Ο ωοθηκικός κόσμος είναι το προϊόν ενός ρυθμού ζωής. Μόλις ένα παιδί γεννηθεί γίνεται μέλος ενός κόσμου, που, μέσα του, παράλληλα με το ρυθμό της ζωής υπάρχει κι ο ρυθμός του θανάτου. Η φρενιτιώδης επιθυμία να ζήσεις, να ζήσεις μ’ οποιοδήποτε μέσο, δεν είναι αποτέλεσμα του ρυθμού της ζωής που υπάρχει μέσα μας, αλλά του ρυθμού του θανάτου. Όχι μονάχα είναι ανώφελο να παραμένει κανένας στη ζωή με κάθε θυσία, μ’ ακόμα, αν η ζωή είναι ανεπιθύμητη, μια τέτοια επιθυμία αποτελεί ολοκληρωτικό σφάλμα. Το να προσπαθείς να διατηρηθείς ζωντανός, από έμφυτη ανάγκη να κατανικήσεις το θάνατο, είναι σαν να σπέρνεις τον ίδιο το θάνατο. Ο καθένας που δεν έχει αποδεχτεί ολοκληρωτικά τη ζωή, που δεν πολλαπλασιάζει τη ζωή, βοηθά στο να γιομίζει τον κόσμο με θάνατο. Η απλούστερη χειρονομία μπορεί να εκφράσει το υπέρτατο νόημα της ζωής. Μια λέξη ειπωμένη μ’ όλη σου την καρδιά μπορεί να δώσει ζωή. Η δραστηριότητα αυτή καθαυτή δε σημαίνει τίποτα. Είναι συχνά σημάδι θανάτου. Με την απλή πίεση του εξωτερικού κόσμου, κάτω απ’ την πίεση του περιβάλλοντος και του παραδείγματος, κάτω από την επίδραση του κλίματος που γεννοβολά τη δραστηριότητα, μπορεί να γίνεις μέρος μιας τερατώδους μηχανής θανάτου, όπως η Αμερική, ας πούμε.
Τι μπορεί να ξέρει ένα δυναμό από ειρήνη, από ζωή, από πραγματικότητα; Τι μπορεί να ξέρει το οποιοδήποτε ατομικό αμερικάνικο δυναμό από σοφία, από ενέργεια, απ’ την υπερεκχειλίζουσα και αιώνια ζωή που κλείνει μέσα του ένας ρακένδυτος ζητιάνος, καθισμένος κάτω από ‘να δέντρο και παραδομένος στους συλλογισμούς του; Τι είναι ζωή; Τι θα πει ενέργεια; Δεν έχεις παρά να διαβάσεις τις βλακώδεις ανοησίες των επιστημονικών και φιλοσοφικών βιβλίων, για να καταλάβεις πόσο λιγότερο απ’ το τίποτα είναι η σοφία αυτών των δραστήριων Αμερικανών. Άκου: Αυτοί οι τρελοί μηχανικοί διάβολοι με καταδιώκουν. Για να σπάσω αυτόν τον θεότρελο ρυθμό του θανάτου, πρέπει να καταφύγω σε ένα μήκος κύματος, που, μέχρι να βρω το κατάλληλο στήριγμα μες στα ίδια μου τα σπλάχνα, θα μπορέσει να απαλείψει το ρυθμό που ‘χαν επιβάλει. Φυσικά δε χρειαζόμουν εκείνο το χονδροειδές, ενοχλητικό, προκατακλυσμιαίο γραφείο που ‘χα εγκαταστημένο μες στο χολ του σπιτιού μου. Φυσικά δε χρειαζόμουν τις δώδεκα άδειες καρέκλες, που ‘χα τοποθετήσει ημικυκλικά γύρω μου. Το μόνο πράγμα που χρειαζόμουν ήταν ο αναγκαίος χώρος για τον αγκώνα μου, για να μπορώ να γράφω και μια δέκατη τρίτη καρέκλα που θα μπορούσε να μ’ οδηγήσει πέρα απ’ το ζωδιακό κύκλο που αυτοί μεταχειρίζονταν, σ’ έναν άλλο ουρανό, πέρα απ’ τον ουρανό. Όταν όμως σπρώχνουν έναν άνθρωπο στα όρια της τρέλας, κι αυτός έκπληκτος ανακαλύπτει ο ίδιος πως έχει ακόμα αρκετές δυνάμεις και δυνατότητες αντίστασης, τότε το πιθανότερο είναι ότι ο άνθρωπος αυτός θ’ αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν ένα πρωτόγονο ον. Ένας τέτοιος άνθρωπος θα ‘ναι όχι μονάχα ξεροκέφαλος και πεισματάρης, αλλά παράλληλα προληπτικός, μεταφυσικός, οπαδός και μύστης της μαγείας, και