Coincidentia Oppositorum

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Ορίζοντας τον Λαϊκισμό - Pierre-André Taguieff

 
Ο λαϊκισμός μπορεί με συνοπτικό τρόπο να ορισθεί ως η πράξη του να παίρνει κάποιος δημόσια το μέρος του λαού κατά των ελίτ, ή ακόμα και ως «η λατρεία του λαού», με ποικίλες συνδηλώσεις (λαϊκή κυριαρχία, λαϊκή κουλτούρα, κλπ.) Η σημασία του αιωρείται ανάμεσα στην κλήση του λαού και τη λατρεία του λαού. Η κλήση στο λαό αποσκοπεί στην υπέρβαση των μεσολαβήσεων και της προγραμματικής διάστασης: θέλει να είναι άμεση, χωρίς να φιλτράρεται από αντιπροσωπευτικές βαθμίδες. Ως προς αυτό, το λαϊκιστικό ύφος συναντά το ιδεώδες της άμεση δημοκρατίας. Προσωπική κλήση στο λαό, προϋποθέτει την ύπαρξη χαρισματικού ηγέτη, που μπορεί να πάρει τη φιγούρα απλού δημαγωγού ή λαϊκού δικτάτορα. Γι’ αυτό συχνά ο λαϊκισμός ομοιοκαταληκτεί με βοναπαρτισμό ή αυταρχισμό, όπως στου κλασικού λατινο-αμερικανικούς λαϊκισμούς (Τζετούλιο Βάργκας στη Βραζιλία, Χουάν Ντομίνγκο Περόν στην Αργεντινή).
Ο πολιτικός λαϊκισμός προϋποθέτει την εξύψωση του λαού, που αντιτίθεται στις ελίτ, είτε στους ξένους, ή ακόμα και στις ελίτ και στους ξένους. Η κλήση στο λαό είναι «κλήση ενάντια»: προτρέπει σε αντίδραση κατά των κοινωνικών κατηγοριών που κρίνονται ανησυχητικές ή απειλητικές. Αν ο λαός γίνεται αντικείμενο λατρείας, είναι γιατί θεωρείται ότι ενσαρκώνει ορισμένες αξίες (αυτές που αποδίδονται στους «απλούς ανθρώπους»), τις αξίες της αυθεντικότητας ή της εντιμότητας που τον διακρίνουν από τις ελίτ οι οποίες θεωρούνται νόθες και διεφθαρμένες. Ο λαός στον οποίον ο ηγέτης απευθύνει άμεση κλήση εξομοιώνεται με τις λαϊκές τάξεις, ολόκληρο το λαό ή την εθνική κοινότητα. Ο λαός ταυτίζεται με τους «αποκάτω», σε μάχη με τους «αποπάνω», ή με τους αντιπροσώπους του «εμείς» κατά «εκείνων» («οι άλλοι»).
Τέλος, η άμεση κλήση στο λαό κατά των αποπάνω ή των απέναντι προσανατολίζεται από τη διττή επιταγή για ρήξη με το υπάρχον πολιτικό σύστημα και για την αλλαγή του: «να τελειώνουμε με τη «γραφειοκρατία», την «κομματοκρατία», την «πλουτοκρατία», κλπ. Αυτή η κλήση για αλλαγή παίρνει συχνά τη μορφή μιας «επιχείρησης σκούπας», μιας μεγάλης «εκκαθάρισης». Όταν σε πρώτο πλάνο προκρίνεται η καταγγελτική λειτουργία, που πολιτικά εκφράζει την κοινωνική διαμαρτυρία, ο λαϊκισμός μπορεί να ονομασθεί λαϊκισμός διαμαρτυρίας (πουζαντισμός). Όταν η εθνικιστική ή η εθνοτικο-εθνικιστική  διάσταση είναι κεντρική σε μια λαϊκιστική κινητοποίηση, βλέπουμε επί το έργον μια μορφή εθνικολαϊκισμού ή ταυτοτικού λαϊκισμού (το Εθνικό Μέτωπο υπό την ηγεσία του Ζαν-Μαρί Λε Πεν).
