Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός. Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν. Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος. Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του. Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica
Καίει τ’ αλώνι ως το πέρα μεσημέρι κι ο ήλιος είναι σπαθί ζεματισμένο. Καίνε οι καβαλίνες απ’ τα ζώα στα χωράφια και πιο πολύ στην άκρα σιωπή της καίει η μέλισσα βαθιά στο άνθος.
Πατούμε στο χώμα σημαίνει πατούμε πάνω στους νεκρούς στην όχθη μας τη σταύρωση.
Ξάφνου η αστραπή τινάχτηκε κραδαίνοντας το μπλάβο σταφύλι τ’ ουρανού.
Δε λυγίζει τίποτα. Κι ας είπα το στήθος ηλιογέννητο. Δε λυγίζουν τα δέντρα κι ο αέρας αλύγιστος ούτε βρύση να γίνω ούτε φλάουτο το νερό δε λυγίζει και ο ήχος. Κάθε μέρα ευθεία κάθε νύχτα τεντωμένη ο καημός ένα τόξο πανάρχαιο κι ο θεός ακαμψία.
Με το μαύρο η πλατειά σου ανθοφορία κόσμε που ντύθηκες αϊτός τα φυλλώματα και τ’ άστρα. Με το μαύρο η αίγα και το πρόβατο η ρίζα με το μαύρο καθώς ανοίγω τους καρπούς και χύνεται μελάνι. Μ’ ένα πόδι τα οράματα. Μέρα και νύχτα ο αέρας είν’ αθέατος.
Περιμένω τ’ αστέρια σε γαλάζια λεπτότητα. Πώς θα ’θελα ν’ αχτιδοβολήσουν τ’ άντερά μου! Η ερημιά που ξέρουμε δεν είναι του θανάτου.
Χαράματα και χάθηκαν τ’ αστέρια. Στο δέντρο χύθηκαν αιφνίδια πουλιά τη σιωπή του για να λαμποκόψουν.
Ενάρετος που είναι ο πορτοκαλιώνας. Τα δέντρα χαίρονται μέσα τους απ’ τη ζωή της τσιμουδιάς. Ελευθερία· στερέωμα της σιωπής. Ομοιόμορφο νεκροταφείο των προβλημάτων. Αναρρίχηση στο Αθώο Γεγονός.
Φωνή χαράς ανάερη ωσάν μεταξοχάρτι. Κάποιος θα μηρυκάζει αόρατη χλόη στ’ αγγελοχώραφα. Γιατί τους φοβηθήκαμε τους μύθους;
Η νόηση μοιάζει με παγοθραυστικό. Το αίσθημα με πολλές σημαίες. Η θέληση – πάλι – φαίνεται σαν κάποια εποχή του Είναι. Μα η καρδιά δεν έχει τ’ όμοιο της.
Την ώρα που χρυσίζει η μελαγχολία και μπαίνει ο θεός στον κήπο του τον άνθρωπο αλίμονο αν εξοκείλω στα μάτια μου.
