.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) – LEON TOLSTOI




Αργά τη νύχτα γύρισε η σύζυγος. Μπήκε στα δάχτυλα, μα ο Ιβάν Ιλιτς την άκουσε: άνοιξε τα μάτια και τα ξανάκλεισε γρήγορα γρήγορα. Η Πρόσκοβνα Φιόντοροβνα θέλησε να διώξει το Γεράσιμο και να καθήσει η ίδια να κάνει συντροφιά στον άντρα της. Κείνος άνοιξε τα μάτια του και είπε:
-Όχι. Να φύγεις εσύ.
-Πονάς πολύ;
-Λίγο μ’ ενδιαφέρει.
-Να πάρεις όπιο.
Δέχτηκε και ήπιε. Κείνη έφυγε.
Ως τις τρεις βρισκόταν σε μια βασανιστική χαύνωση. Του φαινόταν πως ήθελαν με το ζόρι να τον κλείσουν μέσα σ’ ένα μακρόστενο μαύρο τσουβάλι, και τον σπρώχνουν όλο και πιο βαθιά, και δε μπορούν βαθύτερα. Κι αυτή η τρομερή δουλειά τον κάνει να υποφέρει πολύ. Κι αυτός και φοβάται, και θέλει να κατρακυλήσει εκεί, και παλεύει και βοηθάει. Και ξαφνικά ξεκολλάει και πέφτει, και ανανοήθηκε. Ο ίδιος πάντα Γεράσιμος κάθεται πάνω στο κρεβάτι, στα πόδια, λαγοκοιμάται ήσυχα, υπομονετικά. Μισογερμένος πίσω, βαστάζει στους ώμους του τα κοκκαλιάρικα πόδια με τις κάλτσες τους. Το ίδιο φως με το αμπαζούρ, και ο ίδιος πόνος που δε λέει να σταματήσει ούτε στιγμή.
-Φεύγα, Γεράσιμε, ψιθύρισε.
-Όχι, θα καθήσω ακόμη.
-Όχι, να φύγεις.
Πήρε τα πόδια του, ξάπλωσε με το πλευρό πάνω στο μπράτσο του, και λυπήθηκε τον εαυτό του. Περίμενε να φύγει ο Γεράσιμος και να μπει στο διπλανό δωμάτιο. Και τότε δε μπόρεσε να συγκρατηθεί άλλο – άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Έκλαιγε για την ανημποριά του, για τη φοβερή μοναξιά του, για τη σκληρότητα των ανθρώπων, για τη σκληρότητα του Θεού, για την απουσία του Θεού.
«Γιατί το έκανες αυτό; Γιατί μ’ έφερες εδώ; Γιατί, γιατί με βασανίζεις τόσο φριχτά;…»
Δεν καρτερούσε απάντηση κι έκλαιγε γιατί δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει απάντηση. Ο πόνος δυνάμωσε ξανά, μα κείνος δεν σάλεψε, δε φώναξε – μόνο που μονολογούσε μέσα του: «Χτύπα με, λοιπόν, χτύπα με! Μα για ποιο λόγο; Τι σου έκανα, γιατί;»
Ύστερα ησύχασε, έπαψε όχι μόνο να κλαίει, μα και ν’ αναπνέει κι έγινε όλος αφτιά: σα ν’ αφουγκραζόταν όχι κάποια φωνή που μιλούσε, αλλά τη φωνή της ψυχής, το περπάτημα των σκέψεων που γεννιόντουσαν μέσα του.
-Τι θέλεις; Να μην υποφέρω. Να ζήσω, απάντησε.
Και ξανά προσήλωσε την προσοχή του τόσο εντατικά που ακόμη και ο πόνος του έπαψε να τον ενοχλεί.
-Να ζήσεις; Και πώς να ζήσεις; Ρώτησε η φωνή της ψυχής.
-Ναι, να ζήσω όπως ζούσα πριν. Ωραία, ευχάριστα.
-Πως ζούσες πρωτύτερα ωραία και ευχάριστα; ρώτησε η φωνή. Κι άρχισε ο Ιβάν Ιλιτς να φέρνει στην φαντασία του τις πιο ευχάριστες στιγμές της ζωής του. Μα περίεργο πράγμα, όλες αυτές οι καλύτερες στιγμές της ευχάριστης ζωής του φαινόντουσαν τώρα τελείως διαφορετικές από τότε. Όλες – εκτός από τις πρώτες παιδικές αναμνήσεις. Τότε, στην παιδική ηλικία, ήταν κάτι το πραγματικά ευχάριστο που μ’ αυτό θα μπορούσε κανείς να ζήσει, αν ξαναγύριζε. Μα κείνος ο άνθρωπος που είχε δοκιμάσει αυτή την ευχαρίστηση δεν υπήρχε πια: όλες οι αναμνήσεις του αφορούσαν κάποιον άλλον, όχι αυτόν.
Πάνω που πλησίαζε η περίοδος που κατάληξε στη σημερινή του κατάσταση όλες οι παλιές χαρές διαλυόντουσαν σαν το χιόνι στον ήλιο για να μεταβληθούν σε κάτι μηδαμινό και συχνά απαίσιο.
Κι όσο πιο μακριά από την παιδική ηλικία, όσο πιο κοντά στο παρόν, τόσο πιο μηδαμινές και αμφίβολες γινόντουσαν οι χαρές – με αρχή τη Σχολή νομικής. Εκεί κάτι ήταν ακόμη πραγματικά όμορφο: εκεί υπήρχε κέφι, εκεί υπήρχε φιλία, εκεί υπήρχε ελπίδα. Μα στις ανώτερες τάξεις ήταν πιο σπάνιες οι ωραίες αυτές στιγμές. Αργότερα, στη διάρκεια της πρώτης υπηρεσίας του κοντά στον διοικητή του κυβερνείου, ξαναφάνηκαν οι ωραίες στιγμές: ήταν οι αναμνήσεις από τον έρωτά του για μια γυναίκα. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν, και οι χαρές λιγόστεψαν ακόμη πιο πολύ. Αργότερα λιγόστεψαν περισσότερο.
Ο γάμος… τόσο αναπάντεχος και απογοητευτικός, το μικροβόλο στόμα της γυναίκας του, και η ηδονή, η προσποίηση! Κι αυτή η θανάσιμη μονοτονία της υπηρεσίας κι αυτές οι σκοτούρες για χρήματα, και τα ίδια ένα χρόνο, και δύο, και δέκα, και είκοσι – κι όλο τα ίδια. Κι όσο πιο κάτω, τόσο πιο λίγη ζωή. «Σα να είχα κατέβει ομαλά τη βουνοπλαγιά νομίζοντας πως ανεβαίνω στο βουνό. Αυτό γινόταν. Για την κοινή γνώμη ανέβαινα στο βουνό, μα παράλληλα έφευγε η ζωή μου κάτω από τα πόδια μου… Και να, ετοιμάσου να πεθάνεις», σκεφτόταν.
Τι σημαίνει αυτό; Για ποιο λόγο; Δεν είναι δυνατό. Δεν μπορεί! – να είναι παράλογη, τόσο απαίσια η ζωή! Μα αν, αλήθεια, είναι τόσο απαίσια και παράλογη η ζωή, τότε γιατί να πεθαίνει και να πεθαίνει υποφέροντας; Κάτι πηγαίνει στραβά εδώ.
«Να μην έζησα, τάχα, έτσι όπως έπρεπε να ζήσω;» του πέρασε ξαφνικά από το νου. «Μα πως μπορεί να έγινε αυτό, αφού όλα τα έκανα όπως πρέπει;» μονολογούσε και βιάστηκε ν’ απορρίψει αυτή τη μοναδική λύση του αινίγματος της ζωής και του θανάτου σαν κάτι τελείως αδύνατο.
«Τι θέλεις τώρα; Να ζήσεις; Πώς να ζήσεις; Να ζήσεις όπως ζεις στο δικαστήριο όπου ο κλητήρας ανακοινώνει: «Το δικαστήριο συνεχίζει!...» Το δικαστήριο συνεχίζει, συνεχίζει το δικαστήριο, έλεγε και ξανάλεγε μέσα του. Να το δικαστήριο! Μα εγώ δεν είμαι ένοχος! φώναξε θυμωμένος. Τι σας έκανα; Και σταμάτησε να κλαίει και, γυρίζοντας με το πρόσωπο κατά τον τοίχο, άρχισε να σκέφτεται συνέχεια το ίδιο πράγμα: γιατί, για ποιο λόγο όλη αυτή η αγωνία;
Μα όσο και νάσπαγε το κεφάλι του, απάντηση δεν έβρισκε. Και κάθε φορά που του γεννιόταν η σκέψη, και του γεννιόταν συχνά, πως όλ’ αυτά συμβαίνουν γιατί είχε άσχημα ζήσει, αμέσως θυμόταν πόσο ορθά είχε ζήσει κι έδιωχνε αυτή την παράξενη σκέψη.