Είναι ανάγκη να αναλύσουμε ακριβέστερα τη διάσταση διαμαρτυρίας που μπορούμε να την αναγνωρίσουμε σε μια ψήφο, σε ένα κόμμα, σε μια κινητοποίηση, και που μπορούμε να την ταυτοποιήσουμε ως ύφος ή πολιτικο-ιδελολογική λειτουργία. Μια πολιτική συμπεριφορά είναι τύπου διαμαρτυρίας όταν ενσαρκώνεται σε μια κινητοποίηση της οποίας τα κίνητρα είναι πριν από όλα η δυσαρέσκεια και η απογοήτευση, που εκφράζουν την εκ μέρους των κοινωνικών δρώντων αντίληψη περί απόστασης που υπάρχει ανάμεσα στο πεδίο της εμπειρίας τους και τον ορίζοντα των προσδοκιών τους. Μπορεί να μεταφράζεται με περισσότερο ή λιγότερο βίαιες εκδηλώσεις, με τη στράτευση σε ένα αμφισβητησιακό ή επαναστατικό κίνημα, με ψήφους απόρριψης ή εκλογική αποχή. Μια ψήφος διαμαρτυρίας είναι ψήφος ενάντια σε κάποιον ή κάτι. Αυτή η ψήφος μπορεί να κατευθύνεται κατά ενός πολιτικού ηγέτη, μιας πολιτικής, ακόμα και ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Συνεπώς, η διάσταση διαμαρτυρίας μιας ψήφου συνίσταται στο ότι κυριαρχεί η απόρριψη ή η αντίθεση. Η επιλογή υπέρ ενός προγράμματος ή ενός ηγέτη, που ορίζει τη θετική ψήφο, αναιρείται και ταυτοχρόνως αίρεται η διαίρεση δεξιά / αριστερά. Για το λόγο αυτό, η ψήφος διαμαρτυρίας, που εκφράζει μια κρίση εμπιστοσύνης ή μια κρίση αντιπροσώπευσης, τρέπεται συχνά προς τα άκρα, ή παίρνει τη φιγούρα του «ούτε δεξιά, ούτε αριστερά».
Στη Γαλλία, ο πουζαντισμός εικόνισε, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, τη διάσταση διαμαρτυρίας ενός πολιτικού  κινήματος που εξέφρασε την οργή και την εξέγερση μιας κοινωνικής ομάδας που αισθανόταν ότι απειλείται (έμποροι και βιοτέχνες). Αυτή η εξέγερση των «μικρών» μεταφράσθηκε από μια αντι-συστημική ψήφο και την εμφάνιση ενός ηγέτη που χαρακτηριζόταν από δημαγωγικές ικανότητες. Το ύφος διαμαρτυρίας στην πολιτική παρέμβαση, που θεμελιώνεται στην καταγγελία του «συστήματος», του «καθεστώτος» ή των «ελίτ» από έναν δημαγωγό παρουσιαζόμενο ως σωτήρα, μπορεί να εικονισθεί στη γαλλική πολιτική ιστορία από τον στρατηγό Μπουλανζέ (Boulanger), τον Πιερ Πουζάντ ή τον Ζαν-Μαρί Λε Πεν. Η κατηγορία των «κομμάτων διαμαρτυρίας» ή «με λειτουργία διαμαρτυρίας» τυγχάνει εφαρμογής τόσο στην περίπτωση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την παρακμή του όσο και στα σκανδιναβικά Κόμματα της Προόδου (δανέζικο και νορβηγικό). Αυτά τα κόμματα διαμαρτυρίας συσπειρώνουν τους απογοητευμένους και τους εξεγερμένους, και για μεγάλο διάστημα τροφοδότησαν με μέλη τα αντικοινοβουλευτικά ρεύματα, καταγγέλοντας τη διαφθορά των ιθυνόντων («όλοι σάπιοι!»). Συχνά παίρνουν στην Ευρώπη, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, τη φιγούρα των «αντι-κομματικών» κομμάτων. Η «καταγγελτική λειτουργία», που προσδιορίστηκε από τον Ζωρζ Λαβώ (Georges Lavau) στις εργασίες του για το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, επιτρέπει να χαρακτηρισθούν καλύτερα οι πολιτικές μορφές της διαμαρτυρίας που εκφράζουν την κοινωνική δυσφορία, είτε πρόκειται για την «εξέγερση των αποκλεισμένων», τη λειτουργία ενός κόμματος «εκπροσώπου» ή την αντι-συστημική δημαγωγία. Υποθέτουμε ότι αυτά τα κόμματα με λειτουργία καταγγελίας εκφράζουν και ογρανώνουν την οργή των «πληβειακών κοινωνικών κατηγοριών» που αισθάνονται αποκλεισμένες του συστήματος πολιτικής συμμετοχής, αποστερημένες του οικονομικού και πολιτισμικού συστήματος. Αυτά τα κόμματα μπορούν να ονομασθούν λαϊκιστικά.

