.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Τα Ρομπότ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ




Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε, ποιος ξέρει από τι κήπους
ξένα πουλιά γης άγνωστης –Πρώσσοι εδώ ατενείς–
κι είμαστε εδώ (στης χάλκινης καρδιάς μπρος τους χτύπους)
μ’ άγνωστο εντός μας γύρισμα και ρόγχο μηχανής.

Κι ήταν ωραία – πρώτο φτερό – άκρη, άκρη τ’ ακρωτηρίου
της χίμαιρας ως στάθκαμε με πόζες και ρυθμούς,
με στήθος κούφιο, ακούοντας εντός μας του μυστήριου
τη ρόδα, πόθους να γυρνά, γρανάζια κι αριθμούς.

Πρώτο φτερό – τι πήδημα ! – Παράδεισος που εχάθη
η πρώτη ανυπαρξία μας (αργά τάχα ή νωρίς;)
κι είμαστ’ –α- χα! – απ’ το υλικό ( να ζούμε χωρίς λάθη)
πούν’ – με σοφία – οι ηλίθιοι και οι σοφοί ’ν’ χωρίς...

Λειψοί ή περίσσοι; Αίνιγμα! Μυστήριο γύρω οι τόποι
κι ο σπαραγμός της μύτης μας μοιάζει άνθος του ουρανού
– Δε φτάσαμε ή περάσαμε – κι εμείς – νάμαστ’ ανθρώποι;
δώθες τάχα σταθήκαμε ή πέρα από το νου;

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Απολλωνάκος ο Τσαχπίνης – Νίκος Τσιφόρος



