.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Η προαίσθηση – Δημοσθένης Βουτυράς

Η βροχή μας είχε κλείσει σ΄ ένα μαγαζάκι. Ώρες μέναμε κει και μιλούσαμε. Είχαμε πει πολλά και πολλά, κι έπειτα χωρίς να μιλούμε κοιτάζαμε τη βροχή, που λεπτή, μονότονη έπεφτε και σα να τσιμπούσε τ΄ απλωμένα νερά.
Και δεν ήταν κανείς άλλος στο μαγαζάκι, από μας. Ο μάγερας μαγέρευε και πίσω του, στον τοίχο άπειρες μύγες είχαν καθήσει. Νόμιζες πως ήταν κεντημένος, ή νάχαν απλώσει κάποιο βέλο με βουλίτσες μαύρες.
Η σιωπή μας δεν κράτησε πολύ. Ο Σαμούλης μίλησε:
— Είπαμε πριν, είπε, για όνειρα, για τα σκυλιά, που ουρλιάζουν, όταν πρόκειται να πέσει κάποιο κακό στο σπίτι, που μένουν. Και πολλές φορές και για γειτονικά, ή συγγενικά. Αλλ΄ εγώ θα σας πω τώρα, και πως ζώα άγρια, πουλιά, όρνεα, κλαίνε, θρηνούν όταν είναι να πέσει στον τόπο που ζουν από χρόνια, στην πατρίδα τους, κάποια συμφορά μεγάλη!…
Ήτανε Σεπτέμβριος του 16. Ένα βράδυ κλεισμένος στο δωμάτιό μου έγραφα. Η ώρα ήταν περασμένη. Είχα βαλθεί να τελειώσω κι ας μ΄ έβρισκε και το ξημέρωμα.
Είχα, λοιπόν, βυθιστεί στο γράψιμο, ή σε κείνο που έγραφα, όταν ξαφνικά μέσ΄ στην ησυχία της νύχτας, ακούω μια φωνή, ένα κλάμα έξω, κομμένο σαν κλάμα γυναίκας, γριάς. Προπάντων γριάς, αυτή την εντύπωση μούκανε.
Ακροάστηκα καλά. Ναι, ναι, ήταν ένα κλάμα κομμένο ή που κοβόταν, γεμάτο πόνο, ένα παράξενο όμως, κλάμα κι απαίσιο μαζί!
— Μα τ΄ είναι αυτό! είπα.
Το κλάμα ξακολουθούσε μες στην ησυχία της νύχτας.
Με φρίκη πέταξα την πέννα, και αρπάζοντας ένα μπαστούνι χοντρό, χωρίς να ξέρω γιατί, βγήκα στην αυλή.
Μα ήτανε σα να θρηνούσε κάποια γριά στρίγγλα καθισμένη κάπου κει κοντά…
Η σελήνη φώτιζε δυνατά κυκλωμένη από σύννεφα. Και μες στο σπίτι ησυχία, στ΄ άλλα δωμάτια. Κανείς δε φαινότανε νάχε ακούσει τίποτα.
Το κλάμα πιο δυνατό ακουγόταν. Και όπως σας είπα, ήτανε σαν εκεί κοντά, σε κάποια μεριά, να καθόταν γριά μάγισσα, κακιά γριά και μάντισα κακών νάκλαιγε, ν’ άφηνε φωνή πόνου μεγάλου.
Όρμησα έξω, στο δρόμο. Αλλά μόλις επρόβαλα απ΄ τη σκιά του σπιτιού και φωτίστηκα απ΄ το φως της σελήνης, μια φωνή αλλιώτικη, φόβου άγρια, ακούστηκε να βγαίνει από κει κοντά.
Ύψωσα το ξύλο. Τίποτα δεν είδα.
— Μα τι είναι αυτό! είπα. Μην είναι νυχτοπούλι, κουκουβάγια;
Προσπάθησα να δω στα κεραμίδια των αντικρινών σπιτιών, ενός μάλιστα, χαμηλού πολύ, που ήταν και σε κατηγοριά και όπου μου φάνηκε πως βγήκε η φωνή.
Τίποτα, τίποτα. Το φως της σελήνης φώτιζε καλά τα κεραμίδια.
Και η φωνή είχε πάψει.
Ένα σκυλί ερχότανε γρήγορα, μαύρο, γνωστό μου, με τη μύτη κάτω και την ουρά μαζεμένη. Και μπήκε μέσα στο αντικρινό σπίτι από μια τρύπα.
Έκανα να μπω μέσα, όταν ακούω φωνές πολλές, όμοιες με κείνη, από παντού, απ΄ το λόφο του Φιλοπάππου, απ΄ τους αντικρινούς λόφους, απ΄ τα χωράφια, από παντού, όλες να κλαίνε, να θρηνούν!
— Μα τι σημαίνει αυτό; ρώτησα τον εαυτό μου.
Αισθανόμουν ότι κάτι κακό σήμαινε.
Την άλλη μέρα το διηγήθηκα αυτό σε ένα γέρο γνωστό μου, ένα γέρο δάσκαλο.
Τ’ άκουσε με προσοχή και μούπε έπειτα:
— Μην είναι η γλαύκα των Αθηνών, και αυτή θάναι, κι έκλαιγε για κάποιο κακό μεγάλο, μεγάλα κακά, που θα πέσουν στην Αθήνα και στην Ελλάδα;