Pierre-André Taguieff
Ο Νέος Εθνικο-Λαϊκισμός
Μετάφραση 
Αναστασία Ηλιαδέλη  & Ανδρέας Πανταζόπουλος
Εκδόσεις Επίκεντρο 2013


Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Το όνειρο και οι σφήκες – William Gibson

...Έσβησε το τσιγάρο στην τρίτη ρουφηξιά, γύρισε από την άλλη πλευρά και προσπάθησε να κοιμηθεί.
Το όνειρο, η μνήμη, ξετυλιγόταν με τη μονοτονία μιας ταινίας υπνοϋποβολής. Στα δεκαπέντε του χρόνια είχε περάσει ένα μήνα σ' ένα μικρό ξενοδοχείο με μια κοπέλα που την έλεγαν Μαρλίν. Το ασανσέρ είχε να λειτουργήσει πριν από δέκα χρόνια. Μόλις άναβες το φως, μια στρατιά από κατσαρίδες έτρεχε να κρυφτεί στις γωνιές της μικρής κουζίνας. Είχαν κοιμηθεί με τη Μαρλίν επί ένα μήνα πάνω σ' ένα ξεκοιλιασμένο στρώμα χωρίς σεντόνια.
Δεν είχαν προσέξει την πρώτη σφήκα που μπήκε και άρχισε να χτίζει τη φωλιά πάνω στο πλαίσιο του παραθύρου, αλλά πολύ σύντομα, η σφηκοφωλιά έγινε μεγάλη σαν γροθιά και τα έντομα έμπαιναν κι έβγαιναν σαν μικροσκοπικά ελικόπτερα γυρεύοντας τροφή γύρω από τους σκουπιδοτενεκέδες που στοιβάζονταν κάτω στο δρόμο.
Είχαν πιει από μια ντουζίνα μπίρες μέχρι το απόγευμα, όταν μια σφήκα τσίμπησε τη Μαρλίν. «Σκότωσέ τις, τις μαλακισμένες», είπε με μάτια βουρκωμένα από λύσσα. «Κάφ' τες». Μεθυσμένος, ο Κέις άνοιξε το ντουλάπι και πήρε ένα φορητό φλογοβόλο, δώρο του παλιού φίλου της Μαρλίν. Πλησίασε στο παράθυρο. Μια σφήκα βγήκε από τη φωλιά και πέταξε γύρω από το κεφάλι του. Ο Κέις πάτησε το διακόπτη ανάφλεξης, μέτρησε ως το τρία και πίεσε τη σκανδάλη. Το καύσιμο τινάχτηκε με πίεση κι άναψε περνώντας πάνω από την πυρακτωμένη αντίσταση της ανάφλεξης. Μια χλομή φλόγα τινάχτηκε πέντε μέτρα μακριά. Η φωλιά τραντάχτηκε και ξεκόλλησε. Από την άλλη μεριά του δρόμου κάποιος χειροκρότησε.
«Γαμώτο», είπε η Μαρλίν. «Ηλίθιε! Δεν τις έκαψες, απλώς έριξες κάτω τη φωλιά. Τώρα θα 'ρθουν εδώ και θα μας σκοτώσουν με τα τσιμπήματα τους». Η φωνή της του έσπαζε τα νεύρα. Τη φαντάστηκε παραδομένη στις φλόγες, με τα ξανθά μαλλιά της τυλιγμένα από μια πρασινωπή λάμψη.
Κατέβηκε στο δρόμο και πλησίασε τη μαυρισμένη φωλιά με το φλογοβόλο στο χέρι. Η φωλιά είχε ανοίξει στα δύο. Μισοκαμένες σφήκες σέρνονταν στην άσφαλτο.
Ο Κέις έβλεπε τώρα αυτό που κρυβόταν στο εσωτερικό της φωλιάς.
Φρίκη. Αληθινό εργοστάσιο. Διαδοχικά επίπεδα με κυψέλες. Τα τυφλά σαγόνια των αγέννητων κινούνταν ασταμάτητα. Η διαδοχικότητα των σταδίων οδηγούσε από τα αβγά στις νύμφες, στις προ-σφήκες και τελικά στις σφήκες. Η εικόνα που αποτυπώθηκε στο μυαλό του ήταν εκείνη ενός βιολογικού πολυβόλου τρομακτικής τελειότητας. Πίεσε τη σκανδάλη ξεχνώντας να πατήσει την ανάφλεξη. Το καύσιμο έλουσε τα έντομα που στροβιλίζονταν στα πόδια του.
Όταν, τελικά, άναψε τη φλόγα, έγινε μια υπόκωφη έκρηξη. Πέντε πατώματα πιο πάνω, ακούστηκε το γέλιο της Μαρλίν.
Ξύπνησε έχοντας την αίσθηση πως κάποιο φως έσβηνε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, αλλά το δωμάτιο ήταν σκοτεινό όταν άνοιξε τα μάτια του. Έξω, στον ουρανό, έλαμπαν τ' αστέρια της μαγνητοσκοπημένης αυγής. Δεν ακούγονταν φωνές πια, αλλά μόνο ο θόρυβος του νερού, κάτω στη βάση του Ιντερκοντινένταλ.
Στο όνειρό του, λίγο προτού κάψει τη σφηκοφωλιά, είχε δει σκαλισμένο επάνω της το σήμα Τ-Α της Τέσιερ-Άσπουλ…