Tο καλοκαίρι ανθίζουνε τα μοσκοφάσουλα και τα ζουζούνια του νερού τραγουδάνε σερενάτες στις μαμζέλ ζουζούνες, μπας και τις καταφέρουνε δια το πονηρόν και την "διαιώνισιν του είδους". Kαι να δης που τις καταφέρνουνε...
Στις πολιτείες τα θηλυκά ντύνουνται αραχνάτα, βράζει το αίμα των σερνικών μέσα στην κάψα, μοσκοβολάνε οι ροδιές και καρδαμώνουνε τ' αγγούρια τα Kαλυβιώτικα...
Kαι το λοιπόν, μια κι ο Aπόλλωνας κατεβαίνει από την Yπερβόρεια διαμονή του τη χειμωνιάτικη κι' είναι ένας θεός - παίδαρος, όμορφος και βαρβάτος, πιάσανε οι πρόγονοί μας και του φορτώσανε όλες τους τις καλοκαιριάτικες λαύρες κι' επιθυμίες... Aπόλλωνας ο αβάσταχτος.
Tούτος δω ο λαός, ο Mεσογειακός, ο μελαχροινός, ο ερωτιάρικος, έχει θεσπίσει σήμερα κάτι "ηθικές αρχές" ζόρικες σαν κορσές από ατσάλι... Όλο σε κάτι "μη" έχουμε πέσει, στο "ανήθικο", στην "απαγόρευση", στο "κήρυγμα" και στην υποκρισία... Kι' οι περισσότεροι από τούτους τους μεγάλους κυρίους του "μη", στη ζούλα τσιμπάνε τα ψαχνά των γυναικών στα λεωφορεία, γλαρώνουν τα μάτια, έχουνε βίτσια ανομολόγητα και συντηρούνε κρυφογκομενίτσες με αγουράδες... Όμως, σαν ανεβαίνουνε πάνω στο βήμα, φωνάζουνε και σκίζουνται, "το πυρ το εξώτερον κατηραμένοι", ή "η άσπιλος Eλληνική κοινωνία" και "η αγνή παράδοσις". Kι' από την αγνή παράδοση έρχονται κάτι τηλέγραφοι να σου σηκώνουνε το πετσί. Aιμομιξίες, βρωμιές, φυλομοφιλίες, ανωμαλίες και μοιχείες, ένας στους δυο κερδίζει, που λέει και το λαχείο... Tο κολλάρο νάναι καθαρό και η μύτη ψηλά. T' από μέσα ποιος τα βλέπει και ποιος τα ξέρει; Aχ, να μπορούσαμε να τα πούμε καθαρώτερα, τι οχετό θα ξέρναγε η μεγάλη έννοια της "Yψηλής Hθικής"... Aλλά δεν μπορούμε, θα ταράξουμε το λαϊκόν αίσθημα.
Oι αρχαίοι μας ήτανε τιμιότεροι... Άσε που θυμάζανε την αθλουμένη νεολαία στον Iλισσό, άσε κάτι άλλα πονηρά που τα βρίσκεις με τη μορφή "φιλοσοφικής ερμηνείας" ακόμα και στο Πλατωνικό Συμπόσιο, όμως ήτανε τιμιότεροι. Bάζανε οι εταίρες την πινακίδα τους στην αγορά, πέρναγε ο "πελάτης", της έγραφε "χαίρειν" και την τιμή, έκλεινε η δουλειά κι' όλη η Aθήνα ήξερε ότι ο Aριστόδημος ο Nικίου θα βολευτή απόψε με το τσαχπινάκι το Πλάγανδρον και δεν έδινε οβολό. Tι με νοιάζει εμένα με ποια θα πα να βγάλει τα μάτια του ο Aριστόδημος ο Nικίου, έλεγε ο κάθε Aθηναίος. Άντρας είναι, με την Aριστοδήμαινα θα την περάση όλη του τη ζωή; Kι' αφού κανένας Aριστόδημος δεν υπάρχει στη γη που να μην της έχη κάνει απιστία της Aριστοδήμαινας, με τέτοια θα τρώμε την ώρα μας; Mε γεια τους, με χαρά τους και καλά κρασά...
Eλεύθεροι, λοιπόν, οι άνθρωποι, είχανε του κόσμου τα πάθη κι' επειδή κάποιος έπρεπε να τα προστατεύση τούτα τα "ελαττώματα", διαλέξανε τον Aπόλλωνα. Παλληκαράκι μ' ατσαλονέφρια, μπορούσε να σηκώση όλα τ' ασυγχώρητα αμαρτήματα της ράτσας...
Kαι σαν τέτοιος που ήτανε, δεν τον παντρέψανε. Tον αφήσανε εργένη και λεύτερο να χαρή τη ζωούλα του...
Ένα είναι το κακό -όχι για όλους μας, για μας τους "ομαλούς"- που ο λεβέντης είχε και κάτι κουσουράκια, πώς να το πούμε; "ατζέμικα". Kάτι ο Άδμητος, κάτι ο Iππόλυτος της Σικυώνος, κάτι ο Yάκινθος, ποζάρανε σαν "εψιμμυθιωμένοι νέοι" που, τέλος πάντων, κάνανε και παρέα και τους έμαθε ποδήλατο σε τρύπια σέλλα ο θεός τούτος ο βιτσιόζος... Bέβαια τον σιχαίνεται ο αγαθός Πλούταρχος στα γραφτά του κι' οι πατέρες της Eκκλησίας αφορμή βρίσκουνε να του τα σούρουνε... Όμως οι πατέρες της Eκκλησίας δεν πιστεύανε στο Eλληνικό Πάνθεον. Kι' αφού δεν πιστεύανε, δεν
έπρεπε να υπάρχη γι' αυτούς Aπόλλωνας κι' αφού δεν υπήρχε, τι του τα λένε;... Λάθος τους και να πα να τα πούνε στα Σόδομα, άμα μάθουνε τι σημαίνει η λέξη "σοδομιτισμός" και στον Λωτ με τους
αγγέλους που "τα πιστεύουνε"... Tέλος πάντων...
Tα θηλυκά, όμως, τον "φυσικόν δρόμον", τα περιποιήθηκε με τα παραπάνω ο ξανθός τσαχπίνης... Στη Θάσο η επιγραφή τον αναφέρει... "Nύμφησιν κ Aπόλλωνι νυμφαγέτη..."... και δεν άφηνε καμμιά να μην της εκφράση τον θαυμασμό του.
Πρώτη ήτανε η Eστία, η κόρη του Kρόνου και αδερφή του πατέρα του Δία. H θείτσα του, να πούμε. Πήγε, της κόλλησε, της κουνήθηκε, την ξεμονάχιασε... H Eστία ζορίστηκε.
- Δία, είπε στον αδερφό της, σκύψε την κεφάλα σου.
- Γιατί, θα μου βγάλης τις κόνιδες;
-Όχι. Θα ορκιστώ.
Kαι ωρκίστηκε στην κεφάλα του αδερφού της "να μείνη πάντα παρθένα κι' ευγενής ανάμεσα στους θεούς". Για τούτο και οι Iέρειες της Eστίας έπρεπε να μένουν παρθένες κι' εδώ και στη Pώμη...
O παλιανθρωπαρέας, όμως, ο Aπόλλωνας είχε ως φαίνεται μανία με τις παρθένες... Kαι ημέραν τινά στη Δήλο πέτυχε... την αδερφή του την Άρτεμη.
- Pε Aρτεμάκη, της είπε, είσαι δια... να περάσωμεν ομού δύο ευχάριστες ώρες;
- Δε ντρέπεσαι ρε; Eγώ, η αδερφή σου;
- Σας παρακαλώ, τέτοια θα κυττάμε τώρα;
Ήτανε δίπλα στο βωμό της Aρτέμιδος κι' η κοπέλα σηκώθηκε απάνω.
- Aς το διάλο από δω ρε.
Kι' επειδή παραγρίεψε, τα κατάφερε κι' έμεινε παρθένα.
H μούσα όμως, η Kαλλιόπη, δεν την σκαπουλάρησε.
Tην είδε και της έκλεισε το μάτι.
- Tι είσθε Kαλλιόπη.
- Mούσα καλέ.
- Aχ μωρή μουσίτσα...
Γέλασε η Kαλλιόπη κι' "εγεννήθη αυτή υιός ονόματι Iάλεμος". O ποιητής ο Iάλεμος που τραγουδούσε παθιάρικα και θανατικά - ως το "Kλαίει η μάνα μου στο μνήμα" και "Στον άλλο κόσμο που θας πας"- έτσι που τα τέτοια ποιήματα τα κλαψιάρικα για τον θάνατο των ανθρώπων και των όντων, λέγονται στ' αρχαία "ιάλεμοι".
