Οι βαριές πόρτες του αμπαριού άνοιξαν από πάνω μας κι από τη στενή σιδερένια σκαλίτσα αρχίσαμε να βγαίνουμε αργά, ένας ένας, στο κατάστρωμα. Οι φρουροί ήταν παραταγμένοι πυκνή αλυσίδα στα κιγκλιδώματα της πρύμνης του πλοίου με τις κάννες των τουφεκιών στραμμένες πάνω μας. Κανένας μας ωστόσο δεν τους έδινε σημασία. Κάποιος φώναζε «πιο γρήγορα, πιο γρήγορα», το πλήθος σπρωχνόταν όπως σε όλους τους σταθμούς κατά την επιβίβαση. Έδειχναν το δρόμο μόνο σ’ εκείνους που προηγούνταν – ανάμεσα στα τουφέκια προς τη φαρδιά σκάλα, μετά στη μαούνα, κι από τη μαούνα, από άλλη σκάλα, στη στεριά. Το πλοίο μας είχε φέρει δώδεκα χιλιάδες άτομα, και όσο ξεφόρτωνε είχες χρόνο να περιεργαστείς τα πέριξ.
Μετά τις ζεστές, ανοιξιάτικα ηλιόλουστες μέρες του Βλαδιβοστόκ, μετά τα καθαρότατα χρώματα του απωανατολίτικου ουρανού, άψογα και έντονα, χωρίς ενδιάμεσους τόνους και μεταπτώσεις, που θα θυμάμαι για όλη μου τη ζωή…
Έπεφτε ένα παγωμένο ψιλόβροχο από έναν θολό, ασπριδερό, σκυθρωπό, μονόχρωμο ουρανό. Γυμνοί, άδενδροι, πετρώδεις πρασινωποί βράχοι υψώνονταν μπροστά μας, και στα κενά ανάμεσα τους, στους πρόποδές τους σχεδόν, σέρνονταν αναμαλλιασμένα, σκουρόγκριζα, κουρελιάρικα σύννεφα. Σαν να σκέπαζαν αυτή τη σκυθρωπή βραχώδη γωνιά ξακρίδια μιας γιγάντιας κουβέρτας. Το θυμάμαι καλά: Ήμουν απολύτως ήρεμος, έτοιμος για οτιδήποτε, αλλά η καρδιά μου χτύπησε και σφίχτηκε ασυναίσθητα. Και, αποστρέφοντας το βλέμμα από το θέαμα, σκέφτηκα ότι μας έφεραν εδώ για να πεθάνουμε.
Το αμπέχονό μου μουσκευόταν λίγο λίγο. Καθόμουν πάνω στη βαλίτσα που, από μια αιώνια ανθρώπινη ματαιότητα, είχα πάρει μαζί μου από το σπίτι την ώρα της σύλληψης. Όλοι, όλοι είχαμε πράγματα: βαλίτσες, σακίδια περασμένα στην πλάτη, μπόγους με κουβέρτες… Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι το ιδανικό εφόδιο του συλληφθέντα είναι ένας μικρός υφασμάτινος τορβάς με ένα ξύλινο κουτάλι μέσα. Όλα τα υπόλοιπα, είτε είναι ένα απολειφάδι μολυβιού είτε είναι κουβέρτα, εμποδίζουν. Ψέμα, ψέμα, την περιφρόνηση για την ατομική ιδιοκτησία μας την είχαν μπολιάσει για τα καλά.
Κοιτούσα το πλοίο που ακουμπούσε στον κυματοθραύστη, τόσο μικρό και παραπαίον ανάμεσα στα γκρίζα, σκοτεινά κύματα.
Μέσα από το σκούρο πέπλο της βροχής ξεπρόβαλλαν οι σκυθρωποί όγκοι των βράχων που περιέβαλλαν τον όρμο Ναγκάγεβο(1), και μόνο πέρα μακριά, εκεί από όπου είχε φτάσει το πλοίο, φαινόταν ο απεριόριστα καμπυλωτός ωκεανός, λες και στην παραλία ήταν ξαπλωμένο ένα γιγάντιο αγρίμι που βαριανάσαινε κι ο αέρας φυσούσε πάνω στο τρίχωμά του, διώχνοντας τα φολιδωτά κύματα που έλαμπαν στη βροχή.
Έκανε κρύο κι ήταν τρομακτικά. Η ζεστή ανοιξιάτικη φωτεινότητα των χρωμάτων του ηλιόλουστου Βλαδιβοστόκ είχε μείνει πίσω, σε έναν άλλο, πραγματικό κόσμο. Εδώ ήμασταν σε έναν κόσμο εχθρικό και σκυθρωπό.
Κανένα κτίριο δεν φαινόταν εκεί κοντά. Ο μοναδικός δρόμος, που παρέκαμπτε το βράχο, χανόταν κάπου προς τα πάνω.
