.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ VIII – ALBERTO CAEIRO [FERNANDO PESSOA]


Ένα μεσημέρι στο τέλος της άνοιξης
είδα ένα όνειρο σαν φωτογραφία:
τον Ιησού Χριστό να κατεβαίνει στη Γη.

Ήρθε απ' την πλαγιά ενός βουνού
κι είχε γίνει πάλι παιδί,
έτρεχε, κυλιόταν στο χορτάρι
ξερίζωνε λουλούδια και τα πετούσε,
γελούσε δυνατά για να τον ακούν μακριά.

Το 'χε σκάσει απ' τον ουρανό.
Ήταν πολύ δικός μας για να παριστάνει
το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας.
Στον ουρανό ήταν όλα ψεύτικα, όλα αταίριαστα
με τα λουλούδια, τα δέντρα, τις πέτρες.
Στον ουρανό έπρεπε να είναι πάντα σοβαρός
και κάποιες φορές να ξαναγίνεται άνθρωπος
να ανεβαίνει στο σταυρό και να πεθαίνει πάντα
με ένα στεφάνι όλο αγκάθια γύρω γύρω
τα πόδια καρφωμένα μ' ένα τεράστιο καρφί
κι ένα κουρέλι στη μέση του
σαν αυτό που φοράν οι νέγροι στις εικονογραφήσεις.
Μήτε τον άφηναν να έχει πατέρα και μητέρα
σαν τα άλλα παιδιά.

Ο πατέρας του ήταν δύο πρόσωπα:
ένας γέρος που τον έλεγαν Ιωσήφ, ξυλουργός το επάγγελμα
που δεν ήταν πατέρας του.
Ο άλλος ήταν ένα ηλίθιο περιστέρι
το μοναδικό άσχημο περιστέρι αυτού του κόσμου
γιατί δεν ήταν αυτού του κόσμου μήτε και περιστέρι.
Η μάνα του δεν είχε αγαπήσει πριν τον αποκτήσει.
Δεν ήταν γυναίκα. Ήταν μια σκευοθήκη
που μέσα της ήρθε από τον ουρανό.
Κι ήθελαν αυτός, που γεννήθηκε μόνο από μητέρα,
και δεν είχε ποτέ πατέρα για να τον αγαπήσει και
να τον σέβεται,
να κηρύσσει την καλοσύνη και τη δικαιοσύνη!

Μια μέρα που ο Θεός κοιμόταν
και το Άγιο Πνεύμα πετούσε τριγύρω,
πήγε στο κουτί με τα θαύματα κι έκλεψε τρία.
Με το πρώτο έκανε να μην καταλάβει κανείς πως
το 'χε σκάσει.
Με το δεύτερο έγινε για πάντα άνθρωπος και παιδί.
Με το τρίτο έκανε έναν Χριστό αιώνια εσταυρωμένο
και τον άφησε καρφωμένο στο σταυρό που υπάρχει
στον ουρανό
και χρησιμεύει για πρότυπο όλων των σταυρών.
Έπειτα ανέβηκε ως τον ήλιο
και κατέβηκε με την πρώτη αχτίδα που βρήκε.

Σήμερα ζει μαζί μου στο χωριό.
Είναι ένα παιδί φυσιολογικό μ' ωραίο γέλιο,
σκουπίζει τη μύτη με το δεξί του χέρι,
τσαλαβουτάει στους νερόλακκους,
κόβει λουλούδια, τ' αγαπάει και τα ξεχνάει.
Πετάει πέτρες στα γαϊδούρια,
κλέβει τα φρούτα απ' τα περβόλια
και τρέχει κλαίγοντας και ουρλιάζοντας απ' τα σκυλιά.
Κι επειδή ξέρει πως δεν τους αρέσει,
και πως όλοι το βρίσκουν αστείο,
παίρνει στο κατόπι τα κορίτσια
που περπατάνε παρέα
με το σταμνί στο κεφάλι
και τους σηκώνει τα φουστάνια.

Εμένα μου τα 'μαθε όλα.
Μου 'μαθε να κοιτάζω τα πράγματα.
Μου δείχνει όλα τα πράγματα που υπάρχουν στα λουλούδια.
Μου λέει πόσο οι πέτρες είναι χαριτωμένες
όταν τις κρατάμε στο χέρι
και τις κοιτάζουμε προσεκτικά.
Μου λέει πράγματα πολύ κακά για το Θεό.
Λέει πως είναι ένας γέρος ανόητος και άρρωστος
που όλο φτύνει στο πάτωμα
και λέει χυδαιότητες.
Η παρθένος Μαρία περνάει τα απογεύματα της
αιωνιότητας πλέκοντας κάλτσες.
Και το Άγιο Πνεύμα ξύνεται με το ράμφος του
κι ανεβαίνει στις καρέκλες και τις βρομίζει.
Όλα στον ουρανό είναι ανόητα σαν την Καθολική
Εκκλησία.
Μου λέει πως ο Θεός δεν καταλαβαίνει τίποτα
από τα πράγματα που δημιούργησε -
«Αν είναι αυτός που τα δημιούργησε, για το οποίο
αμφιβάλλω» -.
«Λέει, παραδείγματος χάρη, ότι τα πλάσματα
τραγουδούν τη δόξα του.
Αλλά τα πλάσματα δεν τραγουδούν τίποτα.
Αν τραγουδούσαν θα ήταν τραγουδιστές.
Τα πλάσματα υπάρχουν κι αυτό είν' όλο,
γι' αυτό λέγονται πλάσματα».

Κι ύστερα, αποκαμωμένος να κακολογεί το Θεό,
ο Χριστούλης κοιμάται στο στήθος μου
και τον πηγαίνω αγκαλιά στο σπίτι.

...............................................................................

Μένει μαζί μου, στο σπίτι μου στα μισά του λόφου.
Είναι το αιώνιο Παιδί, ο Θεός που έλειπε.
Είναι ένα φυσιολογικό ανθρώπινο ον,
είναι ένα θεϊκό ον που χαμογελάει και παίζει.
Γι' αυτό ακριβώς γνωρίζω με κάθε σιγουριά
πως είναι ο αληθινός Χριστούλης.

Κι αυτό το τόσο ανθρώπινο παιδί που είναι θεϊκό
είναι η καθημερινή μου ζωή του ποιητή,
κι ακριβώς επειδή πηγαίνει πάντα μαζί μου εγώ
είμαι πάντα ποιητής,
και το ελάχιστο βλέμμα μου
με γεμίζει αισθήσεις,
και ο μικρότερος ήχος, απ' ό,τι και να 'ναι,
μοιάζει να μιλάει μαζί μου.

Το Νέο Παιδί που κατοικεί μαζί μου
δίνει το ένα χέρι σ' εμένα
και το άλλο σε ό,τι υπάρχει
κι έτσι περπατάμε κι οι τρεις μας στον κάθε δρόμο,
πηδώντας και τραγουδώντας και γελώντας
απολαμβάνοντας το κοινό μας μυστικό
που είναι να ξέρουμε όπου και να 'μαστε
πως δεν υπάρχει μυστήριο στον κόσμο
και πως όλα αξίζουν τον κόπο.

Το Αιώνιο Παιδί με συνοδεύει πάντα.
Η κατεύθυνση του βλέμματός μου είναι το
δάχτυλό του που δείχνει.
Η ακοή μου προσεκτικά εύθυμη σε όλους τους ήχους
είναι τα γαργαλητά που κάνει, παίζοντας, στ' αυτιά μου.

Τα πάμε τόσο καλά ο ένας με τον άλλον
συντροφιά με τα πάντα
που ποτέ δεν σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλον.,
αλλά ζούμε μαζί όντας δυό
σε μια μυστική συμφωνία
όπως το αριστερό χέρι με το δεξί.

Το σούρουπο παίζουμε πεντόβολα
στο κατώφλι του σπιτιού,
σοβαροί όπως αρμόζει σ' ένα θεό κι έναν ποιητή,
σαν ο κάθε βόλος
να ήταν το σύμπαν ολόκληρο
και είναι γι' αυτόν μεγάλος κίνδυνος
να τον αφήσεις να πέσει χάμω.

Ύστερα εγώ του διηγούμαι ιστορίες μόνο για τα
πράγματα των ανθρώπων
κι αυτός χαμογελάει γιατί όλα είναι απίστευτα.
Γελάει με τους βασιλιάδες και μ' αυτούς που δεν
είναι βασιλιάδες,
και λυπάται σαν ακούει να μιλάν για πολέμους,
και για εμπόρια, και καράβια
που μένουν καπνός στον αέρα της ανοιχτής θάλασσας.
Γιατί αυτός ξέρει πως απ' όλα αυτά λείπει εκείνη
η αλήθεια
που έχει το άνθος όταν ανθίζει
και το φως του ήλιου
σαν αλλάζει τα βουνά και τις πλαγιές
και κάνει τους ασβεστωμένους τοίχους να πονάν τα
βλέφαρα.

Έπειτα αποκοιμιέται κι εγώ τον βάζω για ύπνο.
Τον παίρνω αγκαλιά και τον πηγαίνω σπίτι,
τον βάζω για ύπνο, γδύνοντάς τον αργά
σαν να ακολουθώ ένα τελετουργικό πολύ καθαρό
και μητρικό ώσπου να μείνει ολόγυμνος.

Κοιμάται μέσα στην ψυχή μου
και κάποιες φορές ξυπνάει τη νύχτα
και παίζει με τα όνειρά μου.
Μερικά τα γυρίζει ανάποδα,
κι άλλα τα βάζει το ένα πάνω στ' άλλο
και χειροκροτεί μονάχος
χαμογελώντας στον ύπνο μου.

................................................................................

Όταν θα πεθάνω, γιόκα μου,
ας γίνω εγώ το παιδί, το πιο μικρό.
Πάρε με τότε στην αγκαλιά σου
και πήγαινέ με σπίτι σου.
Γδύσε το ανθρώπινο και κουρασμένο είναι μου
και ξάπλωσέ με στο κρεβάτι σου.
Αν ξυπνήσω, διηγήσου μου ιστορίες
για να ξανακοιμηθώ.
Και δώσε μου από τα όνειρά σου για να παίζω
ώσπου να γεννηθεί μια μέρα
που εσύ ξέρεις ποια θα είναι.

..............................................................................

