.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2019

Η ΒΕΝΤΑΝΤΑ – RENE QUENON



Καθώς είπομεν και προηγουμένως, με την Βεντάντα εισαγώμεθα εις την καθαυτό μεταφυσικήν. Επομένως είναι περιττόν να επαναλάβωμεν ότι η Βεντάντα δεν είναι ούτε φιλοσοφία ούτε θρησκεία, αν και οι ανατολισταί θέλουν, πιέζοντες τον εαυτόν των και τα πράγματα να βλέπουν εις αυτήν την μίαν ή την άλλην, ή καθώς τον Σοπενχάουερ και την μίαν και την άλλην. Το όνομα της τελευταίας ταύτης δαρσάνα ετυμολογικώς εξεταζόμενον σημαίνει τέλος της Βέδα, της λέξεως τέλος νοουμένης ενταύθα υπό διπλήν έννοιαν δηλαδή και ως κατάληξις και ως σκοπός. Πράγματι, αι Ουπανισάδ, επί των οποίων ουσιαστικώς βασίζεται, αποτελούν το τελευταίον μέρος των βεδικών κειμένων. Πράγματι, το δι’ αυτών διδασκόμενον, εν τω μέτρω καθ’ ο τούτο είναι δυνατόν, είναι ο έσχατος και ο υπέρτατος σκοπός ολοκλήρου της εκ παραδόσεως διδασκαλίας, η οποία άγει προς την γνώσιν εξ όλων των κατά το μάλλον ή ήττον μερικευμένων εντός της σχετικότητος εφαρμογών τας οποίας αποκαλύπτει αύτη εντός των διαφόρων τάξεων. Η φύσις μάλιστα των Ουπανισάδ δεικνύει ότι αύται έχουν προορισμόν να εξαφανίσουν την άγνοιαν, την ρίζαν ταύτην της πλάνης, εξ αιτίας της οποίας το ον εγκλείεται εντός των δεσμών της υπό περιορισμούς διατελούσης υπάρξεως, συμβάλουσαι εις τούτο με το να παρέχουν τα μέσα να πλησιάσωμεν εις την γνώσιν του Βράχμα. Εάν λέγωμεν, μόνον να πλησιάσωμεν την γνώσιν ταύτην, τούτο συμβαίνει διότι η ουσία αυτής ουδόλως είναι δυνατόν να μεταδοθή δια λόγων και κατά συνέπειαν δεν είναι δυνατόν να γίνη ενεργώς εφικτή, ειμή μόνον δια μιας αυστηρώς προσωπικής εργασίας, η οποία δι’ ουδεμιάς εξωτερικής διδασκαλίας είναι δυνατόν να υποκατασταθή όσον υψηλή και βαθεία και αν είναι αύτη. Η ερμηνεία την οποίαν δίδομεν ενταύθα είναι εκείνη την οποίαν παραδέχονται όλοι οι έχοντες έγκυρον επ’ αυτών των θεμάτων γνώμην ινδουισταί. Θα ήτο πράγματι αστείον εάν θα επροτιμούσαμεν την στερουμένην αυθεντίας εικασίαν μερικών ευρωπαίων συγγραφέων, οι οποίοι νομίζουν κατάν την οποίαν η γνώσις την οποίαν περιέχουν αι Ουπανισάδ αποκτάται όταν τις καθίση παρα πόδας διδασκάλου. Εξ άλλου και ο Μαξ Μύλλερ, παρ’ όλον ότι παραδέχεται την τελευταίαν ταύτην εκδοχήν, αναγκάζεται να αναγνωρίση ότι αύτη ουδέν το ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν εκφράζει και ότι θα είχε εφαρμογήν και δι’ οιονδήποτε άλλο μέρος της Βέδα εφ’ όσον η προφορική διδασκαλία είναι ο συνήθης τρόπος της κανονικής μεταδόσεως της διδασκαλίας.
Το χαρακτηριστικόν του μη ανακοινωτού της ολοκληρωτικής και πλήρους γνώσεως προέρχεται εκ του αφάτου του μεταφυσικού στοιχείου, το οποίον ενέχει αύτη καθώς και εκ του ότι δια να είναι πράγματι η γνώσις αύτη εκείνη η οποία πρέπει να είναι, δεν πρέπει να εντοπίζεται μόνον εις μίαν απλήν θεωρίαν, αλλά να συνεπάγεται και την εντός αυτής υπάρχουσαν αντίστοιχον πραγμάτωσιν. Αυτός είναι ο λόγος δια τον οποίον λέγομεν ότι η διδασκαλία αύτη δεν είναι διδακτή ειμή μόνον μέχρις ενός ορίου και συγχρόνως βλέπομεν ότι ο περιορισμός ούτος ισχύει και εις την αμοιβαίαν σχέσιν θεωρίας και πράξεως και όταν ακόμη προκειμένης της τελευταίας ορθούνται προ αυτής κυριολεκτικώς ανυπέρβλητα εμπόδια. Πράγματι, εις οιοσδήποτε συμβολισμός δύναται να διεγείρη δυνατότητας τουλάχιστον συλλήψεως, έστω και εάν αύται δεν είναι δυνατόν να εκφρασθούν δια λόγων εξ ολοκλήρου, χωρίς να γίνη λόγος περί μερικών τρόπων μεταδόσεως καθ’ ους αύτη πραγματούται εκτός και πέραν πάσης εμμόρφου αναπαραστάσεως, τρόπων των οποίων και η ιδέα ακόμη θα εφαίνετο υπερβαλλόντως αναληθής εις ένα Δυτικόν, καθισταμένης ούτω εντελώς ανωφελούς, αν μη αδυνάτου της επεξηγήσεως την οποίαν θα ήτο δυνατόν να δώσωμεν επ’ αυτού του πράγματος. Είναι αφ’ ετέρου αληθές ότι η κατανόησις, έστω και θεωρητικώς συντελουμένη, αρχής γινομένης εκ των πλέον στοιχειωδών αυτής βαθμών, απαραιτήτως προϋποθέτει προσωπικήν προσπάθειαν διότι εξαρτάται εκ των ιδιαιτέρων δεκτικών ικανοτήτων εκείνου προς τον οποίον ανακοινούται μια διδασκαλία. Είναι δε καταφανές ότι εις διδάσκαλος όσον διακεκριμένος και αν είναι, δεν θα γίνη κατανοητός από τον μαθητή του καθ’ όσον εξαρτάται αποκλειστικώς από τον τελευταίον η αφομοίωσις της διδασκαλίας η οποία προσφέρεται εις αυτόν. Εάν ούτω έχουν τα πράγματα, τούτο συμβαίνει διότι πάσα αληθής και καλώς αφομοιωμένη γνώσις, αυτή καθ’ εαυτήν, δεν αποτελεί ενεργόν πραγμάτωσιν αλλά κατά μέγιστον όριον δυνητικήν πραγμάτωσιν, εάν θα ήτο δυνατόν δια της φράσεως ταύτης να ενώσωμεν τας δύο ταύτας λέξεις, αι οποίαι ενταύθα αντιφάσκουν αλλά μόνον φαινομενικώς. Εάν δεν συνέβαινε τοιούτον τι, δεν θα ήτο δυνατόν, συμφωνούντες με τον Αριστοτέλην, να είπωμεν ότι εν ον είναι παν το υπ’ αυτού γνωριζόμενον. Πάντως ο καθαρώς προσωπικός χαρακτήρ, τον οποίον έχει πάσα πραγμάτωσις εξηγείται δια της επομένης απλουστάτης παρατηρήσεως, η οποία από απόψεως διατυπώσεως φαίνεται ίσως απλοϊκή, αλλά επέχει θέσιν αξιώματος. Κατ’ αυτήν εκείνο το οποίον είναι εν ον δεν είναι δυνατόν να είναι άλλο τι εκτός από εκείνο το οποίον είναι αποκλειστικώς αυτό και μόνον αυτό. Εάν ευρισκώμεθα εις την ανάγκην να εκθέσωμεν τόσον αυταποδείκτους αληθείας, τούτο συμβαίνει διότι αυταί