Επιτέλους το ξεφόρτωμα τελείωσε, και σούρουπο πια η μεταγωγή κινήθηκε προς τα βουνά. Κανένας δεν ρωτούσε τίποτα. Το πλήθος των βρεγμένων ανθρώπων άρχισε να ανεβαίνει το δρόμο, σταματώντας συχνά να πάρει ανάσα. Οι βαλίτσες έγιναν πολύ βαριές, τα ρούχα μας μουσκεύτηκαν.
Δύο στροφές κι εκεί δίπλα μας, πιο πάνω από εμάς σε μια προεξοχή του λόφου, είδαμε τις σειρές από αγκαθωτό σύρμα. Από τη μέσα μεριά του σύρματος στριμώχνονταν κάτι άντρες. Κάτι φώναζαν και ξαφνικά άρχισαν να μας πετάνε καρβέλια ψωμί.
Πετούσαν το ψωμί πάνω από τα συρματοπλέγματα, εμείς το πιάναμε, το κόβαμε και το μοιραζόμασταν. Πίσω μας είχαμε μήνες φυλακής, σαρανταπέντε μέρες μεταφοράς με τραίνο και πέντε μέρες στη θάλασσα. Πεινούσαμε όλοι. Σε κανέναν δεν είχαν δώσει οδοιπορικά. Το ψωμί φαγώθηκε με λαιμαργία. Ο τυχερός που έπιανε το ψωμί το μοιραζόταν με όλους όσοι επιθυμούσαν – μια ευγένεια την οποία θα ξεμαθαίναμε διαπαντός μέσα σε τρεις βδομάδες.
Μας οδηγούσαν όλο και πιο πέρα, όλο και πιο ψηλά. Οι στάσεις γίνονταν όλο και πιο συχνές. Και να, μπροστά μας μια ξύλινη πύλη, αγκαθωτά συρματοπλέγματα, και στο εσωτερικό τους σειρές από σκούρες λόγω βροχής σκηνές από καραβόπανο, άσπρες και ανοιχτοπράσινες, τεράστιες. Μας χώριζαν μετρώντας μας και γεμίζοντας τη μια σκηνή μετά την άλλη. Οι σκηνές είχαν σειρές από ξύλινες διώροφες κουκέτες, κατά το σύστημα του τραίνου, σε κάθε κουκέτοα οκτώ άνθρωποι. Ο καθένας πήρε τη θέση του. Το καραβόπανο έσταζε, λιμνούλες υπήρχαν και στο δάπεδο και στις κουκέτες, αλλά ήμουν τόσο κουρασμένος (κι όλοι ήταν το ίδιο κουρασμένοι μ’ εμένα, από τη βροχή, τον αέρα, την αλλαγή, τα μουσκεμένα ρούχα, τις βαλίτσες), που τυλιγμένος όπως όπως χωρίς να σκεφτώ τα βρεγμένα ρούχα μου, αλλά και που θα τα στέγνωνα, ξάπλωσα κι αποκοιμήθηκα αμέσως. Ήταν σκοτεινά και κρύα…
Μετά τις ζεστές, ανοιξιάτικα ηλιόλουστες μέρες του Βλαδιβοστόκ, μετά τα καθαρότατα χρώματα του απωανατολίτικου ουρανού, άψογα και έντονα, χωρίς ενδιάμεσους τόνους και μεταπτώσεις, που θα θυμάμαι για όλη μου τη ζωή…
Έπεφτε ένα παγωμένο ψιλόβροχο από έναν θολό, ασπριδερό, σκυθρωπό, μονόχρωμο ουρανό. Γυμνοί, άδενδροι, πετρώδεις πρασινωποί βράχοι υψώνονταν μπροστά μας, και στα κενά ανάμεσα τους, στους πρόποδές τους σχεδόν, σέρνονταν αναμαλλιασμένα, σκουρόγκριζα, κουρελιάρικα σύννεφα. Σαν να σκέπαζαν αυτή τη σκυθρωπή βραχώδη γωνιά ξακρίδια μιας γιγάντιας κουβέρτας. Το θυμάμαι καλά: Ήμουν απολύτως ήρεμος, έτοιμος για οτιδήποτε, αλλά η καρδιά μου χτύπησε και σφίχτηκε ασυναίσθητα. Και, αποστρέφοντας το βλέμμα από το θέαμα, σκέφτηκα ότι μας έφεραν εδώ για να πεθάνουμε.
Το αμπέχονό μου μουσκευόταν λίγο λίγο. Καθόμουν πάνω στη βαλίτσα που, από μια αιώνια ανθρώπινη ματαιότητα, είχα πάρει μαζί μου από το σπίτι την ώρα της σύλληψης. Όλοι, όλοι είχαμε πράγματα: βαλίτσες, σακίδια περασμένα στην πλάτη, μπόγους με κουβέρτες… Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι το ιδανικό εφόδιο του συλληφθέντα είναι ένας μικρός υφασμάτινος τορβάς με ένα ξύλινο κουτάλι μέσα. Όλα τα υπόλοιπα, είτε είναι ένα απολειφάδι μολυβιού είτε είναι κουβέρτα, εμποδίζουν. Ψέμα, ψέμα, την περιφρόνηση για την ατομική ιδιοκτησία μας την είχαν μπολιάσει για τα καλά.
