Ω, σέρρα ανάμεσα στα δάση Κι οι θύρες σου κλειστές για πάντα, Κι ό,τι που βρίσκεται στο θόλο σου από κάτω, Και κάτω απ’ την ψυχή μου που σου μοιάζει!
Οι σκέψεις μιας πριγκίπισσας που πεινά, Η ανία ενός ναύτη μες στην έρημο, Μουσική από χάλκινα όργανα στα παράθυρα των ανιάτων. Στις πιο ζεστές γωνιές πηγαίνετε! Σα να βλέπεις μια γυναίκα λιπόθυμη τη μέρα του θερισμού, Υπάρχουν ηνίοχοι στην αυλή του ξενώνα, Μακριά περνά ένας κυνηγός ιππελάφων, που έγινε νοσοκόμος.
Κοιτάξτε το σεληνόφως! (Α, τίποτα στη θέση του δε μένει!) Σα να βλέπεις μια τρελή μπροστά στους δικαστές, Έν’ αρχαίο πολεμικό πλησίστιο σ’ ένα κανάλι, Νύχτια πουλιά πάνω στα κρίνα, Σα ν’ ακούς κωδωνοκρουσίες πένθιμες το μεσημέρι, (Πέρα σ’ εκείνες τις καμπάνες!) Ιδού ένα κατάλυμα αρρώστων στο λιβάδι, Έν’ άρωμα αιθέρα μια ηλιόλουστη μέρα.
Ω θε μου, θε μου, πότε θα ρθει η βροχή Και το χιόνι κι ο άνεμος στη σέρρα!
*** Serre chaude
Ô serre au milieu des forêts ! Et vos portes à jamais closes ! Et tout ce qu'il y a sous votre coupole ! Et dans mon âme en vos analogies !
Les pensées d'une princesse qui a faim, L'ennui d'un matelot dans le désert, Une musique de cuivreaux fenêtres des incurables. Allez aux angles les plus tièdes ! On dirait une femme évanouie un jour de moisson : Il y a des postillons dans la cour de l'hospice ; Au loin, passe un chasseur d'élans, devenu infirmier.
Examinez au clair de lune ! (Oh! rien n'y est à sa place !) On dirait une folle devant les juges, Un navire de guerre à pleines voiles sur un canal, Des oiseaux de nuit sur des lys, Un glas vers midi, (Là-bàs sous ces cloches !) Une étape de malades dans la prairie, Une odeur d'éther un jour de soleil.
Mon Dieu ! Mon Dieu ! Quand aurons-nous la pluie, Et la neige et le vent dans la serre !
Maurice Maeterlinck Θερμοκήπια Μετάφραση Μηνάς Δημάκης Εκδόσεις Καστανιώτη 1983
Αν ο Σταβρόγκιν πιστεύει, δεν πιστεύει πως πιστεύει.
Αν δεν πιστεύει, δεν πιστεύει πως δεν πιστεύει.
ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ
"Το πεδίο μου, λέει ο Γκαίτε, είναι ο χρόνος". Να λοιπόν μια παράλογη φράση. Τι είναι τέλος πάντων ο παράλογος άνθρωπος; Αυτός που χωρίς ν' αρνιέται την αιωνιότητα, δεν κάνει τίποτα γι' αυτή. Όχι πως η νοσταλγία του φαίνεται ξένη. Αλλά του είναι αρκετά το θάρρος και η σκέψη. Το πρώτο τον μαθαίνει να ζει χωρίς επιθυμίες και να αρκείται σε ό,τι έχει, η δεύτερη του δείχνει ως πού μπορεί να φτάσει. Σίγουρος για την ως το τέλος ελευθερία του, για τη χωρίς μέλλον επανάστασή του και για τη φθαρτή του συνείδηση, όσο ζει ακολουθεί την τύχη του. Εκεί βρίσκεται το πεδίο του, εκεί δρα μονάχα με τη δική του κρίση. Μια πιο μεγάλη ζωή δεν μπορεί να σημαίνει γι' αυτόν μια άλλη ζωή. Θα ήταν υποτιμητικό. Δε μιλάω εδώ βέβαια για τη γελοία αιωνιότητα των μεταγενέστερων. Η Κυρία Ρολάν πίστευε στους μεταγενέστερους. Αυτή η απερισκεψία πήρε το μάθημά της. Οι μεταγενέστεροι αδιαφορούν για την Κυρία Ρολάν.