ακριβώς είναι αι συχνότερον λησμονούμεναι και διότι εξ άλλου έχουν και άλλας συνεπείας, των οποίων και την ύπαρξιν ακόμη δεν είναι δυνατόν να παραδεχθούν πνεύματα επιπόλαια ή έχοντα πάθει ψύχωσιν με την ανάλυσιν. Το έστω και ατελώς ακόμη διδακτόν είναι μόνον τα μέσα, τα κατά το μάλλον ή ήττον έμμεσα και υποβοηθητικά της μεταφυσικής πραγματώσεως, καθώς έχομεν είπει το τοιούτον εις το περί της Γιόγκα κεφάλαιον. Το πρώτον δε μάλιστα εξ όλων αυτών των μέσων, το πλέον απαραίτητον, και μάλιστα το μόνον το οποίον είναι απολύτως απαραίτητον, είναι αυτή αύτη η εκ θεωρίας γνώσις. Πρέπει όμως να προσθέσωμεν ότι κατά την ολοκλήρωσιν της μεταφυσικής η θεωρία και η πραγμάτωσις ποτέ δεν χωρίζονται εντελώς. Το πράγμα τούτο είναι δυνατόν να διαπιστωθή εις εκάστην γραμμήν των Ουπανισάδ εις τας οποίας συχνάκις είναι πολύ δύσκολον να διακρίνωμεν το αντιστοίχως με την μίαν ή το με την άλλην σχετιζόμενον, και εις τας οποίας πράγματι τα αυτά πράγματα ανάγονται και εις την μίαν και εις την άλλην, ανάλογα με τον τρόπον με τον οποίον τα αντιμετωπίζομεν. Εις μίαν πλήρη από μεταφυσικής απόψεως διδασκαλίαν, η άποψις της πραγματώσεως επιδρά επί της εκθέσεως της θεωρίας, η οποία, υπονοουμένως τουλάχιστον, αποβλέπει προς αυτήν και από την οποίαν ποτέ δεν είναι δυνατόν να είναι ανεξάρτητος. Η θεωρία ως μη έχουσα εντός εαυτής άλλην αξίαν πλην της εις την προπαρασκευήν συμβολής αυτής, πρέπει να υπόκειται εις την πραγμάτωσιν καθώς το μέσον υπόκειται εις τον σκοπόν χάριν του οποίου υφίσταται.
Όλαι αι ανωτέρω θεωρήσεις είναι αναγκαίαι δια την κατανόησιν της απόψεως της Βεντάντα ή μάλλον του πνεύματος αυτής διότι η μεταφυσική άποψις επειδή ουδόλως είναι δυνατόν να είναι μερικευμένη, δεν είναι δυνατόν να έχη και όνομα, ειμή μόνον υπό εντελώς συμβατικήν έννοιαν. Εξ άλλου αι θεωρήσεις αύται εφαρμόζονται κατά τον αυτόν τρόπον και εις πάσαν άλλην μορφήν με την οποίαν δύναται να παρουσιασθή εις άλλους πολιτισμούς η εκ παραδόσεως μεταφυσική, καθ’ όσον αύτη, δια τους λόγους τους οποίους εξεθέσαμεν εν συντομία, είναι μια εν τη ουσία της και δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει άλλως. Δεν ενδείκνυται να είπωμεν περισσότερα από όσα πρέπει επί του ότι αι Ουπανισάδ, αι οποίαι αποτελούν μέρος της Βέδα, το οποίον την ολοκληρώνει, εκπροσωπούν ενταύθα την πρωταρχικήν βασικήν παράδοσιν. Η Βεντάντα επειδή εκδήλως πηγάζει από αυτάς έχει διατυπωθή συνθετικώς (χωρίς δια τούτου να εννοώμεν και ότι έγινε σύστημα) εις τας Βράχμα-σούτρας των οποίων η συγγραφή αποδίδεται εις τον Βαδαραγιαννα, ο οποίος ταυτίζεται με τον Βυάσα, πράγμα το οποίον έχει μεγάλην σημασίαν δι’ εκείνον ο οποίος γνωρίζει το πνευματικόν λειτούργημα το οποίον συμβολίζει το όνομα τούτο. Αι Βράχμα-σούτρας, των οποίων το κείμενον είναι πολύ περιληπτικόν έγιναν αφορμή πολλών σχολίων εκ των οποίων τα του Σανκαρασάγυα και τα του Ραμανούγυα παρουσιάζουν εξαιρετικόν ενδιαφέρον. Και τα δύο ταύτα σχόλια είναι αυστηρών ορθόδοξα παρά τας φαινομενικάς διαφοράς τας οποίας παρουσιάζουν μεταξύ των, αι οποίαι κατά βάθος είναι διαφοραί σχετιζόμεναι με τον τρόπον κατά τον οποίον έκαστον εξ αυτών αναπτύσσει την διδασκαλίαν. Τα σχόλια του Σανκαρασάργυα εκπροσωπούν ειδικώτερον την τάσιν Σαΐβα και τα του Ραμανούγυα την τάσιν Βαϊσνάβα. Εκείνα τα οποία είπομεν περί αυτών με γενικάς γραμμάς, μας απαλλάσσουν από το να είπωμεν και πάλιν εις τι συνίσταται η διαφορά αύτη, η οποία ανάγεται εις διαφοράν οδεύσεων, αι οποίαι όμως άγουν εις το αυτό τέρμα.
Η Βεντάντα ακριβώς επειδή είναι καθαρώς μεταφυσική, ουσιαστικώς παρουσιάζεται ως αδβαϊταβάδα ή διδασκαλία του μη δυαδισμού. Εις τα προηγούμενα έχομεν εξηγήσει την έννοιαν της λέξεως ταύτης ότε εξεθέσαμεν την διαφοράν της μεταφυσικής σκέψεως από την φιλοσοφικήν. Δια να εκθέσωμεν όσον είναι δυνατόν εν συντομία την έκτασιν αυτής θα είπωμεν ήδη ότι ενώ το Ον είναι εν η υπερτάτη Αρχή η λεγομένη Βράχμαα δύναται να ονομασθή το άνευ διττότητος διότι ως ευρισκόμενον πέραν παντός προσδιορισμού, και αυτού ακόμη του Όντος το οποίον είναι το πρώτον εξ όλων των προσδιοριστών, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθή δι’ ουδενός θετικού κατηγορήματος διότι αυτό απαιτεί η απειρότης αυτού, η οποία κατ’ ανάγκην είναι η απόλυτος ολότης η φέρουσα εντός εαυτής όλας τας δυνατότητας. Επομένως δεν είναι δυνατόν να υπάρξη τι, το οποίον να ευρίσκεται εμπραγμάτως εκτός του Βράχμαα διότι μια τοιαύτη υπόθεσις ισοδυναμεί με περιορισμόν αυτού. Ως άμεσος συνέπεια τούτου προκύπτει ότι ο κόσμος, της λέξεως ταύτης νοουμένης υπό την πλέον ευρείαν έννοιαν την οποίαν επιδέχεται, ήτοι την του συνόλου της παγκοσμίας εκδηλώσεως, δεν είναι διακεκριμένος από τον Βράχμαα έστω και φαινομενικώς, έστω και εξ αιτίας σαφούς πλάνης. Από της άλλης όμως πλευράς, ο Βράχμαα είναι απολύτως διακεκριμένος από τον κόσμον διότι δεν είναι δυνατόν να δοθή εις αυτον ουδέν εκ των προσδιοριστικών κατηγορημάτων τα οποία αρμόζουν εις τον κόσμον, καθ’ όσον ολόκληρος η παγκοσμία εκδήλωσις είναι κυριολεκτικώς μηδενική, εις το όμμα της απεραντωσύνης αυτού. Εξ αυτού παρατηρούμεν ότη η μη αμοιβαιότης της σχέσεως ταύτης συνεπάγεται την αυστηράν κατάκρισιν του πανθεϊσμού καθώς και του οιασδήποτε μορφής