Δημοσθένης Βουτυράς
Είκοσι διηγήματα 1924

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Τηλεφωνήματα – Περικλής Γιαννόπουλος

[Σημείωσις του «ΝΟΥΜΑ». Το άρθρο αυτό του μακαρίτη Περικλή Γιαννόπουλου βρέθηκε μέσα σε παλιό συρτάρι του «Νουμά», λησμονημένο εκεί από τα 1903 που μας το είχε δώσει μαζί μ’ ένα άλλο άρθρο, «Ο Τραγουδιστής» που τυπώθηκε στον 34 αριθμό 1903 του «Νουμά», με την υπογραφή «Ι. Άνεμος», πούχει και τούτο άρθρο. Στα «Τηλεφωνήματα» μέσα υπάρχει ολόκληρος ο Γιαννόπουλος με τις φωτεινές του ιδέες, με τις γοητευτικές παραξενιές του και με το ιδιόρρυθμο ύφος του.]

Δεν εννοείτε, δεν εννοείτε, δεν εννοείτε. Και έχετε δίκαιον, πληρέστατον δίκαιον. Δεν είναι δυνατόν να φαντασθήτε τι είδους εργασία έχει γίνει και πόση εργασία· τι είδους είναι αυτή, πως πρέπει να κινηθή και προς ποίον σκοπόν. Και θέλετε να χυθή εις τα παλαιά καλούπια· αλλά πως αφού είναι νέα, είναι άλλη; Και διστάζετε να δοκιμάσετε· τι σας μέλει; προς ποίους απευθύνεσθε; δεν απευθύνεσθε προς τους πολλούς; Προς αυτούς κ’ εγώ. Δώσε σεις την εργασίαν μου προς τους πολλούς και αφίσατε αυτούς να κρίνουνε, αυτούς ερωτήσατε αν τους αρέση, αν τους κάμνη καλόν. Τους πολλούς. Προς τους πολλούς απευθύνομαι εγώ. Τους πολλούς θέλω να εξυπνήσω· των πολλών θέλω να ελευθερώσω, ν’ αναστήσω την ψυχήν.
Μου ζητάτε κοψίματα, ραψίματα, κτενίσματα ιδεών. Τι σας μέλει; Τι σας μέλει; Εγώ μειόνουμαι, εγώ βλάπτομαι, εγώ χάνω. Νομίζετε ότι δεν το εννοώ; Αλλ’ αυτό θέλω. Εάν εγώ πάρω και τελειώσω κάτι τι, αυτό ετελείωσε, δεν έχει να τα πάρη άλλος, τίποτε δεν ωφελεί, είναι ιδικόν μου. Αλλά εάν πετάξω σωρούς σωρούς ιδεών, δυνατόν ο καθείς να πάρη, να κόψη, να ράψη, να κτενίση, να δημιουργήσει ό,τι θέλει.
Να λ.χ.: Ένας άνθρωπος που έζησε δέκα χρόνια εις την Ακρόπολιν και την αγάπησε, φυσικώτατα κάτι περισσότερον να είδε από κάθε σοφόν που πήγε μόνον να την μελετήση, φυσικώτατα δυνατόν να ειπή ωραία πράγματα. Και μ’ αυτό τι; Θα ειπούν μόνον: Ωραία τα λέγει. Και έπειτα; Τίποτε. Και αυτό δεν θέλω ακριβώς. Επαναλαμβάνω δε εκατομμυριοστήν φοράν. Ό,τι θέλω να ειπώ, δύναμαι να το ειπώ ωραιότατα. Δεν θέλω, δεν θέλω, δεν θέλω και δεν πρέπει να θέλω.
Απευθύνομαι προς όλους μη εξαιρών κανένα: Θέλετε να δημιουργηθεί ένας ιδεολογικός κόσμος ωραίος; Σεις θα τον δημιουργήσετε άμα σας εύρουν τον δρόμον. Εσείς θα τον χαρήτε, όχι εγώ. Θέλετε να ξεπαγώσουν, να ξεναρκωθούν, να κινηθούν οι πολλοί προς όλα τα ωραία που ποθήτε; Αφήστε με ελεύθερον να τους κεντρίσω, και να τους οιστρηλατίσω όπως ξέρω εγώ.
