.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

THE HAUNTED PALACE – ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΠΑΛΑΤΙ – EDGAR ALLAN POE



In the greenest of our valleys
By good angels tenanted,
Once a fair and stately palace—
Radiant palace—reared its head.
In the monarch Thought’s dominion,
It stood there!
Never seraph spread a pinion
Over fabric half so fair!

Banners yellow, glorious, golden,
On its roof did float and flow
(This—all this—was in the olden
Time long ago)
And every gentle air that dallied,
In that sweet day,
Along the ramparts plumed and pallid,
A wingèd odor went away.

Wanderers in that happy valley,
Through two luminous windows, saw
Spirits moving musically
To a lute’s well-tunèd law,
Round about a throne where, sitting,
Porphyrogene!
In state his glory well befitting,
The ruler of the realm was seen.

And all with pearl and ruby glowing
Was the fair palace door,
Through which came flowing, flowing, flowing
And sparkling evermore,
A troop of Echoes, whose sweet duty
Was but to sing,
In voices of surpassing beauty,
The wit and wisdom of their king.

But evil things, in robes of sorrow,
Assailed the monarch’s high estate;
(Ah, let us mourn!—for never morrow
Shall dawn upon him, desolate!)
And round about his home the glory
That blushed and bloomed
Is but a dim-remembered story
Of the old time entombed.

And travellers, now, within that valley,
Through the red-litten windows see
Vast forms that move fantastically
To a discordant melody;
While, like a ghastly rapid river,
Through the pale door
A hideous throng rush out forever,
And laugh—but smile no more.

***

Μέσα στην πιο θαλερή από τις κοιλάδες μας,
που μόνον άγγελοι καλοί την κατοικούσαν,
κάποτε ένα ωραίο μεγαλόπρεπο παλάτι,
αχτιδοβόλο ένα παλάτι ύψωνε την κορφή του.
Στης αρχόντισσας Σκέψης το βασίλειο,
- εκεί ήτανε στημένο -
ποτέ του Σεραφείμ δεν εξεδίπλωσε φτερούγια
πάνω από χτίσμα ούτε μισό σαν τούτο ωραίο.

Σημαίες στο κίτρινο της δόξας χρώμα, το χρυσό,
ξεχύναν και κυμάτιζαν ψηλά στο ακρόπυργό του,
(Αυτά – όλα αυτά – γινόντανε σ’ έναν παλιό καιρό,
σ’ απόμακρο παλιό καιρό),
και κάθε ανάλαφρο αγέρι που παιχνίδιζε
μέσ’ στη γλυκιάν ημέρα,
γύρω στα σημαιοστόλιστα αχνά τείχη,
σα φτερωμένον άρωμα περνούσε.

Περάτες της χαρούμενης κοιλάδας
μέσ’ από δυο ξανοίγαν παραθύρια,
πνεύματα που σαλεύαν ρυθμικά
σ’ ενός λαγούτου αψεγάδιαστους κανόνες,
γύρω από ένα θρόνο που στεκάμενος
(Πορφυρογέννητος)
ανάμεσα σε μιαν ακολουθία που ταίριαζε στη δόξα του,
του βασιλείου ο Κύριος εθωριόταν.

Κι από μαργαριτάρι και ρουμπίνι, πάνου ως κάτου,
του ωραίου του παλατιού ξάστραφτε η θύρα
και μέσαθέ της κύλαε, κύλαε, κύλαε
κι ολοένα αχτιδοβόλα
ένας εσμός από Ήχους, οπού το γλυκό τους έργον
ήτανε μοναχά να τραγουδούνε
με φωνές ανυπέρβλητου ενός κάλλους
το πνεύμα και την άμετρη σοφία του βασιλιά τους.

Όμως, στοιχεία ολέθρου, πένθιμους χιτώνες φορεμένα,
έβαλαν πόδι στου μονάρχη το βασίλειο,
(Ω, ας θρηνήσουμε, γιατί αυριανό ξημέρωμα
για τον έρημο αυτόν δε θα φωτίσει).
Κι ολόγυρα στην κατοικία του η Δόξα,
οπού πορφυρομάνιαζε κι ανθούσε,
δεν είναι πια παρά θαμπή ιστορία
από παλιό πολύ καιρό θαμμένη.

Και τώρα όσοι διαβαίνουν την κοιλάδα
μέσ’ από προρφυρόχρωμα παράθυρα θωρούνε,
κάτι μορφές τεράστιες, που σαλεύουνε φανταστικά
σε μιας παράτονης τους ήχους μελωδίας,
ενώ σα μαύρο βιαστικό ποτάμι,
μέσ’ από την αχνόθωρη τη θύρα,
ξεχύνεται ακατάσχετα κι απαίσιον ένα πλήθος,
που σαρκάζει, μα ποτέ του δε θα χαμογελάσει.


Edgar Allan Poe
ΕΝΤΓΚΑΡ ΠΟΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1831 – 1849
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΣ ΠΡΟΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΕΛΙΔΕΣ 1991
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Κ. ΚΟΡΟΝΤΖΗ