υπαρξισμού. Εξ άλλου ο πανθεϊσμός όσον και αν προσπαθήσωμεν να αντιληφθώμεν την λέξιν ταύτην υπό έννοιαν επαρκώς καθορισμένην και ορθήν, είναι αχώριστος από την φυσιοκρατίαν, πράγμα το οποίον είναι ίδιον ως να λέγωμεν ότι είναι εξ ολοκλήρου αντιμεταφυσικός. Επομένως είναι ανοησία το να θέλωμεν να βλέπωμεν πανθεϊσμόν εις την Βεντάντα. Παρ’ όλον όμως τούτο, η γνώμη αύτη όσον εσφαλμένη και αν είναι, είναι εκείνη την οποίαν σχηματίζουν ως επί το πλείστον οι Δυτικοί, ακόμη δε και οι νομίζοντες ότι έχουν ειδικότητα επ’ αυτών των πραγμάτων. Τούτο ασφαλώς αποτελεί την εφεύρεσιν η οποία επενοήθη δια να δώση εις τους Ανατολικούς, οι οποίοι γνωρίζουν τι είναι πραγματικώς ο πανθεϊσμός μίαν σαφή ιδέαν περί της αξίας της ευρωπαϊκής επιστήμης και περί της διανοητικότητος των εκπροσώπων αυτής.
Είναι προφανές ότι δεν δυνάμεθα να δώσωμεν ούτε αμυδράν εικόνα του συνόλου της διδασκαλίας. Μερικά εκ των ζητημάτων τα οποία απλώς και μόνο εθίξαμεν ενταύθα, ως παραδείγματος χάριν το της συστάσεως του ανθρωπίνου όντος υπό την μεταφυσικήν αυτού άποψιν, είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενον ιδιαιτέρων μελετών. Θα σταματήσωμεν μόνον επί ενός σημείου, το οποίον αφορά τον ύψιστον σκοπόν, το οποίον λέγεται μόξα ή μούκτι δηλαδή απολύτρωσις, διότι το ον το οποίον έφθασεν εις τον σκοπόν τούτον έχει απελευθερωθή από τα δεσμά της υπό συνθήκας τελούσης υπάρξεως, εις οιανδήποτε κατάστασιν και υπό οιανδήποτε μορφήν και αν ευρίσκεται, δια του πλήρους ταυτισμού του με το Παγκόσμιον. Τούτο αποτελεί την πραγμάτωσιν εκείνου το οποίον ο μουσουλμανικός εσωτερισμός αποκαλεί υπερτάτην ταυτοποίησιν και αυτό είναι το μόνον δια του οποίου γίνεταί τις Γιόγκι υπό την πραγματικήν σημασίαν της λέξεως ταύτης. Επομένως η κατάστασις του Γιόγκι δεν είναι ανάλογος προς ιδιαιτέραν τινά κατάστασιν αλλά περιέχει όλας τας καταστάσεις αι οποίαι είναι δυνατόν να υπάρξουν καθώς και η αρχή περιέχει όλα τα επακόλουθα αυτής. Εκείνος ο οποίος έφθασεν εις την κατάστασιν ταύτην λέγεται και τζιβάν-μούκτα, δηλαδή απολυτρωμένος κατά τον βίον κατ’ αντιδιαστολήν προς τον βιδέχα-μούκτα ή απολυτρωμένον εντός της μορφής, της εκφράσεως ταύτης δηλούσης το ον δια το οποίον η πραγμάτωσις δεν συντελείται ή μάλλον δεν γίνεται ενεργός εκ της δυνητικότητος εις την οποίαν ευρίσκετο ειμή μόνον μετά τον θάνατον ή την διάλυσιν του ανθρώπου εις τα εξ ων συνετέθη. Εξ άλλου τόσον εις την μίαν περίπτωσιν όσο και εις την άλλην το ον είναι οριστικώς απελευθερωμένον από τας καθοριζούσας την ατομικότητα συνθήκας, καθώς και από όλας εκείνας των οποίων το σύνολον λέγεται νάμα και ρούπα δηλαδή όνομα και μορφή, ακόμη δε και από τας συνθήκας πάσης εκδηλώσεως και διέφυγεν από την επ’ άπειρον εκτεινομένην άλυσσον της αιτιότητος, η οποία υφίσταται μεταξύ δράσεως και αντιδράσεως, πράγμα το οποίον δεν συμβαίνει κατά την απλήν μετάβασιν εις άλλην ατομικήν κατάστασιν, έστω και εάν αύτη κατέχη θέσιν υπερτέραν απ’την του κοινού ανθρώπου εντός της κλημακουμένης ιεραρχείας της υπάρξεως. Είναι αφ’ ετέρου έκδηλον ότι η πράξις δεν είναι δυνατόν να έχη συνεπείας εκτός της ιδικής της περιοχής και ότι η αποτελεσματικότης αυτής σταματά ακριβώς εις το σημείον εις το οποίον παύει η δράσις αυτής. Επομένως η πράξις δεν είναι δυνατόν να έχη ως αποτέλεσμα την απελευθέρωσιν εκ της πράξεως και την επίτευξιν της απολυτρώσεως. Επίσης μια πράξις, οιαδήποτε και αν είναι αύτη, κατ’ ανώτατον όριον δύναται να οδηγήση μόνον εις επί μέρους πραγματώσεις αντιστοιχούσας εις μερικάς ανωτέρας καταστάσεις υποκειμένας όμως ακόμη εις περιορισμούς και συνθήκας. Ο Σανκαρασάργυα εκδήλως λέγει ότι δεν υπάρχει έτερον μέσον δια την επίτευξιν της πλήρους και τελείας απελευθερώσεως πλην της γνώσεως. Η πράξις επειδή δεν αντίκειται εις την άγνοιαν δεν είναι δυνατόν να την εξαλείψη, ενώ η γνώσις την διαλύει καθώς το φως διαλύει τα σκότη. Όταν όμως εξαφανισθή η άγνοια, η οποία είναι η ρίζα και η αιτία του περιορισμού, εξαφανίζεται και η ατομικότης της οποίας χαρακτηριστικόν είναι οι περιορισμοί τους οποίους δημιουργεί και επιβάλλει η ιδία, η μεταμόρφωσις αύτη, από την ετυμολογικήν έννοιαν της λέξες, ήτοι την της μεταβιβάσεως εις το πέραν της μορφής. Ουδόλως μεταβάλλει εκείνο το οποίον φαίνεται. Εις την περίπτωσιν του τζιβόν-μούκτα η εξαφάνισις της ατομικότητος, καθώς είναι φυσικόν, συντελείται άνευ εξωτερικής τινός μεταβολής του ανθρώπου αλλά δεν επηρεάζει πλέον το ον, το οποίον εξωτερικώς μόνον έχει ατομικότητα, αφ’ ης θα γνωρίση ενεργώς ότι αύτη είναι τι το απατηλόν. Καθώς όμως είναι ευνόητον, η ενεργός γνώσις του πράγματος τούτου είναι τι το εντελώς διάφορον από μιαν απλήν θεωρητικήν σύλληψιν. Εν συνεχεία της μεταστάσεως, την οποίαν αναφέραμεν ανωτέρω, ο Σανκαρασάργυα περιγράφει την κατάστασιν του Γιόγκι εντός του πολύ στενού πλαισίου εις το οποίον αι λέξεις δύνανται να εκφράσουν ή μάλλον να αφήσουν να υπονοηθή αύτη. Αι θεωρήσεις αύται αποτελούν το θετικόν συμπέρασμα το οποίον εξάγεται εκ της μελέτης της φύσεως του ανθρωπίνου όντος περί της οποίας εκάμαμεν ακροθιγώς λόγον, όταν ελέγομεν ότι το υπέρτατον και έσχατον τέρμα της μεταφυσικής γνώσεως είναι αι ύψιστοι δυνατότητες εις τας οποίας το ον τούτο δύναται να φθάση.


