Ήταν τιγρένιος ο ουρανός τις πρώτες ώρες του πρωινού – μια πορτοκαλιά υδατογραφία από ήλιο και πάχνη πίσω από ένα καμουφλάζ γκριζόμαυρων λωρίδων που παρασύρονταν από τα ρεύματα. Αργότερα θα είχε βροχή, μια μέτρια παλίρροια και μέτριες θερμοκρασίες. Μια ανιαρή και εντελώς συνηθισμένη μέρα, εκτός από μια σύντομη καταιγίδα το απόγευμα, που ο ουρανός θα γέμιζε με αστραπές και η θάλασσα θα γινόταν γκρίζα.
Κανείς δε θα πίστευε πως η αστυνομία βρισκόταν στο πόδι, κανείς δε φανταζόταν τι σόι δράματα είχαν παιχτεί την προηγούμενη βδομάδα. Μέσα στη νύχτα, ο καιρός και η θάλασσα είχαν σβήσει τα ίχνη από τα τζιπ, τις σανίδες και τις μπότες των αστυνομικών. Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να φανερώνεις πως είχαν πατήσει άνθρωποι εκεί. Η παραλία είχε εγκαταλειφθεί ξανά, όπως τους προηγούμενους μήνες πριν τα έργα στο Πευκοδάσος.
Είναι βέβαια κρίμα που τα σκυλιά της αστυνομίας έπιασαν τη μυρωδιά από νεκρή ανθρώπινη σάρκα και οδήγησαν τους γεμάτους περιέργεια αφέντες τους στους αμμόλοφους για να πάρουν τα πτώματα και να τους προσφέρουν μια «ευπρεπή ταφή», έτσι ώστε οι νεκροί να είναι λιγότερο θαυμαστοί μέσα στον τάφο. Οι αμμόλοφοι από μόνοι τους θα μπορούσαν να είχαν ξεφορτωθεί τον Τζόζεφ και τη Σελίς. Η γη ξέρει να εξασκεί την τέχνη της ταφής. Αγκαλιάζει και ασπάζεται τους νεκρούς. Ο Τζόζεφ και η Σελίς μετά από λίγο καιρό θα είχαν γίνει ένα με το τοπίο. Τα σώματά τους θα αποτελούσαν απλώς κάτι το πολύ πεθαμένο σ’ ένα τοπίο ήδη σμιλεμένο από θάνατο. Δε θα γίνονταν τίποτα σπουδαίο. Το ίδιο και οι μύγες και τα καβούρια. Το ίδιο και οι φώκιες. Ακόμα και τα αστέρια αποσυντίθενται, σκάνε στον ουρανό. Τα πάντα γεννιούνται για να πεθάνουν. Το σύμπαν έχει μάθει να τα βγάζει πέρα με το θάνατο.
Έτσι, αν δεν ήταν τα σκυλιά, τα υπολείμματα της ζωής του Τζόζεφ και της Σελίς θα παράδερναν στους αμμόλοφους για να αποκτήσουν νέα σχήματα. Ίσως και να είχαν βρει μια σύντομη αιωνιότητα κάτω από την άμμο, πρώτα μαζί, να αγγίζουν ο ένας τον άλλο, μα μετά από λίγο θα έπρεπε να χωριστούν, να στροβιλιστούν και να παρασυρθούν στην αδιάφορη θάλασσα ή να βυθιστούν στα χώματα και τα βότσαλα της γης. Ένα τέτοιο ταξίδι είναι πιο αργό από ό,τι το ταξίδι μέσα σε μια νεκροφόρα. Πιο αργό κι από παγετώνα.
