.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Η ΙΝΔΟΥΙΣΤΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ – TITUS BURCKHARDT



Η Ινδουιστική αρχιτεκτονική έχει την τάση να αναπτύσσει τους κάθετους άξονες σε συμπαγείς μάζες με λεπτομερή περιγράμματα. Από την άλλη πλευρά δίνει έμφαση στις οριζόντιες γραμμές, καθώς τις χειρίζεται με τρόπο που να ανακαλούν την εικόνα μιας υδάτινης επιφάνειας. Αυτό συμβαίνει γιατί η κάθετος αντιστοιχεί στην οντολογική ενότητα, την ουσία, η οποία είναι εσώτερη και υπερβατική, ενώ αντίθετα η οριζόντια συμβολίζει το επίπεδο της ύπαρξης. Η επανάληψη της οριζόντιας, με τη βοήθεια μιας ογκώδους κατασκευής που τη συνθέτουν διαδοχικά στρώματα, υποδεικνύει την απροσδιόριστη πολλαπλότητα των βαθμίδων της Ύπαρξης, μια πολλαπλότητα η οποία, κατά μία έννοια, απεικονίζει τη Θεία Απειρότητα. Ο Ινδουισμός είναι θα λέγαμε στοιχειωμένος από τη νοσταλγία του Απείρου, το οποίο συλλαμβάνει τόσο απολύτως, στη διάστασή του ως αδιαφοροποίητη πληρότητα, όσο και σχετικώς, ως τον ανεξάντλητο πλούτο των δυνατοτήτων που έχει για να εκδηλωθεί. Αυτή είναι η πνευματική θεμελίωση της ποικιλίας των μορφών η οποία προσδίδει στην Ινδουιστική τέχνη, παρά την απλότητα των βασικών της θεμάτων, κάτι από την υπεράφθονη φύση του παρθένου δάσους.
Ο ίδιος πλουραλισμός μορφών χαρακτηρίζει έντονα και τον γλυπτό διάκοσμο. Γίνεται εμφανής στα αγάλματα των ντέβας με τα πολλαπλά μέλη, στους συνδυασμούς ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων σχημάτων, σε όλο τον πρωτογενή πλούτο που – στα μάτια της Δύσης – κυμαίνεται μεταξύ της ομορφιάς και της τερατωδίας. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια μεταμόρφωση του ανθρωπίνου σώματος, το οποίο μοιάζει σχεδόν με έναν πολύμορφο οργανισμό όπως ένα φυτό ή ένα θαλάσσιο κήτος, έχει σκοπό τη «διάλυση» κάθε επιβεβαίωσης του εγώ σε έναν παγκόσμιο και απροσδιόριστο ρυθμό. Αυτός ο ρυθμός είναι το παιχνίδι (Λίλα) του Απείρου, το οποίο εκδηλώνεται μέσω της ανεξάντλητης δύναμης της Μάγυα του.
Η Μάγυα αντιπροσωπεύει την παραγωγική ή μητρική διάσταση του Απείρου, και η δύναμη της είναι γενναιόδωρη, καθώς φέρνει στη ζωή τα εφήμερα όντα και τα προστατεύει, θεραπεύοντας συνάμα κάθε ανισορροπία μέσα στην άμερτρη ευρύτητά της. Όμως είναι ανηλεής στη μαγική της διάσταση, η οποία οδηγεί τα όντα στον αδυσώπητο κύκλο της ύπαρξης. Η διττή φύση της συμβολίζεται στην εικονογραφία του Ινδουιστικού ναού από την πρωτεϊκή μάσκα της Κάλα-μούκα ή Κίρτι-μούκα, η οποία στεφανώνει τα αψιδώματα των θυρών και των κοιλωμάτων στους τοίχους. Η μάσκα αυτή είναι ένας συνδυασμός λιονταριού και θαλασσίου τέρατος. Δεν έχει κάτω σαγόνι, δίνοντας έτσι την εντύπωση κρανίου κρεμασμένου σαν τρόπαιο, όμως τα χαρακτηριστικά της τα διαπνέει μιά ισχυρή ένταση. Τα ρουθούνια της φυσάνε άγρια, ενώ από το στόμα της βγαίνουν δελφίνια (μακάρας) και γιρλάντες οι οποίες κρέμονται μεταξύ των στηριγμάτων των αψίδων. Είναι το «ένδοξο» και φρικαλέο πρόσωπο της Θεότητας, θεωρουμένης ως πηγής της ζωής και του θανάτου. Το θείο αίνιγμα, η αιτία αυτού του αληθινού και συνάμα απατηλού κόσμου, κρύβεται πίσω από τη μάσκα της Γοργόνας: το Απόλυτο, φέρνοντας τον κόσμο αυτό στο φως, αποκαλύπτεται και συγχρόνως κρύβεται. Εμφυσά στα όντα την ύπαρξη, όμως συγχρόνως τους στερεί τη δυνατότητα να Το αντικρύσουν.(1)