Αυτή είναι η Ιστορία του Χριστούλη μου.
Για ποιο λόγο που να τον καταλαβαίνουμε
να μην είναι αυτή πιο αληθινή
από όλα όσα σκέφτονται οι φιλόσοφοι
κι όλα όσα οι θρησκείες μας διδάσκουν;



FERNANDO PESSOA
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΚΑΕΪΡΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG 2014

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

ΚΑΠΝΟΤΌΠΙΑ [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ] – ERSKINE CALDWELL


Κάθε φορά που ο Τζήτερ στοχαζόταν τη γης και το βιός πούχε χάσει, έλεγε πως για όλη τούτη τη συφορά φταίγαν οι αθρώποι. Ώρες-ώρες έλεγε πως το φταίξιμο είταν όσο να πεις και δικότου, πίστευε ωστόσο πεισματικά πως αν έφτασε στο χάλι πούχε φτάσει είταν γιατί τον πήραν στο λαιμότους οι άλοι. Όπως και νάναι, δεν τον κατηγόρησε και τόσο το λοχαγό Τζον όσο κατηγόρησε τους άλους. Ο λοχαγός Τζον τούχε φερθεί πάντοτες εντάξει κ' είχε κάνει γιαυτόν όσα δεν έκανε ποτέςτου άλος κανένας. Όταν ο Τζήτερ είχε ξεπεράσει το κρέντιτότου στα μαγαζιά του Φούλερ, ο λοχαγός Τζον δεν είπε κουβέντα. Τον άφικε κι αγόραζε αβέρτα. Το τέλος όμως δεν άργησε νάρθει. Με το ξεπερασμένο σύστημα του λοχαγού, η καλιέργεια του μπαμπακιού δε σύφερνε πια κι ο λοχαγός Τζον παράτησε τη φάρμα και μετακόμισε στην Ογκάστα. Δεν έκανε καμια προσπάθεια να δείξει στους κολήγουςτου πως να προσαρμοστούν στις νεότερες και πιο οικονομικές μέθοδες καλιέργειας γιατί νόμιζε πως είταν χαμένος κόπος κάθε τέτια προσπάθεια. Προτίμησε να πουλήσει τα ζώα και τα εργαλεία και να κατέβει στην Ογκάστα. Μια λογική εκμετάλευση των χτημάτωντου, των υποζυγίων και των εργαλείων θα μπορούσαν να δόσουν τη δυνατότητα στον Τζήτερ και σε ντουζίνες άλους σαν τον Τζήτερ που βρεθήκαν να εξαρτιούνται απ το λοχαγό Τζον , να βγάνουν σοδιές πυ θαν τους δίνανε το ψωμίτους και θαν τους περίσεβε κιόλας μπαμπάκι ναν το πουλήσουν με κέρδος. Ένας αγροτικός συνεταιρισμός θαν τους είχε σώσει όλους.
Τώρα ο Τζήτερ είχε πέσει στη φτώχεια και στην εξαθλίωση. Τούχαν πάρει τα μέσα για να ζήσει και πέθαινε λίγο λίγο της πείνας.
Όλος κείνος ο τόπος ένα γύρω είταν στην αρχή χτήμα του παπού του Τζήτερ. Εδώ κ' εβδομηνταπέντε χρόνια τα χώματάτου είταν τα καλύτερα σ' ολάκερη την κεντροδυτική Γεωργία. Ο παπούςτου είχε ξεχερσόσει το μεγαλύτερο μέρος απ τα χτήματα για να φυτέψει καπνό. Τα χώματα κείνη την εποχή είταν ένα κ' ένα για καπνό. Είταν ένας αμουδερός πηλός και τ' αυλάκι γινόταν βαθύ και στεγνό. Κ' είταν ακόμα εκατοντάδες οι ετοιμόροπες καπναποθήκες με σκασμένη τη λάσπη στους τοίχους – απομεινάρια της παλιάς φυτείας. Μερικές από δαύτες στέκονταν ακόμα, οι πιότερες όμως είχαν σαπίσει κ' είχαν πέσει χάμου σωρός.
Ο δρόμος που περνούσε μπροστά απ το σπίτι του Τζήτερ, είταν ο αρχικός ταμπακόδρομος πούχε φτιάξει ο παπούςτου. Είταν κάπου δεκαπέντε μίλια μακρύς και τράβαγε κατά τα νοτιοανατολικά απ τα ριζά των λόφων του Πιεντμόντ, όπου άρχιζαν οι αμόλοφοι, ως τους απότομους όχτους του ποταμού. Πάνω σε κείνον το δρόμο κυλάγανε τα βαρέλια με τον καπνό, κάτι μεγάλα βαρέλια γιομάτα φύλα καπνό που τον δούλευαν και τον ξέραιναν στις πλινθόχτιστες αποθήκες. Χιλιάδες βαρέλια κύλησαν έτσι απ την κορφή της πλαγιάς που ένονε την αλυσίδα των αμόλοφων κ' είχαν φτιάξει έναν καλοπάτητο και στέρεο δρόμο ολάκερη εκείνη την απόσταση τα δεκαπέντε μίλια. Άλοτες τα βαρέλια τα σπρόχνανε τσούρμα νέγροι ως τότες όμως ακολούθαγαν την κορυφογραμή της πλαγιάς γιατί αν ξέφευγαν από κει, τα μεγάλα βαρέλια θα κατρακύλαγαν το λόφο και θα πέφτανε μέσα στα ρέματα που τρέχανε πλάι-πλάι με το δρόμο και χύνονταν στο ποτάμι κιαν βρεχόταν ο καπνός θα χάλαγε και δε θ' άξιζε πεντάρα.
Ύστερα από εβδομηνταπέντε χρόνια, ο ταμπακόδρομος έμενε ακόμα και μόλο που σε πολλές μεριές είχε αρχίσει να δείχνει πως πάει να σβήσει, τα χαράγματάτου είταν τόσο βαθύ που θάμενε όσο κ' οι αμόλοφοι, είσαντε ντουζίνες οι ταμπακόδρομοι στη δυτική μεριά της κοιλάδας της Σαβάνας, μερικοί κανά μιλι μονάχα μάκρος, κιάλοι που τραβάγαν εικοσπέντε με τριάντα μίλια ως τα ριζά των λόφωντου Πιεντμόντ. Αν προπάταγες βορειοανατολικά, μπόραγες νάσαι σίγουρος πως θ' αντάμονες έξι κι οχτώ τέτιους ταμπακόδρομους σε μια μονάχα μέρα. Η περιοχή, είταν το κοτσάνι, πλατύ στο κάτου μέρος που άρχιζε σιγά-σιγά και διακλαδιζόταν σε φλέβες όσο προχώραγες προς τα πάνου. Στις πλαγιές της κοιλάδας οι χείμαροι τρέχανε σχηματίζοντας αυλακιές σαν τα νεύρα ενού φοινικόφυλου.
Ο πατέρας του Τζήτερ είχε κληρονομήσει τη μισή απ την αρχική φυτεία των Λέστερ και σελίγο η μισήτου κληρονομιά τούφυγε μές απ τα χέρια. Και πρώτα-πρώτα, βρέθηκε σ' αδυναμία να πλερόσει τους φόρους. Τα πιότερα στρέματα πουληθήκανε για να πλεροθεί ο φορατζής που όλο και πιότερα γύρευε από χρόνο σε χρόνο. Ό,τι απόμεινε, το δούλεψε όσο καλύτερα μπορούσε. Δεν έβαζε τίποτα άλο από μπαμπάκι. Εξαιτίας όμως ο αμουδερός πηλός, ο πατέρας του Τζήτερ βρισκόταν κάθε χρόνο στην ανάγκη να ρίχνει όλο και πιότερο λίπασμα. Η αμουδερή γης δεν μπόραγε να κρατήσει το λίπασμα σαν πέφταν οι μεγάλες καλοκαιριάτικες βροχές. Οι βροχές παράσερναν το λίπασμα πριν προφτάσουν οι ρίζες του μπαμπακιού ναν το ρουφήξουν.
Σα μεγάλοσε αρκετά ο Τζήτερ και μπόραε να δουλέψει στα χωράφια, η γης είχε γίνει τόσο φαγάνα που τα πιότερα χωράφια τ' αφήκανε να γίνουν πευκοδάσα. Η γης είχε εξαντληθεί απ το φύτεμα του μπαμπακιού τόσα χρόνια συνέχεια κ' είταν αδύνατο να βγάλεις πάνω απόνα τέταρτο της μπάλας απ' το κάθε στρέμ. Οι αγρότες ρίχναν όλο και πιότερο λίπασμα στα χωράφια και κείνο ξεπλενόταν όλο και πιο γρήγορα μες απ τ' αμουδερά χώματα, πριν προφτάσουν οι μπαμπακιές ναν τα τραβήξουν με τις ρίζες τους.
Σαν πέθανε ο πατέραςτου, του άφικε κληρονομιά ό,τι είχε απομείνει απ τα χωράφια και τα χρέη των Λέστερ. Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να γίνει είταν να κανονιστεί η υποθήκη. Για να πληρωθούν οι δανειστές, κόπηκε όλη η ξυλεία και πουλήθηκε κιάλο μεγάλο μέρος της γης. Δυό χρόνια αργότερα ο Τζήτερε βρέθηκε βουτηγμένος στα χρέη ως το λαιμό. Όταν ταχτοποιήθηκαν οι απαιτήσεις δεν είχε μήτε στρέμα γης δικότου μήτε σπίτι. Ο λοχαγός Τζον άφισε τον Τζήτερ και τη φαμίλιατου να μείνει σ' ένα απ τα σπίτια και να δουλέψει τα χωράφια μισακά. Αυτό έγινε δέκα χρόνια πριν απ τον Παγκόσμιο Πόλεμο.
Απο κει κι ύστερα ο Τζήτερ βούλιαζε στη φτώχια κάθε χρόνο και χειρότερα. Το πράμα φαίνεται νάφτασε ως εκεί που δεν έπαιρνε άλοόταν ο λοχαγός Τζόν πούλησε τα μουλάρια του και τ' άλλα ζώα και μετακόμισε στην Ογκάστα. Από τότες κ' ύστερα ο Τζήτερ έχασε και τα δυό τρίτα της σοδιάς πούπαιρνε για το μόχτοτου κάθε χρόνο και δεν ξαναβρέθηκε ποτέςτου πια νάχει πίστωση ανοιχτή για τρόφιμα, ταμπάκο κιάλα χρειαζούμενα, στα μαγαζιά του Φούλερ. Φεύγοντας ο λοχαγός Τζον πήρε μαζίτου και το κρέντιτο. Ο Τζήτερ τάχε χαμένα και δεν ήξερε τι να κάνει. Δίχως φαΐ και ταμπάκο – άρχισε ναν του φαίνεται πως δεν άξιζε τον κόπο να ζήσει μια τέτια ζωή.
Τα πιότερα παιδιά του είχαν φύγει κιόλας απ το σπίτι πηγαίνοντας στην Ογκάστα για αλού. Ο Τζήτερ δεν είχε ιδέα που ακριβώς βρίσκονταν τώρα.
Η Άντα τούχε φτιάξει δεκαεφτά παιδιά. Τα πέντε είχαν πεθάνει και τα δώδεκα π' απόμειναν, σκορπίσανε. Μονάχα η Έλη Μαίη κι ο Ντιούντ μέναν ακόμα σπίτι. Η Περλ έμενε δυό μίλια μόλις μακριά, δεν ήρθε όμως ποτέςτης να δει τον Τζήτερ και την Άντα, μήτε και κείνοι πήγαιναν ποτές ναν τη δούνε. Τα παιδιά πούχαν πεθάνει, είταν θαμένα εδώ και κει στη φάρμα. Η γης οργόθηκε μετά το θάνατότους κ' έτσι που δεν είχαν βάλει κανένα σημάδι στους τάφους, κανένας δεν ήξερε τώρα που να ψάξει, αν λάχαινε και του πέρναγε η ιδέα ναν τους βρει.
Εξόν απ τον Ντιούντ και την Έλη Μαίη, όλα τα παιδιά είταν παντρεμένα. Ο Τζήτερ νόμιζε πως ήξερε που βρίσκεται ο Τομ, δεν ήταν όμως και πολύ σίγουρος. Τούλαχε ν' ακούσει στα μαγαζιά του Φούλερ πως ο Τομ που είταν ο μεγαλύτερος γιόςτου, είχε ένα συνεργείο πούκοβε τραβέρσες στη γειτονική επαρχία, κάπου είκοσι μίλια μακριά.
Κανένας δεν είχε ιδέα που βρίσκονταν τ' άλα παιδιά, μήτε αν ζούσαν ακόμα όλατους. Η Λίζη Μπελ είταν η τελευταία πούχε φύγει απ το σπίτι. Είχε φύγει δω και πολά χρόνια λέγοντας πως θα πάγαινε να δουλέψει σ' ένα κλωστάδικο στο απέναντι μέρος του ποταμού, πέρα απ την Ογκάστα. Είταν καμιά δεκαριά και παραπάνου τα κλωστάδικα στην κοιλάδα του Χόρσκρικ, δεν είχε πει όμως σε ποιο απ όλα θα πάγαινε να πιάσει δουλιά. Του Τζήτερ τούχαν πει πως βρισκόταν ακόμα εκεί πως είχε παντρεφτεί κ' είχε κιόλας εφτά παιδιά. Δεν ήξερε αν είταν αλήθια όλα τούτα γιατί μήτε αυτός μήτε η Άντα λάβαινε ποτές κάνα γράματης.

