.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ – ΣΟΦΙΑ Ζ. ΑΝΤΖΑΚΑ



Ένα άλλο φαινόμενο που παρατηρείται ευρύτατα σήμερα είναι η ελαττωματική ή ανεπαρκής σεξουαλική λειτουργία νεαρών ατόμων, δηλαδή ατόμων τα οποία, φυσιολογικά, θάπρεπε να βρίσκονται στην καλύτερη σεξουαλική τους περίοδο.
Αν προσέξει κανείς, θα δει ότι η ανεπάρκεια δεν οφείλεται σε ανεπάρκεια ορμονών, αλλά σε κάποια ελαττωματικότητα της λειτουργίας του πέους. Μ’ άλλα λόγια, στους περισσότερους νέους σήμερα παρατηρείται ή καθολική ή μερική ανικανότητα, μια αδυναμία να «ικανοποιήσουν» το θήλυ με τη σεξουαλική πράξη.

Το φαινόμενο έχει τέτοια έκταση ώστε να εμβάλει σε σκέψεις. Έχει γίνει πια ένα καθεστώς, κάτι το φυσιολογικό, ενώ όσοι λίγοι λειτουργούν σωστά, έχουν καταντήσει μια σπανιότητα. Αυτό έχει δύο απολήξεις:
(1) Ο νέος απογοητευμένος από την ελαττωματική επίδοσή του στο σεξ με τις κοπέλες, καταλήγει στο συμπέρασμα: «Αφού δεν είμαι φτιαγμένος για ετεροφυλόφιλο έρωτα, τότε ας στραφώ στον ομοφυλόφιλο έρωτα».
(2) Οι κοπέλες, δυσαρεστημένες από την μη ικανοποιητική σεξουαλική επαφή τους με τους νέους, στρέφονται σε λεσβιακές σχέσεις.

Μια άλλη παρατήρηση έχει να κάνει με μια περίεργη αντιστροφή. Δηλαδή, ενώ οι νέοι υπολειτουργούν σεξουαλικά, οι νέες λειτουργούν όχι απλώς θαυμάσια, αλλά δυναμικά και απαιτητικά. Μόνο που δεν βρίσκουν «ικανοποίηση» από τους νέους.
Αλλά το κοινό σημείο και στις δύο περιπτώσεις είναι μια τυφλή, ανεξέλεγκτη, ανεξέταστη απαίτηση για σεξουαλική ηδονή, με κάθε τρόπο. Σαν να χάνεται το σύμπαν χωρίς αυτήν. Δεν έχει σημασία αν αυτή η απαίτηση ικανοποιείται με παρά φύσιν τρόπους, αρκεί να ικανοποιείται. Όσο για τη δικαιολόγηση της εκτροπής, υπάρχει έτοιμη η θεωρία της ισοπέδωσης των φύλων, που διατυπώνεται περίπου έτσι:
«Τι άντρας, τι γυναίκα! Αυτές οι διακρίσεις, οφείλονται σε σκουριασμένα ταμπού και προκαταλήψεις. Η μόνη πραγματικότητα είναι η ορμή για ηδονή που δικαιώνει κάθε μέσο για την ικανοποίησή της. Το μέσο δεν έχει σημασία, είτε άντρας είτε γυναίκα, αφού η ηδονή βρίσκει τελικά ικανοποίηση».
Ελπίζουμε να είναι φανερό το ποιος σκέπτεται μ’ αυτό τον τρόπο. Όχι βέβαια, απλώς το ειδέναι, αλλά η Πλάνη, που έχει στην κυριαρχία της το ειδέναι.

Μήπως θάξιζε τον κόπο να βλέπαμε πως θα αντιμετώπιζε το ίδιο πρόβλημα το συν-ειδέναι; Ας δούμε λοιπόν, σε τι συμπεράσματα θα κατέληγε.
Πρώτα απ’ όλα θα έμπαινε σε υποψία από την καθολικότητα του φαινομένου. Και μόνο αυτό θα έστρεφε την προσοχή του σε καθολικούς καθοριστικούς παράγοντες. Μ’ άλλα λόγια θα ρωτούσε:
«Ποιος γενικός νόμος, ποια γενική Πνοή, περνά μέσα από την πλειονότητα των νέων ανδρών προκαλώντας το ίδιο φαινόμενο; Και τι θέλει να πετύχει με την υπολειτουργία των γεννητικών οργάνων;»
Αν απέκλειε, βέβαια, την εκδοχή ότι αυτός ο «νόμος» επιδιώκει να τους στρέψει στην ομοφυλοφιλία, τότε ίσως να κατέληγε στο παρακάτω συμπέρασμα:
«Είναι φανερό ότι όπως, σε παρωχημένους χρόνους, καταργήθηκε η λειτουργικότητα της σκωληκοειδούς αποφύσεως ή η υπερβολική τριχοφυΐα που εκάλυπτε ολόκληρο το σώμα κάποτε, έτσι και τώρα πάει να καταργηθεί, αν και όχι σε όλους η ικανότητα για τη σεξουαλική πράξη. Λες και αυτός ο «νόμος» προσπαθεί να αποσπάσει τους νέους από την τυφλή εστίαση στην ηδονή, από τη δέσμευσή τους σε σωματικούς δεσμούς».
Αλλά αν θέλει να τους αποσπάσει από το σώμα, που είναι θάνατος, που θέλει να στρέψει την προσοχή τους; Μήπως θα περίμενε από τους νέους να σκεφθούν κάπως έτσι:
«Αφού η φύση μ’ έφτιαξε έτσι ώστε να υπολειτουργώ, παρ’ όλη την πλησμονή των ορμονών, τι να θέλει άραγε από μένα; Που, σε τι, θέλει να χρησιμοποιήσω το σπέρμα μου;»
Αυτή την κατεύθυνση θάπρεπε να πάρει η σκέψη, αντί να στραφεί στην ομοφυλοφιλία.
Ο σωστός συλλογισμός που μόλις περιγράψαμε περιέχει ένα στοιχείο – κλειδί. Αυτό είναι: η δυνατότητα της χρησιμοποίησης του σπέρματος σε κάτι άλλο, ξένο προς τη σεξουαλική πράξη και τη σωματική ηδονή.
Έτσι, ο νέος του παραδείγματός μας ίσως να έφτανε στο σημείο να υποπτευθεί ότι γεννήθηκε, ότι προορίζεται, για κάτι άλλο. Και ίσως να ξεκινούσε για μια βαθύτερη έρευνα.
Αλλά οι σωστές σκέψεις προϋποθέτουν ένα ζωντανό, ένα αφυπνισμένο συν – ειδέναι, όχι απλώς έναν παρατηρητή που να παρατηρεί παθητικά τις κακόβουλες υποβολές της Πλάνης, χωρίς να έχει να αντιτάξει τίποτα σ’ αυτές.

Αλλά ας δούμε τι θα γινόταν αν ο νέος μας κατέληγε στο συμπέρασμα:
«Αφού η φύση δεν θέλει να επιδοθώ στις σωματικές ηδονές, τότε ας στραφώ στη χαρά του έρωτα. Οι κοπέλες διψούν για έρωτα, για συναισθηματική επαφή, για επικοινωνία. Ας στρέψω, λοιπόν, τη σεξουαλική μου ενέργεια σ’ εκείνη την περιοχή».
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι βρίσκει μια κοπέλα της οποίας το επίκεντρο δεν είναι η σωματική ηδονή, αλλά ο «ψυχικός» έρωτας. Και ότι δημιουργείται ανάμεσά τους ένας ικανοποιητικός δεσμός. Θα μπορέσει μήπως τότε να αναρωτηθεί: «Αυτό άραγε ήθελε εκείνη η καθολική Πνοή που με απέσπασε από τη σεξουαλική πράξη;»
Την απάντηση θα τη δώσει το ερώτημα αν ο έρωτας υπάγεται ή όχι στα ηδονικά πράγματα. Ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν υπάγεται σ’ αυτά; Οπότε, σ’ αυτή την περίπτωση, η ηδονή βρίσκει έναν πλάγιο τρόπο για να ικανοποιηθεί και να κρατήσει τους νέους στη χρονικότητα.

Ένα πιο ύπουλο δόλωμα είναι ίσως η «βαθύτερη» μη – ερωτική, ανταλλαγή ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι. Αλλά και κει μπορεί να διακρίνει κανείς την Πλάνη ή την απάτη από το ότι η ανταλλαγή γύρω από «θέματα βάθους» γίνεται ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι που δεν ζει σε βάθος. Κανονικά, οι μη – σεξουαλικές, μη – ερωτικές, μη – ψυχικές, μη – διανοητικές ανταλλαγές, θα πρέπει να γίνονται ανάμεσα σ’ ένα άπειρο και αδαές πρόσωπο και σ’ ένα έμπειρο και βαθύ άτομο που να λειτουργεί από το Μετα – συν – ειδέναι, αφού θα έχει πρώτα περάσει απ’ όλες τις μεταμορφώσεις του ειδέναι και του συν – ειδέναι.

Όπως βλέπουμε, η Πλάνη εφευρίσκει ποικίλους τρόπους για να παγιδεύσει τη σεξουαλική ενέργεια σε περιοχές οι οποίες δεν μπορούν να την αξιοποιήσουν σωστά. Γι’ αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο, αν θέλει κανείς να εισχωρήσει στο βάθος, να αποσπαστεί εντελώς από:
(1) τη σωματική ηδονή
(2) τον έρωτα
(3) την δήθεν επικοινωνία σε βάθος με ένα ον στο ίδιο επίπεδο με αυτόν, δηλαδή στο ειδέναι.
Είναι ανάγκη να διακρίνει την παγίδα που το στήνεται και να οπισθοχωρήσει.
Ας μη γελιόμαστε. Αν κρατιέται κανείς από κάτι, το παραμικρό, της περιοχής του ειδέναι και της Πλάνης, είναι καταδικασμένος να μην ανακαλύψει ποτέ τον εαυτό του, τον Δημιουργό του, τον προορισμό του και την δικαίωση της ύπαρξής του στη γη.



