Coincidentia Oppositorum

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Αναζητώντας τη Λήθη – Isabelle Eberhardt

Σ’ αυτό το ξαρ(1), που δεν διαθέτει ούτε μαυριτανικό καφενείο και τα μόνα μέρη όπου μαζεύονται οι άνθρωποι είναι η πλατεία και τα χωματένια πεζούλια στη βάση του οχυρώματος κατά μήκος του δρόμου για τη Μπεσάρ, ανακάλυψα το μέρος όπου συγκεντρώνονται για να καπνίσουν κιφ(2).
Βρίσκεται σ’ ένα μισογκρεμισμένο σπίτι πίσω απ’ τη Μελλάχ, μια μακρόστενη κάμαρα που φωτίζεται μονάχα από ένα μικρό «μάτι» στο κέντρο του ταβανιού με τα καπνισμένα και φουσκωμένα δοκάρια. Οι τοίχοι είναι μαύροι, με ρωγμές που μοιάζουν με πληγές. Στο χωματένιο δάπεδο, που σπάνια σκουπίζεται, φλούδια από ρόδια και παρόμοια σκουπίδια.
Αυτό το παράξενο μέρος χρησιμεύει ως άσυλο για τους Μαροκάνους απατεώνες, τους νομάδες, τους κάθε λογής κατεργάρηδες και μασκαράδες. Το σπίτι μοιάζει να μην έχει ιδιοκτήτη· σαν κακόφημο ξενοδοχείο όπου περνά κανείς μερικές άσχημες νύχτες· μοιάζει σαν από γραφικό θεατρικό σκηνικό, με την ατμόσφαιρα προθάλαμου εγκλήματος.
Σε μια γωνιά, μια καθαρή ψάθα, με μερικά μαξιλάρια απ’ τη Φεζ, με κεντημένο δέρμα. Πάνω στην ψάθα ένα μεγάλο αραβικό μπαούλο με ζωηρόχρωμες ζωγραφιές, αντί για τραπέζι. Σ’ ένα πήλινο λαγήνι από την Τελλ, διακοσμημένο με γεωμετρικά σχήματα και αραβουργήματα, μια τριανταφυλλιά με μικρά ροζ άνθη, μέσα σε πρασινάδα κήπου· παραδίπλα μια χάλκινη κατσαρόλα πάνω σε τρίποδο, δυο τρεις τσαγέρες, ένα κοφίνι γεμάτο ινδική κάνναβη. Αυτός είναι ο διάκοσμος, το σκηνικό του μικρού μέρους όπου μαζεύονται οι καπνιστές του κιφ(2), οι άνθρωποι που αγαπούν την ησυχία τους και τη βολή τους.
Παραλίγο να το λησμονήσω· πάνω σε μια πρόχειρη κούρνια από φοινικόκλαδα ένας αιχμαλωτισμένος γύπας, δεμένος από το πόδι.
Οι μπερράνια (ξένοι), οι περιπλανώμενοι που συχνάζουν σ’ αυτό το καταφύγιο, σμίγουν καμιά φορά με τους καπνιστές του κιφ(2), παρ’ όλο που  αποτελούν κλειστό κύκλο στον οποίο πολύ δύσκολα μπαίνει κανείς, γιατί, ταξιδιώτες κι αυτοί, περιφέρουν στις χώρες του Ισλάμ τα όνειρα τους – οι πιστοί λάτρεις του παραισθησιογόνου καπνού που μαζεύονται εδώ στην Κενάδσα ανήκουν στην τάξη των πιο μορφωμένων.
Ο Χατζ Ιντρίς, ένας ψηλός Φιλαλί, ηλιοκαμένος, με πρόσωπο γλυκό και φωτεινό, από εσωτερικό φως, είναι ένας από τους πολλούς αυτούς πλάνητες του μουσουλμανικού κόσμου, τους χωρίς οικογένεια και σταθερό επάγγελμα. Περιφέρεται από πόλη σε πόλη, είκοσι πέντε χρόνια τώρα, πότε δουλεύοντας και πότε ζητιανεύοντας, ανάλογα με τις περιστάσεις.
Παίζει γκουμπρί, τη μικρή αραβική κιθάρα των δύο χορδών, τεντωμένων πάνω σε καβούκι χελώνας, με το σκαλιστό ξύλινο βραχίονα.
