.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

ΑΠΟΛΛΩΝ – ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ



Η απλουστευτική μας τάση, ιδίως για έννοιες που δεν έχουν πια στον σύγχρονο κόσμο αντίκρυσμα ζωής, αλλά αποτελούν τυπικές γνώσεις, μας κάνει να βλέπουμε τον Απόλλωνα έναν θεό γαλήνιο και φωτεινό, πλαστικά ωραίον, νομοθέτη της ευρυθμίας, ενσαρκωτή του ορθού λόγου, τον κατ’ εξοχήν – δηλαδή τον πιο συμβατικό – «ελληνικό» θεό. Ο Νίτσε, που τον ξεχώρισε ως ιδέα για να τον αντιτάξει στον Διόνυσο, δεν είναι ίσως ανεύθυνος γι’ αυτή τη σχηματοποίηση. Στην πραγματικότητα, ο Απόλλων είναι θεός φοβερός.
Και μόνον ο μύθος της μητέρας του της Λητώς, που ετοιμόγεννη τριγύριζε αποδιωγμένη από τόπο σε τόπο, χωρίς να βρίσκει που να σταθεί να τον γεννήσει, γιατί όλοι φοβόνταν λέει τον τρομερό θεό που θα ερχόταν στο φως, και μόνον αυτός ο μύθος φτάνει για να μας δώσει μια νύξη του τι κρύβεται πίσω από το σύμβολο. Η ταύτιση του Απόλλωνος με τον ήλιο, το έκπαγλο κι αδυσώπητο σε χώρα μεσημβρινή φως, λέει πολλά. Ο θεός αυτός αναδίνει μια λάμψη που κεραυνώνει. Απόλλων και Άρτεμις, τα δυό αδέρφια, αναφέρονται συχνά ως θεοί του θανάτου – κι εδώ βλέπουμε την έννοια φως να παίρνει μια σημασία άλλη, μεταφυσική. Υπάρχει ένα φως που, όταν σε φωτίζει σε σκοτώνει. Ένα αφόρητο φως.
Το όνομα του Απόλλωνος να ετυμολογείται τάχα από το απολλύναι, και να σημαίνει την καταλυτική δύναμη της θεότητας; Μας φτάνει ν’ αναθυμηθούμε την τρομερή παράκρουση της Κασσάνδρας στον «Αγαμέμνονα», όταν την κυριεύει η προφητική μανία:
Απόλλων, Απόλλων,
Αγυιάτ’, απόλλων εμός.
Απωλέσας γαρ ου μόλις το δεύτερον (1).
Η παρουσία του θεού μέσα στη βασιλική σκλάβα, στο σκεύος αυτό εκλογής του, κατασπαράζει, παλαβώνει. Αυτόν επικαλείται η Ηλέκτρα στη φοβερή στιγμή της μητροκτονίας, στον Σοφοκλή: «Άναξ Άπολλον, ίλεως αυτοίν κλύε... Νυν δ’, ω Λύκει’ Άπολλον, εξ οίων έχω αιτώ, προπίτνω, λίσσομαι, γενού πρόφρων ημίν αρωγός τώνδε των βουλευμάτων». Η επίδραση του δελφικού θεού όμως δεν είναι ποτέ εγκληματική, με την έννοια της αδικίας. Είναι επίδραση τιμωρός κι αδυσώπητη. Νομοθέτης του ηθικού νόμου ο Απόλλων, απαιτεί για εξιλέωση όχι το αίμα του φονιά, όπως οι αρχέγονες Ερινύες, αλλά τον αγνισμό. Μόνο που μέσα στον αγνισμό, πολύ συχνά, περιέχεται και η θυσία του αίματος. Είναι αίτημα αυστηρό ο αγνισμός. Κάποιος πληρώνει.
Και είναι θεός της μαντικής ο Απόλλων, ξέρει τα μελλούμενα, βλέπει μακρυά, προβλέπει. Η παράκρουση που κυριεύει τους ιεροφάντες του είτε Πυθία είναι είτε Σίβυλλες είτε η Κασσάνδρα, υποδηλώνει τη μετάβαση σε μιαν άλλη κατάσταση, μεταρσίωση εκστατική, που είναι διασκελισμός του μεταίχμιου ανάμεσα στη ζωή της κοινής εμπειρίας και στην έλλαμψη των μυστικών. Έχουμε έτσι, καταμεσίς στον ελληνικό κόσμο, τη μαρτυρία για την ύπαρξη μιας άλλης αλήθειας, πέρα από την προσιτή στον καθένα, και που είτε αποτελεί διαίσθηση είτε υψηλή νοσταλγία, παραμένει έτσι ή αλλιώς μιά από τις βαθύτερες εκμυστηρεύσεις της αρχαίας ψυχής.
Τέλος, για να καταλάβουμε την έννοια, ή κάλλιο το σύστημα εννοιών κι εμπειρίας που κρύβεται κάτω από τ’ όνομα Απόλλων, ανάγκη ν’ απαλλαγούμε μια για πάντα από την παράσταση ενός Δωδεκάθεου ευτράπελου, διακωμωδημένου, όπως μας έχει επιπόλαια παραδωθεί. Ο θεός παίρνει πάντοτε την ποιότητα εκείνου που τον προφέρει. Σε κάθε εποχή, ο άνθρωπος την ίδια ιδέα του Αγνώστου, του άρρητου και ιερού, προσωποποίησε κάτω από τα διάφορα ονόματα θεοτήτων. Το θείο στη συνείδηση ενός ποιητή όπως ο Σοφοκλής, μπορεί να είναι – και είναι – ασύγκριτα υψηλότερο βίωμα από ό,τι στην συνείδηση ενός ανόητου ή τυπολάτρη ή εγωιστή Χριστιανού. Όταν λοιπόν συναντάμε στον «Οιδίποδα τύραννο» τη λέξη Απόλλων, ας ξεχνάμε το παιδικό Δωδεκάθεο, που είναι μια λαϊκή του καιρού της πρόληψη, κι’ ας ακούμε την μεγάλη φωνή που μας μιλάει πέρα από τις χιλιετηρίδες, για την φοβερότερη παρουσία που ένιωσε ποτέ στο πλευρό του ο άνθρωπος.