RENE GUENON
ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ
ΙΝΔΟΥΙΣΤΙΚΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ – ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ 1968
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2019

Το «νεκρικό γεύμα» του αυτοκράτορα Δομιτιανού – Elias Canetti



Αναφέρεται ένα τρομερό παιχνίδι αυτού του είδους [του εξουσιαστή σαν επιζώντος] που έκανε ο αυτοκράτορας Δομιτιανός. Το γεύμα που σοφίστηκε και που ασφαλώς δεν ξαναδόθηκε ποτέ με τον ίδιο τρόπο, αποκαλύπτει ολότελα τη βαθύτερη φύση του παρανοϊκού εξουσιαστή. Η αφήγηση που βρίσκεται στον Cassius Dio είναι:
«Σε μια άλλη περίπτωση ο Δομιτιανός περιποιήθηκε τους σπουδαιότερους από τους συγκλητικούς και τους ιππείς με τον ακόλουθο τρόπο: Διακόσμησε μι αίθουσα όπου όλα, οροφή, τοίχοι και πάτωμα, ήταν κατάμαυρα, κι ετοίμασε γυμνά ανάκλιντρα στο ίδιο χρώμα, που ακουμπούσαν πάνω στο ακάλυπτο πάτωμα. Τους φιλοξενουμένους του τους κάλεσε νύχτα και χωρίς τους ακολούθους τους. Δίπλα στον καθένα τους στην αρχή διέταξε να βάλουν από ένα δίσκο, που είχε το σχήμα ταφόπετρας, κι έγραφε το όνομα του φιλοξενούμενου. Μαζί της υπήρχε μια μικρή λάμπα, σαν αυτές που κρέμονται στους τάφους. Καλοφτιαγμένα, γυμνά αγόρια μπήκαν ύστερα στην αίθουσα, κι αυτά βαμμένα μαύρα, σα φαντάσματα. Εκτέλεσαν ένα φρικιαστικό χορό γύρω από τους καλεσμένους κι ύστερα τοποθετήθηκαν στα πόδια τους. Ύστερα προσφέρθηκαν στους φιλοξενούμενους τα φαγητά, που συνήθως προσφέρονται θυσίες για τα πνεύματα των νεκρών, όλα μαύρα και σε πιατέλες του ίδιου χρώματος. Κάθε επισκέπτης άρχισε να τρέμει και περίμενε πως την επόμενη στιγμή κάποιος θα του έκοβε το λαιμό. Εκτός από τον Δομιτιανό, όλοι είχαν βουβαθεί. Επικρατούσε νεκρική σιγή, σαν να βρίσκονταν κιόλας στο βασίλειο των νεκρών. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας έκανε μακρούς μονολόγους πάνω στο θάνατο και τη σφαγή. Τέλος τους άφησε να φύγουν. Όμως είχε πρώτα απομακρύνει τους σκλάβους τους που τους περίμεναν στον προθάλαμο. Πρόσφερε στους επισκέπτες του άλλους σκλάβους, που τους ήταν άγνωστοι, κι έβαλε να τους πάνε στα σπίτια τους με αμάξια ή φορεία. Μ’ αυτόν τον τρόπο τους γέμισε με ακόμα μεγαλύτερο φόβο. Μόλις είχε φτάσει στο σπίτι του κάθε καλεσμένος, κι είχε αρχίσει να παίρνει ανάσα, αναγγελλόταν ένας απεσταλμένος του αυτοκράτορα. Ενώ τώρα καθένας τους ήταν σίγουρος πως είχε έρθει η τελευταία του ώρα, κάποιος του έφερνε την πλάκα, που ήταν από ασήμι. Άλλοι έρχονταν με διάφορα αντικείμενα, ανάμεσά τους οι πιατέλες από πολύτιμο υλικό, που τους είχαν βάλει μπροστά τους στο γεύμα. Τέλος σε κάθε καλεσμένο παρουσιάστηκε και το αγόρι, που τον είχε περιποιηθεί σα να ήταν το ιδιαίτερό του πνεύμα, αλλά τώρα πλυμένο και στολισμένο. Αφού πέρασαν όλη τη νύχτα σε θανάσιμο φόβο, τώρα δέχονταν τα δώρα».
Αυτό λοιπόν ήταν το «νεκρικό γεύμα» του Δομιτιανού, όπως το ονόμασε ο λαός.
Ο αδιάκοπος τρόμος στον οποίο κρατούσε τους καλεσμένους του, τους είχε κάνει να βουβαθούν. Μόνον εκείνος μιλούσε και μιλούσε για θάνατο και για θανάτωση. Έτσι ήταν σαν εκείνοι να ήταν νεκροί και μόνον αυτός ζωντανός. Σ’ εκείνο το γεύμα είχε συγκεντρωμένα όλα του τα θύματα, γιατί σαν τέτοια θα πρέπει να αισθάνονταν. Μεταμφιεσμένος σε οικοδεσπότη, αλλά στην πραγματικότητα σαν επιζών, μιλούσε στα θύματά του τα μεταμφιεσμένα σε καλεσμένους. Όμως η κατάσταση του επιζώντος δεν ήταν μόνο συσσωρευτική, αλλά και είχε ενταθεί με ραφινάτο τρόπο. Εκείνοι είναι βέβαια σαν νεκροί, αυτός όμως μπορεί παρ’ όλα αυτά και να τους σκοτώσει στ’ αλήθεια. Έτσι έχει δημιουργηθεί η πραγματική διαδικασία της επιβίωσης. Όταν ο αυτοκράτορας αφήνει τους καλεσμένους του να φύγουν, τους δίνει χάρη. Τους κάνει ξανά να τρέμουν, μια και τους παραδίνει σε ξένους σκλάβους. Φτάνουν στα σπίτια τους: τους ξαναστέλνει αγγελιοφόρους θανάτου. Αυτοί τους φέρνουν δώρα και μαζί το μεγαλύτερο δώρο, τη ζωή τους. Έχει τη δύναμη, σα να λέμε, να τους πηγαίνει από τη ζωή στο θάνατο κι ύστερα να τους ξαναφέρνει από το θάνατο στη ζωή. Διασκεδάζει πολλές φορές μ’ αυτό το παιχνίδι. Του δίνει την μεγαλύτερη αίσθηση της εξουσίας, κανείς δεν θα μπορούσε να επινοήσει μεγαλύτερη.