Κανένα θέμα ηθικής δεν επιδέχεται ανάπτυξη. Συνάντησα κακούς ανθρώπους με ηθική και καθημερινά συμπεραίνω ότι η τιμιότητα δεν έχει ανάγκη από κανόνες. Ο παράλογος άνθρωπος μια ηθική μόνο μπορεί να δεχτεί, εκείνη που είναι ένα με τον Θεό: εκείνη που υπαγορεύεται. Όμως, αυτός ο άνθρωπος, ζει έξω από τον Θεό. Όσο για τις υπόλοιπες ηθικές (συμπεριλαμβάνω και την ανηθικότητα), ο παράλογος άνθρωπος βρίσκει εκεί μονάχα δικαιολογίες χωρίς να δικαιολογεί τίποτα. Εδώ ξεκινάω από την αρχή της αθωότητάς του.
Αυτή η αθωότητα είναι φοβερή. "Όλα επιτρέπονται", φωνάζει ο Ιβάν Καραμάζωφ. Αυτό επίσης δείχνει τον παραλογισμό του. Αλλά με την προϋπόθεση πως δεν το ερμηνεύουμε με το συνηθισμένο τρόπο. Δεν ξέρω εάν το έχουν παρατηρήσει σωστά: δεν πρόκειται για μια φωνή απελευθέρωσης και χαράς, αλλά για μια πικρή διαπίστωση. Η βεβαιότητα ενός Θεού που θα 'δινε στη ζωή το νόημά της είναι πολύ πιο θελκτική από τη δυνατότητα του να πράττει κανείς το κακό ατιμωρητί. Η εκλογή δε θα 'ταν δύσκολη. Μα δεν υπάρχει εκλογή και τότε αρχίζει η πίκρα. Το παράλογο δεν απελευθερώνει, δεσμεύει. Δεν επιτρέπει όλες τις πράξεις. Όλα επιτρέπονται δε σημαίνει πως τίποτα δεν απαγορεύεται. Το παράλογο δίνει στις συνέπειες των πράξεών του την ισορροπία τους. Δε συνιστά το έγκλημα, θα ήταν παιδαριώδες, αλλά θεωρεί ανώφελη την τύψη. Όμοια, αν όλες οι εμπειρίες δεν έχουν σημασία, η εμπειρία του καθήκοντος είναι εξ ίσου θεμιτή με μια άλλη. Μπορεί να είναι κανείς ενάρετος από ιδιοτροπία.
Όλες οι ηθικές είναι χτισμένες πάνω στην ιδέα πως οι συνέπειες μιας πράξης τη νομιμοποιούν ή όχι. Ένα πνεύμα ποτισμένο απ' το παράλογο υποστηρίζει μονάχα πως αυτές οι συνέπειες πρέπει να εξετάζονται με απάθεια. Είναι πρόθυμο να πληρώσει. Δέχεται, δηλαδή, ότι σε μια πράξη μπορεί να υπάρχουν υπεύθυνοι, ποτέ όμως ένοχοι. Επί πλέον, θα συμφωνήσει στο να χρησιμοποιηθεί η προηγούμενη εμπειρία για να καθοδηγήσει τις μελλοντικές του πράξεις. Ο χρόνος θα γεννήσει το χρόνο και η ζωή θα εξυπηρετήσει τη ζωή. Σ' αυτόν το χώρο που είναι περιορισμένος και κορεσμένος συγχρόνως από δυνατότητες, όλα, εκτός από τη σκέψη του, φαίνονται στο παράλογο απρόβλεπτα. Ποιος κανόνας, λοιπόν, θα μπορούσε να βγει απ' αυτήν την παράλογη τάξη; Η μόνη αλήθεια που θα μπορούσε κάτι να του μάθει δεν είναι διόλου σταθερή: γεννιέται κι εξελίσσεται μέσα στους ανθρώπους. Το παράλογο πνεύμα, λοιπόν, δεν ψάχνει ν' ανακαλύψει κανόνες ηθικής στο βάθος της σκέψης του, μα τις μορφές και το ρυθμό της ανθρώπινης ζωής. Τέτοιες είναι οι εικόνες που θα παρουσιάσουμε. Ακολουθούν την παράλογη σκέψη δίνοντας της μορφή κι ενδιαφέρον.