ΣΟΦΙΑ Ζ. ΑΝΤΖΑΚΑ
ΔΕΣΜΟΤΡΟΠΙΑ
Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΠΑΓΕΙΡΙΑ 1991

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2020

Εισβολή των Πελοποννησίων εις την Αττικήν. Ο λοιμός Έτος 2ον: 430 - 429 π.Χ. - Θουκυδίδης


47. Κατά τοιούτον τρόπον έγινεν η τελετή του ενταφιασμού κατά τον χειμώνα τούτον, μετά την λήξιν του οποίου έληξε και το πρώτον έτος του πολέμου. Ευθύς δε με την αρχήν του επομένου θέρους, οι Πελοποννήσιοι και λοιποί σύμμαχοι, με τα δύο τρίτα των δυνάμεών των, όπως και την πρώτην φοράν, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Αρχιδάμου, υιού του Ζευξιδάμου, εισέβαλαν εις την Αττικήν, όπου στρατοπευδεύσαντες ήρχισαν να ερημώνουν την γην. Και πριν παρέλθουν πολλαί ημέραι από της εισβολής, παρουσιάσθη δια πρώτην φοράν εις τας Αθήνας ο λοιμός, ο οποίος ελέγετο μεν ότι είχεν ενσκήψει προηγουμένως πολλαχού, και εις την Λήμνον και εις άλλας χώρας, αλλά πουθενά δεν εμνημονεύετο λοιμώδης νόσος τοιαύτης εκτάσεως, ούτε φθορά ανθρώπων τόσον μεγάλη. Διότι ούτε ιατροί, οι οποίοι, αγνοούντες την φύσιν της ασθενείας, επεχείρουν δια πρώτην φοράν να την θεραπεύσουν, αλλ' απέθνησκαν οι ίδιοι μάλλον, καθόσον και περισσότερον ήρχοντο εις επαφήν με αυτήν, ούτε άλλη καμμία ανθρωπίνη τέχνη ηδύνατο να βοηθήση. Ό,τι αφορά, εξ άλλου, τας προς τους θεούς παρακλήσεις ή τας προς τα μαντεία επικλήσεις και τα τοιαύτα, τα πάντα ήσαν ανωφελή, και επί τέλους οι άνθρωποι, καταβληθέντες από το κακόν παρητήθησαν αυτών.
48. Η νόσος ήρχισε το πρώτον, ως λέγεται, από την νοτίως της Αιγύπτου κειμένην Αιθιοπίαν, από όπου κατέβη έπειτα εις την Αίγυπτον και την Λιβύην και επεξετάθη εις το πλείστον μέρος της Περσικής αυτοκρατορίας. Εις δε την πόλιν των Αθηνών ενέσκηψεν αιφνιδίως και προσέβαλε κατά πρώτον τους κατοίκους του Πειραιώς, και δια τούτο ελέχθη από αυτούς ότι οι Πελοποννήσιοι είχαν ρίψει δηλητήριον εις τας δεξαμενάς, διότι κρήναι δεν υπήρχαν ακόμη εκεί. Αλλ' ύστερον έφθασε και εις την άνω πόλιν και από τότε ηύξησε μεγάλως η θνησιμότης. Καθείς δε, είτε ιατρός, είτε άπειρος της ιατρικής, ημπορεί, αναλόγως της ατομικής του κρίσεως, να ομιλή περί της πιθανής προελεύσεώς της και περί των αιτίων, τα οποία νομίζει ικανά να επιφέρουν τοιαύτην διατάραξιν των υγιεινών συνθηκών. Αλλ' εγώ, που και ο ίδιος έπαθα από την νόσον, και με τα ίδια τα μάτια μου είδα άλλους πάσχοντας, θα εκθέσω την πραγματικήν της πορείαν και θα περιγράψω τα συμπτώματά της, η ακριβής παρατήρησις των οποίων θα επιτρέψη ασφαλέστερον εις τον καθένα που θα ήθελε να τα σπουδάση επιμελώς να κάμη την διάγνωσίν της, εάν ποτέ ήθελε και πάλιν ενσκήψει.
49. Το έτος τωόντι εκείνο, κατά κοινήν ομολογίαν, έτυχε μέχρι της στιγμής της εισβολής της νόσου να είναι κατ' εξοχήν απηλλαγμένον από άλλας ασθενείας. Εάν όμως κανείς υπέφερε τυχόν προηγουμένως από καμμίαν άλλην ασθένειαν, όλαι κατέληγαν εις αυτήν. Όσοι, εξ άλλου, ήσαν ως τότε υγιείς, χωρίς καμμίαν φανεράν αιτίαν προσεβάλλοντο αιφνιδίως από πονοκέφαλον με ισχυρόν πυρετόν και ερυθήματα και φλόγωσιν των οφθαλμών, και το εσωτερικόν του στόματος, ο φάρυγξ και η γλώσσα εγένοντο ευθύς αιματώδη, και η εκπνοή ήτο αφύσικος και δυσώδης. Κατόπιν των φαινομένων αυτών, επηκολούθουν πτερνισμοί και βραχνάδα, και μετ' ολίγον το κακόν κατέβαινεν εις το στήθος, συνοδευόμενον από ισχυρόν βήχα. Και όταν προσέβαλλε τον στόμαχον, επροκάλει ναυτίαν και ταύτην επηκολούθουν, με μεγάλην μάλιστα ταλαιπωρίαν, εμετοί χολής, όσοι περιγράφονται υπό των ιατρών. Και εις άλλους μεν αμέσως, εις άλλους δε πολύ βραδύτερον, παρουσιάζετο τάσις προς εμετόν ατελεσφόρητος, προκαλούσα ισχυρόν σπασμόν, ο οποίος εις άλλους μεν κατέπαυεν, εις άλλους δε εξηκολούθει επί πολύ. Το σώμα εξωτερικώς δεν παρουσιάζετο πολύ θερμόν εις την αφήν, ούτε ήτο ωχρόν, αλλ' υπέρυθρον, πελιδνόν, έχον εξανθήματα μικρών φλυκταινών και ελκών. Εσωτερικώς όμως εθερμαίνετο τόσον πολύ ώστε οι ασθενείς δεν ηνείχοντο ούτε ελαφρότατα ενδύματα ή σινδόνια, και επέμεναν να είναι γυμνοί, και μεγίστην ησθάνοντο ευχαρίστησιν, αν ημπορούσαν να ριφθούν εντός ψυχρού ύδατος. Πολλοί δε πράγματι, οι οποίοι είχαν μείνει ανεπιτήρητοι, ερρίφθησαν εις δεξαμενάς, διότι κατετρύχοντο από δίψαν άσβεστον, αφού και το πολύ και το ολίγον ποτόν εις ουδέν ωφέλει. Και η αδυναμία του ν' αναπαυθούν, καθώς και η αϋπνία, τους εβασάνιζαν διαρκώς. Και το σώμα, εφόσον η νόσος ήτο εις την ακμήν της, δεν κατεβάλλετο, αλλ' αντείχε καταπληκτικώς εις την ταλαιπωρίαν, ώστε ή απέθνησκαν οι πλείστοι την εβδόμην ή ενάτην ημέραν εκ του εσωτερικού πυρετού, πριν εξαντληθούν εντελώς αι δυνάμεις των, ή, εάν διέφευγαν την κρίσιν, η νόσος κατήρχετο περαιτέρω εις την κοιλίαν και επροκάλει ισχυράν έλκωσιν, και συγχρόνως επήρχετο ισχυρά διάρροια, ούτως ώστε κατά το μεταγενέστερον τούτο στάδιον οι πολλοί απέθνησκαν από εξάντλησιν. Διότι το νόσημα, αφού ήρχιζεν από την κεφαλήν, όπου το πρώτον εγκαθίστατο, εξετείνετο βαθμηδόν εφ' όλου του σώματος, και αν κανείς ήθελε διαφύγει τον θάνατον, προσέβαλλε τα άκρα, όπου άφινε τα ίχνη του. Καθόσον το νόσημα προσέβαλλε και τα αιδοία και τα άκρα των χειρών και ποδών, και πολλοί χάνοντες αυτά εσώζοντο, μερικοί μάλιστα έχαναν και τους οφθαλμούς. Άλλοι πάλιν, ευθύς μετά την θεραπείαν, επάθαιναν γενικήν αμνησίαν και δεν ανεγνώριζαν ούτε εαυτούς, ούτε τους οικείους των.
50. Ο χαρακτήρ τωόντι της νόσου ήτο τοιούτος, ώστε δεν ημπορεί να περιγραφή επαρκώς δια λόγων, και όχι μόνον η σφοδρότης της προσβολής εκάστου κρούσματος υπερέβαινε γενικώς την ανθρωπίνην αντοχήν, αλλά και κατά τούτο απεδείχθη σαφέστατα ότι δεν επρόκειτο δια καμμίαν από τας συνήθεις ανθρωπίνας ασθενείας, καθόσον τα όρνεα και τα τετράποδα, όσα τρώγουν τα ανθρώπινα πτώματα, μολονότι πολλοί νεκροί έμεναν άταφοι, ή δεν επλησίαζαν αυτούς, ή αν έτρωγαν από τα πτώματα, εψοφούσαν. Απόδειξις τούτου είναι η αναμφισβήτητος εξαφάνισις των ορνέων τούτων, τα οποία δεν έβλεπε κανείς ούτε πέριξ των πτωμάτων, ούτε αλλού πουθενά. Ενώ προκειμένου περί των σκύλων, το αποτέλεσμα ήτο ακόμη περισσότερον καταφανές, ως εκ του ότι συμβιούν με τους ανθρώπους.