Ο Χατζ Ιντρίς έχει ωραία φωνή, βαθιά και καθάρια, ιδανική για τα παλιά ανδαλουσιάνικα τραγούδια, με τις μελαγχολικές και τρυφερές μελωδίες.
Ο Σι Μοχάμεντ Μπεχαουρί, Μαροκάνος από τη Μεκινές, με ωχρό παρουσιαστικό, με τρυφερά μάτια, νέος ακόμη, είναι ένας περιπλανώμενος ποιητής που αναζητά στο Μαρόκο και τη νότια Αλγερία αραβικούς μύθους και λογοτεχνικό υλικό. Βγάζει το ψωμί του συνθέτοντας και απαγγέλοντας στίχους για τις χαρές και τις λύπες της αγάπης.
Ένας άλλος είναι απ’ το Τζεμπέλ-Ζερχαούν. Γιατρός και μάγος, κοντός, ξερακιανός, μυώδης, με δέρμα μαυρισμένο από τον σουδανέζικο ήλιο, καθώς ταξίδεψε χρόνια ολόκληρα, πηγαινοερχόμενος με τα καραβάνια από την ακτή της Σενεγάλης στο Τομπουκτού. Περνάει όλη τη μέρα του παρασκευάζοντας γιατροσόφια και ξεφυλλίζοντας παλιές μαροκάνικες σολομωνικές.
Στην Κενάδσα όλους αυτούς τους έφερε η τύχη. Αύριο θα φύγουν, παίρνοντας ο καθένας το δικό του δρόμο, εντελώς ανέμελοι, τραβώντας προς την εκπλήρωση του πεπρωμένου τους.
Τα κοινά τους γούστα τους οδήγησαν σ’ αυτό το γεμάτο καπνούς καταφύγιο, όπου περνάνε ξέγνοιαστα τις αργόσυρτες ώρες της ζωής τους.
Το βράδυ, μια λοξή ρόδινη αχτίδα φωτός περνάει από το μάτι της οροφής στο ημίφως της αίθουσας. Οι καπνιστές του κιφ(2) μαζεύονται, φορώντας τουρμπάνια στολισμένα με μυρωδάτο κλαδάκι βασιλικό. Κάθονται οκλαδόν κατά μήκος του τοίχου, πάνω στην ψάθα τους, και καπνίζουν τις μικρές πήλινες πίπες τους με την ινδική κάνναβη και τον κοπανισμένο μαυριτάνικο καπνό.
Ο Χατζ Ιντρίς γεμίζει τις πίπες και τις μοιράζει, αφού σκουπίσει προσεκτικά το στόμιο πάνω στο μάγουλό του, από ευγένεια. Όταν αδειάσει η δική του, βγάζει απαλά την καύτρα που έχει απομείνει και τη βάζει στο στόμα του – δεν αισθάνεται το κάψιμο – έπειτα, αφού ξαναγεμίσει την πίπα του, την ξανανάβει με την καύτρα, κρατώντας για ώρες ολόκληρες κάθε φορά τη μικρή φωτιά αναμμένη.
Πανέξυπνος, με κοφτερό κι εύστροφο μυαλό, γαληνεμένο καθώς βρίσκεται μονίμως σε ημιέκσταση, ονειροπολεί […] αργό και γλυκό ναρκωτικό […] στην Ευρώπη οι αποκαλούμενες αφροδισιακές ιδιότητες.
...Αναζητώντας τη λήθη, τραγουδούν και χτυπούν νωχελικά τα χέρια τους· οι ονειρικές φωνές τους υψώνονται μες στην προχωρημένη νύχτα, κάτω απ’ το αμυδρό φως του φαναριού· σιγά σιγά οι φωνές χαμηλώνουν, γίνονται πιο αργές, πιο ξέπνοες· τέλος, οι καπνιστές σωπαίνουν, με το βλέμμα αφημένο στα άνθη τους, σε έκσταση.
Είναι επικούρειοι, ηδονιστές, ίσως σοφοί, που μπορούν και διακρίνουν, μες στο σκοτεινό καταφύγιο των Μαροκάνων απατεώνων, τους μαγικούς ορίζοντες, και φτιάχνουν εκεί θαυμαστές πολιτείες όπου βασιλεύει η ευτυχία.

