.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

0 ΠΑΠΑΤΡΕΧΑΣ – ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ


...  ̔Η συναναστροφή μου εἶναι μὲ τὸν ἐφημέριον τοῦ χωρίου, ἄνδρα, ὅστις παρὰ τ’ ἄλλα του πολλὰ προτερήματα καυχᾶται καὶ ὅτι εἰς ὅλην τὴν νῆσον δὲν εὑρίσκεται παπὰς νὰ ἀναγιγνώσκῃ παρ’ αὐτὸυ ἐγρηγορώτερα τὰ καθίσματα τοῦ ψαλτηρίου. Εἰς τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων τὸν ὅρθρον, τὸν συνέβη νὰ πτερνισθῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τόσον σφοδρά, ὥστε νὰ σβέσῃ τὴν λαμπάδα.  ̔́Οταν τὴν ἄναψαν, συλλογιζόμενος πόσον ἔχασε καιρὸν εἰς τὴν μεταξὺ σκοτίαν, ἐπροτίμησε νὰ πηδήσῃ ψαλμὸν ὁλόκληρον, τὸν μακρύτερον, παρὰ τὸ ὄνειδος νὰ μακρύνῃ τὸν καιρὸν τῆς ἀναγνώσεως ὑπὲρ τὸ σύνηθες.
Δὲν ἠξεύρω, ἂν διὰ τὴν ταχυτάτην ταύτην ἀνάγνωσιν, ἢ διὰ τὴν φυσικὴν ἡμῶν τῶν Χίων κλίσιν εἰς τὰ σκωπτικὰ παρωνύμια, ὁ Βολισσινὸς ἐφημέριος ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς πολίτας τῆς Χίου Παπατρέχας· καὶ τὸ παρωνύμιον ἥρεσε τόσον εἰς τὸν παρονομαζόμενον, ὥστε δὲν σ’ ἀκούεὶ πλέον, ἐὰν τὸν καλέσῃς μὲ τὸν κύριόν του ὄνομα.
Καυχᾶται πρὸς τούτοις καὶ εἰς ἐξήκοντα τέσσερα ταξίδια, καὶ φαντάζεται ἑαυτὸν ὡς ἄλλον  ̓Οδυσσέα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον τοῦτο μόνον διαφέρει, ὅτι τὰ ἔκαμεν εἰς αὐτὰ τῆς νήσου τὰ ἑξήκοντα τέσσαρα χωρία, χωρὶς κίνδυνον κανένα τῆς θαλάσσης.
Διὰ νὰ σὲ δώσω, φίλε, μικρὸν παράδειγμα τῆς ὁποίας ἀπέκτησεν ἀπὸ τὰ ταξίδὶα πολυπειρίας, ἐπέρασεν ἐδῶ πρὸ μηνῶν Ἄγγλος τις περιηγητής, μὲ σκοπὸν νὰ ἀνακαλύψῃ κανένα ὑπόμνημα εἰς Βολισσὸν διατριβῆς τοῦ  ̔Ομήρου· εἶχε σιμὰ καὶ δύο του μικρὰ παιδάρια. Μόλις τ’ ἄκουσεν ὁ Παπατρέχας νὰ συλλαλῶσι μὲ τὸν πατέρα των, καὶ μ’ ἐρώτησε ἐκστατικός.
- Ποίαν γλῶσσαν λαλοῦσι;
- Τὴν Ἀγγλικήν, τὸν ἀπεκρίθην· καὶ ἡ ἔκστασις του ἔγινεν ἀπολίθωσις. Δὲν ἐμπόρει νὰ χωρέσῃ τοῦ Βολισσινοῦ  ̓Οδυσσέως ἡ κεφαλή, πῶς τόσον νεαρὰ παιδάρια ἦτο δυνατὸν νὰ λαλῶσι γλῶσσαν εἰς αὐτὸν ἄγῳστον. Δὲν ἐξεύρω πλέον ποίαν γλῶσσαν καὶ εἰς ποίαν ἡλικίαν, κατ’ αὐτόν, ἔπρεπε νὰ λαλῶσι τῶν Ἄγγλων τὰ τέκνα. Εἶμαι βέβαιος ὅτι γελᾷς τὴν ὥραν τᾳύτην διὰ τὴν ἀπορίαν τοῦ Παπατρέχα· ἀλλὰ τί ἥθελες κάμει, ἐὰν παρὼν παρόντος ἤκουες αὐτολεξεὶ ἀπὸ τὸ στόμα του τοὺς λόγους τούτους: « Τὰ διαβολόπουλα, τόσο μικρὰ νὰ μιλοῦν ἐγγλέζικα ».