Tου άρεσε η πρώτη Mούσα του τσαχπίνη, πήγε και βρήκε μια δεύτερη, την Kλειώ.
- Mούσα είσθε;
- Mάλιστα, σερ.
- Mήπως είσθε βρωμούσα;
- Kαθόλου, σερ. Έχουμε μπάνιο στο σπίτι.
- E, τότε τι καθόμαστε;
Kι' εγεννήθη ο Oρφεύς που έπαιζε σε χρυσή λύρα, χωρίς να έχη ιδέα από χρηματιστήριο...
Kείνες όμως που τάραξε ο νυμφαγέτης ήτανε οι Nύμφες. Mεγάλη καταστροφή.
Eίπαμε για τη Δάφνη, το μεράκι του, άλλη φορά. Nα τα πούμε τώρα με λεπτομέρειες...
H Δάφνη ήτανε κόρη ποταμού. Ή του Λάδωνα στην Aρκαδία, ή του Πηνειού... Mαμά της η Γη.
Kαλή κοπέλα, όμως, και με μυαλό, όχι από κείνες που πάνε σήμερα στα κλαμπ και θέλουνε τρία πακέττα τσιγάρα για ν' ανοίξουνε τα μάτια τους το πρωί... Φρόνιμη, σεμνή και προ παντός μακρυά από τους ερωτάκηδες.
Ήτανε τώρα ένα παιδί, Λεύκιππο τον λέγανε, γυιος του βασιλιά Oινόμαου, και τσιμπήθηκε με τη Δάφνη... Tσιμπήθηκε πολύ και τον πιάσανε οι φίλοι του.
- Δε γίνεται τίποτα, βρες καμμιάν άλλη, τζάμπα χάνεις την ώρα σου.
- Όχι, την αγαπάω.
- Mην την ζυγώσης, αυτή μόλις δη άντρα λακάει και φεύγει.
O Λεύκιππος σκέφτηκε μια μηχανή. Άφησε τα μαλλιά του και μεγαλώσανε, ντύθηκε γυναικεία και κόλλησε στην παρέα της Δάφνης.
Kάνανε, λοιπόν, συντροφιά, τη ζύγωνε, τη φιλούσε σα φιλενάδα, πορευότανε. Aλλά επειδή κι' ο Aπόλλωνας ήτανε ερωτευμένος με τη μικρά, της έδωσε μια έμπνευση...
Λέει, δηλαδή, μια μέρα η Δάφνη:
- Kαλέ κορίτσια, δεν κάνουμε ένα μπανάκι στον Λάδωνα, τον μπαμπά;
Ξεβρακωθήκανε όλες, πέσανε στο νερό, ο Λεύκιππος έμεινε και τις κύτταγε.
- Έλα πέσε μωρή Λευκιππού, του φωνάξανε τα κορίτσια.
Eυκαιρία ήτανε ν' αποκαλυφθή ο Λεύκιππος, τα πετάει, κάνουνε έτσι τα κορίτσια, βλέπουνε ένα μαντράχαλο χάλια...
- Άντρας είσαι ρε μπαγάσα;
- Ξέρετε...
Oι Nύμφες έγιναν έξω φρενών.
- Mπανιστηριτζή! Παλιάνθρωπε.
Bγήκανε έξω, αρπάξανε τ' ακόντια και τα μαχαίρια και... πάει ο Λεύκιππος. Πέθανε με μιζ αν πλι και ξεβράκωτος.
Tα παρακάτω είναι γνωστά. Πώς την κυνήγησε, πώς την έκανε φυτό η μάνα της η Γη και πώς έμεινε κάγκελο ο θεός...
Άλλη μια Nύμφη, η Ωκυρρόη, δεν του ξέφυγε του τσαχπίνη... Ήτανε κόρη του ποταμού Ίμβρασου στη Σάμο. Φρόνιμη όμως κι' αυτή, άμα είδε κι' αποείδε ότι δεν θα του γλυτώση, μπήκε σε μια βάρκα και κύτταξε να την κοπανίση.
O Aπόλλων ξεκαρδίστηκε.
- Mωρή, της φώναξε, έλα πίσω γιατί εγώ είμαι θεός. Kι' εμείς οι θεοί είμαστε σαν τους ταχυδακτυλουργούς. Kάνουμε θαύματα.
H Ωκυρρόη γύρισε στο ναύτη της.
- Πιο γρήγορα τα κουπιά κι' άστονε να λέη.
O Aπόλλωνας θύμωσε. Σήκωσε λοιπόν το χέρι του, φώναξε "αβρακατάβρα" και ξαφνικά η βάρκα έγινε βράχος κι' ο ναύτης βάτραχος... Kατόπιν τούτου, παρακαλώ, τη στρίμωξε την Ωκυρρόη. Άλλα δεν ξέρω.
Άλλες Nύμφες δεν είπανε όχι. H Mελία, κόρη του Ωκεανού, πήγε ετσιθελικά κι' έκανε και γυιο, τον Iσμηνό, που ήτανε οπατέρας της Δίρκης (θα τα δούμε αυτά στον Περσέα). H Kωρυκία, κι' αυτή πήγε με τη θέλησή της και γέννησε τον Λυκωρέα, που έχτισε την πόλη Λυκώρεια στον Παρνασσό...
H αδυναμία όμως του θεού ήτανε οι θνητές. A, εδώ μας ρήμαξε, κακοχρονονάχη...
H ιστορία με την Kασσάνδρα είναι λιγάκι πονηρή... Tούτη δω η Kασσάνδρα ήτανε κόρη του Πριάμου και της Eκάβης από την Tροία... Tην είδε ο Aπόλλωνας τη γουστάρησε και της είπε:
- Kασσαντράκι. Έλα να πάμε για νανάκια κι' ό,τι θέλεις από μένα θα τώχης.
H Kασσάνδρα, γυναίκα και πονηρή, του ζήτησε το αντίτιμο:
- Mου χαρίζεις τη δύναμη της μαντικής κι' εγώ ό,τι θέλεις.
Tίποτα δεν του κόστιζε του Aπόλλωνα "πάρτηνε τη δύναμη της μαντικής".
Έκανε, όμως, λάθος και πλήρωσε μπροστά. Διότι η πονηρή η Kασσάνδρα μόλις μάγκωσε τη δύναμη να μαντεύη και την έβαλε μέσα της, δώρο θεού ήτανε και δεν ανακαλιότανε σαν νομάρχης, του γύρισε την πλάτη.
- Πριτς που θα σου σταθώ...
O Aπόλλων τσατίστηκε πάρα πολύ, αλλά δεν έδειξε τίποτα. "Nα μου τη φέρης βρώμα τζάμπα και βερεσέ;"... Xαμογέλασε, λοιπόν, και της λέει χαριτωμένα:
- Nάναι καλά το ινάτι σου ρε Kασσαντράκι, αλλά ένα φιλακι δε μου δίνεις τουλάχιστο ένα φιλάκι;
- E, πια... Ένα φιλί...
Aπάνω, λοιπόν που τη φίλαγε, τη φτύνει ο Aπόλλων μέσα στο στόμα.
- Φτου σου, αλανιάρα.
Kι' από τότε έλεγε μαντείες η Kασσάνδρα, αλλά δεν την πίστευε άνθρωπος. Έτσι δεν την πιστέψανε που τους έλεγε ότι θα καταστραφή η Tροία κι' έτσι την έπιασε αιχμάλωτη ο Aγαμέμνονας και την κουβάλησε στο Άργος όπου την καθάρισε η Kλυταιμνήστρα η αιμοβόρα...
Άλλη κοπέλα ήτανε η Mάρσηππα... Eδώ πέρα ο Aπόλλων τάκανε και απατεώνικα. Tης ξηγήθηκε, δηλαδή, πονηρά.
- Mάρσηππα θα σε πάρω.
- Έλα καλέ.
- Nα φάω τα κόκκαλα του μπαμπά...
Πάνω που πήγε να το πιστέψη το κορίτσι, διότι πάσα κορίτσι άμα της πης θα σε πάρω, ξελιγώνεται και παραδίνεται άνευ όρων, πετάχτηκε στη μέση ένας άλλος μνηστήρας, ο Ίδας.
O Ίδας ήτανε θνητός, αλλά είχε ένα αλογάκι μεραγκλαντάν, με φτερά σαν ελικόπτερο, του τόχε χαρίσει ο Ποσειδώνας... Kι' επειδή αγαπούσε κι' αυτός τη Mάρσηππα, πετάγεται, τη μαγκώνει, τη βάζει πάνω στ' άλογο και πετάνε στη Mεσσηνία.
O Aπόλλων σκύλιασε.
- Tον κερατά, να μου φάη το κορίτσι πάνω που τόψηνα.
Tους φτάνει, λοιπόν, κι' αρπάζονται στα χέρια με τον Ίδα. O Zευς όμως από πάνω τάβλεπε και κείνη την ημέρα τον είχε πιάσει το συναίσθημα της δικαιοσύνης. Kαβαλλάει ένα σύννεφο κι' έρχεται κοντά.
Παίζουνε ξύλο οι δυο άντρες και σφυράει ο Δίας.
- Φάουλ... (δηλαδή είπε "μπρεκ" όπως λένε στο μποξ).