Και σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, σας παρακαλώ: Πάρετε να διαβάσετε μιαν Μελέτην της Ελληνικής Γραμμής και του Χρώματος που θα δημοσιευθή εις την «Ανατολήν». Θα σας φανή καλή και τα λοιπά να είναι και δεν είναι τίποτε. Είναι σπουδαία – εγώ βλέπετε μιλώ στήθος με στήθος και δεν είναι τίποτε, εν συγκρίσει προς τα κατόπιν. Αυτά τα δυό φύλλα έχουν δυό αγκωνάρια θεμελίων. Ενός κόσμου. Καθ’ όλους τους κανόνας του κτισίματος. Και κόκκορας ακόμα έχει σφαγεί. Και δια το κάθε τι είναι το ίδιον. Δεν θέλετε χιλίας χιλιάδας τοιούτων μελετών; Βάλετε το χέρι σας εις την καρδιάν σας. Δεν σας χρειάζονται εκατομμύρια τοιούτων ιδεών; Δεν σας είναι χρησιμώτεραι από κάθε άλλο; Δεν προτιμάτε σωρούς υλικών με τα οποία να κτίσετε σεις ό,τι θέλετε παρά δυό τρία τελειωμένα λιθάρια; Και δεν είναι κρίμα αν αύριον ψοφήσω να τα πάρω μαζί μου εγώ; Διατί δεν θέλετε να τα πάρετε, να τα εξασφαλίσετε, να τα μεταχειρισθήτε μίαν ώραν αρχίτερα; Ποίος σας λέγει ότι αύριον δεν είναι πιθανόν ένα κεραμίδι να μου κόψη τον αέρα;
Εσάς εσάς σας χρειάζονται αυτά· εμένα δεν μου χρειάζονται τίποτε. Εμένα με ενοχλούν μόνον, με βαρύνουν μόνον. Μη κάμνετε σαν Ευρωπαίοι. Εγώ δεν κάθομαι να κτενίσω τέτοια βάρη. Εγώ θέλω να είμαι ελαφρός, σαν πουλί. Τύχη τα πάντα και τύχη ώθησεν έναν από εμάς να ιδή δέκα πράγματα περισσότερα δια την κοινήν ζωήν. Πάρετε αυτά τα πράγματα, μη τα χάσετε.
Εγώ τίποτε δεν σας ζητώ και τίποτε δεν έχετε να μου δώσετε. Επαίνους δεν θέλω. Δόξαν σας την χαρίζω. Εγώ θα σας αδειάσω εις το κεφάλι ό,τι εείναι χρήσιμον, κινητικόν, ηδονικόν της ζωής σας· γρήγορα, γρήγορα και έπειτα χαίρετε, χαίρετε. Εγώ μίαν φοράν θα ζήσω, δεν θα ζήσω δύο. Και όταν περάση η νεότης, τα ρέστα σας τα χαρίζω. Κ’ εγώ δεν έχω σκοπό να να φάω τα νειάτα μου με σας. Εγώ την μόνην δόξαν που εζήλευσα είναι η δόξα των φιλιών. Θέλω να αισθάνομαι το κεφάλι μου άδειο, κούφιο, φορτωμένο με το στεφάνι των φιλιών. Και θέλω να πεθάνω νέος. Και θέλω να πεθάνω ορθός. Θα κάμω ό,τι είναι δυνατόν για να σας πείσω να τα πάρετε, για να σας δείξω ότι είναι χρήσιμα για σας. Θέλετε να τα πάρετε; Πάρετέ τα, είναι ιδικά σας. Δεν θέλετε; Τύφλα σας!
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ΝΟΥΜΑΣ
Χρονιά ΙΔ – φύλλο 19 * Αθήνα Σάββατο 1 Οχτώβρη 1916 * Αριθμός 600 (σελ. 269-270)
https://kosmopolis.library.upatras.gr/index.php/noumas/article/view/87335/86209




Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Η ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ - VARLAM SHALAMOV

Οι βαριές πόρτες του αμπαριού άνοιξαν από πάνω μας κι από τη στενή σιδερένια σκαλίτσα αρχίσαμε να βγαίνουμε αργά, ένας ένας, στο κατάστρωμα. Οι φρουροί ήταν παραταγμένοι πυκνή αλυσίδα στα κιγκλιδώματα της πρύμνης του πλοίου με τις κάννες των τουφεκιών στραμμένες πάνω μας. Κανένας μας ωστόσο δεν τους έδινε σημασία. Κάποιος φώναζε «πιο γρήγορα, πιο γρήγορα», το πλήθος σπρωχνόταν όπως σε όλους τους σταθμούς κατά την επιβίβαση. Έδειχναν το δρόμο μόνο σ’ εκείνους που προηγούνταν – ανάμεσα στα τουφέκια προς τη φαρδιά σκάλα, μετά στη μαούνα, κι από τη μαούνα, από άλλη σκάλα, στη στεριά. Το πλοίο μας είχε φέρει δώδεκα χιλιάδες άτομα, και όσο ξεφόρτωνε είχες χρόνο να περιεργαστείς τα πέριξ.
Μετά τις ζεστές, ανοιξιάτικα ηλιόλουστες μέρες του Βλαδιβοστόκ, μετά τα καθαρότατα χρώματα του απωανατολίτικου  ουρανού, άψογα και έντονα, χωρίς ενδιάμεσους τόνους και μεταπτώσεις, που θα θυμάμαι για όλη μου τη ζωή…
Έπεφτε ένα παγωμένο ψιλόβροχο από έναν θολό, ασπριδερό, σκυθρωπό, μονόχρωμο ουρανό. Γυμνοί, άδενδροι, πετρώδεις πρασινωποί βράχοι υψώνονταν μπροστά μας, και στα κενά ανάμεσα τους, στους πρόποδές τους σχεδόν, σέρνονταν αναμαλλιασμένα, σκουρόγκριζα, κουρελιάρικα σύννεφα. Σαν να σκέπαζαν αυτή τη σκυθρωπή βραχώδη γωνιά ξακρίδια μιας γιγάντιας κουβέρτας. Το θυμάμαι καλά: Ήμουν απολύτως ήρεμος, έτοιμος για οτιδήποτε, αλλά η καρδιά μου χτύπησε και σφίχτηκε ασυναίσθητα. Και, αποστρέφοντας το βλέμμα από το θέαμα, σκέφτηκα ότι μας έφεραν εδώ για να πεθάνουμε.
Το αμπέχονό μου μουσκευόταν λίγο λίγο. Καθόμουν πάνω στη βαλίτσα που, από μια αιώνια ανθρώπινη ματαιότητα, είχα πάρει μαζί μου από το σπίτι την ώρα της σύλληψης. Όλοι, όλοι είχαμε πράγματα: βαλίτσες, σακίδια περασμένα στην πλάτη, μπόγους με κουβέρτες… Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι το ιδανικό εφόδιο του συλληφθέντα είναι ένας μικρός υφασμάτινος τορβάς με ένα ξύλινο κουτάλι μέσα. Όλα τα υπόλοιπα, είτε είναι ένα απολειφάδι μολυβιού είτε είναι κουβέρτα, εμποδίζουν. Ψέμα, ψέμα, την περιφρόνηση για την ατομική ιδιοκτησία μας την είχαν μπολιάσει για τα καλά.
Κοιτούσα το πλοίο που ακουμπούσε στον κυματοθραύστη, τόσο μικρό και παραπαίον ανάμεσα στα γκρίζα, σκοτεινά κύματα.