Αντιθέτως, το μόνο που άφησαν ήταν ένα κίτρινο στίγμα πάνω στο χορτάρι των αμμόλοφων (που αλλιώς το έλεγαν άγγελο, μαλλιά της ερήμου ή γαλήνη) όπου είχαν αγαπηθεί και είχαν πεθάνει, περιτριγυρισμένοι από ένα ορθογώνιο που σχημάτισε η σκηνή και που το πράσινό του ήταν πιο ανοιχτό. Τα πτώματα είχαν φράξει το φως και είχαν πατικώσει το μαλακό έδαφος από κάτω τους. Για σχεδόν έξι μέρες, το χορτάρι αναγκάστηκε να ζήσει μόνο από τη ρίζα του, ψάχνοντας για θρεπτικά συστατικά και μεταλλικά στοιχεία με τις λεπτές ίνες του, ενώ το φύλλωμά του κόντευε να ασπρίσει στο σκοτάδι. Οι μακρόστενες, βαριές μορφές του Τζόζεφ και της Σελίς είχαν κλέψει την ελεύθερη ενέργεια του χορταριού και το είχαν καταντήσει φάντασμα του πράσινου εαυτού του. Ήταν λες και κάποιος είχε ρίξει ένα μουσαμά ή είχε σύρει ένα σωρό από φύκια στους αμμόλοφους για να τα χρησιμοποιήσει ως λίπασμα στα χωράφια, και μετά να πήγε να τα μαζέψει, κάμποσες μέρες αργότερα, για να αφήσει τα κατάλοιπα τους στο γρασίδι. Και το παραμικρό χορταράκι είχε γίνει μαλακό και είχε κατσαρώσει· ήταν τόσο άχρωμο και αδύναμο που έμοιαζε σαν μιας ημέρας βλαστάρι, τόσο ισχνό και ξεψυχισμένο σαν το κομμένο καλάμι. Μερικά φύλλα ήταν τσακισμένα και είχαν πληγωθεί, ενώ κάποια άλλα είχαν σκιστεί. Ορισμένα είχαν πατικωθεί στο αμμώδες έδαφος, λες και αναπτύσσονταν ανάποδα και τρύπωναν στη γη. Τα σκουλήκια και οι κάμπιες που μισούσαν το φως είχαν ανέβει στην επιφάνεια, έτσι για αλλαγή, για να συρθούν και να γλιστρήσουν πάνω στις σπάνιες σπηλιές, αφήνοντας τα τούνελ και τα ίχνη τους σαν διακοσμητικά στο έδαφος. Η μυρωδιά ήταν σαν κόκκινο κρασί την ώρα που ζυμώνεται, γήινο, πλούσιο.
Μα μόλις έφυγαν η σκηνή και τα πτώματα και πέρασε πια ή αβάσταχτη νύχτα, το πληγωμένο χορτάρι ξαναζωντάνεψε. Η ελπίδα πηγάζει αιώνια στο φυσικό κόσμο. Τα φύλλα και οι μίσχοι ξεπήδησαν ξανά. Έσυραν το σώμα τους από την κολλώδη λάσπη για να κοιτάξουν κατάματα το πρωινό. Έκλεισαν σφιχτά τα πρωτεϊνένια μάτια τους για να μην τυφλωθούν από τον ήλιο. Έκαναν φωτοσύνθεση. Τα αποθηκευμένα αποθέματα νερού και διοξειδίου του άνθρακα στο χορτάρι συνωμότησαν με το λεπτό φως εκείνης της γεμάτης πάχνη και ομίχλη μέρας, για να σχηματίσουν υδατάνθρακες και να δώσουν πίσω στον κόσμο το υποπροϊόν οξυγόνου του. Επιτέλους οι τραυματισμένοι χλωροπλάστες θα μπορούσαν πια να συνεχίσουν τη δουλειά τους, φυλακίζοντας την ενέργεια του ήλιου. Ήταν οι αρχιμάστορες του χορταριού, οι δημιουργοί της χλωροφύλλης. Σταδιακά, σαν η αυγή έγινε πιο πυκνή, καθώς η μέρα βάρυνε κι έδωσε τη θέση της στο απόγευμα, επέστρεψαν οι χρωστικές ουσίες της φυτικής ουλής, που το πτώμα της εκτεινόταν πάνω στο γρασίδι. Κατά το σούρουπο, το παραλληλόγραμμο όπου το χορτάρι είχε χάσει το χρώμα του απ’ τον καιρό εξαφανίστηκε. Και κατά το σούρουπο της επόμενης μέρας, το φάντασμα είχε γίνει πια χυμώδες στις άκρες και λίγο κιτρινωπό πιο χαμηλά εκεί που τα φύλλα πλησίαζαν στους μίσχους. Στη συνέχεια το χορτάρι άρχισε να σκουραίνει, μέρα με τη μέρα. Πήρε ένα χρώμα πράσινο της άνοιξης, μετά πράσινο του μήλου. Πράσινο του μπουκαλιού. Πράσινο της ζήλιας, και τέλος πράσινο σαν το χορτάρι.