______________ 
1. ξαρ (πληθ. ξουρ) = Οχυρωμένο χωριό· πολλά ξαρ δημιουργούν ένα ξουρ.
2. κιφ = Το κιφ (kif ή kief) που καπνίζουν στη Βόρεια Αφρική, και κυρίως στο Μαρόκο, είναι ένα παραδοσιακό μείγμα ψιλοκομμένης κάνναβης και τοπικού καπνού. Η λέξη προέρχεται από την αραβική λέξη kaif (κίφι), που σημαίνει ευχαρίστηση ή καλή διάθεση. [πληροφορία από Gemini a.i.]

Isabelle Eberhardt
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΛΗΘΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2001

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ – ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ



Νιότη μου, που δε σ’ ένιωσα, χωρίζουμε σε λίγο∙
μάταια τα χέρια μου κρατάς στα χέρια σου πριν φύγω.
Το αίμα τρέχει απ’ την πληγή που σ’ άνοιξα στα στήθη –
ω… ο θάνατος σου νά ’σβηνε κι αυτός μέσα στη λήθη…

Μας λείπεται ώς την ύστερη την ώρα λίγος δρόμος.
Θα τον περάσουμε κι αυτόν∙ τι τ’ όφελός μας όμως,
αφού την άγια βλάστηση που γύρω μας φουντώνει
η πληγωμένη σου καρδιά στάζοντας θα ματώνει;

Ωστόσο ας προχωρήσουμε… Τίποτε πια δε μένει,
στο τέλειωμα του δρόμου μας ο τάφος περιμένει –
τα χέρια μου τον άνοιξαν, μυρίζουν χώμα ακόμα,
και θα τον κλείσουνε μαζί με το άχραντό σου σώμα.
Όμως κάλλιο να πέθαινα πριν από σένα, Νιότη
– κερδίζουν πάντα στη ζωή όσοι πεθαίνουν πρώτοι –
παρά να σέρνω ανέλπιδος τα βήματά μου μόνα
σ’ ένα χλωμό χινόπωρο κι ύστερα στο χειμώνα.

Λευκές με σέναν άνοιξες κι άλικα καλοκαίρια
σκορπίζουν τα λουλούδια τους και χίλια περιστέρια
με τσακισμένα τα φτερά σωριάζονται στο χώμα
εκεί που – θρήνος… – οι Έρωτες ψυχομαχούν ακόμα.

Μόνος μου πια δε θα νοιαστώ η Μούσα αν θα μου βάνει
πάνω στα γκρίζα μου μαλλιά της δάφνης το στεφάνι∙
απ’ το κεφάλι μου έπεσαν τα ρόδα που φορούσα
κι ό,τι τα νιάτα μου άξιζαν, ω… δεν τ’ αξίζει η Μούσα.

Ήσουν τραγούδι ανείπωτο στα σύννεφα γραμμένο
όνειρο πάνω απ’ τη ζωή κι απ’ τους ανθρώπους ξένο,
που η μπόρα τώρα σε σκορπά μες στ’ ουρανού τα βάθη –
πουλί που στον ορίζοντα το μακρινό εχάθη.

Το χέρι μου περίλυπος στο μέτωπο μου ας φέρω:
Θα ξέρω πως η σκέψη μου κλείνει βαθιά ένα γέρο.
Ω… των πραγμάτων βιάστηκα και βρήκα το άδειο βάθος
κι αιτία του θανάτου σου γίνηκε αυτό το λάθος.