Νίκος Καρούζος Η Δεύτερη Εποχή [Πενθήματα 1969] Εκδόσεις Ερατώ 1988
Ήταν τιγρένιος ο ουρανός τις πρώτες ώρες του πρωινού – μια πορτοκαλιά υδατογραφία από ήλιο και πάχνη πίσω από ένα καμουφλάζ γκριζόμαυρων λωρίδων που παρασύρονταν από τα ρεύματα. Αργότερα θα είχε βροχή, μια μέτρια παλίρροια και μέτριες θερμοκρασίες. Μια ανιαρή και εντελώς συνηθισμένη μέρα, εκτός από μια σύντομη καταιγίδα το απόγευμα, που ο ουρανός θα γέμιζε με αστραπές και η θάλασσα θα γινόταν γκρίζα. Κανείς δε θα πίστευε πως η αστυνομία βρισκόταν στο πόδι, κανείς δε φανταζόταν τι σόι δράματα είχαν παιχτεί την προηγούμενη βδομάδα. Μέσα στη νύχτα, ο καιρός και η θάλασσα είχαν σβήσει τα ίχνη από τα τζιπ, τις σανίδες και τις μπότες των αστυνομικών. Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να φανερώνεις πως είχαν πατήσει άνθρωποι εκεί. Η παραλία είχε εγκαταλειφθεί ξανά, όπως τους προηγούμενους μήνες πριν τα έργα στο Πευκοδάσος. Είναι βέβαια κρίμα που τα σκυλιά της αστυνομίας έπιασαν τη μυρωδιά από νεκρή ανθρώπινη σάρκα και οδήγησαν τους γεμάτους περιέργεια αφέντες τους στους αμμόλοφους για να πάρουν τα πτώματα και να τους προσφέρουν μια «ευπρεπή ταφή», έτσι ώστε οι νεκροί να είναι λιγότερο θαυμαστοί μέσα στον τάφο. Οι αμμόλοφοι από μόνοι τους θα μπορούσαν να είχαν ξεφορτωθεί τον Τζόζεφ και τη Σελίς. Η γη ξέρει να εξασκεί την τέχνη της ταφής. Αγκαλιάζει και ασπάζεται τους νεκρούς. Ο Τζόζεφ και η Σελίς μετά από λίγο καιρό θα είχαν γίνει ένα με το τοπίο. Τα σώματά τους θα αποτελούσαν απλώς κάτι το πολύ πεθαμένο σ’ ένα τοπίο ήδη σμιλεμένο από θάνατο. Δε θα γίνονταν τίποτα σπουδαίο. Το ίδιο και οι μύγες και τα καβούρια. Το ίδιο και οι φώκιες. Ακόμα και τα αστέρια αποσυντίθενται, σκάνε στον ουρανό. Τα πάντα γεννιούνται για να πεθάνουν. Το σύμπαν έχει μάθει να τα βγάζει πέρα με το θάνατο. Έτσι, αν δεν ήταν τα σκυλιά, τα υπολείμματα της ζωής του Τζόζεφ και της Σελίς θα παράδερναν στους αμμόλοφους για να αποκτήσουν νέα σχήματα. Ίσως και να είχαν βρει μια σύντομη αιωνιότητα κάτω από την άμμο, πρώτα μαζί, να αγγίζουν ο ένας τον άλλο, μα μετά από λίγο θα έπρεπε να χωριστούν, να στροβιλιστούν και να παρασυρθούν στην αδιάφορη θάλασσα ή να βυθιστούν στα χώματα και τα βότσαλα της γης. Ένα τέτοιο ταξίδι είναι πιο αργό από ό,τι το ταξίδι μέσα σε μια νεκροφόρα. Πιο αργό κι από παγετώνα. Αντιθέτως, το μόνο που άφησαν ήταν ένα κίτρινο στίγμα πάνω στο χορτάρι των αμμόλοφων (που αλλιώς το έλεγαν άγγελο, μαλλιά της ερήμου ή γαλήνη) όπου είχαν αγαπηθεί και είχαν πεθάνει, περιτριγυρισμένοι από ένα ορθογώνιο που σχημάτισε η σκηνή και που το πράσινό του ήταν πιο ανοιχτό. Τα πτώματα είχαν φράξει το φως και είχαν πατικώσει το μαλακό έδαφος από κάτω τους. Για σχεδόν έξι μέρες, το χορτάρι αναγκάστηκε να ζήσει μόνο από τη ρίζα του, ψάχνοντας για θρεπτικά συστατικά και μεταλλικά στοιχεία με τις λεπτές ίνες του, ενώ το φύλλωμά του κόντευε να ασπρίσει στο σκοτάδι. Οι μακρόστενες, βαριές μορφές του Τζόζεφ και της