Είναι ανάγκη να αναπτύξω την ιδέα πως ένα παράδειγμα δεν αποτελεί πάντα παράδειγμα για μίμηση (πολύ λιγότερο όταν συμβαίνει στον παράλογο κόσμο) και πως αυτές οι μορφές δεν αποτελούν πρότυπα; Εκτός του ότι πρέπει να υπάρχει κλίση προς αυτά, θα ήταν γελοίο να μιμηθεί κανείς τον Ρουσσώ που έπεφτε κάτω περπατώντας στα τέσσερα ή τον Νίτσε που φερόταν κτηνωδώς στη μητέρα του. "Πρέπει να είσαι παράλογος, γράφει ένας σύγχρονος συγγραφέας, δεν πρέπει να είσαι απατημένος". Οι στάσεις για τις οποίες θα γίνει λόγος δεν μπορούν να αποκτήσουν όλο το νόημά τους παρά συγκρίνοντάς τες με τις αντίθετες τους. Ο τελευταίος στρατιώτης είναι ίσος με ένα στρατηγό, αν και οι δυο έχουν συνείδηση. Απ' αυτή την άποψη όλες οι εμπειρίες δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Υπάρχουν για να εξυπηρετούν ή να μη βλάπτουν τον άνθρωπο. Εάν έχει συνείδηση, τον εξυπηρετούν. Αν όχι, δεν έχουν καμία σημασία: οι ήττες ενός ανθρώπου δεν κρίνουν τις περιστάσεις, αλλά τον ίδιο.
Διαλέγω μονάχα ανθρώπους που ζουν για να εξαντλούνται ή αυτούς που ξέρω πως εξαντλούνται. Δε γίνεται διαφορετικά. Για την ώρα θέλω να μιλήσω για έναν κόσμο όπου η σκέψη και η ζωή δεν έχουν μέλλον. Το καθετί που απασχολεί και παρακινεί τον άνθρωπο τρέφει την ελπίδα. Η μόνη, λοιπόν, σκέψη που δεν είναι ψεύτικη είναι μια σκέψη στείρα. Στον παράλογο κόσμο η αξία μιας γνώσης ή μιας ζωής εκτιμάται με τη στειρότητα της.
Το 1908, ένας φιλόσοφος του Χάρβαρντ ονόματι Τζοσάια Ρόις έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο Η φιλοσοφία της αφοσίωσης. Τον Ρόις δεν τον απασχολούσαν τα βάσανα του γήρατος. Όμως τον απασχολούσε ένας γρίφος θεμελιώδης για κάθε άνθρωπο ο οποίος στοχάζεται πάνω στη θνητότητά του. Ο Ρόις ήθελε να καταλάβει γιατί απλώς το να υπάρχουμε —να έχουμε μόνο μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι μας, φαΐ να φάμε και να αισθανόμαστε ασφαλείς και ζωντανοί— φαίνεται κενό νοήματος. Τι παραπάνω χρειάζεται για να νιώθουμε ότι αξίζει να ζούμε τη ζωή που ζούμε; Η απάντηση, πίστευε, έγκειται στο εξής: όλοι μας αναζητούμε έναν σκοπό που να μας υπερβαίνει. 0 Ρόις θεωρούσε ότι αυτό ήταν μια εγγενώς ανθρώπινη ανάγκη. 0 σκοπός θα μπορούσε να είναι μεγάλος (οικογένεια, πατρίδα, ένα “πιστεύω”) ή μικρός (το χτίσιμο ενός σπιτιού, η φροντίδα ενός κατοικίδιου). Το καίριο σημείο είναι ότι η ζωή μας αποκτά νόημα όταν δίνουμε αξία στον σκοπό μας και θεωρούμε ότι αξίζει να κάνουμε θυσίες γ ι’ αυτόν. Τούτη την προσήλωση σε έναν σκοπό που μας υπερβαίνει ο Ρόις την ονόμασε αφοσίωση. Τη θεωρούσε το αντίθετο του ατομικισμού. 0 ατομικιστής βάζει το προσωπικό συμφέρον πάνω απ’ όλα, θεωρεί μέγιστο μέλημά του τον πόνο του, την απόλαυσή του, την ύπαρξή του την ίδια. Για έναν ατομικιστή, η αφοσίωση σε σκοπούς που δεν έχουν καμία σχέση με την ιδιοτέλεια φαντάζει αλλόκοτη. Όταν δε μια τέτοια αφοσίωση ενθαρρύνει την αυτοθυσία, τότε ανησυχεί σφόδρα — ο ίδιος τη βλέπει σαν μια εσφαλμένη και παράλογη τάση, που καθιστά τους ανθρώπους εύκολη λεία των τυράννων. Τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από την ιδιοτέλεια και, επειδή όταν πεθάνεις, πάει... πέθανες, η αυτοθυσία δεν έχει κανένα νόημα. 