Σε άλλους χώρους οι δύο διαστάσεις της θεϊκής Μάγυα παριστάνονται χωριστά: οι λέαινες και οι λεόγριφοι που πηδούν γύρω από τις κολώνες και τις κόγχες συμβολίζουν την καταστρεπτική της διάσταση, ενώ οι νέες γυναίκες με την ουράνια ομορφιά ενσαρκώνουν την ευεργετική της διάσταση.
Η Ινδουιστική τέχνη ξεπερνά την Ελληνική όσον αφορά στον εκθειασμό της γυναικείας ομορφιάς. Το πνευματικό ιδεώδες της Ελληνικής τέχνης, το οποίο σταδιακά τείνει να εκλάβει έναν καθαρά ανθρώπινο χαρακτήρα, είναι ο κόσμος όπως αντιτίθεται στην αοριστία του χάους, και ως εκ τούτου ταυτίζεται με την ομορφιά του αρσενικού σώματος με τις σαφώς αρθρωμένες αναλογίες του. Η ρέουσα και ενιαία ομορφιά του θηλυκού σώματος, ο πλούτος που αλλού αχνοφαίνεται κι αλλού βγαίνει σε όλη του την πολυμορφία, όπως ο πλούτος της θάλασσας, όλα αυτά λείπουν από την Ελληνική τέχνη, τουλάχιστον στο επίπεδο της διάνοιας. Ο Ελληνισμός αρκείται στο να δεχθεί το Άπειρο, το οποίο συγχέει με το απροσδιόριστο. Καθόσον δεν προχωρά στη σύλληψη της Υπερβατικής Απειρότητας, του διαφεύγει το επίπεδο της Πρακρίτι, ο ανεξάντλητος ωκεανός των μορφών. Μόνο κατά την περίοδο της παρακμής της αρχίζει η Ελληνική τέχνη να ανοίγεται στην «ά-λογη» ομορφιά του θηλυκού σώματος, απομακρυνόμενη έτσι από το έθος της. Αντίθετα, στην Ινδουιστική τέχνη το θηλυκό σώμα εμφανίζεται σαν μια αθώα και αυθόρμητη εκδήλωση του παγκόσμιου ρυθμού, σαν κύμα του πρωταρχικού ωκεανού ή σαν λουλούδι του δέντρου του κόσμου.
Αυτή η αθώα ομορφιά περιβάλλει επίσης τις παραστάσεις σεξουαλικής ένωσης που κοσμούν του Ινδουιστικούς ναούς. Στην πιο βαθιά τους σημασία εκφράζουν την κατάσταση της πνευματικής ένωσης, την έκσταση μέσα στην οποία αίρονται τα όρια μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, εσωτερικού και εξωτερικού. Συγχρόνως συμβολίζουν τη συμπληρωματικότητα των κοσμικών πόλων, του ενεργητικού και του παθητικού.
Η Ινδουιστική γλυπτική αφομοιώνει χωρίς προσπάθεια και χωρίς να χάσει την πνευματική της ενότητα, μέσα τα οποία αλλού θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον νατουραλισμό. Μεταμορφώνει και τη φιληδονία ακόμη, ικανοποιώντας την με πνευματική γνώση, όπως αυτή εκφράζεται με την πλαστική ένταση των επιφανειών οι οποίες, σαν τις επιφάνειες της καμπάνας, μοιάζουν να σχεδιάζονται έτσι ώστε να βγάζουν διαυγείς ήχους. Αυτή η ποιότητα του έργου είναι καρπός μιας τελετουργικής μεθόδου κατά την οποία ο γλύπτης αγγίζει το δικό του σώμα, από το κεφάλι μέχρι τα πόδια, με σκοπό να διευρύνει τη συνείδησή του ως τα έσχατα όρια της ψυχο-σωματικής ζωής, με απώτερο στόχο την ένωση με το πνεύμα.(2)
Από την άλλη πλευρά, η σωματική συνείδηση, η οποία απεικονίζεται στον γλυπτό διάκοσμο, μεταλλάσεται από τον ιερό χορό. Ο Ινδουιστής γλύπτης γνωρίζει τους νόμους του τελετουργικού χορού, για τον λόγο ότι αποτελεί την πρώτη από τις παραστατικές τέχνες, καθώς με τον χορό λειτουργεί ο ίδιος ο άνθρωπος. Έτσι η γλυπτική σχετίζεται με δύο ριζικά διαφορετικές τέχνες: ως τεχνουργία, μέσω της τεχνικής της σχετίζεται με την αρχιτεκτονική, η οποία είναι ουσιαστικά στατική και μετασχηματίζει τον χρόνο σε χώρο, ενώ αντίθετα ο χορός μετασχηματίζει τον χώρο σε χρόνο, καθώς τον απορροφά στη συνέχεια του ρυθμού. Έτσι δεν προκαλεί έκπληξη ότι αυτοί οι δύο πόλοι της Ινδουιστικής τέχνης, η γλυπτική και ο χορός, έχουν γεννήσει από κοινού τον τελειότερο ίσως καρπό της Ινδουιστικής τέχνης, την εικόνα που παριστάνει τον Σίβα να χορεύει.

Ο χορός του Σίβα εκφράζει συγχρόνως τη γένεση, τη διατήρηση και την καταστροφή του κόσμου, θεωρούμενες ως φάσεις της μόνιμης δραστηριότητας του Θεού. Ο Σίβα είναι ο «Κύριος του Χορού» (Ναταράγια). Ο ίδιος αποκάλυψε τις αρχές του ιερού χορού στον σοφό Μπαραταμούνι, ο οποίος τις κωδικοποίησε στη Μπαράτα-Νάτυα-Σάστρα.(3)
Οι στατικοί νόμοι της γλυπτικής και του ρυθμού του χορού συνδυάζονται τέλεια στο κλασσικό άγαλμα του Σίβα που χορεύει. Η κίνηση συλλαμβάνεται ως περιστροφή γύρω από έναν ακίνητο άξονα. Με τη διάσπασή της σε τέσσερις τυπικές φιγούρες, οι οποίες ακολουθούν η μιά την άλλη με τη μορφή φάσεων, αναπαύεται θα λέγαμε στην ευρύτητά της. Σε καμμιά περίπτωση δεν θα τη χαρακτηρίζαμε αυστηρή, όμως ο ρυθμός της ακολουθεί μια στατική φόρμουλα, όπως οι κυματισμοί ενός υγρού μέσα σε δοχείο. Ο χρόνος ενσωματώνεται στο άχρονο. Τα μέλη του θεού διευθετούνται με τέτοιο τρόπο ώστε ο προσκυνητής που αντικρύζει μετωπικά το άγαλμα συλλαμβάνει όλες τις μορφές με μια ματιά: εμπεριέχονται στο επίπεδο του διάπυρο κύκλου, συμβόλου της Πρακρίτι, χωρίς να βλάπτεται καθόλου η δυναμική των λεπτομερειών τους. Αντιθέτως, από όποια πλευρά κι αν αντικρύζει κανείς το άγαλμα, η στατική του ισορροπία παραμένει τέλεια, όπως αυτή του δέντρου που απλώνεται στον χώρο. Η πλαστική ακρίβεια της λεπτομέρειας συνάδει με την απρόσκοπτη συνέχεια των χειρονομιών.
Ο Σίβα χορεύει πάνω στον τιθασευμένο δαίμονα της χαοτικής ύλης. Στο δεξί ακραίο χέρι κρατά το τύμπανο, το χτύπημα του οποίου αντιστοιχεί στη δημιουργική πράξη. Με τη χειρονομία του υπερυψωμένου αριστερού χεριού του αναγγέλει την ειρήνη, προστατεύοντας ό,τι έχει δημιουργήσει. Το χαμηλότερο χέρι δείχνει το πόδι το οποίο υψώνεται από το έδαφος, δείγμα της αποδέσμευσης. Στο ακραίο αριστερό χέρι φέρει τη φλόγα η οποία θα καταστρέψει τον κόσμο.(4)
Οι εικόνες του Σίβα που χορεύει, άλλοτε δείχνουν τις ιδιότητες ενός Θεού, άλλοτε ενός ασκητή και άλλοτε τις ιδιότητες και των δύο, γιατί ο Θεός υφίσταται πέρα από κάθε μορφή. Παίρνει μορφή μόνο όταν πρόκειται να γίνει το θύμα του ίδιου Του του Εαυτού.


_________________________
1. Η Κάλα-μούκα είναι επίσης το πρόσωπο του Ραού, του δαίμονα της έκλειψης. Βλ. Ananda Coomaraswamy, The Face of Glory, (SwayamatrinnaQ Janua Coeli, στο Zalmoxsis, II, 1939)
2. Αυτό δεν είναι άσχετο με το νόημα της «στερέωσης» στην αλχημεία.
3. Η «ουράνια»προέλευση του Ινδουιστικού χορού αποδεικνύεται εμμέσως από την εξάπλωση του ανά τους αιώνες. Με μια μορφή προσαρμοσμένη στον Βουδισμό επηρέασε το χορογραφικό ύφος του Θιβέτ και όλης της Άπω Ανατολής, της Ιαπωνίας συμπεριλαμβανομένης. Στην Ιάβα επιβίωσε και μετά από τον προσηλυτισμό του νησιού στο Ισλάμ. Και μέσω του τσιγγάνικου χορού φαίνεται πως έχει βάλει τη σφραγίδα του ακόμα και στον Ισπανικό χορό.
4. Βλ. Ananda Coomaraswamy, The Dance of Shiva, London, Peter Owen, 1958




Titus Bucckhardt
Η Ιερή Τέχνη σε Ανατολή & Δύση
Αρχές και Μέθοδοι
Μετάφραση: Παναγιώτης Σουλτάνης
Εκδόσεις Πεμπτουσία 1991

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ - Arthur Rimbaud



Για πούλημα αυτό που οι Εβραίοι δεν έχουν πουλήσει, αυτό που ούτε η αρετή ούτε το έγκλημα το έχουν δοκιμάσει, αυτό που το αγνοούν ο καταραμένος έρωτας και η σατανική αγαθότητα των μαζών, αυτό που ούτε ο χρόνος ούτε η επιστήμη το έχουν αναγνωρίσει.