Elias Canetti
Μάζα και Εξουσία
Μετάφραση Αγγελική Βερυκοκάκη – Αρτέμη
Εκδόσεις Ηριδανός 1980



Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2019

ΟΙ Βλαβερές Συνέπειες του Καπνού - Anton Chekhov



ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Ιβάν Ιβάνοβιτς Νιούχιν:
άντρας της γυναίκας του, ιδιοκτήτριας σχολής μουσικής και γυναικείου οικοτροφείου
Στη σκηνή-εξέδρα μιας επαρχιακής λέσχης

ΝΙΟΥΧΙΝ (Με μακριές φαβορίτες, χωρίς μουστάκι. Φοράει παλιό πολυφορεμένο φράκο. Μπαίνει με μεγαλοπρέπεια, υποκλίνεται και διορθώνει το γιλέκο.) Αξιότιμες κυρίες και, τρόπον τινά, αξιότιμοι κύριοι. (Χτενίζει τις φαβορίτες.) Στη γυναίκα μου πρότειναν να κάνω εδώ μια ομιλία εκλαϊκευτικού χαρακτήρα, για αγαθοεργό σκοπό. Λοιπόν, εντάξει. Για μένα, έτσι κι αλλιώς, ,είναι απολύτως το ίδιο. Δεν είμαι, βέβαια, καθηγητής κι είμαι ξένος μέσα στον επιστημονικό χώρο, ωστόσο όμως, παρ' όλ' αυτά, πάνε τριάντα χρόνια τώρα, χωρίς σταματημό που ακόμα και σε βάρος της προσωπικής μου υγείας και τα λοιπά και τα λοιπά, εργάζομαι σε θέατρα τα οποία έχουν αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα, κάνω διάφορους στοχασμούς κι ακόμα, αν μπορείτε να το φανταστείτε, γράφω πότε πότε άρθρα επιστημονικά, δηλαδή όχι απολύτως επιστημονικά, αλλά, συγχωρήστε με για την έκφραση, περίπου σαν επιστημονικά. Μεταξύ των άλλων, έγραψα αυτές τις μέρες ένα πολύ μεγάλο άρθρο με επικεφαλίδα:«Η ζημία που προκαλούν μερικά έντομα». Στις κόρες μου το άρθρο αυτό άρεσε πάρα πολύ και ιδιαιτέρως στο σημείο που αναφέρει τους κοριούς. Όσο για μένα, ,το διάβασα ολόκληρο κι ύστερα το έκανα χίλια κομμάτια, γιατί, ό,τι και να γράψεις κι όπως κι αν το γράψεις, χωρίς την περσική σκόνη δεν κάνεις τίποτα. Σε μας, στο σπίτι, ,ακόμα και στο πιάνο, έχει κοριούς... Σαν αντικείμενο της σημερινής μου ομιλίας διάλεξα, να το πω έτσι, τη βλάβη που επιφέρει σ' όλους τους ανθρώπους η χρήση του καπνού. Εγώ ο ίδιος καπνίζω, η γυναίκα μου όμως με πρόσταξε να σας ομιλήσω για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού. Έτσι, λοιπόν, δεν έχω τίποτα να σας πω. Ο καπνός δε µ' ενδιαφέρει καθόλου, αλλά εσείς, αγαπητοί μου κύριοι, προτείνω να δείτε την παρούσα ομιλία με την πρέπουσα σοβαρότητα, αλλιώς δε θα έχετε κανένα όφελος απ' αυτή. Όποιον, λοιπόν, τον φοβίζει μια στεγνή επιστημονική ομιλία, σε όποιον δεν αρέσει, μπορεί να μην την παρακολουθήσει και να βγει έξω. (Διορθώνει το γιλέκο.) Ζητώ ιδιαιτέρως την προσοχή των κυρίων γιατρών που παρευρίσκονται εδώ, οι οποίοι μπορούν να αποκομίσουν από την ομιλία μου πολλές ωφέλιμες πληροφορίες, διότι ο καπνός, εκτός από τις βλαβερές επιδράσεις του, χρησιμοποιείται και στην ιατρική. Αν, για παράδειγμα, κλείσετε μια μύγα μέσα σε μία ταμπακιέρα, αυτή θα ψοφήσει, πιθανόν από διατάραξη των νεύρων. Ο καπνός, κατά κύριο λόγο, είναι φυτό... Όταν ομιλώ, παίζει συνήθως το δεξί μου μάτι, αλλά εσείς μη δίνετε σημασία. Είναι από τη συγκίνηση. Γενικά, ,είμαι πολύ νευρικός άνθρωπος και το μάτι μου άρχισε να παίζει από τις 13 Σεπτεμβρίου του 1889, ακριβώς την ημέρα που η γυναίκα μου γέννησε, κατά κάποιον τρόπο, την τέταρτη κόρη μας, τη Βαρβάρα. Όλες οι κόρες μου γεννήθηκαν στις 13 του μηνός. Ωστόσο (κοιτάζει το ρολόι), επειδή ο χρόνος είναι περιορισμένος, ας μην ξεφύγουμε από το αντικείμενο της ομιλίας. Πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι η γυναίκα μου διατηρεί σχολή μουσικής, καθώς και ιδιωτικό οικοτροφείο, δηλαδή όχι ακριβώς οικοτροφείο, αλλά κάτι σαν οικοτροφείο. Μιλώντας τώρα μεταξύ μας. η γυναίκα μου παραπονιέται συνέχεια ότι δεν της φτάνουν τα λεφτά, αλλά, παρ' όλο που εγώ είμαι τελείως απένταρος, αυτή έχει κρυμμένες καμιά σαρανταριά ως πενήντα χιλιάδες. Τι να πω περισσότερο! Στο οικοτροφείο είμαι διευθυντής του οικονομικού τμήματος. Κάνω τις προμήθειες, ελέγχω το προσωπικό, καταχωρώ τα έξοδα, ράβω τα τετράδια, εξολοθρεύω τους κοριούς, πιάνω τα ποντίκια... Χθες το βράδυ έπρεπε να δώσω στη μαγείρισσα αλεύρι και βούτυρο, γιατί ζήτησαν να τους φτιάξουν τηγανίτες. Να μην τα πολυλογώ, όταν σήμερα έψησαν τις τηγανίτες, ήρθε στην κουζίνα η γυναίκα μου και είπε ότι τρεις οικότροφοι δε θα φάνε επειδή έχουν πρηστεί οι αδένες τους. Περίσσεψαν, λοιπόν, αρκετές τηγανίτες. Ρωτάω εγώ: Πού θέλετε να τις φυλάξω; Στην αρχή η γυναίκα μου πρόσταξε να τις πάμε στο υπόγειο, ύστερα όμως σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και λέει: «Να τις φας εσύ, παλιόσκιαχτρο». Όταν είναι στις κακές της, έτσι με φωνάζει, ή σκιάχτρο ή μοχθηρό ή σατανά. Γιατί είμαι σατανάς; Αυτή πάντοτε είναι στις κακές της. Εγώ όχι απλώς έφαγα τις τηγανίτες αλλά τις κατάπια αμάσητες, επειδή, όπως πάντα, ήμουν νηστικός. Χθες το βράδυ, για παράδειγμα, δε μου έδωσε φαγητό. «Εσένα, σκιάχτρο» είπε «για ποιο λόγο να σε ταΐσω ... » Όμως (κοιτάζει το ρολόι) ξεχαστήκαμε με την κουβέντα και ξεφύγαμε λίγο απ' το θέμα μας. Συνεχίζουμε. Αν και βέβαια θα ακούγατε τώρα πιο ευχάριστα ένα μυθιστόρημα ή κάποια μουσική συμφωνία ή μια άρια.. (Αρχίζει να τραγουδάει) «Τώρα που η μάχη μαίνεται, χτυπάει ο εχθρός, εμείς δε θα κιοτέψουμε, τραβάμε πάντα μπρος...» δε θυμάμαι πού το άκουσα... Στο μεταξύ ξέχασα να σας πω ότι στη σχολή μουσικής της γυναίκας μου, εκτός από την οικονομική διεύθυνση, έχω στις πλάτες μου και τη διδασκαλία των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας, της γεωγραφίας, της ιστορίας, του σολφέζ, της λογοτεχνίας και άλλων. Ο χορός, η ωδική και η ζωγραφική διδάσκονται από τη γυναίκα μου με ξεχωριστή αμοιβή, μόνο που το χορό