________________
1. Απόλλων,
Απόλλων οδηγέ κ’ η απώλειά μου,
α, τάχα που μ’ ωδήγησες; και σε ποια στέγη; (μεταφράζει ο Γρυπάρης)


ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΜΟΥΣΑ
ΔΟΚΙΜΙΟ
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ 1989

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Όνειρο ( A Dream) – Edgar Allan Poe


Σε οράματα μέσα της μαύρης νύχτας
Μια χαρά που χάθηκε ονειρεύτηκα.
Όμως ένα όνειρο της μέρας με ζωή και με φως
Ραγισμένη άφησε την καρδιά μου.

Αχ! πόσο αξίζει τη μέρα ένα όνειρο
Για τον που στρέφει τα μάτια
Τριγύρω στα πράγματα, με ματιά
Που επιστρέφει στο παρελθόν;

Κείνο το άγιο όνειρο, το άγιο όνειρο,
Όταν οι άλλοι, όλοι με μάλωναν,
Μου έδωσε χαρά σαν την αγαπημένη λάμψη
Που οδηγεί ένα πνεύμα έρημο.

Τι κι αν το φως αυτό, μέσα στη νύχτα,
Και τη θύελλα, τόσο τρεμόσβηνε από μακριά -
Και τι άλλο θα υπήρχε με θάμπος αγνότερο
Κάτω από της Αλήθειας το αυγινό άστρο;

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ

---

In visions of the dark night
I have dreamed of joy departed—
But a waking dream of life and light
Hath left me broken-hearted.

Ah! what is not a dream by day
To him whose eyes are cast
On things around him with a ray
Turned back upon the past?

That holy dream—that holy dream,
While all the world were chiding,
Hath cheered me as a lovely beam
A lonely spirit guiding.

What though that light, thro' storm and night,
So trembled from afar—
What could there be more purely bright
In Truth's day-star?


Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ - Franz Hartmann



Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά, αλλά ανάμεσα στα βουνά οι εποχές μπλέκονται η μια με την άλλη. Τα κόκκινα και κίτρινα φύλλα, χρωματισμένα από το φθινόπωρο, υπήρχαν ανάμεσα στο πράσινο φύλλωμα των πεύκων που δεν είχαν αναπτυχθεί. Πάνω, όμως, από το κόκκινο και το πράσινο και από το καθαρό λευκό χιόνι οι γκρίζες μάζες των κορυφών υψώνονται σε μια διαδοχή από κολώνες και μύτες με τρούλους, καμπαναριά και πυργίσκους, σαν μια πόλι που κτίστηκε από τους θεούς με φόντο τον γκρίζο ή μπλε θόλο τ’ ουρανού.
Αφού απόλαυσα για λίγο το μεγαλείο του τοπίου, συνέχισα τον δρόμο μου κι έφτασα σ’ ένα μικρό ρέμα που είχε σχηματιστεί από τον καταρράκτη που έπεφτε στο βάθος. Περπάτησα κατά μήκος της όχθης του. Το νερό ήταν τόσο κρυστάλλινο, που ακόμα και το πιο μικρό βότσαλο στον βυθό φαινόταν καθαρά. Μερικές φορές φαινόταν τόσο ακίνητο σαν να ήταν υγρό κρύσταλλο που το διαπερνούσαν οι ακτίνες του ήλιου και μετά, συναντώντας εμπόδια στο δρόμο του, άφριζε οργισμένο, ενώ σε άλλα σημεία έπεφτα σε μικρούς καταρράκτες πάνω από όμορφα βότσαλα και πέτρες, παίρνοντας πολυποίκιλα χρώματα.
Σ’ αυτούς τους τόπους της μοναξιάς δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει την ύπαρξη του ανθρώπου, εκτός από τον πριονισμένο κορμό ενός δένδρου που και που, σημάδι της καταστρεπτικής επίδρασης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Σε μερικά γέρικα, σαπισμένα και κούφια δένδρα έχουν μαζευτεί τα νερά της βροχής που σπινθηρίζουν στον ήλιο σαν μικροί καθρέφτες.
Για πολλή ώρα παρακολουθούσα το παιχνίδισμα του νερού και όσο το παρατηρούσα τόσο ζωντάνευε με τα πιο περίεργα σχήματα. Υπερκόσμια όντα μεγαλειώδους ομορφιάς φαίνονταν να χορεύουν στους αφρούς, κουνώντας τα κεφάλια τους στον ήλιο και πετώντας ασημένιες σταγόνες από τα κυματιστά μαλλιά τους.
Το γέλιο τους ακουγόταν σαν τα νερά του καταρράκτη, και από τις ρωγμές των βράχων κρυφοκοίταζα το άσχημο πρόσωπο των στοιχειών που παρακολουθούσαν πονηρά τον χορό των νεράιδων. Το νερό πάνω από τον καταρράκτη φαινόταν να διστάζει προτού πέσει στον γκρεμό, αλλά κάτω, εκεί που άφηνε τη λεκάνη, φαινόταν ενοχλημένο από τα εμπόδια που του ‘κλειναν τον δρόμο και ανυπομονούσε να ξεφύγει. Ενώ πέρα, κάτω στην κοιλάδα, όπου συναντούσε τον αδελφό του, τον ποταμό, ακουγόταν σαν ο τελευταίος να το καλωσόριζε πάλι στην αγκαλιά του και σαν κι οι δύο να έδειχναν την αγαλλίασή τους για την τελική ένωσή τους μ’ έναν χαρούμενο γιορτασμό.
Ποιος είν’ ο λόγος που φανταζόμαστε τέτοια πράγματα; Γιατί προικίζουμε τα «νεκρά πράγματα» με ανθρώπινη συνείδηση και με συναίσθηση; Γιατί τις στιγμές της ευτυχίας μας δεν ικανοποιούμαστε με την αίσθηση ότι ζούμε σ’ ένα σώμα, και η συνείδησή μας προσπαθεί απεγνωσμένα να βγει από την κατοικία που είναι φυλακισμένη και ν’ αναμειχθεί με την παγκόσμια ζωή; Είναι η συνείδησή μας απλώς προϊόν της οργανικής δραστηριότητας του σώματός μας ή μήπως είναι μια λειτουργία της παγκόσμιας ζωής, συγκεντρωμένης, ας πούμε, σε μια εστία μέσα στο φυσικό σώμα; Εξαρτάται άραγε η ύπαρξη της προσωπικής μας συνειδητότητας από την ύπαρξη του φυσικού σώματος και πεθαίνει μαζί μ’ αυτό; Ή μήπως υπάρχει μια πνευματική συνείδηση που ανήκει σ’ έναν ανώτερο, αθάνατο και αόρατο εαυτό του ανθρώπου, ο οποίος συνδέεται προσωρινά με τον φυσικό του οργανισμό, αλλά που μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από αυτόν; Εάν συμβαίνει έτσι, εάν ο φυσικός μας οργανισμός είναι απλώς ένα όργανο μέσω του οποίου δρα η συνείδησή μας, τότε αυτό το όργανο δεν είναι ο πραγματικός μας εαυτός. Εάν αυτό είναι αλήθεια, τότε ο πραγματικός μας εαυτός μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από τον υλικό. Όταν ταξιδέψουμε με το νου μας στις πλαγιές του βουνού, κατεβαίνοντας σιγά-σιγά προς τα κάτω, ανεβαίνοντας πάλι προς τα πάνω και εξετάζουμε με τη φαντασία μας τα πράγματα που υπάρχουν σ’ αυτές, γιατί έχουμε αυτό το συναίσθημα ανάτασης και χαράς, σαν να ήμασταν πραγματικά εκεί, έχοντας όμως αφήσει πίσω το υλικό μας σώμα, επειδή ήταν πολύ βαρύ για να συνοδεύσει το πνεύμα στην κορυφή του απρόσιτου βουνού. Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος της ζωής μας και της συνειδητότητάς μας πρέπει να παραμείνει στην υλική μορφή για να τη βοηθήσει να συνεχίσει να ζει κατά την απουσία μας και να φροντίζει τις ζωικές λειτουργίες. Έχουμε όμως διαβάσει για υπνοβάτες και άτομα σε κατάσταση έκστασης, που ο εσώτερος πνευματικός εαυτός τους, με όλες τις δυνάμεις του της συνείδησης, της συναίσθησης και της αντίληψης, έφευγε από τις φαινομενικά νεκρές μορφές τους και επισκεπτόταν μακρινά μέρη, ταξιδεύοντας με την ταχύτητα της σκέψης και δίνοντας περιγραφές γι’ αυτά, που αργότερα επιβεβαιώθηκαν και αποδείχτηκαν αληθινές.