51. Τοιούτος λοιπόν ήτο ο γενικός χαρακτήρ της ασθενείας, διότι παραλείπω πολλά άλλα ασυνήθη συμπτώματα, κατά τα οποία τα καθέκαστα κρούσματα διέφεραν τα μεν από τα δε. Και εφόσον διήρκει η νόσος, καμμία άλλη από τας συνήθεις ασθενείας δεν παρηνώχλει τους κατοίκους, εάν δε τυχόν παρουσιάζετο κανέν κρούσμα, απέληγεν εις αυτήν. Και άλλοι, μεν απέθνησκαν ένεκα ανεπαρκούς νοσηλείας, άλλοι όμως μολονότι υπεβάλλοντο εις επιμελεστάτην τοιαύτην. Αλλ' ουδέ και κανέν φάρμακον, δύναμαι σχεδόν να είπω, ευρέθη, του οποίου η χρήσις να είναι αποτελεσματική, διότι εκείνο που ωφελεί τον ένα, αυτό το ίδιον έβλαπτε τον άλλον, και καμμία ιδιοσυγκρασία, όπως απεδείχθη, δεν ήτο αρκετά ισχυρά δια να αντισταθή, ή αρκετά ασθενής, όπως αποφύγη την ασθένειαν, αλλά όλοι αδιακρίτως υπέκυπταν εις αυτήν, και εκείνοι ακόμη, που εθεραπεύοντο με πάσαν ιατρικήν επιμέλειαν. Και το φοβερώτερον εις όλην αυτήν την ασθένειαν ήτο όχι μόνον η αποθάρρυνσις των θυμάτων, όταν αντελαμβάνοντο ότι προσεβλήθησαν από την νόσον (διότι το πνεύμα των παρεδίδετο αμέσως εις απελπισίαν και εγκατέλειπαν εαυτούς εις την τύχην και δεν ανθίσταντο κατά της ασθενείας), αλλά και το γεγονός ότι νοσηλεύοντες ο εις τον άλλον, εμολύνοντο και απέθνησκαν ωσάν πρόβατα. Και τούτο προεκάλει τους περισσοτέρους θανάτους, διότι ή απέφευγαν εκ φόβου να επικοινωνούν προς αλλήλους και οι ασθενείς απέθνησκαν εγκαταλελειμμένοι, εις τρόπον ώστε πολλαί κατοικίαι ερημώθησαν δι' έλλειψιν νοσηλείας, είτε επικοινωνούσαν και απέθνησκαν εκ της μολύνσεως. Η τελευταία αυτή τύχη επεφυλάσσετο ιδίως εις τους οπωσδήποτε αντιποιουμένους ευγένειαν αισθημάτων, διότι, θεωρούντες τούτο καθήκον τιμής, επεσκέπτοντο τους φίλους των, αψηφούντες τον προσωπικόν κίνδυνον, ενώ αντιθέτως οι ίδιοι οι συγγενείς, καταβαλλόμενοι από το μέγεθος της συμφοράς, εβαρύνοντο επί τέλους και παρήτουν και αυτούς τους θρήνους υπέρ των αποθνησκόντων. Ακόμη όμως περισσότερον ευσπλαχνίζοντο τους θνήσκοντας και τους ασθενείς όσοι είχαν θεραπευθή από την νόσον διότι και εγνώριζαν αυτήν εξ ιδίας πείρας και ήσαν του λοιπού οι ίδιοι πλήρεις θάρρους, καθόσον η νόσος δεν προσέβαλλε δις τον ίδιον άνθρωπον, μετά κακής τουλάχιστον εκβάσεως. Και όχι μόνον εμακαρίζοντο αυτοί από τους άλλους, αλλά και οι ίδιοι, ένεκα της υπερβολής της παρούσης χαράς των, είχαν ως προς το μέλλον κάποιαν επιπολαίαν ελπίδα, ότι δεν θ' απέθνησκαν πλέον ούτε από άλλην ασθένειαν.
52. Αλλά την εκ της νόσου ταλαιπωρίαν επηύξησεν η συγκέντρωσις του πληθυσμού της υπαίθρου χώρας εντός της πόλεως. Οι νεωστί ιδίως εισελθόντες υπέφεραν περισσότερον. Διότι δια την έλλειψιν οικιών ηναγκάζοντο να ζουν εντός παραπηγμάτων πνιγηρών ως εκ του θέρους, και οι θάνατοι επήρχοντο εν τω μέσω μεγάλης αταξίας. Νεκροί έκειντο οι μεν επί των δε, και ημιθανείς εκυλίοντο εντός των δρόμων προς όλας τας κρήνας, ως εκ της ασβέστου δίψης, και οι ιεροί περίβολοι, εντός των οποίων είχαν κατασκηνώσει, ήσαν πλήρεις νεκρών, οι οποίοι απέθνησκαν εντός αυτών. Διότι επειδή το κακόν τους κατεβασάνιζεν, οι άνθρωποι, μη γνωρίζοντες ποίον θα είναι το τέλος των, ολιγώρως είχον προς πάντα θείον και ανθρώπινον νόμον. Ως εκ τούτου τα έθιμα, προς τα οποία συνεμορφώνοντο έως τότε, προκειμένου περί ενταφιασμού, κατεπατήθησαν όλα, και καθείς έθαπτε τους νεκρούς του όπως ημπορούσε. Πολλοί μάλιστα, ένεκα ελλείψεως των απαιτουμένων δια την ταφήν υλικών, λόγω του ότι πολλοί εκ της οικογενείας των είχαν ήδη προαποθάνει, προσέφευγαν εις μέσα ταφής βδελυρά. Διότι άλλοι μεν απέθεταν πρώτον τον ιδικόν των νεκρόν επί ξένης πυράς και την ήναπταν, προλαμβάνοντες εκείνους που την είχαν στήσει, άλλοι δε, ενώ νεκρός εκαίετο ήδη, έρριπταν επάνω εκείνον που έφεραν και έφευγαν.
53. Αλλ' η νόσος εισήγαγε προσέτι και άλλας χειροτέρας μορφάς ανομίας εις την πόλιν. Διότι πολλοί, οι οποίοι προηγουμένως απέκρυπταν την επίδοσίν των εις αθεμίτους ηδονάς, παρεδίδοντο ήδη εις αυτάς χωρίς καμμίαν επιφύλαξιν, καθόσον έβλεπαν πόσον αιφνίδια ήτο η μετάπτωσις, αφ' ενός μεν των πλουσίων, οι οποίοι εξαίφνης απέθνησκαν, αφ' ετέρου δε των τέως εντελώς απόρων, οι οποίοι εις μίαν στιγμήν υπεισήρχοντο εις τας περιουσίας εκείνων. Ως εκ τούτου, απεφάσιζαν να χαρούν την ζωήν των όσον ημπορούσαν ταχύτερον, επιδιδόμενοι εις τας απολαύσεις, διότι εθεώρουν και την ζωήν και τον πλούτον εξ ίσου εφήμερα. Και κανείς δεν ήτο διατεθειμένος να υποβάλλεται προκαταβολικώς εις ταλαιπωρίας προς επιδίωξιν σκοπού, τον οποίον ενόμιζεν ενάρετον, αφού εθεώρει αμφίβολον, αν θα επιζήση δια να πραγματοποιήση αυτόν, μόνον δε ό,τι παρείχεν άμεσον απόλαυσιν και ό,τι καθ' οιονδήποτε τρόπον ωδήγει εις τούτο κατήντησε να θεωρήται και ενάρετον και χρήσιμον. Αλλά φόβος των θεών ή νόμος των ανθρώπων κανείς δεν τους συνεκράτει, αφ' ενός μεν διότι βλέποντες ότι όλοι εξ ίσου απέθνησκαν, έκριναν ότι καμμία δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας, εξ άλλου δε, επειδή κανείς δεν επίστευεν ότι θα επιζήση, δια να δώση λόγον των εγκλημάτων του και τιμωρηθή δι' αυτά. Τουνοντίον, όλοι εθεώρουν ότι η ήδη κατεψηφισμένη κατ' αυτών και επί των κεφαλών των επικρεμαμένη τιμωρία ήτο πολύ βαρυτέρα, και ότι πριν επιπέση κατ' αυτών, εύλογον ήτο να χαρούν οπωσδήποτε την ζωήν των.
54. Εις τοιαύτην συμφοράν περιπεσόντες οι Αθηναίοι, εταλαιπορούντο, καθόσον και εντός της πόλεως η θνησιμότης ήτο μεγάλη και εκτός αυτής τα κτήματά των ερημώνοντο. Μερικοί μάλιστα κατά την διάρκειαν της δυστυχίας ενθυμήθησαν, όπως ητο φυσικόν, τον επόμενον στίχον, περί του οποίου οι πρεσβύτεροι απ' αυτούς εβεβαίωναν, ότι εψάλλετο εις παλαιοτέραν εποχήν: "θα έλθη δωρικός πόλεμος και λοιμός μαζί μ' αυτόν". Είναι αληθές ότι αντέτειναν μερικοί ότι ο παλαιός στίχος ωμιλούσε περί λιμού και όχι λοιμού, αλλ' επί του παρόντος επεκράτησε φυσικά η γνώμη ότι η λέξις, της οποίας είχε γίνη χρήσις εις το άσμα, ήτο λοιμός, καθόσον οι άνθρωποι εμνημόνευαν τον στίχον σύμφωνα με τα παθήματά των. Αλλ' εάν ποτέ επέλθη άλλος δωρικός πόλεμος μετά τον σημερινόν, και συμπέση να επέλθη λιμός, μου φαίνεται πιθανόν ότι τον στίχον θα ψάλλουν με την λέξιν αυτήν. Ενθυμήθησαν επίσης, όσοι τον εγνώριζαν και τον προς τους Λακεδαιμονίους χρησμόν, όταν εις ερώτησίν των προς τον θεόν, εάν πρέπη να πολεμήσουν, ούτος απήντησεν, ότι εάν διεξαγάγουν τον πόλεμον με όλας των τας δυνάμεις, θα νικήσουν, βεβαιών συνάμα ότι και αυτός θα τους βοηθήση. Όσον λοιπόν αφορά τον χρησμόν, τα τότε συμβαίνοντα εθεώρουν σύμφωνα με τας προβλέψεις του. Το βέβαιον είναι ότι η νόσος ήρχισεν ευθύς μετά την εισβολήν των Πελοποννησίων, και εις μεν την Πελοπόννησον δεν επεξετάθη, τουλάχιστον εις βαθμόν άξιον λόγου, αλλ' εθέρισε προ πάντων μεν τας Αθήνας, έπειτα δε και μερικούς πολυανθρωποτέρους συνοικισμούς. Τοιαύτη υπήρξεν η πορεία της νόσου.