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Η ΓΕΦΥΡΑ – ΣΟΦΙΑ ΑΝΤΖΑΚΑ



Ο ύπνος του ήταν ανώμαλος εκείνη τη νύχτα. Ό,τι πήγαινε να βυθιστεί στη λήθη, μια ώθηση από την πλευρά της μνημοσύνης τίναζε τον ύπνο από τα βλέφαρά του και τον ανάγκαζε να κλωθογυρίζει μέσα του το αίνιγμα της μεσαίας περιοχής.
«Γιατί μου φέρθηκε έτσι ο Σίσυφος; Γιατί δεν με μύησε και στα μυστήρια της μεσαίας περιοχής; Μήπως επειδή είναι ιεροφάντης μόνο της Λήθης; Αλλά τότε γιατί μου φανέρωσε ορισμένα πράγματα για τη Μνημοσύνη;» σκεπτόταν συνέχεια.
Επιχείρησε να βγάλει άκρη μόνος του.
«Τι μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα στη Λήθη και τη Μνημοσύνη; Αυτές οι δύο μοιάζουν με τους δύο πόλους της Γης, ή κάποιου πλανήτη, ή οποιασδήποτε σφαίρας. Η Λήθη βρίσκεται στο Ναδίρ, στην ανυπαρξία, η Μνημοσύνη στο Ζενίθ, στην αιωνιότητα. Τι θα μπορούσε να είναι ενδιάμεσα; Στον ισημερινό, σαν να λέγαμε; Να πω ένα κράμα Λήθης – Μνημοσύνης; Αν δει κανείς διανοητικά το πράγμα, έτσι φαίνεται να είναι. Αλλά αυτή η λύση δεν μιλάει στο είναι μου. Δεν αγγίζει καμμιά χορδή μέσα μου».
Τον βασάνιζαν κι άλλες, παρόμοιες σκέψεις. Στράφηκε στη Φυσική και άντλησε αρκετά παραδείγματα από την περιοχή της. Κανένα δεν τον ικανοποίησε. Πάντα έμενε με ένα αίσθημα εκκρεμότητας. Του έλειπε η σιγουριά ότι πατούσε σε στέρεο έδαφος.
Όταν πήγε η ώρα 6.30’ το απόγευμα, δεν τον χωρούσε το σπίτι. Κάτι τον έσπρωχνε να πάει να χτυπήσει την πόρτα του Σίσυφου.
Έτσι, γύρω στις 7.00 βρέθηκε να χτυπά το κουδούνι του φίλου του. Χτύπησε, ξαναχτύπησε, τίποτα. Ήταν έτοιμος πια να φύγει όταν άνοιξε η πόρτα, σαν από μόνη της, χωρίς θόρυβο. Περίμενε να δει τον Σίσυφο, αλλά δεν είδε κανέναν. Απορημένος, έκλεισε πίσω του την πόρτα και τράβηξε για το σαλόνι. Εκεί βρήκε τον Σίσυφο να κάθεται με Ολύμπιο ύφος, σε μια ψηλή πολυθρόνα, σαν σε θρόνο. Το σαλόνι κολυμπούσε στο ημίφως. Σκιές ταξίδευαν στα μάτια και στο πρόσωπο του Σίσυφου.
Δεν σηκώθηκε από τη θέση του για να υποδεχτεί τον Φίλο. Δεν κινήθηκε καν. Έμοιαζε σαν να περίμενε την επίσκεψή του. Υπήρχε κάτι τόσο στην ατμόσφαιρα του Σίσυφου όσο και του σαλονιού, που έδεσε τη γλώσσα του Φίλου. Σαν μαγνητισμένος προχώρησε και κάθησε σ’ ένα χαμηλό σκαμνί αντικρυστά στον Σίσυφο. Ήταν σίγουρος ότι ο Σίσυφος γνώριζε τον λόγο της επίσκεψής του.
Έπεσε μαι πυκνή σιγή. Αρκετά δυσβάσταχτη για τον Φίλο. Τελικά, σήκωσε τα μάτια και ατένισε τον Σίσυφο σαν να τον ικέτευε να του μιλήσει. Και τότε, ο Ολύμπιος μίλησε.
«Βρισκόμαστε επάνω σε μια μεγάλη κα φαρδιά γέφυρα. Κόσμος πολύς κινείται πλάι μας, όπως και σ’ όλο το μήκος και το πλάτος της γέφυρας. Ένα ρεύμα βαδίζει προς τα κάτω κι ένα άλλο προς τα πάνω. Κανένας τους δεν διακρίνει ότι κινούνται επάνω σε μια γέφυρα. Σ’ αυτήν επάνω γεννιούνται και σ’ αυτήν πεθαίνουν. Να, τώρα καμμιά δεκαριά που έφτασαν στο κιγκλίδωμα της γέφυρας. Είναι απελπισμένοι από τον ανόητο συμφυρμό. Σκύβουν και κυττούν κάτω. Και αντικρύζουν μια σκοτεινή, βελούδινη περιοχή. Τους υποσχεται να λησμονήσουν τη γέφυρα αν βυθιστούν στο σκοτεινό της βελούδο. Τους βλέπεις; Πέφτουν. Έχουν κερδίσει τη Λήθη της ύπαρξης. Να τώρα δύο άλλοι που ψηλαφίζουν τα κάγκελα της γέφυρας, από την αντίθετη μεριά. Ούτε αυτοί αντέχουν τον συμφυρμό της γέφυρας. Σκύβουν και κυττούν προς τα κάτω. Και βλέπουν φως, άπλετο φως. Αν πέσουν στη φωτεινή περιοχή, όλες τους οι απορίες θα φωτιστούν. Αλλά επειδή τότε θα γνωρίζουν, θα αναλάβουν ευθύνες. Δεν θα μπορούν ποτέ να τη λησμονήσουν. Θα έχουν κερδίσει τη Μνημοσύνη του φωτός, του εαυτού τους, των άλλων».
Η φωνή του Σίσυφου ήταν βαθειά, υποβλητική. Διαπερνούσε τον Φίλο ως το κόκκαλο.
«Λίγοι γνωρίζουν ότι το μεγάλο προνόμιο της γέφυρας είναι η Εκλογή. Γι’ αυτό ελάχιστοι το χρησιμοποιούν. Οι δυσαρεστημένοι. Και έχουν, καθώς βλέπεις, δύο δυνατότητες εκλογής. Ή το Φως, ή το Σκοτάδι. Ή τη Μνημοσύνη ή τη Λήθη».
«Και η γέφυρα, τι είναι η γέφυρα;» ακούστηκε η φωνή του Φίλου να ρωτά με αγωνία.
«Η γέφυρα είναι η Ζωή. Και η Ζωή θάλεγα πως μοιάζει με πεταλούδα. Έχει έναν κορμό και δύο φτερά που τον πλαισιώνουν. Το ένα μαύρο, το άλλο φωτεινό. Αλλά ο κόσμος, δεν βλέπει τα φτερά. Ζωή είναι, γι’ αυτούς το κορμί της πεταλούδας. Είναι παραδομένοι στη μοίρα τους, μια μοίρα γέννησης και θανάτου, χωρίς διέξοδο. Αν κανενός ανοίξουν τα μάτια και αντιληφτεί ή τη μια ή την άλλη διέξοδο, αυτόματα γνωρίζει και την ύπαρξη της αντίθετης. Και τότε καλειται να εκλέξει. Αυτό είναι το μόνο καλό που έχει η Ζωή. Όλα τ’ άλλα είναι εφήμερα μονοδιάστατα, δεν υπερβαίνουν τον καθημερινό άνθρωπο και την πεζότητα της Ζωής. Μόνο η Λήθη και η Μνημοσύνη δίνουν την υπέρβαση στον άνθρωπο, αφού τον μεταφέρουν έξω από το ανθρώπινο στοιχείο, το τόσο ασφυκτικά πεπερασμένο».
Ο Φίλος τον άκουγε με κάτι σαν κατάνυξη.
«Και δεν έχουν καμμιά χαρά οι άνθρωποι οι παγιδευμένοι στη γέφυρα;» ρώτησε με αγωνία.
«Πως δεν έχουν;» ήρθε η απάντηση του Σίσυφου με αρκετή δόση χλεύης και ειρωνείας. «Έχουν τους σεξουαλικούς ερεθισμούς, τη φόρτιση και την εκτόνωση του πέους. Έχουν και τη διαιώνιση της δυστυχίας τους με την τεκνογονία. Λίγο είναι αυτό;»
Ο Φίλος καταντράπηκε. Και η αιτία ήταν ότι πολύ συχνά γινόταν έρμαιο σεξουαλικών ερεθισμών, άρα ανήκε στους ανερμάτιστους ανθρώπους της γέφυρας.
«Άκουσε ακόμα και τούτο», συνέχισε ο Σίσυφος. Στη γέφυρα, συναντιούνται και συμπλέκονται, αόρατα, η Λήθη με τη Μνημοσύνη, το Φως με το Σκοτάδι, η απόλυτη Παρουσία με την απόλυτη Απουσία. Η κάθε μια έχει τις ιδιότητές της. Ευνόητο είναι, λοιπόν, να συμπλέκονται κι αυτές. Και το κράμα αυτό διαπερνά τους ανθρώπους της γέφυρας που δεν είναι σε θέση να κάνουν διακρίσεις. Γι’ αυτό η ζωή τους είναι αντιφατική. Αρκεί να παρατηρήσεις τη σεξουαλική τους ζωή».
«Και ποιες είναι οι ιδιότητες της κάθε μιας;»
«Θα περιοριστώ στην περιοχή του σεξουαλισμού. Η Λήθη ωθεί προς τη λησμονιά με όχημα τα γεννητικά όργανα. Η Μνημοσύνη αναστέλλει αυτή την ώθηση, προσπαθώντας να σπρώξει στην αντίθετη κατεύθυνση. Γι’ αυτό η σεξουαλική ζωή των ανθρώπων της γέφυρας χαρακτηρίζεται από σύγκρουση και ένταση».
Όσο κι αν ο Φίλος ένιωθε καινούργιες απορίες να γεννιούνται μέσα του, κάτι τον προειδοποιούσε ότι ο Σίσυφος δεν είχε σκοπό να πει περισσότερα.
Έπειτα από μια μικρή παύση, που του φάνηκε αιώνας, ο Φίλος διέκρινε στα μάτια του Σίσυφου ότι η συνάντησή τους είχε φτάσει στο τέλος της.
Σηκώθηκε με ανορθωμένο το εσωτερικό του. Περίεργο, δεν ένιωθε πια καμμιάν απόσταση να τον χωρίζει από τον Σίσυφο. Λες και δεν υπήρχε πια ούτε μύστης, ούτε μυούμενος. Έδωσαν τα χέρια σαν ισότιμοι.
«Θα σου φανερώσω τώρα κι άλλο ένα, μικρό μυστικό», έκανε ο Σίσυφος, καθώς συνόδευε τον Φίλο στην εξώθυρα.
«Ποιο;» ρώτησε ανυπόμονα ο Φίλος.
«Το όνομά σου είναι η σφραγίδα της φύσης σου, όπως και το δικό μου της δικής μου».
Σαν σε αστραπή, θυμήθηκε ο Φίλος τα λόγια της Τριατίμα: «Θεόφιλος, αυτός που αγαπά τον Θεό».
Ο Σίσυφος συνέχισε:
«Η Μνημοσύνη είναι Θεία Περιοχή».
Ο Φίλος κύτταξε τον Σίσυφο κι ανατρίχιασε καθώς έφερε στο νου του την αιώνια τιμωρία του μυθικού προσώπου. Αυτό σήμαινε ότι ο Σίσυφος διαρκώς θα έχανε τα αποτελέσματα των προσπαθειών του. Θα άγγιζε τη Λήθη και αμέσως μετά θα την έχανε, γυρίζοντας στον μισητό γι’ αυτόν κόσμο της γέφυρας.