Οι φωνές που ξαναϊδρύονται, η αδελφική έγερση όλων των ενεργειών χορικών και ορχηστρικών και οι ακαριαίες τους εφαρμογές, η ευκαιρία, μοναδική, να ελευθερώσουμε τις αισθήσεις μας!

Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση!

Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές!

Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν!

Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσεις, άμεση παράδοση.

Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις, - και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο - και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.

Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. 

Οι πωλητές δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα! 

Οι ταξιδιώτες δε χρειάζεται να δώσουν την παραγγελία τους τόσο νωρίς.

Arthur Rimbaud
ILLUMINATIONS
Μετάφραση Κώστας Ριτσώνης


Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ – PAPUS / LOUISE MICHEL



Θα δώσουμε εδώ την αφήγηση των εντυπώσεων μιας νεκραναστημένης, που γράφτηκαν από μια διάσημη υλίστρια την Louise Michel.
Papus

«Είναι γνωστό πως όταν πλησιάζει ο θάνατός μας, ο καθένας μας συναισθάνεται κάποιο μέρος του εαυτού του.
Θα σας διηγηθώ τι πέρασα εγώ, σε παρόμοιες συνθήκες.
Το Φεβρουάριο του 1904 ξεκινήσαμε για μια σειρά διαλέξεων με το συνεργάτη μου Girault. Η περιοδεία θα περιελάμβανε 30 περίπου πόλεις της Γαλλίας, της Κορσικής και της Αλγερίας. Στο Καλαί, Ρουμπαί και Λιανκούρ έκανα τις πρώτες μου διαλέξεις, αφού ερχόμουν από την Αγγλία.
Μια χιονοθύελλα, όμως, μας υποχρέωσε να σταματήσουμε στη Λιανκούρτ, όπου μ’ έπιασε μια φοβερή γρίππη.
Στην Τρουά, όπου πέρασα μερικές μέρες, ο γιατρός και οι συνεργάτες μου δεν με άφηναν να πάω στη Σωμόν για διάλεξη, και παρ’ ότι αντιστεκόμουν, η θέλησή μου γινόταν όλο και πιο ανίσχυρη και λύγιζε όπως το ατσάλι του ξίφους. Νόμιζα παντως πως πηγαίνοντας στη Σωμόν θα θεραπευόμουν, γιατί εκεί σπούδασα και η Σωμόν μαζί με το Παρίσι ήταν οι μόνες πόλεις που είχα δει πριν από το ταξίδι μου στην Καληδονία.
Όταν πήγα στη διάλεξη της Τουλόν είχα την εντύπωση πως ξεπεράστηκε η γρίππη. Έκανα όμως λάθος. Στο ξενοδοχείο, όπου θα έμενα για μια-δυό μέρες να ξεκουραστώ, κατάλαβα ότι είχα νικηθεί από τη γρίππη. Είχε καταλήξει σε πνευμονία.
Γρήγορα έγινα ένα ανθρώπινο ράκος, το σώμα μου είχε γίνει κουρέλι, η σκέψη εξωτερικευόταν και κοιτόυσε το σώμα, όπως ο,τιδήποτε άλλο.
Καθώς πλησιάζεις το θάνατο, τα πάντα γίνονται αίσθηση: στην αρχή, σε συνθήκες που μοιάζουν με τη βελόνα της πυξίδας, που ψάχνει το Βορρά στη διάρκεια κυκλώνων, οι αισθήσεις μπορούν να χρησιμοποιούνται η μια αντί για την άλλη και στη συνέχεια φαίνεται ότι ενώνονται όλες σε μια.
Νόμιζα ότι διάβαζα τα τηλεγραφήματα που κρατούσε η φίλη μου Charlotte στα χέρια της, μέσα από τα δάκτυλά της.
Η επιθανάτια αγωνία περιέχει περισσότερο σύγχιση παρά πόνο. Αισθάνεσαι να γλιστράς στα στοιχεία έχοντας δύο εντυπώσεις: η μία είναι ότι κυλάς επάνω σε νερό, η άλλη ότι διασκορπίζονται στο διάστημα τα μόρια που αποσυντίθενται, και ένα άρωμα διαχέεται στον αέρα ή κάποιο πολύχρωμο υλικό διαλύεται σ’ ένα υγρό. Αυτή η αίσθηση πάντως είναι πολύ γλυκειά, και νομίζεις ότι θα μπορούσε να κρατήσει για πολύ.
Η σκέψη υλοποιείται σε σύμβολα, σε πίνακες και με αυτή τη μορφή γίνεται εντονότερη και ανώτερη.
Οι αναμνήσεις συνοδεύονται και από τις εντυπώσεις που είχαν προκαλέσει και οι οποίες γίνονται ακόμη πιο ισχυρές. Έτσι οι εντυπώσεις του παρελθόντος ήταν πιο ισχυρές από του παρόντος.
Στην Καληδονία, εξ αιτίας ενός τυφώνα, ο ουρανός, η γη, ο ωκεανός είχαν γίνει όλα μια μαυρίλα, όπου μούγκριζαν τα απελευθερωμένα στοιχεία της φύσεως, ενώ χείμαρροι νερού έπεφταν στα κύματα, που ολοένα και ανέβαιναν, προσπαθώντας να σκαρφαλώσουν στις όχθες της παραλίας με τα κάτασπρα από τον αφρό νύχια τους. Έβλεπα τον εαυτό μου να κολλάει στους βράχους για να αντισταθεί στα ουρλιαχτά της αβύσσου που με τραβούσε στο βάθος της. Πιστεύοντας δε, ότι στην απαρχή των αιώνων είχαμε ζήσει μέσα στα στοιχεία, είχα την εντύπωση, αλλά και τη βεβαιότητα, ενώ γλυστρούσα προς το άπειρο, πως ο θάνατος είναι επστροφή στα στοιχεία.
Είχα και κάποια άλλη αίσθηση του απείρου, διαφορετικής όμως μορφής. Ένας από τους φίλους μας, ο κ. Huot, έπαιζε μια μέρα στο βιολί του ένα κομμάτι κάποιου υλιστή, που δεν ήξερε το όνομά του. Ξαναείχα λοιπόν την αίσθηση που είχα και τότε, δηλαδή του χάους που στις υγρές και στενές πλευρές χτυπάς τους ώμους σου. Και εκεί ακόμη, άκουγα τα στοιχεία, όπως και στον κυκλώνα, αυτή όμως τη φορά τραγουδούσαν.
Όταν έγινε πλέον δύσκολο να μιλάω και η φωνή μου δεν ήταν παρά ένας συριγμός. Όταν δεν μπορούσα πια να προκαλέσω την παραμικρή δόνηση στο λαιμό, απ’ όπου η δίψα είχε εξαφανισθεί, και ενώ τα μέλη του σώματος είχαν γίνει βαριά σα μάρμαρο, τότε με κατέλαβε μια γλυκειά ηρεμία. Τα πράγματα άρχισαν να φαίνονται εντελώς φυσικά. Μπορούσα να κοιτώ από ψηλά τον εαυτό μου και το σώμα να είναι ξαπλωμένο κάτω. Τότε, δεν αναρωτιέσαι αν θα ζήσεις ή θα πεθάνεις, κοιτάς, αυτό είναι όλο. Κοιτάς εδώ και εκεί, ο κόσμος φαίνεται ότι έχει γίνει τόσο μικρός, ώστε η ανθρώπινη φυλή να μην αξίζει να είναι παρά ένας μόνο λαός.
Βλέπεις από κοντά και από μακριά ζωντανούς και νεκρούς και όπως γύρω από μια πέτρα που ρίχτηκε στο νερό, σχηματίζονται γύρω από σας ομόκεντροι κύκλοι, και αυτά τα κύματα, κύματα ηλεκτρισμού χωρίς αμφιβολία, πάνε μακριά, πολύ μακριά...
Ο χρόνος σε βαραίνει όπως ένας σωρός από πράγματα, το παρελθόν μοιάζει να είναι το τώρα, το μέλλον έχει ήδη συμβεί, η προσωπικότητα έχει εξαφανισθεί και εξακολουθείς ακόμη να κοιτάς: έχεις γίνει εσύ ο ίδιος ένα βλέμμα.
Μπροστά από τα μάτια εκτείνεται ένα νέφος, όπως κατά τη διάρκεια μιας βαριάς ομίχλης. Στο δωμάτιο, δεν διέκρινα πλέον τα άτομα παρά από το σχήμα, την κορμοστασιά, λες και ήταν μεγάλες κινέζικες σκιές.
Μακριά μου, η σκέψη υλοποιείται πάντα μέσω εικόνων. Ο πόλεμος μοιάζει σαν μια τεράστια κηλίδα αίματος, με τους νεκρούς του, τους ετοιμοθάνατους, τα άλογα χωρίς καβαλλάρη, τρίχες από τις ουρές τους εδώ και κει, και πιο μακριά, η μεγάλη συμφορά: οι μητέρες, τα μικρά, οι εγκαταλειμμένοι γέροι.
Οι φωτιές φωτίζουν τα συντρίμια, η πείνα και η πανώλη μαστίζουν την ανθρωπότητα. Η ανθρωπότητα έφτασε στην πρώτη νεότητα της φυλής. Το παλιό κρησφύγετο κακοποιών στοιχείων καταλαμβάνεται σιγά-σιγά, από το φως, την επιστήμη την αλήθεια, όπως άλλωστε τα καταφύγια των άγριων ζώων, μετά από την ανακάλυψη της φωτιάς, καταλήφθηκαν από τις ανθρώπινες οικογένειες που κρατούσαν δαυλούς στα χέρια.
Δεν γνωρίζω πως ξαναγύρισα από εκεί, πάντως ο πόνος είναι φοβερός και πραγματικός. Τα μόρια που διασκορπίσθηκαν ή ήταν έτοιμα να το κάνουν, υποχρεώνονται να ξαναενωθούν, προκειμένου να ξαναμπώ στο ρεύμα της ζωής και σβησμένη φωνή ξαναπερνά από τα μέχρι τώρα ακίνητα χείλη.
Είναι άραγε το ρεύμα συμπάθειας που ήρθε από παντού προς εμένα, και συνέτεινε στην αποκατάσταση της υγείας μου, μαζί με τις φροντίδες του γιατρού και της Σαρλότ; Ένα πράγμα μου έκανε πάντως μεγάλη εντύπωση: ότι πρέπει να προσπαθήσω να γίνω άξια της τόσο μεγάλης συμπάθειας που εκδηλώθηκε προς ένα μόνο ον, ενώ τόσα άλλα πεθαίνουν ξεχασμένα από όλους.
Ξεγελάστηκα όμως στη μελέτη μου, στην εκτίμηση του χρόνου. Παρ’ όλες τις περιπέτειες της υγείας μου, μου φάνηκε πολύ σύντομος.
Όταν άρχισα να αισθάνομαι καλύτερα, νόμισα ότι ήμουν άρρωστη γύρω στις 8 ημέρες, ενώ στην πραγματικότητα αυτό κράτησε 4 εβδομάδες. Θυμήθηκα τότε τους μύθους, όπου ύπνος μερικών ωρών, φάνηκε ότι είχε κρατήσει εκατό χρόνια.
Η αδελφοσύνη μεταξύ των λαών στεριώνει πάνω σε τόσο πολύ χυμένο αίμα, ώστε η έφοδος των τυράννων και των ασυνείδητων ποιμνίων τους να μην μπορεί να τη διαλύσει.
Όσον αφορά τους πολέμους και τις καταστροφές, θα είχαμε να πούμε, πως εάν τα μαθήματα, που δόθηκαν στην ανθρωπότητα από όλους τους μεγάλους σφαγείς, δεν έγιναν κατανοητά, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι οι άνθρωποι είναι πιο βλάκες από τα ζώα. Βλέπουμε όμως, πως με τη νεολαία του 20ου αιώνα, μια νέα εποχή αρχίζει, εποχή επιστήμης και ειρήνης, όπου ο καθένας θα χρησιμοποιεί προς όφελός του, αλλά και των άλλων τις επιστήμες, τις τέχνες και τις ανακαλύψεις που θα βοηθήσουν στη διεύρυνση της καρδιάς και του μυαλού».