Με το τελευταίο φως της ένατης μέρας μετά το φόνο, εξαφανίστηκαν πια όλα τα ίχνη της ζωής και της αγάπης που είχαν χυθεί εκεί. Ο φυσικός κόσμος είχε επιστρέψει δριμύτερος για να κατακλύσει πάλι τον τόπο. Η λαμπρότητα του σύμπαντος ξαναγύρισε. Αν υπήρχε καθόλου αίμα στο χώμα από τη σύντομη διαμονή του Τζόζεφ και της Σελίς στους αμμόλοφους, το μόνο που μπορούσε να πετύχει ήταν να κάνει ακόμα πιο δυνατό και ζωηρό το μουρμουρητό του χορταριού.
Κανείς δε θα πίστευε πως η αστυνομία βρισκόταν στο πόδι, κανείς δε φανταζόταν τι σόι δράματα είχαν παιχτεί την προηγούμενη βδομάδα. Μέσα στη νύχτα, ο καιρός και η θάλασσα είχαν σβήσει τα ίχνη από τα τζιπ, τις σανίδες και τις μπότες των αστυνομικών. Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να φανερώνεις πως είχαν πατήσει άνθρωποι εκεί. Η παραλία είχε εγκαταλειφθεί ξανά, όπως τους προηγούμενους μήνες πριν τα έργα στο Πευκοδάσος.
Είναι βέβαια κρίμα που τα σκυλιά της αστυνομίας έπιασαν τη μυρωδιά από νεκρή ανθρώπινη σάρκα και οδήγησαν τους γεμάτους περιέργεια αφέντες τους στους αμμόλοφους για να πάρουν τα πτώματα και να τους προσφέρουν μια «ευπρεπή ταφή», έτσι ώστε οι νεκροί να είναι λιγότερο θαυμαστοί μέσα στον τάφο. Οι αμμόλοφοι από μόνοι τους θα μπορούσαν να είχαν ξεφορτωθεί τον Τζόζεφ και τη Σελίς. Η γη ξέρει να εξασκεί την τέχνη της ταφής. Αγκαλιάζει και ασπάζεται τους νεκρούς. Ο Τζόζεφ και η Σελίς μετά από λίγο καιρό θα είχαν γίνει ένα με το τοπίο. Τα σώματά τους θα αποτελούσαν απλώς κάτι το πολύ πεθαμένο σ’ ένα τοπίο ήδη σμιλεμένο από θάνατο. Δε θα γίνονταν τίποτα σπουδαίο. Το ίδιο και οι μύγες και τα καβούρια. Το ίδιο και οι φώκιες. Ακόμα και τα αστέρια αποσυντίθενται, σκάνε στον ουρανό. Τα πάντα γεννιούνται για να πεθάνουν. Το σύμπαν έχει μάθει να τα βγάζει πέρα με το θάνατο.