και την ωδική τα διδάσκω εγώ. Η σχολή μας βρίσκεται στην πάροδο που λέγεται των Πέντε Σκύλων, στον αριθμό 13. Αυτός ίσως είναι ο λόγος που έχω τόσες ατυχίες στη ζωή μου, επειδή μένουμε στο σπίτι με αριθμό 13. Οι κόρες μου γεννήθηκαν κι αυτές στις 13 του μηνός και στο σπίτι μας υπάρχουν 13 παράθυρα... Πώς να το εξηγήσω αυτό, τι να πω! Αν θέλετε να μιλήσετε με τη γυναίκα μου, μπορείτε να τη βρείτε στο σπίτι οποιαδήποτε ώρα. Όσο για το πρόγραμμα της σχολής, εφόσον το θέλετε, πουλιέται στο θυρωρό προς 30 καπίκια το αντίτυπο. (Βγάζει απ' την τσέπη μερικές μπροσούρες.) Να, αν θέλετε, μπορώ να σας το διαθέσω. Το καθένα 30 καπίκια! Ποιος θέλει; (Παύση.) ε θέλει κανένας; Λοιπόν, 20 καπίκια. (Παύση.) Λυπάμαι. Μάλιστα, σπίτι No 13! Τίποτα δε μου πάει καλά, ,γέρασα, ,αποβλακώθηκα... Κάνω τώρα μια διάλεξη, φαίνομαι ότι είμαι εύθυμος, αλλά από μέσα μου θέλω να βάλω τις φωνές ή να πετάξω και να βρεθώ μακριά στα πέρατα της οικουμένης. Ούτε το παράπονο μου μπορώ να πω σε κάποιον, μου 'ρχεται ακόμα και να κλάψω... Θα μου πείτε: Οι κόρες σας... Τι οι κόρες μου; Εγώ τους μιλάω κι αυτές γελούν... Η γυναίκα μου έχει εφτά κόρες... Όχι, με συγχωρείτε, νομίζω, έξι... (δυνατά.) Εφτά! Η πιο μεγάλη είναι η Άννα, είκοσι εφτά χρονών, και η μικρότερη δεκαεφτά. Αγαπητοί μου κύριοι! (Κοιτάζει γύρω του.) Είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, κατάντησα ηλίθιος, τιποτένιος. Στην πραγματικότητα, βέβαια, εσείς αυτή τη στιγμή έχετε μπροστά σας τον πιο ευτυχισμένο πατέρα του κόσμου. Κανονικά έτσι θα έπρεπε να είναι, ούτε τολμώ να πω κάτι διαφορετικό. Αν όμως ξέρατε! Με τη γυναίκα μου έζησα τριάντα τρία χρόνια και μπορώ να πω ότι ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου, όχι ακριβώς τα καλύτερα, αλλά το λέω έτσι, γενικώς. Με μια λέξη, αυτά τα χρόνια, για να πω την αλήθεια, κύλησαν χωρίς να το καταλάβω, ήταν σαν μια ευτυχισμένη στιγμούλα, που να πάρει ο διάολος. (Κοιτάζει γύρω του.) Ωστόσο, νομίζω ότι αυτή δεν ήρθε ακόμα, ,κι αφού απουσιάζει, μπορώ να μιλήσω και να πω ό,τι θέλω. Φοβάμαι, φοβάμαι τρομερά όταν με κοιτάζει. Και, μα την αλήθεια, σας λέω: Οι κόρες μου μένουν τόσο καιρό ανύπαντρες επειδή, ίσως, είναι άτολμες και ντροπαλές, κι επειδή οι άντρες δεν τις βλέπουν ποτέ. Βραδινές συγκεντρώσεις δε θέλει να κάνει, δεν προσκαλεί κανέναν για φαγητό, είναι πολύ τσιγκούνα, δύστροπη θυμωμένη κυρία και γι' αυτό κανένας δεν έρχεται στο σπίτι, αλλά... μεταξύ μας και υπό εχεμύθεια, θα σας το πω... (Πλησιάζει στη ράμπα.) Μπορείτε να δείτε τις κόρες της γυναίκας μου τις μεγάλες γιορτές στη θεία της, τη Ναταλία Σεμιόνοβα, αυτή που υποφέρει από ρευματισμούς και κυκλοφορεί μ' ένα φόρεμα τόσο κίτρινο και με μαύρους λεκέδες, που φαίνεται σαν να είναι γεμάτη από κατσαρίδες. Μ' αυτό το φόρεμα προσφέρει και τους μεζέδες. Όταν η γυναίκα μου δεν είναι εκεί, μπορεί να κάνει κι αυτό... (Χτυπάει το σβέρκο του.) Πρέπει να σημειώσετε ότι εγώ μεθάω μ' ένα ρακοπότηρο κι αισθάνομαι μέσα μου όμορφα, αλλά την ίδια ώρα λυπάμαι κιόλας, λυπάμαι τόσο πολύ, που δεν μπορώ να το εκφράσω με λόγια. Δίχως να το καταλαβαίνω, θυμάμαι τα χρόνια της νιότης μου και, για κάποιο λόγο, με διακατέχει η επιθυμία να φύγω, να το σκάσω. Αχ, αν μόνο ξέρατε πόσο το θέλω αυτό! (Εμψυχωμένος) Να τρέξω, να τα παρατήσω όλα και να πάρω των ομματίων μου χωρίς να κοιτάξω πίσω.. Πού να πάω; Ούτε με νοιάζει... αρκεί ν' απαλλαγώ απ' αυτή την άθλια, την πρόστυχη και ψεύτικη ζωή που με μασκάρεψε και μ' έκανε ένα γηραλέο κι αξιοθρήνητο βλάκα, ένα γηραλέο κι αξιοθρήνητο ηλίθιο. Να φύγω απ' αυτή τη χαζή, τη ρηχή, γεμάτη κακία, κακία, κακία, αρχιτσιγκούνα, απ' τη γυναίκα μου, η οποία με βασάνισε τριάντα τρία χρόνια, να φύγω απ' τη μουσική, απ' την κουζίνα, απ' τα λεφτά της κι απ' όλες αυτές τις αθλιότητες και τις μικρότητες... και να σταματήσω κάπου πολύ, πολύ μακριά, στους αγρούς, να σταθώ όρθιος σαν δέντρο, σαν στύλος, όπως το σκιάχτρο στο λαχανόκηπο, κάτω απ' το διάπλατο ουρανό, και να κοιτάζω όλη τη νύχτα το σταματημένο από πάνω μου ήσυχο και λαμπρό φεγγάρι και να ξεχάσω, να ξεχάσω... πώς θα ήθελα να μη θυμάμαι τίποτα! Πώς θα ήθελα να σχίσω από πάνω μου αυτό το άτιμο παλιοφράκο, που το φορούσα όταν στεφανώθηκα, εδώ και τριάντα χρόνια... (τραβάει από πάνω του το φράκο) που το φοράω και τώρα όταν κάνω ομιλία για αγαθοεργό σκοπό... Να, να! (Τσαλαπατάει το φράκο.) Να, να! Είμαι ένας αξιολύπητος φτωχόγερος, σαν αυτό εδώ το γιλέκο με τη φθαρμένη και ξεθωριασμένη ράχη... (δείχνει τη ράχη.) Τίποτα δε μου χρειάζεται! Είμαι ανώτερος και καθαρότερος απ' αυτά, κάποτε ήμουν νέος, έξυπνος, σπούδασα στο πανεπιστήμιο, είχα όνειρα στη ζωή μου, θεωρούσα τον εαυτό μου άνθρωπο... Τώρα δεν έχω ανάγκη από τίποτα! Τίποτα εκτός από ηρεμία... εκτός από ηρεμία! (Κοιτάζει στο πλευρό, φοράει γρήγορα το φράκο.) Όμως πίσω στα παρασκήνια στέκεται η γυναίκα μου... Ήρθε και με περιμένει εκεί... (Κοιτάζει το ρολόι.) Ο χρόνος μας πέρασε... Αν σας ρωτήσει, κάντε μου τη χάρη, σας παρακαλώ, να της πείτε ότι η ομιλία ήταν... ότι το σκιάχτρο, δηλαδή εγώ, στάθηκε εδώ με αξιοπρέπεια. (Κοιτάζει στο πλευρό, ξεροβήχει.) Κοιτάζει προς τα εδώ... (Υψώνει τη φωνή.)Με βάση το γεγονός ότι ο καπνός εμπεριέχει φοβερό δηλητήριο, για το οποίο μόλις τώρα σας μίλησα, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να καπνίζετε και θέλω, με κάποιον τρόπο, να ελπίζω ότι η ομιλία μου αυτή «για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού» θα σας είναι ωφέλιμη. Αυτά είχα να σας πω. Dixi et animam levavi*!