Είταν φορές που ο Τζήτερ ένιοθε μοναξιά έτσι που δεν είχε όλα τα παιδιάτου γύρωτου και πολύ το λαχτάραγε να βρισκόταν κανένα να γύρναγε ναρχότανε ναν τόνε δει και για ναν τούγραφε κάνα γράμα. Κάθε φορά που στοχαζόταν κάτι τέτιο, αναρωτιόταν μήπως και του γράφανε και δεν τάπαιρνε τα γράματάτους. Δεν πέρναε επαρχιακός ταχυδρόμος απ τον ταμπακόδρομο μήτε κι ο Τζήτερ είχε γραματοκιβώτιο. Τόχε όμως ειπωμένα αμέτρητες φορές πως θα κατέβαινε καμιά μέρα στο ταχυδρομικό γραφείο του Φούλερ και θα ρώταγε αν είχε ρθει κάνα γράμα για λόγουτου απ τη Λίζη Μπέλ ή την Κλάρα ή τον Τομ ή από κανένα άλοτου παιδί. Κ' ήξερε πως θάπρεπε να βρει και κάπιονε ναν του διαβάσει το γράμα γιατί μήτε αυτός μήτε η Άντα μάθανε ποτέςτους να διαβάζουν. Είχε κατέβει στο Φούλερ χίλιες φορές από τότες που το πρωτοσκέφτηκε να ρωτήσει στο ταχυδρομείο μην έχει κάνα γράμα, ως τώρα όμως ακόμε δεν τάχε καταφέρει να περάσει να ρωτήσει.
Έλπιζε πως καμιά μέρα θαν του ρχόταν βολετό να ξεκινήσει και να πάει στην επαρχία Μπαρκ να δει τον Τομ. Χρόνια τώρα σκεδίαζε να κάνει αυτό το ταξίδι, όμως κάθε φορά όλο και κάπιο εμπόδιο θαν τούμπαινε μπροστά. Άλοτες έφταιγε κείνη η σακαράκα τ' αυτοκίνητο που δεν έλεγε να ξεκινήσει κιάλοτες του τα χάλαγε ο καιρός κ' οι λάσπες στους δρόμους.
Το ταξίδι για να δει τον Τομ το σκεδίαζε για δυό λόγους. Ήθελε φυσικά να δει το γιότου και να κάτσει ναν τα πούνε, ο σπουδαιότερος λόγος ωστόσο είταν που ο Τζήτερ πίστευε πως ο Τομ θαν τούκοβε ένα ταχτικό μηνιάτικο σα μάθαινε πόσο άσκημα είχε ρέψει στην πείνα και πόσο κάναν κρα κι αυτός κ' η Άντα για λίγη μάσα και ταμπάκο. Απ όσα είχε ακουστά ο Τζήτερ στα μαγαζιά του Φούλερ, είχε καταλάβει πως δε θάτανε τίποτα για τον Τομ ναν του δίνει λίγα δολάρια κάθε βδομάδα. Όλοι του λέγανε πως ο Τόμ είχε πενήντα μ' εξήντα μουλάρια και τα διπλά βόδια κ' έβαζε ένα σωρό λεφτά στο πουγγίτου απ τις τραβέρσες που πούλαγε στους σιδερόδρομους. Ο Τζήτερ τάχε ακούσει πολές φορές όλ αυτά στο Φούλερ και δεν τούμενε καμιά αμφιβολία πως είταν αλήθια. Δεν τόβαζε ο νουςτου πως ο Τομ θ' αρνιόταν ποτές ναν τους συντρέξει, αυτόνε και την Άντα, σαν πάγαινε και τούλεγε τι φτώχια τους έδερνε. Τώρα πούχαν περάσει τα κρύα κ' οι βροχές του χειμώνα, ο Τζήτερ έλπιζε πως θαν τα κατάφερνε καμιά μέρα να κάνει το ταξίδι σαν έμπαινε το καλοκαίρι. Δεν θάχε λάσπες στους δρόμους τότες πια και θ' αργούσε να σκοτεινιάσει.
Ο χειμώνας που πέρναγε κ' η άνοιξη π' άρχιζε κ' έμπαινε σιγά-σιγά, είχαν τη συνηθισμένητους επίδραση πάνου στον Τζήτερ. Οι ζεστές τελευταίες μέρες του Φλεβάρη, είχαν ξυπνήσει και πάλι μέσατου τη λαχτάρα να οργόσει τη γης. Κάθε χρονιά, τέτια εποχή, έβαζε ξανά τα δυνατάτου να κάνει χωράφι και νάβρει τρόπο ν' αγοράσει τον μπαμπακόσπορο και το λίπασμα με κρέντιτο απ τα μαγαζιά του Φούλερ. Όσο κιαν παιδευόταν κατάληγε πάντα να βρεθεί μπροστά σε μαγαζάτορες που του κόβανε με το μαχαίρι την κουβέντα κι αρνιόνταν ναν του δόκουν μιας πεντάρας κρέντιτο. Ωστόσο ο Τζήτερ έβαζε φωτιά σε κάνα-δυό χωράφια κάθε άνοιξη και τα καθάριζε απ τα βούρλα έτσι που νάναι έτοιμα για όργομα αν λάχαινε και βρισκόταν κανένας ναν του δανείσει ένα μουλάρι και ναν του δόκει λίγο μπαμπακόσπορο και λίπασμα. Κάθε άνοιξη τούτα τα τελευταία έξη-εφτά χρόνια, ξανά και μάτα πάλε, η ίδια ιστορία.
Ο Τζήτερ είχε κληρονομημένον έναν έρωτα για τη γης που όλα τα παθήματα κ' οι καταστροφές δεν είχαν καταφέρει ναν τον ξεριζόσουν από μέσατου. Είχε ζήσει όλη τη ζωήτου σ' ένα μικρό απομεινάρι της φυτείας των Λέστερ και μόλο που τόξερε καλά πως μήτε αυτό το απομεινάρι δεν είταν νομικά δικότου, ένιοθε πως θα πέθαινε αν αναγκαζότανε να φύγει από κει. Κιαν ακόμα του δινόταν η ευκαιρία να πάει και να δουλέψει στη φάρμα κανενός άλου μισακά, πάλε δε θα δεχότανε να πάει και να ζήσει ακόμα και να δουλέψει στα κλωστάδικα. Το ανήσυχο ρεύμα των άλων κολήγων που φεύγαν και τραβάγαν για τις φάμπρικες, τον άφινε αδιάφορο τον Τζήτερ. Μπορεί νάναι καμπόσοι που τόχουν στο σκαρίτους να δουλεύουν στα κλωστάδικα, έλεγε, όσο για μένανε όμως, κάλιο τόχω να πεθάνω της πείνας παρά ν' απαρατήσω τη γης. Εφτά χρόνια τώρα, δεν είχε αλάξει γνώμη. Αν άλαξε σε κάτι, είταν που τόχε πάρει πιο πεισματικά απόφαση από κάθε άλη φορά να μείνει κει που βρισκόταν με κάθε θυσία.
Σαν έφυγε η Λίζη Μπελ απ το σπίτι, η Άντα είχε πει πως της καλάρεσε να μετακομίσει κ' ελόουτης στην Ογκάστα. Ο Τζήτερ όμως δεν ίδρονε τ' αυτίτου ό,τι κιαν τούλεγε. Μήτε στιγμή δεν τόχε λαχταρήσει ποτέςτου ν' απαρατήσει τη γης και να ζήσει σε μια πολιτεία με φάμπρικες.
-Οι αθρώποι της πολιτείας, έχουνε χούγια που δεν τα γουστέρνει ο Κύριος Ημών, είχε πει ο Τζήτερ κουνόντας το κεφάλιτου. Δεν είναι θέλημα του Κύριου Ημών ένας άθρωπος πούχει μέσατου τη μυρουδιά της γης να πάει και να κλειστεί σε μια φάμπρικα στην Ογκάστα. Μπορεί νάναι καμπόσοι που ναν τόχει το σκαρίτους να ξηγιούνται τέτοιας λογής, όμως ο Κύριος Ημών δεν τόβανε ποτέςτου κατανού να κάνω και γω το ίδιο. Μ' έβανε δω χάμου στη γης να πορευτώ και δεν τόχω σκοπό ναν τήνε παρατήσω. Αν είταν να μένω κλεισμένος οληνώρα μέσα σε μια φάμπρικα, θάνιοθα όπως νιόθει ένα κοτόπουλο που του κόβεις το κεφάλι.
-Μιλάς σα γερομπουνταλάς, είχε πει η Άντα ζοχαδιασμένη. Χίλιες βολές καλυτερα ναν τη βολέψεις στις φάμπρικες παρά να κάθεσαι δω χάμου στον ταμπακόδρομο και να ψοφάς της πείνας. Κάτου κει θα μπόραγα νάχα όσο ταμπάκο γουστάριζε η καρδιάμου. Δω χάμου όμως δεν έχω μήτε τόσο που να φτάνει να μου κόψει τη λιγούρα.
-Ο Κύριος Ημών τόχει σκοπό να μας συντρέξει, της είχε αποκριθεί ο Τζήτερ. Ετοιμάζουμαι κιόλας να δεχτώ την απλοχεριάτου. Λέω με το νουμου, πως μπορεί να μας θυμηθεί απ ώρα σ' ώρα. Δε θα μας αφίκει να μείνουμε δω πέρα και να ψοφήσουμε της πείνας. Θα μας στείλει όπου νάναι λίγο ταμπάκο και τίποτις για μάσα. Σ' όλημου τη ζωή στάθηκα θεοφοβούμενος άθρωπος κι ο Κύριος Ημών δε θα μ' αφίκει να βασανίζουμαι άλο.
-Κάτσε κει που κάθεσαι και καρτέρα! Δέκα χρόνια να περάσουν, στο ίδιο χάλι θάσαι – α δεν τάχεις τινάξει μέχρι τότες. Ακόμα και τα παιδιά σταθήκανε πιο μυαλομένα από σένα – μην τάχα δε μας απαράτησαν και φύγανε να δουλέψουν στις φάμπρικες μόλις μεγαλόσανε μια στάλα; Τόδανε πως δεν φελάει να κάθουνται δω χάμου να περμένουν ναν τους βάλεις συ καμιά μπουκιά στ άδιοτους στόμα και στις άδιεςτους κοιλιές. Το πήραν χαμπάρι πως δε θα κούναγες ποτές μήτε το μικρόσου δάχτυλο για ναν το ταΐσεις. Μόνε να κάθεσαι και να γλωσοκοπανάς είσαι άξιος. Α δεν είμανε τόσο γριά, θα σηκονόμουνα τούτη τη στιγμή και θα πάγαινα στις φάμπρικες να βγάνω κάνα μεροκάματο.
-Ο Κύριος Ημών μου στέλνει κάθε λογής κακό και συφορά, μόνο και μόνο για να δοκιμάσει την ψυχήμου. Σίγουρα θαν τόχει σκοπό να κάνει κάτιτις σπουδαίο και μεγάλο για λόουμου γιατί, μα την αλήθεια με δοκιμάζει σκληρά. Σάμπως να μου φαίνεται πως στοχάζεται και λέει: Άμα τα καταφέρει ο Τζήτερ και τα βγάλει πέρα με τη φαμελιάτου, μπορεί ναν τούχω εμπιστοσύνη πως θαν τον βάνει κάτου και τον οξαποδώ.
-Σιγά τον πολυέλαιο! είχε πει η Άντα. Άμα ο Κύριος Ημών δεν πει να κουνήσει το χεράκιτου τώρα σύντομα, κλάψεμας. Το φουκαριάρικο το στομάχιμου το τρελαίνουν οι πόνοι ολημερίς, σα δεν έχω λίγο ταμπάκο να μου κόψει τη λιγούρα.



