογίας: την θρησκευτικήν, την φιλοσοφικήν και την φυσικήν πραγμάτωσιν. Η πρώτη συνίσταται εις την εγκαθίδρυσιν διαρκούς κράτους και ιερατείου, η φιλοσοφική πραγμάτωσις είναι η αποκατάστασις απολύτου διδασκαλίας και ιεραρχικής αγωγής, η φυσική τέλος πραγμάτωσις είναι η ανακάλυψις και εφαρμογή επί του μικροκόσμου του δημιουργικού νόμου όστις δρα εν τω μακροκόσμω. Ο νόμος ούτος είναι η κίνησις συνδυασμένη με την ουσίαν του σταθερού μετά του πτητικού, του υγρού μετά του στερεού. Η κίνησις αύτη έχει ως αρχήν και αφετηρίαν την θέσιν ώσιν και ως όργανον το οικουμενικόν φως, αιθεροποιημένον εις το άπειρον, αστρικόν εις τους αστέρας, μεταλλικόν, ειδικοποιημένον ή υδραργυρικόν εις τα μέταλλα, φυτικόν εις τα φυτά, ζωικόν εις τα ζώα, μαγνητικόν ή προσωπικόν εις τους ανθρώπους.
Το φως τούτο το οποίον είναι η πεμπτουσία του Παρακέλσου, ευρίσκεται εις λανθάνουσαν κατάστασιν και άλλοτε εις ακτινοβόλον εις όλα τα δημιουργημένα όντα, η πεμπτουσία αύτη είναι το πραγματικόν ελιξήριον της ζωής που εξάγεται από την γην δια καλλιεργείας, από τα μέταλλα δι’ ενσωματώσεως, καθάρσεως, εξάρσεως και συνθέσεως, από τα φυτά δι’ αποστάξεως και πέψεως, από τα ζώα δι’ απορροφήσεως, από τους ανθρώπους δια της γενέσεως, από τον αέρα δια της αναπνοής. Δια τούτο ο Αρισταίος γράφει ότι πρέπει να αποκτήσωμεν τον αέρα δια του αέρος, ο KHUNRATH ότι χρειάζεται ο ζωντανός υδράργυρος του τελείου ανθρώπου, παραγόμενος δια του ανδρογύνου, εις όλους σχεδόν αναφέρεται ότι πρέπει να εξάγωμεν από τα μέταλλα την πανάκειαν αυτών και ότι η πανάκεια αύτη κατά βάθος, η αυτή εις όλα τα βασίλεια της φύσεως, διαρρυθμίζεται και ειδικοποιείται εν τούτοις αναλόγως των μορφών και των ειδών.
Η χρησιμοποίησις της πανακείας ταύτης είναι τριπλή: δια συμπαθείας, δι’ απώσεως ή δι’ εξισορροπήσεως. Η διαβαθμισμένη πεμπτουσία είναι το υποβοηθητικόν μέσον των μορφών, η πανάκεια εκάστου βασιλείου πρέπει να εξαχθή από αυτό το ίδιον βασίλειον δια προσάψεως του πρωταρχικού υδραργύρου ή του ανθρωπίνου μαγνητισμού.
Αυτά είναι εν συντόμω τα συνοπτικά στοιχεία της επιστήμης ταύτης, περιεκτικής και βαθείας ως η καββάλα, μυστηριώδους όπως η μαγεία και πραγματικής όπως οι θετικαί επιστήμαι, αλλά διωχθείσης συχνά λόγω της πλεονεξίας των κακών μυστών και λόγω της σκοτεινότητος δια της οποίας οι αληθείς σοφοί περιέβαλον τας θεωρίας και τα έργα των.


Eliphas Levi (Alphonse Louis Constant)
Ιστορία της Μαγείας Τόμος Α’
Μετάφραση Πέτρος Γράβιγγερ
Βιβλιοθήκη της Σφιγγός Νο 018
Εκδόσεις Διμελή