***

Πέρασαν ακόμη δύο βδομάδες. Ο Ιβάν Ιλιτς δεν σηκωνόταν από τον καναπέ. Δεν ήθελε να ξαπλώσει στο κρεβάτι – προτιμούσε τον καναπέ. Μόνος, κατάμονος, με το πρόσωπο γυρισμένο σχεδόν συνέχεια κατά τον τοίχο βασανιζόταν από τους ίδιους αξεδιάλυτους φόβους, και τον τυραννούσαν οι ίδιες, χωρίς διέξοδο σκέψεις. Τι είν’ αυτό; Αλήθεια, είναι ο θάνατος; Και η εσωτερική φωνή του απαντούσε: ναι, αλήθεια. Γιατί αυτό το μαρτύριο; Και η φωνή απαντούσε: έτσι, για τίποτα. Ως εδώ, και πάρα πέρα τίποτα.
Από την αρχή-αρχή της αρρώστιας του, από τη μέρα που ο Ιβάν Ιλίτς πρωτοπήγε στο γιατρό, η ζωή του μοιράστηκε σε δύο αντίθετα ρεύματα, και το ένα αντικαθιστούσε το άλλο, από τη μια μεριά ήταν η απελπισία και η προσμονή του ακατανόητου και τρομερού θανάτου, από την άλλη – η ελπίδα και η στενή παρακολούθηση της λειτουργίας του οργανισμού του. Άλλοτε έβλεπε τα νεφρά του ή την απόφυση που είχαν αρνηθεί να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, κι άλλοτε ήταν μόνο ο ακατανόητος τρομερός θάνατος που απ’ αυτόν δεν ήταν δυνατόν με τίποτα να γλυτώσει.
Αυτά τα δύο ρεύματα από την αρχή της αρρώστιας διαδεχόντουσαν το ένα το άλλο. Μα όσο πιο πολύ προχωρούσε η αρρώστια, τόσο πιο αμφίβολες και φανταστικές γινόντουσαν οι σκέψεις για το νεφρό και τόσο πραγματική η συναίσθηση του επερχόμενου θανάτου.
Και ήταν αρκετό να θυμηθεί τι ήταν πριν τρεις μήνες και τι είναι τώρα. Να θυμηθεί πόσο ομαλά κατέβαινε την πλαγιά – για να πάει περίπατο κάθε πιθανότητα ελπίδας.
Τον τελευταίο καιρό της μοναξιάς όπου βρισκόταν ξαπλωμένος με το πρόσωπο γυρισμένο στον τοίχο, στη μάχη του καναπέ, της μοναξιάς μέσα σε μια πολυάνθρωπη πόλη και σε πολυάριθμους γνωστούς του και μέσα στο σπίτι του, μιας μοναξιάς που πιο μεγάλη δε μπορούσε να υπάρχει πουθενά: ούτε στο βυθό της θάλασσας, ούτε πάνω στη γη – τον τελευταίο λοιπόν καιρό αυτής της φοβερής μοναξιάς, ο Ιβάν Ιλίτς ζούσε μόνο με τη φαντασία του στο παρελθόν. Οι εικόνες από το παρελθόν του ερχόντουσαν στο νου του η μια ύστερα από την άλλη. Άρχιζαν από το πιο κοντινό παρελθόν κι έφταναν ως το πιο μακρινό, ως την παιδική ηλικία, και κει σταματούσαν. Του πρόσφεραν ας πούμε σήμερα να φάει γλυκό δαμάσκηνο, κι αμέσως θυμήθηκε τα δαμάσκηνα της παιδικής του ηλικίας, μαύρα και ζαρωμένα, με μια ιδιαίτερη γεύση – γαλλικά δαμάσκηνα που σας γεμίζουν το στόμα σάλιο μόλις δε μένει παρά το κουκούτσι τους: ε, αυτή η ανάμνηση του έφερνε ένα σωρό αναμνήσεις κείνης της εποχής – την παραμάνα, τον αδερφό, τα παιχνίδια. «Δε χρειάζεται να τα σκέφτομαι αυτά… πονάω πιο πολύ», διαλογιζόταν ο Ιβάν Ιλίτς και ξαναγύριζε στο παρόν. Ένα κουμπί στη ράχη του καναπέ, το μαροκέν ζαρωμένο γύρω από το κουμπί. «Το μαροκέν στοιχίζει ακριβά, και δεν κρατάει πολύ. Ο καυγάς ήταν απ’ αυτό θυμάμαι. Μα το μαροκέν ήταν άλλο, και άλλος ο καυγάς, τότε που σκίσαμε το χαρτοφύλακα του μπαμπά που μας τιμώρησαν, και η μαμά μας έφερε γλυκά». Και ξανά σταμάτησε στην παιδική ηλικία, και ξανά ο Ιβάν Ιλίτς πονούσε, και προσπαθούσε να διώξει την οπτασία και να σκεφτεί άλλα πράγματα.
Κι αμέσως ξανά, παράλληλα με το ρεύμα αυτό των αναμνήσεων, γεννιόταν στην ψυχή του το άλλο ρεύμα – των αναμνήσεων – η αρρώστια του και η επιδείνωσή της. Όσο πιο πίσω, τόσο περισσότερη ζωή. Περισσότερα ήταν και τα καλά στη ζωή, και περισσότερη ήταν και η ίδια η ζωή. Και το ένα και το άλλο συμπίπτανε. «Όπως το μαρτύριο χειροτερεύει συνέχεια, έτσι κι όλη η ζωή πήγε από το κακό στο χειρότερο, σκεφτόταν. Μόνο ένα φωτεινό σημείο εκεί, στο μακρινό παρελθόν, στην αρχή της ζωής, κι ύστερα όλο και πιο πολύ σκοτάδι κι όλο πιο γρήγορα…». Αντιστρόφως ανάλογα, δηλαδή με το τετράγωνο της απόστασης ως το θάνατο», μονολογούσε ο Ιβάν Ιλίτς. Κι αυτή η εικόνα της πέτρας που κατεβαίνει από ψηλά μ’ επιτάχυνση έπεσε πάνω στην ψυχή του. Η ζωή δεν ήταν παρά μια αλυσίδα από αυξανόμενα βάσανα που τεντώνεται, που τρέχει ολοένα και πιο γρήγορα προς το τέρμα, προς τη μοναδική λύση την πιο οδυνηρή. «Τρέχω, πετώ…». Τρανταζόταν, κουνιόταν, ήθελε ν’ αντισταθεί και με μάτια ξανά κουρασμένα από το κοίταγμα, ανίκανα πια να κοιτάζουν κείνο που ήταν μπροστά του, κοίταζε τη ράχη του καναπέ και καρτερούσε – καρτερούσε αυτή την τρομερή πτώση, τη χαριστική βολή και την εξουθένωση. «Είναι αδύνατο ν’ αντισταθώ, έλεγε μέσα του. Μα να μπορούσα τουλάχιστο να καταλάβω γιατί γίνεται αυτό. Μα και τούτο είναι αδύνατο να γίνει. Θα ήταν δυνατό να δώσω μια εξήγηση, αν έλεγα πως έζησα όχι έτσι όπως έπρεπε. Μα ένα τέτοιο πράγμα δεν είναι δυνατό να το παραδεχτώ», μονολογούσε συνέχεια σαλεύοντας τα χείλη σ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο, λες και κάποιος μπορούσε να βλέπει αυτό το χαμόγελο του και να ξεγελαστεί απ’ αυτό. Δεν υπάρχει εξήγηση! Μαρτύριο, θάνατος… Γιατί;»


LEON TOLSTOI
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΙΑ Ο.Ε. - 1989


Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ο ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ – ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ] – JOHN MILTON