Μέσα από το σκούρο πέπλο της βροχής ξεπρόβαλλαν οι σκυθρωποί όγκοι των βράχων που περιέβαλλαν τον όρμο Ναγκάγεβο(1), και μόνο πέρα μακριά, εκεί από όπου είχε φτάσει το πλοίο, φαινόταν ο απεριόριστα καμπυλωτός ωκεανός, λες και στην παραλία ήταν ξαπλωμένο ένα γιγάντιο αγρίμι που βαριανάσαινε κι ο αέρας φυσούσε πάνω στο τρίχωμά του, διώχνοντας τα φολιδωτά κύματα που έλαμπαν στη βροχή.
Έκανε κρύο κι ήταν τρομακτικά. Η ζεστή ανοιξιάτικη φωτεινότητα των χρωμάτων του ηλιόλουστου Βλαδιβοστόκ είχε μείνει πίσω, σε έναν άλλο, πραγματικό κόσμο. Εδώ ήμασταν σε έναν κόσμο εχθρικό και σκυθρωπό.
Κανένα κτίριο δεν φαινόταν εκεί κοντά. Ο μοναδικός δρόμος, που παρέκαμπτε το βράχο, χανόταν κάπου προς τα πάνω.
Επιτέλους το ξεφόρτωμα τελείωσε, και σούρουπο πια η μεταγωγή κινήθηκε προς τα βουνά. Κανένας δεν ρωτούσε τίποτα. Το πλήθος των βρεγμένων ανθρώπων άρχισε να ανεβαίνει το δρόμο, σταματώντας συχνά να πάρει ανάσα. Οι βαλίτσες έγιναν πολύ βαριές, τα ρούχα μας μουσκεύτηκαν.
Δύο στροφές κι εκεί δίπλα μας, πιο πάνω από εμάς σε μια προεξοχή του λόφου, είδαμε τις σειρές από αγκαθωτό σύρμα. Από τη μέσα μεριά του σύρματος στριμώχνονταν κάτι άντρες. Κάτι φώναζαν και ξαφνικά άρχισαν να μας πετάνε καρβέλια ψωμί.
Πετούσαν το ψωμί πάνω από τα συρματοπλέγματα, εμείς το πιάναμε, το κόβαμε και το μοιραζόμασταν. Πίσω μας είχαμε μήνες φυλακής, σαρανταπέντε μέρες μεταφοράς με τραίνο και πέντε μέρες στη θάλασσα. Πεινούσαμε όλοι. Σε κανέναν δεν είχαν δώσει οδοιπορικά. Το ψωμί φαγώθηκε με λαιμαργία. Ο τυχερός που έπιανε το ψωμί το μοιραζόταν με όλους όσοι επιθυμούσαν – μια ευγένεια την οποία θα ξεμαθαίναμε διαπαντός μέσα σε τρεις βδομάδες.
Μας οδηγούσαν όλο και πιο πέρα, όλο και πιο ψηλά. Οι στάσεις γίνονταν όλο και πιο συχνές. Και να, μπροστά μας μια ξύλινη πύλη, αγκαθωτά συρματοπλέγματα, και στο εσωτερικό τους σειρές από σκούρες λόγω βροχής σκηνές από καραβόπανο, άσπρες και ανοιχτοπράσινες, τεράστιες. Μας χώριζαν μετρώντας μας και γεμίζοντας τη μια σκηνή μετά την άλλη. Οι σκηνές είχαν σειρές από ξύλινες διώροφες κουκέτες, κατά το σύστημα του τραίνου, σε κάθε κουκέτοα οκτώ άνθρωποι. Ο καθένας πήρε τη θέση του. Το καραβόπανο έσταζε, λιμνούλες υπήρχαν και στο δάπεδο και στις κουκέτες, αλλά ήμουν τόσο κουρασμένος (κι όλοι ήταν το ίδιο κουρασμένοι μ’ εμένα, από τη βροχή, τον αέρα, την αλλαγή, τα μουσκεμένα ρούχα, τις βαλίτσες), που τυλιγμένος όπως όπως χωρίς να σκεφτώ τα βρεγμένα ρούχα μου, αλλά και που θα τα στέγνωνα, ξάπλωσα κι αποκοιμήθηκα αμέσως. Ήταν σκοτεινά και κρύα…