Γέλα, φίλε, ὅσον θέλεις, ἀλλὰ πρόσεχε μὴ καταφρονήσῃς διὰ τοῦτο τὸν σεβάσμιον Παπατρέχαν. Ναί! σεβάσμιος ἀληθῶς εἶναι, ὡς σὲ τὸ λέγω. Μ’ ὅλην ταύτην τὴν ἁπλότητα, δὲν ἐμπορεῖς νὰ στοχασθῇς πόσον εἶναι φιλάνθρωπος ὁ καλὸς οὗτος ἱερεύς, πόσον φροντίζει διὰ τὴν χρηστοήθειαν τοῦ μικροῦ του ποιμνίου, μὲ ποίαν ψυχῆς διάθεσιν παρηγορεῖ τοὺς ἐνορίτας εἰς τὰς δυστυχίας αὐτῶν, καὶ τοὺς συμβουλεύει, ὅταν εὐτυχῶσι, νὰ ἔχωσι πρόνοιαν τῶν δυστυχούντων.
 ̔Η ἀρετὴ δὲν εἶναι εἰς αὐτὸν γέννημα παιδείας, ἐπειδὴ παιδείαν δὲν ἔλαβε· δὲν εἶναι καρπὸς τῆς ἀσκήσεως, ἐπειδὴ κανένα κόπον δὲν δοκιμάζει εἰς τὴν γύμνασιν αὐτῆς· ἀλλ’ ἐφυτεύθη οὐρανοκατέβατος εἰς τὴν ψυχήν του. Λυπεῖται πολλάκις διὰ τὴν στέρησιν τῆς παιδείας καὶ διὰ νὰ ἀναπληρώσῃ ὅ,τι δὲν ἔκαμαν οἱ γονεῖς του εἰς αὐτόν, ἔπεμψε τὸν υἱόν του εἰς τὴν πόλιν νὰ μάθῃ τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ ν’ ἀκούσῃ τὰ μαθήματα τοῦ διδασκάλου Σελεπῆ. Εἶναι ἀνεκδιήγητος, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασε χαράν, ὅταν ἔμαθεν ὅτι ὁ  ̓́Ομηρος ἐδιάτριψεν εἰς τὴν Βολισσὸν καὶ ὅτι ἀσχολοῦμσι εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Τοῦτο γόνον μὲ ἐρώτησεν, ἂν ὁ  ̔́Ομηρος ἦτο χριστιανός. Ἀδύνατον ἧτο, τὸν εἶπα, ἐπειδὴ ἔζη χρόνους ἐννεακοσίους σχεδὸν πρὸ Χριστοῦ. Τί μὲ ἀπεκρίθη εἰς τοῦτο! - Ὁ Θεὸς εἶναι καλὸς πατέρας· ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα.
Μὲ τὸ πρῶτον ἐνόει φανερὰ ὁ φιλάνθρωπος παπὰς ὅτι ὁ Θεὸς μὲν θέλει καταδικάσειν τὸν  ̔́Ομηρον, διότι ἐγεννήθη τόσον ἀρχύτερα τοῦ Χριστοῦ· τοῦ δευτέρου προσμένω ἀπὸ τὴν ἀγχίνοιαν σου τὴν ἔξήγησιν. Ποίαν, εἰπέ μοι, συγγένειαν ἔχει τοῦ  ̔Ομήρου ἡ ποίησις μὲ τὴν θαυμαζομένην ἀπὸ τὸν Δαυίδ ποίησιν τοῦ κόσμου; Εἰς πολλὰς τοιαύτας ἀπορίας μὲ βάλλει καθημέραν, προσαρμόζων τοῦ ψαλτηρίου ρητὰ εἰς πραγμάτων περιστάσεις, ὅπου ὁ ἰδικός μου νοῦς δὲν βλέπει καμμίαν προσαρμογήν.