...Άλλη μερίς δυνάμεων, σε μοίρες και σε σμήνη
στεριοσυμπυκνωμένα, γενναίως αποδύονται
σε περιπέτεια τολμηρή, κόσμο να εξερευνήσουν
φαρδύ-πλατύ και θλιβερό, μήπως τυχόν το κλίμα
κατοικήση ανετώτερη μπορεί να προσπορίσει.
Κλίνουν λοιπόν στα τέσσερα την αεροπορεία
στις όχθες κατά μήκος των τέσσαρων της Κόλασης
ρεμμάτων, που εκβάλλουν το μισητό φορτίο τους
στη φλογισμένη λίμνη: το πρώτο Στύξ η στυγερή,
θανάσιμο που πλημμυρίζει μίσος, το ποτάμι.
Δεύτερο, ο γοερός της λύπης, μαύρος και βαθύς.
Αχέρων το ποτάμι. Ο Κωκυτός ο ποταμός
με τ' όνομα των θρήνων, των ηχηρών των κοπετών,
που σέρνοντας το ρεύμα του ακούγονται ολούθε,
τρίτος. Και τέταρτος, δριμύς Πυριφλεγέθων, διότι
σα χείμαρρος κατάφλεκτα ξεσπά τα κύματά του,
το πυρ του με μανία. Μακρυά απ' αυτά αργοκυλά
ήσυχο ποταμάκι. Λήθη που ονομάζεται,
της λησμονιάς το ρεύμα, υδάτινο λαβύρινθο
που σέρνει κι όποιος πίει, την πρότερη κατάσταση
του είναι και του βίου του ταχιά απολησμονάει,
μαζί και θλίψη και χαρά, πόθο και πόνο αντάμα.
Μια παγωμένη ήπειρος εκτείνεται πιο πέρα
από την ακροποταμιά, αγρία και ζοφώδης.
Ανεμοδίνες την χτυπάν ολοένα και χαλάζι
με καταιγίδες διηνεκείς την πλήττουν την ρημάζουν -
χαλάζι, που σε στέρεα γη ουδέποτε θα λειώνει,
αλλά σωρεύεται ψηλά και μοιάζει με ερείπια
αρχαϊκά, με πατωσιές τριγύρω στοιβαγμένα.
Πάγος όλα τα υπόλοιπα, βαθειά στρωμένο χιόνι,
ένας σαν Σερβωνίτιδα βαθύκολπος βαλτώδης
στη Δαμιέττη ανάμεσα και το Κάσιον όρος,
όπου ολόκληροι στρατοί βυθίστηκαν πνιγήκαν.
Ο παγωμένος άνεμος φλέγεται, καψαλίζει -
είναι το κρύο δριμύτατο σαν της φωτιάς την άψα.
Εκείθε καταφθάνουνε όλοι οι καταραμένοι,
σε χρονικά διαστήματα και χρονοπεριόδους,
από Ερινύες συρόμενοι με γαμψά ποδονύχια
και δοκιμάζουν σε σειρά των δυό δριμέων άκρων
την πικροτάτη εναλλαγή και τόσο πιο δριμεία,
όσο πιο αποτόμως τα δύο μεταβάλλονται.
Κοίτες μαινόμενης φωτιάς και μούδιασμα στον πάγο
την απαλή θερμότητα του αιθερικού τους είναι
σκληρά τη δοκιμάζουν. Εκεί και αργολειώνουνε
καθηλωμένοι, ακίνητοι, τριγύρω παγωμένοι
σε χρονικά διαστήματα. Μετά γοργά στη λάβρα!
Μπρος-πίσω διαπορθμεύονται στης Λήθης τις ανάβρες
κι η λύπη τους αυξάνεται, εύχονται και πασχίζουν
το ρεύμα της το θελκτικό να φτάσουν ως διαβαίνουν,
να πιουν μια στάλα, να χαθούν οι πόνοι κι οι οδύνες
μεσ' στη γλυκειά τη λησμονιά, μονοστιγμής κι αχ! κρίμα,
τόσο κοντά στις όχθες. Η Μοίρα αντιστέκεται,
εντούτοις, την προσπάθεια για να παρεμποδίσει,
βάνει φρουρό τη Μέδουσα με τη Γοργόνεια φρίκη,
προς το ρηχό το έμπα μπρος και το νερό ξερνάει
από μόνο του κάθε γεύση ουσίας ζωτικής,
όπως παλιά το ξέκοβε στου Τάνταλου τα χείλη.
Έτσι περιπλανώμενα, χαμένα, συγχισμένα
τα σμήνη τ' ανιχνευτικά, χλωμά και φρικιασμένα,
με ρίγη τουρτουρίζοντας, μάτια αποσβολωμένα,
κάναν πρώτη κατόπτευση και άνεση δεν βρήκαν
σε κλήρο αξιοθρήνητο πούχαν κληρονομήσει.
Πήγαιναν κι όλοι διάβαιναν, πότε φρικτή κοιλάδα
και ζοφερή, πότε κλαυθμών πεδίο και πετούσαν
πάνω από παγόβουνα και άλλοτε ηφαίστεια,
βράχια, σπηλιές, λίμνες, όρνιων φωλιές, έλη, τέλματα,
βάλτους, λασπότοπους, άντρα θηρών, θανάτου σκιές -
θανατερό ένα σύμπαν, που καταράστηκε ο Θεός,
λες και το δημιούργησε για το κακό το ίδιο,
το ενυπόστατο κακό – 'κει που η ζωή πεθαίνει,
που ο θάνατος διαβιεί και η Φύση εγεννοβόλα
διεστραμμένα εκτρώματα, πράγματα τερατώδη,
υπερμεγέθη φάσματα, βδελύγματα ογκώδη,
ανέκφραστα, χειρότερα απ' ό,τι μύθοι πλάσαν
ή ο φόβος εσκαρφίσθη: Γοργόνες, Ύδρες, Χίμαιρες.
Στο μεταξύ ο Σατανάς – Θεού και του ανθρώπου
ο αντικείμενος εχθρός – με πυρετώδεις σκέψεις
επακριβούς σχεδιασμού, νάτον, γοργές φτερούγες
κινά, σιμά της Κόλασης, τις πύλες, διερευνά,
την πτήση τη μοναχική που έχει αναλάβει.
Πότε ανιχνεύει τη δεξιά και πότε τη ζερβή νε
ακτή. Πότε ξυριστά μ' ίσιο φτερό τα βαθουλά.
Πότε υπερίπταται, τη φλογισμένη οροφή
την πυργωμένη υψηλά εγγίζει. Σάμπως μακριά
στα πέλαγα ξεκρίνεις στόλο αρμενίζοντα – θαρρείς
και κρέμεται απ' τα σύννεφα, που άνεμοι τον φέρνουν
του ισημερινού και Βεγγάλη παραπλέει
ή τας Μολούκας νήσους, την Τερνάτε, την Τιντόρε,
όπου τα καρυκεύματα εμπόροι μεταφέρουν
και που τα εμπορεύονται στη ρότα τους διαμέσου
του Ινδικού Ωκεανού, μέχρι το Ακρωτήρι
της Καλής ως λένε Ελπίδος και πλώρη βάζουν νύκτωρ
κατά τον Νότιο πόλο – έτσι φαντάζει από μακριά
ο υψιπέτης Δαίμων. Εντέλει, εμφανίζονται
τα σύνορα της Κόλασης, ψηλάθε τανυσμένα
προς τη φρικτή την οροφή, και τρεις φορές τριπλάσιες
της Κόλασης οι πύλες. Οι πρώτες τρεις από χαλκό,
τρεις σιδηρές κι οι άλλες τρεις 'πο γρανιτώδη βράχο,
όλως αδιαπέραστες με πυρ καταναλίσκον
σφηνοειδείς κυκλοτερώς. Προ των πυλών, δωκείθε,
τρομακτικές δυο μορφές αμφίπλευρα καθόνταν.
Η μια γυναίκας όμορφης έμοιαζε ως τη μέση.
Κατέληγε ακάθαρτη, φολιδωτή, ογκώδης,
τεράστια και οφιωτή, όφις αρματωμένος
με θανάσιμο κεντρί. Στη μέση της ολόγυρα
μπουλούκι από σκύλους, της Κόλασης λαγωνικά
αδιάλειπτα γαβγίζαν πλατύστομα σαν Κέρβεροι
θορυβωδώς με κρότο κώδωνος εκκωφαντικού.
Όταν πλαγιάζαν, έρποντας στη μήτρα της γυναίκας
φώλιαζαν κι άμα τίποτα τη λύσσα τους δεν σκούσαν,
γάβγιζαν όμως κι ούρλιαζαν αθώρητα, από μέσα.
Πολλά πιο λίγο μισητή η ερεθισμένη Σκύλλα,
λουόμενη στη θάλασσα, Καλάβρια που χωρίζει
απ' την τραχειά Σικελική ακτή της Τρινακρίας.
Πολλά πιο λίγο άσχημη η μάγισσα του σκότους,
η Εκάτη η κακάσχημη, που σύντας την καλούνε
στα κρύφια με ξόρκια κι απ' την οσμή του αίματος
βρεφών που θυσιάζουν, δελεασμένη έρχεται
καβάλα μέσω αέρος και στο χορό των μαγισσών
της Λαπωνίας χορεύει και με τις μαγγανείες τους,
σ' έκλειψη η σελήνη όσο ανατέλλει, αλλάζει.
Η άλλη μορφή – αν μορφή μπορείς να ονοματίσεις
'κείνο το τέρας, που τίποτε απάνω του, μέλος,
κάποιο άρθρο ή άρθρωση μπορούσες να διακρίνεις -
φάσμα, ειδάλλως, να κληθεί, τι με σκιανό συμμοιάζει,
για τον καθένα χωριστά, άλλος με άλλο μοιάζει:
μαύρο σα νύχτα στέκεται, σε δέκα Ερινύες
αγριωπό, τρομαχτικό σαν Κόλαση, κραδαίνει
ένα μακάβριο βέλος. Και για κεφάλι, νόμιζες,
πως έφερε στη θέση του, δεσποτική κορώνα.
Ο Σατανάς πλησίασε κι έχοντάς τον στο χέρι
το τέρας απ' τη θέση του κινήθη κατ' εκείνου,
με φρικαλέες δρασκελιές γοργά κι από τα ζάλα
τρεμούλιαξε η Κόλαση. Απτόητος ο Δαίμων,
να το θαυμάσει έκαμε παρά 'χε σκιαχτεί το.
Πάρεξ Θεού Πατρός και Υιού, κανέν εκ των πλασμάτων
ν' αξίζει δεν λογάριαζε κι όλως απαξιούσε.
Με βλέμμα περιφρόνησης, πρώτος πήρε τον λόγο:
“Τι είσαι, πούθε έρχεσαι, εκτρώματος φιγούρα,
που τόλμησες – παρ' ό,τι φάσμα φρικτό και θλιβερό,
το μούτρο σου να προβάλλεις το δύσμορφο – τον δρόμο μου
θέλοντας ν' αντικόψεις πιο πέρα, στι πέρα πύλες;
Να τις διαβώ προτίθεμαι, καλά το εννοώ δε,
νάσαι για τούτο βέβαιος και δεν θα σου ζητήσω
την άδεια. Παραμέρισε! ειδάλλως θα εισπράξεις
τα τέλη της βλακείας σου κι απόδειξη θα πάρεις,
να μάθεις να σεμνύνεσαι, ποτέ να μην τα βάζεις
με πνεύματα του Ουρανού, εσύ, Κόλασης θρέμμα.
…............