Νιότη μου, που δε σ’ ένιωσα, χωρίζουμε σε λίγο…
Σε μια κραυγή το στόμα μου μ’ απελπισιά ανοίγω∙
αυτά τα λόγια μοναχά στο θάνατό σου παν:
– Πεθαίνει ο Μέγας Παν…

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Θερμοκήπιο [Serre chaude] – Maurice Maeterlinck

 

Ω, σέρρα ανάμεσα στα δάση
Κι οι θύρες σου κλειστές για πάντα,
Κι ό,τι που βρίσκεται στο θόλο σου από κάτω,
Και κάτω απ’ την ψυχή μου που σου μοιάζει!

Οι σκέψεις μιας πριγκίπισσας που πεινά,
Η ανία ενός ναύτη μες στην έρημο,
Μουσική από χάλκινα όργανα στα παράθυρα των ανιάτων.
Στις πιο ζεστές γωνιές πηγαίνετε!
Σα να βλέπεις μια γυναίκα λιπόθυμη τη μέρα του θερισμού,
Υπάρχουν ηνίοχοι στην αυλή του ξενώνα,
Μακριά περνά ένας κυνηγός ιππελάφων, που έγινε νοσοκόμος.

Κοιτάξτε το σεληνόφως!
(Α, τίποτα στη θέση του δε μένει!)
Σα να βλέπεις μια τρελή μπροστά στους δικαστές,
Έν’ αρχαίο πολεμικό πλησίστιο σ’ ένα κανάλι,
Νύχτια πουλιά πάνω στα κρίνα,
Σα ν’ ακούς κωδωνοκρουσίες πένθιμες το μεσημέρι,
(Πέρα σ’ εκείνες τις καμπάνες!)
Ιδού ένα κατάλυμα αρρώστων στο λιβάδι,
Έν’ άρωμα αιθέρα μια ηλιόλουστη μέρα.

Ω θε μου, θε μου, πότε θα ρθει η βροχή
Και το χιόνι κι ο άνεμος στη σέρρα!

***
Serre chaude

Ô serre au milieu des forêts !
Et vos portes à jamais closes !
Et tout ce qu'il y a sous votre coupole !
Et dans mon âme en vos analogies !

Les pensées d'une princesse qui a faim,
L'ennui d'un matelot dans le désert,
Une musique de cuivreaux fenêtres des incurables.
Allez aux angles les plus tièdes !
On dirait une femme évanouie un jour de moisson :
Il y a des postillons dans la cour de l'hospice ;
Au loin, passe un chasseur d'élans, devenu infirmier.

Examinez au clair de lune !
(Oh! rien n'y est à sa place !)
On dirait une folle devant les juges,
Un navire de guerre à pleines voiles sur un canal,
Des oiseaux de nuit sur des lys,
Un glas vers midi,
(Là-bàs sous ces cloches !)
Une étape de malades dans la prairie,
Une odeur d'éther un jour de soleil.

Mon Dieu ! Mon Dieu ! Quand aurons-nous la pluie,
Et la neige et le vent dans la serre !

Maurice Maeterlinck
Θερμοκήπια
Μετάφραση Μηνάς Δημάκης
Εκδόσεις Καστανιώτη 1983



Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Παράλογος Άνθρωπος – Albert Camus

Αν ο Σταβρόγκιν πιστεύει, δεν πιστεύει πως πιστεύει.
Αν δεν πιστεύει, δεν πιστεύει πως δεν πιστεύει.
ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ

"Το πεδίο μου, λέει ο Γκαίτε, είναι ο χρόνος". Να λοιπόν μια παράλογη φράση. Τι είναι τέλος πάντων ο παράλογος άνθρωπος; Αυτός που χωρίς ν' αρνιέται την αιωνιότητα, δεν κάνει τίποτα γι' αυτή. Όχι πως η νοσταλγία του φαίνεται ξένη. Αλλά του είναι αρκετά το θάρρος και η σκέψη. Το πρώτο τον μαθαίνει να ζει χωρίς επιθυμίες και να αρκείται σε ό,τι έχει, η δεύτερη του δείχνει ως πού μπορεί να φτάσει. Σίγουρος για την ως το τέλος ελευθερία του, για τη χωρίς μέλλον επανάστασή του και για τη φθαρτή του συνείδηση, όσο ζει ακολουθεί την τύχη του. Εκεί βρίσκεται το πεδίο του, εκεί δρα μονάχα με τη δική του κρίση. Μια πιο μεγάλη ζωή δεν μπορεί να σημαίνει γι' αυτόν μια άλλη ζωή. Θα ήταν υποτιμητικό. Δε μιλάω εδώ βέβαια για τη γελοία αιωνιότητα των μεταγενέστερων. Η Κυρία Ρολάν πίστευε στους μεταγενέστερους. Αυτή η απερισκεψία πήρε το μάθημά της. Οι μεταγενέστεροι αδιαφορούν για την Κυρία Ρολάν.
Κανένα θέμα ηθικής δεν επιδέχεται ανάπτυξη. Συνάντησα κακούς ανθρώπους με ηθική και καθημερινά συμπεραίνω ότι η τιμιότητα δεν έχει ανάγκη από κανόνες. Ο παράλογος άνθρωπος μια ηθική μόνο μπορεί να δεχτεί, εκείνη που είναι ένα με τον Θεό: εκείνη που υπαγορεύεται. Όμως, αυτός ο άνθρωπος, ζει έξω από τον Θεό. Όσο για τις υπόλοιπες ηθικές (συμπεριλαμβάνω και την ανηθικότητα), ο παράλογος άνθρωπος βρίσκει εκεί μονάχα δικαιολογίες χωρίς να δικαιολογεί τίποτα. Εδώ ξεκινάω από την αρχή της αθωότητάς του.
Αυτή η αθωότητα είναι φοβερή. "Όλα επιτρέπονται", φωνάζει ο Ιβάν Καραμάζωφ. Αυτό επίσης δείχνει τον παραλογισμό του. Αλλά με την προϋπόθεση πως δεν το ερμηνεύουμε με το συνηθισμένο τρόπο. Δεν ξέρω εάν το έχουν παρατηρήσει σωστά: δεν πρόκειται για μια φωνή απελευθέρωσης και χαράς, αλλά για μια πικρή διαπίστωση. Η βεβαιότητα ενός Θεού που θα 'δινε στη ζωή το νόημά της είναι πολύ πιο θελκτική από τη δυνατότητα του να πράττει κανείς το κακό ατιμωρητί. Η εκλογή δε θα 'ταν δύσκολη. Μα δεν υπάρχει εκλογή και τότε αρχίζει η πίκρα. Το παράλογο δεν απελευθερώνει, δεσμεύει. Δεν επιτρέπει όλες τις πράξεις. Όλα επιτρέπονται δε σημαίνει πως τίποτα δεν απαγορεύεται. Το παράλογο δίνει στις συνέπειες των πράξεών του την ισορροπία τους. Δε συνιστά το έγκλημα, θα ήταν παιδαριώδες, αλλά θεωρεί ανώφελη την τύψη. Όμοια, αν όλες οι εμπειρίες δεν έχουν σημασία, η εμπειρία του καθήκοντος είναι εξ ίσου θεμιτή με μια άλλη. Μπορεί να είναι κανείς ενάρετος από ιδιοτροπία.