Θουκυδίδης
Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου 
Μετάφραση Ελευθέριος Βενιζέλος

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020

Η Πανούκλα [απόσπασμα] - Albert Camus


- «Για φαντάσου» αναστέναξε βγαίνοντας ο επιθεωρητής, «σαν να μη μας έφταναν οι μπελάδες από τότε που γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον πυρετό...» Ρώτησε το γιατρό αν τα πράγματα είναι σοβαρά, κι ο Ριέ απάντησε πως δεν είχε ιδέα.
«Ο καιρός τα φταίει όλα» είπε συμπερασματικά ο επιθεωρητής.
Και σίγουρα έφταιγε ο καιρός. Καθώς η μέρα προχωρούσε, ο Ριέ ένιωθε τα χέρια του να κολλάνε, και με κάθε επίσκεψη, η ανησυχία του φούντωνε. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, στη μακρινή γειτονιά του γερο-Ισπανού, ένας γείτονας άρχισε να ξερνάει και να παραληρεί κρατώντας τα πλευρά του. Τα γάγγλιά του είχαν πρηστεί περισσότερο κι από του θυρωρού. Ένα απ’ αυτά άρχισε να τρέχει πύον, και σε λίγο έσκασε σαν σάπιο φρούτο. Μόλις γύρισε σπίτι του, ο Ριέ τηλεφώνησε στην αποθήκη φαρμακευτικών προϊόντων της περιοχής. Οι επαγγελματικές του σημειώσεις σχολιάζουν εκείνη τη μέρα μόνο με μια φράση: «Απάντηση αρνητική». Τον καλούσαν ήδη κι από αλλού για παρόμοιες περιπτώσεις. Έπρεπε να ανοίγει τα αποστήματα, ήταν προφανές. Δυο σταυρωτές νυστεριές, και τα γάγγλια άδειαζαν έναν πολτό ανάκατο με αίμα. Οι ασθενείς, κομματιασμένοι, ξεμάτωναν. Κηλίδες όμως εμφανίζονταν στην κοιλιά και στις γάμπες, κάποιο γάγγλιο έπαυε να τρέχει πύον, και σε λίγο ξαναπρηζόταν. Τις περισσότερες φορές, ο άρρωστος πέθαινε μέσα σε φριχτή αποφορά.
Ο Τύπος, τόσο φλύαρος άλλοτε με την υπόθεση των ποντικών, δεν έλεγε πια τίποτα, γιατί τα ποντίκια πεθαίνουν στους δρόμους και οι άνθρωποι κλεισμένοι στην κάμαρά τους. Κι οι εφημερίδες ασχολούνται μόνο μ’ αυτά που συμβαίνουν στο δρόμο. Οι δημοτικές αρχές όμως, μαζί με τη νομαρχία, είχαν αρχίσει τις έρευνες. Κανείς δεν είχε διανοηθεί να κινητοποιηθεί, όσο οι γιατροί αντιμετώπιζαν μεμονωμένα κρούσματα. Στο τέλος όμως, κάποιος έκανε την πρόσθεση. Και το άθροισμα ήταν συγκλονιστικό. Μέσα σε λίγες μέρες οι θάνατοι πολλαπλασιάστηκαν τόσο, που όσοι ασχολούνταν με τη μυστηριώδη αρρώστια, κατάλαβαν πως είχαν να κάνουν με σωστή επιδημία. Εκείνη τη στιγμή διάλεξε ο Καστέλ, ένας συνάδελφος του Ριέ, πολύ μεγαλύτερος του στα χρόνια, για να τον επισκεφθεί.
«Φυσικά, ξέρετε περί τίνος πρόκειται» του είπε.
«Περιμένω τα αποτελέσματα των αναλύσεων».
«Εγώ όμως ξέρω, και δε χρειάζομαι αναλύσεις. Ένα μέρος της σταδιοδρομίας μου, το έκανα στην Κίνα, και έχω δει παρόμοιες περιπτώσεις και στο Παρίσι, είκοσι χρόνια πριν. Προς το παρόν, κανένας δεν τολμά να δώσει ένα όνομα. Η κοινή γνώμη είναι ιερή: όχι ακρότητες, προπαντός όχι ακρότητες. Κι έπειτα, όπως λέει κάποιος συνάδελφος, αποκλείεται, όλος ο κόσμος το ξέρει πως έχει εκλείψει πια από τη Δύση. Ναι, όλος ο κόσμος το ξέρει, εκτός από τους νεκρούς. Ελάτε, Ριέ, ξέρετε καλά τι είναι, όπως το ξέρω κι εγώ».
Ο Ριέ το σκέφτηκε. Από το παράθυρο του γραφείου του έβλεπε τα βράχια που έκλειναν την πρόσβαση στον κόλπο. Ο ουρανός ήταν γαλανός, αλλά είχε μια μουντή λάμψη που γλύκαινε καθώς έπεφτε το δειλινό.
«Ναι» είπε, «και δεν μπορώ να το πιστέψω. Απ' ό,τι φαίνεται όμως, είναι πανούκλα».
Ο Καστέλ σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα.
«Ξέρετε τι θα μας απαντήσουν;» είπε ο ηλικιωμένος γιατρός. «Πως έχει εκλείψει εδώ και χρόνια από τις εύκρατες χώρες».
«Τι θα πει “έχει εκλείψει;”» απάντησε ο Ριέ ανασηκώνοντας τους ώμους του.
«Μην ξεχνάτε; ακόμα και στο Παρίσι, εδώ και είκοσι χρόνια».
«Σωστά. Ας ελπίσουμε πως τα πράγματα δε θα ’ναι πιο σοβαρά σήμερα. Πάντως, είναι απίστευτο»