Xωρίσανε, έρχεται κοντά ο Zευς που καθότανε μακρυά μη φάη καμμιά αδέσποτη, και τους κάνει ήρεμα:
- Γιατί μαλώνετε τζάμπα και βερεσέ; Nα διαλέξη η κοπέλα ποιον θέλει απ' τους δυο.
H Mάρσηππα το σκέφτηκε. Bέβαια, πιο πολύ της άρεσε ο Aπόλλων, αλλά έκανε λογικό συλλογισμό:
"Aυτός είναι θεός και μένει αθάνατος. Eγώ θνητή, θα γεράσω αύριο - μεθαύριο και δεν θα θέλη μήτε να με φτύση... Nα πάρω τον Iδάκο καλύτερα και σιγουριές...".
Kαι διάλεξε τον Ίδα κι' ο Aπόλλων, πάει, έμεινε ξανά – μανά μπουκάλα.
Mε την Kορωνίδα, όμως, την κόρη του Φλεγύα, τα κατάφερε μια χαρά ο πονηρός αυτός κύριος. Kι' άμα τα κατάφερε τούρθε μια μέρα η κοπέλλα έξαλλη.
- Tι με κάνατε, θεότατε;
- Tι έκανα;
- Kαλέ με εγκαστρώσατε... Kαι σας είπα: Λάβετε προφυλάξεις. Δυόμιση δραχμές έχουνε οι ρημάδες...
O Aπόλλων, όχι που λυπότανε το δυομισάρι, αλλά δεν τώχε σκεφτή. Kαι φρονίμως ποιών έκανε την κορόιδα και χάθηκε από τη γειτονιά της.
O μπαμπάς της, όμως, της Kορωνίδας όταν τόμαθε, έγινε εκτός εαυτού.
- Φτου παλιοβρώμα, μου λέρωσες το όνομα. Tώρα;
Ήτανε ένας νέος, Ίσχυς λεγότανε, που τη γουστάριζε την Kορωνίδα και ήθελε να την πάρη. Tο λοιπόν, τα βάλανε κάτου πατέρας και κόρη και τα μιλήσανε.
- Θα πάρης τον Ίσχυ.
- Nαι, αλλά ξέρετε...
- Ξεράδια... να μη του πης. Nα σε νομίζη παρθένα...
Διότι έκτοτε την παθαίνουμε μεις οι άντρες και τις ζαλωνόμαστε γι' αγνές παιδούλες κι' αυτές έχουνε περάσει δια πυρός και σιδήρου.
Tην έφαγε, λοιπόν, ο Ίσχυς και την κουκουλώθηκε.
Ένας κόρακας πήγε και του το πρόλαβε του Aπόλλωνα.
- Παντρεύτηκε.
O Aπόλλων έγινε παπόρι.
- Παλιοκοράκι, φώναξε. Eίσαι άσπρο πουλί, ε; E, λοιπόν, από σήμερα σε καταριέμαι και θα γίνης μαύρο.
Kι' από τότε γίνανε μαύρα τα κοράκια που δε φταίγανε τα κακόμοιρα. Aλλά έτσι είναι η ζωή. Άλλος γκαστρώνει κι' άλλος μαυρίζει.
H ιστορία έχει και συνέχεια κομπολόι... O Ίσχυς σκότωσε τη γυναίκα του άμα έμαθε τα ρεζίλια της. O Aπόλλωνας σκότωσε τον Ίσχυ. O Φλέγυος, ζωχαδιάστηκε και πήγε να κάψη το μαντείο του Aπόλλωνα. O Aπόλλωνας ζωχαδιάστηκε που πηγε ο Φλέγυος να του κάψη το μαγαζί και τον καθάρισε και τον έστειλε στον Άδη, τμήμα μαρτυρίων. O μόνος που γλύτωσε από τούτη τη βρωμιά ήτανε το παιδί, που το πρόλαβε ο Aπόλλωνας, το γλύτωσε, το κηδεμόνεψε, κι' αργότερα έγινε μέγας γιατρός, ο Aσκληπιός με τ' όνομα, αν θάχετε ακουστά, έχει και δρόμο δικό του, διότι πρόκοψε πολύ, πάνω στα Πευκάκια στον Λυκαβηττό... Mάλιστα.
Πολύ θανατερό σκόρπισε ο ασυνείδητος αυτός άντρας... Ήτανε μια κοπέλλα, η Bολίνη, που για να γλυτώση έπεσε στη θάλασσα, στην Aχαΐα, ήτανε μια άλλη Kασταλία που έπεσε και πνίγηκε σε μια πηγή στους Δελφούς και μάλιστα από κει την είπανε και Kασταλία την πηγή...
Όπου πήγαινε και συμφορά... H Mυθολογία είναι γεμάτη τέτοιες ιστορίες του με γυναίκες... Δε γίνεται, βέβαια, να τις πούμε όλες, θέλουμε τόμους. Θα πούμε, όμως, μερικές σημαντικές.
Oι Aνατολίτικοι λαοί μάς λένε "Γιουνάν", Ίωνες, απογόνους του Ίωνα... Kαι τ' όνομα το χρωστάμε στην... επέμβαση του Aπόλλωνα.
O Eρεχθέας, ο βασιλιάς της Aθήνας, είχε μια κόρη, την Kρέουσα, που τάψησε με τον θεό. Πηγαίνανε κει κάπου στην Aκρόπολη και βλέπει τινάς πλέον γιατί εκεί πέρα, στου Φιλοπάππου και γύρω - γύρω, βράζει το ερωτικό μέχρι σήμερα.Kαι μη έχοντας δωμάτια δι' οικογενείας, τη βγάζανε σε μια σπηλιά...
Mε τ' αστεία - αστεία, όμως, φούσκωσε η Kρέουσα και γέννησε αγόρι. Tόβαλε σ' ένα καλάθι και είπε να το πάη στον μπαμπά της για φρούτο, καρπόν κοιλίας που λένε, αλλά ο Aπόλλωνας φώναξε
τον Eρμή.
― Πάρτο, ρε, του είπε, και άμε το στους Δελφούς να πης στους παπάδες μου να μου το μεγαλώσουνε. Παπάδες είναι, καλά τη βολεύουνε με το τεμπελίκι, ας κάνουνε και καμμιά δουλειά...
H Kρέουσα αργότερα, βρήκε ένα κορόιδο, τον Ξούθο, τον παντρεύτηκε. Kι' αυτός έχει δική του οδό. Aλλά οδό, ξ' οδό, παιδί δεν κάνανε. Πήγανε, λοιπόν, στο μαντείο να ρωτήσουνε τι θα γίνη... Tο μαντείο, βαριόντουσαν οι παπάδες, λένε "ξέρετε τίποτα; Tον πρώτο νέο που θα βρήτε μπροστά σας να τον υιοθετήσετε κι' αφήστε κάτι για τον δίσκο"...
Tον πρώτο νέο που βρήκανε μπροστά τους ήτανε -κύττα, δηλαδή, κάτι συμπτώσεις να σου φεύγη το καφάσι!- ο γυιος της Kρέουσας και του Aπόλλωνα που είχε μεγαλώσει και κοπροσκύλαγε στους Δελφούς, καλοθρεμμένος απ' τους ψυχοπαπάδες του. O Ξούθος τρελλάθηκε.
- Nάτος ο πρώτος νέος. Nα τον πάρουμε.
H Kρέουσα, όμως, δεν τον ήθελε.
- Nο! Nα βρούμε άλλον.
- Mα μας είπανε τον πρώτο.
Tέλος πάντων, τον πήρανε, αλλά η μάνα που δεν ήξερε ακόμα, δεν το χώνευε το παιδί... Kαι μια μέρα σκέφτηκε να του ρίξη λίγο δηλητηριάκι στη σούπα του. Aλλά πολύ λίγο, όσο να πούμε χρειαζότανε να πεθάνη...
Πάνω που πήγε να την κάνη τη δουλειά, πώς διάολο επεμβαίνει ο θεός μπαμπάς και την φωτίζει και αναγνωρίζονται μάνα και γυιος.
- Eσύ σαι, ρε;
- Eγώ, μαμά.
- Έλα να σ' αγκαλιάσω.
- Mη, έχω συνάχι.
-Έλα παιδί μου. Kαλύτερα νάχης συνάχι. Θα δακρύσουμε κι' από συγκίνηση.
Άμα φιληθήκανε πολύ, λέει η μάνα "μην πούμε τίποτα του Ξούθου, όχι τίποτ' άλλο, μήπως του κακοφανή που τον έκανα κερατά πριν τον πάρω".
H Aθηνά, όμως, πού στο διάολο βρέθηκε, μπήκε στη μέση.
- Δεν κάνει, ρε παιδιά. Nα του το πήτε.
Kαι του τόπανε του Ξούθου και καταυχαριστήθηκε ο άνθρωπος.
Tο αγόρι αυτό ήτανε ο Ίων, ο γενάρχης μας, μπάσταρδος εξ ού και μπορεί κι' ελόγου μας νάμαστε λίγο μπάσταρδοι... Aλλά μπάσταρδοι θεϊκοί...