Όλες οι ηθικές είναι χτισμένες πάνω στην ιδέα πως οι συνέπειες μιας πράξης τη νομιμοποιούν ή όχι. Ένα πνεύμα ποτισμένο απ' το παράλογο υποστηρίζει μονάχα πως αυτές οι συνέπειες πρέπει να εξετάζονται με απάθεια. Είναι πρόθυμο να πληρώσει. Δέχεται, δηλαδή, ότι σε μια πράξη μπορεί να υπάρχουν υπεύθυνοι, ποτέ όμως ένοχοι. Επί πλέον, θα συμφωνήσει στο να χρησιμοποιηθεί η προηγούμενη εμπειρία για να καθοδηγήσει τις μελλοντικές του πράξεις. Ο χρόνος θα γεννήσει το χρόνο και η ζωή θα εξυπηρετήσει τη ζωή. Σ' αυτόν το χώρο που είναι περιορισμένος και κορεσμένος συγχρόνως από δυνατότητες, όλα, εκτός από τη σκέψη του, φαίνονται στο παράλογο απρόβλεπτα. Ποιος κανόνας, λοιπόν, θα μπορούσε να βγει απ' αυτήν την παράλογη τάξη; Η μόνη αλήθεια που θα μπορούσε κάτι να του μάθει δεν είναι διόλου σταθερή: γεννιέται κι εξελίσσεται μέσα στους ανθρώπους. Το παράλογο πνεύμα, λοιπόν, δεν ψάχνει ν' ανακαλύψει κανόνες ηθικής στο βάθος της σκέψης του, μα τις μορφές και το ρυθμό της ανθρώπινης ζωής. Τέτοιες είναι οι εικόνες που θα παρουσιάσουμε. Ακολουθούν την παράλογη σκέψη δίνοντας της μορφή κι ενδιαφέρον.
Είναι ανάγκη να αναπτύξω την ιδέα πως ένα παράδειγμα δεν αποτελεί πάντα παράδειγμα για μίμηση (πολύ λιγότερο όταν συμβαίνει στον παράλογο κόσμο) και πως αυτές οι μορφές δεν αποτελούν πρότυπα; Εκτός του ότι πρέπει να υπάρχει κλίση προς αυτά, θα ήταν γελοίο να μιμηθεί κανείς τον Ρουσσώ που έπεφτε κάτω περπατώντας στα τέσσερα ή τον Νίτσε που φερόταν κτηνωδώς στη μητέρα του. "Πρέπει να είσαι παράλογος, γράφει ένας σύγχρονος συγγραφέας, δεν πρέπει να είσαι απατημένος". Οι στάσεις για τις οποίες θα γίνει λόγος δεν μπορούν να αποκτήσουν όλο το νόημά τους παρά συγκρίνοντάς τες με τις αντίθετες τους. Ο τελευταίος στρατιώτης είναι ίσος με ένα στρατηγό, αν και οι δυο έχουν συνείδηση. Απ' αυτή την άποψη όλες οι εμπειρίες δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Υπάρχουν για να εξυπηρετούν ή να μη βλάπτουν τον άνθρωπο. Εάν έχει συνείδηση, τον εξυπηρετούν. Αν όχι, δεν έχουν καμία σημασία: οι ήττες ενός ανθρώπου δεν κρίνουν τις περιστάσεις, αλλά τον ίδιο.
Διαλέγω μονάχα ανθρώπους που ζουν για να εξαντλούνται ή αυτούς που ξέρω πως εξαντλούνται. Δε γίνεται διαφορετικά. Για την ώρα θέλω να μιλήσω για έναν κόσμο όπου η σκέψη και η ζωή δεν έχουν μέλλον. Το καθετί που απασχολεί και παρακινεί τον άνθρωπο τρέφει την ελπίδα. Η μόνη, λοιπόν, σκέψη που δεν είναι ψεύτικη είναι μια σκέψη στείρα. Στον παράλογο κόσμο η αξία μιας γνώσης ή μιας ζωής εκτιμάται με τη στειρότητα της.