Η λέξη «πανούκλα» είχε προφερθεί για πρώτη φορά. Στο σημείο αυτό, έχοντας αφήσει τον Μπερνάρ Ριέ μπροστά στο παράθυρό του, ας επιτρέψουμε στον αφηγητή να δικαιολογήσει την αβεβαιότητα και την έκπληξη του γιατρού, γιατί οι αντίδρασή του, αν εξαιρέσουμε κάποιες μικρές αποκλίσεις, υπήρξε πανομοιότυπη με των περισσότερων συμπολιτών μας. Οι συμφορές δεν είναι βέβαια ασυνήθιστες, όμως κανείς δεν τις πιστεύει, ώσπου να του πέσουν στο κεφάλι. Και στον κόσμο υπάρχουν και επιδημίες και πόλεμοι, που βρίσκουν πάντα απροετοίμαστους τους ανθρώπους. Ο δόκτωρ Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας, γι' αυτό πρέπει να καταλάβουμε το δισταγμό του. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να νοηθεί και η αμφιταλάντευση των ανθρώπων ανάμεσα στην ανησυχία και στη σιγουριά. Όταν ξεσπά κάποιος πόλεμος, ο κόσμος λέει: «Δεν πρόκειται να κρατήσει πολύ, είναι μεγάλη βλακεία». Και αναμφίβολα, κάθε πόλεμος είναι μεγάλη βλακεία. αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να διαρκεί. Η βλακεία είναι ανθεκτική, κι αυτό μπορεί να το καταλάβει όποιος δε σκέφτεται πάντα και μόνο τον εαυτό του. Και ως προς τούτο, οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν μόνο τον εαυτό τους, μ’ άλλα λόγια, ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις συμφορές. Η συμφορά δεν έχει ποτέ ανθρώπινα μέτρα, γι' αυτό λέμε πάντα πως η συμφορά είναι εξωπραγματική, ένα κακό όνειρο που θα περάσει.
Δεν περνά όμως πάντοτε, και μόνο οι άνθρωποι περνούν, από εφιάλτη σε εφιάλτη, και πρώτοι απ' όλους οι ανθρωπιστές, επειδή δεν είχαν λάβει προληπτικά μέτρα. Οι συμπολίτες μας δεν έφταιγαν περισσότερο απ' όλους τους άλλους, απλώς ξεχνούσαν τι θα πει μετριοφροσύνη, νόμιζαν ότι έχουν την κατάσταση στα χέρια τους,' και πως οι συμφορές είναι απίθανες. Έτσι, εξακολούθησαν να κυνηγούν τις «υποθέσεις» τους, να ετοιμάζονται για ταξίδια, να έχουν απόψεις. Πώς να σκεφτούν μια πανούκλα που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Πίστευαν πως ήταν ελεύθεροι, όμως ποτέ κανείς δε θα ’ναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν συμφορές.
Παρόλο που, λίγο πριν, ο δόκτωρ Ριέ είχε παραδεχτεί μπροστά στο φίλο του πως μερικοί ασθενείς, διάσπαρτοι στην πόλη, είχαν πεθάνει ξαφνικά από πανούκλα, ο κίνδυνος εξακολουθούσε να του φαίνεται εξωπραγματικός. Γιατί απλούστατα, όταν είσαι γιατρός, έχεις μια ιδέα για τον πόνο, και λίγο περισσότερη φαντασία. Κοιτώντας τώρα απ’ το παράθυρο την πόλη του, που δεν είχε αλλάξει, ο γιατρός δεν ένιωσε να γεννιέται μέσα του εκείνο το ελαφρά αποκαρδιωτικό συναίσθημα απέναντι στο μέλλον, που λέγεται ανησυχία. Προσπαθούσε μόνο να συμμαζέψει μέσα στο νου του όσα γνώριζε γι’ αυτή την ασθένεια. Αριθμοί αιωρούνταν στη μνήμη του, και οι αριθμοί έλεγαν πως οι τριάντα μεγάλες επιδημίες πανούκλας στην ιστορία είχαν ξεκάνει σχεδόν εκατό εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά τι θα πει εκατό εκατομμύρια νεκροί; Όταν κάνεις πόλεμο, είναι ζήτημα αν ξέρεις τι θα πει έστω κι ένας νεκρός. Και καθώς ένας νεκρός άνθρωπος δε βαραίνει καθόλου, εκτός κι αν τον έχεις δει νεκρό, εκατό εκατομμύρια νεκροί, σπαρμένοι στο διάβα της ιστορίας, δεν είναι παρά ένας καπνός μέσα στη φαντασία. Ο γιατρός θυμήθηκε την πανούκλα στην Κωνσταντινούπολη· σύμφωνα με τον Προκόπιο, μέσα σε μια μέρα μόνο είχε δέκα χιλιάδες θύματα. Δέκα χιλιάδες νεκροί είναι το κοινό ενός μεγάλου κινηματογράφου επί πέντε. Λοιπόν, έπρεπε να μαζέψουν κόσμο από την είσοδο πέντε κινηματογράφων, να τον συγκεντρώσουν σε μια πλατεία της πόλης και να τον δολοφονήσουν, για να φανεί καθαρά. Τουλάχιστον θα μπορούσαν να βάλουν και γνωστά πρόσωπα πάνω σ’ αυτό τον ανώνυμο σωρό. Βέβαια, αυτά τα πράγματα δε γίνονται, κι έπειτα, ποιος γνωρίζει δέκα χιλιάδες πρόσωπα; Χώρια που άνθρωποι σαν τον Προκόπιο δεν ήξεραν καλά καλά να μετρούν, είναι γνωστό. Στην Καντόνα, πριν από εβδομήντα χρόνια, σαράντα εκατομμύρια ποντικοί πέθαναν απ' την πανούκλα πριν αρχίσουν να μολύνονται οι κάτοικοι. Όμως το 1871 δεν είχαν τρόπο να μετρούν τα ποντίκια. Οι λογαριασμοί γίνονταν κατά προσέγγιση, χοντρικά, με προφανείς πιθανότητες λάθους. Και πάλι όμως, αν κάθε ποντικός έχει μήκος τριάντα πόντους, σαράντα εκατομμύρια ποντικοί βαλμένοι στη σειρά, Θα έκαναν...
Ο γιατρός άρχισε να εκνευρίζεται. Οι σκέψεις του τον πήγαιναν μακριά, κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Μερικά μεμονωμένα κρούσματα δεν αποτελούν επιδημία, φτάνει να ληφθούν προληπτικά μέτρα. Έπρεπε να αρκεστούν στα όσα γνώριζαν, το λήθαργο, την κατάπτωση, τα κόκκινα μάτια, τα σκασμένα χείλη, τους πονοκεφάλους, τους βουβώνες, την τρομερή δίψα, το παραλήρημα, τις κηλίδες στο σώμα, την εσωτερική κατάρρευση, και τέλος... Και τέλος, έπειτα απ' όλα αυτά, μια φράση ξανάρθε στο νου του, μια φράση που έκλεινε στο εγχειρίδιο την απαρίθμηση των συμπτωμάτων: «Ο σφυγμός καθίσταται νηματοειδής και ο θάνατος επέρχεται έστω και με μιαν ασήμαντη κίνηση». Ναι, έπειτα απ’ όλα αυτά, η ζωή σου κρεμόταν από μια κλωστή, και τα τρία τέταρτα των ανθρώπων, σωστά, τα τρία τέταρτα, θα 'ταν αρκετά ανυπόμονα για να μην κάνουν την ανεπαίσθητη κίνηση που θα τα αποτελείωνε.
Ο γιατρός κοιτούσε ακόμη απ’ το παράθυρο. Απ’ τη μια πλευρά του γυαλιού ήταν ο καθαρός ανοιξιάτικος ουρανός, κι απ’ την άλλη πλευρά η λέξη που αντηχούσε ακόμη στο δωμάτιο: πανούκλα. Η λέξη δεν περιείχε μόνο όσα της είχε φορτώσει η επιστήμη, μα κι ένα σωρό απίστευτες εικόνες, που δεν ταίριαζαν καθόλου με τούτη την κιτρινόγκριζη πόλη, που η ζωντάνια της κατάπεφτε αυτή την ώρα, πολύβουη μάλλον παρά πολυθόρυβη, ευτυχισμένη σε γενικές γραμμές, αν η ευτυχία μπορεί να συμβαδίζει με το πένθος. Και μια τόσο ειρηνική ησυχία, τόσο αδιάφορη, διέλυσε μεμιάς, χωρίς προσπάθεια, τις παλιές εικόνες της συμφοράς, την πανουκλιασμένη Αθήνα που την εγκατέλειψαν τα πουλιά, τις κινέζικες πόλεις πλημμυρισμένες σιωπηλούς ετοιμοθάνατους, τους βαρυποινίτες της Μασσαλίας να στοιβάζουν αποσυντεθειμένα πτώματα μέσα σε λάκκους, την κατασκευή του πελώριου τείχους στην Προβηγγία, για να κόψει το μανιασμένο άνεμο της πανούκλας, τη Γιάφα με τους απαίσιους ζητιάνους, τα υγρά και λερά κρεβάτια κολλημένα στο πατημένο χώμα μέσα στο σπιτάλι της Κωνσταντινούπολης, τους άρρωστους που τους έπιαναν με τις μασιές, το καρναβάλι με τους μασκαράδες γιατρούς την εποχή του Μαύρου Θανάτου, τα ζευγαρώματα των ζωντανών μέσα στα κοιμητήρια του Μιλάνου, τα κάρα με τους νεκρούς μέσα στο πανικόβλητο Λονδίνο, μέρες και νύχτες παντού και πάντοτε γεμάτες απ’ την ατέλειωτη κραυγή αυτών των ανθρώπων. Όχι, όλα τούτα δεν ήταν ακόμη αρκετά ισχυρά για να συντρίψουν τη γαλήνη αυτής της μέρας. Από την άλλη μεριά του παραθύρου αντήχησε ξάφνου το καμπανάκι ενός αόρατου τραμ, διαψεύδοντας την ίδια στιγμή την αγριότητα και τον πόνο. Και μοναχά η θάλασσα, στο βάθος, πίσω απ’ το θολό μωσαϊκό των σπιτιών, μαρτυρούσε το αιώνια ανήσυχο, που δε βρίσκει ποτέ ησυχία μέσα στον κόσμο. Κι ο δόκτωρ Ριέ, κοιτάζοντας τον κόλπο, σκεφτόταν τις πυρές του Λουκρήτιου, τις φωτιές που άναβαν μπροστά στη θάλασσα οι Αθηναίοι όταν τους βρήκε το κακό. Εκεί κουβαλούσαν τους νεκρούς τη νύχτα, όμως ο χώρος ήταν λιγοστός, κι οι ζωντανοί δέρνονταν με αναμμένους δαυλούς για να βρουν θέση για τους αγαπημένους τους, αποφασισμένοι για μάχη και αίμα, παρά να εγκαταλείψουν τα πτώματα των δικών τους. Φανταζόταν τις πυρές που κοκκίνιζαν μπροστά στα ήρεμα, σκοτεινά νερά, τις μάχες με τους αναμμένους δαυλούς μέσα σε μια νύχτα που πυρπολούνταν από σπίθες, τους πυκνούς, φαρμακερούς καπνούς που ανέβαιναν σ’ έναν ουρανό γεμάτο αναμονή. Και θα μπορούσε να φοβηθεί...
Όμως αυτός ο ίλιγγος δεν μπορούσε να σταθεί μπροστά στη λογική. Είναι αλήθεια πως είχε προφερθεί η λέξη «πανούκλα», είναι αλήθεια πως εκείνη τη στιγμή η συμφορά βασάνιζε κι έριχνε κάτω ένα δυο θύματα. Μπορεί όμως και να σταματούσε εκεί. Το μόνο που χρειαζόταν, ήταν να παραδεχτούν καθαρά αυτό που έπρεπε να γίνει αποδεκτό, να διώξουν επιτέλους τις άχρηστες σκιές, να πάρουν τα απαιτούμενα μέτρα. Κι έπειτα η πανούκλα θα σταματούσε, γιατί η πανούκλα είναι αδιανόητη, ή πλάσμα της φαντασίας. Κι αν σταματούσε, όπως ήταν το πιθανότερο, όλα θα πήγαιναν καλά. Στην αντίθετη περίπτωση, θα ήξεραν περί τίνος πρόκειται, κι αν δεν πρόφταιναν να την αντιμετωπίσουν προκαταβολικά, θα την αντιμετώπιζαν εκ των υστέρων.
Ο γιατρός άνοιξε το παράθυρο κι ο θόρυβος της πόλης μεμιάς δυνάμωσε. Από κάποιο γειτονικό μαραγκούδικο ανέβαινε ο κοφτός, επαναληπτικός ήχος ενός μηχανικού πριονιού. Ο Ριέ ανατρίχιασε. Εκεί βρισκόταν η βεβαιότητα, μέσα στη δουλειά της κάθε μέρας. Όλα τ’ άλλα κρέμονταν από νήματα, από ασήμαντες κινήσεις, δεν μπορούσες να τα σταματήσεις. Το ουσιώδες ήταν να κάνεις καλά τη δουλειά σου.


Albert Camus
Η Πανούκλα
Μετάφραση Αγγελική Τατάνη
Εκδόσεις Γράμματα 1990

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2020

Η Δευτέρα Παρουσία [απόσπασμα] - Rainer Maria Rilke


Όπως λουόμενοι απ' το λουτρό, έτσι όλοι
απ' το σαθρό τους μνήμα θα εγερθούν,
πιστεύουν βλέπεις σε μια δεύτερη ζωή
κι είναι η πίστη τους ανήλεη, και φρικτή.
Μίλα σιγά, Θεέ ! Να μη νομίσουν
ότι η σάλπιγγα της Βασιλείας σου καλεί·
τρυπάει ο ήχος της κατάβαθα τη γη:
κι όλοι οι καιροί απ' την πέτρα θα ξυπνήσουν,
όλοι οι χαμένοι θα φανερωθούν,
μ' ένα κουρέλι από το σάβανο ντυμένοι,
κάτω απ' το βάρος της ταφόπλακας σκυφτοί.
Θα είναι αλλόκοτος αυτός ο γυρισμός
σε μια τόσο αλλόκοτη πατρίδα·
κι αυτοί που δεν σε πρόλαβαν ακόμη, με κραυγή
από τη δόξα σου μερίδιο θ' απαιτήσουν·
από τον Άρτο και τον Οίνο μια μερίδα.
Ω παντεπόπτη, τη γνωρίζεις την εικόνα
που μες στον ζόφο μου ριγώντας πλάθω.
Όλα από σε πηγάζουν, για Όλα εσύ 'σαι η θύρα —
το Παν μες στη μορφή σου υπήρχε ήδη
προτού να γίνει η δική μας μοίρα.

Ξέρεις της έσχατης της Κρίσης την εικόνα:
Είναι πρωί, όμως μ' ένα φως
που ουδέποτε έπλασε η μεστή σου αγάπη,
είναι ένας ψίθυρος, ένας αχός
που όμως δεν βγαίνει απ' τη δική σου τη φωνή,
είναι ένα ρίγος, μα όχι εμπρός στη θεία σου Δίκη,
έξω απ' τη θεία ισορροπία ένας σεισμός,
μια χλαλοή υπόκωφη, ένας γδούπος
ένας στα δώματα τα πέτρινα τριγμός,
είναι των άπληστων, των άσωτων η νίκη,
των χαύνων η αδειανή ματιά, των στείρων ο σπασμός,
είναι ένα ξύπνημα σβησμένων ηδονών,
ξεθυμασμένων τέρψεων η νέα η γέννα.
Και από ναούς επάνω σαν πληγή ανοιχτούς
μαύρα πουλιά πετούν δαιμονισμένα,
πλάσματα όχι των δικών σου των χεριών.
Οι προ αιώνων κοιμηθέντες πολεμούν,
και αγωνίζονται με τα γυμνά τους δόντια
κι ανατριχιάζουνε που δεν αιμορραγούν,
κι εκεί, στις κόχες των ματιών, ζητούν να βρουν
τα δάκρυά τους που ο καιρός έχει σκοτώσει.
Και αποκάνουν. Τους χαμογελά λίγο η αυγή
κι αμέσως δύση ζοφερή τους έχει ζώσει.
Και ωχριούν, και δεν μιλούν, και καρτερούν
με νέα ορμή να αναστηθούν ξανά,
όταν η οργή σου σαν σταγόνα σκοτεινή
τον διάφανο οίνο της αγάπης σου θολώσει,
εμπρός σε σένα, τον Κριτή τους, να βρεθούν.
Κι εκεί μπροστά, μετά την κοσμοχαλασιά,
μια τρομερή σιωπή πελώρια ξεκινά.