0 Ρόις αντιπαθούσε την ατομικιστική κοσμοαντίληψη. «Ανέκαθεν είχαμε τον εγωισμό μέσα μας», έγραψε. «Όμως ποτέ άλλοτε δεν είχαμε υπερασπιστεί τόσο μεγαλοφυώς το θεόσδοτο δικαίωμα να είμαστε εγωιστές». Στην πραγματικότητα, υποστήριξε, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη την αφοσίωση. Η αφοσίωση δεν φέρνει απαραιτήτως ευτυχία, ενίοτε μάλιστα μπορεί να αποβεί έως και οδυνηρή, όμως όλοι έχουμε την ανάγκη να αφιερωθούμε σε κάτι που ξεπερνά τον εαυτό μας, αν θέλουμε η ζωή μας να είναι υποφερτή. Χωρίς αφοσίωση, το μόνο που μας καθοδηγεί είναι οι επιθυμίες μας, και οι επιθυμίες είναι παροδικές, ευμετάβλητες και ακόρεστες. Σε τελική ανάλυση, το μόνο που μας προσφέρουν είναι ένα μαρτύριο. «Εκ φύσεως, είμαι λίγο πολύ το σημείο όπου συναντιούνται άπειρα ρεύματα προγονικών τάσεων. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη [...] είμαι ένα συνονθύλευμα παρορμήσεων», παρατήρησε ο Ρόις. «Δεν είμαστε σε θέση να δούμε το εσωτερικό φως. Ας προσπαθήσουμε να δούμε το εξωτερικό φως». Κι αυτό ακριβώς κάνουμε. Ας λάβουμε υπόψη, φέρ’ ειπείν, το ότι μας νοιάζει βαθύτατα τι θα συμβεί στον κόσμο αφού πεθάνουμε. Αν η ιδιοτέλεια, το ατομικό μας συμφέρον, ήταν η πρωταρχική πηγή νοήματος στη ζωή, τότε δεν θα ένοιαζε κανέναν αν μία ώρα αφότου πεθάνει όλοι όσοι γνώριζε αφανίζονταν από προσώπου γης. Να όμως που τον περισσότερο κόσμο τον νοιάζει και με το παραπάνω. Νιώθουμε ότι ένα τέτοιο συμβάν θα στερούσε τη ζωή μας από κάθε νόημα. 0 μοναδικός τρόπος που έχουμε για να δώσουμε νόημα στον θάνατό μας είναι να δούμε τον εαυτό μας ως κομμάτι ενός ευρύτερου συνόλου: μιας οικογένειας, μιας κοινότητας, μιας κοινωνίας. Αν δεν το πράξουμε αυτό, η θνητότητα είναι η απόλυτη φρίκη. Αν όμως το πράξουμε, τα πράγματα αλλάζουν. Η αφοσίωση, λέει ο Ρόις, «λύνει την παραδοξότητα της τετριμμένης ύπαρξής μας, επειδή μας δείχνει έξω από τον εαυτό μας τον σκοπό που καλούμαστε να υπηρετούμε και μέσα στον εαυτό μας τη βούληση που ευφραίνεται όταν τον υπηρετεί, και η οποία δεν ματαιώνεται αλλά εμπλουτίζεται και εκφράζεται μέσα απ’ αυτή την προσφορά υπηρεσίας». Σε πιο πρόσφατες εποχές, οι ψυχολόγοι έχουν χρησιμοποιήσει τον όρο «υπερβατικότητα» ως παραλλαγή της ίδιας ιδέας. Πάνω από το επίπεδο αυτοπραγμάτωσης, στην πυραμίδα αναγκών του Μάσλοου, οι ψυχολόγοι διατείνονται ότι υπάρχει στον άνθρωπο η υπερβατική επιθυμία να βλέπει και να βοηθά άλλους ανθρώπους να εκπληρώσουν τις δυνατότητες τους. Καθώς η ζωή μας φτάνει σιγά σιγά στο τέλος της, όλοι αναζητούμε παρηγοριά σε μικρές απολαύσεις — στην παρέα, σε καθημερινές συνήθειες, στη γεύση του καλού φαγητού, στη