ERSKINE CALDWELL
ΚΑΠΝΟΤΌΠΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ



Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Τα Ρευστά Φαντάσματα και τα Μυστήριά τους – Eliphas Levi


Οι αρχαίοι τους είχαν δώσει διάφορα ονόματα: λάρβα, λεμούρια*. Τους άρεσε ο ατμός του χυμένου αίματος και απέφευγαν τις λάμες των σπαθιών.
Οι θεουργοί τα επικαλούνταν και οι Καββαλιστές τα χαρακτήριζαν σαν στοιχειακά πνεύματα.
Δεν ήταν όμως πνεύματα, επειδή ήταν θνητά.
Ήταν πυκνοποιημένα ρευστά τα οποία ήταν δυνατό να καταστραφούν με τεμαχισμό.
Ήταν ένα είδος εμψυχωμένων αντικατοπτρισμών, ατελείς εκπορεύσεις της ανθρώπινης ζωής. Οι παραδόσεις της Μαύρης Μαγείας λένε ότι η γέννησή τους οφειλόταν στη σεξουαλική στέρηση του Αδάμ. Ο Παράκελσος αναφέρει ότι οι ατμοί του αίματος των υστερικών γυναικών γεμίζουν τον αέρα με φαντάσματα. Και αυτές οι ιδέες είναι τόσο αρχαίες, ώστε βρίσκουμε ίχνη τους στον Ησίοδο, ο οποίος απαγορεύει με έντονο τρόπο οποιοδήποτε μόλυσμα.
Τα πρόσωπα που συνήθως καταλαμβάνονται από φαντάσματα, είτε διεγείρονται, λόγω αυστηρής σεξουαλικής αποχής, είτε εξασθενούν λόγω υπερβολικής ερωτικής ενασχόλησης.
Τα ρευστά φαντάσματα, είναι εκτρώματα του ζωτικού φωτός. Είναι εύπλαστα διάμεσα, χωρίς σώμα και πνεύμα, γεννημένα από τις υπερβολές του πνεύματος και τις διαταραχές του σώματος.
Αυτά τα περιπλανώμενα διάμεσα μπορούν να θελκτούν από ορισμένους εκφυλισμένους, οι οποίοι είναι μοιραία συμπαθητικοί προς αυτά και οι οποίοι – με δικό τους κόστος – τους δανείζουν μια τεχνητή ύπαρξη μεγάλης ή μικρής διάρκειας. Τότε αυτά, χρησιμεύουν σαν συμπληρωματικά όργανα των ενστικτωδών επιθυμιών αυτών των εκφυλισμένων. Ποτέ δεν τους θεραπεύουν, τους παραπλανούν όλο και περισσότερο και τους δίνουν όλο και μεγαλύτερες παραισθήσεις.
Εφόσον τα σωματικά έμβρυα μπορούν να πάρουν τις μορφές που τους δίνει η φαντασία της μητέρας τους, τότε και αυτά τα περιπλανώμενα ρευστά έμβρυα θα πρέπει να έχουν τεράστια ποικιλία και να μεταμορφώνονται με καταπληκτική ευκολία. Η τάση τους να παίρνουν κάποιο σώμα για να έλξουν μια ψυχή, τα κάνει να στερεοποιούνται και να αφομοιώνουν με φυσικό τρόπο τα σωματικά μόρια που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα.
Έτσι, στερεοποιώντας τον ατμό του αίματος, ξαναδημιουργούν αίμα, εκείνο που οι μανιακοί των παραισθήσεων βλέπουν να κυλάει από τις εικόνες και τα αγάλματα. Δεν τα βλέπουν όμως μόνο αυτοί. Οι Βιντράς και η Ρόουζ Ταμισιέ δεν είναι απατεώνες, ούτε μύστες. Το αίμα πραγματικά κυλάει. Οι γιατροί το εξετάζουν, το αναλύουν. Είναι αίμα, αληθινό ανθρώπινο αίμα. Από που όμως προέρχεται; Μπορεί να σχηματιστεί από μόνο του στην ατμόσφαιρα; Μπορεί να κυλήσει από ένα μάρμαρο, από ένα ζωγραφισμένο καμβά, από μια όστια; Αναμφίβολα όχι. Αυτό το αίμα κυκλοφορούσε κάποτε σε φλέβες, έπειτα χάθηκε, εξατμίστηκε, στέγνωσε. Ο ορός έγινε ατμός, τα αιμοσφαίρια έγιναν ανεπαίσθητη σκόνη, όλο μαζί υψώθηκε και στροβιλίστηκε στην ατμόσφαιρα και στη συνέχεια προσελκύστηκε μέσα στο ρεύμα κάποιου ιδιαίτερου ηλεκτρομαγνητισμού. Ο ορός ξαναέγινε υγρός. Απορρόφησε πάλι τα αιμοσφαίρια που χρωματίστηκαν από το αστρικό φως και το αίμα κυλάει.
Η φωτογραφία αποδεικνύει ικανοποιητικά ότι οι εικόνες είναι πραγματικές διαφοροποιήσεις του φωτός. Υπάρχει, λοιπόν, μια συμπτωματική και τυχαία φωτογραφία, η οποία αποτυπώνει διαρκείς εντυπώσεις από τους περιπλανώμενους στην ατμόσφαιρα αντικατοπτρισμούς, επάνω σε φύλλα δέντρων, στο ξύλο, ακόμη και στις πέτρες. Κατ' αυτόν τον τρόπο σχηματίζονται εκείνες οι φυσικές μορφές στις οποίες ο Γκαφαρέλ έχει αφιερώσει διάφορες σελίδες του βιβλίου του Ανήκουστα Παράδοξα, εκείνες οι πέτρες στις οποίες αποδίδει μαι απόκρυφη δύναμη και τις οποίες ονομάζει gamahes. Έτσι έχουν σχηματιστεί εκείνα τα γράμματα και τα σχέδια, τα οποία αφήνουν κατάπληκτους τους παρατηρητές των ρευστών φαινομένων. Αποτελούν αστρικές φωτογραφίες, οι οποίες εντυπώθηκαν από τη φαντασία των μέντιουμ με ή χωρίς τη βοήθεια των ρευστών αστρικών κελυφών.
Η ύπαρξη αυτών των αστρικών κελυφών αποδείχτηκε καθοριστικά από μια μάλλον περίεργη εμπειρία. Διάφορα άτομα, θέλοντας να δοκιμάσουν τη μαγική δύναμη του αμερικανού Χόουμ, του ζήτησαν να καλέσει διάφορους συγγενείς και υποκρίνονταν ότι είχαν χάσει, ενώ στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχαν υπάρξει. Τα φαντάσματα δεν άργησαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα και τα φαινόμενα που ακολούθησαν μετά το κάλεσμα του μέντιουμ ήταν τελείως υλικά.
Αυτή η εμπειρία είναι αρκετή για να καταδικάσει την πολύπαθη ευπιστία και τα τυπικά σφάλματα εκείνων που πιστεύουν ότι μεσολαβούν δήθεν τα πνεύματα, για να προκαλέσουν αυτά τα παράξενα φαινόμενα. Για να επιστρέψουν οι νεκροί, είναι πάνω από όλα απαραίτητο να είχαν κάποτε υπάρξει και οι δαίμονες δε θα γίνουν εύκολα τα θύματα της σύγχυσής μας.

Σαν όλους τους Καθολικούς, πιστεύουμε στην ύπαρξη των πνευμάτων του σκότους, γνωρίζουμε όμως ότι η θεϊκή δύναμη τους έδωσε το σκοτάδι για αιώνια φυλακή και ότι ο Λυτρωτής είδε το Σατανά να πέφτει από τον Ουρανό σαν αστραπή. Εάν οι δαίμονες μας βάζουν σε πειρασμό, αυτό οφείλεται στην εκούσια συνενοχή των παθών μας και δεν τους επιτρέπεται να σηκώσουν κεφάλι ενάντια στην αυτοκρατορία του Θεού και να διαταράσσουν την αιώνια τάξη της Φύσης με ανόητες και άχρηστες εκδηλώσεις.
Οι διαβολικές σφραγίδες και τα σύμβολα που παράγονται χωρίς το μέντιουμ να έχει ιδέα γι' αυτά, προφανώς δεν αποτελούν αποδείξεις μιας σιωπηλής ή επίσημης συμφωνίας μεταξύ αυτών των εκφυλισμένων και των διανοιών της αβύσσου. Αυτά τα σύμβολα εκφράζουν εξαρχής την αστρική δίνη και παραμένουν σε μια κατάσταση αντικατοπτρισμού μέσα στις αντανακλάσεις του αποκαλυμμένου φωτός. Η Φύση επίσης, έχει τις δικές της αναμνήσεις και μας στέλνει τα ίδια σύμβολα για να αντιστοιχούν στις ίδιες ιδέες. Τίποτε το υπερφυσικό ή το καταχθόνιο δεν υπάρχει σε όλα αυτά.
«Τι; Θέλετε να παραδεχτώ», μας είπε ο Κιρέ ντε Σερβόζ, ο πρώτος ιερέας του Βιντράς, «ότι ο Σατανάς τολμάει να εντυπώνει τα σιχαμερά του στίγματα επάνω σε καθαγιασμένα αντικείμενα, τα οποία έγιναν το πραγματικό σώμα του Ιησού Χριστού;» Του δηλώσαμε αμέσως και εμείς πως ήταν αδύνατο να συμβεί αυτή η βλασφημία. Και όμως – όπως αποδείξαμε και στα άρθρα μας στο Estafette, – τα σύμβολα που αποτυπώθηκαν με ματωμένους χαρακτήρες επάνω στις όστιες του Βιντράς, οι οποίες είχαν κανονικά καθαγιαστεί από τον Σερβόζ, ήταν εκείνα που η Μαύρη Μαγεία αναγνωρίζει σαν σφραγίδες των δαιμόνων.
Η αστρική γραφή συχνά είναι γελοία ή αισχρή. Όταν ερωτώνται τα υποτιθέμενα πνεύματα σχετικά με τα μεγαλύτερα μυστήρια της Φύσης, συχνά απαντούν με έναν άξεστο τρόπο, ο οποίος κάποτε έγινε, ας πούμε, ηρωικός μέσα από τη στρατιωτική φυσιογνωμία του Καμπρόν. Τα σχέδια που δημιουργούνται μέσω αυτόματης γραφής πολύ συχνά είναι κακοσχηματισμένοι φαλλοί, σαν εκείνους που ζωγραφίζει αμέριμνα κάποιος νεαρός αλήτης στους τοίχους, για να το πούμε πιο παραστατικά. Τούτο αποτελεί μια επιπλέον απόδειξη ότι η ευφυία δεν έχει εκαμία σχέση με αυτές τις εκδηλώσεις και θα ήταν τελείως παράλογο να αναγνωρίσουμε σε αυτές τη μεσολάβηση απελευθερωμένων από τους περιορισμούς της ύλης πνευμάτων.
Ο Ιησουίτης Πολ Σαουφίντιους, ο οποίος έγραψε για τα ήθη και τα έθιμα των Ιαπώνων, αναφέρει μια αξιοσημείωτη ιστορία. Κάποια φορά διέσχιζε μια έρημο μια ομάδα από ιάπωνες προσκυνητές. Εκεί που πήγαιναν, είδαν να έρχεται προς το μέρος τους μια ομάδα φαντασμάτων. Όσοι ήταν οι προσκυνητές, τόσα ήταν και τα φαντάσματα και μάλιστα προχωρούσαν με τον ίδιο βηματισμό. Στην αρχή έμοιαζαν σαν κάμπιες, αλλά πλησιάζοντας έπαιρναν ανθρώπινο σχήμα. Σύντομα συναντήθηκαν με τους προσκυνητές και γλίστρησαν σιωπηλά ανάμεσά τους. Τότε ο κάθε προσκυνητής είδε το αντίγραφό του, επειδή το κάθε φάντασμα είχε γίνει η τέλεια εικόνα και η πραγματική αντανάκλασή του. Οι Ιάπωνες φοβήθηκαν και έπεσαν στο έδαφος, ενώ ο ιερέας που τους οδηγούσε άρχισε να προσεύχεται με μεγάλες φωνές και υποκλίσεις. Όταν οι προσκυνητές σηκώθηκαν πάλι, τα φαντάσματα είχαν εξαφανιστεί και η ομάδα των πιστών μπόρεσε να συνεχίσει ειρηνικά το ταξίδι της. Αυτό το φαινόμενο, την αλήθεια του οποίου δεν αμφισβητούμε, παρουσιάζει το διπλό χαρακτήρα των αντανακλάσεων και την ξαφνική προβολή των αστρικών κελυφών σαν αποτέλεσμα της ατμοσφαιρικής ζέστης και της εξουθενωτικής εξάντλησης των προσκυνητών.
Ο δρ. Μπριέρ ντε Μπουασμόν,στην ενδιαφέρουσα πραγματεία του, με τίτλο, Θεραπεία των παραισθήσεων, μας μιλάει για κάποιον πνευματικά υγιή άντρα, ο οποίος δεν είχε οράματα. Ένα πρωί, όμως, είδε ένα φοβερό και μυστηριώδη πίθηκο που του έτριζε τα δόντια και επιδόθηκε στους πλέον τρομερούς μορφασμούς. Ο άνθρωπος ξύπνησε απότομα, ήταν ήδη μέρα. Πήδηξε από το κρεβάτι και πάγωσε από το φόβο του, βλέποντας μπροστά του τον πίθηκο. Ήταν ακριβώς ο πίθηκος του εφιάλτη, το ίδιο παράλογος, το ίδιο τρομερός, κάνοντας ακόμη και τους ίδιους μορφασμούς. Δεν πίστευε στα μάτια του. Για σχεδόν μισή ώρα έμεινε ακίνητος, παρατηρώντας αυτό το μοναδικό φαινόμενο και διερωτώμενος εάν είναι τρελός ή παραληρεί. Τελικά, πλησιάζοντας το φάντασμα για να το αγγίξει, αυτό εξαφανίστηκε.
Ο Κορνήλιος Τζέμα στην Παγκόσμια Κριτική Ιστορία, αναφέρει ότι το 454 στην Κρήτη εμφανίστηκε σε μερικούς Εβραίους το φάντασμα του Μωυσή στην παραλία. Στο μέτωπό του είχε φωτεινά κέρατα και κρατούσε το φοβερό του ραβδί. Τους είπε να τον ακολουθήσουν δείχνοντάς τους προς την κατεύθυνση της Γης της Επαγγελίας. Το θαύμα γρήγορα διαδόθηκε παντού και ο εβραϊκός όχλος έτρεξε προς την παραλία. Είδαν όλοι, ή υποκρίθηκαν ότι έβλεπαν, την υπέροχη παρουσία σύμφωνα με το χρονογράφο, ο οποίος υποπτευόμαστε ότι υπερβάλλει σε αυτό το σημείο, ήταν είκοσι χιλιάδες. Αμέσως άναψαν τα πνεύματα και η φαντασία τους αποχαλινώθηκε. Όλοι τους πίστεψαν σε ένα θαύμα πιο εκπληκτικό και από το πέρασμα της Ερυθράς Θάλασσας. Ολόκληρη φάλαγγα δημιουργήθηκε από εκείνους που έτρεχαν προς τη θάλασσα. Οι πίσω έσπρωχναν με μανία τους μπροστινούς. Νόμιζαν ότι βλέπουν το δήθεν Μωυσή να βαδίζει επάνω στα νερά. Επακολούθησε μια τρομερή καταστροφή: όλοι σχεδόν οι άνθρωποι πνίγηκαν και η παραίσθηση έσβησε μαζί με τη ζωή των περισσότερων από αυτούς τους δύστυχους οραματιστές.
Η ανθρώπινη σκέψη είναι ο δημιουργός των φαντασιακών εικόνων. Τα φαντάσματα της δεισιδαιμονίας προβάλλουν τις παραμορφώσεις τους στο αστρικό φως και ζουν από τους ίδιους φόβους που τα γέννησαν. Ο μαύρος γίγαντας που απλώνει τα φτερά του από ανατολή έως δύση για να κρύψει το φως από τον κόσμο, το τέρας που καταβροχθίζει ψυχές, η φοβερή θεότητα της άγνοιας και του φόβου – με μια λέξη, ο διάβολος – παραμένει για τα περισσότερα παιδιά κάθε ηλικίας, μια φοβερή πραγματικότητα. Στην Υψηλή Μαγεία τον παρουσιάζαμε σαν τη σκιά του Θεού και λέγοντας αυτό μεταφέραμε το μισό της σκέψης μας. Ο Θεός είναι φως χωρίς σκιά. Ο διάβολος είναι απλώς η σκιά της οπτασίας του Θεού!