William Gibson
Νευρομάντης
Μετάφραση Δημήτρης Σταματιάδης
Εκδόσεις Aquarius 1989

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

[Όταν μπαίνει το καλοκαίρι μελαγχολώ] - 465 – Fernando Pessoa

Όταν μπαίνει το καλοκαίρι μελαγχολώ. Λένε πως η φωτεινότητα των καλοκαιρινών ωρών, αν και δριμεία, θα έπρεπε να χαϊδεύει όποιον δεν ξέρει ποιος είναι. Όμως όχι, εμένα δεν με χαϊδεύει. Υπάρχει μια υπερβολική αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική ζωή που ξεχειλίζει και σ’ αυτό που αισθάνομαι και σκέφτομαι, χωρίς να ξέρω να σκέφτομαι μήτε να αισθάνομαι – το άταφο στην αιωνιότητα πτώμα των αισθήσεων μου. Έχω την εντύπωση ότι ζω σ’ αυτή την άμορφη πατρίδα που λέγεται σύμπαν, κάτω από μια πολιτική τυραννία που, αν και δεν με καταπιέζει άμεσα, προσβάλλει ωστόσο κάποιο κρυφό αξίωμα της ψυχής μου. Και τότε κατεβαίνει μέσα μου, υπόγεια, αργά, η προκαταβολική νοσταλγία της ανέφικτης εξορίας.
Βασικά νυστάζω. Δεν είναι μια νύστα όπου υποβόσκει, όπως σε όλες τις νύστες, ακόμα και τις νοσηρές, το σωματικό προνόμιο της ησυχίας. Δεν είναι μια νύστα που, επειδή θα ξεχάσει τη ζωή, και ενδεχομένως θα φέρει όνειρα, έχει πάνω στον δίσκο που κουβαλάει για να προσφέρει στην ψυχή μας τα γαλήνια δώρα μιας μεγάλης παραίτησης. Όχι: είναι μια νύστα που δεν καταφέρνει να κοιμηθεί, που βαραίνει στα βλέφαρα χωρίς να τα κλείνει, που κάνει να σμίγουν σε μια κίνηση καμωμένη από βλακεία και απέχθεια οι γωνιές των άπιστων χειλιών. Είναι μια νύστα σαν αυτή που βαραίνει ανώφελα πάνω στο κορμί στις μεγάλες αϋπνίες της ψυχής.
Μόνο όταν έρχεται η νύχτα αισθάνομαι κατά κάποιον τρόπο, όχι χαρά, αλλά ανάπαυση, και, επειδή και άλλες φορές οι στιγμές ανάπαυσης ήταν ευχάριστες, κατ’ αναλογία των αισθήσεων είναι κι αυτή ευχάριστη. Τότε η νύστα περνάει, η σύγχυση του νοητικού λυκόφωτος που είχε προκαλέσει αυτή η νύστα διαλύεται, φωτίζεται, σχεδόν αστραποβολεί. Για μια στιγμή  έρχεται η ελπίδα άλλων πραγμάτων. Αλλά η ελπίδα αυτή είναι σύντομη. Αυτό που έρχεται μετά είναι μια πλήξη χωρίς ύπνο μήτε ελπίδα, το κακό ξύπνημα αυτού που δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Και από το παράθυρο του δωματίου μου κοιτάζω, καημένη ψυχή με το κουρασμένο κορμί σου, πολλά άστρα, πολλά άστρα, τίποτα, το τίποτα, αλλά πολλά άστρα…