ΣΟΦΙΑ Ζ. ΑΝΤΖΑΚΑ
ΔΟΣΙΛΗΘΟ ΠΕΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΠΑΓΕΙΡΙΑ 1991

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Η Υποδοχή & Η Υποδοχή ως εκμαγείο και ως μητέρα του γίγνεσθαι – Τίμαιος – Πλάτων



Κείμενο
ἡ δ' οὐ̂ν αὐ̂θις ἀρχὴ περὶ του̂ παντὸς ἔστω μειζόνως τη̂ς πρόσθεν διῃρημένη: τότε μὲν γὰρ δύο εἴδη διειλόμεθα, νυ̂ν δὲ τρίτον ἄλλο γένος ἡμι̂ν δηλωτέον. τὰ μὲν γὰρ δύο ἱκανὰ ἠ̂ν ἐπὶ τοι̂ς ἔμπροσθεν λεχθει̂σιν, ἓν μὲν ὡς παραδείγματος εἰ̂δος ὑποτεθέν, νοητὸν καὶ ἀεὶ κατὰ ταὐτὰ ὄν, μίμημα δὲ
[49a] παραδείγματος δεύτερον, γένεσιν ἔχον καὶ ὁρατόν. τρίτον δὲ τότε μὲν οὐ διειλόμεθα, νομίσαντες τὰ δύο ἕξειν ἱκανω̂ς: νυ̂ν δὲ ὁ λόγος ἔοικεν εἰσαναγκάζειν χαλεπὸν καὶ ἀμυδρὸν εἰ̂δος ἐπιχειρει̂ν λόγοις ἐμφανίσαι. τίν' οὐ̂ν ἔχον δύναμιν καὶ φύσιν αὐτὸ ὑποληπτέον; τοιάνδε μάλιστα: πάσης εἰ̂ναι γενέσεως ὑποδοχὴν αὐτὴν οἱ̂ον τιθήνην. εἴρηται μὲν οὐ̂ν τἀληθές, δει̂ δὲ ἐναργέστερον εἰπει̂ν περὶ αὐτου̂, χαλεπὸν
[49b] δὲ ἄλλως τε καὶ διότι προαπορηθη̂ναι περὶ πυρὸς καὶ τω̂ν μετὰ πυρὸς ἀναγκαι̂ον τούτου χάριν: τούτων γὰρ εἰπει̂ν ἕκαστον ὁποι̂ον ὄντως ὕδωρ χρὴ λέγειν μα̂λλον ἢ πυ̂ρ, καὶ ὁποι̂ον ὁτιου̂ν μα̂λλον ἢ καὶ ἅπαντα καθ' ἕκαστόν τε, οὕτως ὥστε τινὶ πιστῳ̂ καὶ βεβαίῳ χρήσασθαι λόγῳ, χαλεπόν. πω̂ς οὐ̂ν δὴ του̂τ' αὐτὸ καὶ πῃ̂ καὶ τί περὶ αὐτω̂ν εἰκότως διαπορηθέντες ἂν λέγοιμεν; πρω̂τον μέν, ὃ δὴ νυ̂ν ὕδωρ ὠνομάκαμεν, πηγνύμενον ὡς δοκου̂μεν λίθους καὶ γη̂ν γιγνόμενον
[49c] ὁρω̂μεν, τηκόμενον δὲ καὶ διακρινόμενον αὐ̂ ταὐτὸν του̂το πνευ̂μα καὶ ἀέρα, συγκαυθέντα δὲ ἀέρα πυ̂ρ, ἀνάπαλιν δὲ συγκριθὲν καὶ κατασβεσθὲν εἰς ἰδέαν τε ἀπιὸν αὐ̂θις ἀέρος πυ̂ρ, καὶ πάλιν ἀέρα συνιόντα καὶ πυκνούμενον νέφος καὶ ὁμίχλην, ἐκ δὲ τούτων ἔτι μα̂λλον συμπιλουμένων ῥέον ὕδωρ, ἐξ ὕδατος δὲ γη̂ν καὶ λίθους αὐ̂θις, κύκλον τε οὕτω διαδιδόντα εἰς ἄλληλα, ὡς φαίνεται, τὴν γένεσιν. οὕτω δὴ τούτων οὐδέποτε
[49d] τω̂ν αὐτω̂ν ἑκάστων φανταζομένων, ποι̂ον αὐτω̂ν ὡς ὂν ὁτιου̂ν του̂το καὶ οὐκ ἄλλο παγίως διισχυριζόμενος οὐκ αἰσχυνει̂ταί τις ἑαυτόν; οὐκ ἔστιν, ἀλλ' ἀσφαλέστατα μακρῳ̂ περὶ τούτων τιθεμένους ὡ̂δε λέγειν: ἀεὶ ὃ καθορω̂μεν ἄλλοτε ἄλλῃ γιγνόμενον, ὡς πυ̂ρ, μὴ του̂το ἀλλὰ τὸ τοιου̂τον ἑκάστοτε προσαγορεύειν πυ̂ρ, μηδὲ ὕδωρ του̂το ἀλλὰ τὸ τοιου̂τον ἀεί, μηδὲ ἄλλο ποτὲ μηδὲν ὥς τινα ἔχον βεβαιότητα, ὅσα
[49e] δεικνύντες τῳ̂ ῥήματι τῳ̂ τόδε καὶ του̂το προσχρώμενοι δηλου̂ν ἡγούμεθά τι: φεύγει γὰρ οὐχ ὑπομένον τὴν του̂ τόδε καὶ του̂το καὶ τὴν τῳ̂δε καὶ πα̂σαν ὅση μόνιμα ὡς ὄντα αὐτὰ ἐνδείκνυται φάσις. ἀλλὰ ταυ̂τα μὲν ἕκαστα μὴ λέγειν, τὸ δὲ τοιου̂τον ἀεὶ περιφερόμενον ὅμοιον ἑκάστου πέρι καὶ συμπάντων οὕτω καλει̂ν, καὶ δὴ καὶ πυ̂ρ τὸ διὰ παντὸς τοιου̂τον, καὶ ἅπαν ὅσονπερ ἂν ἔχῃ γένεσιν: ἐν ᾡ̂ δὲ ἐγγιγνόμενα ἀεὶ ἕκαστα αὐτω̂ν φαντάζεται καὶ πάλιν ἐκει̂θεν ἀπόλλυται,
[50a] μόνον ἐκει̂νο αὐ̂ προσαγορεύειν τῳ̂ τε του̂το καὶ τῳ̂ τόδε προσχρωμένους ὀνόματι, τὸ δὲ ὁποιονου̂ν τι, θερμὸν ἢ λευκὸν ἢ καὶ ὁτιου̂ν τω̂ν ἐναντίων, καὶ πάνθ' ὅσα ἐκ τούτων, μηδὲν ἐκει̂νο αὐ̂ τούτων καλει̂ν. ἔτι δὲ σαφέστερον αὐτου̂ πέρι προθυμητέον αὐ̂θις εἰπει̂ν. εἰ γὰρ πάντα τις σχήματα πλάσας ἐκ χρυσου̂ μηδὲν μεταπλάττων παύοιτο ἕκαστα εἰς ἅπαντα, δεικνύντος δή τινος αὐτω̂ν ἓν καὶ ἐρομένου
[50b] τί ποτ' ἐστί, μακρῳ̂ πρὸς ἀλήθειαν ἀσφαλέστατον εἰπει̂ν ὅτι χρυσός, τὸ δὲ τρίγωνον ὅσα τε ἄλλα σχήματα ἐνεγίγνετο, μηδέποτε λέγειν ταυ̂τα ὡς ὄντα, ἅ γε μεταξὺ τιθεμένου μεταπίπτει, ἀλλ' ἐὰν ἄρα καὶ τὸ τοιου̂τον μετ' ἀσφαλείας ἐθέλῃ δέχεσθαί τινος, ἀγαπα̂ν. ὁ αὐτὸς δὴ λόγος καὶ περὶ τη̂ς τὰ πάντα δεχομένης σώματα φύσεως. ταὐτὸν αὐτὴν ἀεὶ προσρητέον: ἐκ γὰρ τη̂ς ἑαυτη̂ς τὸ παράπαν οὐκ ἐξίσταται δυνάμεως--δέχεταί τε γὰρ ἀεὶ τὰ πάντα, καὶ
[50c] μορφὴν οὐδεμίαν ποτὲ οὐδενὶ τω̂ν εἰσιόντων ὁμοίαν εἴληφεν οὐδαμῃ̂ οὐδαμω̂ς: ἐκμαγει̂ον γὰρ φύσει παντὶ κει̂ται, κινούμενόν τε καὶ διασχηματιζόμενον ὑπὸ τω̂ν εἰσιόντων, φαίνεται δὲ δι' ἐκει̂να ἄλλοτε ἀλλοι̂ον--τὰ δὲ εἰσιόντα καὶ ἐξιόντα τω̂ν ὄντων ἀεὶ μιμήματα, τυπωθέντα ἀπ' αὐτω̂ν τρόπον τινὰ δύσφραστον καὶ θαυμαστόν, ὃν εἰς αὐ̂θις μέτιμεν. ἐν δ' οὐ̂ν τῳ̂ παρόντι χρὴ γένη διανοηθη̂ναι τριττά, τὸ μὲν
[50d] γιγνόμενον, τὸ δ' ἐν ᾡ̂ γίγνεται, τὸ δ' ὅθεν ἀφομοιούμενον φύεται τὸ γιγνόμενον. καὶ δὴ καὶ προσεικάσαι πρέπει τὸ μὲν δεχόμενον μητρί, τὸ δ' ὅθεν πατρί, τὴν δὲ μεταξὺ τούτων φύσιν ἐκγόνῳ, νοη̂σαί τε ὡς οὐκ ἂν ἄλλως, ἐκτυπώματος ἔσεσθαι μέλλοντος ἰδει̂ν ποικίλου πάσας ποικιλίας, του̂τ' αὐτὸ ἐν ᾡ̂ ἐκτυπούμενον ἐνίσταται γένοιτ' ἂν παρεσκευασμένον εὐ̂, πλὴν ἄμορφον ὂν ἐκείνων ἁπασω̂ν τω̂ν ἰδεω̂ν ὅσας
[50e] μέλλοι δέχεσθαί ποθεν. ὅμοιον γὰρ ὂν τω̂ν ἐπεισιόντων τινὶ τὰ τη̂ς ἐναντίας τά τε τη̂ς τὸ παράπαν ἄλλης φύσεως ὁπότ' ἔλθοι δεχόμενον κακω̂ς ἂν ἀφομοιοι̂, τὴν αὑτου̂ παρεμφαι̂νον ὄψιν. διὸ καὶ πάντων ἐκτὸς εἰδω̂ν εἰ̂ναι χρεὼν τὸ τὰ πάντα ἐκδεξόμενον ἐν αὑτῳ̂ γένη, καθάπερ περὶ τὰ ἀλείμματα ὁπόσα εὐώδη τέχνῃ μηχανω̂νται πρω̂τον του̂τ' αὐτὸ ὑπάρχον, ποιου̂σιν ὅτι μάλιστα ἀώδη τὰ δεξόμενα ὑγρὰ τὰς ὀσμάς: ὅσοι τε ἔν τισιν τω̂ν μαλακω̂ν σχήματα ἀπομάττειν ἐπιχειρου̂σι, τὸ παράπαν σχη̂μα οὐδὲν ἔνδηλον ὑπάρχειν ἐω̂σι, προομαλύναντες δὲ ὅτι λειότατον ἀπεργάζονται.
[51a] ταὐτὸν οὐ̂ν καὶ τῳ̂ τὰ τω̂ν πάντων ἀεί τε ὄντων κατὰ πα̂ν ἑαυτου̂ πολλάκις ἀφομοιώματα καλω̂ς μέλλοντι δέχεσθαι πάντων ἐκτὸς αὐτῳ̂ προσήκει πεφυκέναι τω̂ν εἰδω̂ν. διὸ δὴ τὴν του̂ γεγονότος ὁρατου̂ καὶ πάντως αἰσθητου̂ μητέρα καὶ ὑποδοχὴν μήτε γη̂ν μήτε ἀέρα μήτε πυ̂ρ μήτε ὕδωρ λέγωμεν, μήτε ὅσα ἐκ τούτων μήτε ἐξ ὡ̂ν ταυ̂τα γέγονεν: ἀλλ' ἀνόρατον εἰ̂δός τι καὶ ἄμορφον, πανδεχές, μεταλαμβάνον
[51b] δὲ ἀπορώτατά πῃ του̂ νοητου̂ καὶ δυσαλωτότατον αὐτὸ λέγοντες οὐ ψευσόμεθα. καθ' ὅσον δ' ἐκ τω̂ν προειρημένων δυνατὸν ἐφικνει̂σθαι τη̂ς φύσεως αὐτου̂, τῃ̂δ' ἄν τις ὀρθότατα λέγοι: πυ̂ρ μὲν ἑκάστοτε αὐτου̂ τὸ πεπυρωμένον μέρος φαίνεσθαι, τὸ δὲ ὑγρανθὲν ὕδωρ, γη̂ν τε καὶ ἀέρα καθ' ὅσον ἂν μιμήματα τούτων δέχηται.