_______________
* Στη μεσαιωνική φιλολογία του αποκρυφισμού λάρβα ονομαζόταν το κέλυφος του αστρικού σώματος και λεμούρα αποκαλείτο το στοιχειακό του πεθαμένου.



ELIPHAS LEVI
ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΝΤΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1991



Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

I went to heaven / Πήγα στα Ουράνια – EMILY DICKINSON



I went to heaven -
'Twas a small Town -
Lit - with a Ruby -
Lathed - with Down -

Stiller - than the fields
At the full Dew -
Beautiful - as Pictures -
No Man drew -
People - like the Moth -
Of Mechlin – frames -
Duties - of Gossamer -
And Eider – names -
Almost – contented -
I - could be -
'Mong such unique
Society -

***********

Πήγα στα Ουράνια -
Ήταν μια μικρή Πόλη -
Φωτισμένη – με Ρουμπίνι -
Αφρισμένη – με Φτέρωμα – όλη

Πιο ακίνητη – κι απ' τα λιβάδια
Στην απόλυτη Δροσιά -
Όμορφή – σαν Ζωγραφιά -
Που Κανείς δεν ζωγράφισε -
Άνθρωποι – σαν Λεπιδόπτερα -
Από Δαντέλα – μορφές -
Καθήκοντα – από Τούλι -
Και από Ιστό αράχνης – ονόματα -
Σχεδόν – ικανοποιημένη -
Θα μπορούσα – να είμαι κι εγώ -
Μέσα σ' ένα Κόσμο
Τόσο μοναδικό -


EMILY DICKINSON
ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΑ ΝΑ ΖΗΣΩ ΦΩΝΑΧΤΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΙΑΝΑ ΣΑΚΕΛΛΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG 2013