(Υποκλίνεται και φεύγει μεγαλοπρεπώς.)

* Μίλησα και ξαλάφρωσε η ψυχή μου..

ΤΕΛΟΣ



Κυριακή, 25 Αυγούστου 2019

Υπεράσπιση της Ποίησης [αποσπάσματα] - Percy Bysshe Shelley



...Η γλώσσα των ποιητών είναι ζώσα μεταφορά. Επισημαίνει τις μέχρι πριν ακατανόητες σχέσεις των πραγμάτων, τις καθιστά αιώνιες, έως ότου οι λέξεις που τις αναπαριστούν με το πέρασμα του χρόνου γίνουν σημεία αναλογιών, κατηγορίες ιδεών...

...Ο ποιητής μετέχει στο αιώνιο, το απέραντο και το ένα. Στη σκέψη του χρόνος, τόπος και αριθμός δεν υφίστανται...

...Σκοπός του ποιητή δεν είναι να θεωρεί μόνον το παρόν ως έχει... αλλά μέσα στο παρόν να διακρίνει το μέλλον. Οι σκέψεις του δεν είναι παρά οι σπόροι των λουλουδιών και των καρπών του μέλλοντος χρόνου...

...Το ποίημα είναι καθολικό, εμπεριέχει το σπέρμα μιας αναλογίας, προς κάθε τι που είναι δυνατόν να υπάρξει, σε όλες τις πιθανές παραλλαγές της ανθρώπινης φύσης...

...Ένας άλλος καθρέφτης ικανός να ξανακάνει ωραίο εκείνο που έχει φθαρεί, είναι η ποίηση...

...Η ποίηση αφαιρεί απ’ τα πράγματα το πέπλο της συνήθειας. Αποκαλύπτει την κρυμμένη τους ομορφιά. Που αυτή είναι η απώτατη ουσία του κόσμου...

...Για να είναι κανείς αγαθός με τη βαθύτερη έννοια, θα πρέπει να μπορεί να φαντάζεται με ένταση και πληρότητα...

...Η ποίηση δρα επί της αιτίας... Γιατί η ποίηση είναι το σπαθί της αστραπής που δεν μπαίνει ποτέ στη θήκη...

...Η ποίηση από το ένα μέρος και το συμφέρον του ατόμου από το άλλο, είναι ο Θεός και ο Διάβολος του κόσμου...

...Γιατί η ποίηση είναι η τέλεια και ακριβής στιγμή, ο ροδαμός των πραγμάτων...

...Δημιουργεί ανάλογα για μας μιαν άλλην ύπαρξη μέσα στην ύπαρξή μας. Γινόμαστε κάτοικοι ενός άλλου κόσμου, που μπροστά του ο πραγματικός μοιάζει χαώδης...