Σελίς είχαν κλέψει την ελεύθερη ενέργεια του χορταριού και το είχαν καταντήσει φάντασμα του πράσινου εαυτού του. Ήταν λες και κάποιος είχε ρίξει ένα μουσαμά ή είχε σύρει ένα σωρό από φύκια στους αμμόλοφους για να τα χρησιμοποιήσει ως λίπασμα στα χωράφια, και μετά να πήγε να τα μαζέψει, κάμποσες μέρες αργότερα, για να αφήσει τα κατάλοιπα τους στο γρασίδι. Και το παραμικρό χορταράκι είχε γίνει μαλακό και είχε κατσαρώσει· ήταν τόσο άχρωμο και αδύναμο που έμοιαζε σαν μιας ημέρας βλαστάρι, τόσο ισχνό και ξεψυχισμένο σαν το κομμένο καλάμι. Μερικά φύλλα ήταν τσακισμένα και είχαν πληγωθεί, ενώ κάποια άλλα είχαν σκιστεί. Ορισμένα είχαν πατικωθεί στο αμμώδες έδαφος, λες και αναπτύσσονταν ανάποδα και τρύπωναν στη γη. Τα σκουλήκια και οι κάμπιες που μισούσαν το φως είχαν ανέβει στην επιφάνεια, έτσι για αλλαγή, για να συρθούν και να γλιστρήσουν πάνω στις σπάνιες σπηλιές, αφήνοντας τα τούνελ και τα ίχνη τους σαν διακοσμητικά στο έδαφος. Η μυρωδιά ήταν σαν κόκκινο κρασί την ώρα που ζυμώνεται, γήινο, πλούσιο. Μα μόλις έφυγαν η σκηνή και τα πτώματα και πέρασε πια ή αβάσταχτη νύχτα, το πληγωμένο χορτάρι ξαναζωντάνεψε. Η ελπίδα πηγάζει αιώνια στο φυσικό κόσμο. Τα φύλλα και οι μίσχοι ξεπήδησαν ξανά. Έσυραν το σώμα τους από την κολλώδη λάσπη για να κοιτάξουν κατάματα το πρωινό. Έκλεισαν σφιχτά τα πρωτεϊνένια μάτια τους για να μην τυφλωθούν από τον ήλιο. Έκαναν φωτοσύνθεση. Τα αποθηκευμένα αποθέματα νερού και διοξειδίου του άνθρακα στο χορτάρι συνωμότησαν με το λεπτό φως εκείνης της γεμάτης πάχνη και ομίχλη μέρας, για να σχηματίσουν υδατάνθρακες και να δώσουν πίσω στον κόσμο το υποπροϊόν οξυγόνου του. Επιτέλους οι τραυματισμένοι χλωροπλάστες θα μπορούσαν πια να συνεχίσουν τη δουλειά τους, φυλακίζοντας την ενέργεια του ήλιου. Ήταν οι αρχιμάστορες του χορταριού, οι δημιουργοί της χλωροφύλλης. Σταδιακά, σαν η αυγή έγινε πιο πυκνή, καθώς η μέρα βάρυνε κι έδωσε τη θέση της στο απόγευμα, επέστρεψαν οι χρωστικές ουσίες της φυτικής ουλής, που το πτώμα της εκτεινόταν πάνω στο γρασίδι. Κατά το σούρουπο, το παραλληλόγραμμο όπου το χορτάρι είχε χάσει το χρώμα του απ’ τον καιρό εξαφανίστηκε. Και κατά το σούρουπο της επόμενης μέρας, το φάντασμα είχε γίνει πια χυμώδες στις άκρες και λίγο κιτρινωπό πιο χαμηλά εκεί που τα φύλλα πλησίαζαν στους μίσχους. Στη συνέχεια το χορτάρι άρχισε να σκουραίνει, μέρα με τη μέρα. Πήρε ένα χρώμα πράσινο της άνοιξης, μετά πράσινο του μήλου. Πράσινο του μπουκαλιού. Πράσινο της ζήλιας, και τέλος πράσινο σαν το χορτάρι. Με το τελευταίο φως της ένατης μέρας μετά το φόνο, εξαφανίστηκαν πια όλα τα ίχνη της ζωής και της αγάπης που είχαν χυθεί εκεί. Ο φυσικός κόσμος είχε επιστρέψει δριμύτερος για να κατακλύσει πάλι τον τόπο. Η λαμπρότητα του σύμπαντος ξαναγύρισε. Αν υπήρχε καθόλου αίμα στο χώμα από τη σύντομη διαμονή του Τζόζεφ και της Σελίς στους αμμόλοφους, το μόνο που μπορούσε να πετύχει ήταν να κάνει ακόμα πιο δυνατό και ζωηρό το μουρμουρητό του χορταριού.