Μετάφραση

Η Υποδοχή
Θα ξεκινήσουμε τη νέα περιγραφή του σύμπαντος από μια πληρέστερη ταξινόμηση. Ενώ στην πρώτη μας προσπάθεια είχαμε διακρίνει δύο βασικά είδη, τώρα πρέπει να προσθέσουμε ένα νέο, τρίτο είδος. Τα δύο είδη αρκούσαν για την προηγούμενη έκθεση. Το πρώτο είχε εκληφθεί ως το υπόδειγμα, νοητή και αιωνίως αμετάβλητη οντότητα. Το δεύτερο ως η μίμηση του υποδείγματος, οντότητα που έχει γεννηθεί και είναι ορατή. Δεν διακρίναμε ποτέ τρίτο είδος, γιατί πιστεύαμε ότι τα δύο ήταν αρκετά. Τώρα όμως φαίνεται ότι η πορεία των συλλογισμών μάς αναγκάζει να επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε και ένα τρίτο είδος, δύσκολο και σκοτεινό. Ποια είναι όμως η φυσική του δικαιοδοσία; Τι πρέπει να υποθέσουμε γι’ αυτό; Κατά πρώτο λόγο, το εξής: είναι η υποδοχή κάθε γέννησης, λειτουργεί σαν τροφός.
Ό,τι είπαμε είναι η αλήθεια, χρειάζεται όμως να εκφραστούμε πιο καθαρά. Το θέμα είναι ούτως ή άλλως δύσκολο, και η δυσκολία μας μεγαλώνει γιατί είμαστε υποχρεωμένοι, πριν προχωρήσουμε, να θίξουμε ένα πρώτο πρόβλημα σχετικό με τη φωτιά και τα άλλα στοιχεία. Δεν είναι εύκολο να πει κανείς ποιο από αυτά πρέπει να ονομαστεί πραγματικά «νερό» και όχι «φωτιά», ή ποιο μπορεί να πάρει οποιοδήποτε όνομα και όχι όλα τα ονόματα ταυτόχρονα ή διαδοχικά, είναι επομένως δύσκολο να χρησιμοποιήσει αξιόπιστη και σίγουρη γλώσσα. Πως λοιπόν να μιλήσουμε για την ίδια την Υποδοχή, με τι όρους; Και τι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε για τα στοιχεία, πριν προχωρήσουμε;
Ας πάρουμε πρώτα αυτό που αποκαλούμε «νερό». Όταν στερεοποιείται, νομίζουμε πως το βλέπουμε να γίνεται πέτρες και γη. Όταν πάλι διαλύεται και διαχέεται, γίνεται άνεμος και αέρας. Ο αέρας όταν αναφλέγεται γίνεται φωτιά. Αντιστρόφως, όταν η φωτιά συμπτυχθεί και σβήσει, δείχνει να ξαναπαίρνει τη μορφή του αέρα. Ο αέρας, πάλι, όταν συγκεντρωθεί και πυκνώσει δίνει τα σύννεφα και την ομίχλη, από αυτά με μεγαλύτερη σύμπτυξη παράγεται το τρεχούμενο νερό και από το νερό η γη και οι πέτρες – έτσι ώστε τελικά να φαίνεται πως η γέννηση μεταδίδεται κυκλικά από το ένα στο άλλο.
Εφόσον λοιπόν είναι σαφές ότι αυτά δεν παρουσιάζονται ποτέ με την ίδια μορφή, δεν υποτιμά τη νοημοσύνη του όποιος υποστηρίζει με επιμονή ότι κάποιο από αυτά είναι το οποιοδήποτε και όχι άλλο; Αντιθέτως, πολύ πιο ασφαλής μέθοδος προσέγγισης είναι η εξής: όποτε βλέπουμε κάτι να βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή, για παράδειγμα μια φωτιά, δεν πρέπει να αποκαλούμε αυτό το πράγμα «φωτιά», αλλά ό,τι είναι σε κάθε περίπτωση τέτοιο. Ούτε να λέμε «αυτό το πράγμα είναι νερό» αλλά «αυτό που είναι πάντοτε τέτοιο είναι νερό». Ούτε πρέπει να κατονομάζουμε, σαν να του αποδίδουμε σταθερότητα, κανένα άλλο πράγμα από όσα μπορούμε να δείξουμε χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «αυτό εδώ» και «εκείνο εκεί», και να νομίζουμε ότι έτσι ορίζουμε κάτι. Γιατί στο μεταξύ αυτό έχει φύγει, χωρίς να περιμένει να περιγραφεί με εκφράσεις όπως «αυτό εδώ», «εκείνο εκεί» ή με οποιαδήποτε άλλη έκφραση που θα απέδιδε μονιμότητα σε αυτού του είδους τα πράγματα. Δεν πρέπει λοιπόν να αποκαλούμε αυτά τα πράγματα με τα συγκεκριμένα ονόματα, αλλά να ονομάζουμε έτσι αυτό που είναι τέτοιο και που πάντοτε επανέρχεται παρόμοιο σε καθεμία και σε όλες τις περιπτώσεις. Άρα η λέξη «φωτιά» αρμόζει σε αυτό που είναι τέτοιο στο διηνεκές, και το ίδιο ισχύει για όλα όσα υπόκεινται στο γίγνεσθαι. Μόνον όταν μιλάμε για εκείνο μέσα στο οποίο συντελείται πάντοτε η γένεση του καθενός από αυτά, που εμφανίζονται και από όπου ύστερα εξαφανίζονται, μόνο για εκείνο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις εκφράσεις «αυτό εδώ» και «εκείνο εκεί». Δεν πρέπει όμως ποτέ να του αποδίδουμε κάποιον ποιοτικό χαρακτηρισμό, όπως θερμό ή λευκό ή οποιοδήποτε άλλο από τα αντίθετα και όλα όσα προκύπτουν από αυτα.