Μὲ ἐρώτησε προχθές, ἄν τυπώνεται γρήγορα ὁ Ὅμηρος. Ἀφοῦ ἦκουσε τὰς δυσκολίας πρῶτον τῆς συντάξεως τῶν σχολίων, ἔπειτα καὶ τῆς δαπάνης τοῦ τύπου:
- Διὰ τὴν σύνταξιν, μὲ εἷπε, δὲν εἷμαι καλὸς νὰ κρίνω· τῆς δαπάνης ὅμως τὸ πρᾶγμα μὲ φαίνεται εὐκολώτατον.
- Πῷς, Δέσποτά μου;
-  ̓́Εχομεν, ἀπεκρίθη, τόσους ἀρχιερεῖς, τοὺς ὁποίους δὲν λείπει μήτε πλοῦτος, μήτε ζῆλος ὑπὲρ τῆς παιδείας τοῦ ἔθνους. Ἄν ὁ ἀείμνηστος τῆς Θεσσαλονίκης ἀρχιερεὺς Εὐστάθιος ἐδαπάνησεν, ὡς μὲ λέγεις, χρήματα πολλὰ νὰ συνάξῃ τὰ ἀναγκαῖα βιβλία, καὶ ὅλην αὐτοῦ τὴν ζωὴν νὰ ἀπανθίσῃ ἀπ’ αὐτὰ τὰς χρειαζομένας εἰς τὸν Ὅμηρον ἐξηγήσεις, εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι, ἂν γράψῃς περὶ τοῦ σκοποῦ σου πρὸς τὸν ἅγιον...τὸν ἅγιον... τὸν ἅγιον... (ἀπαριθμήσας ὀκτὼ ἤ δέκα ἀπὸ τοὺς ἐγκρίτους ἡμῶν ἀρχιερεῖς), θελουν σὲ γνωρίσειν χάριν, ἐπειδὴ τοὺς δίδεις ἀφορμὴν νὰ δείξωσι, πόσον ἡ παιδεία τοῦ γένους εἶναι πρᾶγμα ἱερὸν εἰς τὴν πανιερότητά των.
Πολλοὺς ἀπεκρίθην ἀπ’ ὅσους ὠνόμασες, ἐγνώρισα προσωπικῶς, ἀληθῶς ἄνδρας ἱεροὺς καὶ σεβασμίους μηδ’ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς εἰς τὰ καλὰ προθυμίας των· ἀλλ’ ὅμως ἀποστρέφομαι νὰ κάμω τώρα ὅ,τι δὲν ἔκαμα τὴν περασμένην ὅλην μου ζωήν ἢ θέλεις, δέσποτά μου, διὰ δεκαπέντε μηνῶν εἰς τὴν Βολισσὸν διατριβὴν νὰ κατασταθῶ ψωμοζήτης;
- Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τοῦτο, μὲ λέγει, ἀντιπαθῇς, δὲν θέλεις, ἐλπίζω, ἀποστραφῆν τὴν ἰδικήν μου βοήθειαν.
Εἰς τὰ ἀπροσδόκητα ταῦτα λόγια, φίλε, ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάθω τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔπαθεν ἔκπληξιν, ὅταν ἤκουσε τοῦ Ἄγγλου τὰ τέκνα λαλοῦντα τὴν Ἀγγλικὴν γλῶσσαν· διότι εἰς τὴν πολυδάπανον ἔκδοσιν τοῦ  ̔Ομήρου ποίαν ἀπὸ τῆς Βολισσοῦ τὸν ἐφημέριον ἔπρεπέ τις νὰ ἐλπίζῃ βοήθειαν; Χωρὶς νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν ἔκπληξίν μου, μὲ προβάλλει ὁ καλὸς οὗτος παπὰς δύο γρόσια.