θα βρίσκεται πάντα πέρα από τη θρησκεία, θα πάσχει από τη θρησκευτικότητα του, θα καταντήσει μονομανής, με την τάση να κάνει ένα μόνο πράγμα, κι αυτό θα ‘ναι να προσπαθεί να ξορκίσει την κατάρα που ‘χουν ρίξει πάνω του. Ένας παρόμοιος άνθρωπος ξεπέρασε το στάδιο να πετάει βόμβες, να κάνει επανάσταση, δε θέλει πια ν’ ακούει ότι πρέπει ν’ αντιδρά είτε με την αδράνεια είτε με την αγριότητα. Αυτός ο άνθρωπος, ανάμεσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους της γης, θέλει η κάθε πράξη του να είναι μια διακήρυξη της ζωής. Αν κατά τη συνειδητοποίηση αυτής της φοβερής ανάγκης αρχίσει να αντιδρά οπισθοδρομικά, να γίνεται αντικοινωνικός, να παραπατάει και να τσεβδίζει, ν’ αποδείχνεται εντελώς απροσάρμοστος, σε βαθμό που να καταντά ανίκανος να κερδίζει το ψωμί του, πρέπει να ξέρεις πως αυτός ο άνθρωπος έχει βρει το δρόμο του για την επιστροφή του στη μήτρα, στην πηγή της ζωής, κι ότι αύριο – στη θέση αυτού του αξιοπεριφρόνητου αντικειμένου κοροϊδίας που παίζεις μες στα χέρια σου – θα δεις να υψώνεται ένας ακέραιος άνθρωπος, που μπρος του, όλες οι δυνάμεις του κόσμου θα είναι ανίσχυρες.
Μέσα από το χονδροειδές αλφαβητάριο που μ’ αυτό επικοινωνεί, από τον προϊστορικό του πάγκο, με τους αρχαϊκούς ανθρώπους του κόσμου, δημιουργείται σιγά-σιγά μια καινούργια γλώσσα, που ανοίγει ένα δρόμο ανάμεσα στη νεκρή γλώσσα του σήμερα, όπως τα σήματα του ασυρμάτου, μέσα από μια θύελλα. Σ’ αυτό το μήκος κύματος δεν υπάρχει τίποτα το μαγικό, όσο και στην κοιλιά της μήτρας. Οι άνθρωποι είναι ολομόναχοι και δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα τους, γιατί όλες τους οι επινοήσεις μιλούν μονάχα για το θάνατο. Ο θάνατος είναι το αυτόματο που κυβερνά τον κόσμο της δράσης. Ο θάνατος είναι σιωπηλός, γιατί δεν έχει στόμα να μιλήσει. Ο θάνατος ποτέ του δεν εξέφρασε το παραμικρό.
Ο θάνατος είναι ακόμα ένα πράγμα περίεργο – αλλά μόνο όταν έπαψε πια κανένας να ζει. Μονάχα ένας σαν και μένα που έχει τολμήσει να ανοίξει το στόμα του για να μιλήσει, μονάχα ένας που έχει πει ξανά και ξανά χίλιες φορές το Ναι! μπορεί να απλώσει τα χέρια του στο θάνατο, χωρίς να τον φοβάται. Μάλιστα. Ο θάνατος σαν επιβράβευση, ναι! Ο θάνατος σαν αποτέλεσμα πληρότητας, ναι! Ο θάνατος σαν κορώνα και ασπίδα, ναι! Αλλά όχι ο θάνατος που σας ξεριζώνει, που απομονώνει τους ανθρώπους, που τους καταντά πικραμένους κι έρημους, που τους σπρώχνει σε μια στείρα δραστηριότητα και τους γεμίζει με μια θέληση που δεν ξέρει παρά να λέει πάντα Όχι! Η πρώτη λέξη που γράφει ο κάθε άνθρωπος, μόλις βρει τον εαυτό του, το δικό του ρυθμό, αυτόν που είναι ο ίδιος ο ρυθμός της ζωής, αυτή η πρώτη λέξη είναι το Ναι! Ο,τιδήποτε γράφει μετά είναι πάντα Ναι. Ναι, αδιάκοπα Ναι, το Ναι σε εκατομμύρια εκφράσεις, με εκατομμύρια τρόπους. Κανένα δυναμό, κανένα υλικό, ανεξάρτητα από το πόσο τεράστιο είναι – ακόμα κι ένα δυναμό εκατό εκατομμυρίων νεκρών ψυχών – δεν μπορεί να πολεμήσει τον έναν άνθρωπο που ξέρει να λέει: Ναι!