Fernando Pessoa
Βιβλίο της Ανησυχίας Β' Τόμος
Σύνθεση τού Μπερνάρντο Σοάρες, βοηθού λογιστή στην πόλη τής Λισαβόνας
Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα
Αναθεωρημένη Έκδοση
Εκδόσεις Gutenberg 2018

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Η συνοικία των σφαγείων – Ελένη Βακαλό



Σ’ εκείνη την πόλη καθώς δεν την ήξερα κι επίφοβο αισθάνθηκα
το μέρος που έφτασα, χωρίς ν’ ακούγεται τίποτα
Τα κεφάλια των ζώων μου φάνηκε έβλεπα
στοιχειωμένα
Στο ύψος των ζώων που ήτανε άλλοτε
την ώρα που
γίνονται λύκοι

Και μόλις στα γόνατα σέρνοντας μπορούσε κανένας άνθρωπος
να περάσει
Κι όλοι τους αυτό έκαναν σε κείνη τη συνοικία καθώς το είδα
Μα ακόμη πιο τρομερό
κρύα ήτανε τρομερό
−κίτρινα−
Πώς να το πω;
Τα σώματά τους από το τέλος του λαιμού τους αρχίζοντας
Από το πτώμα που ήτανε

Πετσιά  ήτανε
που είχαν ξυστεί μεριές απ' το κρέας
Κι ένα μεγάλο δέρμα ζώου
άσπρο αν ήτανε
−χλωμό ήτανε−
Κουνώντας πια ελαφρά ανέβαινε και σκέπασε τη  Συνοικία των
Σφαγείων

Ελένη Βακαλό
Το άλλο του πράγματος Ποίηση 1954-1994
Τα Κοινά / Του Κόσμου 1978
Εκδόσεις Νεφέλη 1995

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Ένα περιστατικό του γκέτο της Βαρσοβίας – Czeslaw Milosz