- Ταῦτα, λέγει, ἔλαβα σήμερον ἀπὸ στεφάνωμα, ταῦτα μόνον ἔχω, ταῦτα σὲ δίδω· πλειότερα ἂν εἶχα, πλειότερα μετὰ χαρᾶς ἤθελα σὲ δώσειν, διὰ νὰ τυπωθῇ τοῦ συμπατριώτου ἡμῶν  ̔Ομήρου ἡ ποίησις, τὸν ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ ἐξεύρω εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται εἰς τὸν ἄλλον κόσμον. Πλὴν ὁ Θεὸς εἶναι καλὸς πατέρας, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα.
Μαντεύω τώρα, φίλε, τὴν περιεργίαν σου νὰ μάθῃς πῶς ἐφέρθην εἰς τὴν ἀπροσδόκητον ταύτην συνεισφορὰν τοῦ παπᾶ· τὴν ἔλαβα, ἁσπαζόμενος μὲ δακρυσμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τὴν πλουσίαν τοῦ πένητος ἱερέως χεῖρα, ὄχι μόνον διὰ νὰ μὴ λυπήσω, μὲ τὴν ἄκαιρον παραίτησιν, τὴν ἀγαθὴν αὐτοῦ ψυχήν, ἀλλὰ ὅτι καὶ μ’ ἐφάνη νόστιμον νὰ ὀνομάσω τὴν ἔκδοσιν ταύτην τοῦ  ̔Ομήρου Βολισσινὴν ἔκδοσιν, ἐπειδὴ καὶ εἰς τὴν Βολισσὸν ὑπέμεινα τοὺς κόπους της, καὶ ἀπὸ τὴν πτωχὴν ταύτην Βολισσὸν ἔλαβα τὴν πρώτην βοήθεὶαν τῆς ἐκδόσεως.
Ἀφήνω ἄλλα πολλὰ καὶ θαυμαστὰ τῆς ἀρετῆς τοῦ ἵερέως τούτου δείγματα, φοβούμενος τὸ ὑπέρμετρον μάκρος τῆς ἐπιστολῆς, καὶ ἀρκοῦμαι εἰς ἕν ἀκόμη, τὸ ὁποῖον μὲ φαίνεται ἀσυγχώρητον νὰ σιωπήσω.  ̓́Ηκουσεν ὅτι ἱερεύς τις, εἰδήμων τῆς  ̔Ελληνὶκῆς γλώσσης, ἐπεριήρχετο τὴν νῆσον, ζητῶν νὰ ἐμβῇ εἰς καμμίαν ἐκκλησίαν ἐφημέριος. Τί κάμνει ὁ καλός σου Παπατρέχας; Τρέχει πρὸς αὐτὸν νὰ τὸν προλάβῃ νὰ δεχθῇ ἀντ’ αὐτοῦ τὴν ἐφημερίαν τῆς Βολισσοῦ, μόλις ἔμαθαν οἱ ταλαίπωροι Βολισσινοὶ τὸ ἀπροσδόκητον εἰς αὐτοὺς μέγα δυστύχημα τοῦτο, κι ἔτρεξαν ἄνδρες καὶ γυναῖκες μὲ δάκρυα παρακαλοῦντές με νὰ τὸ ἐμποδίσω. Ἀφήνω σε, φίλε, νὰ στοχασθῇς πόσην ἀπορίαν ἐπροξένησεν εἰς ἐμὲ τὸν μεσίτην τὸ κίνημα τοῦτο τοῦ ἱερέως, καὶ μάλιστα ὅταν, ἐρωτήσας αὐτὸν διατί ἀπεφάσισε νὰ παραιτηθῇ τὴν ἐφημερίαν, ἔλαβα ταύτην τὴν ἀπόκρισιν:
-  ̓Εγώ, τέκνον, εἶμαι ἀγράμματος· τὸν ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ βάλω εἰς τόπον μου ἐφημέριον, εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶναι ἐπιτηδειότερος παρ ̓ ἐμὲ νὰ διδάσκῃ καὶ νὰ κυβερνᾷ τὰς ψυχὰς τῶν καλῶν μου τούτων χωρικῶν.