Έτσι, αν δεν ήταν τα σκυλιά, τα υπολείμματα της ζωής του Τζόζεφ και της Σελίς θα παράδερναν στους αμμόλοφους για να αποκτήσουν νέα σχήματα. Ίσως και να είχαν βρει μια σύντομη αιωνιότητα κάτω από την άμμο, πρώτα μαζί, να αγγίζουν ο ένας τον άλλο, μα μετά από λίγο θα έπρεπε να χωριστούν, να στροβιλιστούν και να παρασυρθούν στην αδιάφορη θάλασσα ή να βυθιστούν στα χώματα και τα βότσαλα της γης. Ένα τέτοιο ταξίδι είναι πιο αργό από ό,τι το ταξίδι μέσα σε μια νεκροφόρα. Πιο αργό κι από παγετώνα.
Αντιθέτως, το μόνο που άφησαν ήταν ένα κίτρινο στίγμα πάνω στο χορτάρι των αμμόλοφων (που αλλιώς το έλεγαν άγγελο, μαλλιά της ερήμου ή γαλήνη) όπου είχαν αγαπηθεί και είχαν πεθάνει, περιτριγυρισμένοι από ένα ορθογώνιο που σχημάτισε η σκηνή και που το πράσινό του ήταν πιο ανοιχτό. Τα πτώματα είχαν φράξει το φως και είχαν πατικώσει το μαλακό έδαφος από κάτω τους. Για σχεδόν έξι μέρες, το χορτάρι αναγκάστηκε να ζήσει μόνο από τη ρίζα του, ψάχνοντας για θρεπτικά συστατικά και μεταλλικά στοιχεία με τις λεπτές ίνες του, ενώ το φύλλωμά του κόντευε να ασπρίσει στο σκοτάδι. Οι μακρόστενες, βαριές μορφές του Τζόζεφ και της Σελίς είχαν κλέψει την ελεύθερη ενέργεια του χορταριού και το είχαν καταντήσει φάντασμα του πράσινου εαυτού του. Ήταν λες και κάποιος είχε ρίξει ένα μουσαμά ή είχε σύρει ένα σωρό από φύκια στους αμμόλοφους για να τα χρησιμοποιήσει ως λίπασμα στα χωράφια, και μετά να πήγε να τα μαζέψει, κάμποσες μέρες αργότερα, για να αφήσει τα κατάλοιπα τους στο γρασίδι. Και το παραμικρό χορταράκι είχε γίνει μαλακό και είχε κατσαρώσει· ήταν τόσο άχρωμο και αδύναμο που έμοιαζε σαν μιας ημέρας βλαστάρι, τόσο ισχνό και ξεψυχισμένο σαν το κομμένο καλάμι. Μερικά φύλλα ήταν τσακισμένα και είχαν πληγωθεί, ενώ κάποια άλλα είχαν σκιστεί. Ορισμένα είχαν πατικωθεί στο αμμώδες έδαφος, λες και αναπτύσσονταν ανάποδα και τρύπωναν στη γη. Τα σκουλήκια και οι κάμπιες που μισούσαν το φως είχαν ανέβει στην επιφάνεια, έτσι για αλλαγή, για να συρθούν και να γλιστρήσουν πάνω στις σπάνιες σπηλιές, αφήνοντας τα τούνελ και τα ίχνη τους σαν διακοσμητικά στο έδαφος. Η μυρωδιά ήταν σαν κόκκινο κρασί την ώρα που ζυμώνεται, γήινο, πλούσιο.