PAPUS
ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ
Η ΦΥΣΙΚΗ, ΨΥΧΙΚΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ
ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΡΕΑ ΜΑΖΑΡΑΚΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ 2004

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

ΤΟ ΣΚΟΠΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ / LE TIR ET LE CIMETIÈRE – CHARLES BAUDELAIRE



— À la vue du cimetière, Estaminet. — « Singulière enseigne, — se dit notre promeneur, — mais bien faite pour donner soif ! À coup sûr, le maître de ce cabaret sait apprécier Horace et les poëtes élèves d’Épicure. Peut-être même connaît-il le raffinement profond des anciens Égyptiens, pour qui il n’y avait pas de bon festin sans squelette, ou sans un emblème quelconque de la brièveté de la vie ».
Et il entra, but un verre de bière en face des tombes, et fuma lentement un cigare. Puis, la fantaisie le prit de descendre dans ce cimetière, dont l’herbe était si haute et si invitante, et où régnait un si riche soleil.
En effet, la lumière et la chaleur y faisaient rage, et l’on eût dit que le soleil ivre se vautrait tout de son long sur un tapis de fleurs magnifiques engraissées par la destruction. Un immense bruissement de vie remplissait l’air, — la vie des infiniment petits, — coupé à intervalles réguliers par la crépitation des coups de feu d’un tir voisin, qui éclataient comme l’explosion des bouchons de champagne dans le bourdonnement d’une symphonie en sourdine.
Alors, sous le soleil qui lui chauffait le cerveau et dans l’atmosphère des ardents parfums de la Mort, il entendit une voix chuchoter sous la tombe où il s’était assis. Et cette voix disait : « Maudites soient vos cibles et vos carabines, turbulents vivants, qui vous souciez si peu des défunts et de leur divin repos ! Maudites soient vos ambitions, maudits soient vos calculs, mortels impatients, qui venez étudier l’art de tuer auprès du sanctuaire de la Mort ! Si vous saviez comme le prix est facile à gagner, comme le but est facile à toucher, et combien tout est néant, excepté la Mort, vous ne vous fatigueriez pas tant, laborieux vivants, et vous troubleriez moins souvent le sommeil de ceux qui depuis longtemps ont mis dans le But, dans le seul vrai but de la détestable vie ! »