ζεστασιά του ήλιου στο πρόσωπό μας... Ενδιαφερόμαστε λιγότερο για την ανταμοιβή που νιώθουμε πετυχαίνοντας και συσσωρεύοντας, και περισσότερο για την ανταμοιβή που νιώθουμε όταν απλώς υπάρχουμε. Παρ’ όλ’ αυτά, ενώ από τη μια πλευρά μπορεί να αισθανόμαστε λιγότερο φιλόδοξοι, ταυτόχρονα αρχίζει να μας απασχολεί περισσότερο ό,τι αφήνουμε πίσω μας. Έχουμε μια βαθιά ανάγκη να βρούμε σκοπούς έξω α π ’ τον εαυτό μας, που να δίνουν νόημα και αξία στη ζωή μας.
Atul Gawande Εμείς οι Θνητοί Τα όρια της ιατρικής και τι έχει πράγματι σημασία όταν το τέλος πλησιάζει Μετάφραση Λύο Καλοβυρνάς Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2017
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέρας Πρέπει να καίει και να μουγκρίζει Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό, Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί Αφού απ' τα λόγια τους δεν είδαν Αστραπή να ψαλιδίζει, Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.
Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή, Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει Των πράξεών τους φύση, λαμπρή, καχεκτική Σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές μπορούσαν να χορεύουν, Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν, Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν, Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.
Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα, Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι, Όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί, Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Κι εσύ πατέρα, απ' το θλιμμένο ύψος, από κει, Δωσ' μου κατάρα και ευχή Με των δακρύων σου την ορμή. Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή, Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Παντρεύεστε, θα το μετανιώσετε(1)· δεν παντρεύεστε, θα το μετανιώσετε επίσης· παντρευτείτε ή δεν παντρευτείτε, θα το μετανιώσετε το ίδιο· αν παντρευτείτε ή αν δεν παντρευτείτε, θα μετανιώσετε για το ένα και για το άλλο. Γελάστε με τις τρέλες αυτού του κόσμου, θα το μετανιώσετε· κλάψτε γι’ αυτές, θα το μετανιώσετε επίσης· γελάστε με τις τρέλες αυτού του κόσμου είτε κλάψτε γι’ αυτές, θα το μετανιώσετε το ίδιο· αν γελάτε με τις τρέλες αυτού του κόσμου ή αν κλαίτε γι’ αυτές, θα μετανιώσετε για το ένα και το άλλο. Εμπιστευτείτε μια νέα κοπέλα, θα το μετανιώσετε και πάλι· εμπιστευτείτε μια νέα κοπέλα ή μη την εμπιστευόσαστε, θα το μετανιώσετε το ίδιο· αν εμπιστευτείτε μια νέα κοπέλα ή δεν την εμπιστευόσαστε, θα μετανιώσετε για το ένα και για το άλλο. Απαγχονιστείτε, θα το μετανιώσετε· μην απαγχονίζεστε, θα το μετανιώσετε το ίδιο· αν απαγχονιστείτε ή δεν απαγχονιστείτε, θα μετανιώσετε για το ένα και για το άλλο. Αυτό εδώ, κύριοι, είναι το άθροισμα όλης της σοφίας της ζωής. Δεν είναι μόνο σε ορισμένες στιγμές, όπως το λέει ο Σπινόζα, που θεωρώ τα πάντα aeterno modo [αιωνίω τω τρόπω], αλλά είμαι πάντοτε aeterno modo. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι αυτό παρομοίως, επειδή έχουν, μετά την εκπλήρωση του ενός ή του άλλου από τα πράγματα αυτά, ενοποιήσει ή συμφιλιώσει τις αντιφάσεις αυτές. Πρόκειται όμως για παρανόηση, διότι η πραγματική αιωνιότητα δεν είναι πίσω από την εναλλακτική λύση αλλά μπροστά από αυτήν. Η αιωνιότητα αυτών των ανθρώπων θα είναι, κατά συνέπεια, μια οδυνηρή διαδοχή του χρόνου, αφού θα είναι υποχρεωμένοι αυτοί να ροκανίζουν τη διπλή μεταμέλεια. Από το γεγονός αυτό η σωφροσύνη μου γίνεται εύκολο πράγμα να το κατανοήσει κανείς, διότι δεν έχω παρά μια μόνο θέση και μάλιστα δεν την χρησιμοποιώ ούτε και γι’ αφετηρία. Πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στη διαλεκτική που θα χρησιμοποιήσω στην εναλλακτική λύση: είτε-είτε, και σ’ εκείνην που μόλις υπέδειξα, και η οποία είναι αιώνια. Όταν λέω εδώ ότι δεν ξεκινάω από τη θέση μου, το αντίθετο αυτής της πρόφασης δεν είναι μόνο αυτό η αρνητική έκφραση της θέσης μου, το μέσο με το οποίο κατανοεί αυτή τον ίδιο τον εαυτό της σε αντίθεση με μιαν αφετηρία του ίδιου του εαυτού της ή μιας μη αφετηρίας του ίδιου του εαυτού της. Και δεν την λαμβάνω ως αφετηρία, διότι αν ξεκινούσα από τη θέση μου, θα μετάνιωνα και αν όχι, θα μετάνιωνα επίσης. Τώρα, αν ο ένας ή ο άλλος από τους πολυτιμημένους ακροατές πίστευε ότι μπορεί να βρει κάτι τι σ’ αυτό που είπα, θα έδειχνε απλώς ότι ο εγκέφαλός του δεν είναι φτιαγμένος για τη φιλοσοφία· και αν του φαινόταν ότι μπορεί ν’ ανακαλύψει μια πρόοδο σ’ αυτό που είπα, θα επρόκειτο για το ίδιο αυτό. Αντιθέτως, για τους ακροατές τους ικανούς ν’ ακολουθήσουν τη διαλεκτική μου, έστω κι αν συμβαίνει να μην προοδεύω, θ’ αναπτύξω την αιώνια αλήθεια χάρις στην οποία αυτή η φιλοσοφία μένει ο εαυτός της και δεν υποχωρεί μπροστά σε καμιάν άλλη. Αν ξεκινούσα από τη θέση μου, δεν θα μπορούσα πλέον να σταματήσω, διότι το αιώνιο μου ξεκίνημα είναι το αιώνιο μου σταμάτημα. Η εμπειρία μάς έμαθε ότι δεν είναι διόλου τόσο δύσκολο στη φιλοσοφία ν’ αρχίσει, κάθε άλλο, διότι αυτή αρχίζει με το τίποτα. Και μπορεί συνεπώς πάντοτε ν’ αρχίσει. Αυτό ωστόσο που η φιλοσοφία και οι φιλόσοφοι βρίσκουν δύσκολο, είναι το να σταματήσουν. Αυτή εδώ τη δυσκολία εγώ την έχω, κι αυτήν επίσης, αποφύγει, διότι αν κάποιος σκεπτόταν ότι σταματώντας προς το παρόν, θα σταματούσα πραγματικά, θα έδειχνε ότι δεν έχει θεωρητική αίσθηση. Στην πραγματικότητα δεν σταματώ προς το παρόν, πλην όμως έχω σταματήσει από τη στιγμή που άρχισα. Η φιλοσοφία μου κατέχει λοιπόν την έξοχη ποιότητα να είναι σύντομη, και επίσης να είναι ανεπίδεκτη αναιρέσεως ή ανασκευής, διότι αν κάποιος μου εναντιωνόταν, θα είχα, νομίζω, το δικαίωμα να τον χαρακτηρίσω τρελό. Ο φιλόσοφος λοιπόν είναι πάντοτε aeterno modo. Δεν έχει, όπως ο μακαρίτης Sintenis(2), ζήσει κάποιες ώρες μόνο για την αιωνιότητα.