***
Και ακόμα, σήμερα και κάθε μέρα, οι αμμόλοφοι σηκώνονται στυλώνονται και υπονομεύονται. Ο άνεμος κάνει τις κορφές τους να μεταναστεύουν και μετά τις ξαναφέρνει πίσω. Κάνουν ό,τι μπορούν για να υψώσουν τις ράχες τους ενάντια στον καιρό και τη θάλασσα, και να κλείσουν το δρόμο στις θλίψεις του κόσμου που μεταφέρει ο αέρας. Παντού στις παραλίες του Κόλπου του Βαρύτονου και σε όλη την ακτή πέρα από αυτόν, με τη μία παλίρροια μετά την άλλη, ξανά και ξανά, τα κύματα τραβούν μαζί τους, ξεβράζουν και ξεδιαλέγουν τα πτώματα και τα κομματιασμένα, αποσκελετωμένα υπολείμματα από ψάρια και πουλιά, πεταλίδες και ποντίκια, μαλάκια, θηλαστικά, μύδια και καβούρια. Και ο Τζόζεφ με τη Σελίς απολαμβάνουν ένα τέλος ασυναίσθητο, γεμάτο αγάπη, πέρα από κάθε εμπειρία.
Αυτές είναι οι ατέλειωτες μέρες των νεκρών.
Jim Crace Νεκροί Μετάφραση Χαρά Γιαννακοπούλου Εκδόσεις Οξύ 2001
Ένας υποσυνείδητος ή συνειδητός ταυτισμός εξηγά, σ’ αρκετό βαθμό το φανατικό για τη διονυσιακή θρησκεία μίσος των Χριστιανών συγγραφέων. Τους ταυτισμούς ή τις διασταυρώσεις αυτές τις βεβαιώνει η ορφική εικονογραφία των Κατακομβών κι άλλων χριστιανικών μνημείων. Εδώ ο Ορφέας παρουσιάζεται, όπως στην αρχαία εικονογραφία του, να θέλγει τα θεριά με τη λύρα του, ύστερα να ανακαλεί, με την ίδια παράσταση, παλαιοδιαθηκικές εικόνες (τον θεριομάχο και κιθαριστή Δαυίδ ή το μεσσιανικό ησαϊακό χρησμό: συμβοσκηθήσεται λύκος μετ’ αρνός και πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω) για να φτάσει τέλος στην νεοδιαθηκική παράσταση του Καλού Ποιμένος. Καίρια για τους ίδιους σχετισμούς είναι η περιλάλητη παράσταση μιας κυλινδρικής σφραγίδας του 3 / 4ου αιώνα, με έναν εσταυρωμένο κάτου από μισοφέγγαρο και εφτά αστέρια (σύμβολα της αστρικής αθανασίας) και με την επιγραφή “Ορφεύς Βακχικός” (ΟΡΦΕΟΣ ΒΑΚΚΙΚΟΣ), που δείχνει πως ο Εσταυρωμένος δεν είναι ο Ιησούς, (η σταύρωση του παρουσιάζεται στην εικονογραφία πολύ υστερότερα) μα μια διονυσιακή μορφή: ο Ορφέας. Το “βακχικός” μάλιστα πρέπει να νογιέται πως σημαίνει: ο Ορφέας “των Διονυσιακών Μυστηρίων”. Η μόνη ικανοποιητική ερμηνεία είναι πως η παράσταση βγαίνει από κύκλους Χριστιανικούς που από καιρό παρασταίνουν τον Ιησού στη μορφή του Ορφέα. Όπως και να ‘ναι, η παράσταση ενός εσταυρωμένου Ορφέα “των Διονυσιακών Μυστηρίων” σέρνει την παράσταση ενός Εσταυρωμένου Διονύσου-Ζαγρέα. Με τον αρχικό και τονωμένο υστερότερα ταυτισμό των δύο “Πασχόντων” αυτών “Θεών” τα δράματα τους έχουν ενωθεί στο οικουμενικό δράμα ενός Θνήσκοντος Θεού που, στην ιδανική παράσταση των μυστηρίων του, ενώνει το ιερατικό μεγαλείο του αρχαϊκού Διονύσου και τον παθητικό χαρακτήρα του Ζαγρέα. Είναι γιος του υπέρτατου θεού και μιας θνητής, θανατώνεται από θεοκτόνους, ανασταίνεται θριαμβικά κι ανεβαίνει στους ουρανούς, όπου θρονιάζεται βασιλιάς του Κόσμου. Ο Διόνυσος ή ο Ιησούς; Στα μάτια των μεταβατικών καιρών η απόσταση τους δεν είναι μεγάλη…