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Στο πλοίο - Stefan Zweig


Όταν στο πρακτορείο θαλασσίων ταξιδιών της Καλκούτας, θέλησα να κρατήσω μια θέση στην Ωκεανία, για να ξαναγυρίσω στην Ευρώπη, ο υπάλληλος σήκωσε τους ώμους του, σε ένδειξη λύπης: δεν ήξερε αν θα του ήταν δυνατό να μου εξασφαλίσει μια καμπίνα, γιατί στη εποχή που βρισκόμαστε, δηλαδή στην παραμονή της περιόδου των βροχών, το πλοίο συνηθισμένα ήταν υπερπλήρες απ' την αναχώρησή του κιόλας απ' την Αυστραλία κι ο υπάλληλος έπρεπε να περιμένει, για να μου απαντήσει, τηλεγράφημα απ' τη Σιγκαπούρη που θα τον πληροφορούσε σχετικά.
Την άλλη μέρα μου έδωσε την ευχάριστη είδηση πως θα μου κρατούσε μια θέση. Αληθινά, δεν ήταν παρά μια καμπίνα ελάχιστα άνετη, κάτω απ' το κατάστρωμα στη μέση ακριβώς του πλοίου. Καθώς όμως ανυπομονούσα να ξαναγυρίσω στην πατρίδα μου, δεν δίστασα πολύ και κράτησα την καμπίνα.
Ο υπάλληλος δε μ' είχε γελάσει. Το πλοίο ήταν παραφορτωμένο και η καμπίνα στενόχωρη. Ήταν ένα στενό τετράπλευρο, στριμωγμένο κοντά στη μηχανή και μοναδικά φωτισμένο απ' το τρεμάμενο φως ενός στρογγυλού φεγγίτη.
Ο βαρύς και πνιχτικός αέρας μύριζε λάδι και μούχλα. Δε μπορούσε κανένας να ξεφύγει ούτε μια στιγμή απ' το βούισμα του ηλεκτρικού ανεμιστήρα που γύριζε πάνω απ' το κρανίο του. Κάτω η μηχανή στέναζε και βογκούσε, όπως ένας καρβουνιάρης που φορτωμένος ανεβοκατεβαίνει αδιάκοπα λαχανιασμένος την ίδια σκάλα. Κι από πάνω άκουγε κανένας ακατάπαυστα να γλιστράει στο κατάστρωμα το πηγαινέλα απ' τους επιβάτες. Γι' αυτό, μόλις έμπασα το δέμα μου σ' αυτήν την καμπίνα που 'μοιαζε σαν τάφος, κι ήταν φραγμένη με γκρίζα δοκάρια και γεμάτη δύσοσμες αναθυμιάσεις, έτρεξα και κατάφυγα στο κατάστρωμα και, βγαίνοντας απ' τα σκοτάδια ανάπνεα, το γλυκό, θερμό αέρα της γης, που φυσούσε πάνω απ' τα κύματα.
Και στο κατάστρωμα όμως κυριαρχούσε η στενοχώρια κι ο θόρυβος: ήταν ένα στριφογύρισμα, ένα ανακάτεμα από ανθρώπους, που, με τη νευρική έξαψη φυλακισμένων, καταδικασμένων στην αδράνεια ανέβαιναν, κατέβαιναν και φλυαρούσαν ασταμάτητα. Οι ζωηρές αστειολογίες των γυναικών, η αδιάκοπη κυκλοφορία στο στενό διάδρομο του καταστρώματος, όπου το σμήνος των περαστικών έσπαζε σαν πολύβουο κύμα στα πόδια των καθισμάτων, με το θόρυβο των συζητήσεων, για να ξαναγυρίσει πάλι στο ίδιο σημείο, όλα αυτά μου προξενούσαν δεν ξέρω κι εγώ τι στενοχώρια.
Μόλις είχα διατρέξει έναν καινούργιο κόσμο για μένα κι είχα φυλαγμένο στο πνεύμα μου ένα πλήθος από εικόνες που, η μιά κοντά στην άλλη, σπρώχνονταν με μια μανιασμένη βιασύνη. Τώρα ποθούσα να συλλογιστώ κάθε τι που είδα, να το ξεκαθαρίσω, να το ταξινομήσω, για να δώσω μια μορφή σ' αυτό το πολυταραχο σύμπαν πούχε εφορμήσει στα μάτια μου. Εδώ όμως, σε τούτο το μέρος το κατακλύσμένο απ' το πλήθος, δεν υπήρχε ούτε ένα λεπτό για ανάπαυση και ησυχία. Αν έπαιρνα ένα βιβλίο, οι γραμμές του κείμενου εξαφανίζονταν μέσα στο κινούμενο χάος των σκιών που προβάλλονταν απ' το περνοδιάβασμα αυτού του κόσμου, που τον είχε κυριέψει η μανία της φλυαρίας. Αδύνατο να συγκεντρωθεί κάπως κανένας σε τούτο το στενό κομμάτι του πλοίου, σε τούτον τον αϊσκιωτο δρόμο, που ξεχειλίζει απ' την κυκλοφορία.
Τρεις ολόκληρες μέρες γύρευα να βρω λίγη μοναξιά, και καρτερικά κοίταζα τη θάλασσα και τους ανθρώπους. Η θάλασσα όμως έμενε πάντα η ίδια, βαθυγάλαζη κι άδεια, εκτός απ' το ηλιοβασίλεμα, όταν ξαφνικά πάνω στα νερά άναβε ένα πολύχρωμο πυροτέχνημα. Όσο για τους ανθρώπους, τους γνώρισα όλους, τέλεια, μέσα σε τρία εικοσιτετράωρα. Κάθε πρόσωπο μου έγινε γνώριμο ίσαμε σημείο βαρυεστημάρας, το στριγγό γέλιο των γυναικών δε μ' ενδιέφερε πια, ούτε κι η φωνακλάδικη συζήτηση δυό Ολλανδών αξιωματικών που 'σαν γείτονές μου. Δεν μου απόμενε παρά να καταφύγω αλλού, η καμπίνα όμως φλεγόταν απ' τη ζέστη κι ήταν πλημμυρισμένη από ατμούς. Στο σαλόνι, νεαρές Εγγλέζες αδιάκοπα συνέχιζαν το άτεχνο πιάνισμά τους, συνοδεύοντας αποτυχημένα βαλς. Τέλος, αναστρέφοντας αποφασιστικά την τάξη των ωρών κατέβηκα και κλείστηκα στην καμπίνα από το απόγευμα αφού προηγούμενα ζαλίστηκα με μερικά ποτήρια μπύρα, για να μπορέσω να κοιμηθώ την ώρα που οι άλλοι θάτρωγαν και θα χόρευαν.
Όταν ξύπνησα, όλα ήταν σκοτεινά και νοτισμένα σ' αυτό το μικρό μνήμα, που ήταν η καμπίνα μου. Όπως είχα σταματήσει τον ανεμιστήρα, ο βαρύς και υγρός αέρας πυρπολούσε τους κροτάφους μου. Οι αισθήσεις μου λες κι είχαν ναρκωθεί: μου χρειάστηκαν αρκετές στιγμές για να θυμηθώ το χρόνο και το μέρος όπου βρισκόμουνα. Ήταν δίχως άλλο, περασμένα μεσάνυχτα, γιατί δεν άκουγα ούτε μουσική, ούτε το ασταμάτητο γλίστρημα των βημάτων. Μονάχα η μηχανή, η λαχανιασμένη καρδιά του Λεβιάθαν, έσπρωχνε παντοτεινά πνευστιώντας, το μαύρο κουφάρι του πλοίου προς το αόρατο, όπου εισχωρούσε ψαύοντας τα κύματα.
Ψηλαφητά ανέβηκα στο κατάστρωμα. Ήταν έρημο. Κι όπως σήκωσα το βλέμμα μου προς την τσιμινιέρα, που ορθωνόταν σαν πύργος που κάπνιζε, και στα κατάρτια που πρόβαιναν σαν φαντάσματα, μια θαυμαστήλάμψη γέμισε απότομα τα μάτια μου. Το στερέωμα φεγγοβολούσε. Γύρω απ' τα αστέρια, που το κεντούσαν με λευκές μαρμαρυγές, απλωνόταν το σκοτάδι, κι όμως, ο ουρανός αχτινοβολούσε. Θάλεγε κανένας πως μια βελουδένια κουρτίνα ήταν τοποθετημένη κει, μπροστά σ' ένα φοβερό φως, και τ' αστέρια ήταν οι χαραμάδες και οι φεγγίτες απ' όπου γλιστρούσε το ασθενικό φως της απερίγραπτης αυτής λάμψης. Ποτέ δεν είχα ξαναθωρίσει τον ουρανό, όπως κείνη τη νύχτα, αχτινοβόλον, ολόλαμπρον, ολόβουο και ξεχειλισμένον από φως από ένα φως πούπεφτε, σαν ανάμεσα από πέπλο, απ' το φεγγάρι και τ' αστέρια και που φαινόταν νάκαιγε σε μια μυστηριακή εστία. Σαν ολόλευκη γκομαλάκκα, όλες οι γραμμές του πλοίου έλαμπαν φανταχτερά στο φεγγαρίσιο φως, πάνω στο σκοτεινόχρωμο βελούδο της θάλασσας. Τα παλαμάρια, οι αντέννες, όλα τα ξάρτια, όλες οι γραμμές χάνονταν σ' αυτήν την κυματιστή αίγλη: τα φώτα των καταρτιών και, πιο ψηλά ακόμα, το στρογγυλό φανάρι της σκοπιάς φαινόνταν πως κρεμόνταν στο κενό, σαν ωχρά γήινα αστέρια ανάμεσα στ' αχτινοβόλα άστρα τ' ουρανού.
Ακριβώς πάνω απ' το κεφάλι μου ο μαγικός αστερισμός του Νότιου Σταυρού ήτανε καθηλωμένος στο άπειρο, με θαμπωτικά διαμαντένια καρφιά, και φαινόταν πως μετακινιόταν, ενώ μονάχα το πλοίο έδινε αυτή την αυταπάτη της κίνησης, αυτό, που σκαμπανεβάζοντας απαλά, με λαχανιασμένο το στήθος, όπως ένας γιγάντιος κολυμβητής, άνοιγε το δρόμο του ανάμεσα απ' τα σκοτεινά κύματα. Στεκόμουν όρθιος κοιτάζοντας προς τα πάνω: μου φαινόταν πως βρισκόμουν σ' ένα λουτρό, όπου το θερμό νερό πέφτει από πάνω στο σώμα μας, μ' αυτή τη διαφορά πως εδώ ήταν το φως, που λευκό και χλιαρό κυλούσε πάνω στα χέρια μου, που μου σκέπαζε απαλά τους ώμους και το κεφάλι και που, λες φαινόταν πως ήθελε να εισδύσει στα τρισβαθα του είναι μου, γιατί κάθε νάρκη είχε απότομα ξεμακρυνθεί από κοντά μου. Ανάπνεα λυτρωμένος, και ολότελα γαληνεμένος. Με μια καινούργια ηδονή γευόμουνα πάνω στα χείλη μου, σαν το πιο αγνό πιοτό, το γλυκόν αγέρα, τον πεντακάθαρο κι ανάλαφρα μεθυστικό, πούφερνε μαζί του την πνοή των καρπών και το άρωμα των μακρινών νησιών. Τώρα, για πρώτη φορά από τότε που ανέβηκα στο πλοίο, με κυρίεψε ο άγιος πόθος της ονειροπόλησης, όπως κι αυτή η απλή επιθυμία, η πιο αισθησιακή, που μ' έκανε να ποθώ ν' αφήσω, σαν γυναίκα, το σώμα μου σ' αυτήν τη χαύνωση, που μ' έσφιγγε απ' όλες τις μεριές. Θέλησα να ξαπλωθώ, με το βλέμμα γυρισμένο στα λευκά ιερογλυφικά, αλλά οι πολυθρόνες και τα καθίσματα του καταστρώματος είχαν πιαστεί και πουθενά πάνω στο έρημο κατάστρωμα δε βρισκόταν μια θέση για να δοθεί κανένας σε μια γαλήνια ονειροπόληση.
Έτσι ψηλαφώντας έφτασα στην πλώρη του πλοίου, κυκλωμένος απ' το φως που φαινόταν να πέφτει από παντού με μιαν ορμή ολοένα μεγαλύτερη, για να εισδύσει εντός μου. Το φως αυτό των άστρων, με τη χιονάτη λευκότητα και τη θαμπωτική λάμψη, μούκανε σχεδόν κακό. Ήθελα να κρυφτώ κάπου στον ίσκιο, να ξαπλωθώ σε μια ψάθα, να μη νιώθω πια μέσα μου, αλλά μονάχα πάνω μου, αυτή την ακτινοβολία που την αντανακλούσαν τα πράγματα – έτσι όπως κοιτάζουμε ένα τοπίο απ' το εσωτερικό ενός δωμάτιου βυθισμένου στο σκοτάδι. Τέλος, σκοντάφτοντας στα παλαμάρια και περνώντας ανάμεσα απ' τα σιδερένια ξάρτια έφτασα στην άκρη και κοίταζα την πλώρη του πλοίου να προχωρεί στη σκιά και το υγρό φως του φεγγαριού ν' αναβρύζει, αφρίζοντας απ' τις δυό πλευρές της τροπίδας. Παντοτεινά αυτό το θαλάσσιο αλέτρι ανασηκωνόταν και ξαναβυθιζόταν σ' αυτό το χωράφι των μαύρων κυμάτων. Και σ' αυτό το αχτινοβόλο παιχνίδι, δοκίμαζα όλη την οδύνη του νικημένου στοιχείου, αισθανόμουνα όλη τη χαρά της γήινης δύναμης. Βυθισμένος στους κόλπους αυτής της θεώρησης είχα χάσει την έννοια του χρόνου: είχε περάσει μια ώρα που βρισκόμουνα ακουμπώντας στην άκρη του πλοίου, ή μονάχα λίγα λεπτά; Σκαμπανεβάζοντας, αυτό το γιγάντιο λίκνο, το βαπόρι, με νανούριζε συνεπαίρνοντάς με πέρα απ' το χρόνο. Μόνο ένα πράγμα ένιωθα: με κατάκλυζε μια κούραση, μια κούραση σαν ηδονή. Ήθελα να κοιμηθώ, να ονειρευτώ κι όμως να μην ξεμακρύνω απ' αυτή τη μαγεία, να μην ξανακατέβω σ' αυτό το φέρετρο. Άθελά μου το πόδι μου πάτησε σ' ένα σωρό από παλαμάρια. Κάθησα, με κλειστά τα μάτια, δίχως όμως να με σκεπάσει ο ίσκιος, γιατί πάνωθέ τους και πάνω μου αχτινοβολούσε η ασημένια λάμψη. Κάτωθέ μου άκουγα το νερό να βουίζει απαλά και πάνωθέ μου, με μια ανεπαίσθητη αντήχηση, τη λευκή ροή τούτου του κόσμου. Σιγά-σιγά, το μουρμουρητό αυτό τρύπωσε μέσα στις φλέβες μου κι έχασα την έννοια της ύπαρξης: δεν ήξερα πια αν τούτη η αναπνοή ήταν δική μου ή αν ήταν τα καρδιοχτύπια του πλοίου. Είχα παρασυρθεί και εκμηδενισθεί μέσα στο αδιάκοπο μουρμουρητό του νυχτερινού κόσμου.
Ένας ελαφρός ξερόβηχας που ακούστηκε κοντά μου μ' έκανε ν' αναπηδήσω. Βγήκα τρομαγμένος, απ' την ονειροπόληση, που με είχε σχεδόν μεθύσει...