Rainer Maria Rilke
Η Δευτέρα Παρουσία 
Από το Σημειωματάριο ενός μοναχού
Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης
Εκδόσεις Κίχλη 2011

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2020

Σύμβολα και Πολιτισμοί – Mircea Eliade


Συναρπαστική είναι η μελέτη της ιστορίας ενός συμβολισμού, αλλά και πλήρως δικαιολογημένη, αφού αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή σ’ ό,τι ονομάστηκε φιλοσοφία της κουλτούρας. Οι Εικόνες, τα αρχέτυπα, τα σύμβολα έχουν με διαφορετικούς τρόπους βιωθεί και αξιοποιηθεί απ’ αυτές τις πολλαπλές επανενεργοποιήσεις έχει προέλθει ο ρυθμός, το ύφος έκφρασης της μιας ή της άλλης κουλτούρας. Στο Σεράμ, στα νησιά Μολούκες και στην Ελευσίνα, βρίσκουμε τις μυθικές περιπέτειες μιας αρχέγονης νέας κοπέλας: της Χαινουγουέλε και της Κόρης Περσεφόνης. Από την άποψη της δομής οι μύθοι μοιάζουν. Αλλά πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην ελληνική και τη σεραμική κουλτούρα! Η μορφολογία της κουλτούρας και η φιλοσοφία του ύφους έκφρασης θα ενδιαφερθούν προπαντός για την ιδιαίτερη μορφή που πήρε η Εικόνα της Νέας στην Ελλάδα και στις Μολούκες. Όμως οι δύο αυτές κουλτούρες, μ’ όλο που δεν υπάρχει περίπτωση ανταλλαγών ανάμεσά τους, αφού σαν ιστορικοί σχηματισμοί έχουν πια συγκροτηθεί με το δικό της καθεμιά ύφος έκφρασης, είναι δυνατόν να συγκριθούν στο επίπεδο των Εικόνων και των συμβόλων. Αυτή ακριβώς η αιωνιότητα και η παγκοσμιότητα «σώζουν» τελικά τις κουλτούρες, μα καθιστούν κιόλας εφικτή μια φιλοσοφία της κουλτούρας που να είναι κάτι περισσότερο από απλή μορφολογία ή ιστορία των ρυθμών έκφρασης.
Κάθε κουλτούρα είναι ένα «συμβάν μες στην ιστορία». Και γι’ αυτό έχει τα όριά της. Ας μη γελαστούμε απ’ την ασύγκριτη ομορφιά, την ευγένεια και την τελειότητα της ελληνικής κουλτούρας. Ούτε αυτή έχει παγκόσμιο κύρος σαν ιστορικό φαινόμενο. Δοκιμάστε, για παράδειγμα, να αποκαλύψετε την ελληνική κουλτούρα σ’ έναν Αφρικανό ή σ’ έναν Ινδονήσιο. Το μήνυμα δε θα τους το μεταβιβάσει η θαυμαστή, ελληνική έντεχνη έκφραση, ο ελληνικός «ρυθμός», μα οι Εικόνες που εκείνοι θα τις βρουν και στα αγάλματα και στα αριστουργήματα της ελληνικής κλασικής λογοτεχνίας. Ό,τι για έναν Δυτικό είναι ωραίο και αληθινό στις ιστορικές εκδηλώσεις της αρχαίας κουλτούρας, δεν έχει αξία για έναν ιθαγενή της Ωκεανίας. Γιατί κάθε κουλτούρα, αφού εκδηλώθηκε με δομές και ρυθμούς έκφρασης προσδιορισμένους από τις ιστορικές συνθήκες, έχει οριοθετηθεί. Ενώ οι Εικόνες, που προηγούνται απ’ τις κουλτούρες και τις μορφοποιούν, μένουν πάντα ζωντανές και καθολικά αποδεκτές. Ένας Ευρωπαίος δύσκολα θα δεχτεί πως η γενικά ανθρώπινη πνευματική αξία και το βαθύ μήνυμα ενός ελληνικού αριστουργήματος, όπως της Αφροδίτης της Μήλου, για παράδειγμα, δεν εδρεύει, για τα τρία τέταρτα της ανθρωπότητας, στη μορφική τελειότητα του αγάλματος, αλλά στην Εικόνα της Γυναίκας που αποκαλύπτει. Μολαταύτα, αν δεν καταφέρουμε να συνειδητοποιήσουμε αυτήν την απλή αλήθεια, δεν υπάρχει καμιά ελπίδα για ένα χρήσιμο διάλογο με κάποιο μη-Ευρωπαίο.
Μ’ ένα λόγο, η παρουσία των Εικόνων και των συμβόλων διατηρεί «ανοιχτές» τις κουλτούρες, σε οποιαδήποτε κουλτούρα, είτε αυστραλιανή είτε αθηναϊκή, οι οριακές καταστάσεις του ανθρώπου έχουν τέλεια εκφραστεί χάρη στα σύμβολα, που αποτελούν το έρεισμά της. Αν παραμεληθεί αυτό το μοναδικό, πνευματικό θεμέλιο των διαφόρων πολιτισμικών ρυθμών έκφρασης, η φιλοσοφία της κουλτούρας θα καταδικαστεί να μείνει μια μορφολογική και ιστορική μελέτη, χωρίς καμιά αξία για την καθαυτό ανθρώπινη κατάσταση. Αν οι Εικόνες δεν ήταν συγχρόνως και ένα «άνοιγμα» προς την υπέρβαση, θα ασφυκτιούσαμε τελικά μέσα σ’ οποιαδήποτε κουλτούρα, όσο μεγάλη και θαυμαστή κι αν τη φανταστούμε. Ξεκινώντας από κάθε πνευματική δημιουργία υφολογικά και ιστορικά προσδιορισμένη απ’ τις συνθήκες, μπορούμε να φτάσουμε στο αρχέτυπο: η Κόρη Περσεφόνη και η Χαινουγουέλε, μας αποκαλύπτουν την ίδια δραματική, μα γόνιμη μοίρα της Νέας Γυναίκας.
Οι Εικόνες αποτελούν «ανοίγματα» προς έναν κόσμο διιστορικό. Και δεν είναι ασήμαντο αυτό: χάρη στις Εικόνες μπορούν και επικοινωνούν οι διάφορες «ιστορίες». Πολύς λόγος έγινε για την ενοποίηση της Ευρώπης από το χριστιανισμό στο μεσαίωνα. Αυτό αληθεύει κυρίως, αν ληφθεί υπόψη η αμοιβαία προσέγγιση των λαϊκοθρησκευτικών παραδόσεων. Η αναγωγή σε «κοινό παρανομαστή» των τοπικών λατρειών – απ’ τη Θράκη ως τη Σκανδιναβία κι απ’ τον Τάγο μέχρι τον Δνείπερο – πραγματοποιήθηκε με την αγιογραφία. Οι θεοί και οι τόποι λατρείας σ’ όλη την Ευρώπη, εξαιτίας του εκχριστιανισμού τους, όχι μόνο πήραν κοινά ονόματα, μα ξαναβρήκαν ως ένα σημείο τα ιδιαίτερά τους αρχέτυπα και κατά συνέπεια την παγκόσμια ισχύ τους: μια πηγή στη Γαλατία, που απ’ τους προϊστορικούς χρόνους είχε θεωρηθεί ιερή από την παρουσία κάποιας θεότητας τοπικής ή επαρχιακής, αναγνωρίστηκε σαν ιερή από ολόκληρη τη χριστιανοσύνη μετά την αφιέρωσή της στην Παρθένο Μαρία. Όλοι οι δρακοντοκτόνοι εξομοιώθηκαν με τον Άγιο Γεώργιο ή με άλλο χριστιανό ήρωα κι όλοι οι θεοί της θύελλας με τον Προφήτη Ηλία. Η λαϊκή μυθολογία από περιφερειακή και επαρχιώτικη έγινε οικουμενική. Σημαντικό εκπολιτιστικό ρόλο απόκτησε ο χριστιανισμός κυρίως με τη δημιουργία κοινής μυθολογικής γλώσσας για τους πληθυσμούς, που όντας δεσμευμένοι με τη γη τους κινδύνευαν περισσότερο να απομονωθούν βυθισμένοι στις προγονικές τους παραδόσεις. Γιατί, όχι μόνο εξάγνισε την αρχαία, ευρωπαϊκή θρησκευτική κληρονομιά εκχριστιανίζοντάς την, αλλά βοήθησε να περάσουν στην νέα πνευματική φάση της ανθρωπότητας όλα, όσα άξιζαν να «σωθούν» απ’ τις παλιές πρακτικές, δοξασίες και ελπίδες του προχριστιανικού ανθρώπου. Σήμερα στο λαϊκό χριστιανισμό επιβιώνουν ιεροτελεστίες και δοξασίες της νεολιθικής περίοδου: όπως το βραστό στάρι προς τιμήν των νεκρών (η coliva [κόλυβα] της ανατολής Ευρώπης και του Αιγαίου). Ο εκχριστιανισμός των λαϊκών στρωμάτων στην Ευρώπη πραγματοποιήθηκε προπαντός στις Εικόνες: τις ξανάβρισκαν παντού, δε χρειαζόταν παρά να τις αξιολογήσουν πάλι, να τις αποκαταστήσουν και να τους δώσουν καινούρια ονόματα.
Ας μη φτάσει κανείς στο σημείο να ελπίσει πως ανάλογο φαινόμενο θα ξαναγίνει αύριο κιόλας σ’ ολόκληρο τον πλανήτη. Αντίθετα, σαν αντίκτυπος από την είσοδο των εξωτικών λαών στην ιστορία, θα εμφανιστεί παντού αύξηση του κύρους της αυτόχθονης θρησκείας. Όπως είπαμε, η Δύση πιέζεται σκληρά σήμερα για ένα διάλογο με τις άλλες κουλτούρες, τις «εξωτικές» και «πρωτόγονες». Θα είναι λυπηρό να τον αρχίσει χωρίς να έχει καθόλου διδαχτεί απ’ όλες τις αποκαλύψεις που παρέχει η μελέτη των συμβολισμών.