Παναγής Λεκατσάς ΔΙΟΝΥΣΟΣ Καταγωγή και έξέλιξη της Διονυσιακής Θρησκείας ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 1999
Ο ωοθηκικός κόσμος είναι το προϊόν ενός ρυθμού ζωής. Μόλις ένα παιδί γεννηθεί γίνεται μέλος ενός κόσμου, που, μέσα του, παράλληλα με το ρυθμό της ζωής υπάρχει κι ο ρυθμός του θανάτου. Η φρενιτιώδης επιθυμία να ζήσεις, να ζήσεις μ’ οποιοδήποτε μέσο, δεν είναι αποτέλεσμα του ρυθμού της ζωής που υπάρχει μέσα μας, αλλά του ρυθμού του θανάτου. Όχι μονάχα είναι ανώφελο να παραμένει κανένας στη ζωή με κάθε θυσία, μ’ ακόμα, αν η ζωή είναι ανεπιθύμητη, μια τέτοια επιθυμία αποτελεί ολοκληρωτικό σφάλμα. Το να προσπαθείς να διατηρηθείς ζωντανός, από έμφυτη ανάγκη να κατανικήσεις το θάνατο, είναι σαν να σπέρνεις τον ίδιο το θάνατο. Ο καθένας που δεν έχει αποδεχτεί ολοκληρωτικά τη ζωή, που δεν πολλαπλασιάζει τη ζωή, βοηθά στο να γιομίζει τον κόσμο με θάνατο. Η απλούστερη χειρονομία μπορεί να εκφράσει το υπέρτατο νόημα της ζωής. Μια λέξη ειπωμένη μ’ όλη σου την καρδιά μπορεί να δώσει ζωή. Η δραστηριότητα αυτή καθαυτή δε σημαίνει τίποτα. Είναι συχνά σημάδι θανάτου. Με την απλή πίεση του εξωτερικού κόσμου, κάτω απ’ την πίεση του περιβάλλοντος και του παραδείγματος, κάτω από την επίδραση του κλίματος που γεννοβολά τη δραστηριότητα, μπορεί να γίνεις μέρος μιας τερατώδους μηχανής θανάτου, όπως η Αμερική, ας πούμε. Τι μπορεί να ξέρει ένα δυναμό από ειρήνη, από ζωή, από πραγματικότητα; Τι μπορεί να ξέρει το οποιοδήποτε ατομικό αμερικάνικο δυναμό από σοφία, από ενέργεια, απ’ την υπερεκχειλίζουσα και αιώνια ζωή που κλείνει μέσα του ένας ρακένδυτος ζητιάνος, καθισμένος κάτω από ‘να δέντρο και παραδομένος στους συλλογισμούς του; Τι είναι ζωή; Τι θα πει ενέργεια; Δεν έχεις παρά να διαβάσεις τις βλακώδεις ανοησίες των επιστημονικών και φιλοσοφικών βιβλίων, για να καταλάβεις πόσο λιγότερο απ’ το τίποτα είναι η σοφία αυτών των δραστήριων Αμερικανών. Άκου: Αυτοί οι τρελοί μηχανικοί διάβολοι με καταδιώκουν. Για να σπάσω αυτόν τον θεότρελο ρυθμό του θανάτου, πρέπει να καταφύγω σε ένα μήκος κύματος, που, μέχρι να βρω το κατάλληλο στήριγμα μες στα ίδια μου τα σπλάχνα, θα μπορέσει να απαλείψει το ρυθμό που ‘χαν επιβάλει. Φυσικά δε χρειαζόμουν εκείνο το χονδροειδές, ενοχλητικό, προκατακλυσμιαίο γραφείο που ‘χα