________________________ 
(1) Μικρός οικισμός στο λιμάνι του Μαγκαντάν.


VARLAM SHALAMOV
Ιστορίες από την Κολυμά
Μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου
Εκδόσεις Άγρα 2022

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Επικυρίαρχος – Cormac McCarthy


...Συνέχισαν την πορεία τους. Είχε αετούς κι άλλα πουλιά στην κοιλάδα και πολλά ελάφια, και είχε άγριες ορχιδέες και συστάδες μπαμπού. Το ποτάμι εκεί ήταν αρκετά πλατύ και περνούσε ανάμεσα σε πελώριους ογκόλιθους, και καταρράχτες έπεφταν παντού μέσα από την ψηλή και μπερδεμένη ζούγκλα. Ο δικαστής πορευόταν πλέον μπροστά, μαζί με έναν από τους Ντέλαγουερ, και διατηρούσε το τουφέκι του γεμάτο με μικρούς σκληρούς σπόρους φραγκόσυκου, και το βράδυ περιποιούνταν με μαεστρία τα πολύχρωμα πουλιά που είχε σκοτώσει, τρίβοντας το δέρμα τους με μπαρούτι, γεμίζοντάς τα με μπάλες από ξεραμένα χόρτα και αποθηκεύοντας τα στους σάκους του. Έβαζε τα φύλλα δέντρων και φυτών στο σημειωματάριό του και κυνηγούσε ακροπατώντας τις ορεινές πεταλούδες με το πουκάμισο απλωμένο στα δύο του χέρια, μιλώντας τους ψιθυριστά, αντικείμενο άξιο μελέτης κι ο ίδιος. Ο Τόουντβάιν καθόταν και τον παρατηρούσε που κρατούσε τις σημειώσεις του με τις σελίδες στραμμένες προς τη φωτιά για να βλέπει, και τον ρώτησε ποιος ο λόγος για όλα αυτά.
Η πένα του δικαστή σταμάτησε το γρατζούνισμα. Γύρισε και κοίταξε τον Τόουντβάιν. Μετά άρχισε πάλι να γράφει.
Ο Τόουντβάιν έφτυσε μέσα στη φωτιά.
Ο δικαστής συνέχισε να γράφει και μετά έκλεισε το σημειωματάριό του, το άφησε στο πλάι, πίεσε τις παλάμες του τη μία με την άλλη, τις πέρασε προς τα κάτω πάνω από τη μύτη και το στόμα του και τις ακούμπησε στα γόνατά του.
Οτιδήποτε υπάρχει, είπε. Οτιδήποτε στην πλάση υπάρχει χωρίς τη γνώση μου, υπάρχει χωρίς τη συγκατάθεσή μου.
Κοίταξε γύρω του το σκοτεινό δάσος όπου ήταν καταυλισμένοι. Έγνεψε προς τα δείγματα που είχε συλλέξει. Αυτά τα ανώνυμα πλάσματα, είπε, μπορεί να σου φαίνεται πως έχουν πολύ μικρή σημασία, ή ίσως και καθόλου. Κι όμως, και το παραμικρό ζωύφιο μπορεί να μας καταβροχθίσει. Οποιοδήποτε τόσο δα πλασματάκι κάτω απ’ αυτή την πέτρα, που κανείς άνθρωπος δεν το γνωρίζει. Μόνο η φύση μπορεί να υποδουλώσει τον άνθρωπο, και μόνο όταν η ύπαρξη και της τελευταίας μικροσκοπικής οντότητας εξιχνιαστεί και παρουσιαστεί ολόγυμνη μπροστά του, τότε και μόνο τότε θα μπορεί να γίνει επικυρίαρχος της γης.