JOHN MILTON
Ο ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ 2010

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ο καθηγητής Βλάκη περί της Νεοελληνικής - Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


Οι ξένοι παραγνωρίζουσι την γλώσσαν μας μεγάλως. Την χωρίζουσιν, ούτως ειπείν, από την αρχαίαν Ελληνικήν. Αρνούνται ή αγνοούσι την παράδοσιν της ενότητάς της. Δεν παραδέχονται την προφοράν μας.
Είναι όθεν ευχάριστον διαπρεπής ξένος φιλόλογος ως ο καθηγητής Βλάκη, ανήρ ευρωπαϊκής φήμης, να λαμβάνη εν χερσί την υπεράσπισιν της γλώσσης μας, και να δεικνύη αυτήν εις τους ξένους ως αληθώς έχει και όχι ως την φαντάζονται.
Η προσωπικότης του Ιωάννου Στίουαρτ Βλάκη, του περιφανούς Σκώτου φιλολόγου, είναι τόσον γνωστή, ώστε δεν είναι ανάγκη διά μακρών να τον συστήσω εις τον αναγνώστην. Εγεννήθη εν Γλασκώβη της Σκωτίας και νεόθεν έδειξε μεγαλοφυΐαν περί τα φιλολογικά. Διέτριψεν εν πολλαίς ηπειρωτικαίς χώραις. Εις Ελλάδα ήλθε το 1853. Εξέμαθε κατά βάθος την Νεοελληνικήν και συνέγραψε περί αυτής. Είναι είς των κρατίστων ελληνιστών της συγχρόνου Αγγλίας. Τω 1852 διωρίσθη καθηγητής της Ελληνικής εν τω Πανεπιστημίω του Εδιμβούργου. Εξέδωκε πολλά συγγράμματα περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. Περί των άλλων του σπουδαιοτάτων έργων (οία η μετάφρασις του Φάουστ, αι περί ανατροφής πραγματείαι του) δεν θέλω γράψη, όντων εκτός του προκειμένου.
Λαβών αφορμήν εκ της μεταφράσεως του «Αμλέτου», υπό του λογίου Κερκυραίου κ. Πολυλά, ο καθηγητής Βλάκη εδημοσίευσε κατ' αυτάς εν τω αγγλικώ περιοδικώ «19ος Αιών» άρθρον περί της μεταφράσεως ταύτης και της νεοελληνικής γλώσσης. Εκ των παρατηρήσεών του επί της γλώσσης μας θα παραθέσω ολίγας ενταύθα.
Κατά τον κ. Βλάκη ο Ελληνισμός ουδέποτε υπέστη τας ισχυράς εκείνας ξενικάς επιρροάς αίτινες σχηματίζουσι νέας γλώσσας. Οι τέσσαρες αιώνες ούς το ελληνικόν έθνος διετέλεσεν υπό ξενικόν ζυγόν ήτο μικρόν διάστημα χρόνου διά τον σχηματισμόν μιας γλώσσης. Η Νορμαννική κατάκτησις της Αγγλίας έλαβεν οκτώ αιώνας διά να μορφώση την μεταγενεστέραν αγγλικήν γλώσσαν. Οι δε Νορμαννοί με όλας τας καταπιέσεις των «έφεραν μετ' αυτών στοιχεία κοινωνικής υπεροχής άτινα... επί τέλους αντεκατέστησαν την εγχώριον σαξωνικήν διάλεκτον του αγγλικού λαού διά νέας γλώσσης... Εν Ελλάδι εγένετο το εναντίον. Υπό την έποψιν αναπτύξεως ή πολιτισμού η εν Κωνσταντινουπόλει Τουρκική κυβέρνησις ουδέν στοιχείον είχε κοινωνικής υπεροχής δυνάμενον να αντιπράξη προς το μίσος όπερ φυσικώς εμπνέει ξένη διοίκησις και εξ άλλου η ταυτότης θρησκευτικού φρονήματος ήτις υπό την δικαιοδοσίαν της Ρώμης, συνέτεινεν εις την μίξιν του Σαξωνικού και Νορμαννικού στοιχείου εν Αγγλία, έλλειπεν ολοτελώς εν Ελλάδι. Απέχθεια ζωηροτάτη, έμφυτος εις τε τον Μωαμεθανισμόν και τον Χριστιανισμόν, κατέστησεν αδύνατον την συγχώνευσιν μεταξύ κατακτητών και κατακτηθέντων». Περί της Ενετικής κυριαρχίας επί διαφόρων ελληνικών χωρών ο κ. Βλάκη λέγει ότι ήτο «πάρα πολύ μερική, και πάρα πολύ μακρυνή», ώστε να δυνηθή να επενεργήση επί της γλώσσης.
Ο καθηγητής μετά ταύτα λαμβάνει εν χωρίον μεταγενεστέρου Ελλ. συγγράμματος και εξετάζει αυτό. Το χωρίον είναι από μετάφρασιν της Χαλιμάς εκδοθείσαν εν Ενετία τω 1792. Το είδος της γλώσσης έχει ως εξής· «Ευρίσκετο εις τα μέρη της Περσίας ένας πλούσιος πραγματευτής. Και είχε τούτο το προτέρημα να καταλαμβάνη ταις γλώσσαις και την ομιλίαν των ζώων. Μίαν ημέραν περιδιαβάζωντας... Ήσαν δεμένα εις ένα παχνί ένας γάϊδαρος και ένα βόϊδι κ.λπ. κ.λπ.».
«Ας διατρέξωμεν τας γραμμάς ταύτας» λέγει ο κ. Βλάκη «και ας παρατηρήσωμεν κατά πόσον η δημώδης αύτη Ελληνική της 18ης εκατονταετηρίδος διαφέρει από την Αττικήν του Ξενοφώντος· διότι αναμφιβόλως είναι ελληνική κατά πάντα, και ουχί νέα γλώσσα έχουσα την αυτήν σχέσιν προς την αρχαίαν Ελληνικήν οίαν η Ιταλική προς την Λατινικήν. Γάϊδαρος αντί όνος, και σπίτι αντί οίκος, από το Λατινικόν hospitium, είναι αι μόναι δύο καθαρώς μη κλασσικαί λέξεις εν τω όλω παραγράφω... Βόϊδι μας διδάσκει δύο πράγματα· πρώτον, ότι εν τη μεταγενεστέρα Ελληνική, ως εν τη Ιταλική, υπάρχει ροπή εις το να σφετερίζεται το υποκοριστικόν την θέσιν του απλού ονόματος, και δεύτερον, ότι η τελευταία συλλαβή, μη τονιζομένη εν ταις τοιαύταις λέξεσι, παραλείπεται, ως παιδί διά παιδίον, και χωράφι διά χωράφιον, κ.λπ. Η δευτέρα λέξις εκ της περικοπής μας, εις, δεικνύει κυριώτατον ιδιωτισμόν της ομιλουμένης Ελληνικής, ό εστί την έλλειψιν της δοτικής πτώσεως και την αντικατάστασιν του εν διά του εις εν πάση περιπτώσει εν ή διαμονή εν μέρει τινί εμφαίνεται. Η κατάχρησις αύτη ευρίσκεται και παρά τοις Σκώτοις... Ο ιδιασμός ένας αντί είς δεν είναι κατά πάσαν πιθανότητα τόσον νεωτερισμός όσον είναι η αρχαία Δωρική αρσενική κατάληξις των ονομάτων εις ...ας, ήτις φαίνεται ήτο τόσο οικεία εις το ους του λαού ώστε συνήθως ευρίσκωμεν πατέρας αντί πατήρ, βασιλέας αντί βασιλεύς και περαιτέρω εν τη περικοπή μας μετοχάς εν αις η κλασσική πληθυντική αιτιατική σχηματίζει την αρσενικήν ενικήν ονομαστικήν διά της καταλήξεως ...