Albert Camus
Ο μύθος του Σίσυφου
Δοκίμιο  πάνω στο παράλογο

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Η φιλοσοφία της αφοσίωσης – Atul Gawande


Το 1908, ένας φιλόσοφος του Χάρβαρντ ονόματι Τζοσάια Ρόις έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο Η φιλοσοφία της αφοσίωσης. Τον Ρόις δεν τον απασχολούσαν τα βάσανα του γήρατος. Όμως τον απασχολούσε ένας γρίφος θεμελιώδης για κάθε άνθρωπο ο οποίος στοχάζεται πάνω στη θνητότητά του. Ο Ρόις ήθελε να καταλάβει γιατί απλώς το να υπάρχουμε —να έχουμε μόνο μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι μας, φαΐ να φάμε και να αισθανό­μαστε ασφαλείς και ζωντανοί— φαίνεται κενό νοήματος. Τι πα­ραπάνω χρειάζεται για να νιώθουμε ότι αξίζει να ζούμε τη ζωή που ζούμε;
Η απάντηση, πίστευε, έγκειται στο εξής: όλοι μας αναζη­τούμε έναν σκοπό που να μας υπερβαίνει. 0 Ρόις θεωρούσε ότι αυτό ήταν μια εγγενώς ανθρώπινη ανάγκη. 0 σκοπός θα μπο­ρούσε να είναι μεγάλος (οικογένεια, πατρίδα, ένα “πιστεύω”) ή μικρός (το χτίσιμο ενός σπιτιού, η φροντίδα ενός κατοικίδιου). Το καίριο σημείο είναι ότι η ζωή μας αποκτά νόημα όταν δίνου­με αξία στον σκοπό μας και θεωρούμε ότι αξίζει να κάνουμε θυσίες γ ι’ αυτόν.
Τούτη την προσήλωση σε έναν σκοπό που μας υπερβαίνει ο Ρόις την ονόμασε αφοσίωση. Τη θεωρούσε το αντίθετο του ατο­μικισμού. 0 ατομικιστής βάζει το προσωπικό συμφέρον πάνω απ’ όλα, θεωρεί μέγιστο μέλημά του τον πόνο του, την απόλαυσή του, την ύπαρξή του την ίδια. Για έναν ατομικιστή, η αφοσίωση σε σκοπούς που δεν έχουν καμία σχέση με την ιδιοτέλεια φαν­τάζει αλλόκοτη. Όταν δε μια τέτοια αφοσίωση ενθαρρύνει την αυτοθυσία, τότε ανησυχεί σφόδρα — ο ίδιος τη βλέπει σαν μια εσφαλμένη και παράλογη τάση, που καθιστά τους ανθρώπους εύκολη λεία των τυράννων. Τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από την ιδιοτέλεια και, επειδή όταν πεθάνεις, πάει... πέθανες, η αυτοθυσία δεν έχει κανένα νόημα.
0 Ρόις αντιπαθούσε την ατομικιστική κοσμοαντίληψη. «Ανέ­καθεν είχαμε τον εγωισμό μέσα μας», έγραψε. «Όμως ποτέ άλ­λοτε δεν είχαμε υπερασπιστεί τόσο μεγαλοφυώς το θεόσδοτο δικαίωμα να είμαστε εγωιστές». Στην πραγματικότητα, υποστή­ριξε, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη την αφοσίωση. Η αφοσίωση δεν φέρνει απαραιτήτως ευτυχία, ενίοτε μάλιστα μπορεί να αποβεί έως και οδυνηρή, όμως όλοι έχουμε την ανάγκη να αφιερωθούμε σε κάτι που ξεπερνά τον εαυτό μας, αν θέλουμε η ζωή μας να εί­ναι υποφερτή. Χωρίς αφοσίωση, το μόνο που μας καθοδηγεί είναι οι επιθυμίες μας, και οι επιθυμίες είναι παροδικές, ευμετάβλητες και ακόρεστες. Σε τελική ανάλυση, το μόνο που μας προσφέρουν είναι ένα μαρτύριο. «Εκ φύσεως, είμαι λίγο πολύ το σημείο όπου συναντιούνται άπειρα ρεύματα προγονικών τάσεων. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη [...] είμαι ένα συνονθύλευμα παρορμήσεων», παρατήρησε ο Ρόις. «Δεν είμαστε σε θέση να δούμε το εσωτερικό φως. Ας προσπαθήσουμε να δούμε το εξωτερικό φως».