εγκαταστημένο μες στο χολ του σπιτιού μου. Φυσικά δε χρειαζόμουν τις δώδεκα άδειες καρέκλες, που ‘χα τοποθετήσει ημικυκλικά γύρω μου. Το μόνο πράγμα που χρειαζόμουν ήταν ο αναγκαίος χώρος για τον αγκώνα μου, για να μπορώ να γράφω και μια δέκατη τρίτη καρέκλα που θα μπορούσε να μ’ οδηγήσει πέρα απ’ το ζωδιακό κύκλο που αυτοί μεταχειρίζονταν, σ’ έναν άλλο ουρανό, πέρα απ’ τον ουρανό. Όταν όμως σπρώχνουν έναν άνθρωπο στα όρια της τρέλας, κι αυτός έκπληκτος ανακαλύπτει ο ίδιος πως έχει ακόμα αρκετές δυνάμεις και δυνατότητες αντίστασης, τότε το πιθανότερο είναι ότι ο άνθρωπος αυτός θ’ αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν ένα πρωτόγονο ον. Ένας τέτοιος άνθρωπος θα ‘ναι όχι μονάχα ξεροκέφαλος και πεισματάρης, αλλά παράλληλα προληπτικός, μεταφυσικός, οπαδός και μύστης της μαγείας, και θα βρίσκεται πάντα πέρα από τη θρησκεία, θα πάσχει από τη θρησκευτικότητα του, θα καταντήσει μονομανής, με την τάση να κάνει ένα μόνο πράγμα, κι αυτό θα ‘ναι να προσπαθεί να ξορκίσει την κατάρα που ‘χουν ρίξει πάνω του. Ένας παρόμοιος άνθρωπος ξεπέρασε το στάδιο να πετάει βόμβες, να κάνει επανάσταση, δε θέλει πια ν’ ακούει ότι πρέπει ν’ αντιδρά είτε με την αδράνεια είτε με την αγριότητα. Αυτός ο άνθρωπος, ανάμεσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους της γης, θέλει η κάθε πράξη του να είναι μια διακήρυξη της ζωής. Αν κατά τη συνειδητοποίηση αυτής της φοβερής ανάγκης αρχίσει να αντιδρά οπισθοδρομικά, να γίνεται αντικοινωνικός, να παραπατάει και να τσεβδίζει, ν’ αποδείχνεται εντελώς απροσάρμοστος, σε βαθμό που να καταντά ανίκανος να κερδίζει το ψωμί του, πρέπει να ξέρεις πως αυτός ο άνθρωπος έχει βρει το δρόμο του για την επιστροφή του στη μήτρα, στην πηγή της ζωής, κι ότι αύριο – στη θέση αυτού του αξιοπεριφρόνητου αντικειμένου κοροϊδίας που παίζεις μες στα χέρια σου – θα δεις να υψώνεται ένας ακέραιος άνθρωπος, που μπρος του, όλες οι δυνάμεις του κόσμου θα είναι ανίσχυρες. Μέσα από το χονδροειδές αλφαβητάριο που μ’ αυτό επικοινωνεί, από τον προϊστορικό του πάγκο, με τους αρχαϊκούς ανθρώπους του κόσμου, δημιουργείται σιγά-σιγά μια καινούργια γλώσσα, που ανοίγει ένα δρόμο ανάμεσα στη νεκρή γλώσσα του σήμερα, όπως τα σήματα του ασυρμάτου, μέσα από μια θύελλα. Σ’ αυτό το μήκος κύματος δεν υπάρχει τίποτα το μαγικό, όσο και στην κοιλιά της μήτρας. Οι άνθρωποι είναι ολομόναχοι και δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα τους, γιατί όλες τους οι επινοήσεις μιλούν μονάχα για το θάνατο. Ο θάνατος είναι το αυτόματο που κυβερνά τον κόσμο της δράσης. Ο θάνατος είναι σιωπηλός, γιατί δεν έχει στόμα