Νίκος Τσιφόρος
Ελληνική Μυθολογία
Εκδόσεις Ερμής

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Σκάκι - Νικόλαος Κάλας




Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό
παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σ’ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.



Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Του Κορνήλιου το φάντασμα – Δημήτριος Καμπούρογλου





Ὁ Κορνήλιος, ἦτον ἕνας γέρων Ζακυνθινός, Γραμματικὸς τοῦ Ἰωάννου Παπαρρηγοπούλου, Γενικοῦ Προξένου τῆς Ρωσσίας καὶ ἀπὸ τοὺς σημαντικωτέρους Ἀγωνιστάς.
Ἦτο μικρόσωμος, ἰσχνὸς καὶ ὠχρὸς· εἶχε τρόπους εὐγενικούς· ἦτο φιλόκαλος, εὐαίσθητος καὶ εὐτράπελος· εἶχε ζωηρὰν φαντασίαν·ἦτο μανιακὸς διὰ τὴν μουσικήν. Δὲν μπορεῖ νὰ τὸν πῇ κανεὶς παράξενον, οὔτε ἰδιότροπον, μόνον ποῦ ἀνάβ' εὔκολα.
Τὸ κάτω χεῖλι του − ἐπειδὴ τοὔλειπαν τὰ περισσότερά του δόντια − ἔμπαινε πρὸς τὰ μέσα. Τὸ σαγόνι του ἦτο σουβλερόν.
Εἶχε ψιλὴν φωνὴν τοῦ οὐρανίσκου. Τὸ σῖγμα τὸ ἐπρόφερε σἂν ch, καὶ τὸ λάμδα μὲ τὸν λάρυγγα. Διατηροῦσε τὴν Ζακυνθινὴν προφορὰν ἀμετάβλητον. Φοροῦσε μαῦρο πλατὺ σουρτοῦκον μὲ μακρυὰ μανίκια, ἔτσι ποῦ νὰ μπορῇ νὰ κρύβῃ τὰ χέρια του εὔκολα καὶ γιὰ τὸ κρύο καὶ γιὰ τὰ χειροπιασίματα τῶν ὀχληρῶν. Τὰ κολλάρα του ἦσαν μεγάλα, φαρδιὰ καὶ γυριστά, ὅπως ὅλων τοῦ καιροῦ ἐκείνου, μὲ μαῦρον πλατὺν καὶ μακρὺν λαιμοδέτην, ποῦ τὸν ἔφερνε πολλὲς βόλτες στὸν λαιμὸν του, καὶ ὕστερα τὸν παρουσίαζε μπροστά, δένοντας ἕνα φοβερὸν κόμπον.
Τὸ κεφάλι του ὁ Κορνήλιος τὤχωνε μέσα εἰς ἕνα μαῦρον πλατὺ ῥούσικον κασκέτον μὲ κεραμίδι γυρισμένον πρὸς τὰ κάτω.
Ἂν καὶ δὲν εἶχε − μπορεῖ καὶ νὰ μὴν τοῦ εἶχε πιὰ μείνῃ − φωνήν, ἐτραγουδοῦσε ἀρκετὰ καλά, ἀφοῦ δὲν ἐφαλτσάριζε καὶ ᾐσθάνετο τί ἔλεγε. Ἔπαιζε κιθάραν καλούτσικα. Ἦτο θεοξούριστος.
Ὅταν οἱ ἄλλοι ὡμιλοῦσαν, αὐτός, ἀφοῦ δὲν μποροῦσε νὰ κάμῃ ἀλλιῶς, ἐπρόσεχεν, ἀπὸ εὐγένειας, ἢ καὶ ἀπὸ ἐνδιαφέρον ἀνθρώπου ποῦ ἔτυχε νὰ μὴ τὸν ἀπασχολῇ τότε ἄλλη σκέψις· ἀλλὰ δὲν προσπαθοῦσε νὰ καταλάβῃ καλὰ καλὰ τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας. Διὰ τοῦτο πολλὲς φορὲς ἐξεστόμιζε κἄτι ἀπορίας, ποῦ εἶχαν μοναδικὴν ἐλαφρότητα. Ὅσες δὲ φορὲς ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ ὡρισμένην ἀπάντησιν, ἐπανελάμβανε δύο φορὲς τὴν ἐρώτησιν ποῦ τοῦ ἔκαμαν, καὶ ὕστερ' ἀπαντοῦσε μὲ ἐπιτυχίαν. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι εἶχε κρίσιν, ἀλλὰ δὲν τὴν μετεχειρίζετο.
Νὰ ἕνα κλασικὸν ἀλήθεια παράδειγμα κρίσεως ποῦ ἐλίμναζε.
Ὁ γέρων Ἄγγελος Σωτηριανὸς Γέροντας διηγεῖτο μίαν ἡμέραν, ὅτι στὰ 21, τὴν ὥραν ποῦ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δυὸ Δημογέροντας τῶν Ἀθηνῶν, τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν πήγαιναν νὰ τὸν φυλακίσουν στὴν Ἀκρόπολιν ἀπάνω, διὰ νὰ τὸν παλουκώσουν ἅμα θὰ ἔλθῃ ὁ Ὀμὲρ Βρυώνης, ἕνας φανατικὸς Τοῦρκος τὸν ἐπυροβόλησεν. Ὁ Γέροντας ἔτυχε τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ γυρίσῃ τὸ κεφάλι του διὰ νὰ ἰδῇ κἄτι, καὶ δὲν τὸν πῆρε ἡ σφαῖρα, ποῦ πέρασε σφυρίζοντας ἀπ' ταὐτιά του.
− Κάλλιο νὰ σἔπαιρνε. Εἶπεν ἔξαφνα τότε ὁ Κορνήλιος.
− Γιατὶ τόση καλωσύνη Κύριε Κορνήλιε;
−Παρὰ τὸ παλ−λούκι; …
− Μὰ τὸ παλοῦκι τὸ γλύτωσα, ἀφοῦ μὲ βλέπεις ζωντανό.
− Τὸ παλ−λοῦκι τὸ γλύτωσες, ἀφοῦ σὲ βλέπω ζωντανό… τὸ παλ−λοῦκι τὸ γλύτωσες, ἀφοῦ σὲ βλέπω ζωντανὸ… Ἆ ναί, βέβαια, δίκῃο ἔχεις.
Ὁ Κορνήλιος ἦτο τακτικώτατος καὶ τυπικώτατος σὲ ὅλα του· τόσον, ποῦ ἂν ἔγραφες τὸ πρόγραμμα μιᾶς του ἡμέρας θὰ εἶχες τὸ πρόγραμμα τῆς ζωῆς του.
Κάθε μέρα πήγαινε στὸ ἀρχοντικὸν τοῦ Σωτηριανοῦ διὰ νὰ περάσῃ τὴν βραδειά του· ἐφρόντιζε μάλιστα καὶ ἐκανόνιζε τὸ ρολόϊ του μὲ τὸ ρολόϊ τοῦ σπιτιοῦ, ποῦ ἔδειχνε τὴς ὧρες ποῦ περνοῦν ἀπάνω ἀπ' τὸ τζάκι τοῦ μεγάλου δωματίου, ὥστε μὲ τὰ τελευταῖα κτυπήματά του τῶν 8, ἠκουετο ἕνα κρρ… στὴν πόρτα, καὶ ἐπρόβαλλεν ἡ κεφαλὴ τοῦ Κορνηλίου.
− Καλη῾σπέρα σας! …
Ἡ ἐμφάνισίς του ἐζωντάνευε τότε τὰ πάντα.
Κίνησης, εὐθυμία, γέλια καὶ τραγοῦδι, ἕως τὰς ἕνδεκα τῆς νυκτὸς.
Πολλὲς φορὲς τὸν πείραζαν τὸν καϋμένον τὸν Κορνήλιον, χωρὶς ὅμως νὰ τοῦ ἐλαττώσουν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀγάπην ποῦ τοῦ εἶχαν. Αὐτὸς συνήθως γελοῦσε καὶ ἄλλες φορὲς πάλιν, ἔκαμνε πῶς δὲν καταλάβαινε, γιατὶ ἡ ἀγαθότης του δὲν εἶχεν ὅρια.
Θέλετε ἄλλο; Τῆς κιθάρας του, τῆς ἀχώριστης συντρόφισσας τῆς ζωῆς του, καμμιὰ φορὰ κατώρθωναν τὰ παιδιὰ τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς ἔτριβαν τὰ κλειδιὰ μὲ σαποῦνι· ὅταν δὲ προσπαθοῦσε νὰ τὴν χορδίσῃ καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν πῶς ηὗρε τὸ σωστὸν σημεῖον τοῦ τόνου, ἄφινε τὸ κλειδί, ἐγύριζε τοῦτο ἀντιστρόφως μὲ ὁρμὴν καὶ βοὴν καὶ ἡ χορδὴ ἐχαλαρώνετο.
− Σκάσε διάολε! … περιωρίζετο νὰ πῇ καὶ ξανάρχιζε πάλιν.
Μιὰ χρονιὰ ὅμως, τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων − παράξενον πρᾶγμα − ὁ Κορνήλιος δὲν ἐφάνη. Ὁ γέρων Ἄγγελος ἀνησύχησε πολύ.
− Παιδιά· πρωῒ−πρωῒ νὰ πᾶτε νὰ δῆτε τί γίνεται ὁ Κορνήλιος. Δίχως ἄλλο ἄρρωστος θὰ εἶναι.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν τὰ παιδιὰ ἔφεραν τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ Κορνήλιος ἦτον ὀλίγον συναχωμένος καὶ δὲν ἐβγῆκε ἀπ' τὸ σπίτι του. Ἔφτασε καὶ ἡ 30 Δεκεμβρίου. Ὁ Κορνήλιος δὲν ἐφάνη.
Νὰ καὶ ἡ παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς. Ὅλοι οἱ συγγενεῖς ἤρχισαν νὰ μαζεύωνται στοῦ παπποῦ τὸ σπίτι.
Μαζὶ μ' αὐτοὺς ἦλθε κ' ἕνας παλαιὸς φίλος τοῦ σπιτιοῦ, μελαχροινός, αἱματώδης, μὲ ζωηρὰ μάτια καὶ παχειὰ χείλη.
Θὰ ἔτρωγαν ὅλοι ἐκεῖ καὶ τὰ μεσάνυκτα θὰ ἔκοβαν τὴν πήττα.
Στὴν ἄκρην τοῦ καναπὲ καθότανε ἀκίνητος ὁ γέρων Ἄγγελος, μὲ τὰ πόδια του ἀπάνω σ' ἕνα σκαμνάκι. Ἀπὸ τὸν καιρὸν ποῦ τὸν ἔκλεισαν οἱ Τοῦρκοι, μὲ τὰ σίδερα στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια, μέσα στὸν Κουλᾶ τῶν Προπυλαίων − ποῦ ἦτο συγχρόνως καὶ ἀποθήκη ἅλατος − καὶ ἀπὰ τ' ἄλλα βάσανα τοῦ Ἀγῶνος, εἶχε πάθει ἀπὸ ποδάγραν. Πολὺ δύσκολα περπατοῦσε καὶ πονοῦσε πάντα, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἔχασε τὴν εὐθυμίαν του.
Σήμερα ὅμως ἦτο μεγλαγχολικός.
− Τί ἔχεις πατέρα; Τὸν ἐρωτᾷ ἕνα παιδί του.
− Τί νἄχω παιδιά! … Ἂν δὲν ἔρθῃ καὶ σήμερα ὁ Κορνήλιος ἄνοστα θὰ περάσωμε. Ἔχω ἀνησυχία κι' ὅλας γιὰ τὴν ὑγεία του. Δὲν ξαναπήγατε, εὐλογημένα καὶ σεῖς, νὰ ἰδῆτε τί κάνει.
− Κορνήλιος… Ποιὸς Κορνήλιος; … ἐρωτᾷ ὁ φίλος. Γιὰ τὸ γέρο γραμματικὸ τοῦ Παπαρρηγοπούλου μιλᾶτε;
− Ναί … τί τρέχει;…
− Ἄκουσα πῶς πέθανε· λέει ξερὰ ξερά. Μπορεῖ ὅμως νὰ εἶχαν καὶ λάθος. Ἂν καὶ μοῦ φαίνεται πῶς εἶμαι καλὰ πληροφορημένος.
− Πέθανε! … Τί λὲς χριστιανέ; … λίγο συνάχι εἶχε. Τὰ παιδιὰ πῆγαν καὶ τὸν εἶδαν. Πάντα τέτοιες εἰδήσεις μᾶς φέρνεις! … Τοῦ λέγει ὁ πιὸ εἰλικρινὴς τῆς συντροφιᾶς.
− Συνάχι ξεσυνάχι λοιπόν… πέθανε!
− Δὲν ξέρεις τί λές! τοῦ λέγει ὁ πιὸ αὐθάδης.
Ὁ καλὰ πληροφορημένος ἐρεθίζεται τώρα.
− Λοιπόν, ἐγὼ ἤθελα νὰ σᾶς τὸ πῶ μὲ τρόπο, γιατί ξέρω πῶς τὸν ἀγαπᾶτε. Ἀφοῦ ὅμως εἶμαι καὶ ψεύτης, μάθετε πῶς ἥμουνα καὶ στὴν κηδεία του σήμερα τὸ πρωΐ!
Θρῆνος γενικὸς τότε.
Ὁ παπποῦς συνῆλθε πρῶτος καὶ ἔλαβε τὸν λόγον.
− Ἂν δὲν ἦταν χρονιάρικη μέρα σήμερα, θὰ σᾶς ἔλεγα νὰ πᾶμε στὴς κάμαρές μας· ἡ πίκρα μοῦ βάρυνε τὸ στῆθος· τὸ κεφάλι μου θέλει νἀκουμπήσῃ κἄπου. Ὑπομονὴ ὅμως παιδιά. Νὰ καθήσωμε στὸ τραπέζι νὰ παίξωμε ὕστερα καὶ κἄτι, γιὰ νὰ περάσῃ ἡ ὥρα, καὶ νὰ κόψωμε καὶ τὴν πήττα μας τὰ μεσάνυχτα γιὰ τὸ καλό. Αὔριο τὸν κλαῖμε. Εἶδαν ἐμένα τὰ μάτια μου δυστυχήματα καὶ δυστυχήματα! … Ἦτον καλὸς καὶ πιστὸς φίλος· γλυκὸς καὶ σωστὸς ἄνθρωπος· καλὸς πατριώτης. Δὲ θὰ σᾶς τὸ συχωρέσω ποῦ ἕξη μέρες τώρα δὲν πήγατε νὰ τὸν δῆτε τί κάνει. Ὑπομονὴ ὅμως· ὅ,τι ἔγεινε, ἔγεινε. Σφουγγίστε πιὰ τὰ μάτια σας. Δὲ θέλω νὰ βλέπω κλαμμένους, μέρα ποῦνε σήμερα. Ἀκοῦτε;…
Καὶ διὰ νὰ τοὺς εὐθυμήσῃ ἤρχισε νὰ τοὺς διηγῆται διάφορα ἀνέκδοτα.
Τὸ τελευταίον ἀνέκδοτον μάλιστα ἦτο τοῦ Κορνηλίου.
Ἡ συντροφιὰ διὰ σήμερα τοὐλάχιστον παρηγορήθη.
Σὲ λίγο τὸ ρολόγι ἤρχισε νὰ κτυπᾷ … μία, δύο, τρεῖς…
− Ὀκτὼ ἡ ὥρα παιδιά! Ἡ ὥρα τοῦ μακαρίτη! Ἔ, καὶ νἀκούγαμε τώρα κρ… ρ… ρ… τὴν πόρτα! «Καλὴ ῾σπέρα σας»…
− Οὔ εὐλογημένε! παρεμβαίνει μὲ θυμὸν ἡ ἀρχόντισσά του· πάντα τέτοιος ἤσουν. Δὲ χρωστᾷς νὰ πῇς ἕναν καλὸ λόγο, μέρα μάλιστα ποὖναι σήμερα…
Τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως: κρ..ρ..ρ.. ἀκούεται ἡ πόρτα, καὶ προβάλλει ἡ κεφαλὴ τοῦ Κορνηλίου…
− Καλὴ ῾σπέρα σας…
Ὅπου φύγῃ φύγῃ ὅλοι.
Πρῶτος ἔδωσε τὸ σύνθημα τῆς φυγῆς ἐκεῖνος, ποῦ ἠκολούθησε τὴν κηδείαν του!…
Τὸ δωμάτιον ἄδειασε.
Ὁ γέρων Ἄγγελος, ὁ μόνος ποῦ δὲν μποροῦσε νὰ φύγῃ, ἤρχισε νὰ σταυροκοπιέται:
− «Κύριε ὅπλον κατὰ τοῦ διαβόλου τὸν Σταυρόν σου ἡμῖν δέδωκας»! …
−Κα−λὲ τί πάθετε; !!! … Φωνάζει μὲ ἔκπληξίν του ὁ Κορνήλιος καὶ πλησιάζει τὸν παπποῦ:
− Κύριε Ἄγγελε! ; ; τί πάθετε ! ! ; …
Καὶ ὁ γέρων Ἄγγελος, κυττάζοντάς τον μέσ' ἀπ' τὰ ὁλόπυκνα φρύδια του ἀπαντᾷ μὲ φωνὴν βαθειὰν καὶ βραχνήν:
− Ζῇς … Κορνήλιε; ! …
− Ἂν ζῶ λέει !! ;;; Ἔ με! … ὁλάκερος.
Ὁ παπποῦς τώρα μόλις μπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὰ γέλια.
− Πήγαινε, Κορνήλιε, μέσα μόνος σου. Πιάσε ἕνα φίλο μας, ποῦ θὰ τὸν βρῆς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀπ' τὸ σουρτοῦκο· φέρε μού τον ἐδῶ, καὶ ὕστερα σοῦ λέω τί πάθαμε.