Ο πόλεμος συνέχιζε το δρόμο του, έστελναν τους ανθρώπους στο σφαγείο. Ένα, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι εκατομμύρια, κι ύστερα εκατό εκατομμύρια, ένα δισεκατομμύριο και τέλος όλους, άντρες, γυναίκες, παιδιά, ως τον τελευταίο. «Όχι! φώναζαν. Όχι! Δε θα περάσουν!» Κι όμως όλοι περνούσαν, όλοι είχαν ελεύθερη είσοδο, είτε φώναζαν ναι, είτε φώναζαν όχι. Καταμεσής σ’ αυτή τη θριαμβευτική επίδειξη μιας πνευματικά καταστρεπτικής όσμησης καθόμουν με τα πόδια μου ακουμπισμένα στο τεράστιο γραφείο μου, προσπαθώντας να επικοινωνήσω με το Δία, τον πατέρα της Ατλαντίδας, και με όλα του τα χαμένα παιδιά, αγνοώντας το γεγονός, ότι ο Απολλιναίρ θα πέθαινε μια μέρα πριν την ανακωχή, μέσα σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, αγνοώντας το γεγονός ότι στα «νέα γραφτά» του είχε χαράξει με το χέρι του τους παρακάτω ανεξίτηλους στίχους:
«Φανείτε μεγαλόψυχοι, όταν μας συγκρίνετε
Εμάς που ψάχνουμε γυρεύοντας παντού την περιπέτεια,
Μ’ αυτούς που στάθηκαν η αποθέωση της τάξης.
Δεν είμαστε εχθροί σας.
Θέλουμε να σας δώσουμε νέες απέραντες και αλλόκοτες εκτάσεις
Όπου το ολάνθιστο μυστήριο προσφέρεται σ’ αυτόν που θα ήθελε να το τρυγήσει».
Αγνοώντας ότι στο ίδιο αυτό ποίημα είχε προσθέσει τα παρακάτω:
«Φανού μεγαλόψυχος για μας που πολεμούμε πάντα στα σύνορα
Του ασύνορου και του μέλλοντος.
Φανού μεγαλόψυχος για τα σφάλματά μας και για τις αμαρτίες μας».
Αγνοούσα ακόμα πως υπήρχαν άνθρωποι που άκουγαν στα εξωτικά ονόματα του Μπλαιζ Σεντράρ, Ζακ Βασέ, Λουί Αραγκόν, Τριστάν Τσαρά, Ρενέ Κρεβέλ, Ανρύ ντε Μοντερλάν, Αντρέ Μπρετόν, Μαξ Ερνστ, Ζωρζ Γκρος, πως στις 14 Ιουλίου 1916 στη Σάαλ Βάαγκ, στη Ζυρίχη, είχε κυκλοφορήσει το πρώτο Ντανταϊστικό μανιφέστο - «το μανιφέστο του κυρίου Αντιπυρήν» - κι ότι στο περίεργο αυτό ντοκουμέντο δήλωναν ότι «ο Ντανταϊσμός είναι η ζωή χωρίς παντούφλες και παράλληλους… η αυστηρή ανάγκη χωρίς πειθαρχία και ηθική και φτύνουμε κατάμουτρα την ανθρωπότητα».
Henry Miller
Τροπικός του Αιγόκερω
Μετάφραση Βαγγέλης Κατσάνης
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος Α.Ε. 1995