να μιλήσει. Ο θάνατος ποτέ του δεν εξέφρασε το παραμικρό. Ο θάνατος είναι ακόμα ένα πράγμα περίεργο – αλλά μόνο όταν έπαψε πια κανένας να ζει. Μονάχα ένας σαν και μένα που έχει τολμήσει να ανοίξει το στόμα του για να μιλήσει, μονάχα ένας που έχει πει ξανά και ξανά χίλιες φορές το Ναι! μπορεί να απλώσει τα χέρια του στο θάνατο, χωρίς να τον φοβάται. Μάλιστα. Ο θάνατος σαν επιβράβευση, ναι! Ο θάνατος σαν αποτέλεσμα πληρότητας, ναι! Ο θάνατος σαν κορώνα και ασπίδα, ναι! Αλλά όχι ο θάνατος που σας ξεριζώνει, που απομονώνει τους ανθρώπους, που τους καταντά πικραμένους κι έρημους, που τους σπρώχνει σε μια στείρα δραστηριότητα και τους γεμίζει με μια θέληση που δεν ξέρει παρά να λέει πάντα Όχι! Η πρώτη λέξη που γράφει ο κάθε άνθρωπος, μόλις βρει τον εαυτό του, το δικό του ρυθμό, αυτόν που είναι ο ίδιος ο ρυθμός της ζωής, αυτή η πρώτη λέξη είναι το Ναι! Ο,τιδήποτε γράφει μετά είναι πάντα Ναι. Ναι, αδιάκοπα Ναι, το Ναι σε εκατομμύρια εκφράσεις, με εκατομμύρια τρόπους. Κανένα δυναμό, κανένα υλικό, ανεξάρτητα από το πόσο τεράστιο είναι – ακόμα κι ένα δυναμό εκατό εκατομμυρίων νεκρών ψυχών – δεν μπορεί να πολεμήσει τον έναν άνθρωπο που ξέρει να λέει: Ναι! Ο πόλεμος συνέχιζε το δρόμο του, έστελναν τους ανθρώπους στο σφαγείο. Ένα, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι εκατομμύρια, κι ύστερα εκατό εκατομμύρια, ένα δισεκατομμύριο και τέλος όλους, άντρες, γυναίκες, παιδιά, ως τον τελευταίο. «Όχι! φώναζαν. Όχι! Δε θα περάσουν!» Κι όμως όλοι περνούσαν, όλοι είχαν ελεύθερη είσοδο, είτε φώναζαν ναι, είτε φώναζαν όχι. Καταμεσής σ’ αυτή τη θριαμβευτική επίδειξη μιας πνευματικά καταστρεπτικής όσμησης καθόμουν με τα πόδια μου ακουμπισμένα στο τεράστιο γραφείο μου, προσπαθώντας να επικοινωνήσω με το Δία, τον πατέρα της Ατλαντίδας, και με όλα του τα χαμένα παιδιά, αγνοώντας το γεγονός, ότι ο Απολλιναίρ θα πέθαινε μια μέρα πριν την ανακωχή, μέσα σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, αγνοώντας το γεγονός ότι στα «νέα γραφτά» του είχε χαράξει με το χέρι του τους παρακάτω ανεξίτηλους στίχους:
«Φανείτε μεγαλόψυχοι, όταν μας συγκρίνετε Εμάς που ψάχνουμε γυρεύοντας παντού την περιπέτεια, Μ’ αυτούς που στάθηκαν η αποθέωση της τάξης. Δεν είμαστε εχθροί σας. Θέλουμε να σας δώσουμε νέες απέραντες και αλλόκοτες εκτάσεις Όπου το ολάνθιστο μυστήριο προσφέρεται σ’ αυτόν που θα ήθελε να το τρυγήσει».
Αγνοώντας ότι στο ίδιο αυτό ποίημα είχε προσθέσει τα παρακάτω:
«Φανού μεγαλόψυχος για μας που πολεμούμε πάντα στα σύνορα Του ασύνορου και του μέλλοντος. Φανού μεγαλόψυχος για τα σφάλματά μας και για τις αμαρτίες μας».