Τι σημαίνει επικυρίαρχος;
Φύλακας. Φύλακας ή αφέντης.
Τότε γιατί να μην τον πούμε φύλακα;
Γιατί είναι ένα ιδιαίτερο είδος φύλακα. Ο επικυρίαρχος κυβερνά ακόμη κι εκεί όπου υπάρχουν άλλοι άρχοντες. Η εξουσία του υπερισχύει των τοπικών αποφάσεων.
Ο Τόουντβάιν έφτυσε.
Ο δικαστής έβαλε τις παλάμες του στο έδαφος. Κοίταξε τον συνομιλητή του. Εγώ έχω δικαιώματα σ’ αυτό εδώ το έδαφος. Όμως παντού εδώ πάνω υπάρχουν αυτόνομοι θύλακες ζωής. Αυτόνομοι. Για να γίνει λοιπόν δικό μου, τίποτα δεν επιτρέπεται να συμβαίνει επάνω του παρά μόνο με τη δική μου έγκριση.
Ο Τόουντβάιν καθόταν με τα πόδια σταυρωτά μπροστά στη φωτιά. Κανείς δεν μπορεί να μάθει τα πάντα στη γη, είπε.
Ο δικαστής έγειρε στο πλάι το μεγάλο κεφάλι του. Όποιος πιστεύει ότι τα μυστικά του κόσμου θα μείνουν αιώνια κρυμμένα, ζει μέσα στο μυστήριο και το φόβο. Η δεισιδαιμονία θα τον κρατά πίσω. Η βροχή θα διαβρώσει τις πράξεις της ζωής του. Όποιος όμως αναθέσει στον εαυτό του το καθήκον να ξεχωρίσει το νήμα της τάξης από το υφαντό, μόνο και μόνο από αυτή του την απόφαση θα έχει πάρει στα χέρια του τα ηνία του κόσμου, και μόνο με αυτά τα ηνία θα βρει τον τρόπο να θέσει ο ίδιος τους όρους της μοίρας του.
Δεν βλέπω τι σχέση έχει αυτό με το να πιάνεις πουλιά.
Η ελευθερία των πουλιών είναι προσβολή για μένα. Θα προτιμούσα να τα έχω όλα μέσα σε ζωολογικό κήπο.
Θα ήταν πολύ μεγάλος αυτός ο κήπος.
Ο δικαστής χαμογέλασε. Ναι, είπε. Θα ήταν.


Cormac McCarthy
Αιματοβαμμένος Μεσημβρινός
ή
Το Δειλινό Κοκκίνισμα στη Δύση
Μετάφραση Γιώργος Κυριαζής
Εκδόσεις Gutenberg 2024

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Φως, Περισσότερο Φως – Αλέκος Παναγούλης


Προμηθέα,
Μόνο σε σένα Προσεύχομαι
Συ θα μπορέσεις να νοιώσεις
Της Αδούλωτης σκέψης το πόνο

Του Αγώνα το δρόμο για Φως
Που μας έδειξες κάποτε
Του έφραξαν σκοτάδια σαν πρώτα
και το Φως μοναχό τρεμοσβύνει

Την Ανθρώπινη τώρα προσπάθεια
που το Φως να θεριέψει ζητά
μ’ αλυσίδες τη δένουν σε βράχια
που με λύσσα το κύμα χτυπά

Το σκοτάδι με πάθος παλεύει
για να σβήσει το ύστερο Φως
Τον Αγώνα να πνίξει γυρεύει
σαν ζητάμε περσότερο Φως

Προμηθέα αφουγκράσου για λίγο
αλυσίδες και πόνο κραυγές
και βοήθα να βρούμε μια στράτα
Βαφτισμένη σ’ ελπίδες και Φως

Προμηθέα,
μόνο σε σένα Προσεύχομαι
στη Σκιά μ’ αλυσίδες δεμένος
κι αγωνίζομαι να βρω το Φως.