ας. Το οποίος διά το ος είναι ιταλισμός, il quale. Εφύλαγε εκ του φυλάγω είναι φυσική αλλαγή του φυλάσσω το γ εν ταις τοιαύταις λέξεσιν είναι ριζικόν, ενώ το σσ περιορίζεται εις τον ενεστώτα και τον παρατατικόν. Το να καταλαμβάνη είναι επιμονώτατα χαρακτηριστικόν της μεταγενεστέρας ελληνικής συντάξεως, του οποίου έχωμεν παραδείγματα εν τη Καινή Διαθήκη, Ματθ. Ε' 29, και εν τοις Βυζαντινοίς ιστορικοίς. Προέρχεται εκ της απώλειας του απαρεμφάτου ού η φυσική αναπλήρωσις είναι η υποτακτική με το ίνα, όπερ συγκόπτεται εις να... Και ουκ... χάζω είναι κοινή Ρωμαϊκή (Romaic) «λέξις, ενεργητική μορφή του κλασσικού χάζομαι». Το «χάζω» αυτό του καθηγητού είναι το τόσον σύνηθες μας «χάνω». Περί αυτού παρατηρεί ότι μετεβλήθη η έννοια του ως μετεβλήθη επίσης η έννοια του ρήματος «κάμνω» όπερ ήτο ουδέτερον παρά τοις αρχαίοις. Ο καθηγητής σημειοί ότι εν διαφόροις περιστάσεσιν «εκείνο το οποίον φαίνεται μεταγενέστερα παραφθορά είναι απλώς ποικιλία τις της κοινής ελληνικής διαλέκτου, αρχαία όσον ο Όμηρος. Δεμένα είναι παράδειγμα της παραλείψεως του περιττού αναδιπλασιασμού του παρακειμένου της μετοχής... Παχνί είναι ή παραφθορά του υποκοριστικού φάτνιον ή νεώτερος σχηματισμός εκ του πήγνυμι. Εν τω ομιλούν... ευρίσκομεν μαλακόν σχηματισμόν του αρχαίου Δωρικού τρίτου πληθυντικού προσώπου εις ...οντί, όστις εν τη μεταγενέστερα ελληνική εξώρισεν ολοτελώς τον Αττικόν ...ουσι. Εν τω ρήματι καλοτυχίζω συναντώμεν ορθόν νέον σχηματισμόν όστις υπό πάσαν έποψιν είναι άξιος να κληθή επέκτασις και πλουτισμός της γλώσσης, ουχί παραφθορά. Τοιούτου είδους νέα ρήματα είναι πολύ κοινά εν τη μεταγενέστερα Ελληνική. Εκτός του ...ίζω, αι καταλήξεις ...όνω, και ...αίνω συνειθίζονται. Το όπου είναι αλλόκοτος κατάχρησις επιρρηματικού αντί αναφορικού σχηματισμού. Εν τω ενεστώτι στέκω (το στήκω της Καινής Διαθήκης) έχωμεν νέαν μορφήν της παλαιάς ρίζης στω, πηγάζουσαν εκ της χρήσεως του κλασσικού παρακειμένου έστηκα. Η μόνη άλλη σπουδαία παρατήρησις ήτις μας μένει να κάμωμεν είναι ότι το του μετά το λέγοντας (λέγοντάς του) αντικαθιστά το τω και ότι εν γένει η συγκοπή του αυτός εις τος απαντά ακαταπαύστως εν τω μεταγενεστέρω Ελληνικώ λόγω».
Ως βλέπομεν, την προσοχήν του καθηγητού επισύρει κυρίως η δημώδης γλώσσα. Περί της καθαρευούσης δεν έρχεται εις τας αυτάς λεπτομέρειας. Διηγείται πόθεν επήγασε, και αποδίδει κυρίως την ανάπτυξιν αυτής εις την φιλοτιμίαν του ελληνικού έθνους όπερ, αποκτήσαν την ελευθερίαν, ηθέλησε να καθαρίση και να ανύψωση την γλώσσαν του. Ο κ. Βλάκη φαίνεται φίλος της καθαρευούσης, λέγει δε ότι ο μόνος τρόπος υπάρξεως διά τε την δημώδη και την καθαρεύουσαν εν Ελλάδι, είναι το σύστημα των αγγλικών βουλών των Λόρδων και των Κοινοτήτων, ήτοι, συνεργασία δι' αμοιβαίων παραχωρήσεων. Τόσον ολίγον, κατ' αυτόν η καθαρεύουσα διαφέρει από την αρχαίαν ώστε «ο λόγιος όστις είναι οικείος με τα άριστα κλασσικά Ελληνικά δύναται να περάση από τον Πολύβιον και Διόδωρον εις τον Τρικούπην (ομιλεί περί του ιστορικού), Παπαρρηγόπουλον, και άλλους της αυτής σχολής, πολύ ευκολώτερον αφ' ό,τι δύναται» ο αναγνώστης του Βύρωνος να συνειθίση το ύφος του αρχαίου Άγγλου ποιητού Τσώσερ. Και ολίγον κατόπιν προσθέτει ότι «ο αδέκαστος φιλόλογος... δεν θα δυσκολευθή να αναγνώριση εν τη μεταγενέστερα Ελληνική, όχι βάρβαρον παραφθοράν... τείνουσαν εις νέαν γλώσσαν, αλλά απλώς μίαν διαλεκτικήν τροπολογίαν οία η αρχαία Δωρική και Αιολική». Αι απώλειαι και ελλείψεις της νέας αντισταθμίζονται διά χαρίτων τινών ιδιαζουσών εις αυτήν.
Σχολιάζων την γνώμην του κ. Πολυλά ότι η δημώδης είναι πολύ κατάλληλος εις την ποίησιν, ο κ. Βλάκη γράφει τα εξής:
«Είναι δυνατόν η μάλλον καλλιεργημένη γλώσσα να ποιή, χάριν ιδιαιτέρων εκφράσεων, χρήσιν διπλών τύπων, ως εποίουν οι Αθηναίοι οίτινες μετεχειρίζοντο κοινώς την Δωρικήν εν ταις χορωδίαις, ή ως δύνανται να ποιώσιν οι Σκώτοι μεταχειριζόμενοι την μελωδικήν γλώσσαν του Βουρνς ως την καταλληλοτέραν μορφήν της Αγγλικής διά τον λυρικόν λόγον».
Οι λόγοι ούτοι με ενθυμίζουσι μίαν παρατήρησιν του Αριστοτέλους Βαλαωρίτου:
«Κατ' εμέ δεν αμφιβάλλω από τούδε ότι η γλώσσα του λαού θέλει είναι η γλώσσα της ρωμαντικής, δημοτικής, ή λυρικής ποιήσεώς μας. Πρέπει μάλιστα επισήμως να καθιερωθή εις τον σκοπόν τούτον όπως οι δυνάμενοι εισέλθωσιν αδιστάκτως εις την πορείαν ταύτην πλουτίζοντες και μορφώνοντες αυτήν. Εις την ιστορίαν των γλωσσών είναι αναντίρρητον γεγονός ότι φράσεις και λέξεις και ιδιωτισμοί αφιερώθηκαν αποκλειστικώς εις την ποίησιν. Ημείς ευτυχέστεροι των άλλων δυνάμεθα ακεραίαν διάλεκτον να μεταχειρισθώμεν επί τούτω».
Ο μέγας Βρεττανός φιλόλογος περαίνει με τινας παρατηρήσεις περί της εσφαλμένης προφοράς της ελληνικής γλώσσης εν Αγγλία· ολόκληρον δε το άρθρον του εμφαίνει ζωηροτάτην συμπάθειαν προς τε το έθνος και την φιλολογίαν μας.
Δεν είμαι εις θέσιν να κρίνω πόσην εντύπωσιν τοιούτο άρθρον προξενεί επί του όλου αγγλικού κοινού. Ότι όμως οι κόποι των πεφωτισμένων ανδρών, οίτινες σπουδάζουσι την Ελληνικήν γλώσσαν ως πρέπει να σπουδάζηται, δηλαδή, ουχί ως γλώσσα νεκρά αλλά ως ζώσα και πλήρης ακμής, ότι οι κόποι αυτών, λέγω, δεν είναι μάταιοι, λαμβάνομεν ενίοτε τρανάς αποδείξεις οία η εσχάτως δηλωθείσα απόφασις της συγκλήτου της Πανεπιστημιακής Σχολής του Λίβερπουλ να συστήση τάξιν διά την διδασκαλίαν της Νεοελληνικής, και να προσλάβη διά την τάξιν ταύτην Έλληνα διδάσκαλον.


(Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τηλέγραφος» το 1891)


Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Μουσική τέχνη, Τέχνη του Ερμή – Francoise Bonardel


Από τη μια πλευρά ο Άνθρωπος, και ειδικότερα αυτό ο μεγάλος μύστης που είναι ο Ερμής, αποτελούν τους μεσολαβητές του θεϊκού Λόγου: «Σ’ ευχαριστώ πατέρα, ενέργεια των δυνάμεων. Σ’ ευχαριστώ θεέ, δύναμη των ενεργειών μου. Ο δικός σου Λόγος μέσα από μένα σε υμνεί. Από μένα, δέξου το Παν με λόγια, ως πνευματική θυσία» (Ποιμ. ΧΙΙΙ, 18). Όχι μόνο όλες οι ενέργειες δημιουργίας και εμψύχωσης συνοδεύονται στο Corpus από «μυστικές επωδές» αλλά ο Ερμής επιμένει στη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στην αληθινή φιλοσοφία, τη μουσική και την αναγέννηση.
Συμβουλεύοντας το γιο του Τατ, να λατρεύει το θεϊκό λόγο, ο Ερμής του λέει: «Και μια είναι η θρησκεία του θεού: να μην είναι κάτι το κακό» (Ποιμ. ΧΙΙ, 23), για να προσθέσει αμέσως: δεν είναι κακό αυτό που εναρμονίζει μέσα του τα Στοιχεία ώσπου να διυλίσει μέσα στην και μέσα από την Νόηση. Αυτή είναι επίσης η αληθινή φιλοσοφία, ενώ η ψεύτικη δεν αποτελεί παρά διαφθορά, ανάμειξη και «κακή περιέργεια του πνεύματος» (Ασκλ. ΙΙΙ, 14), κατ’ όνομα συσχετισμένη με «την πονηρία των σοφιστών», οι οποίοι αναμειγνύουν την αληθινή φιλοσοφία «με διάφορες ακατανόητες επιστήμες, την αριθμητική, τη μουσική και τη γεωμετρία» (Ι f, 13). Ακριβώς όπως η φιλοσοφία, μπορεί λοιπόν και η μουσική να είναι αληθινή ή ψεύτικη.
Η αληθινή μουσική θεωρείται ως η υψηλότερη μορφή της Γνώσης, γιατί «αν εκπαιδευόμαστε στη μουσική, είναι μόνο για να μάθουμε να λατρεύουμε το σύνολο του σύμπαντος και με πόση τάξη τα έχει διαμοιράσει ο θεϊκός λόγος, γιατί αυτή η τάξη, κατά την οποία όλα τα ιδιαίτερα πράγματα συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο κατά κάποιο τρόπο αριστουργηματικό, αποτελεί μια άπειρη, γλυκιά και αληθινή αρμονία σε θεϊκή μουσική» (Ι f, 13). Βεβαίως ούτε η ιδέα ούτε η εικόνα δεν είναι αυτές καθεαυτές νέες.
Ωστόσο, ο Ερμητισμός διευκρινίζει την παλαιά πυθαγόρεια έννοια για αρμονία των σφαιρών. Ο ρόλος του Ερμή είναι να κάνει να αντηχήσει σωστά κάθε πράγμα, «εμπνεόμενος από το ευμενέστερο όνομα κι από το γεγονός πως η ενέργειά της ήταν σύμφωνη μ’ αυτό το όνομα» (ΚΚ. 15). Ο ερμησιανός Λόγος επιτυγχάνει λοιπόν, στο ηχητικό πεδίο, την ίδια συμφωνία με εκείνη που διακρίνει τα δημιουργήματα και την τέλεια μορφή τους στο οπτικό πεδίο. Από την άποψη αυτή ο Ερμητισμός θα ήταν μια τέχνη της σωστής έντασης, που θα βρει τη φυσική της προέκταση στην αλχημική Τέχνη (Επιστήμη της Ισορροπίας, σύμφωνα με την έκφραση του Jabir Ibn Hayyan).
Μέσα από «την αρμόζουσα ευλογία» (Ποιμ. ΧΙΙΙ, 16) ο Ερμής κάνει το σύμπαν να αντηχήσει, ψάλλοντας τον ύμνο της αναγέννησης:

«Έτσι λοιπόν παιδί μου, αφού σταθείς όρθιος σε χώρον ανοιχτό, στραμμένος προς τον νότιο άνεμο και την ώρα που ο ήλιο πάει να δύσει, προσκύνησε και ακόμη να κάνεις το ίδιο και την ώρα που ο ήλιος ανατέλλει, στρεφόμενος προς τον ανατολικό άνεμο. Σιωπή, λοιπόν, παιδί μου.
Όλη η φύση του κόσμου ας ακούσει τον ύμνο. Ας ανοίξει η γη, ας ανοίξουν για χάρη μου όλες οι αμπάρες της βροχής, και σεις δέντρα μη σείεστε. Πρόκειται να υμνήσω τον Κύριο της Δημιουργίας, και το Παν, και το Ένα. Ας ανοίξουν οι ουρανοί, και σεις άνεμοι σταθείτε. Ο κύκλος ο αθάνατος του θεού ας δεχθεί το λόγο μου. Γιατί πρόκειται να υμνήσω εκείνον που έκτισε τα πάντα, που κατασκεύασε τη γη και έθεσε ψηλά τον ουρανό, που δέσμευσε από τον ωκεανό το γλυκό νερό για την οικουμένη, για να χρησιμεύει στη διατροφή και τη χρήση όλων των ανθρώπων, αυτόν που πρόσταξε τη φωτιά να εμφανιστεί σε κάθε πράξη των θεών και των ανθρώπων. (…) Αυτά φωνάζει ο δικός μου άνθρωπος, διαμέσου του αέρα, της γης, του νερού, του πνεύματος, των κτισμάτων σου. Από σένα πήρα την ευλογία του Αιώνα και, κατά την επιθυμία μου, με τη δική σου θέληση οδηγήθηκα στην ανάπαυση» (Ποιμ. ΧΙΙΙ, 16-20).