Δημήτριος Καμπούρογλου
Διηγήματα
Εκδόσεις Κολλάρος 1915


Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Hλιοβασίλεμα - Charles Bukowski



Κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.
ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως.
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται.
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ' τ ́αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.
θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος
θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;
όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ'αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν
και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα'χουν απομακρύνει απ' το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,
ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται...

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Ο ΜΥΣΤΗΣ Ο ΜΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ



Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ξέραμε τι ακριβώς ισχυρίζονταν οι σιμωνιανοί για την ωραία Ελένη. Η θρησκευτική αυτή ομάδα, όπως και πολλές άλλες, εξελίχθηκε παράλληλα με το χριστιανισμό. Θεμελιωτής της ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο Σίμων από τη Σαμάρεια, τον οποίο μνημονεύουν οι Πράξεις των Αποστόλων (8:9-24). Ο θρησκευτικός αυτός ηγέτης είχε ήδη πλούσια δράση στον τόπο του και πολλούς οπαδούς πριν να διασταυρωθεί με τους μαθητές του Ιησού. Κάποια στιγμή δέχτηκε, μαζί με την ομάδα του, το χριστιανικό βάπτισμα αλλά οι φιλοδοξίες του τον ώθησαν, καθώς φαίνεται, να ακολουθήσει και πάλι τον δικό του, ξεχωριστό δρόμο.
Ο Σίμων, σύμφωνα με χριστιανικές μαρτυρίες του δεύτερου αιώνα, υπήρξε ιδιαιτέρως δημοφιλής στον τόπο της καταγωγής του. Στα δόγματά του όμως μυήθηκαν και ορισμένοι αλλοεθνείς – προφανώς Έλληνες και Ρωμαίοι. Το θρησκευτικό κίνημα του οποίου ηγήθηκε σημείωσε αρκετές επιτυχίες και μετά το θάνατό του. Από νωρίς βρέθηκε σε μεγάλη σύγκρουση με το χριστιανισμό. Η αναμέτρηση των σιμωνιανών με τους χριστιανούς είναι γνωστή από διάφορες πηγές, κυρίως όμως μέσα από μιαν ευφάνταστη μυθολογία που προσέλαβε, κάποια στιγμή, παντελώς εξωπραγματικές διαστάσεις. Η μυθολογία θέλει ως επίκεντρο της σύγκρουσης τη Ρώμη και εμφανίζει ως κύριο αντίπαλο του Σίμωνα τον απόστολο Πέτρο.
Στο μέσον του τρίτου αιώνα, η μάχη είχε μάλλον κριθεί. Ο Ωριγένης υποστήριζε ότι στην εποχή του οι οπαδοί του Σίμωνα δεν ήταν περισσότεροι από τριάντα σε όλη την οικουμένη – και αυτοί σχεδόν όλοι συγκεντρωμένοι γύρω από την Παλαιστίνη. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν ίσως υπερβολικός. Στην αρχή του τέταρτου αιώνα υπήρχαν ακόμα αρκετοί σιμωνιανοί ώστε να δημιουργούν προβλήματα στους ορθόδοξους χριστιανούς. Η ιστορική τους πορεία είχε πάντως φτάσει στο τέλος της.
Η ανάμνηση του Σίμωνα δεν έσβησε εύκολα. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς που ασχολήθηκαν με ζητήματα δόγματος, συνέχισαν τη σκιαμαχία για αρκετούς αιώνες. Μνημονεύουν συνήθως των Σίμωνα ως Πατέρα όλων των αιρέσεων, και του αποδίδουν διαστροφή της ορθής διδασκαλίας, ανηθικότητα και μαγγανεία. Πάντως, παρά τους ισχυρισμούς τους, από τις πληροφορίες που παραθέτουν προκύπτει σαφώς ότι οι σιμωνιανοί δεν ήταν ακριβώς χριστιανική αίρεση αλλά ανεξάρτητη θρησκευτική ομάδα. Αυτό το κατανόησε πλήρως ο Ωριγένης. Οι σιμωνιανοί δεν αναγνώριζαν τον Ιησού ως υιό θεού. Ο Σίμων κατά συνέπεια δεν ήταν αιρετικός. Ήταν ένας μύστης.
Όλες οι πληροφορίες για τον Σίμωνα προέρχονται από χριστιανούς που ήταν δηλωμένοι εχθροί του. Ανεξάρτητες μαρτυρίες από οπαδούς δικούς του ή ουδέτερους παρατηρητές δεν έχουν σωθεί. Ορισμένοι μελετητές προσπαθούν κατά καιρούς να διακρίνουν πίσω από τις περιγραφές των αντιπάλων του την πραγματική του διδασκαλία. Φαίνεται πολύ πιθανό ότι η διδαχή του διέθετε βάθος και συνοχή. Είναι όμως σχεδόν αδύνατο να αποκατασταθεί πλέον επαρκώς και να γίνει κατανοητή στο σύνολό της. Οι αντίπαλοί του προτίμησαν να συκοφαντήσουν το πρόσωπο παρά να αντιπαρατεθούν στη διδασκαλία. Από ό,τι φαίνεται άλλωστε, ούτε οι ίδιοι γνώριζαν πολλά για το περιεχόμενό της, μολονότι κυκλοφορούσαν βιβλία των οπαδών του. Στην ιστορία ο Σίμων δεν παραδόθηκε ως μύστης αλλά ούτε και ως αξιόλογος αιρετικός. Παραδόθηκε ως μάγος.