Μα μόλις έφυγαν η σκηνή και τα πτώματα και πέρασε πια ή αβάσταχτη νύχτα, το πληγωμένο χορτάρι ξαναζωντάνεψε. Η ελπίδα πηγάζει αιώνια στο φυσικό κόσμο. Τα φύλλα και οι μίσχοι ξεπήδησαν ξανά. Έσυραν το σώμα τους από την κολλώδη λάσπη για να κοιτάξουν κατάματα το πρωινό. Έκλεισαν σφιχτά τα πρωτεϊνένια μάτια τους για να μην τυφλωθούν από τον ήλιο. Έκαναν φωτοσύνθεση. Τα αποθηκευμένα αποθέματα νερού και διοξειδίου του άνθρακα στο χορτάρι συνωμότησαν με το λεπτό φως εκείνης της γεμάτης πάχνη και ομίχλη μέρας, για να σχηματίσουν υδατάνθρακες και να δώσουν πίσω στον κόσμο το υποπροϊόν οξυγόνου του. Επιτέλους οι τραυματισμένοι χλωροπλάστες θα μπορούσαν πια να συνεχίσουν τη δουλειά τους, φυλακίζοντας την ενέργεια του ήλιου. Ήταν οι αρχιμάστορες του χορταριού, οι δημιουργοί της χλωροφύλλης. Σταδιακά, σαν η αυγή έγινε πιο πυκνή, καθώς η μέρα βάρυνε κι έδωσε τη θέση της στο απόγευμα, επέστρεψαν οι χρωστικές ουσίες της φυτικής ουλής, που το πτώμα της εκτεινόταν πάνω στο γρασίδι. Κατά το σούρουπο, το παραλληλόγραμμο όπου το χορτάρι είχε χάσει το χρώμα του απ’ τον καιρό εξαφανίστηκε. Και κατά το σούρουπο της επόμενης μέρας, το φάντασμα είχε γίνει πια χυμώδες στις άκρες και λίγο κιτρινωπό πιο χαμηλά εκεί που τα φύλλα πλησίαζαν στους μίσχους. Στη συνέχεια το χορτάρι άρχισε να σκουραίνει, μέρα με τη μέρα. Πήρε ένα χρώμα πράσινο της άνοιξης, μετά πράσινο του μήλου. Πράσινο του μπουκαλιού. Πράσινο της ζήλιας, και τέλος πράσινο σαν το χορτάρι.
Με το τελευταίο φως της ένατης μέρας μετά το φόνο, εξαφανίστηκαν πια όλα τα ίχνη της ζωής και της αγάπης που είχαν χυθεί εκεί. Ο φυσικός κόσμος είχε επιστρέψει δριμύτερος για να κατακλύσει πάλι τον τόπο. Η λαμπρότητα του σύμπαντος ξαναγύρισε. Αν υπήρχε καθόλου αίμα στο χώμα από τη σύντομη διαμονή του Τζόζεφ και της Σελίς στους αμμόλοφους, το μόνο που μπορούσε να πετύχει ήταν να κάνει ακόμα πιο δυνατό και ζωηρό το μουρμουρητό του χορταριού.
***
Και ακόμα, σήμερα και κάθε μέρα, οι αμμόλοφοι σηκώνονται στυλώνονται και υπονομεύονται. Ο άνεμος κάνει τις κορφές τους να μεταναστεύουν και μετά τις ξαναφέρνει πίσω. Κάνουν ό,τι μπορούν για να υψώσουν τις ράχες τους ενάντια στον καιρό και τη θάλασσα, και να κλείσουν το δρόμο στις θλίψεις του κόσμου που μεταφέρει ο αέρας. Παντού στις παραλίες του Κόλπου του Βαρύτονου και σε όλη την ακτή πέρα από αυτόν, με τη μία παλίρροια μετά την άλλη, ξανά και ξανά, τα κύματα τραβούν μαζί τους, ξεβράζουν και ξεδιαλέγουν τα πτώματα και τα κομματιασμένα, αποσκελετωμένα υπολείμματα από ψάρια και πουλιά, πεταλίδες και ποντίκια, μαλάκια, θηλαστικά, μύδια και καβούρια. Και ο Τζόζεφ με τη Σελίς απολαμβάνουν ένα τέλος ασυναίσθητο, γεμάτο αγάπη, πέρα από κάθε εμπειρία.
Αυτές είναι οι ατέλειωτες μέρες των νεκρών.
Jim Crace
Νεκροί
Μετάφραση Χαρά Γιαννακοπούλου
Εκδόσεις Οξύ 2001