Γιατί βρίσκουμε ζωή σ’ όλα τα πράγματα, ακόμα και σ’ αυτά που θεωρούνται «νεκρά», αν απλώς τοποθετηθούμε σε μια κατάσταση στην οποία μπορούμε ν’ αντιληφθούμε ότι είναι ζωντανά. Μπορεί να υπάρξει νεκρή ύλη στο σύμπαν; Η πέτρα, δεν συγκρατείται σε μια ενιαία μορφή από τη δύναμη συνοχής των μορίων της και δεν έλκεται προς τη γη από τη βαρύτητα; Όμως τι άλλο είναι αυτή η «συνοχή» και η «βαρύτητα» παρά ενέργεια; Και τι είναι η «ενέργεια» παρά η Ψυχή, μια εσωτερική αρχή που ονομάζεται δύναμη, η οποία παράγει μια εξωτερική εκδήλωση που ονομάζεταιΎλη, αλλά η οποία πρέπει τελικά να ταυτιστεί με τη δύναμη ή την ουσία, ή όπως αλλιώς μπορεί ν’ αποκαλούμε ένα πράγμα που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε; Αν αυτή η άποψη είναι σωστή, τότε όλα τα πράγματα έχουν ζωή, όλα τα πράγματα έχουν ψυχή, και μπορεί να υπάρχουν όντα με ψυχή, που οι εξωτερικές μορφές τους δεν είναι τόσο χονδροειδείς όπως η δική μας, και τα οποία είναι κατά συνέπεια αόρατα στις φυσικές μας αισθήσεις, αλλά μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τη δική μας ψυχή.
Μέσα στη σιωπή της φύσης οι σκέψεις γίνονται ζωντανά όνειρα και τα όνειρα γίνονται οράματα. Φαντάστηκα ότι θα μπορούσα να μείνω σ’ αυτή την ερημιά, τη γεμάτη ιερότητα, για την υπόλοιπη ζωή μου μαζί με μερικούς φίλους που ταιριάζουμε. Φαντάστηκα, ακόμη, πως ενωμένοι με κοινά ενδιαφέροντα και έχοντας ταυτόσημους αντικειμενικούς σκοπούς, θα μπορούσαμε να είμαστε ευτυχισμένοι και μαζί ν’ αποκτήσουμε γνώσεις. Εδώ, μακριά από την επιπολαιότητα και τη ρηχότητα της καθημερινής ζωής, θα μπορούσαμε ν’ αποκτήσουμε μια πολύ καθαρότερη διανοητική αντίληψη, μια βαθύτερη συγκέντρωση σκέψης και πολύ ανώτερη σύλληψη της αλήθειας που αφορά το μυστήριο της φύσης. Πόσο πιο οξυμένες θα γίνονταν οι αισθήσεις μας για την κατανόηση των εξωτερικών και εσωτερικών πραγματων! Πόσο θα μπορούσε ν’ αυξηθεί η γνώση για τον εαυτό μας! Σημασία δεν θα δίναμε για τις ανοησίες αυτού που ονομάζεται «κοινωνία». Τι θα μας ενδιέφερε να μάθουμε τι συμβαίνει σ’ αυτό το τρελλοκομείο που ονομάζουμε «κόσμο»; Εδώ θα μπορούσαμε να ζήσουμε μέσα στον εαυτό μας, ανενόχλητοι από τις παράφρονες συνήθειες της κοινωνίας, οι οποίες κάθε μέρα και κάθε ώρα μας αναγκάζουν να βγαίνουμε από τον εαυτό μας, να εμφανιζόμαστε εκεί που δεν επιθυμούμε να είμαστε, να ενεργούμε όπως δεν επιθυμούμε να ενεργήσουμε, να υποκλινόμαστε μπροστά στους σύγχρονους θεούς, που στο βάθος της καρδιάς μας καταφρονούμε.
Μια τέτοια ζωή θα ήταν, άραγε, χρήσιμη για μας και τους άλλους; Αν είναι αλήθεια ότι ο κόσμος κι εμείς οι ίδιοι είμαστε φτιαγμένοι από ιδέες, τότε είναι ακριβώς σ’ αυτές τις ερημιές που μπορεί να βρει κανείς τις καλύτερες συνθήκες για να συλλάβει και να αναδιαμορφώσει ιδέες. Οι σκέψεις και οι ιδέες δεν είναι απλώς αυταπάτες. Πρέπει να έχουν μια πραγματική ύπαρξη, τόσο πραγματική – και ίσως μεγαλύτερης διάρκειας – όσο τ’ αντικειμενικά πράγματα αυτού του κόσμου. Γιατί γνωρίζουμε ότι οι ιδέες συνεχίζουν να ζουν και μετά τον θάνατο των μορφών από τις οποίες αντιπροσωπεύονται. Γνωρίζουμε ότι οι ιδέες μας, όπως και οι άλλοι καρποί, γεννιούνται και ωριμάζουν, και όταν μια ιδέα ωριμάσει εμφανίζεται στον πνευματικό ορίζοντα και ταυτόχρονα γίνεται αντιληπτή από κάποιες δεκτικές διάνοιες. Ο άνθρωπος που είναι ικανός ν’ αντιληφθεί και να προσδώσει νέα μορφή σε υψηλές ιδέες και να τους δώσει υλική έκφραση, μπορεί να πετύχει πολύ περισσότερο για το καλό του κόσμου, ζώντας μόνος του στην ερημιά, παρά ζώντας μέσα στον κόσμο όπου η εργασία του συνεχώς παρεμποδίζεται από ασήμαντα πράγματα. Οι ιδέες στις οποίες δίνει μορφή δεν θα πεθάνουν με το σώμα του. Θα πέσουν πάνω στον μεγάλο καθρέφτη, το Αστρικό Φως, και θα διατηρηθούν στη μνήμη του κόσμου για να κατανοηθούν και να χρησιμοποιηθούν από άλλους.
Τελικά τι είναι αυτό το ον που ονομάζουμε Άνθρωπο; Τι είναι αυτός ο ζωντανός ζωικός οργανισμός από σάρκα, αίμα και οστά, ο οποίος ζει γαι λίγο και μετά πεθαίνει, και τον οποίο η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων εκτιμά τόσο πολύ, σαν να ήταν ο ίδιος ο αθάνατος εαυτός τους, και που για την άνεσή του συχνά θυσιάζουν τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπεια, την τιμή και την αρετή τους; Είναι τίποτ’ άλλο εκτός από ένα ζώο στο οποίο κυριαρχεί μια διανοητική δραστηριότητα ανώτερης τάξης απ’ ό,τι στα άλλα ζώα; Μπορεί αυτή η διανοητική δραστηριότητα να είναι το προϊόν της μηχανικής, χημικής και φυσιολογικής δραστηριότητας νεκρής ύλης; Εάν όχι, ποια είναι η αιτία αυτής της δραστηριότητας, και μπορεί αυτή η αιτία να υπάρξει ανεξάρτητα από τη μορφή; Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τη διάνοια; Εάν η διάνοια είναι – όπως αναγκαστικά πρέπει να είναι – ένα κατηγόρημα του πνεύματος, τι είναι ο άνθρωπος χωρίς το πνεύμα και την πνευματική ευφυία;