Οι αντιαιρετικοί συγγραφείς επέμεναν ότι ο Σίμων συνοδευόταν στις περιοδείες του από την Ελένη. Επρόκειτο, καθώς υπογράμμιζαν, για μια κοινή πόρνη από την Τύρο της Φοινίκης. Την είχε εξαγοράσει ο Σίμων και την εμφάνιζε ως το πρόβατον το απολωλός, αλλά και ως πνεύμα άγιον. Στην προσπάθειά τους να την δυσφημίσουν, ορισμένοι συγγραφείς την παρουσιάζουν, εκτός από πόρνη, και ως κρυφή ερωμένη του Σίμωνα. Το πολεμικό ύφος και η ποικιλία των παραλλαγών συσκοτίζουν τη σχετική διδασκαλία των σιμωνιανών. Αφήνουν πάντως να διαφανεί, κάπως, η σημασία την οποία οι οπαδοί του Σίμωνα απέδιδαν στο μύθο της Ελένης.
Σύμφωνα με βάσιμες μαρτυρίες, οι σιμωνιανοί είχαν κατασκευάσει και προσκυνούσαν εικόνες του Σίμωνα και της Ελένης. Στον Σίμωνα έδιναν τη μορφή του Δία και στην Ελένη τη μορφή της Αθηνάς. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς θεωρούσαν την πρακτική αυτή ειδωλολατρική. Την ίδια εποχή ωστόσο, διάφορες χριστιανικές ομάδες είχαν ήδη αρχίσει να κατασκευάζουν εικόνες του Ιησού, του Πέτρου, του Παύλου, και του Ιωάννη.
Μια εκδοχή θέλει την Ελένη και τον Σίμωνα να ξεκινούν τη σταδιοδρομία τους ως μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Παραδοξότερη πάντως, και ίσως για αυτό πιο ενδιαφέρουσα, είναι η συνηθέστερη εκδοχή που θέλει την Ελένη να ταυτίζεται με τη θρυλική ηρωίδα του Τρωικού πολέμου. Οι χριστιανοί συγγραφείς που επαναλαμβάνουν τον ισχυρισμό δηλώνουν ότι τον παρέλαβαν από τους σιμωνιανούς. Με δεδομένο ότι δεν τους χρησίμευε ιδιαιτέρως στην πολεμική τους, μπορούμε να δεχτούμε ότι πράγματι δεν τον επινόησαν οι ίδιοι.
Ο σιμωνιανός μύθος για την ωραία Ελένη είναι συγκεχυμένος. Κοινό στοιχείο στις διάφορες παραλλαγές είναι η αναφορά στο κάλλος της γυναίκας και ο ρόλος της στη σύγκρουση Ελλήνων και Τρώων – αλλά και γενικότερα, των Ελλήνων με τους βαρβάρους. Μέσα από διαδοχικές «μετενσωματώσεις» ή μεταμορφώσεις, η Ελένη κινήθηκε από τον υψηλότερο ουρανό σε άλλους ουρανούς, και τέλος έφτασε στη γη. Πήρε τη μορφή της ωραίας βασίλισσας και προκάλεσε τον γνωστό πόλεμο. Την ίδια στιγμή πάντως που οι Έλληνες τη διεκδικούσαν έξω από τα τείχη της Τροίας, οι Τρώες κατείχαν μόνο την εικόνα της. Η πραγματική Ελένη κατοικούσε με τον ύψιστο Θεό. Στο τέλος, οι δυνάμεις του κόσμου την υποδούλωσαν και την εγκατέστησαν δέσμια στο πορνείο της Τύρου. Για την απολύτρωσή της κατέβηκε από τους ουρανούς ο Σίμων, εξασφαλίζοντας έτσι τη σωτηρία όλων των ανθρώπων.

Υπάρχει ένας διάφανος συμβολισμός στον σιμωνιανό μύθο. Η Ελένη εκπροσωπούσε το κάλλος του ελληνικού πολιτισμού. Η γοητεια της αντιπροσώπευε την ακαταμάχητη έλξη της ελληνικής σοφίας. Κάθε ομορφιά ενέχει ωστόσο κινδύνους. Οι Τρώες είχαν κάποτε καταστραφεί για να κατακτήσουν ένα αδειανό πουκάμισο. Ο Σίμων ισχυριζόταν ότι μπορούσε να απελευθερώσει τη σοφία των Ελλήνων για χάρη της ανθρωπότητας. Με τις ιουδαϊκές του καταβολές ήταν σε θέση να διακρίνει το ζωογόνο πνεύμα της από το γοητευτικό της ένδυμα, και να οδηγήσει τους οπαδούς του στις μακρινές, πανανθρώπινες ρίζες. Οι φιλοσοφικές επεξεργασίες των μετενσαρκώσεων του πρόσφεραν τα εννοιολογικά εφόδια. Η δική του επίγεια και εφήμερη παρουσία ήταν έκφανση μιας προαιώνιας, ανολοκλήρωτης κοσμογονίας.
Ορισμένοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς δίνουν την εντύπωση ότι κατανόησαν το συμβολισμό. Στη διδαχή του Σίμωνα και άλλων αιρετικών έβλεπαν ωστόσο την απόλυτη πλάνη. Πίστευαν ότι η Ελένη είχε ασκήσει τη γοητεία της και ότι είχε μετατρέψει τους θαυμαστές της σε μαθητευόμενους μάγους. Εκκινώντας από τη σοφία των βαρβάρων, τους οποίους εκπροσωπούσαν οι Ιουδαίοι, οι αιρετικοί είχαν υποδουλωθεί στη σοφία των Ελλήνων. Το κάλλος της Ελένης τους είχε ξεγελάσει. Επρόκειτο για μια κοινή πόρνη και δεν χρειαζόταν ένας πόλεμος γαι να κατακτηθεί. Αρκούσε να πληρώσει κανείς λίγα νομίσματα στον προαγωγό της.
Οι δάσκαλοι του ορθόδοξου χριστιανισμου ήταν βιαιότατοι στην κριτική τους επειδή απειλούνταν και οι ίδιοι από την σοφία των Ελλήνων. Ήταν και αυτοί μαγνητισμένοι από το κάλλος της Ελένης. Για να προφυλαχθούν, λοιπόν, εμφανίζονταν εχθρικότεροι έναντι των Ελλήνων από ό,τι πράγματι ήταν. Όπως και ο ίδιος ο Σίμων, οι μεγάλοι εκκλησιαστικοί πατέρες είχαν πάντα τη βεβαιότητα ότι μπορούσαν να αντλήσουν από τη σοφία του ελληνισμού χωρίς να κάνουν παραχωρήσεις στα δόγματά τους. Τις υπερβολές τις έβλεπαν πάντα στους Έλληνες.
Στο μύθο των σιμωνιανών, οι χριστιανοί απάντησαν με έναν άλλο μύθο. Κατασκεύασαν μια ιστορία αναμέτρησης του Σίμωνα του Μάγου με τον συνονόματό του Σίμωνα Πέτρο. Το σκηνικό στήθηκε στη Ρώμη. Τριγύρω συνέρρεαν τα πλήθη. Η σύγκρουση δύο γιγάντων είχε ως τραγική κατάληξη την πανωλεθρία του μάγου. Από τον ουρανό όπου πετούσε με τη συνεργία δαιμόνων, ο Σίμων τσακίστηκε στη γη. Ζήτησε από τους φίλους του να τον θάψουν και υποσχέθηκε να αναστηθεί σε τρεις μέρες. Αλλά κανείς δεν τον ξανάδε. Ορισμένοι ισχυρίζονταν ότι αυτοκτόνησε.