Αγνοούσα ακόμα πως υπήρχαν άνθρωποι που άκουγαν στα εξωτικά ονόματα του Μπλαιζ Σεντράρ, Ζακ Βασέ, Λουί Αραγκόν, Τριστάν Τσαρά, Ρενέ Κρεβέλ, Ανρύ ντε Μοντερλάν, Αντρέ Μπρετόν, Μαξ Ερνστ, Ζωρζ Γκρος, πως στις 14 Ιουλίου 1916 στη Σάαλ Βάαγκ, στη Ζυρίχη, είχε κυκλοφορήσει το πρώτο Ντανταϊστικό μανιφέστο - «το μανιφέστο του κυρίου Αντιπυρήν» - κι ότι στο περίεργο αυτό ντοκουμέντο δήλωναν ότι «ο Ντανταϊσμός είναι η ζωή χωρίς παντούφλες και παράλληλους… η αυστηρή ανάγκη χωρίς πειθαρχία και ηθική και φτύνουμε κατάμουτρα την ανθρωπότητα».
Henry Miller Τροπικός του Αιγόκερω Μετάφραση Βαγγέλης Κατσάνης Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος Α.Ε. 1995
Τον ελεύθερο ρώτησα Άνεμο, Πώς να μείνω πάντα νέος; Μ’ απάντησε παίζοντας ο Άνεμος: «Να ’σαι πάντα σαν άνεμος αέρινος!». Την παντοδύναμη ρώτησα Θάλασσα, Ποια η υποθήκη της ζωής; Η ηχηρή μ’ απάντησε Θάλασσα: «Όπως εγώ, πάντα να ηχείς!». Τον πανύψηλο ρώτησα Ήλιο, Πώς να λάμψω φωτεινότερος της Αυγής; Τίποτα δε μ’ απάντησε ο Ήλιος, Ωστόσο άκουσε η ψυχή: «Να καείς!». 1903
Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα Ανθολογία Μετάφραση Γιώργος Μολέσκης Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2004
Δυο δρόμοι χωρίζονταν σ’ ένα κιτρινισμένο δάσος Λυπόμουν που και τους δύο δε γινόταν να διαβώ Γιατί ένας ταξιδιώτης ήμουν, στάθηκα για ώρα Να κοιτάζω τον ένα ως πέρα μακριά Στο σημείο που στα χαμόκλαδα χανόταν.
Ύστερα, δίκαια κι ωραία, τον άλλο πήρα, Ίσως επειδή ταίριαζε καλύτερα Μια κι ήτανε χορταριασμένος και απάτητος Αν και εκεί μπροστά στην αρχή τους ήταν όμοια και οι δύο πατημένοι.
Όμοιοι απλώνονταν μπροστά μου εκείνο το πρωί Τα φύλλα κανένα βήμα δεν είχε μαυρίσει. Ώ ! άφησα τον πρώτο για μια άλλη μέρα! Ξέροντας ωστόσο πως η μια διαδρομή σε άλλη οδηγεί Αμφέβαλλα αν ποτέ μου θα κατάφερνα να γυρίσω πίσω.
Θα το λέω αυτό με έναν αναστεναγμό Σε κάποιο τόπο ύστερα από χρόνια και χρόνια : Πως σ' ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ – Πήρα τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο, Και τούτο έκανε όλη τη διαφορά.
***
Two roads diverged in a yellow wood, And sorry I could not travel both And be one traveler, long I stood And looked down one as far as I could To where it bent in the undergrowth;
Then took the other, as just as fair, And having perhaps the better claim, Because it was grassy and wanted wear; Though as for that the passing there Had worn them really about the same,
And both that morning equally lay In leaves no step had trodden black. Oh, I kept the first for another day! Yet knowing how way leads on to way, I doubted if I should ever come back.
I shall be telling this with a sigh Somewhere ages and ages hence: Two roads diverged in a wood, and I— I took the one less traveled by, And that has made all the difference.