...Το εθνικιστικό κίνημα, οι φάλαγγες που παρήλαυναν, το ενθουσιώδες πλήθος. Η συντριπτική ήττα του 1939 τα είχε σαρώσει όλα αυτά, αφήνοντας μόνον την πικρή ανάμνηση της ανθρώπινης παράνοιας. Αντισημιτικό ήταν και το πρόγραμμα των ναζί· μόνο που εκείνοι δεν αρκούνταν στο μποϊκοτάρισμα των εβραϊκών καταστημάτων, στην παρενόχληση των Εβραίων πλανόδιων πωλητών, ή στη δημοσίευση σχετικών άρθρων. Μου είναι εξαιρετικά οδυνηρό να γράψω για την τραγωδία του γκέτο της Βαρσοβίας, της οποίας υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας. Η εικόνα του φλεγόμενου γκέτο είναι τόσο έντονα χαραγμένη στη μνήμη μου ώστε να δυσκολεύομαι να αποτιμήσω ψύχραιμα όσα συνέβησαν. Θα ήθελα, ωστόσο, να αναφερθώ σε ένα και μόνο περιστατικό. Όταν κάθομαι σε ένα παρισινό καφενείο ή περπατάω στους δρόμους μιας μεγαλούπολης, συχνά μια εικόνα με στοιχειώνει. Κοιτάζοντας τις γυναίκες που περνούν, με τα πλούσια μαλλιά τους, το υπερήφανα ανασηκωμένο πηγούνι τους, τον λεπτοκαμωμένο λαιμό τους που οι άψογες γραμμές του γεννούν θαυμασμό αλλά και επιθυμία, δεν μπορώ να αποφύγω την εικόνα μιας νεαρής εβραιοπούλας. Ήταν, νομίζω, περίπου είκοσι ετών. Το σώμα της, πληθωρικό, όμορφο, έσφυζε από υγεία. Έτρεχε, με τα χέρια ψηλά, τα πλούσια στήθη της να πάλλονται, φωνάζοντας με όλη της τη δύναμη «Όχι! Όχι! Όχι!». Της φαινόταν αδιανόητο ότι έπρεπε να πεθάνει· ήταν κάτι που ερχόταν «απέξω», που της επιβαλλόταν, τόσο παράταιρο με το απροετοίμαστο για κάτι τέτοιο, ερωτεύσιμο σώμα της. Οι σφαίρες των SS τη βρήκαν καθώς η κραυγή απελπισίας έβγαινε από το στόμα της.
Η στιγμή που οι σφαίρες διαπερνούν τη σάρκα είναι στιγμή «απορίας» για το σώμα. Για ένα δευτερόλεπτο ζωή και θάνατος συνυπάρχουν, πριν το άψυχο σώμα πέσει στο οδόστρωμα και οι μπότες των SS το κλοτσήσουν, παραμερίζοντας το. Αυτή η κοπέλα δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία από τα εκατομμύρια που έχασαν τη ζωή τους στο άνθος της ηλικίας τους. Αξίζει, πάντως, να αναλογιστώ  γιατί αυτή ειδικά η κοπέλα έρχεται στη μνήμη μου τόσο συχνά, και ιδιαίτερα σε στιγμές που απολαμβάνω την αίσθηση να είναι κανείς ζωντανός και να περιβάλλεται από ανθρώπους όλο ζωή. Υπάρχει, ίσως ένα νήμα που συνδέει αυτή την αίσθηση με τις οργιαστικές τελετές ορισμένων φυλών, κατά τη διάρκεια των οποίων άντρες και γυναίκες αλλάζουν ελεύθερα ερωτικό σύντροφο. Η μονογαμία δεν μπορεί, προφανώς, να καλύψει αυτή την αίσθηση, από την οποία και απορρέει η αγάπη για την ανθρωπότητα, για το ανθρώπινο είδος. Ίσως αυτή η αγάπη απαιτεί, όταν κοιτάζω μια παρέα από γυναίκες που χαμογελούν ικανοποιημένες με τον εαυτό τους, να σκέφτομαι τη νεαρή εβραιοπούλα σαν μια από αυτές, σαν παρούσα και σαν όμοιά τους…


Czeslaw Milosz
Αιχμάλωτη Σκέψη
Μετάφραση Ανδρέας Παππάς
Εκδόσεις Παπαδόπουλος 2017

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΝΤΟΡΙ – Λευκάδιος Χερν ή Lafcadio Hearn ή Γιάκουμο Κοϊζούμι

 