* . *

- Η θέα του νεκροταφείου, Καφενείο. - Μοναδική επιγραφή, είπε ο περιπατητής(1) μας. - αλλά καλά φτιαγμένη για να φέρνει δίψα! Σίγουρα, ο ιδιοκτήτης αυτού του κέντρου ξέρει να τιμά τον Οράτιο και τους ποιητές μαθητές του Επίκουρου. Ίσως μάλιστα να κατέχει τη βαθιά εκλέπτυνση των αρχαίων Αιγυπτίων, που δεν υπήρχε γι’ αυτούς καλό γλέντι χωρίς σκελετό ή χωρίς ένα οποιοδήποτε έμβλημα της συντομίας της ζωής.
Και μπήκε, ήπιε ένα ποτήρι μπύρα απέναντι από τους τάφους και κάπνισε αργά ένα πούρο. Μετά του ήρθε η ιδιοτροπία να κατεβεί μέσα σ’ αυτό το νεκροταφείο, που το χορτάρι του ήταν τόσο ψηλό και ελκυστικό, και όπου βασίλευε ένας τόσο πλούσιος ήλιος.
Πραγματικά, το φως και η ζέστη οργίαζαν, και θα ‘λεγε κανείς ότι ο μεθυσμένος ήλιος κυλιόταν σ’ όλο του το μάκρος πάνω σ’ ένα χαλί από εξαίσια λουλούδια θρεμμένα από το θάνατο. Ένα απέραντο θρόισμα ζωής γέμιζε τον αέρα – η ζωή των αιώνια μικρών –, κομμένο σε κανονικά διαστήματα από το βρόντο των πυροβολισμών ενός γειτονικού σκοπευτήριου, που ξέσπαγαν όπως η έκρηξη των φελλών της σαμπάνιας μέσα στο βουητό μιας συμφωνίας σε σουρντίνα.
Τότε, κάτω από τον ήλιο που του ζέσταινε το κεφάλι και μέσα στην ατμόσφαιρα των φλογερών αρωμάτων του Θανάτου, άκουσε μια φωνή να ψιθυρίζει κάτω από τον τάφο που καθόταν. Και αυτή η φωνή έλεγε: «Καταραμένοι να ‘ναι οι στόχοι σας και οι καραμπίνες σας, θορυβώδεις ζωντανοί, που σκοτίζεστε τόσο λίγο για τους πεθαμένους και για τη θεϊκή τους ησυχία! Καταραμένες να ‘ναι οι φιλοδοξίες σας, καταραμένοι να ‘ναι οι λογαριασμοί σας, ανυπόμονοι θνητοί, που έρχεστε να μάθετε την τέχνη του φόνου κοντά στο ιερό του Θανάτου! Αν ξέρατε πόσο εύκολο είναι να κερδίσετε το βραβείο, πόσο εύκολο είναι να φτάσετε το σκοπό, και πόσο όλα είναι κενό, εκτός από το Θάνατο, δεν θα κουραζόσαστε τόσο, εργατικοί ζωντανοί, και θα ταράζατε λιγότερο συχνά τον ύπνο αυτών που από πολύ καιρό έφτασαν το Σκοπό, τον μόνο αληθινό σκοπό της μισητής ζωής!»

_____________
(1) Στο γαλλικό promeneur: αυτός που κάνει περίπατο με φιλοσοφική διάθεση.




CHARLES BAUDELAIRE
20 ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
από τη συλλογή
PETITS POEMES EN PROSE
(LE SPLEEN DE PARIS)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΥΑ ΜΥΛΩΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ 1978

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Η ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΥΛΗ – CHERRY GILCHRIST



Ο αλχημιστής πρέπει να ξεκινήσει την εργασίας του με κάποια ύλη. Ποια όμως θα πρέπει να είναι αυτή η «πρώτη ύλη»; Εδώ έχουμε να κάνουμε με τα πιο ζηλότυπα φυλασσόμενο μυστικό της αλχημείας. Αφού όμως η τέλεια Λίθος θα δημιουργηθεί από κάτι που προφανώς είναι ποταπό και ευτελές, η ύλη που χρησιμοποιείται συνήθως περιγράφεται ως κάτι που παραβλέπεται από τον άνθρωπο και κάτι που επίσης του είναι απεχθές – «ο ακρογωνιαίος λίθος που απέρριψαν οι χτίστες». Στις πιο υποβαθμισμένες μορφές της αλχημείας, ειδικά κατά τον Μεσαίωνα, αυτό εκλαμβανόταν ως σημάδι του ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η οποιαδήποτε ρυπαρή ουσία, όπως «κονιοποιημένα ανθρώπινα κόπρανα, στάχτες, ούρα και πηλός» (Chaucer, The Canon Yeoman’s Tale. Σώσερ, «Παραμύθια του Καντέρμπουρι»), για να μην αναφέρουμε το αίμα, τις τρίχες, τα κόκαλα και τα σάλια. Οι πιο έμπειροι αλχημιστές περιφρονούσαν αυτή την πρακτική και θεωρούσαν ότι η πρώτη ύλη δεν είναι μια κοινή ουσία αλλά ένα μυστηριώδες συστατικό του σύμπαντος, που είναι:

γνωστό σε όλους τους ανθρώπους, νέους και γέρους. Το βρίσκει κανείς στην εξοχή, στο χωριό, στην πόλη, σε όλα τα πράγματα που δημιούργησε ο Θεός – όμως όλοι το περιφρονούν. Πλούσιοι και φτωχοί το μεταχειρίζονται καθημερινά. Πετιέται στο δρόμο από τους υπηρέτες. Τα παιδιά παίζουν μ’ αυτό. Κι όμως κανείς δεν το εκτιμάει, παρότι, μετά την ψυχή του ανθρώπου είναι ό,τι ομορφότερο κι ό,τι πολυτιμότερο πάνω στη γη κι έχει τη δύναμη να καταστρέψει βασιλιάδες και πρίγκιπες. Κι όμως λογίζεται το πιο πρόστυχο και σιχαμερό πράγμα στον κόσμο(1).

Κάποιοι ειδικοί θεωρούν ότι τις πρώτες ημέρες της αλχημείας, η καταπληκτικά εύφορη μαύρη αιγυπτιακή λάσπη μπορεί να έδωσε την ιδέα μιας ευτελούς ουσίας με μεγάλες θρεπτικές και δημιουργικές δυνάμεις. Ασχέτως του αν αυτό αληθεύει ή όχι, γεγονός είναι ότι κατά τον δέκατο έκτο και τον δέκατο έβδομο αιώνα, η ιδέα είχε γίνει πολύ πιο περίπλοκη. Μερικοί συγγραφείς λένε ότι η πρωτογενής ύλη είναι μεταλλική, διότι είναι αδύνατο να δημιουργηθεί χρυσός από κάτι που δεν έχει μεταλλική βάση – οι ίδιοι όμως αφήνουν επίσης να εννοηθεί ότι η μορφή της μεταλλικής αυτής ύλης δεν μοιάζει με ό,τι εμείς συνήθως σκεπτόμαστε ως μέταλλο. Και σε μερικά κείμενα, η διαφορά μεταξύ της πρωτογενούς ύλης και της Λίθου, του τελικού δηλαδή προϊόντος της διαδικασίας, είναι δύσκολο να ορισθεί – κι εδώ το επαγωγικό συμπέρασμα φαίνεται να είναι ότι η Λίθος «απελευθερώνεται» από το ευτελές βασικό υλικό με την αλχημική διαδικασία, στο οποίο ήδη ενυπάρχει όταν ο αλχημιστής παίρνει να το επεξεργασθεί:

Η Ύλη βρίσκεται σε ένα πράγμα, από το οποίο και μόνο παρασκευάζεται η Λίθος μας... χωρίς καμιά πρόσμιξη. Και η ποιότητά της, η εμφάνιση και οι ιδιότητές της έχουν διατυπωθεί ως εξής: αποτελείται από τρία πράγματα, κι όμως είναι μόνο μία... Την λένε επίσης παγκόσμια Μαγνησία, ή σπόρο του κόσμου, από τον οποίο έλκουν την καταγωγή τους όλα τα φυσικά πράγματα. Οι ιδιότητές της είναι μοναδικές – γιατί πέρα απ’ τη θαυμαστή φύση και τη μορφή της, δεν είναι ούτε ζεστή ούτε ξηρή σαν τη γη, αλλά τέλεια συμμετρική... Όσον αφορά την εξωτερική της εμφάνιση, το σχήμα και τη μορφή, την ονομάζουν λίθο, αλλά όχι οποιαδήποτε λίθο... Βρίσκεται παντού και στα πάντα, αλλά σε όλη της την τελειότητα και πληρότητα μονάχα σε ένα πράγμα... Ο αδαής και ο αρχάριος νομίζουν ότι είναι το ευτελέστερο και αηδέστερο όλων των πραγμάτων. Πολλοί Σοφοί το αναζητούν, αλλά λίγοι το βρίσκουν – εκείνοι που βρίσκονται μακριά του το υποψιάζονται, κι εκείνοι που είναι κοντά το αποκτούν, το βλέπουν όλοι, αλλά το γνωρίζουν ελάχιστοι...(2)

Συνδέεται επίσης με τον Ουροβόρο , το κυκλικό ερπετό που έχει την ουρά του στο στόμα του. Η σύνδεση αυτή φαίνεται να είναι πολύ παλιά, αφού σε ένα αρχαίο ελληνικό κείμενο διαβάζουμε:

Ιδού το μυστήριο: το ερπετό Ουροβόρος είναι το σκεύασμα που στην εργασία μας καταβροχθίζεται και λιώνει, διαλύεται και μεταμορφώνεται με τη ζύμωση. Παίρνει χρώμα σκουροπράσινο από το οποίο προκύπτει το χρυσό. Από αυτό προέρχεται το κόκκινο, τ’ ονομαζόμενο χρώμα της κινναβάρεως – είναι το κιννάβαρι των φιλοσόφων.
Το στομάχι και η πλάτη του έχουν το χρώμα του κρόκου, το κεφάλι του είναι πράσινο σκούρο, τα τέσσερα πόδια του, τα τέσσερα ατελή μέταλλα (μόλυβδος, χαλκός, κασσίτερος, σίδηρος), τα τρία αυτιά του είναι τα τρία εξευγενισμένα αέρια (ίσως το αλάτι, ο υδράργυρος και το θείο).
Το Ένα δίνει το αίμα του στο Άλλο, και το Ένα γεννάει το Άλλο. Η Φύση ευφραίνεται μέσα στη φύση, η φύση μαγεύει τη φύση, η φύση θριαμβεύει στη φύση και η φύση καταλαβαίνει τη φύση, κι αυτό δεν προέρχεται από την αντίθεση μιας φύσης προς την άλλη, αλλά από την ίδια τη φύση, μέσω της αλχημικής διαδικασίας που γίνεται με φροντίδα και μεγάλη προσπάθεια(3).

Στο βιβλίο Η Δημιουργία Χρυσού από την Κλεοπάτρα (περίπου 100 μ.Χ.) υπάρχει σκίτσο του Ουροβόρου και επεξηγηματικό κείμενο που λέει: «Ένα είναι το Όλο και από εκείνο προέρχεται το Όλο και σ’ εκείνο βρίσκεται το Όλο και αν δεν περιέχει το Όλο δεν είναι τίποτα». Παρότι οι μετέπειτα αλχημιστές, ιδιαίτερα τον δέκατο έβδομο αιώνα, αναβίβασαν τη φιλοσοφία της εργασίας τους στο απόγειο της καλλιέργειάς της, όμως ακόμη βάσιζαν τη διαδικασία στην απλότητα και την ενότητα αυτής της πρότασης. Η μεταμόρφωση επέρχεται κυρίως δια του εξαγνισμού και της τελειοποίησης του αρχικού υλικού. Πρόκειται για μια δήλωση πίστεως στο ότι η θεϊκή σπίθα βρίσκεται μέσα σε κάθε άτομο, οσοδήποτε διεφθαρμένο και ευτελές κι αν φαντάζει στα μάτια μας.

_______________________
1) Στο Gloria Mundi (1526), απόσπασμα στον Read, Prelude to Chemistry
2) The Sophic Hydrolith (HM)
3) Μεταφρασμένο από το Collection des Anciens Alchimistes Grecs του Berthelot



CHERRY GILCHRIST
ΑΛΧΗΜΕΙΑ
ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΦΡΑΓΚΩ ΚΑΡΑΟΓΛΑΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΦΛΩΡΟΣ 1997

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Η Απαισιόδοξος θεωρία περί κακού. Αι γνωστικαί διαρχικαί αποκαλύψεις – ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ



Βάσις της διδασκαλίας των Γνωστικών εν γένει, είναι εν είδος συγκριτισμού όλων των δοξασιών αίτινες προϋπήρξαν της εποχής των (ορφισμός, νεοπλατωνισμός, αιγυπτιακή και βαβυλωνιακή θρησκεία, Ζωροαστρισμός, διδασκαλία του Φίλωνος κ.κ.) εις τον οποίον παρεμβάλονται χριστιανικά και ιουδαϊκά στοιχεία, πάντα δε ταύτα επενδύονται δια χαρακτήρος εσωτερικού, μυητικού και αποκαλυπτικού.
Ο Χριστός, έλεγον, ομιλών ενώπιον του όχλου και επομένως, μεταχειριζόμενος την εξωτερικήν γλώσσαν, προσηρμόζετο προς τας αντιλήψεις αυτού, ενώ εις τους μαθητάς του μετέδιδεν εν απορρήτω ανωτέραν (μυστικήν, εσωτερικήν) διδασκαλίαν, ήτις και απετέλει τον αληθή της χριστικής αληθείας πυρήνα. Τούτο αποδεικνύεται και εκ των λόγων του ιδίου Ιησού (Ματθ. 13, 11) αλλά και εκ των παραβολών και συμβόλων τα οποία πολλαχώς εχρησιμοποίει. Την ιδίαν τακτικήν ηκολούθησαν και οι Απόστολοι, μεταδώσαντες εις μόνους τους μεμυημένους την εσωτερικήν διδασκαλίαν, εις δε τον αμύητον όχλον την εξωτερικήν ηθικήν. Η διδασκαλία της Εκκλησίας είναι, κατά τους ίδιους Γνωστικούς , καθαρώς εξωτερική και κατ’ ακολουθίαν περικλείει ουχί την αγνήν αλήθειαν, αλλά μόνον εκείνο το μέρος αυτής το προς την αντίληψιν και τας αμέσους ανάγκας του όχλου προσηρμοσμένον, επομένως μετά πολλών πλανών μεμειγμένον. Εκείνος λοιπόν που θα ήθελε να μάθη την καθαράν και πλήρη αλήθειαν, ώφειλε να ζητήση την απόρρητον εκείνην σοφίαν. Η τελευταία αυτή είναι η αληθής και γνησία Γνώσις, εν αντιθέσει προς την υπό της Εκκλησίας επιζητουμένην Πίστιν, η οποία είναι κατωτέρα βαθμίς της Γνώσεως. Συνεπεία των αντιλήψεων τούτων και ίνα μη η ανωτέρα αύτη γνώσις περιπέση εις χείρας αμυήτων, υπεβάλλοντο τα μέλη εις είδος τυπολογικής μυήσεως, κατ’ αρχάς απλής (βάπτισμα) αργότερον πολυπλοκωτέρας.
Κατ’ αναλογίαν, αι πλείσται των γνωστικών αιρέσεων, διεχώριζον την ανθρωπότητα εις τρεις βασικάς κατηγορίας (γένη), αι οποίαι ήσαν κατά τον αιρεσιάρχην Ουαλεντίνον: Οι Πνευματικοί (υπόδειγμα ο Κάιν) πλήρεις θείου πνεύματος εις ους ήρκει δια να λυτρωθούν η Γνώσις και τα εκ ταύτης ιερά απόρρητα. Ο Χριστός παρέχει εις τούτους την έλλαμψιν. Ακολουθούν οι Ψυχικοί (υπόδειγμα ο Σηθ) οι οποίοι κατέχουν εν τη ψυχή των ασθενή τινα θείον σπινθήρα, των οποίων όμως η λύτρωσις δεν ήτο εξασφαλισμένη. Ώφειλον να πράττουν το καλόν, δια να επιτύχουν κατόπιν κόπων και θυσιών. Ο Χριστός ήτο δι’ αυτούς το καλόν παράδειγμα προς μίμησιν δια του βίου του, των εντολών του και του φαινομενικού θανάτου επί του σταυρού. Τέλος ήτο η κατηγορία των υλικών ή Χοϊκών (υπόδειγμα Άβελ) οι οποίοι εστερούντο τελείως θείας πνοής και έμελλον αδηρίτως να επανέλθουν εις τον πηλόν και την ιλύν, εξ ης είχον προέλθη. (Βλ. Ειρηναίος, Έλεγχος ψευδονύμου γνώσεως, A’ VII, 5).
Σημειωτέον ότι ο διαχωρισμός ούτος εις γένη δεν ήτο ίδιος των Γνωστικών. Τόσον ο Ωριγένης (εις Ιωάν. VI, 36,37) ομιλεί περί των τελείων (τετελεσμένων – μεμυημένων) όσον και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματ. VII) επεθύμει να έχη μεμυημένους, εκλεκτούς και ολιγάριθμους. Ενώ δε ο κανών ούτος ητόνησε δια της διαδόσεως της νέας Θρησκείας εις τους πάντας, τουναντίον ετηρήθη, με πάσαν δυνατήν μέριμναν από τας γνωστικάς αιρέσεις.
Μια εκ των πρώτων γνωστών είναι η αίρεσις των Μαρκιωνιτών (11ος, μ.Χ. αιών). Μαρκίων ο εκ του Πόντου, φέρεται ως υιός επισκόπου. Φυγών δια τας ιδέας του εκ της πατρίδος, ήλθεν εις Ρώμην και ίδρυσεν ιδίαν, όχι φιλοσοφικήν σχολήν, αλλά οργάνωσιν σαφώς θρησκευτικήν, μίαν Εκκλησίαν, η οποία επέζησεν επί αρκετούς αιώνας μετά τον θάνατον του ιδρυτού της. Η παρατήρησις ότι πολλά κακά υπάρχουν εν τω κόσμω, δεν επιτρέπει εις τον Μαρκίωνα να πιστεύση ότι αυτόν εδημιούργησεν ο αγαθός Θεός. Διαστέλλει λοιπόν τον ύψιστον αγαθόν Θεόν, από του Δημιουργού Θεού, ο οποίος δεν προέρχεται εξ εκείνου δι’ απορροής ή δια πτώσεως, αλλά ελαμβάνει τούτον ως όμοιον προς τον ύψιστον Θεόν, πλη αΐδιον και αντίθετον προς αυτόν.
Ο αληθής Θεός, η πρώτη Αρχή, είναι ο καλός Ξένος, η αρχή του Αγαθού, ο φιλεύσπλαχνος. Ο Δημιουργός, ο πλάστης του υλικού κόσμου, είναι ο σκληρός Ιαβέ της Π.Δ. Ο αγαθός Θεός, πριν επιφανή ο Χριστός, ήτο εντελώς άγνωστος, όχι μόνον εις τους προφήτας, αλλά και εις εαυτόν τον ίδιον. Ίνα αφανίση το κακόν έργον του Δημιουργού (του «Κοσμοκράτορος» πρβλ. «ο άρχων του κόσμου τούτου» της Κ.Δ.) και ίνα ελευθερώση τον άνθρωπον από του καταθλιπτικού ζυγού του κακού, απεκαλύφθη εξ οίκτου ορμώμενος εν τω υιώ Αυτού Ιησού Χριστώ, όστις κατήλθεν εις τον κόσμον και επεφάνη εν τη Ιουδαία, ενανθρωπήσας. Εν τω Χριστώ εκδηλούται η Αγάπη και η ευσπλαχνία του αγαθού θεου, ενώ εν τη Π.Δ. εμφανίζεται ο θεός της σκληρότητος και δικαιοσύνης. Ο θεός της Κ.Δ. είναι θεός αγαθός, ο θεός της Π.Δ. δεν είναι αγαθός, αλλά μοχθηρός, πλην είναι απλώς δίκαιος δηλ. παρέχει νόμους των οποίων την τήρησιν ελέγχει άνευ οίκτου και ελέους. Κατόπιν τούτων ο Μαρκίων απορρίπτει την Π.Δ. ως έργων των οπαδών του Δημιουργού και γέμουσαν ανακριβειών.