Η Υποδοχή ως εκμαγείο και ως μητέρα του γίγνεσθαι
Θα προσπαθήσω όμως τώρα να σας δώσω μια πιο καθαρή εικόνα αυτού που θέλω να πω. Υποθέστε ότι κάποιος έχει κατασκευάσει από χρυσό όλα τα δυνατά γεωμετρικά σχήματα, αλλά, αντί να σταματήσει, συνεχίζει διαρκώς να πλάθει νέα από το υλικό των παλαιοτέρων. Αν τώρα έρθει κάποιος και, δείχνοντας ένα από τα σχήματα, ρωτήσει τι ακριβώς είναι, η πλησιέστερη στην αλήθεια απάντηση είναι ότι είναι χρυσός. Δεν πρέπει ποτέ να απαντήσουμε με τρόπο που να δίνει την εντύπωση ότι το τρίγωνο και όλα τα άλλα σχήματα που πλάθονταν μέσα στον χρυσό εξακολουθούν να υπάρχουν, ενώ έχουν ήδη μετασχηματιστεί. Μάλλον πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι αν, με κάποια επιφύλαξη, μπορέσουμε να το περιγράψουμε παρόμοιο με τριγωνικό.
Το ίδιο ισχύει και για την οντότητα που δέχεται όλα τα σώματα. Πρέπει πάντοτε να της αποδίδεται η ίδια ονομασία. Γιατί δεν ξεφεύγει ποτέ και στο παραμικρό από τη δική της δικαιοδοσία – δέχεται αιωνίως τα πάντα, χωρίς ωστόσο η ίδια να αφομοιώνει ποτέ ούτε και το ελάχιστο από τα χαρακτηριστικά που έχουν τα εισερχόμενα. Λειτουργεί επομένως ως φυσικό εκμαγείο για το καθετί. Εκμαγείο που κινείται και αναδιαμορφώνεται από τα εισερχόμενα, έτσι ώστε εξαιτίας τους να δημιουργείται η εντύπωση ότι κατά καιρούς αλλοιώνεται. Όσο για τα εισερχόμενα και τα εξερχόμενα, αυτά αποτελούν μιμήσεις των αιωνίων όντων, αποτυπώματά τους που έχουν ληφθεί με δυσνόητο και θαυμαστό τρόπο – και τον οποίο για την ώρα προσπερνούμε.
Τώρα λοιπόν πρέπει να διακρίνουμε τρία είδη όντων: το πρώτο είναι αυτό που γεννιέται, το δεύτερο είναι αυτό μέσα στο οποίο γεννιέται, και το τρίτο είναι αυτό προς το οποίο εξομοιώνεται με τη γέννησή του. Μπορούμε επομένως να παρομοιάσουμε την Υποδοχή με τη μητέρα, το Υπόδειγμα με τον πατέρα, και την οντότητα που αναφύεται ανάμεσά τους με το παιδί. Πρέπει όμως να αντιληφθούμε ότι, για να μπορέσει το αποτύπωμα να παρουσιάσει όλη την ποικιλία των δυνατών μορφών, η μοναδική λύση είναι η κατάλληλη προετοιμασία της ίδιας της Υποδοχής μέσα στην οποία θα έρθει να σχηματιστεί το αποτύπωμα. Κι αυτό σημαίνει ότι η Υποδοχή πρέπει να είναι απολύτως απαλλαγμένη από όλες τις μορφές που μέλλει να δεχθεί απ’ έξω. Γιατί, αν διατηρούσε ομοιότητα με κάποιο από τα εισερχόμενα, κάθε φορά που θα υποδεχόταν το αντίθετο ή το εντελώς διαφορετικό, θα το παραμόρφωνε αφού θα περενέβαλλε τη δική της όψη. Επομένως, αυτό που θα δεχθεί στο εσωτερικό του τα πάντα πρέπει να είναι απαλλαγμένο από κάθε μορφή, όπως ακριβώς η βάση των αρωματικών ουσιών, την οποία οι αρωματοποιοί προετοιμάζουν προσεκτικά πριν ξεκινήσουν την παρασκευή των αρωμάτων, φροντίζοντας ώστε τα υγρά που θα δεχθούν τις οσμές να είναι τελείως άοσμα. Ή πάλι, όπως κάνουν όσοι επιχειρούν να αποτυπώσουν σχέδια σε μια μαλακή επιφάνεια, λειαίνοντας την στον ύψιστο βαθμό ώστε να μην αφήσουν επάνω της το παραμικρό ίχνος σχήματος. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο, και αυτό που θα λειτουργήσει επανειλημμένα ως κατάλληλη απ’ άκρη σ’ άκρη υποδοχή των ομοιωμάτων όλων των αιωνίων όντων πρέπει να είναι εντελώς ξένο προς κάθε μορφή. Κατά συνέπεια, για τη μητέρα και την Υποδοχή όλων όσα έχουν γεννηθεί ορατά και εν γένει αισθητά δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τα ονόματα «γη», «αέρας», «φωτιά» και «νερό», ούτε κάποιο παράγωγο ή συνθετικό τους. Δεν κινδυνεύουμε αντίθετα να διαψευστούμε αν πούμε ότι πρόκειται για μια οντότητα αόρατη και άμορφη, ικανή να δέχεται τα πάντα, ότι η επικοινωνία της με το νοητό είναι ιδιαίτερα δύσκολη και ότι είναι εξαιρετικά δύσληπτη. Αν στηριχθούμε απλώς σε όσα έχουμε ήδη πει και επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τη φύση της, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα το εξής: ως φωτιά εμφανίζεται κάθε φορά εκείνο το μέρος της που έχει εκπυρωθεί, ως νερό εκείνο που έχει υγρανθεί, και ως γη ή αέρας εμφανίζονται τα μέρη που έχουν δεχθεί τις αντίστοιχες απεικονίσεις.


ΠΛΑΤΩΝ
ΤΙΜΑΙΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΛΦΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ 1995

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

ΟΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΪΝ - ΑΣΜΑ ΙΙ [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ] – S.T. COLERIDGE