...Ο νους βρίσκεται σ’ ένα δικό του χώρο και μπορεί να φτιάξει «έναν Παράδεισο από Κόλαση ή μια Κόλαση από Παράδεισο». Η ποίηση μας απαλλάσσει από την κατάρα να είμαστε δέσμιοι των τυχαίων γεγονότων του περιβάλλοντος...

...Οι ποιητές είναι ιεροφάντες μιας ακατανόητης έμπνευσης... Είναι οι ίδιες τους οι λέξεις ικανές να εκφράζουν ακόμη κι εκείνο που βρίσκεται πέραν απ’ ό,τι ο νους συλλαμβάνει...

...Γιατί η ποίηση είναι ατελεύτητη φορά προς το φως το φυσικό που είναι ο λόγος και το φως το Άκτιστον που είναι ο Θεός...


Percy Bysshe Shelley
Υπεράσπιση της Ποίησης
Απόδοση Ιουλίτα Ηλιοπούλου
Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία 1996

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019

Τραγούδι θανάτου – Henri Michaux



Η τύχη με πλατειά φτερά, η τύχη από πλάνη έχοντάς μου φέρει μαζί με άλλους στίχους τη χαρούμενη χώρα της ξαφνικά, μα ξαφνικά καθώς επιτέλους ανέπνεα ευτυχισμένος, ατέλειωτες μικρές κροτίδες στην ατμόσφαιρα με ανατίναξαν και ύστερα μαχαίρια αναβλύζοντα από παντού με τρυπούσαν με χτυπήματα τόσο καλά που ξανάπεφτα στο σκληρό έδαφος της πατρίδας μου για πάντα δική μου τώρα.

Η τύχη με τα ψάθινα φτερά, η τύχη ανυψώνοντάς με για μια στιγμή πάνω από τις αγωνίες και τους αναστεναγμούς, ένας σωρός σχηματισμένος από χίλιους, κρυμμένος χάρις στην αφηρημάδα μου μέσα στον κονιορτό ενός ψηλού βουνού, ένας σωρός φτιαγμένος στον αγώνα μέχρι θανάτου από πάντοτε, ξαφνικά πέφτοντάς μας επάνω σαν μια βολίδα, ξανάπεφτα στο σκληρό έδαφος του παρελθόντος για πάντα παρόν τώρα.

Η τύχη ακόμα μια φορά, η τύχη με δροσερά σεντόνια περισυλλέγοντάς με μέ γλύκα, καθώς γελούσα σε όλα γύρω μου, διαμοιράζοντας όλα όσα κατείχα, ξαφνικά κυριευμένος δεν ξέρει κανείς από τι ελθούσα από κάτω και από πίσω, ξαφνικά, σαν μια τροχαλία ξεκρέμαστη, αιωρούμουν, ήταν ένα πελώριο πήδημα, και ξανάπεφτα στο σκληρό έδαφος του πεπρωμένου μου, πεπρωμένο για πάντα δικό μου τώρα.

Η τύχη ακόμα μια φορά, η τύχη με γλώσσα λαδένια, έχοντας πλύνει τις πληγές μου, η τύχη σαν μια κόμη που πιάνεις και που θα έπλεκες μαζί με τα μαλλιά σου συνεπαίρνοντάς με και ενώνοντάς με αδιάρρηκτα με εκείνη ξαφνικά, όπως ήδη κολυμπούσα στη χαρά, ξαφνικά ο θάνατος ήλθε και είπε: «Είναι καιρός. Έλα». Ο Θάνατος για πάντα. Ο Θάνατος τώρα.


ΧΡΥΣ. ΤΣΙΚΡΙΤΣΗ-ΚΑΤΣΙΑΝΑΚΗ
ΞΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ (Σειρά 3η)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ 2005

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2019

Διάλειμμα πέντε λεπτών – Francis Picabia



Είχα έναν Ελβετό φίλο, που τον λέγανε Jacques Dingue. (Σ.τ.μ. dingue στα γαλλικά σημαίνει βλαμμένος). Ζούσε στο Περού σε υψόμετρο 4.000 μέτρων. Εδώ και μερικά χρόνια, έφυγε για να εξερευνήσει αυτές τις περιοχές κι είχε πέσει θύμα της γοητείας μιας παράξενης Ινδιάνας, που τον είχε κυριολεκτικά τρελάνει με την άρνησή της να του δοθεί. Σιγά σιγά είχε εξασθενήσει τόσο, που ούτε από την καλύβα που είχε εγκατασταθεί δεν έβγαινε. Ένας Περουβιανός γιατρός που τον είχε συνοδέψει ως εκεί, τον περιποιόταν για να του γιατρέψει μια μαλάκυνση, την οποία έκρινε ως ανίατη!
Κάποια νύχτα, μια επιδημία γρίπης, ξέσπασε στη μικρή ινδιάνικη φυλή που φιλοξενούσε τον Jacques Dingue. Όλοι ανεξαιρέτως έπεσαν θύματα της γρίπης και από τους διακόσιους ιθαγενείς, εκατόν εβδομήντα οχτώ πέθαναν μέσα σε λίγες μέρες. Πολύ σύντομα ο Περουβιανός γιατρός γύρισε σαν τρελός στη Λίμα... Ο φίλος μου εν τω μεταξύ, κόλλησε κι αυτός την αρρώστια κι ακινητοποιήθηκε από τον πυρετό. Λοιπόν, όλοι οι νεκροί Ινδιάνοι είχαν από ένα ή περισσότερα σκυλιά, τα οποία σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μείνανε με μοναδική τροφή τους κυρίους τους. Κατατρώγανε τα πτώματα κι ένα από αυτά έφερε μέσα στην καλύβα του Dingue το κεφάλι της Ινδιάνας, την οποία είχε ερωτευτεί ο φίλος μου... Την αναγνώρισε αμέσως και οπωσδήποτε θα δοκιμάστηκε από μια έντονη συγκίνηση, γιατί ξαφνικά γιατρεύτηκε από την τρέλα του κι από τον πυρετό. Ξαναβρήκε τις δυνάμεις του, λοιπόν, και παίρνοντας το γυναικείο κεφάλι από τα δόντια του σκύλου, διασκέδαζε με το να το πετά στην άλλη άκρη της καλύβας και να φωνάζει στο ζώο να του το φέρει πίσω. Τρεις φορές ξανάρχισε αυτό το παιχνίδι, το σκυλί ξανάφερνε το κεφάλι κρατώντας το με τα δόντια του από τη μύτη, αλλά, την τρίτη φορά ο Jacques Dingue το πέταξε πιο δυνατά κι έσκασε στον τοίχο, οπότε προς μεγάλη του χαρά, ο ποιητής μπόρεσε να πιστοποιήσει πως τα μυαλά, που είχανε πεταχτεί έξω από το κρανίο δεν παρουσίαζαν παρά μονάχα μια περιέλιξη, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ένα σχήμα που θα μπορούσε κανείς να το δει σαν ένα ζευγάρι κωλομέρια!

Μετάφραση: Δημήτρης Πουλικάκος

Andre Breton
Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ
Εκδόσεις Αιγόκερως 1996