Εκ της ανωτέρω δοξασίας ο Μαρκίων αποδεικνύεται σαφώς δυαρχιστής, πλην η δυαρχία του περιωρίζετο κυρίως εις την αντιπαράταξιν της δικαιοσύνης προς την ευσπλαχνίαν, της σκληρότητος προς την αγάπην. Εν τη εξελίξει όμως της μαρκιωνικής εκκλησίας, ήδη από του τρίτου αιώνος, η αντίθεσις μεταξύ αγαθού και κακού θεού οξύνεται και καταλήγει εις την διαστολήν καλού Ξένου και Σατανά. Συνέπεια της αναγνωρίσως της Π.Δ. ως έργου της ράχης του κακού, ήτο και η θεώρησις όλων των υπ’ αυτής ως μοχθηρών, εν τη πραγματικότητι ως ηρώων. Ο Κάιν, ούτινος η Ουσία δεν ήτο ευπρόσδεκτος εις τον Ιαβέ, εγένετο το ίνδαλμα των Καϊνιτών. Ο όφις όστις έθεσεν εις πειρασμόν την Εύαν εν τω Παραδείσω, υπήρξε το αντικείμενον λατρείας των Οφιτών, Ναασηνών κ.α. διότι ο φωτοδότης Εωσφόρος προσεπάθησε να δώση εις το ζεύγος των Πρωτοπλάστων το δώρον της Γνώσεως, ούτινος ζηλοτύπως ο Ιαβέ απεστέρει αυτούς. Το έργον αυτό του φωτοδότου ταυτίζεται προς το έργον του Χριστού, όστις θεωρείται ως ο αληθής και τέλειος όφις.
Ιδιαιτέρως έντονα εμφανίζονται αι δυαρχικαί αντιλήψεις εις άλλην τίνα δοξασίαν, τον Μανιχαϊσμόν. Ιδρυτής της φερωνύμου αιρέσεως ήτο ο Μάνης ή Μανιχαίος (γεν. 216 μ.Χ.) όστις κατήγετο κατά τας πιθανωτάτας ειδήσεις, εξ επιφανούς οίκου των Περσών Μάγων. Ανατραφείς κατ’ αρχάς εν τη περσική θρησκεία του Ζωροάστρου, μετέστη αργότερον εις τον Χριστιανισμόν. Τω 242 τίθεται επικεφαλής κινήσεως με σκοπόν την εγκαθίδρυσιν νέας θρησκείας, αποκαλών εαυτόν ως τον υπό του Χριστού επηγγελμένον Παράκλητον, όστις ήρχετο δια να διαδώση εις την Ανθρωπότητα το πνεύμα της Αληθείας.
Ο Μάνης παρεδέχετο δύο αρχάς, αγεννήτους, αυτοφυείς και αϊδίους, τον Θεόν-Πνεύμα και την Ύλην. Εξ ων εκείνος μεν είναι το Αγαθόν, αυτή δε το Κακόν. Αμφότεραι αι αρχαί αύται υπηρετούνται υπό αναλόγων τη φύσει των δυνάμεων. Η Ύλη ανελθούσα εις τας άνω περιοχάς και καταπλαγείσα υπό του περί τω Θεώ Φωτός, ηθέλησε να κατάσχη την αρχήν, εκβάλλουσα τον Θεόν. Ο Θεός, προς κύρωσιν προβάλλει εξ εαυτού δύναμιν λεγομένην Μητέρα της Ζωής ή τον Πρώτον Άνθρωπον. Ούτος υπό των αρχόντων του σκότους πολεμούμενος θα εκινδύνευεν, εάν δεν έστελλεν ο Θεός προς βοήθειάν του, ετέραν δύναμιν προβληθείσαν και καλουμένην Ζων Πνεύμα. Κατά τον αγώνα όμως ο πρώτος Άνθρωπος απώλεσε πολλά εκ των φωτεινών συστατικών του, άτινα και κατεπόθησαν υπό των Αρχόντων. Ταύτα μένουσιν εν τη χαώδει ύλη και γίνονται Ψυχή του Κόσμου, ήτις είναι ο Χριστός, ο υιός του πρώτου Ανθρώπου, το δε ζών πνεύμα το οποίον έσωσε τον πρώτον Άνθρωπον, εγένετο κατά διαταγήν του Θεού κοσμοποιόν, συναγαγόν το εν τη ύλη υπολειφθέν και μήπω καταποθέν φως και συγκεντρώσαν αυτό εν τω Ηλίω και τη Σελήνη, τους δε δαίμονας προσήλωσεν ως αστέρας εις το στερέωμα. Ο εν τω Ηλίω και τη Σελήνη εδρεύων Ιησούς, πειράται να ελευθερώση το υπό της ύλης κατεχόμενον φως, βοηθούμενος προς τούτο υπό δύο άλλων όντων, τ.ε. υπό της Παρθένου του Φωτός και του Αγίου Πνεύματος.
Οι Άρχοντες του Σκότους, εποίησαν εκ του αφαιρεθέντος φωτός, κατά το πρότυπον του Πρώτου Ανθρώπου και καθ’ ομοίωσιν αυτών άνθρωπον, τον Αδάμ και εν συνεχεία την Εύαν, ίνα δι’ αυτών διαδώσωσι το ανθρώπινον γένος και παραλύσωσι την προς απελευθέρωσιν δύναμιν και τάσιν του εν ύλη κατεχομένου φωτός. Γάμος άρα και γέννησις κατάγονται εκ της κακής Αρχής, δι’ ο και η ανωτέρα τάξις, η των εκλεκτών, απηγορεύετο να συνάπτη γάμον.
Εν τω ανθρώπω διακρίνονται δύο ψυχαί. Η μεν το σώμα ζωογονούσα ψυχή κατάγεται εκ της ύλης και είναι φύσει κακή, η δε άλλη φωτεινή ψυχή, απορρέει εκ της αγαθής αρχής και είναι φύσει αγαθή. Αι δύο αύται ψυχαί εύρηνται εν διηνεκή προς αλλήλας διαμάχη. Η κακή ψυχή εμφορείται υπό κακών επιθυμιών, ων επακόλουθον είναι αι κακαί πράξεις. Η δε αγαθή ψυχή δεν αμαρτάνει, αλλά πράττει μόνον το αγαθόν. Το εγκαλόν αύτη δεν είναι η ενεργός βούλησις (της οποίας στερείται) αλλ’ απλώς η αδυναμία και η υποχώρησις εις τας επιθυμίας και ροπάς της άλλης ψυχής. Επειδή δε η αγαθή ψυχή ευρίσκετο εν πλάνη και αγνοία, ένεκα της επιβολής των Αρχόντων του σκότους, κατήλθεν εκ του Ηλίου ο Ιησούς, όστις διεφώτισε τας ψυχάς περί της αληθούς αυτών καταγωγής, έδειξε δε την οδόν της απαλλαγής των από των δεσμών της ύλης. Ο Ιησούς όμως δεν επρόφθασε να ολοκληρώση το απολυτρωτικόν του Έργον και προς τούτο έπεμψε το Αγ. Πνεύμα, όπερ και ενεφανίσθη εν τω προσώπω του Μάνεντος (Μανιχαίου).
Χάρις εις την ανεκτικότητα την οποίαν ο Μάνης και η εκκλησία του επέδειξαν, ευκόλως και ταχέως κατέκτησε τας ψυχάς των ανθρώπων και η αίρεσις έλαβε μεγίστην διάδοσιν. Ο Μάνης ήρχισε την διδασκαλίαν του τω 242 μ.Χ. Μετά παρέλευσιν ολιγώτερον του ενός αιώνος υπήρχον εκκλησίαι Μανιχαίων από του Τουρκεστάν, μέχρι της Καρχηδόνος και όλα τα σημεία εδείκνυον ότι μέλλει να καταστή η θρησκεία όλου του κόσμου. Κατά το έτος 1.000 μ.Χ. ο Μανιχαϊσμός είναι ακόμη η ισχυροτέρα αίρεσις κυρίως εις το Τουρκεστάν. Αλλά και εις την Αφρικήν το κλέος είναι τοιούτον ώστε σημειούται ο προσηλυτισμός και αυτού του Αγίου Αυγουστίνου. Η παραμονή του εις την ετεροδοξίαν διαρκεί επί 9 έτη «εάν δε αργότερον απεσπάσθη και κατέστη πολέμιος αυτής, παρ’ όλα ταύτα δεν δύναται να υποστηριχθή ότι απηλάγη τελείως των επηρειών της» (Runciman). Εις την διάλυσιν του Μανιχαϊσμού συνέβαλλον αι εισβολαί των βαρβάρων (Βανδήλοι).
Εκ της συντόμου σκιαγραφίας ην ανωτέρω παρουσιάσαμεν, δύο εκ των κυριωτέρων γνωστικών αιρέσεων, θα είναι εις θέσιν ο Αναγνώστης να αποκρυσταλλώση τα κεντρικά σημεία της διδασκαλίας των περί προελεύσεως και του ρόλου της αρχής του Κακού.


ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