Franz Hartmann
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥ ΡΟΔΟΣΤΑΥΡΟΥΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Ε. ΜΠΟΥΡΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ 1995


Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Ο παράδοξος ύπνος και το εναργές όνειρο – Michel Jouvet



Ένα όνειρο ονομάζεται «εναργές» όταν το άτομο τη στιγμή που ονειρεύεται έχει συνείδηση ότι ονειρεύεται. Αυτή η ιδιαίτερη κατάσταση προσφέρει στον ονειρευόμενο μια ικανότητα ελέγχου στην εξέλιξη του ονείρου όπως και μια αίσθηση ελευθερίας, διότι το άτομο έχει τη δυνατότητα να διερευνήσει, σύμφωνα με τη δική του φαντασία, τον ονειρικό του κόσμο.
Το γεγονός ότι μερικοί ονειρεύονται, γνωρίζοντας ότι ονειρεύονται, το είχε παρατηρήσει πρώτος ο Αριστοτέλης. Πιο κοντά στην εποχή μας, αυτή η εμπειρία είχε συσχετιστεί επί μακρόν με το μαρκήσιο Harvey de Saint-Denis (1823-1892). Ο μαρκήσιος δημοσίευσε ένα ιδιαίτερα αξιόλογο έργο το 1867, ξεκινώντας από τη μελέτη των δικών του ονείρων: Τα όνειρα και τα μέσα για να τα κατευθύνουμε.
Θα περιγράψουμε υπό μορφή παραδείγματος δύο αφηγήσεις εναργούς ονείρου. Η πρώτη είναι του Harvey de Saint-Denis και η δεύτερη του Frederick Van Eeden (Ολλανδού ψυχοθεραπευτή των αρχών του αιώνα):
  1. «Σε ένα άλλο όνειρο, όπου νόμιζα ότι μια ωραία ημέρα έκανα περίπατο έφιππος, η συνείδηση της πραγματικής μου κατάστασης ξανάρθε στη μνήμη μου, καθώς επίσης και η ερώτησή του κατά πόσον το αυτεξούσιο των φανταστικών μου δραστηριοτήτων ανήκει σ’ εμένα ή ανήκει στο όνειρο. Για να δούμε, είπα στον εαυτό μου, αυτό το άλογο δεν είναι παρά μια αυταπάτη. Η εξοχή που διανύω είναι ένας διάκοσμος. Αλλά αν δεν είναι αυτό η επιθυμία μου, ποιος προκαλεί αυτές τις εικόνες; Μου φαίνεται ότι έχω όλο και μεγαλύτερη επιρροή πάνω τους. Θέλω να καλπάσω, καλπάζω... Θέλω να σταματήσω, σταματάω. Να, τώρα μου ανοίγονται δύο δρόμοι μπροστά μου. Αυτός προς τα δεξιά μου φαίνεται να χάνεται σ’ ένα πυκνό δάσος. Ο άλλος αριστερά οδηγεί σε κάποια κατεστραμμένη αγροικία. Αισθάνομαι ότι έχω την ελευθερία να γυρίσω δεξιά ή αριστερά και επομένως να αποφασίσω εγώ ο ίδιος εάν θέλω να δημιουργήσω συνειρμούς ιδεών-εικόνων, σε σχέση με τα χαλάσματα ή με το δάσος. Γυρίζω κατ’ αρχάς δεξιά. Έπειτα μου έρχεται η ιδέα ότι είναι προτιμότερο, προς όφελος των εμπειριών μου, να κατευθύνω ένα τόσο εναργές όνειρο κοντά σε πύργους και κάστρα, διότι ψάχνοντας να θυμηθώ τις κυριότερες λεπτομέρειες αυτής της αρχιτεκτονικής, θα μπορούσα ίσως, στο ξύπνημά μου, να αναγνωρίσω την πηγή αυτών των αναμνήσεων. Ακολουθώ λοιπόν το μονοπάτι προς τα αριστερά. Βρίσκομαι στην είσοδο μιας κρεμαστής, γραφικής γέφυρας και για μερικές στιγμές, ενώ κοιμάμαι ακόμη, παρατηρώ πολύ προσεκτικά πολλές μικρές και μεγάλες λεπτομέρειες: γωνιώδεις αψίδες, σκαλισμένες πέτρες, μισοσκουριασμένες σιδεριές, ανοίγματα και καταστροφές του τείχους. Θαύμαζα την υπερλεπτομερή ακρίβεια με την οποία ζωγραφίζονται όλα στα μάτια του πνεύματός μου! Γρήγορα όμως, και όταν πρόσεξα τη γιγαντιαία κλειδαριά μιας παλιάς και μισοκατεστραμμένης πόρτας, τα αντικείμενα ξαφνικά έχασαν το χρώμα τους και τη σαφήνεια των ορίων τους, όπως οι φιγούρες των διοραμάτων όταν η φωτιά είναι μακριά. Αισθάνομαι ότι ξυπνάω. Ανοίγω τα μάτια στον πραγματικό κόσμο, το φως του καντηλιού είναι το μόνο που με φωτίζει. Η ώρα είναι τρεις το πρωί».
  2. «Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1904, ονειρευόμουν πως ήμουν όρθιος μπροστά σ’ ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο. Πάνω στο τραπέζι ήταν τοποθετημένα διάφορα αντικείμενα. Με πλήρη συνείδηση ότι ονειρευόμουν, σκέφτηκα τις εμπειρίες που θα μπορούσα να έχω. Αρχικά δοκίμασα να σπάσω ένα ποτήρι, χτυπώντας το δυνατά με μια πέτρα. Τοποθέτησα το μικρό γυάλινο κομμάτι πάνω σε δύο πέτρες και το χτύπησα με μια τρίτη, αλλά μάταια. Πήρα, λοιπόν, ένα λεπτό κρυστάλλινο ποτήρι από το τραπέζι και το έσφιξα με όλη μου τη δύναμη μέσα στη χούφτα μου, σκεπτόμενος την ίδια στιγμή πόσο επικίνδυνο θα ήταν να γίνει αυτό στην περίοδο της εγρήγορσης. Το ποτήρι δεν θρυμματίστηκε, αλλά να: κοιτώντας το εκ νέου, λίγο αργότερα, θρυμματίστηκε. Ναι, θρυμματίστηκε, αλλά αρκετά αργά, όπως ένας ηθοποιός που κάνει λάθος την ατάκα του. Αυτό μου έδωσε την πολύ περίεργη εντύπωση ότι βρίσκομαι σ’ έναν κόσμο μασκαρεμένο, μιμητικό, αλλά με λίγα λάθη. Πήρα, λοιπόν, το θρυμματισμένο ποτήρι και το πέταξα από το παράθυρο, για να δω αν θα άκουγα το θόρυβο των γυαλιών. Τον άκουσα πολύ καλά και συγχρόνως αντιλήφθηκα δύο σκύλους που έτρεχαν με πολλή φυσικότητα. Σκέφτηκα, λοιπόν, τι ωραία απομίμηση είναι αυτός ο αστείος κόσμος. Κοιτάζοντας στο τραπέζι μια κανάτα με κρασί Μπορντώ, σερβιρίστηκα και παρατήρησα με πλήρη διαύγεια πνεύματος: “Πολύ καλά! Μπορούμε λοιπόν να έχουμε και εκούσιες απολαύσεις της γεύσης στον κόσμο του ονείρου. Αυτό το κρασί έχει υπέροχη γεύση!”»