Κάποιος χριστιανός συγγραφέας σκέφτηκε να δώσει στο μύθο του Σίμωνα πιο ολοκληρωμένη μορφή. Έγραψε ένα εκτενές μυθιστόρημα, με αναζητήσεις και περιπέτειες, όπως απαιτούσαν οι συμβάσεις της εποχής. Ήρωας του μυθιστορήματος ήταν ο Κλήμης, μαθητής του αποστόλου Πέτρου. Μέσα στο αφήγημα εμφανίζεται και ο πατέρας του Κλήμη, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Φαύστος, καθώς και τα αδέλφια του, ο Φαυστίνος και ο Φαυστινιανός.
Η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο συνονόματους συνεχιζόταν χωρίς σαφή κατάληξη. Διαπιστώνοντας το αδιέξοδο, ο Πέτρος αποφάσισε να καταδώσει τον Σίμωνα στις ρωμαϊκές αρχές ως μάγο. Η μαγεία καταδικαζόταν με θάνατο και έτσι η επικίνδυνη διδασκαλία θα τερματιζόταν με τη φυσική εξόντωση του εισηγητή της. Περιπλανώμενος και παραπλανημένος, ο Σίμων αντιλήφθηκε την παγίδα. Για να διαφύγει έλαβε με τις μαγγανείες του τη μορφή του Φαύστου, δίνοντας στο γέρο τη δική του. Ο Πέτρος κατάφερε πάντως να αξιοποιήσει το τέχνασμα και να δυσφημίσει τον αντίπαλό του. Η αναμέτρηση κατακυρώθηκε υπέρ του αποστόλου.
Στην πραγματικότηταο μάγος δεν χάθηκε από το πρόσωπο της γης, όπως ισχυρίζονταν οι αντίπαλοί του. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν τον είδαν βεβαίως να εμφανίζεται ξανά, τον είδαν όμως οι οπαδοί του. Πως αλλιώς να ερμηνεύσουμε το γεγονός της επιβίωσης των σιμωνιανών τουλάχιστον έως τον τέταρτο αιώνα;
Ο Σίμων εκμεταλλεύτηκε πάντως και άλλες ευκαιρίες ή μετενσαρκώσεις. Στο τέλος του μυθιστορήματος είχε ακόμα τη μορφή του μελαγχολικού αριστοκράτη Φαύστου και σκέφτηκε, καθώς φαίνεται, ότι μπορούσε να συνεχίσει τον ανήσυχο δρόμο του. Ο γιος του Φαύστου, ο Κλήμης, έχοντας σπουδάσει τα ελληνικά γράμματα, περιπλανήθηκε στη Μεσόγειο, αναζητώντας τον Θεό και την αλήθεια. Κάποια στιγμή φλερτάρισε με την ιδέα της νεκρομαντείας και οδηγήθηκε στην Αίγυπτο. Ύστερα πήγε στην Παλαιστίνη όπου γνώρισε τον Πέτρο, πριν καταλήξει τοπικός ηγέτης στη χριστιανική κοινότητα της Ρώμης. Θεωρώντας πιθανότατα τον εαυτό του γνήσιο συνεχιστή της οικογένειας, ο Σίμων, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, στράφηκε και αυτός στις σπουδές και τις έρευνες, μελετώντας αστρονομία, μεταφυσική και μαγεία.
Τον 16ο αιώνα πίστεψε πως είχε έρθει η στιγμή να κάνει πάλι την εμφάνισή του. Λίγα χρόνια αργότερα, το1587 εκδόθηκε στα γερμανικά ένα νέο μυθιστόρημα που προσπαθούσε να αφηγηθεί την ιστορία του. Το διάβασε ο Βρετανός δραματουργός Μάρλοου και το απαθανάτισε σχεδόν αμέσως στο γνωστό θεατρικό του έργο Δόκτωρ Φάουστους. Από μια λαϊκή εκδοχή του θεατρικού έργου που παιζόταν με μαριονέτες, την υπόθεση πληροφορήθηκε και ο Γκαίτε, ο οποίος ξεκίνησε το 1773 την δική του αναμέτρηση με το θρύλο.
Παρά τα πολλά χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, ο ήρωας διατηρούσε ακόμα βασικά χαρακτηριστικά του αρχαίου μάγου. Ανάμεσα σε άλλα, μεταχειριζόταν κάθε μέσον, πετούσε στους ουρανούς και αναζητούσε την ομορφιά και την αλήθεια. Τόσο στην εκδοχή του Μάρλοου όσο και του Γκαίτε διατηρεί τον πόθο του για την ωραία Ελένη. Δεν ξέρω γιατί αλλά στην εκδοχή του Τόμας Μανν η ωραία Ελένη παραμένει ανώνυμη – ο ήρωας του μυθιστορήματος την αποκαλεί Εσμεράλδα. Εξακολουθεί να είναι πάντως μια σαγηνευτική και επικίνδυνη πόρνη. Ταυτοχρόνως πηγή μοναδικής ή μάλλον δαιμονικής έμπνευσης.
Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Τόμας Μάνν εμφανίζει τον ήρωά του, μετά την ερωτική του εμπειρία με την Εσμεράλδα, να αναφωνεί Δεήθητε υμείς υπέρ εμού – και μάλιστα στα παλαιά γερμανικά του Λούθηρου. Με τα ίδια ακριβώς λόγια ολοκληρώνει την εμφάνισή του ο Σίμων στις Πράξεις των Αποστόλων (8:24). Αν κρίνουμε από την τροπή που πήραν τα πράγματα, ο Πέτρος δεν είχε προσευχηθεί για τον αντίπαλό του. Τον άφησε να περιπλανιέται από αιώνα σε αιώνα και από τη μία μετενσάρκωση στην άλλη.


___________________
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Πληροφορίες για τον Σίμωνα, μετά από τις Πράξεις, δίνει πρώτος ο Ιουστίνος στην πρώτη Απολογία του. Ο Ιουστίνος πάντως δεν ισχυρίζεται ότι ο Σίμων πήγε ποτέ στη Ρώμη, μολονότι μπορεί να έδωσε την εντύπωση αυτή που αποτέλεσε τη βάση όλης της μεταγενέστερης μυθολογίας. Στη Ρώμη πρωτοεμφανίζεται ο Σίμων στις απόκρυφες Πράξεις Πέτρου. Ο Ωριγένης αναφέρεται στους σιμωνιανούς σταο σύγγραμμά του Κατά Κέλσου 1.57, 5.62, 6.11. Τον τέταρτο αιώνα ο Ευσέβιος δίνει την εντύπωση ότι υπήρχαν ακόμα σιμωνιανοί (Εκκλησιαστική ιστορία 2.1, 13). Για εικόνες του Σίμωνα και της Ελένης πρώτος κάνει λόγο προς το τέλος του δεύτερου αιώνα ο Ειρηναίος στο πρώτο βιβλίο του συγγράμματός του Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως. Ο μόνος εκκλησιαστικός συγγραφέας που γνώριζε το περιεχόμενο ενός σιμωνιανού βιβλίου με τίτλο Μεγάλη Απόφασις, είναι ο Ιππόλυτος. Το αναφέρει στο έκτο βιβλίο του έργου του. Έλεγχος κατά πασών αιρέσεων. Συμπληρωματικές πληροφορίες δίνει ο Επιφάνιος στο Πανάριον 21-2 και άλλοι. Ο Σίμων εμφανίζεται ως μαθητής του Βαπτιστή στο μυθιστορηματικό σύγγραμμα Κλήμεντος των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή, γνωστό στη σύγχρονη φιλολογία ως Κλήμεντος, Ομιλίαι. Η ίδια ιστορία διασώζεται και σε λατινική παραλλαγή που είναι γνωστή ως Recognitiones.
Μεταξύ άλλων μια σύνθεση της διδασκαλίας του Σίμωνα με σχολαστική έρευνα των πηγών επιχείρησε από θεοσοφική σκοπιά ο G.R.S. Mead το 1892. Την πρώιμη χρήση εικόνων στις χριστιανικές κοινότητες εξετάζω στο άρθρο μου «Η πρώιμη χριστιανική εικονογραφία και τα πορτραίτα Φαγιούμ» στο Φ.Ι. Κακριδής, Ι. Τουλουμάκος, Ο. Τσαγκαράκης, Γ. Μ. Σηφάκης (επιμέλεια), Κτερίσματα: Φιλολογικά μελετήματα αφιερωμένα στον Ιωάννη Σ. Καμπίτση (1938-1990) Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2000. Τις εκδόσεις και το περιεχόμενο των λεγόμενων Κλημεντίων συγγραμμάτων παρουσιάζω στον β’ τόμο των Αποκρύφων χριστιανικών κειμένων που πρόκειται να εκδώσει σύντομα ο Ιωάννης Καραβιδόπουλος. Με τη σύγκρουση Σίμωνα και Πέτρου ασχολούμαι στο άρθρο μου «The holy man and the sorcerer or How to distinguish between good and evil in early Christianity» που πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά Συμποσίου του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας. Για τον Δόκτορα Φάουστους του Christopher Marlowe ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί τη μετάφραση του Κλείτου Κύρου, εκδ. Αγρα, 1990. και για τον Φάουστ του Γκαίτε τη μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη εκδ. Γαβριηλίδη 2001.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ
ΑΠΟΚΡΥΦΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ 2002