Stefan Zweig
ΑΜΟΚ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΩΣΤΗΣ ΜΕΡΑΝΑΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΕΡΙ 1980

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Οντολογική θεώρηση του θανάτου – ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ


Η μόνη βεβαιότητα που μας συνέχει είναι η βεβαιότητα του θανάτου. Είδαμε όμως πως ο βέβαιος θάνατος μας έχει δύο όψεις. Η μια συνίσταται στον τερματισμό της βιολογικής μας υπόστασης, ενώ η άλλη στην ήδη θνήσκουσα ύπαρξή μας. Φαινομενικά, η απώτερη βεβαιότητα του θανάτου έρχεται πρώτη γιατί αυτό το θάνατο αντικρίζουμε καθημερινά. Όταν όμως προσεγγίζουμε τον επικείμενο θάνατό μας ως ένσαρκα όντα, καταλαμβανόμαστε από διάφορα συναισθήματα τα οποία μας δοκιμάζουν. Αν η εμβίωση ορισμένων καταστάσεων αποτελεί βεβαιότητα της χρονικότητάς μας, η διακοπή αυτής της προσωπικής ιστορίας μας θέτει στα χείλη το ερώτημα του τέλους, του ιστορικού τουλάχιστον τέλους της προσωπικής μας ζωής. «Δεν θα υπάρχουμε», ψιθυρίζουμε και αμέσως χανόμαστε στην αοριστία της στιγμής. «Υπάρχει επιβίωση; Δεν υπάρχει; Μηδενιζόμαστε; κ.ο.κ. Αυτές τις στιγμές παραλύει κάθε βεβαιότητα σχετική με την αμεσότητά μας και με τις άλλες έννοιες τις οποίες επεξεργαστήκαμε, γιατί μόνη βεβαιότητα είναι η βεβαιότητα του θανάτου. Διαπιστώνουμε έτσι πως οι παλιές αποδείξεις για την αθανασία της ψυχής είναι ανίσχυρες, αμφίβολες και απρόσωπες. Η αιχμή του προσωπικού φαίνεται οξύτερη και διαπερνάει αμείλικτα το είναι μας: μας παραλύει και εγείρει ταυτόχρονα εκείνο το βαθύτατο άγχος που μας ακροπελαγίζει στην ανυπαρξία. Ωστόσο, κανένας δε μπορεί να νιώσει την ανυπαρξία πριν απ' τον προσωπικό του θάνατο. Και ο Heidegger ακόμη όταν κάνει λόγο για το «Είναι-προς-θάνατον» εννοεί το είναι του όντος στη γενικότητά του. Δεν εγγίζει το ρίγος του προσωπικού θανάτου, την αιχμή αυτής της τραγικής αλήθειας. Ένα βιολογικό κατά τα φαινόμενα γεγονός αποδεικνύεται κατεξοχήν τραγικό, αφού ανατινάζει τη χρονικότητα της προσωπικής συνείδησης. Τα ζώα, στο κατώφλι της αντίληψης, εγγίζουν το θάνατο ακροθιγώς, δοκιμάζονται αφετηριακά, μα ξεχνούν ή αδιαφορούν σχεδόν αμέσως.
Αν εξετάσουμε τις περιπτώσεις θανάτου παιδιών, γονέων, αγαπημένων προσώπων ή φίλων, θα διαπιστώσουμε πως και σε αυτές τις περιπτώσεις η τραγικότητα προσεγγίζει τον προσωπικό θάνατο, σε τρόπο που μας είναι αδύνατο να ικανοποιηθούμε με τη βιολογική και μόνο ερμηνεία. Η προσωπική συνείδηση πλήττεται προσωπικά μεν με το άγχος, την αγωνία και το υπαρξιακό ρίγος, καθώς σκέπτεται τον προσωπικό της θάνατο, αλλά, παράλληλα, δοκιμάζεται από ψυχικό άλγος και οδύνη, όταν θρηνεί θάνατο αγαπημένου προσώπου (οι περιπτώσεις της πατρότητας και της μητρότητας είναι χαρακτηριστικότατες). Θα πείτε πως ο ψυχισμός μας δένεται τόσο πολύ με τη βιολογική μας υπόσταση που αδυνατούμε να συμβιβασθούμε με την ιδέα της εκμηδένισής μας ή με την απώλεια ενός αγαπημένου μας προσώπου. Και βέβαια υπάρχει λεπτή σχέση ανάμεσα στο βιολογικό και στο πνευματικό. Θα λέγαμε πως υπάρχει ενότητα η οποία διαλύεται με το θάνατο. Μέχρι το παρόν στάδιο των προβληματισμών μας όμως το είναι του θανάτου δεν έχει προσεγγισθεί ακόμη. Είναι βέβαια το άγχος και η αγωνία, ο πόνος και η οδύνη ισχυρές δοκιμασίες, αλλά για να φανεί το μήνυμά μας οφείλουμε να τις αποφλοιώσουμε απ' τα συναισθηματικά, εγωκεντρικά και ωφελιμιστικά τους στρώματα.
Ο μεν θάνατος των αγαπημένων προσώπων συνδέεται περισσότερο με την αγάπη και γι αυτό θα εξετασθεί στο επόμενο κεφάλαιο. Ο προσωπικός μας θάνατος όμως έχει ανάγκη από οντολογική εμβάθυνση την οποία θα προσεγγίσουμε αν μεταθέσουμε το πρόβλημα και το δούμε απ' τη δεύτερη όψη του, αν δηλαδή συλλάβουμε τους εαυτούς μας όχι απλά ως θνητά όντα αλλά ως θνήσκοντα όντα. Το είδαμε: είμαστε θνήσκοντα όντα και αυτή η πραγματικότητα θα μας σφραγίζει για πάντα.
Ταυτόχρονα όμως συμβαίνει και κάτι το εξίσου σημαντικό. Η θνήσκουσα κατάστασή μας παράγει το χρόνο μας, τη συγκεκριμένη χρονικότητά μας, κατά τρόπου που ο επισυμβαίνων θάνατός μας παράγει την ιστορία μας, τη συνειδητή μας σχέση με τον κόσμο. Το είναι του θανάτου μας είναι το είναι της χρονικότητάς μας. Ήδη αναλύσαμε το είναι είναι της χρονικότητάς μας και διαπιστώσαμε πως ενέχει ένα φθαρτό αλλά μεταστατό, αφού ο υλικός κόσμος υφίσταται αέναες μεταστάσεις. Οριακά όμως αυτές οι μεταστάσεις επιφέρουν το θάνατο του ιστορικά συνειδητού προσώπου.
Παράλληλα όμως η ένσαρκη ύπαρξή μας κομίζει το στοιχείο της αμεσότητας, την αρνητική μας αμεσότητα η οποία, με την εμπειρία, θα εκφρασθεί ως πρόσωπο. Το πρόβλημα επομένως συνίσταται στο αν η αρνητική μας αμεσότητα η οποία είναι άρρηκτα δεμένη με την ένσαρκη ύπαρξή μας μετέχει στο θνήσκοντα χαρακτήρα των υπολοίπων συνθετουσών του προσώπου. Αν ναι, ο άνθρωπος είναι τελεσίδικα θνήσκον ον το οποίο χάνεται και καταστρέφεται εξαιτίας της βιολογικής του σύνθεσης. Η αμεσότητά του θνήσκει και μαζί της όλη η ένσαρκη ύπαρξη. Τίποτε όμως δε μας βεβαιώνει ως προς την αλήθεια του παραπάνω συλλογισμού, δεδομένου ότι δεν έχουμε προσωπική εμπειρία του οριστικού μας θανάτου. Μπορούμε όμως να εμβαθύνουμε όσο μας είναι δυνατό στο είναι της θνήσκουσας κατάστασής μας, στο είναι της χρονικότητάς μας το οποίο όμως μας παραπέμπει σταθερά στο είναι της αμεσότητάς μας. Πάλι όμως προβάλλει μπροστά μας με την αμείλικτη αμεσότητά του ο χώρος και οι ιδιότητές του, το αειδές, το άχρονο, το ομογενές. Η έγχρονη συνείδηση τέμνεται κάθετα απ' το χώρο στον οποίο διαχέεται η αμεσότητά μας, το αμείωτο είναι μας δηλαδή. Έχουμε ήδη τονίσει πως το είναι της αμεσότητας μας είναι κατ' ουσίαν άρρητο, πως δεν εκφράζεται, παρά την επικουρία των ιδιοτήτων του χώρου. Η στιγμή του, η οριακή του χρονικότητα, είναι άτμητη και ταυτόχρονα εμπεριλαμβάνει το χώρο στην απολυτότητά του. Τι συμβαίνει; Όσο προσπαθούμε να εισέλθουμε στο είναι της στιγμής, σε ό,τι φαίνεται πως φυγαδεύει το θάνατο, αφού έχει κάποια άχρονη διάσταση και άμετρο περιεχόμενο, τόσο ζούμε το απερινόητο, το ανόριο, το ατελεύτητο. Συλλαμβάνουμε την αμεσότητά μας έξω από κάθε όριο, ως απόλυτη συνέχεια που απλώνεται άπειρα χωρίς την επικουρία των επί μέρους μεγεθών. Νιώθουμε πως είμαστε ολότητες. Η έννοια της ολότητας όμως δεν έχει ούτε αρχή, ούτε μέσο, ούτε τέλος, ούτε σχήμα, ούτε χρόνο. Στο μέτρο μάλιστα που προσπαθούμε να ελέγξουμε λογικά αυτή την κατάσταση περιπίπτουμε σε αντιφάσεις, γιατί καταφεύγουμε σε πεπερασμένα μεγέθη, σε εμπειρικές κατηγορίες οι οποίες έχουν θνήσκοντα χαρακτήρα.
Μήπως επομένως, το είναι της στιγμής που στηθοσκοπεί την αμεσότητά μας είναι η απ' την εσώτατη φύση μας σύλληψη της ιδέας του απείρου, όπως διατεινόταν με τον τρόπο του ο Descartes και άλλοι φιλόσοφοι; Ιδέα του απείρου δεν είναι η ίδια η φύση του απείρου αλλά τα ιδιώματά του τα οποία όμως δε νοούνται χωρίς τη χρονικότητα και το λόγο. Το σκοτεινό όμως έρεβος της άμεσης στιγμής δεν έχει ιδιώματα, δεν εκφράζεται, και το μόνο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι πως συναιρεί τις ιδιότητες του χώρου οι οποίες συνιστούν αρνητική εμπειρία, άμεση δηλαδή αντιληπτική επαγωγή χωρίς την προηγούμενη μαθητεία στα έκτατά μεγέθη.
Μήπως αυτή η κατάσταση είναι ο σπινοζικός θεός που συναιρεί χώρο και σκέψη σε ενότητα; Αν ναι, Θεός είναι η εξωτερικότητα και πάραυτα το είναι μας μετέχει στη φύση του θείου, με άμεση συνέπεια την αθανασία. Έτσι θα απαλλασσόμασταν για πάντα απ' την απόσταση ανάμεσα στο εγκόσμιο και στο υπερβατικό και θα ήμασταν σίγουροι ως προς την απρόσωπη αλλά αδιάψευστη αθανασία. Ωστόσο, αποδοχή του πανθεϊσμού θα πολλαπλασίαζε τα προβλήματα. Πως είναι δυνατό λ.χ. να ταυτίσουμε το είναι της αμεσότητάς μας με το χώρο, όταν ο τελευταίος είναι κάτι το διαφορετικό, το κάτοπτρο επιφανείας της το οποίο της πορίζει τις κατηγορίες του για να αυτοσυλληφθεί ως πληρωματική κενότητα; Ο χώρος δε ζει καταστάσεις τις οποίες ζούμε εμείς όταν εμβαθύνουμε στο είναι της στιγμής μας. Βέβαια, αυτές οι καταστάσεις είναι αρνητικές, αποφατικές και επομένως παρθενικές, αλλά αιχμαλωτισμένες στο χώρο, όσο κι αν ο τελευταίος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Ο χώρος είναι άπειρος (α-πείρα) αλλά όχι άπειρος ως απόλυτος καθόσον εμπεριέχει τα εκτατά και διαστατά μεγέθη, χωρίς ωστόσο να μετέχει στις ιδιότητές τους. Κάπου όμως συναντιέται με τα διαστατά μεγέθη και αυτό φαίνεται στην ανθρώπινη ενόραση. Με την ενόραση κοινωνούμε άμεσα με το χώρο (αντίληψη) και με το αισθητό (αίσθηση), με το εκτατό δηλαδή και με το διαστατό.
Το είναι της αμεσότητάς μας δεν είναι επομένως ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος, παρόλο που εκφράζεται με αυτές τις έννοιες άμεσα και έμμεσα, αντίστοιχα. Για μια ακόμη φορά αναρωτιόμαστε ως προς την ταυτότητά του, γιατί οι αρνητικές διαπιστώσεις δεν ικανοποιούν και γιατί η απάντηση συνιστά οπωσδήποτε οντολογία του θανάτου.
Πριν προχωρήσουμε, πρέπει να επισημάνουμε μια παραδοξότητα. Λέμε πως ο χώρος δεν έχει σχήμα (αειδής), αλλά, όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη σχήμα, τη δανειζόμαστε απ' την εμπειρία μας, απ' τις μορφές του αισθητού. Το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες ιδιότητες του χώρου. Αυτό σημαίνει πως ορίζουμε τις ιδιότητες του χώρου εκκινώντας απ' την εμπειρία μας, απ' τα πεπερασμένα μεγέθη. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια παράδοξη αλήθεια. Κάθε αρνητικός ορισμός προϋποθέτει τη θετικότητα και αντίστροφα. Το μέρος δεν ορίζεται χωρίς την προϋπόθεση του όλου. Το αδιάστατο δεν είναι δυνατό χωρίς την παρουσία του διαστατού, αλλά και το διαστατό είναι αδιανόητο χωρίς το αδιάστατο. Γι αυτό ούτε ο χώρος ούτε τα αισθητά είναι δυνατό να αποτελούν απόλυτες πραγματικότητες.
Έχουμε έτσι το δικαίωμα να υποστηρίξουμε πως ο χώρος και τα αισθητά είναι κάτοπτρα επιφάνειας και διαφάνειας του είναι της αμεσότητας το οποίο, ας προσέξουμε, επιφαίνεται εγκλωβισμένο στο χωρόχρονο. Είναι άλλη πραγματικότητα, μηδενική, αρνητική, ετέρα, ως προς το χώρο και ως προς τα αισθητά. Επιφαίνεται όμως διαμέσου των κατηγορημάτων τους.