...Κι ο Κάιν ύψωσε τη φωνή του που αντήχησε θρηνητική, γεμάτη πίκρα και είπε: «Ο Παντοδύναμος Θεός που με κατατρέχει μου ρίχνεται απ’ όλες τις μεριές. Κυνηγάει την ψυχή μου όπως ο άνεμος, με περονιάζει όπως η αμμοθύελλα, με περικυκλώνει όπως ο αέρας. Ω, ας μπορούσα πια να ξοφλήσω μια για πάντα! Λαχταράω το θάνατο – αλήθεια το λέω, εκείνα τα πράγματα που ποτέ δε φύσηξε πάνω τους η πνοή της ζωής, που δε σαλεύουν καθόλου πάνω στη γη – ναι, μονάχα αυτά φαντάζουν στα μάτια μου πολύτιμα. Ω, γιατί ο άνθρωπος να μην μπορεί να ζει δίχως ν’ ανασαίνει απ’ τα ρουθούνια του; Έτσι θα μου ήταν εύκολο να μονιάζω στα σκοτάδια και στη μαυρίλα, μέσα στο έρημο διάστημα! Ναι, να έμενα ξαπλωμένος καταγής. Να μη σηκώνομαι, να μη σαλεύω ούτε το δαχτυλάκι μου, ώσπου να γίνω σαν το βράχο μέσα στη σπηλιά του λιονταριού, που πάνω του το μικρό λιονταράκι ακουμπάει το κεφάλι του όταν κοιμάται. Γιατί πίσω απ’ το βουητό του χειμάρρου που βρυχιέται πέρα μακριά ακούγεται μια φωνή. Και τα σύννεφα στον ουρανό με αγριοκοιτάζουν. Ο Παντοδύναμος Θεός που ξεσηκώνεται κατά πάνω μου μιλάει μες στον άνεμο που φυσάει στο δάσος με τους κέδρους. Κι άφωνος μαραζώνω». Τότε ο Ενώχ μίλησε στον πατέρα του: «Σήκω πάνω, πατέρα, σήκω! Φτάσαμε κοντά σ’ εκείνο το μέρος όπου βρήκα το παξιμάδι και το σταμνί». Κι ο Κάιν είπε: «Πως το ξέρεις;». Και το παιδί αποκρίθηκε: «Για δες τα γυμνά βράχια. Μονάχα λίγες δρασκελιές σου τα χωρίζουν από το δάσος. Και μόλις τώρα δα, καθώς ύψωνες τη φωνή σου, ήρθε στ’ αυτιά μου η ηχώ». Ύστερα το παιδί έπιασε τον πατέρα του, σαν να ‘θελε να τον ανασηκώσει. Κι ο Κάιν αποκαμωμένος κι ανήμπορος, κατάφερε σιγά-σιγά να σταθεί στα γόνατα και, αγκαλιάζοντας τον κορμό ενός ελατιού, σηκώθηκε και ακολούθησε το παιδί.

***

And Cain lifted up his voice and cried bitterly, and said, "The Mighty One that persecuteth me is on this side and on that; he pursueth my soul like the wind, like the sand-blast he passeth through me; he is around me even as the air! O that I might be utterly no more! I desire to die—yea, the things that never had life, neither move they upon the earth—behold! they seem precious to mine eyes. O that a man might live without the breath of his nostrils. So I might abide in darkness, and blackness, and an empty space! Yea, I would lie down, I would not rise, neither would I stir my limbs till I became as the rock in the den of the lion, on which the young lion resteth his head whilst he sleepeth. For the torrent that roareth far off hath a voice; and the clouds in heaven look terribly on me; the mighty one who is against me speaketh in the wind of the cedar grove; and in silence am I dried up." Then Enos spake to his father, "Arise my father, arise, we are but a little way from the place where I found the cake and the pitcher." And Cain said, "How knowest thou?" and the child answered—"Behold the bare rocks are a few of thy strides distant from the forest; and while even now thou wert lifting up thy voice, I heard the echo." Then the child took hold of his father, as if he would raise him: and Cain being faint and feeble rose slowly on his knees and pressed himself against the trunk of a fir, and stood upright and followed the child.

S.T. COLERIDGE
ΟΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΪΝ – ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Ε.Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΙΓΜΗ 2004


Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη - Κώστας Βάρναλης





Ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε διαρκῶς λεπτὸν νερόχιονον, ὁ γραῖγος ἀδιάκοπος ἐφύσα καὶ ἦτο ψῦχος καὶ χειμὼν τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους...
Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος εἶχε νηστεύσει ἀνελλιπῶς ὁλόκληρον τὸ Σαρανταήμερον καὶ εἶχεν ἐξομολογηθεῖ τὰ κρίματά του (παπα-Δημήτρη τὸ χέρι σου φιλῶ!). Καὶ ἀφοῦ ἐγκαίρως παρέδωσε τὸ χριστουγεννιάτικον διήγημά του εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» καὶ διέθεσεν ὁλόκληρον τὴν γλίσχρον ἀντιμισθίαν του πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου καὶ τῶν ὀλίγων χρεῶν του, γέρων ἤδη κεκμηκὼς ὑπὸ τῶν ἐτῶν καὶ τῆς νηστείας, ἀποφεύγων πάντοτε τὴν πολυάσχολον τύρβην, ἀλλὰ φιλακόλουθος πιστός, ἔψαλεν, ὡς συνήθως, μὲ τὴν βραχνὴν καὶ σπασμένην φωνήν του, πλήρη ὅμως ἐνθέου πάθους, ὡς δεξιὸς ψάλτης, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου τὰς Μεγάλας Ὥρας, σχεδὸν ἀπὸ στήθους, καὶ ὄτε ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πτωχικόν του δωμάτιον, δὲν εἶχεν ἀκόμη φέξει!
Ἤναψε τὸ κηρίον του καὶ τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (καὶ τοῦ Κυρίου!) ἔβγαλε τὸ ὑπόδημά του τὸ ἀριστερόν, διότι τὸν ἠνώχλει ὁ κάλος, καὶ ἡμίκλιντος ἐπὶ τῆς πενιχρᾶς στρωμνῆς του, πολλὰ ῥεμβάζων καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος, ἤκουε τὰς ὀρυγὰς τοῦ κραταιοῦ ἀνέμου καὶ τοὺς κρότους τῆς βροχῆς καὶ ἔβλεπε νοερῶς τὸν πορφυροῦν πόντον νὰ ῥήγνυται εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχμηροὺς βράχους τοῦ νεφελοσκεποῦς καὶ χιονοστεφάνου Ἄθω.
Ἐκρύωνεν. Ἀλλὰ τὸ καφενεῖον τοῦ κυρ-Γιάννη τοῦ Ἀγκιστριώτη ἦτο κλειστόν. Ἀλλὰ καὶ ὀβολὸν δὲν εἶχε νὰ παραγγείλει:
- Πάτερ Ἀβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ἕνα ποτηράκι ῥακὴ ἢ ῥώμι).
Ἐκείνην τὴν χρονιὰν τὰ Χριστούγεννα ἔπεσαν Παρασκευήν. Τόσον τὸ καλύτερον. Θὰ νηστεύσει καὶ πάλιν, ὡς τὸ εἶχε τάμα νὰ νηστεύει διὰ βίου κάθε Παρασκευὴν διὰ νὰ ἐξαγνισθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ μέγα κρῖμα τῆς νεότητός του, ποὺ εἶδε τυχαίως ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπαν τὴν νεαράν του ἐξαδέλφην νὰ γδύνεται.
Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κι ἐσκεπάσθη μὲ τὴν διάτρητον βατανίαν του, ὅπως ἦτο ντυμένος καὶ μὲ τὰ ὑποδήματα - πλὴν τοῦ ἀριστεροῦ.
Καὶ τότε εὑρέθη εἰς τὴν προσφιλήν του νῆσον τῶν παιδικῶν του χρόνων μὲ τὰ ῥόδιν᾿ ἀκρογιάλια, τὰς ἁλκυονίδας ἡμέρας, τὰς χλοϊζούσας πλαγιάς, μὲ τὰ κρίταμα, τὴν κάππαριν καὶ τὰς ἁρμυρήθρας τῶν παραθαλασσίων βράχων καὶ μὲ τοὺς ἁπλοὺς παλαιοὺς ἀνθρώπους, θαλασσοδαρμένους ἢ ναυαγούς, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους.
Καὶ ἦλθεν ὁ Χριστὸς μὲ τὸ τεθλιμμένον πρόσωπον, ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα μὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον Βρέφος της, ὁ Ἅγιος Στυλιανός, ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων, ἡ Ἁγία Βαρβάρα καὶ ἡ Ἁγία Κυριακὴ μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας, ὁ ὅσιος Ἀντώνιος καὶ Εὐθύμιος καὶ Σάββας μὲ τὰς γενειάδας καὶ τὰ κομβοσχοίνια των· καὶ ἦλθε καὶ ὁ ὅσιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ, «ἄνθρωπος τὴν ὄψιν καὶ θεὸς τὴν καρδίαν», ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια κρατοῦσα εἰς τὰς χεῖρας τὸ μικρόν της ληκύθιον, τὸ περιέχον τὰ λυτήρια ὅλων τῶν μαγγανειῶν καὶ ἐπῳδῶν, ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος, ἡ Ἁγία Μαρίνα καὶ εἴτα ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος μὲ τὰ χαντζάριά των, μὲ τὰς ἀσπίδας καὶ τοὺς θώρακάς των - ὁλόκληρον τὸ Τέμπλον τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τὸν μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας καὶ λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ πολυτάραχον καὶ πολυρροιβδον κῦμα...
Φέγγος ἐαρινὸν καὶ θαλπωρὴ διεχύθησαν ἐντὸς τοῦ ὑγροῦ δωματίου καὶ ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος λησμονήσας τὸν κάλον του ἀνεσηκώθη νὰ φορέσει καὶ τὸ ἀριστερόν του ὑπόδημα διὰ ν᾿ ἀσπασθεῖ εὐλαβῶς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων.
Ἀλλ᾿ ἡ ὀπτασία ἐξηφανίσθη καὶ ἰδοὺ εὑρέθη εἰς τὸν Ἅη-Γιάννην τὸν Κρυφόν, ποὺ ἐγιάτρευε τοὺς κρυφοὺς πόνους κι ἐδέχετο τὴν ἐξαγόρευσιν τῶν κρυφῶν ἁμαρτιῶν. Πλῆθος πιστῶν εἶχεν ἀνέλθει ἀπὸ τὴν πολίχνην, ζωντανοὶ καὶ συγχωρεμένοι, νὰ παρακολουθήσουν τὴν Λειτουργίαν, τὴν ὁποία ἐτέλει ὁ παπα-Μπεφάνης βοηθούμενος ἀπὸ τὸν μπάρμπ᾿ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην.
Κατὰ περίεργον ἀντινομίαν τῶν στοιχείων, ἦτο καλοκαῖρι κι ἡ Λειτουργία εἶχε τελειώσει καὶ ἦτον δὲν ἦτον τρίτη πρωϊνή, ὅτε ἡ ἀμφιλύκη ἤρχισε νὰ ῥοδίζει εἰς τὸν ἀντικρυνὸν ζυγὸν τοῦ βουνοῦ.
Ὅλοι γείτονες, λάλοι καὶ φωνασκοί, ἐκάθηντο κατὰ γὴς πέριξ ἐστρωμένης καθαρᾶς ὀθόνης. Τέσσερ᾿ ἀρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, ἀστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστὰ τῆς λίμνης, αὐγοτάραχον καὶ ἐγχέλεις ἁλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια καὶ μῆλα - ὅλα τὰ καλούδια, προϊόντα της μικρῆς καὶ ὡραίας νήσου, περιέμενον τοὺς συνδαιτυμόνας.
- Καλῶς ὥρισες κυρ-Ἀλέξαντρε, κάτσε κ᾿ ἡ ἀφεντιά σου, τοῦ εἶπεν ἡ θεία ἡ Ἀμέρσα.
Ἀλλὰ τί βλέπει γύρω του; Ὅλους τους ἥρωας καὶ τὰς ἡρωίδας τῶν Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Ἐκεῖ ἦτον ἡ θεία-Ἀχτίτσα, φοροῦσα καινουργῆ μανδήλαν καὶ νέα πέδιλα, ἐπιδεικνύουσα μετ᾿ εὐγνωμοσύνης τὸ συνάλλαγμα τῶν δέκα λιρῶν, τὸ ὁποῖον μόλις ἔλαβε ἀπὸ τὸν ξενητευμένον εἰς τὴν Ἀμερικὴν υἱόν της. Δίπλα της ἐκάθητο κι ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας, ὁ προσποιηθεὶς τὸν Καλλικάντζαρον τὴν Παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων καὶ ληστεύσας τὸν Ἀγγελῆν, τὸν Νάσον, τὸν Τάσον - ὅλα τὰ παιδία τὰ ὁποῖα κατήρχοντο ἀπὸ τὴν Ἐπάνω ἐνορίαν, ἀφοῦ εἶχαν ψάλει τὰ Κάλανδα. Ἐσηκώθη καὶ παρέδωσεν εἰς τὸν κυρ-Ἀλέξανδρον τὰς κλεμμένας πεντάρας -δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύσῃ καὶ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα ἐκείνην τὴν χρονιὰν (συχωρεμένος ἂς εἶναι!).
Ἰδοὺ κι ὁ Μπαρμπ᾿ Ἀλέξης, ὁ Καλοσκαιρῆς, ποὺ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πορθμείου τοῦ Χάροντος διὰ νὰ πηδήσει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· εἶχε τὸ ἰδικόν του, ὑπόσαθρον πλοιάριον, αὐτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ἦτον κι ὁ σύντροφός του ὁ Γιάννης ὁ Πανταρώτας ὁ ναυτολογημένος ὡς Ἰωαννίδης καὶ διατελῶν ἐν διαρκεῖ ἀπουσίᾳ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας.
- Νὰ φροντίσῃς, τοῦ εἶπεν ὁ Πανταρώτας, νὰ πάρω τὴν σύνταξή μου!
Καὶ λησμονῶν τὴν ἱερότητα τῆς στιγμῆς ἐμούντζωσε τὸ κενὸν συνοδεύων τὴν ἄσεμνον χειρονομίαν μὲ τὴν ἀσεμνοτέραν βλασφημίαν:
- Ὅρσε, κουβέρνο!
Ἐκεῖ ἦτον κι ὁ Μπαρμπα-Διόμας, εὐτυχὴς διότι ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον καὶ ἐρρόφησεν ἀπνευστὶ ἐπὶ τοῦ διασώσαντος αὐτὸν τρεχαντηρίου ὁλόκληρον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου διὰ νὰ συνέλθει - ὢ πενιχρά, ἀλλ᾿ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!
Ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἔτρεξε νὰ τοῦ σφίξη τὴν χεῖρα καὶ ὁ βοσκὸς ὁ Στάθ᾿ς τοῦ Μπόζα, τοῦ ὁποίου δύο αἶγες εἶχον βραχωθῆ εἰς τὸν κρημνὸν ὑπεράνω της ἀβύσσου, ὅπου ἔχαινεν ὁ πόντος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ σωθοῦν, ἂν δὲν τὸν κατεβίβαζαν διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του.
- Τὴν Ψαρὴ τὴν ἔχω τάξει ἀσημένια στὴν Παναγιά. Τὴ Στέρφα (τὴν ἄλλην αἶγα) θὰ τὴν σφάξω γιὰ σένα, νὰ τὴν φᾶμε.
Καὶ ἡ Ἀσημίνα τοῦ μαστρο-Στεφανῆ τοῦ βαρελᾶ, μὲ τὰς τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τὴ Ῥοδαυγή, τὴν Ἑλένη, τὴ Μαργαρὼ καὶ τὴν Ἀφέντρα, ἡ Ἀσημίνα, ποὺ τὴν μίαν ἡμέραν ἑώρτασε τοὺς γάμους τῆς Ἀφέντρας μὲ τὸν Γρηγόρη τῆς Μονεβασᾶς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπένθησεν τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της τοῦ Θανάση.
Τέλος, ὤ! τῆς ἐκπλήξεως, ἐνεφανίσθη καὶ ὁ ἕτερος ἐαυτός του, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδημούλης, ὁ πτωχαλαζών, ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἔργα μὴ κοινῶς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος ἠσθάνθη τύψεις, ὅτι ἔπλασεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ τόσον δυστυχεῖς καὶ ταπεινοὺς ἢ τόσον ἁμαρτωλοὺς (οὐδεὶς ἀναμάρτητος!) καὶ τὸν ἑαυτόν του τόσον ἐπηρμένον!...
Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν διέκοψεν ἡ ὀκταόκαδος τσότρα, ἡ περιφερομένη ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Δὲν ἐπρόλαβε νὰ τὴν ἐναγκαλισθῇ καὶ ἤχησαν τὰ λαλούμενα (βιολιτζῆδες ντόπιοι καὶ τουρκόγυφτοι μὲ κλαρινέτα) καὶ ... ἐξύπνησεν.
Ποτὲ ὁ κοσμοκαλόγηρος κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν ἐξύπνησε τόσον χορτάτος, ὅσον ἐκείνην τὴν ἁγίαν ἡμέραν, ὁ νῆστις τοῦ Σαρανταημέρου καὶ ὁ νῆστις ὅλης της ζωῆς του! - ζωὴν νὰ ἔχει!

O Κώστας Βάρναλης έχει γράψει και άλλα διηγήματα με ύφος "παπαδιαμαντικό", κάνοντας χρήση φράσεων και λέξεων του σπουδαίου αυτού διηγηματογράφου. Το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάζει ως ήρωα τον ίδιο τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (κυρ Ἀλέξανδρος).