Κι αυτό ακριβώς κάνουμε. Ας λάβουμε υπόψη, φέρ’ ειπείν, το ότι μας νοιάζει βαθύτατα τι θα συμβεί στον κόσμο αφού πεθάνουμε. Αν η ιδιοτέλεια, το ατομικό μας συμφέρον, ήταν η πρωταρχική πηγή νοήματος στη ζωή, τότε δεν θα ένοιαζε κανέναν αν μία ώρα αφότου πεθάνει όλοι όσοι γνώριζε αφανίζονταν από προσώπου γης. Να όμως που τον περισσότερο κόσμο τον νοιάζει και με το παραπάνω. Νιώθουμε ότι ένα τέτοιο συμβάν θα στε­ρούσε τη ζωή μας από κάθε νόημα.
0 μοναδικός τρόπος που έχουμε για να δώσουμε νόημα στον θάνατό μας είναι να δούμε τον εαυτό μας ως κομμάτι ενός ευ­ρύτερου συνόλου: μιας οικογένειας, μιας κοινότητας, μιας κοι­νωνίας. Αν δεν το πράξουμε αυτό, η θνητότητα είναι η απόλυτη φρίκη. Αν όμως το πράξουμε, τα πράγματα αλλάζουν. Η αφο­σίωση, λέει ο Ρόις, «λύνει την παραδοξότητα της τετριμμένης ύπαρξής μας, επειδή μας δείχνει έξω από τον εαυτό μας τον σκοπό που καλούμαστε να υπηρετούμε και μέσα στον εαυτό μας τη βούληση που ευφραίνεται όταν τον υπηρετεί, και η οποία δεν ματαιώνεται αλλά εμπλουτίζεται και εκφράζεται μέσα απ’ αυτή την προσφορά υπηρεσίας». Σε πιο πρόσφατες εποχές, οι ψυχολόγοι έχουν χρησιμοποιήσει τον όρο «υπερβατικότητα» ως παραλλαγή της ίδιας ιδέας. Πάνω από το επίπεδο αυτοπραγ­μάτωσης, στην πυραμίδα αναγκών του Μάσλοου, οι ψυχολόγοι διατείνονται ότι υπάρχει στον άνθρωπο η υπερβατική επιθυμία να βλέπει και να βοηθά άλλους ανθρώπους να εκπληρώσουν τις δυνατότητες τους.
Καθώς η ζωή μας φτάνει σιγά σιγά στο τέλος της, όλοι ανα­ζητούμε παρηγοριά σε μικρές απολαύσεις — στην παρέα, σε κα­θημερινές συνήθειες, στη γεύση του καλού φαγητού, στη ζεστασιά του ήλιου στο πρόσωπό μας... Ενδιαφερόμαστε λιγότερο για την ανταμοιβή που νιώθουμε πετυχαίνοντας και συσσωρεύοντας, και περισσότερο για την ανταμοιβή που νιώθουμε όταν απλώς υπάρχουμε. Παρ’ όλ’ αυτά, ενώ από τη μια πλευρά μπορεί να αισθανόμαστε λιγότερο φιλόδοξοι, ταυτόχρονα αρχίζει να μας απασχολεί περισσότερο ό,τι αφήνουμε πίσω μας. Έχουμε μια βαθιά ανάγκη να βρούμε σκοπούς έξω α π ’ τον εαυτό μας, που να δίνουν νόημα και αξία στη ζωή μας.

Atul Gawande
Εμείς οι Θνητοί
Τα όρια της ιατρικής και τι έχει πράγματι σημασία όταν το τέλος πλησιάζει
Μετάφραση Λύο Καλοβυρνάς
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2017

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή – Dylan Thomas

 

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέρας
Πρέπει να καίει και να μουγκρίζει
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,
Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ' τα λόγια τους δεν είδαν
Αστραπή να ψαλιδίζει,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,
Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει
Των πράξεών τους φύση, λαμπρή, καχεκτική
Σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές
μπορούσαν να χορεύουν,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι, 
Όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι εσύ πατέρα, απ' το θλιμμένο ύψος, από κει,
Δωσ' μου κατάρα και ευχή
Με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Μετάφραση Νίκος Ράπτης