___________ (1) Μια όμοια παρατήρηση αποδίδεται από τον Διογένη τον Λαέρτιο στον Σωκράτη. (2) Chr. Fr. Sintenis:Γερμανός ποιητής.
Όλοι ο κόσμοι, όλοι οι άνθρωποι, όλα τα ζώα, όλα τα φυτά, όλα τα ορυκτά, όλα τα μόρια και τα άτομα, όλα όσα υπάρχουν, πλέουν σε έναν ωκεανό αιώνιας και άπειρης ζωής που δεν ελαττώνεται, ούτε καταστέλλεται. Συνεπώς κάθε οργανισμός, είτε πρόκειται για μόριο ή για σύμπαν, ενσωματώνει ένα μέρος της ζωής στη φύση του. Φανταστείτε το σφουγγάρι καθώς απλώνεται στο νερό που το περιβάλλει, το αγκαλιάζει και το διαπερνά· παντού υπάρχει το νερό, ο ωκεανός που στροβιλίζεται σε κάθε πέρασμα και γεμίζει κάθε πόρο του. Μπορούμε όμως να σκεφθούμε τον ωκεανό πέρα από το σφουγγάρι, γεγονός που τα διαφοροποιεί στη σκέψη μας όταν θέλουμε να τα εξετάσουμε ξεχωριστά. Κάθε οργανισμός, λοιπόν, είναι ένα σφουγγάρι βυθισμένο στον ωκεανό της συμπαντικής ζωής και περιέχει μέσα του ένα μέρος του ωκεανού, τη δική του ανάσα ζωής. Στη Θεοσοφία αυτή η ιδιαίτερη ζωή ονομάζεται Πράνα, ανάσα. Πρόκειται για την τρίτη αρχή της ανθρώπινης συγκρότησης. Για την ακρίβεια, η «ανάσα της ζωής» – που οι Εβραίοι ονομάζουν Νεφές – η ανάσα που εμφυσήθηκε στον Αδάμ – δεν είναι μόνο Πράνα αλλά Πράνα σε συνδυασμό με την τέταρτη αρχή (Κάμα-Ρούπα ή Το Σώμα των Επιθυμιών). Και τα δύο μαζί συνθέτουν το «ζωτικό σπινθήρα» (Μυστική Δοξασία Τόμος Ι) και είναι «η πνοή της ζωής στον άνθρωπο το ζώο και το έντομο» (Μυστική Δοξασία). Είναι η «πνοή της κτηνώδους ζωής στο ζώο» (ίδια πηγή). Σε αυτή την πραγματεία, όμως, θα ασχοληθούμε μόνο με το Πράνα, τη ζωτικότητα που εμψυχώνει κάθε οργανικό σώμα. Ο φορέας αυτής της ζωής είναι το αιθερικό σώμα. Ο φορέας αυτής της ζωής είναι το αιθερικό διπλό που ενεργεί σαν μέσο επικοινωνίας, σαν γέφυρα ανάμεσα στο Πράνα και το φυσικό σώμα. Η Μυστική Δοξασία αποδίδει τα μικρόβια της επιστήμης σαν κατώτερη υποδιαίρεση του Πράνα. Είναι οι «αόρατες ζωές» που «αποτελούν τα φυσικά κύτταρα» (ίδια πηγή)· είναι «οι μυριάδες ζωές» που χτίζουν «το πήλινο σκήνωμα», τα φυσικά σώματα (ίδια πηγή, τόμος Ι). «Η επιστήμη που αντιλαμβάνεται μέρος της