Πεζός Λόγος
Εκδόσεις Κέδρος


Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Μάιστερ Έκχαρτ – Jonathan Black




Ελάχιστα γνωρίζουμε για τον Μάιστερ Έκχαρτ, τον μυστηριώδη Γερμανό μυστικιστή του 13ου, όπως όμως ο σύγχρονος του Δάντης μπορεί να θεωρηθεί η πηγή της Αναγέννησης, έτσι και ο Έκχαρτ μπορεί να θεωρηθεί η πηγή της ευρύτερα αλλά βραδύτερα διαδιδόμενης Μεταρρύθμισης. Στο πρόσωπο του Έκχαρτ μπορούμε επίσης να δούμε την πηγή μιας νέας μορφής συνειδητότητας που έμελλε να οδηγήσει τη βόρεια Ευρώπη στην παγκόσμια κυριαρχία.
Γεννημένος στην Γκόθα της Γερμανίας το 1260, εισήλθε σε μια μονή Δομινικανών, έγινε ηγούμενος και εντέλει διαδέχτηκε τον Θωμά Ακινάτη στην έδρα της Θεολογίας στο Παρίσι. Το μεγαλεπίβολο έργο του Opus Tripartitum, εξίσου φιλόδοξο στη στόχευσή του με τη Summa Theologica, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Πέθανε μαχόμενος για τη ζωή του κατά τη διάρκεια της δίκης του ως αιρετικού.
Ορισμένα κηρύγματά του και κάποιες λιγοστές, διάσπαρτες ρήσεις του διασώθηκαν ως τις μέρες μας. Μερικά από αυτά μετέγραψαν κάτοικοι του Στρασβούργου. Ποτέ ως τότε δεν είχαν ακούσει να διατυπώνονται έννοιες όπως οι παρακάτω:
Προσεύχομαι στο Θεό να με απαλλάξει από το Θεό.
Αν δεν υπήρχα εγώ, δε θα υπήρχε ούτε ο Θεός.
Αν δεν υπήρχα εγώ, ο Θεός δεν θα ήταν Θεός.
Ο Θεός είναι εντός, και εμείς είμαστε εκτός.
Ο οφθαλμός δια του οποίου βλέπω το Θεό και ο οφθαλμός δια του οποίου με βλέπει ο Θεός είναι ο ίδιος οφθαλμός.
Εκείνος είναι Εκείνος επειδή Εκείνος δεν είναι Εκείνος. Αυτό δεν μπορεί να το κατανοήσει ο εξωτερικός άνθρωπος αλλά μόνο ο εσωτερικός.
Βρες τον ένα πόθο πίσω από όλους τους πόθους.
Ο Θεός είναι στο σπίτι. Εμείς είμαστε που βγήκαμε περίπατο.
Μέσα από το τίποτε γίνομαι αυτό που είμαι.
Μόνο το χέρι που σβήνει μπορεί να γράψει την αλήθεια.
Όλα αυτά ακούγονται εκπληκτικά σύγχρονα. Ίσως μάλιστα, προς κατάπληξή σας, θα μπορούσατε να τα ακούσετε σήμερα από το στόμα του τοπικού σας ιερέα.
Όπως οι διδάσκαλοι του Ζεν, ο Μάιστερ Έκχαρτ επιδιώκει να μας απομακρύνει απότομα από τους παγιωμένους τρόπους σκέψης, ενίοτε με ρήσεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν κενές νοήματος.
Επίσης διδάσκει έναν ανατολικού τύπου διαλογισμό ο οποίος προϋποθέτει αποστασιοποίηση από τον υλικό κόσμο και ταυτόχρονα κένωση του νου. Υποστηρίζει πως όταν όλες οι δυνάμεις αποσυρθούν από τη σωματική μορφή και τις σωματικές τους λειτουργίες, όταν ο άνθρωπος αποκοπεί από τις αισθήσεις, τότε «βυθίζεται στη λήθη των πραγμάτων και του εαυτού του».
Όπως η βουδιστική «κενότητα», η λήθη αυτή είναι ένα κενό που εμπεριέχει άπειρες και ανεξάντλητες δυνατότητες, και επομένως είναι ένας χώρος αναγέννησης και δημιουργίας. Είναι επίσης ένα μέρος δύσκολο και επικίνδυνο. Ο Έκχαρτ έδειχνε το δρόμο όχι της παρηγοριάς για μια σκληρή, καταπιεσμένη ζωή, όχι των καθυστερημένων ανταμοιβών, αλλά μια παράξενη διάσταση δοκιμασίας όπου εισέρχεται κανείς με δική του ευθύνη, την «έρημο της Θεότητας όταν δεν υπάρχει κανείς στο σπίτι».
Όπως ο Μωάμεθ, όπως ο Δάντης, ο Έκχαρτ έχει άμεση προσωπική εμπειρία των πνευματικών κόσμων. Συχνά τα όσα κομίζει από αυτούς δεν είναι ό,τι θα ανέμενε κανείς. Ιδού μια εκτενέστερη εκδοχή της ρήσης που μνημονεύσαμε προηγουμένως.
«Όταν φοβάσαι να πεθάνεις και γαντζώνεσαι από τη ζωή, θα δεις δαίμονες να σου την αφαιρούν διασπαράσσοντάς την. Αν έχεις γαληνέψει εσωτερικά, θα δεις ότι οι δαίμονες είναι στην πραγματικότητα άγγελοι που σε ελευθερώνουν από τη γη. Τα μόνα πράγματα που σε καίνε είναι αυτά που δε θέλεις να αποχωριστείς, οι μνήμες σου, οι δεσμοί σου».
Ο Έκχαρτ ενίοτε μνημονεύεται ως ένας από τους «δώδεκα υψηλούς Διδασκάλους των Παρισίων», μια φράση που μας θυμίζει τις αρχαίες παραδόσεις περί κρυμμένων διδασκάλων και μαθητών, τη Μεγάλη Λευκή Αδελφότητα, τους Τριάντα Έξι Δίκαιους της καμπαλιστικής παράδοσης, την Αδελφότητα της Στέγης του Κόσμου, τον Εσώτερο Κύκλο των Μυστών ή τους Εννέα Αγνώστους. Σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις, οι τρόποι άμεσης βίωσης των πνευματικών κόσμων παραδίδονται από διδάσκαλο σε μαθητή μέσω μιας αλυσίδας μεταβίβασης. Στην ανατολή η αλυσίδα αυτή αποκαλείται ενίοτε σατσόνγκ. Δεν πρόκειται απλώς για πληροφορίες που μεταδίδονται προφορικά, αλλα για μια μαγική διαδικασία μέθεξης μεταξύ διανοιών. Σε κάτι παρόμοιο μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται ο Πλάτων όταν χρησιμοποιεί τον όρο μίμησις. Στην Αλληγορία του Σπηλαίου, καλεί το μαθητή του να πλάσει μια φανταστική εικόνα η οποία θα επιδράσει στο νου του με έναν τρόπο που υπερβαίνει τα στενά όρια του λογικού. Κατά τον Πλάτωνα, τα άριστα κείμενα – αναφέρεται στα ποιήματα του Ησίοδου – ασκούν μια υπνωτιστική μαγεία που χρησιμοποιείται ως όχημα για τη μετάδοση της γνώσης.

Ένας γνωστός μου μυημένος μου διηγήθηκε πως, όταν νεαρός ζούσε ακόμη στη Νέα Υόρκη, τον επισκέφθηκε μια μέρα ο Διδάσκαλός του, σχεδίασε έναν κύκλο πάνω στο τραπέζι και τον ρώτησε τι έβλεπε.
«Μια επιφάνεια τραπεζιού», απάντησε εκείνος.
«Καλώς», είπε ο Διδάσκαλος. «Τα μάτια ενός νέου πρέπει να είναι στραμμένα προς τα έξω». Κατόπιν, χωρίς να πει τίποτε άλλο, έγειρε προς τα εμπρός και άγγιξε με το προτεταμένο δάχτυλό του το φίλο μου στο μέτωπο, ανάμεσα στα μάτια.
Αμέσως ο κόσμος έσβησε και ο φίλος μου θαμπώθηκε από ένα όραμα: του φάνηκε ότι είδε μια ψυχρή, λευκή θεά της Σελήνης που κρατούσε ένα κρανίο και ένα ροζάριο. Είχε έξι πρόσωπα, με τρία μάτια το καθένα.
Η θεά άρχισε να χορεύει και ο φίλος μου έχασε την αίσθηση του χρόνου. Ύστερα από λίγο το όραμα άρχισε να ξεθωριάζει και να συρρικνώνεται, ώσπου έγινε μια κηλίδα και εξαφανίστηκε.
Ο φίλος μου, ωστόσο, γνώριζε ότι με κάποιον τρόπο εξακολουθούσε να ζει μέσα του σαν φλεγόμενος σπόρος, και θα ζούσε μέσα του για πάντα.
«Το είδες;» τον ρώτησε ο Διδάσκαλός του.
Στο άκουσμα αυτής της ιστορίας συγκλονίστηκα, διότι γνώριζα ότι βρισκόμουν πολύ κοντά στην αλυσίδα της μυστικής μεταβίβασης.


Jonathan Black
Η Μυστική Ιστορία του Κόσμου
Μετάφραση Νάσος Κυριαζόπουλος Δ.Φ.
Εκδόσεις BELL 2011