Ήταν κάποτε ένας κυνηγός και γερακάρης, τον λέγανε Σονζό και ζούσε στην επαρχία Ταμούρα Νο Γκο, στο Νομό Μούτσου.
Μια μέρα, πήγε να κυνηγήσει μα δε συνάντησε κανένα θήραμα. Στο δρόμο της επιστροφής, στην τοποθεσία Ακανούμα, πήρε το μάτι του ένα ζευγάρι πάπιες οσιντόρι(1). Κολυμπούσαν πλάι πλάι στα νερά του μικρού ποταμού που έπρεπε να περάσει. Αν σκοτώσεις λένε, ένα οσιντόρι θα σε βρει μεγάλη δυστυχία. Ο Σονζό όμως πεινούσε, σκόπευσε λοιπόν το ζευγάρι. Το βέλος τρύπησε το αρσενικό· το θηλυκό ξέφυγε μέσα από τις καλαμιές της αντίπερα όχθης και χάθηκε. Ο Σονζό κουβάλησε το σκοτωμένο πουλί στο σπίτι και το μαγείρεψε.
Εκείνο το βράδυ είδε άσχημο όνειρο.
Μια πολύ όμορφη γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο, πλησίασε το μαξιλάρι κι άρχισε να κλαίει. Το κλάμα της ήταν τόσο γοερό, που ακούγοντάς το ο Ζονζό νόμισε πως θα σχιστεί η καρδιά του. Η νεαρή γυναίκα του έλεγε:
- Γιατί, αχ! Γιατί τον σκότωσες; Ήμασταν ευτυχισμένοι οι δυό μας στην Ακανούμα… Τώρα τον σκότωσες!… Σε τι σου έφταιξε; Ξέρεις τουλάχιστον τι έγκλημα διέπραξες; Τι ποταπό και σκληρό έγκλημα; Σκότωσες και μένα γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον άντρα μου! Αυτό ήρθα να σου πω…
Άρχισε πάλι να κλαίει τόσο απελπισμένα, που οι λυγμοί της τρύπησαν τα κόκαλα του Σονζό κι έφτασαν ως το μεδούλι. Η φωνή της, που τη διέκοπταν οι λυγμοί, απάγγειλε τους παρακάτω στίχους:

Χι κουκουρέμπα
Σασοέσι μόνο βο
Ακανούμα νο
Μακόμο(2) νο κουρέ νο
Χιτόρι νε ζο ούκι

(Μόλις βασίλεψε η μέρα, του πρότεινα να ‘ρθει κοντά μου! Στο εξής θα κοιμάμαι μόνη μου στον ίσκιο που ρίχνουν οι καλαμιές της Ακανούμα(3) Αχ! Ανείπωτη θλίψη!)
Κι ύστερα φώναξε:
- Αχ! Δεν ξέρεις… όχι, δεν μπορείς να ξέρεις τι έκανες! Αύριο όμως, όταν θα ξαναπάς στην Ακανούμα, θα καταλάβεις… θα καταλάβεις…
Με τα λόγια αυτά, κλαίγοντας πάντα γοερά, έφυγε.
Το πρωί, το όνειρο ήταν ακόμη τόσο ζωντανό στο μυαλό του, που ο Σονζό ένιωθε ταραγμένος. Θυμήθηκε τα λόγια της νεαρής γυναίκας:
«Αύριο όμως, όταν θα ξαναπας στην Ακανούμα θα καταλάβεις… θα καταλάβεις...». Αποφάσισε λοιπόν να πάει αμέσως εκεί, να μάθει μήπως το όνειρό του ήταν κάτι παραπάνω από απλό όνειρο.
Ο Σονζό πήγε στην Ακανούμα. Φτάνοντας στο ποτάμι είδε το θηλυκό οσιντόρι να κολυμπάει μόνο του. Την ίδια στιγμή τον διέκρινε κι εκείνο· αντί να φύγει όμως κολύμπησε προς το μέρος του κοιτάζοντάς τον συνέχεια με μια παράξενη προσοχή. Ξαφνικά, μ’ ένα χτύπημα του ράμφους άνοιξε πληγή στα πλευρά του κι έσβησε εκεί μπροστά στα μάτια του κυνηγού.
Ο Σονζό ξύρισε το κεφάλι του και κλείστηκε σε μοναστήρι.

_________________ 
1. Στην Άπω Ανατολή οι πάπιες αυτές συμβολίζουν το συζυγικό έρωτα.
2. Μακόμο είναι οι μεγάλες καλαμιές με τις οποίες φτιάχνουν τα πανέρια.
3. Αυτοί οι στίχοι έχουν διπλό λυπητερό νόημα. Οι συλλαβές που σχηματίζουν το κύριο όνομα Ακανούμα («Κόκκινος ή Ματωμένος Βάλτος») μπορούν να διαβαστούν επίσης ως ακάνου μα («στους χρόνους του αχώριστου ή θαυμάσιου έρωτά μας») 


Λευκάδιος Χερν ή Lafcadio Hearn ή Γιάκουμο Κοϊζούμι
Κείμενα από την Ιαπωνία
Μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς
Εκδόσεις Ινδικτος 1997