Κοιτούσα το πλοίο που ακουμπούσε στον κυματοθραύστη, τόσο μικρό και παραπαίον ανάμεσα στα γκρίζα, σκοτεινά κύματα.
Μέσα από το σκούρο πέπλο της βροχής ξεπρόβαλλαν οι σκυθρωποί όγκοι των βράχων που περιέβαλλαν τον όρμο Ναγκάγεβο(1), και μόνο πέρα μακριά, εκεί από όπου είχε φτάσει το πλοίο, φαινόταν ο απεριόριστα καμπυλωτός ωκεανός, λες και στην παραλία ήταν ξαπλωμένο ένα γιγάντιο αγρίμι που βαριανάσαινε κι ο αέρας φυσούσε πάνω στο τρίχωμά του, διώχνοντας τα φολιδωτά κύματα που έλαμπαν στη βροχή.
Έκανε κρύο κι ήταν τρομακτικά. Η ζεστή ανοιξιάτικη φωτεινότητα των χρωμάτων του ηλιόλουστου Βλαδιβοστόκ είχε μείνει πίσω, σε έναν άλλο, πραγματικό κόσμο. Εδώ ήμασταν σε έναν κόσμο εχθρικό και σκυθρωπό.
Κανένα κτίριο δεν φαινόταν εκεί κοντά. Ο μοναδικός δρόμος, που παρέκαμπτε το βράχο, χανόταν κάπου προς τα πάνω.
Επιτέλους το ξεφόρτωμα τελείωσε, και σούρουπο πια η μεταγωγή κινήθηκε προς τα βουνά. Κανένας δεν ρωτούσε τίποτα. Το πλήθος των βρεγμένων ανθρώπων άρχισε να ανεβαίνει το δρόμο, σταματώντας συχνά να πάρει ανάσα. Οι βαλίτσες έγιναν πολύ βαριές, τα ρούχα μας μουσκεύτηκαν.
Δύο στροφές κι εκεί δίπλα μας, πιο πάνω από εμάς σε μια προεξοχή του λόφου, είδαμε τις σειρές από αγκαθωτό σύρμα. Από τη μέσα μεριά του σύρματος στριμώχνονταν κάτι άντρες. Κάτι φώναζαν και ξαφνικά άρχισαν να μας πετάνε καρβέλια ψωμί.
Πετούσαν το ψωμί πάνω από τα συρματοπλέγματα, εμείς το πιάναμε, το κόβαμε και το μοιραζόμασταν. Πίσω μας είχαμε μήνες φυλακής, σαρανταπέντε μέρες μεταφοράς με τραίνο και πέντε μέρες στη θάλασσα. Πεινούσαμε όλοι. Σε κανέναν δεν είχαν δώσει οδοιπορικά. Το ψωμί φαγώθηκε με λαιμαργία. Ο τυχερός που έπιανε το ψωμί το μοιραζόταν με όλους όσοι επιθυμούσαν – μια ευγένεια την οποία θα ξεμαθαίναμε διαπαντός μέσα σε τρεις βδομάδες.
Μας οδηγούσαν όλο και πιο πέρα, όλο και πιο ψηλά. Οι στάσεις γίνονταν όλο και πιο συχνές. Και να, μπροστά μας μια ξύλινη πύλη, αγκαθωτά συρματοπλέγματα, και στο εσωτερικό τους σειρές από σκούρες λόγω βροχής σκηνές από καραβόπανο, άσπρες και ανοιχτοπράσινες, τεράστιες. Μας χώριζαν μετρώντας μας και γεμίζοντας τη μια σκηνή μετά την άλλη. Οι σκηνές είχαν σειρές από ξύλινες διώροφες κουκέτες, κατά το σύστημα του τραίνου, σε κάθε κουκέτοα οκτώ άνθρωποι. Ο καθένας πήρε τη θέση του. Το καραβόπανο έσταζε, λιμνούλες υπήρχαν και στο δάπεδο και στις κουκέτες, αλλά ήμουν τόσο κουρασμένος (κι όλοι ήταν το ίδιο κουρασμένοι μ’ εμένα, από τη βροχή, τον αέρα, την αλλαγή, τα μουσκεμένα ρούχα, τις βαλίτσες), που τυλιγμένος όπως όπως χωρίς να σκεφτώ τα βρεγμένα ρούχα μου, αλλά και που θα τα στέγνωνα, ξάπλωσα κι αποκοιμήθηκα αμέσως. Ήταν σκοτεινά και κρύα…
________________________
(1) Μικρός οικισμός στο λιμάνι του Μαγκαντάν.
VARLAM SHALAMOV
Ιστορίες από την Κολυμά
Μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου
Εκδόσεις Άγρα 2022