Πως όμως; Ως άχρονο, αειδές κ.λπ. Διαμέσου του χώρου και ως χρονιζόμενη ύπαρξη διαμέσου των αισθητών; Το είναι της αμεσότητάς μας επομένως είναι έτερο ως προς το χώρο και ως προς το χρόνο, παρόλο που χωρείται και χρονίζεται, παρόλο που ορίζεται χωροχρονικά. Μήπως όμως ο χωρόχρονος είναι ο τρόπος φανέρωσης του απόλυτου Είναι; Παρόμοια ερώτηση είναι πολύ ενδιαφέρουσα αλλά ξεφεύγει απ' τα πλαίσια της προβληματικής μας, όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται σε τούτο το κεφάλαιο.
Είναι όμως καιρός να επανέλθουμε στο είναι της αμεσότητάς μας και μάλιστα στη σχέση του με το θάνατο, στην οντολγία του θανάτου. Υπόκειται το είναι της αμεσότητάς μας στη φθορά και στο θάνατο. Είναι βέβαιο πως η έγχρονη κατάστασή μας είναι θνήσκουσα. Είναι επίσης φανερό πως η συνειδητή μας ζωή, πέρα απ' τη σωματικότητά μας, απειλείται με το θάνατο, αφού οι κτήσεις της, τα αποκτήματά της, είναι έγχρονα. Απογυμνωμένη η αρνητική μας αμεσότητα απ' τις έγχρονες ενδύσεις της, δε χωρείται στο χρόνο, δε χρονίζεται στο χώρο, γίνεται απόλυτη στιγμή, τόπος ακοινοποίητων καταστάσεων οι οποίες δε μπορούν να χαρακτηρισθούν βιώματα, αφού δεν υπάρχει πια εμπειρία. Πρόκειται για παρθενική απαρχή, για το μυστικό στοιχείο του ανθρώπινου είναι το οποίο δεν είναι δυνατό να προσεγγίσει καμιά εμπειρία. Συνιστά εγκλωβισμένη ολότητα η οποία εκρήγνυται στη στιγμή στην οποία ταυτίζονται οριακά τα ενάντια και τα διάφορα. Η «σοφή άγνοια» της στιγμής, του είναι της χρονικότητας, είναι αποφατική και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί θάνατος κάθε θετικότητας, απρόσιτη πραγματικότητα η οποία είναι πλήρωμα της θετικότητας, αφού αποτελεί την προϋπόθεση κάθε χωροχρονικού ανοίγματος. Οι διαλεκτικοί μας λένε πως ο θάνατος και η ζωή ταυτίζονται ή ακριβέστερα , αλληλοαναιρούνται σε μια υπέρτερη πραγματικότητα που δεν ορίζεται. Πρόκειται για το απόλυτο.
Μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το είναι της αμεσότητας, το αρνητικό ως προς κάθε εμπειρία μας, είναι η κατεξοχήν Ζωή και τροφοδοτεί τον έγχρονο θάνατό μας, το θάνατό μας ως θνητών όντων, χωρίς να αναλώνεται απ' αυτόν; Αν είναι έτσι, ο έγχρονος βίος μας, ως μαρτυρία του θνήσκοντος όντος, της θνήσκουσας ένσαρκης ύπαρξής μας, συνιστά αύξηση στη ζωή, παιδαγωγία διαμέσου των εμπειριών της φθοράς προς την αφθαρσία, προς την απόλυτη Ζωή. Οι παραπάνω σκέψεις μας οδηγούν σε έναν ευρύτερο προβληματισμό κατά τον οποίο ο θάνατος καθεαυτός είναι ασύλληπτος και αδιανόητος, αφού δεν είναι δυνατό να συλληφθεί απ' την αμεσότητά μας. Η αμεσότητά μας όμως δεν αφανίζεται κατά την ιστορική μας πορεία, κατά την έγχρονη βιωτή μας, αλλά τρέφει τον λογισμό μας, καθίσταται εμμεσοποιημένη αμεσότητα, πρόσωπο. Το πρόσωπο όμως έχει πολλά χθόνια στοιχεία, τις έννοιες και τις κατηγορίες τις οποίες πορίζεται απ' την κοινωνία του με το αισθητό. Αυτή η διάσταση του προσώπου είναι η θνήσκουσα διάστασή μας η οποία όμως δεν είναι αποκλειστικά θνήσκουσα. Ενέχει και την αμεσότητα, είναι χρονικότητα που κοσμείται με τη συνέχεια της στιγμής. Ο χρόνος είναι διαστιγμή και όχι σύνολο στιγμών.
Το πρόβλημα επομένως συνίσταται στο αν ο έγχρονος βίος ως θνήσκων είναι το άρμα της ζωής, αν δηλαδή κατά βάθος η οντολογία του θανάτου είναι και οντολογία της Ζωής, της απρόσβλητης αμεσότητάς μας.

Δεν απαιτείται να επικληθούμε παραψυχολογικά φαινόμενα, ούτε μαρτυρίες ανθρώπων που συνήλθαν μετά καθολική σχεδόν απώλεια των αισθήσεών τους για να επιψαύσουμε το μυστικό του θανάτου. Ούτε η επιστήμη ούτε η φιλοσοφική δεοντολογία μας το επιτρέπουν.
Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει, γιατί όσα προηγούνται δεν αποτελούν επαρκή και ικανοποιητική οντολογία του θανάτου. Κανένας δεν είναι σε θέση να αποδείξει πως η αμεσότητά μας είναι φθαρτή και πως αφανίζεται με το σωματικό μας θάνατο. Ούτε υπάρχει βεβαιότητα ως προς την επιβίωσή μας, καθόσον όλα τα επιχειρήματα προβάλλονται εκ του ασφαλούς, πριν δηλαδή τον οριστικό μας θάνατο.
Παρόλα αυτά, μπορούμε να εισχωρήσουμε στην οντολογική θεώρηση του θανάτου. Είπαμε πως είμαστε θνήσκοντα όντα. Σε τι συνίσταται όμως το θνητό της φύσης μας; Είδαμε πως η στιγμή ως συστατική και αμείωτη μονάδα της χρονικότητάς μας ενέχει την ανέκφραση αμεσότητά μας η οποία δεν τέμνεται. Η χρονικότητα επομένως δεν είναι σύνολο στιγμών, ούτε τμητό μέγεθος την έκταση του οποίου θα μπορούσαμε να ορίσουμε. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την αμεσότητά μας η οποία εκφράζεται ακριβώς με τη στιγμή. Η στιγμή και η αμεσότητα συμπίπτουν, ενέχοντας και την αδιάστατη διάσταση του χώρου, εκφράζουν την άπεφθη ολότητα η οποία όμως δε νοείται χωρίς τα εκτατά και διαστατά μεγέθη. Βέβαια, με τον όρο ολότητα εννοούμε το απερίτμητο και ανέκφραστο στοιχείο μας, το μυστικό, αλλά ταυτόχρονα διαπιστώνουμε πως αυτό το άρρητο στοιχείο δε μπορεί να νοηθεί χωρίς το χωρόχρονο, όπως ακριβώς και η στιγμή. Είναι εγκλωβισμένο στο χωρόχρονο, πορίζεται τις ιδιότητες του χώρου, κοινωνεί διαμέσου της σωματικότητάς μας με τα αισθητά και παράγει τη χρονικότητα. Συνεχόμενο στη χρονικότητα προσωποποιείται ως ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά παραμένει αδήριτη παρουσία. Η χρονικότητα αποκαλύπτει τη φθίνουσα και θνήσκουσα ύπαρξή μας, αλλά αυτή η αποκάλυψη της θνήσκουσας προσωπικότητάς μας είναι ταυτόχρονα και φανέρωση της άπεφθης ουσίας μας, είναι φανέρωση της ζωής. Ο θάνατος, ο καθημερινός και διαρκής θάνατός μας ως έγχρονων όντων είναι ταυτόχρονα και μαρτυρία ζωής.
Μήπως όμως η ζωή επικαλύπτει το θάνατο; Μήπως η στιγμή ακυρώνει οντολογικά τη χρονικότητα; Στα κρίσιμα ερωτήματα οφείλει να απαντήσει το είναι της στιγμής στο οποίο προσφεύγουμε συνεχώς, παρά το ότι αδυνατούμε να ορίσουμε. Αν όμως το συσχετίσουμε με τον έγχρονο βίο μας, με την χρονικότητά μας, θα δούμε πως όλες οι κατηγορίες και οι έννοιες τις οποίες ποριζόμαστε απ' το αισθητό αδυνατούν να νοηθούν χωρίς την ολότητα της αμεσότητας. Διαχέονται απόλυτα στην αμεσότητά μας και αναπροβάλλουν στην πραγματική τους διάσταση. Οι αισθητές ουσίες λ.χ. συνιστούν επί μέρους ολότητες οι οποίες είναι συλληπτές εξαιτίας της χωρικής ολότητας. Οι ιδιότητές τους, επίσης, όπως η συνέχεια, το σχήμα, η μορφή, κ.ο.κ. είναι συλληπτές εξαιτίας της αμεσότητας της αίσθησης και του χώρου. Γίνονται όμως συγκεκριμένες έννοιες στη σκέψη μας επειδή ακριβώς νοούνται απ' την αμεσότητά μας, αποτελώντας έτσι το ρητό περιεχόμενο της συνείδησής μας. Όλες επομένως οι έννοιες, για να συλληφθούν στη συγκεκριμένη τους διάσταση, προϋποθέτουν την ολότητα της άμεσης νόησης, την αμεσότητά μας δηλαδή η οποία εκφράζεται ως στιγμή. Χρονικότητα επομένως είναι η εμπειρία της διακοινωνίας ανάμεσα στην αίσθηση, στην αμεσότητά μας και στη νόηση, που καθίσταται λογισμός. Η αίσθηση παράγει το φυσικό χρόνο ο οποίος συλλαμβάνεται συνειδητά ως χρονικότητα διαμέσου της νόησης – λογισμού. Συνιστούν αναμφισβήτητα το θνήσκον στοιχείο της ένσαρκης παρουσίας μας. Η αμεσότητά μας επομένως αποτελεί το δήριτο στοιχείο το οποίο δε θνήσκει στα πλαίσια της θνήσκουσας ένσαρκης παρουσίας. Δε θνήσκει, γιατί αδυνατούμε να τη συλλάβουμε ως θνήσκουσα. Αντίθετα, απ' αυτήν εκπορεύονται όλες οι έννοιες και, το σημαντικότερο, η εμπειρία της ζωής μας με τα ποικίλα βιώματα.
Η θνήσκουσα συνείδηση αποκαλύπτει την αμεσότητα ως ζωή, ως άρρηκτη όμως ζωή, η οποία περιχωρείται με το θάνατο. Ο θάνατος όμως επιφέρει την καταστροφή της προσωπικής χρονικότητας. Ήδη καλούμαστε να εμβαθύνουμε σε αυτή την αλήθεια.


ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ
ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΕΚΟΔΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ 1988