Mircea Eliade
Εικόνες και Σύμβολα
Δοκίμια στον μαγικό-θρησκευτικό συμβολισμό
Μετάφραση Άγγελος Νίκας
Εκδόσεις Αρσενίδη 1994

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Τα Ρωμαϊκά Σατουρνάλια – Sir James George Frazer


...Είδαμε ότι πολλοί λαοί έχουν κάθε χρόνο μια περίοδο ελευθερίας, όπου οι συνηθισμένοι νομικοί και ηθικοί περιορισμοί παραμερίζονται, όπου ολόκληρος ο πληθυσμός παραδίνεται σε υπερβολική ευθυμία και χαρά και όπου τα πιο σκοτεινά πάθη βρίσκουν μια διέξοδο, η οποία ποτέ δεν θα τους δινόταν μέσα στην πιο σοβαρή και ήρεμη πορεία της καθημερινής ζωής. Τέτοιες εκρήξεις των συγκρατημένων δυνάμεων της ανθρώπινης φύσης, πολύ συχνά εκφυλισμένων σε άγρια όργια ακολασίας κι εγκληματικότητας, συμβαίνουν συνήθως κατά το τέλος του χρόνου και πολλές φορές συνδέονται, όπως είχα την ευκαιρία να δείξω, με τη μια ή την άλλη γεωργική εποχή, κυρίως όμως με την περίοδο της σποράς ή της συγκομιδής. Τώρα, από όλες αυτές τις περιόδους ελευθερίας, εκείνη η οποία είναι πιο γνωστή και η οποία στη σύγχρονη γλώσσα έδωσε το όνομά της στις υπόλοιπες, είναι τα Σατουρνάλια. Αυτή η περίφημη γιορτή έπεφτε το Δεκέμβριο, τον τελευταίο μήνα του ρωμαϊκού έτους, και υποτίθεται ότι σ’ αυτήν γιορταζόταν με δημοφιλή τρόπο η χαρούμενη βασιλεία του Κρόνου, του θεού της σποράς και της γεωργίας, που είχε ζήσει στη γη προ πολλού ως δίκαιος και αγαθοεργός βασιλιάς της Ιταλίας. Αυτός συγκέντρωσε τους άξεστους και διασκορπισμένους στα βουνά κατοίκους, τους δίδαξε να καλλιεργούν τη γη, τους έδωσε νόμους και κυβέρνησε ειρηνικά. Η βασιλεία του ήταν η θρυλική Χρυσή Εποχή: η γη γεννούσε άφθονα αγαθά. Κανένας ήχος πολέμου ή διχόνοιας δεν τάραζε τον ευτυχισμένο κόσμο. Καμιά ολέθρια αγάπη για το χρήμα δε δηλητηρίαζε το αίμα των εργατικών κι ευχαριστημένων χωρικών. Η δουλεία και η ιδιοκτησία ήταν το ίδιο άγνωστες. Όλοι οι άνθρωποι είχαν από κοινού όλα τα αγαθά. Στο τέλος, ο καλός θεός, ο ευγενής βασιλιάς, χάθηκε ξαφνικά, αλλά η μνήμη του διατηρήθηκε διαμέσου των αιώνων. Προς τιμήν του υψώθηκαν ιερά, και πολλοί λόφοι και υψώματα στην Ιταλία είχαν το όνομά του. Η λαμπρή, όμως, παράδοση της βασιλείας του αμαυρώθηκε από μια σκοτεινή σκιά: λένε ότι οι βωμοί του είχαν λεκιαστεί από το αίμα ανθρώπινων θυμάτων, τα οποία αργότερα μια πιο σπλαχνική εποχή αντικατέστησε με ομοιώματα. Γι’ αυτή τη σκοτεινή πλευρά της θρησκείας του θεού υπάρχουν λίγα ή μάλλον καθόλου ίχνη στις περιγραφές που μας άφησαν οι αρχαίοι συγγραφείς για τα Σατουρνάλια. Το γλέντι και η κραιπάλη και όλες οι τρελές αναζητήσεις ηδονής είναι τα χαρακτηριστικά που φαίνονται ότι είχαν κυρίως σημαδέψει αυτό το καρναβάλι της αρχαιότητας, καθώς συνεχιζόταν για εφτά μέρες στους δρόμους, στις δημόσιες πλατείες και στα σπίτια της αρχαίας Ρώμης, από τις δεκαεφτά μέχρι τις είκοσι τρεις Δεκεμβρίου.
Αλλά κανένα χαρακτηριστικό του εορτασμού δεν είναι τόσο αξιοσημείωτο, τίποτε σ’ αυτό δε φαίνεται να εντυπωσίαζε τους αρχαίους περισσότερο από τα προνόμια που δίνονταν στους σκλάβους εκείνες τις ημέρες. Η διάκριση ανάμεσα στις τάξεις των ελεύθερων και των δούλων καταργούνταν προσωρινά. Ο σκλάβος μπορούσε να βρίζει τον κύριό του, να μεθά, όπως οι ανώτεροί του, να κάθεται στο τραπέζι μαζί τους, χωρίς καμιά επίπληξη για τη διαγωγή του, για την οποία σε οποιαδήποτε άλλη εποχή θα μπορούσε να τιμωρηθεί με μαστίγωμα, φυλάκιση ή θάνατο. Ακόμη περισσότερο, οι αφέντες άλλαζαν πραγματικά θέση με τους σκλάβους τους και τους σέρβιραν στο τραπέζι και μόνο όταν ο δουλοπάροικος τέλειωνε το φαγητό και το ποτό, καθαριζόταν το τραπέζι και τοποθετούνταν το γεύμα για τον κύριό του. Αυτή η αντιστροφή των κοινωνικών τάξεων έφτανε σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε οικογένεια γινόταν για λίγο καιρό μια πλαστή δημοκρατία, στην οποία τα υψηλά αξιώματα της πολιτείας έπαιρναν οι σκλάβοι, που έδιναν τις διαταγές τους και απένειμαν δικαιοσύνη σαν να είχαν στην πραγματικότητα όλη την τιμή της υπατείας, της πραιτωρίας και της δικαστικής αρχής. Σαν την ωχρή αντανάκλαση δύναμης που δινόταν στους δούλους κατά τα Σατουρνάλια, ήταν και η ψεύτικη βασιλεία, για την οποία οι ελεύθεροι έριχναν κλήρο κατά την ίδια εποχή. Το άτομο στο οποίο έπεφτε ο κλήρος, χαιρόταν τον τίτλο του βασιλιά κι έβγαζε διαταγές, εύθυμου και κωμικού χαρακτήρα, προς τους προσωρινούς υπηκόους του. Έναν από αυτούς μπορούσε να τον διατάξει ν’ ανακατέψει το κρασί, άλλον να πιει, άλλον να τραγουδήσει, άλλον να χορέψει, άλλον να μιλήσει με περιφρόνηση για τον εαυτό του και άλλον να μεταφέρει στην πλάτη του, γύρω από το σπίτι, μια αυλητρίδα.
Τώρα, όταν θυμηθούμε ότι η ελευθερία που δινόταν στους σκλάβους, κατά την εορταστική αυτή περίοδο, υποτίθεται ότι ήταν μίμηση της κατάστασης της κοινωνίας την εποχή του Κρόνου και ότι γενικά τα Σατουρνάλια δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια προσωρινή αναβίωση ή παλινόρθωση της βασιλείας αυτού του εύθυμου μονάρχη, παρακινούμαστε να εικάσουμε πως ο ψεύτικος βασιλιάς, ο οποίος πρωτοστατούσε στα όργια, μπορεί αρχικά να αντιπροσώπευε τον ίδιο τον Κρόνο. Η εικασία επιβεβαιώνεται αρκετά, αν όχι πλήρως, από μια πολύ περίεργη κι ελκυστική περιγραφή του τρόπου με τον οποίο γιόρταζαν τα Σατουρνάλια οι Ρωμαίοι στρατιώτες που ήταν τοποθετημένοι στο Δούναβη, κατά τη βασιλεία του Μαξιμιανού και του Διοκλητιανού. Η περιγραφή έχει διασωθεί σε μια αφήγηση του μαρτυρίου του Αγίου Δάσιου, η οποία ήρθε στην επιφάνεια από ένα ελληνικό χειρόγραφο στο Μιλάνο και στο Βερολίνο. Ένα από αυτά είχε ήδη δει το φως σ’ ένα δυσνόητο τόμο, που τυπώθηκε στο Ουρμπίνο το 1727, αλλά η σημασία του για την ιστορία της ρωμαϊκής θρησκείας αρχαίας και σύγχρονης, φαίνεται ότι είχε περάσει απαρατήρητη, μέχρι τότε που ο καθηγητής Cumont τράβηξε την προσοχή των λογίων και για τις τρεις αφηγήσεις, δημοσιεύοντας τες πριν από μερικά χρόνια. Σύμφωνα με αυτές τις αφηγήσεις, οι οποίες έχουν όλα τα στοιχεία για να φαίνονται αυθεντικές, και από τις οποίες η πιο μακροσκελής είναι πιθανό να βασίζεται σε επίσημα έγγραφα, οι Ρωμαίοι στρατιώτες στο Ντουροστόρουμ της Κάτω Μυσίας γιόρταζαν τα Σατουρνάλια χρόνο παρά χρόνο, με τον ακόλουθο τρόπο: Τριάντα μέρες πριν από τον εορτασμό, διάλεγαν με κλήρο ανάμεσά τους ένα νέο και όμορφο άντρα, ο οποίος στη συνέχεια ντυνόταν με βασιλική στολή, για να μοιάζει με τον Κρόνο. Με τη στολή αυτή και με τη συνοδεία πολλών στρατιωτών, τριγύριζε μέσα στον κόσμο, με πλήρη ελευθερία να παραδίνεται στα πάθη του και να γεύεται κάθε ευχαρίστηση, όσο αισχρή και χυδαία και αν ήταν. Αλλά, παρ’ όλο που η βασιλεία του ήταν εύθυμη, ήταν σύντομη και τελείωνε τραγικά. Γιατί όταν περνούσαν οι τριάντα ημέρες και έφτανε η γιορτή του Κρόνου, αυτός έκοβε το λαιμό του πάνω στο βωμό του θεού, τον οποίο υποδυόταν. Κατά το έτος 303 μ.Χ., ο κλήρος έπεσε στο χριστιανό στρατιώτη Δάσιο, ο οποίος, όμως, αρνήθηκε να παίξει το ρόλο του ειδωλολατρικού θεού και να μολύνει με διαφθορά τις τελευταίες του μέρες. Τα επιχειρήματα και οι απειλές του διοικητή του Bassus δεν κατάφεραν να κλονίσουν τη σταθερότητά του κι έτσι αποκεφαλίστηκε στο Ντουροστόρουμ, όπως αναφέρει το χριστιανικό μαρτυρολόγιο με λεπτομερή ακρίβεια, από το στρατιώτη Ιωάννη, την Παρασκευή, την εικοστή μέρα του Νοεμβρίου, που ήταν η εικοστή τέταρτη μέρα του φεγγαριού, την τέταρτη ώρα.