Συνεχίστε 
29 ποιήματα του Αλέκου Παναγούλη
Εκδόσεις 81/2

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

ΟΤΙ ΑΝΕΒΗ ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑ ΤΩΝ ΘΥΡΙΔΩΝ (Ιερεμίας θ΄, 21) – Νίκος Καρούζος

 
                          
Καίει τ’ αλώνι ως το πέρα μεσημέρι
κι ο ήλιος είναι σπαθί ζεματισμένο.
Καίνε οι καβαλίνες απ’ τα ζώα στα χωράφια
και πιο πολύ στην άκρα σιωπή της
καίει η μέλισσα βαθιά στο άνθος.

Πατούμε στο χώμα σημαίνει
πατούμε πάνω στους νεκρούς
στην όχθη μας τη σταύρωση.

Ξάφνου η αστραπή τινάχτηκε κραδαίνοντας
το μπλάβο σταφύλι τ’ ουρανού.

Δε λυγίζει τίποτα.
Κι ας είπα το στήθος ηλιογέννητο.
Δε λυγίζουν τα δέντρα κι ο αέρας αλύγιστος
ούτε βρύση να γίνω ούτε φλάουτο
το νερό δε λυγίζει και ο ήχος.
Κάθε μέρα ευθεία
κάθε νύχτα τεντωμένη
ο καημός ένα τόξο πανάρχαιο
κι ο θεός ακαμψία.

Με το μαύρο η πλατειά σου ανθοφορία
κόσμε που ντύθηκες αϊτός
τα φυλλώματα και τ’ άστρα.
Με το μαύρο η αίγα και το πρόβατο
η ρίζα με το μαύρο
καθώς ανοίγω τους καρπούς και χύνεται μελάνι.
Μ’ ένα πόδι τα οράματα.
Μέρα και νύχτα ο αέρας είν’ αθέατος.

Περιμένω τ’ αστέρια σε γαλάζια λεπτότητα.
Πώς θα ’θελα ν’ αχτιδοβολήσουν τ’ άντερά μου!
Η ερημιά που ξέρουμε δεν είναι του θανάτου.

Χαράματα και χάθηκαν τ’ αστέρια.
Στο δέντρο χύθηκαν αιφνίδια πουλιά
τη σιωπή του για να λαμποκόψουν.

Ενάρετος που είναι ο πορτοκαλιώνας.
Τα δέντρα χαίρονται μέσα τους απ’ τη ζωή της τσιμουδιάς.
Ελευθερία· στερέωμα της σιωπής.
Ομοιόμορφο νεκροταφείο των προβλημάτων.
Αναρρίχηση στο Αθώο Γεγονός.

Φωνή χαράς ανάερη ωσάν μεταξοχάρτι.
Κάποιος θα μηρυκάζει αόρατη χλόη
στ’ αγγελοχώραφα.
Γιατί τους φοβηθήκαμε τους μύθους;

Η νόηση μοιάζει με παγοθραυστικό.
Το αίσθημα με πολλές σημαίες.
Η θέληση – πάλι – φαίνεται
σαν κάποια εποχή του Είναι.
Μα η καρδιά δεν έχει τ’ όμοιο της.

Την ώρα που χρυσίζει η μελαγχολία
και μπαίνει ο θεός
στον κήπο του τον άνθρωπο
αλίμονο αν εξοκείλω στα μάτια μου.


Νίκος Καρούζος
Η Δεύτερη Εποχή
[Πενθήματα 1969]
Εκδόσεις Ερατώ 1988