αλήθειας, ανακαλύπτει στο ανθρώπινο σώμα βακτηρίδια και άλλους μικροοργανισμούς τους οποίους θεωρεί τυχαίους και αφύσικους επισκέπτες που προξενούν ασθένειες. Ο εσωτερισμός – που αναγνωρίζει τη ζωή σε κάθε άτομο και μόριο του σώματος των φυτών και των ανθρώπων, στον αέρα, τη φωτιά και το νερό – θεωρεί πως το σώμα αποτελείται από τέτοιες ζωές. Στο μικροσκόπιο, ακόμη και το μικρότερο βακτηρίδιο μοιάζει με ελέφαντα συγκρινόμενο με το «μικρότερο εγχυματικό μικρόβιο» (ίδια πηγή). Οι «πύρινες ζωές» ελέγχουν και κατευθύνουν τα μικρόβια, τις αόρατες ζωές. «Έμμεσα» ελέγχουν και κατευθύνουν τα μικρόβια, τους άμεσους κτίστες και τα εφοδιάζουν με όσα χρειάζονται. Οι «πύρινες ζωές», η σύνθεση και ουσία του Πράνα, είναι «η ζωτική δημιουργική ενέργεια» που δίνει τη δυνατότητα στα μικρόβια να δομήσουν τα φυσικά κύτταρα. Ένα από τα αρχαία σχόλια ανακεφαλαιώνει όσα είπαμε με ακριβείς και καθαρές φράσεις. «Για τον αμαθή, οι κόσμοι είναι φτιαγμένοι από τα γνωστά στοιχεία. Στο νου του Αρχάτ*, αυτά τα στοιχεία συνθέτουν τη θεία ζωή που μοιράζεται στο πεδίο της εκδήλωσης σε εκατομμύρια ζωών. Η Φωτιά στο πεδίο της Μιας Πραγματικότητας είναι ΜΙΑ στο πεδίο της εκδήλωσης. Τα τμήματα αυτής της εκδήλωσης είναι πύρινες ζωές που ζουν και υπάρχουν σε βάρος κάθε άλλης ζωής που αναλώνουν. Γι’ αυτό ονομάστηκαν Εκείνοι που Καταβροχθίζουν… Καθετί ορατό σε αυτό το σύμπαν, από το συνειδητό και Θείο άνθρωπο μέχρι τα ασυνείδητα στοιχεία που αποτελούν την ύλη, είναι πλασμένο από τέτοιες ζωές. Από τη Μια Ζωή, την άμορφη και αδημιούργητη, εκπορεύεται ένα σύμπαν από ζωές» (Μυστική Δοξασία, τόμος Ι). Όπως στο σύμπαν, έτσι στον άνθρωπο και σε όλες τις αμέτρητες ζωές, η δημιουργική ζωτικότητα ονομάζεται Πράνα.
_________ * Ο Αρχάτ (ή Άρχατ) είναι ένας βουδιστικός όρος που σημαίνει «τον φωτισμένο» ή «τον άξιο», δηλαδή έναν άνθρωπο που έφτασε στη νιρβάνα και ελευθερώθηκε από τον κύκλο των γεννήσεων. Στον βουδιστισμό Τεραβάντα, αποτελεί το ιδανικό πρότυπο πνευματικής τελείωσης. (από Gemini)
Annie Besant Οι Επτά Αρχές του Ανθρώπου Μετάφραση Θεόδωρος Σιαφαρίκας Εκδόσεις Ιάμβλιχος 1989