Έπρεπε όμως να περιμένουμε τις πιο πρόσφατες εργασίες που απέδειξαν ότι το εναργές όνειρο επέρχεται μόνο κατά τη διάρκεια του παράδοξου ύπνου. Ο γιατρός Stephen Laberge, έχοντας ο ίδιος εναργή όνειρα, θέλησε να τα μελετήσει αντικειμενικά: «Το πρόβλημα ήταν το εξής: επειδή το μεγαλύτερο μέρος του σώματος του ονειρευομένου είναι σε παράλυση στη διάρκεια του παράδοξου ύπνου, πως μπορεί ο ονειρευόμενος να στείλει ένα μήνυμα ότι ονειρεύεται; Όποιος βλέπει εναργή όνειρα, τι είναι ικανός να κάνει τη στιγμή που ονειρεύεται, το οποίο μπορεί να παρατηρηθεί ή να μετρηθεί επιστημονικά; Είχα λοιπόν μια έμπνευση. Υπάρχει μια φανερή εξαίρεση σ’ αυτή τη μυική παράλυση: οι οφθαλμικές κινήσεις δεν καταστέλλονται με κανέναν τρόπο στη διάρκεια του ύπνου REM. Γι’ αυτό, η εμφάνιση των γρήγορων κινήσεων των οφθαλμών δίνει το όνομά της σ’ αυτή την περίοδο του ύπνου [...] Μου φάνηκε ότι κουνώντας τα μάτια μου “στο όνειρο” με αναγνωρίσιμο τρόπο, θα ήταν δυνατόν να στείλω ένα μήνυμα στον εξωτερικό κόσμο, όταν θα έχω εναργές όνειρο».
Το 1983 η ομάδα του Laberge πραγματοποίησε μια μελέτη σε επτά άτομα, πέντε άνδρες και δύο γυναίκες, που είχαν την ικανότητα να δημιουργούν εναργή όνειρα, στη διάρκεια 552 νυχτών. Τα άτομα που συμμετείχαν, έπρεπε να επισημαίνουν, με συνδυασμούς διαφόρων ειδικών κινήσεων των ματιών, των δακτύλων και/ή με το σφίξιμο της γροθιάς, που καταγράφονταν χάρη στο ηλεκτρομυογράφημα στο πολυγραφικό διάγραμμα του ύπνου, τη στιγμή που συνειδητοποιούσαν ότι πρόκειται να ονειρευτούν.
Στη μελέτη αυτή, σημειώθηκαν 50 εναργή όνειρα με αυτό τον τρόπο: «Όλα τα συνοδά χαρακτηριστικά σημεία της έλευσης των εναργών ονείρων εκδηλώθηκαν αναμφίβολα στις περιόδους του παράδοξου ύπνου [...] Τα δύο κυρίαρχα συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι, πρώτον, το εναργές όνειρο μπορεί να επέλθει στη διάρκεια του παράδοξου ύπνου και, δεύτερον, είναι δυνατόν για τους εναργώς ονειρευόμενους να το υποδείξουν παράλληλα με το όνειρο. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, σε μερικές περιπτώσεις, η αντίληψη του να ονειρεύεσαι στη διάρκεια του παράδοξου ύπνου μπορεί να είναι πολύ πιο επεξεργασμένη και λογική απ’ ό,τι έχει υποστηριχθεί μερικές φορές, και προσφέρει τη δυνατότητα να γίνει μια νέα προσέγγιση στην έρευνα του ονείρου. Οι εναργώς ονειρευόμενοι, λοιπόν, μπορούν να επιτρέψουν να γίνουν νέα πειράματα, λόγου χάρη να οριστούν οι ακριβείς χρόνοι των ειδικών ονειρικών γεγονότων, να δημιουργηθεί σύνδεσμος μεταξύ των ακριβών ηλεκτροφυσιολογικών συσχετίσεων και να δοκιμαστούν μεθοδικά οι υποθέσεις». (Laberge, 1981-1985).


Michel Jouvet
Ο ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ ΜΕΤΑΞΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΤΟΠΤΡΟ 1993

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Ο κύκλος – A. S. Raleigh



Ήδη από την πρώιμη αρχαιότητα ο κύκλος χρησιμοποιήθηκε σαν σύμβολο της Αιωνιότητας και της Ενότητας. Ο κύκλος είναι μια γραμμή που ξεκινάει από ένα σημείο και προχωρά καμπυλωτά, μέχρι να επιστρέψει στο ίδιο σημείο. Δηλαδή δεν έχει αρχή και τέλος.
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που χρησιμοποιήθηκε σαν το σύμβολο της Αιωνιότητας. Επειδή, με τη στενή έννοια του όρου, η Αιωνιότητα είναι χωρίς αρχή και δίχως τέλος. Το παντοτινό δεν είναι αιώνιο, για το λόγο ότι ένα πράγμα μπορεί να έχει μια αρχή και να μην έχει τέλος. Αλλά το αιώνιο είναι χωρίς αρχή και δίχως τέλος. Έτσι ο κύκλος, που γεωμετρικά είναι το ίδιο με την αιωνιότητα μέσα στο χρόνο, χρησιμοποιείται σαν το σύμβολο της Αιωνιότητας.
Επίσης, ο κύκλος συμβολίζει το Σύμπαν, επειδή και αυτό στο χώρο δεν έχει αρχή και τέλος. Δεν υπάρχει κάποιο σημείο αρχής ή τέλους του. Με άλλα λόγια, τίποτε δεν βρίσκεται έξω από το Σύμπαν. Τα πάντα περιλαμβάνονται εντός των ορίων του και γι’ αυτό συμβολίζονται από τον κύκλο.
Ο κύκλος παριστάνει επίσης το Πεπρωμένο ή την Αναγκαιότητα. Αφού δεν υπάρχει αρχή και τέλος και καθώς ο Κύκλος της Αναγκαιότητας περιστρέφεται, αργά ή γρήγορα έρχεται στο αντίστοιχο Σημείο. Επιπλέον, συμβολίζει την επανάληψη στην ιστορία, όλα τα πράγματα που αυτοεπαναλαμβάνονται από καιρό σε καιρό, καθώς με την κυκλική περιστροφή επανερχόμαστε στο ίδιο σημείο.
Ακόμη, είναι σύμβολο του κυκλικού νόμου, γιατί η κίνηση του τροχού διαγράφει κύκλο. Κάθε φορά ένας νέος κύκλος αρχίζει, ο οποίος συμβολίζεται με την κάθε στροφή του τροχού. Έτσι, καθετί μέσα στη Φύση ανακαλύπτουμε πως υπόκειται στη συνεχή επανάληψη του κυκλικού νόμου.
Και για τη συμβολική απεικόνιση της Ενότητας έχουμε τον κύκλο, ο οποίος αναπαριστά το ένα που περιέχει όλα τα πράγματα στον εαυτό του. Ο διαχωρισμός είναι αποτέλεσμα της διπλής κατεύθυνσης της ενέργειας. Ωστόσο, η κυκλική μορφή παραμένει για όσο καιρό διατηρείται η Ενότητα.
Είναι αρκετά εύκολο να αντιληφθούμε το λόγο της χρήσης του Κύκλου σαν σύμβολο της Ενότητας, αρκεί να κατανοήσουμε πως σχηματίσθηκε εξαιτίας της κυκλικής ροής των δυνάμεων γύρω από το κέντρο βάρους του. Σε αυτή την περίπτωση το κέντρο βάρους είναι ένα φανταστικό σημείο στο μέσο του Κύκλου, το οποίο απέχει εξίσου από κάθε μέρος του Κύκλου. Με αυτή την έννοια, ο Κύκλος είναι η μορφή που προσλαμβάνει η ενέργεια καθώς κινείται κυκλικά γύρω από το κέντρο βάρους της. Με άλλα λόγια, είναι το σχήμα του στρόβιλου και καθώς όλα τα πράγματα στο Σύμπαν αρχίζουν μέσα σε ένα στρόβιλο, στο στρόβιλο που διαμορφώνει το Σύμπαν, τότε είναι φανερό πως ο Κύκλος που συμβολίζει το στρόβιλο, αποτελεί μια τέλεια αναπαράσταση της πρώτης δημιουργικής ώθησης. Κατά αυτόν τον τρόπο ο κύκλος καθίσταται σύμβολο της Δημιουργίας. Αλλά κάθε στρόβιλος εκφράζει μια δεδομένη δημιουργική στιγμή, η οποία με τη σειρά της είναι η έκφραση μιας ιδέας. Συνεπώς, η μορφική έκφραση αυτής της ιδέας είναι ο Κύκλος. Μέσω της επίδρασης της ενέργειας που μεταδίδει η ιδέα, ο Κύκλος προσδίδει κυκλική κίνηση στην ουσία. Αναπαριστά, επομένως, τη Δημιουργία μέσω ιδεών ή τη Δημιουργία μιας μοναδικής μορφής από μια μοναδική ιδέα – με άλλα λόγια, την ειδική δημιουργία σε αντίθεση με τη γενική δημιουργία.
Δεν πρέπει να εκληφθεί ότι ο Κύκλος απλά χρησιμοποιείται με ένα αυθαίρετο τρόπο σαν σύμβολο της Δημιουργίας και της Ενότητας. Αντίθετα, η δημιουργική ιδέα δεν μπορεί μάλλον να εκφραστεί με καμία άλλη μορφή πέρα από εκείνη του Κύκλου. Μια και ο στρόβιλος είναι η πρώτη κίνηση που αναπτύσσεται από την ιδέα, η δημιουργική διαδικασία συνεχίζει να στροβιλίζει την ουσία κάτω από την ενεργοποιητική ώθηση εκείνης της ιδέας. Επομένως, η Δημιουργία πρέπει να λαμβάνει χώρα πάντοτε μέσω στροβίλου. Καθώς η ενέργεια επενεργεί στην ουσία μέσω στροβίλου, πρέπει διαρκώς να διαγράφει Κύκλο. Για όσο καιρό διατηρείται αυτος ο Κύκλος, δεν είναι δυνατή καμία μεταβολή της δημιουργικής ώθησης και το αναμενόμενο αποτέλεσμα είναι απλή δημιουργία. Προκειμένου να επέλθει διαχωρισμός της δημιουργικής εκδήλωσης, είναι αναγκαίο να μεταβληθεί η κυκλική κίνηση σε κάποια που να αντιστοιχεί στη νέα μορφή. Επομένως, ο Κύκλος συμβολίζει τη Δημιουργία και την Ενότητα, μια και ο κυκλικός χαρακτήρας της κίνησης διατηρεί το αδιάσπαστο της δημιουργίας, αυτός εγγυάται την ενωμένη έκφραση των πραγμάτων. Καθώς αυτή η κυκλική κίνηση διατηρείται, η τάση είναι να έλκει την επιδρούσα σε αυτήν ενέργεια, μέχρι του σημείου της μεγίστης ταχύτητας. Με άλλα λόγια, υπάρχει μαι κατεύθυνση της δύναμης που αναπαρίσταται από ένα στροβιλιζόμενο σημείο. Κάθε ουσία που ανταποκρίνεται στον ελάχιστο βαθμό προς τούτο το στροβιλιζόμενο σημείο, σχηματίζει μαζί του ορθή γωνία, αλλά έλκεται εξαιτίας του στροβιλισμού προς αυτό και έτσι σχηματίζει συγκλίνουσες γραμμές που δημιουργούν πάρα πολλά ρεύματα δύναμης, τα οποία ρέουν ή έλκονται προς το στροβιλιζόμενο σημείο. Σαν αποτέλεσμα έχουμε ένα ρεύμα που ρέει παντοτινά προς το κέντρο και ταυτόχρονα κινείται προς την κατεύθυνση του κεντρικού ρεύματος. Συνεπώς, αυτό το ρεύμα της ενεργοποιούμενης