Θα μπορούσαμε να σκεφθούμε ότι ο ερμησιανός Λόγος, αντικαταστάτης του Λόγου του Νου, έχει ως ρόλο να ζωογονήσει τη Δημιουργία, και ακόμη να απελευθερώσει τη συμφωνία των Στοιχείων, όπως θα έκανε ένας μαέστρος. Επομένως ο ήχος της φωνής και η μυστική υμνωδία θα ανοίξουν και θα ξανακλείσουν συγχρόνως, θα ξεκλειδώσουν προκαλώντας την ακοή κι έπειτα θα ξανακρύψουν ό,τι ακούστηκε. Κι αυτό, τόσο ως προς το φυσικό σύμπαν όσο και ως προς τον μυούμενο: «Πρόσεχε παιδί μου, γιατί ακούς απόρρητα μυστήρια της γης, του ουρανού και όλου του ενδιάμεσου ιερού πνεύματος» (Απ. Στοβαίου ΧΧV, II). Επίσης, τα Στοιχεία, γενικώς θορυβώδη, προσκαλούνται να σιωπήσουν, ώστε να δεχθούν καλύτερα τη φωνή του Ενός του Παντός.
Ότι ο ερμησιανός Λόγος δεν είναι ανθρώπινος λόγος και δεν επιδιώκει να επιδείξει τη δύναμή του μόνο, δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο «να πει» είναι περισσότερο η πράξη προβολής, με την οποία δημιουργείται ένας χώρος αντήχησης, που συγκρίνεται μ’ εκείνον χάρη στον οποίον αντανακλώνται αμοιβαία το αισθητό και το μη αισθητό, υποστηριζόμενα από το βλέμμα του μυούμενου, που εδώ έγινε θρησκευτική ακοή. Αυτή είναι αναμφίβολα η βαθύτερη έννοια του μυητικού μυστικού, που στην πραγματικότητα αποτελεί επαγρύπνηση σε ένα μυστήριο. Αν υπάρχει κάθαρση, τότε αυτή συνίσταται λιγότερο στη γνώση φύλαξης ενός μυστικού παρά στην προετοιμασία, προστασία και φύλαξη του χώρου αυτής της αποκάλυψης, απόκρυψης.
Το Corpus Hermeticum προσφέρει έτσι, μέσα από μια πραγματεία, από ένα λόγο, από μια επωδή σε άλλη, ένα παράδειγμα αυτής της αλυσίδας των μυστών, που θα συνεχίσει την ερμητική παράδοση: από τον Νου στον Ποίμανδρη, από τον Ποίμανδρη στον Ερμή, από τον Ερμή στον Τατ, από την Ίσιδα στον Ώρο… πρόκειται πάντα γι’ αυτόν το θεϊκό Λόγο που πνευματοποιεί τη Δημιουργία με τη μεσολάβηση εκείνων που είναι οι «ποιμένες». Γεγονός που επέτρεψε στον A.D. Nock να σημειώσει ότι «τα μόνα ερμητικά μυστήρια είναι τα ‘μυστήρια του Λόγου’, που δεν συνεπάγονται ούτε εξαγνισμό, ούτε τελετουργίες καθαρμού από το αμάρτημα, ούτε ακόμη της πρακτικές αυτές που προορίζονται να προκαλέσουν μια θεϊκή επιφάνεια». (1)


______________________________
1.Preface au Polmandres σ. VI. Η επιφάνεια (εμφάνιση, λάμψη) είναι η ορατή εκδήλωση του ουρανού.


FRANCOISE BONARDEL
Ο ΕΡΜΗΤΙΣΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Α. ΣΤΕΦΑΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ – Μ. ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ 1994

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ – ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Οἱ ἄνθρωποι νομίζουνε πὼς τὰ ξέρουν ὅλα. Ἔτσι κανένας δὲ θά ῾θελε νὰ ὑποθέσει πὼς ἕνα καύκαλο μέσα στὴν ὀστεοθήκη του εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι πιστεύεται κοινά. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔτρεμε καθόλου τὸ χέρι τοῦ παράξενου ποιητῆ ὅταν ἦρθε μία μέρα νὰ ταράξει τὸν ὕπνο τῶν αἰώνων ποὺ κοιμόμουν μέσα στὸ μαῦρο μου κασονάκι, ὄξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ νεκροταφείου.
Τὶς δυὸ μικρὲς σπηλιὲς στὴ βάση τοῦ μετώπου μου - στὴ ζωὴ τ᾿ ὄνομά τους ἦταν γλυκὸ σὰν τὸ φῶς - τὶς γιόμιζε ἡ νύχτα τοῦ ἀσυνείδητου. Κάποια ἀράχνη ἐσάλευε ἀπάνω στὸ μηλίγγι μου κ᾿ εἶχε γίνει τὸ ὄνειρό μου. Ξυπνώντας ἔξαφνα, ἔνοιωσα νὰ μὲ σηκώνουν. Σίγουρα θὰ ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ χωνευτηρίου, ἐσκέφτηκα. Μὲ τὸ δίκιο τους θὰ κουράστηκαν οἱ δικοί μου νὰ πληρώνουν τόσα χρόνια τώρα τὸ μισὸ νοῖκι ποὺ ἐξασφάλιζε τὴ θέση μου στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ δὲν ἦταν αὐτό. Μ᾿ ἐτύλιξαν σὲ μίαν ἐφημερίδα, κ᾿ ὕστερα ἀπὸ λίγην ὥρα ἐβρέθηκα στὸ τραπέζι τῆς μελέτης τοῦ ποιητῆ μου, ἀπάνω σ᾿ ἕνα βιβλίο ποὺ ἔτυχε νά ῾ναι κάτι εὔθυμα τραγούδια ἀγάπης.
Στὴν ἀρχὴ μ᾿ ἄφησαν ἥσυχο νὰ κοιτάζω ὅ,τι μποροῦσε νὰ χωρέσει στὸ στενό του κύκλο τὸ βλέμμα μου, ποὺ δὲν ἦταν βέβαια βολετὸ νὰ τὸ διευθύνω ὅπου ἤθελα. Ἀντίκρυ μου ἄσπριζε τὸ κρεβάτι. Οἱ θύμησές μου ὁλοένα ἐζωήρευαν μὲ τὸ νὰ τὸ βλέπω. Τώρα θυμόμουν καθαρὰ ἕνα κρεβάτι. Δὲν ἦταν τὸ κρεβάτι τῆς τελευταίας μου ἀρρώστειας. Γιατί τὸ ξεκουραστικὸ κρεβάτι τοῦ θανάτου δὲν τὸ θυμᾶται ἕνα καύκαλο σὰν ἐμένα παρὰ μόνο γιὰ νὰ νοσταλγήσει τὴ ζωή. Θυμόμουν, ὅμως, καθαρὰ ἕνα κρεβάτι. Ὕστερα ἐπέρασε θαμπὸ ἀπὸ τὴ μνήμη μου κάτι ἄλλο... Δὲν μπόρεσα νὰ ξεχωρίσω τί. Πάει τόσος καιρὸς ἀπὸ τότε...
Ἐκοίταζα τὸ ἡμερολόγιο στὸν τοῖχο γιὰ νὰ ἰδῶ πόσα χρόνια ἐβάστηξε ὁ ὕπνος μου, ὅταν ἔνιωσα ἀπὸ τὸ θόρυβο πὼς κάποιος ἐμπῆκε στὴν κάμαρα. Ἦταν ἕνας φίλος τοῦ ἀπαγωγέα μου. Ἦρθε καὶ στάθηκε μπροστά μου. Ὁ ποιητὴς μ᾿ ἔδειξε λέγοντας: «Νὰ σοῦ συστήσω τὸν κύριο...», κ᾿ εἶπε τ᾿ ὄνομά μου, ποὺ τό᾿ χε διαβάσει στὴν ὀστεοθήκη. Ὁ ἄλλος ὑποκλίθηκε χωρικά, ἔβγαλε τὸ καπέλο του καὶ μοῦ τὸ φόρεσε. Ἄναψε κ᾿ ἕνα τσιγάρο καὶ τὸ σφήνωσε στὰ δόντια μου. Ὕστερα ἀρχίσανε νὰ γελᾶνε. Ἐγὼ τοὺς ἐκοίταζα σοβαρά, ὅπως ταιριάζει, σ᾿ ὅσους ἔζησαν τὴ ζωή, νὰ κοιτοῦνε αὐτοὺς ποὺ θὰ τὴ ζήσουν. Δὲ μὲ πείραζε καθόλου ἕνα τέτοιο φέρσιμο, μόνε συλλογιζόμουνα τί ἁπλοϊκοὶ πού ῾ναι οἱ ἄνθρωποι νὰ νομίζουνε πὼς τὰ ξέρουν ὅλα καὶ νὰ μὴ θέλουνε ποτὲ νὰ παραδεχτοῦνε πὼς ἕνα καύκαλο μπορεῖ νά ῾ναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι πιστεύεται κοινά.
Δυὸ ὁλόκληρες ὧρες ἀναγκάστηκα νὰ τοὺς ἀκούω. Τὰ λόγια τους θὰ μοῦ ῾φέρναν πικρὸ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη. Μιλούσανε γιὰ τὶς γυναῖκες τους, γιὰ τὰ βιβλία τους, γιὰ κάθε τί, σὰ νὰ μὴν ἦταν τὸ κρανίο ἑνὸς ἀνθρώπου ὅμοιου μ᾿ αὐτοὺς ἡ μπάλα ἐκείνη τῆς φρίκης ποὺ τὴ ἤξεραν τόσο κοντά τους.
Ἐφύγανε.
Ἀργά, μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ἐγύρισε μονάχος ὁ ποιητής. Δὲν ξέρω γιατί ἔνιωσα κάτι σὰν ἕνα αἴσθημα ὑπεροχῆς νὰ μὲ κυριεύει. Καθὼς ἄναβε ἡ λάμπα, τὸ χέρι του δὲν ἦταν ὅμοια σταθερὸ ὅπως ὅταν ἄνοιγε τὸ μαῦρο μου κουτί, στὸ νεκροταφεῖο. Τὸ φῶς, πέφτοντας λοξὰ ἀπάνω μου, μοῦ ῾δωσε μίαν ὄψη παράξενα ζωντανή. Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὴν ἔκφραση τοῦ φίλου μου αὐτό. Μὲ πῆρε στὰ χέρι του. Ἄνοιξε τὸ παράθυρο. Θὰ μὲ πετοῦσε στὸ δρόμο, ἂν δὲν ἐκάρφωνα πιὸ μαῦρο καὶ πιὸ βαθὺ τὸ βλέμμα μου στὸ μεταξὺ τῶν ματιῶν του. Μ᾿ ἄφησε στὸ πεζοῦλι τοῦ παραθύρου κ᾿ ἔκλεισε. Ὅλη τὴ νύχτα τὸν ἄκουγα νὰ στριφογυρίζει στὸ κρεβάτι. Ἂν ἐκοιμήθηκε, θά ῾κάνε πολὺ ταραγμένο ὕπνο.
Τὸ πρωὶ βρέθηκα μέσα στὴν ὀστεοθήκη μου. Χωρὶς ἄλλο θὰ μ᾿ ἔφερε στὴ θέση μου ὁ ἴδιος ἐκεῖνος τύπος μὲ τὰ παράξενα γοῦστα. Τώρα ἀκουμπῶ τὸ σαγόνι μου στοχαστικὰ στὸ κόκκαλο τοῦ χεριοῦ καὶ σκέφτομαι τὴν περιπέτειά μου. Μοῦ φαίνεται πὼς βλέπω ἀκόμα τὸ βιβλίο μὲ τὰ εὔθυμα ἐρωτικὰ τραγούδια καὶ τὸ ἡμερολόγιο μὲ τὴν τραγικὰ προχωρημένη ἡμερομηνία. Περσότερο ὅμως συλλογιέμαι τὸ κρεβάτι. Τὸ κρεβάτι μ᾿ ἔκαμε νὰ μισοθυμηθῶ μιὰ μικρὴ ἱστορία ποὺ ἐνόμιζα πὼς εἶχα κατορθώσει νὰ ξεχάσω ὁλότελα.




Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗ ΤΑΞΗ – FOSTER BAILEY


«Ας ανοικοδομηθεί ο Ναός του Κυρίου», φώναξε ο μεγάλος έβδομος άγγελος. Τότε οι επτά μεγάλοι Γιοι του Θεού κινήθηκαν με καθορισμένο βήμα και κατέλαβαν τις θέσεις τους στο Βορρά, το Νότο, τη Δύση και την Ανατολή. Το έργο της οικοδόμησης είχε αρχίσει.
Οι θύρες ήταν κλειστές και στεγασμένες, τα Φώτα έλαμπαν αμυδρά. Ο χρόνος δεν είχε έλθει ακόμη για την εκπόρευση του Φωτός. Ο Λόγος δεν μπορούσε να εκφωνηθεί. Βασίλευε μόνον η σιωπή. Μεταξύ των επτά Μορφών το έργο συνεχιζόταν και μια σιωπηλή κλήση περνούσε από τον ένα στον άλλο. Όμως, η θύρα του Ναού παρέμενε κλειστή... Καθώς περνούσε ο Χρόνος, ακούστηκαν έξω από τη θύρα του Ναού οι ήχοι της ζωής. Η θύρα άνοιξε κι έκλεισε. Κάθε φορά που άνοιγε, ένας μικρότερος Γιος του Θεού εισερχόταν και το Φως του Ναού αύξανε. Κάθε φορά το Φως γινόταν πιο δυνατό. Με αυτόν τον τρόπο, ένας-ένας, οι γιοι των ανθρώπων μπήκαν στο Ναό. Διήλθαν από το Βορρά προς το Νότο και από τη Δύση προς την Ανατολή και στο κέντρο, στην Καρδιά, βρήκαν φως κατανόηση και δύναμη για εργασία. Μπήκαν από τη θύρα, πέρασαν μπροστά από τους επτά, ανασήκωσαν το πέπλο του ναού και εισήλθαν στο Φως.
Ο Ναός αυξήθηκε σε κάλλος. Οι γραμμές, οι τοίχοι, το εύρος, το βάθος και το ύψος του, αργά-αργά αναδύθηκαν στο φως της ημέρας.
Από την Ανατολή ήλθε ο λόγος: «Ανοίξτε τη θύρα σε όλους τους γιους των ανθρώπων, οι οποίοι έρχονται από τις σκοτεινές κοιλάδες και ας αναζητήσουν το Ναό του Κυρίου. Δώστε τους το Φως. Αποκαλύψτε το εσώτερο ιερό και με την εργασία όλων των Οικοδόμων του Κυρίου, αυξήστε το ναό και ακτινοβολήστε τους κόσμους. Ηχήστε τον Δημιουργικό Λόγο και ανυψώστε τους νεκρούς στη Ζωή».
Με αυτόν τον τρόπο ο Ναός του Φωτός θα μεταφερθεί από τον Ουρανό στη Γη, οι τοίχοι του θα υψωθούν επάνω στις κοιλάδες της γης, το φως θα αποκαλύψει και θα θρέψει όλα τα όνειρα των ανθρώπων.
Τότε θα ξυπνήσει ο Κύριος της Ανατολής αυτούς που κοιμούνται. Τότε ο Φύλακας της Δύσης θα δοκιμάσει όλους τους αναζητητές του Φωτός. Ο Φύλακας του Νότου θα καθοδηγήσει και θα βοηθήσει τους τυφλούς και θα παραμείνει ορθάνοιχτη η πύλη του Βορρά, επειδή εκεί στέκει ο αόρατος Κύριος, με χέρι που καλοδέχεται και καρδιά που κατανοεί, προκειμένου να οδηγήσει τον υποψήφιο στην Ανατολή, εκεί όπου λάμπει το αληθινό Φως...
«Γιατί, όμως, αυτό το άνοιγμα των θυρών του Ναού», ρώτησε η μεγαλύτερη επτάδα, τους καθήμενους Τρεις.
«Επειδή ο Χρόνος ωρίμασε και οι Τεχνίτες είναι έτοιμοι. Ο Θεός δημιούργησε το Φως και τώρα οι Γιοι Του μπορούν να δημιουργήσουν. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο για να γίνει».
«Αυτό ας είναι το ελάχιστο», ήρθε η απάντηση από τη μεγαλύτερη επτάδα στους καθήμενους Τρεις.
«Η εργασία μπορεί τώρα να προχωρήσει. Ας αφεθούν όλοι οι γιοι της γης να εργασθούν».



FOSTER BAILEY
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1999