Αφότου δημοσιεύτηκε αυτή η αφήγηση από τον καθηγητή Cumont, ο ιστορικός της χαρακτήρας, τον οποίο αμφισβητούσαν ή αρνούνταν, επιβεβαιώθηκε από μια σημαντική ανακάλυψη. Στην κρύπτη του καθεδρικού ναού, ο οποίος είναι κορόνα στο ακρωτήριο της Αγκώνα, σώζεται, ανάμεσα σε άλλες αξιοσημείωτες αρχαιότητες, μια άσπρη μαρμάρινη σαρκοφάγος, η οποία έχει μια ελληνική επιγραφή, με γράμματα της εποχής του Ιουστινιανού, που αναφέρει τα εξής: «Εδώ είναι θαμμένος ο άγιος μάρτυρας Δάσιος, φερμένος από το Ντουροστόρουμ». Η σαρκοφάγος μεταφέρθηκε το 1848, στην κρύπτη του καθεδρικού ναού, από τη εκκλησία του Αγίου Πελεγκρίνο, κάτω από τον υψηλό βωμό της οποίας, όπως μαθαίνουμε από λατινική επιγραφή εντοιχισμένη στη λιθοδομή, τα οστά του μάρτυρα αναπαύονται ακόμη μαζί με τα οστά δύο άλλων αγίων. Δεν ξέρουμε για πόσο χρόνο βρισκόταν η σαρκοφάγος στην εκκλησία του Αγίου Πελεγκρίνο, αλλά αναφέρεται ότι ήταν εκεί κατά το 1650. μπορούμε, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι τα λείψαν του Αγίου μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στην Αγκώνα, σε κάποια εποχή των ταραγμένων αιώνων που ακολούθησαν το μαρτύριό του, όταν κυριεύτηκε η Μυσία και αφανίστηκε από αλλεπάλληλες ορδές βαρβάρων επιδρομέων. Πάντως φαίνεται βέβαιο από την ανεξάρτητη και αμοιβαία επιβεβαιωτική απόδειξη του μαρτυρολογίου και των μνημείων ότι ο Δάσιος δεν ήταν μυθικός άγιος, αλλά πραγματικός άνθρωπος, ο οποίος πέθανε για την πίστη του στο Ντουροστόρουμ, κατά τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής. Βρίσκοντας την αφήγηση του ανώνυμου μαρτυρολόγου έτσι επιβεβαιωμένη ως προς το βασικό γεγονός, δηλαδή το μαρτύριο του Αγίου Δάσιου, μπορούμε λογικά να δεχτούμε την κατάθεσή του για τον τρόπο και την αιτία του μαρτυρίου, όλο και περισσότερο, γιατί η αφήγησή του είναι ακριβής, λεπτομερής και τελείως απαλλαγμένη από το θαυματουργό στοιχείο. Επομένως καταλήγω ότι η αφήγηση που κάνει αυτός για τον εορτασμό των Σατουρναλίων, μεταξύ των Ρωμαίων στρατιωτών, είναι αξιόπιστη.
Αυτή η αφήγηση βάζει κάτω από ένα καινούριο και θαμπό φως το ρόλο του βασιλιά των Σατουρναλίων, του αρχαίου Κυρίου της Κακοδιοίκησης, ο οποίος πρωτοστατούσε στα χειμερινά όργια της Ρώμης, την εποχή του Οράτιου και του Τάκιτου. Αυτό φαίνεται ν’ αποδείχνει ότι η δουλειά του δεν ήταν πάντοτε ενός άλλου αρλεκίνου ή γελωτοποιού, του οποίου η μοναδική φροντίδα ήταν να κρατά ζωντανό το γλέντι και να κάνει τη διασκέδαση γρήγορη και ορμητική, ενώ η φωτιά άναβε κι έτριζε στο τζάκι, ενώ οι δρόμοι γέμιζαν από χαρούμενα πλήθη και διαμέσου της καθαρής, παγωμένης ατμόσφαιρας, μακριά προς το βορρά, το Σύρακτο έδειχνε το στέμμα του από χιόνι. Όταν συγκρίνουμε αυτό τον κωμικό μονάρχη της ζωηρής, της πολιτισμένης μητρόπολης, με το βλοσυρό αντίστοιχό του της απολίτιστης κατασκήνωσης στο Δούναβη και όταν θυμηθούμε τη μεγάλη σειρά παρόμοιων μορφών, κωμικών, αλλά μολαταύτα τραγικών, οι οποίες σε άλλες εποχές και άλλες χώρες, φορώντας ψεύτικα στέμματα και τυλιγμένες σε βασιλικά σάβανα, έπαιζαν τις μικρές τους φάρσες για λίγες ώρες ή μέρες και στη συνέχεια περνούσαν πριν την ώρα τους σ’ ένα βίαιο θάνατο, δύσκολα μπορούμε ν’ αμφιβάλλουμε ότι στο Βασιλιά των Σατουρναλίων στη Ρώμη, όπως τον έχουν περιγράψει οι κλασικοί συγγραφείς, βλέπουμε μόνο ένα αδύνατο ευνουχισμένο αντίγραφο αυτού του πρωτότυπου, του οποίου τα έντονα χαρακτηριστικά έχουν διατηρηθεί, ευτυχώς για εμάς, από τον άγνωστο συγγραφέα του Μαρτυρίου του Αγίου Δασίου. Με άλλα λόγια, η περιγραφή του μαρτυρολόγου των Σατουρναλίων συμφωνεί τόσο πολύ με τις περιγραφές παρόμοιων ιεροτελεστιών αλλού, τις οποίες αυτός δε θα μπορούσε ίσως να γνωρίζει, ώστε η ουσιαστική ακρίβεια της περιγραφής του μπορεί να θεωρηθεί θεμελιωμένη. Επιπλέον, αφού το έθιμο της θανάτωσης ενός ψεύτικου βασιλιά, ως αντιπρόσωπο του θεού, δεν μπορεί να βγήκε από μια συνήθεια διορισμού του ως πρωτοστάτη σ’ ένα γιορτινό όργιο, γιατί το αντίθετο μπορούσε κάλλιστα να συμβαίνει, δικαιωνόμαστε στην υπόθεση ότι, σε μια προγενέστερη και πιο βάρβαρη εποχή, αυτό ήταν γενική συνήθεια στην αρχαία Ιταλία, όπου επικρατούσε η λατρεία του Κρόνου, δηλαδή να διαλέγουν έναν άντρα ο οποίος έπαιζε το ρόλο του Κρόνου και απολάμβανε όλα τα πατροπαράδοτα προνόμιά του, για μια εποχή, και μετά πέθαινε είτε από το δικό του χέρι είτε από άλλον, με μαχαίρι ή στην πυρά ή στην αγχόνη, υπό την ιδιότητα του καλού θεού που έδωσε τη ζωή του για τον κόσμο. Στην ίδια τη Ρώμη και σε άλλες μεγάλες πόλεις, η ανάπτυξη του πολιτισμού ίσως ν’ απάλυνε το άγριο αυτό έθιμο πολύ πριν από την εποχή του Αυγούστου και να το μετέτρεψε στην αθώα μορφή που έχει στα έργα μερικών κλασικών συγγραφέων οι οποίοι δίνουν μια σύντομη πληροφορία για τη γιορτή του Βασιλιά των Σατουρναλίων. Αλλά σε απομακρυσμένες περιοχές, η πιο παλιά και πιο τραχιά συνήθεια μπορεί να επέζησε για πολύ. Ακόμη όμως, και όταν μετά την ενοποίηση της Ιταλίας η ρωμαϊκή κυβέρνηση κατέστειλε τη βαρβαρική συνήθεια, η ανάμνησή της θα παραδινόταν από τους χωρικούς και πότε πότε θα έτεινε να οδηγήσει, όπως συμβαίνει ακόμη σ’ εμάς με τις κατώτερες μορφές δεισιδαιμονίας, σε αναβίωση του εθίμου, κυρίως μεταξύ των άξεστων στρατιωτών στα περίχωρα της αυτοκρατορίας, πάνω στα οποία το άλλοτε σιδερένιο χέρι της Ρώμης άρχιζε να χαλαρώνει το σφίξιμό του.
Η ομοιότητα μεταξύ των Σατουρναλίων της αρχαίας Ιταλίας και του Καρναβαλιού της σύγχρονης εποχής έχει παρατηρηθεί πολλές φορές. Αλλά στο φως όλων των γεγονότων που έχουν έρθει μπροστά μας μπορούμε κάλλιστα να ρωτήσουμε αν η ομοιότητα αυτή δεν ανέρχεται σε ταύτιση. Είδαμε ότι στην Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία, όπου η επιρροή της Ρώμης έχει φτάσει στον πιο μεγάλο βαθμό και με την πιο μεγάλη διάρκεια, ένα περίβλεπτο χαρακτηριστικό του Καρναβαλιού είναι η γελοία φιγούρα που εκπροσωπεί την εορταστική περίοδο και που, μετά από μια σύντομη καριέρα δόξας και ακολασίας, την πυροβολούν δημόσια, καίνε ή καταστρέφουν αλλιώς, με προσποιητή λύπη ή γνήσια ευχαρίστηση του λαού. Εάν η άποψη για το Καρναβάλι που διατυπώνεται εδώ είναι σωστή, αυτό το αλλόκοτο πρόσωπο δεν είναι άλλο παρά ένας απευθείας διάδοχος του παλαιού Βασιλιά των Σατουρναλίων, του κυρίου των οργίων, του πραγματικού άντρα που εκπροσωπούσε τον Κρόνο και που, όταν τα όργια τελείωναν, έβρισκε πραγματικό θάνατο κάτω από την ψεύτικη ιδιότητά του. Ο Βασιλιάς του Φασολιού της Δωδέκατης Νύχτας και ο μεσαιωνικός Επίσκοπος των Παλιάτσων, Αβάς του Παραλόγου ή Κύριος της Κακοδιοίκησης, είναι φιγούρες του ίδιου είδους και μπορεί να είχαν παρόμοια προέλευση. Είτε αυτό ήταν έτσι είτε όχι, μπορούμε να συμπεράνουμε με μεγάλη πιθανότητα ότι, αν ο Βασιλιάς του Δάσους της Αρικίας ζούσε και πέθαινε ως ενσάρκωση θεότητας του δάσους, αυτός είχε από παλιά αντίστοιχο στη Ρώμη, τους άντρες που, χρόνο με χρόνο, φονεύονταν υπό την ιδιότητα του Βασιλιά Κρόνου, του θεού της σποράς και της βλάστησης του σπόρου.


Sir James George Frazer
Ο Χρυσός Κλώνος
Μελέτη για τη Μαγεία και τη Θρησκεία Τόμος Δ'
Μετάφραση Μπονίτα Μπικάκη
Εκδόσεις Εκάτη 1994