ουσίας συσσωρεύεται στο σημείο εκείνο της μεγίστης ενέργειας, ενώ την ίδια στιγμή οδηγείται στο στροβιλισμό του από εκείνη τη δύναμη. Σαν αποτέλεσμα, το κέντρο γύρω από το οποίο στροβιλίζεται η ενέργεια ερημώνει και ολόκληρη η ουσία ρέει από το κέντρο της δύναμης, όντας ικανή να διατηρήσει το κέντρο της ουσίας, οδηγεί στη δημιουργία ενός δακτύλιου. Γι’ αυτό το λόγο η Κοσμική δραστηριότητα πρέπει να εκφράζεται με μια σειρά από δακτύλιους. Είναι εντελώς αδύνατο για οποιαδήποτε ομοιογενή κίνηση να εκδηλώσει οτιδήποτε μέσω μορφής. Έτσι ο Κύκλος χρησιμοποιείται σαν σύμβολο της ομοοιογένειας. Καθώς η ουσία συνεχίζει να στροβιλίζεται σε αυτή τη μορφή μέχρι να συμβεί κάποια διαφοροποίηση, συνάγεται λογικά ότι η συνέχιση του πρώτου στροβίλου πρέπει να διαιωνίζει την κυκλική μορφή. Επομένως, ο Κύκλος είναι σύμβολο της Ενότητας και της Συνέχειας, αφού οι δύο ιδέες, Ενότητα και Συνέχεια, αποτελούν τα θεμέλια της Αιωνιότητας. Παρόμοια, καθώς στον Κύκλο δεν υπάρχει κάποιο σημείο που να υπερισχύει των άλλων και αφού η ενέργεια είναι το ίδιο ενεργητική σε όλα τα σημεία, τότε δεν έχουμε αρχή, ούτε ενεργοποιημένο σημείο, αλλά ολόκληρο τον Κύκλο που βαθμιαία αυτοενεργοποιείται. Έτσι, η ιδέα της Αιωνιότητας είναι ενδοδραστηριοποιούμενη και αυτοπραγματούμενη.
Ο Κύκλος συμβολίζει τη Δημιουργία, επειδή η Δημιουργία γίνεται μέσω κυκλικής κίνησης. Συμβολίζει την Αιωνιότητα, επειδή η Αιωνιότητα είναι ένας Κύκλος που δεν έχει αρχή. Απεικονίζει, επίσης, την Ενότητα, επειδή ο Κύκλος είναι μια μονάδα κίνησης, σαν έκφραση της ενότητας των ιδεών.
Γιατί ο Κύκλος χρησιμοποιήθηκε ακόμη σαν σύμβολο του Θεού, της Θεότητας; Επειδή η Θεότητα είναι αυτοεκδηλωνόμενη και ανεξάρτητη, καθώς εμπεριέχει το κέντρο βάρους της και η αρχή της ύπαρξης της δε βρίσκεται αλλού εκτός από τον εαυτό της. Η κίνηση του Θεού είναι γύρω από ένα κενό. Δηλαδή, στρέφεται μόνο γύρω από εκείνο που δεν υπάρχει. Ο ίδιος ο Θεός συνιστά το δικό του κέντρο βάρους. Γι’ αυτό το λόγο συμβοίζεται από τον Κύκλο. Η Θεία ενέργεια πρέπει να ρέει πάντα σε μια κυκλική μορφή, όπως και όλες οι εκδηλώσεις της Θεότητας κινούνται ταυτόχρονα εντός της θείας περιφέρειας, άσχετα με το πόσους πολλούς κύκλους περιγράφουν γύρω από το Θείο Κέντρο. Επομένως, η Θεότητα περιγράφεται σαν ένας Κύκλος του οποίου το κέντρο είναι παντού και η περιφέρεια πουθενά.
Ο Κύκλος αναπαριστά το Σύμπαν σαν το Μακρόκοσμο και, παρόμοια, την κάθε εκδήλωση σαν το Μικρόκοσμο. Επίσης, κάθε εκδήλωση της εκδήλωσης γίνεται κυκλική. Έτσι, παρατηρούμε την κυκλική κίνηση πάντα σαν εκδήλωση του ομοιογενούς.
Μια μορφή Κύκλου είναι ο ουροβόρος όφις. Το φίδι δεν αποτελεί ένα φυσικό κύκλο, αλλά κανονικά είναι μια γραμμή που δεν έχει αρχή και τέλος και έτσι αναπαριστά το Νόμο των Αντιθέτων. Όταν, όμως, καταπίνει την ουρά του τότε τα δύο αντίθετα συνδέονται, αλληλοτρώγονται ή το πιο σύνηθες το ένα καταπίνεται από το άλλο. Έτσι, στη συνένωση των αντίθετων έχουμε ισορροπία, η οποία αυτοεκφράζεται στον Κύκλο. Κατά αυτόν τον τρόπο η παντοτινή ζωή διασφαλίζεται μέσα από τη συγχώνευση των δύο ομοιογενών δραστηριότητων. Με άλλα λόγια, το ετερογενές καταπίνεται από το ομοιογενές και ο διαχωρισμός επανέρχεται στην Ενότητα. Το τέλος καταπίνεται από την αρχή και έτσι καθίσταται δυνατή η έκφραση των εννοιών της έλλειψης αρχής και τέλους. Ωστόσο, υπάρχει μια διαφορά μεταξύ των δύο κύκλων. Ο αληθινός κύκλος είναι ένας αέναα διευρυνόμενος και εκδηλούμενος Κύκλος, ενώ ο Κύκλος Του Φιδιού γίνεται ένας συστελλόμενος κύκλος. Είναι η επιστροφή στην Ενότητα. Είναι η διαφοροποίηση που καταπίνει τον εαυτό της και αυτή η επανένωση είναι η Ενότητα. Ο αληθινός Κύκλος συμβολίζει την εξέλιξη, ο Κύκλος του Φιδιού την ενέλιξη. Είναι η παλινδρομική κίνηση τη στιγμή της επαναφοράς, με άλλα λόγια η επιστροφή στο πρώτο χαρακτηριστικό. Αυτός είναι ο λόγος που ο ουροβόρος Όφις συσχετίστηκε πάντα με την ιδέα της Ενότητας από εκείνους τους φιλόσοφους και θρησκειολόγους που αναγνώρισαν την καταγωγή τους από τη Θεία Ενότητα και ανέλαβαν με τη δική τους δύναμη να την επαναφέρουν εξαφανίζοντας την πολλαπλότητα. Ωστόσο, δεν συμβολίζει την εκδήλωση με την έννοια του διαχωρισμού, αλλά μάλλον την άμεση δημιουργία ενός πράγματος από μία και μόνο ιδέα.



A. S. Raleigh
ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΜΥΓΙΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 2000

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Εγώ είμαι... - ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ



Εγώ είμαι λοιπόν ο μικρός, ο ασήμαντος.
Το παιδί που ξυπόλυτο, με βρεγμένα πόδια,
βουλιαγμένα στην άμμο, του μιλούσες
και σου μιλούσε. Όμως, εσύ, ήξερες
πράγματα περισσότερα, επειδή
ήσουν παρούσα στον κόσμο από πάντοτε.
Και μου μιλούσες για την Αργώ,
Το σεληνόφως που χρύσωνε τα μαλλιά
του Οδυσσέα, τον μέγιστο στόλο σου
(όλων των ειδών τα σκαριά που ελλιμένισες
στο βυθό σου) κι ακόμη για το άπειρο
όπου ανακύκλωνες το μεγαλείο σου,
θάλασσα , κι άλλα πολλά. Ενώ εγώ
σου απαντούσα με το ίδιο χαμόγελο
που μιλούσα στο γύρω μου πολύμορφο
θαύμα, που λέγεται Κόσμος. Λόγον
άλλο πληρέστερο να μιλώ
με το θείο σύμπαν δεν είχα.