Εἰς τοιαύτην γενναίαν ἀπόκρισιν τί εἶχα νὰ ἀποκριθῶ; Συνέκλαυσα κι ἐγὼ μὲ τοὺς Βολισσὶνούς, καὶ ἐπρόσμενα μὲ λύπην τῆς ψυχῆς μου τὴν στέρησιν τοῦ καλοῦ τούτου ἱερέως, τὴν ὁποίαν καὶ ἠθέλαμεν πάθειν, ἐὰν οἱ κάτοικοι τῶν Θυμιανῶν δὲν ἐπρόφθαναν νὰ λάβωσι τὸν λόγιον ἱερέα ὡς ἐφημέριον καὶ ν’ ἀφήσωσι πάλιν εἰς ἡμᾶς τὸν ἰδικόν μας. Τοῦ θαυμαστοῦ ἥμῶν παπᾶ τὸ ἔργον τοῦτο δὲν τὸ κρίνεις, φίλε, ὡς ἐγώ, ἀληθῶς Σωκρατικόν;
Τοιοῦτος εἶναι, φίλε, ὡς σὲ τὸν περιγράφω, ὁ ἁπλούστατος καὶ φιλάνθρωπος ἐφημέριος τῆς Βολισσοῦ. Εἶναι σχεδὸν μῆνες δεκαπέντε ὁποὺ κατοικῶ τὸ χωρίον καὶ κανὲν ἀκόμη πάθος κυριεῦον εἰς τὴν καλήν του ψυχὴν ἄλλο δὲν ἐγνώρισα παρὰ τὴν ἄμετρον χρῆσιν τοῦ ταβάκου. Ἀλλὰ ἐλαττώθη καὶ τοῦτο πολύ, ἀφοῦ ἔμαθεν ὅτι μήτ’ ὁ Ὅμηρος, μήτ’ ὁ Εὐστάθιος δὲν ἐγνώρισαν τὴν σκόνιν ταύτην.
Μαθημένοι εἰς τὰ θυμιάματα καὶ τὰς προσκυνήσεις τῆς ἀπαιδευσίας, ὀλίγοι τινές, κακῶς γραμματισμένοι ἀλαζόνες, σπουδάζουν νὰ διώξωσι τὴν φιλοσοφίαν, μόνην ἱκανὴν νὰ δείξῃ τὴν ὀρθὴν μέθοδον τῆς παιδείας, ποτὲ μὲν αὐτὴν κατηγοροῦντες ὡς ἐναντίαν τῆς θρησκείας, ποτὲ δὲ τοὺς ἐπαινέτας αὐτῆς κηρύττοντες ὡς ἀθρήσκους. Δὲν ἥθελαν εἶσθαι εὐτυχέστεροι καὶ τιμιώτεφοι ἄνδρες, ἐὰν ὁμοῦ μὲ τὴν ἀπαιδευσίαν εἶχαν καὶ τὰ ἤθη τοῦ Βολισσινοῦ ἱερέως, ὅστις ἔδειξεν, ὅτι ὀλιγώτερον κακὸν εἶναι ἡ ἀμαθία παρὰ τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐδιδάχθησαν κακὴν καὶ ἀμέθοδον παιδείαν;
Εἶναι, φίλε, βέβαιον, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀπαιδεύτων εὐκολώτερον εὑρίσκει τις ἄνθρωπον χρηστόν, παρὰ τῶν ὅσοι χωρὶς μέθοδον ὀρθὴν ἐπαιδεύθησαν. Τὸ αἴτιον εἶναι, ὅτι παντάπασιν ἀπαίδευτος ὁμοιάζει τὸν παντάπασιν τυφλόν· καί, ἂν ἡ φύσις δὲν τὸν ἔκτισεν ὁλότελα ἠλίθιον, φοβούμενος τὴν πτῶσιν, ἡσυχάζει εἰς τὸ σκότος.  ̓Εξεναντίας ὁ κακῆς καὶ ἀμεθόδου παιδείας μέτοχος, φανταζόμενος ὅτι βλέπει πλέον τῶν ἄλλων τολμᾷ νὰ περιπατῇ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν σκοτίαν.  ̓Εὰν κατὰ δυστυχίαν κρατῇ εἰς τὰς χεῖρας καὶ βακτηρίαν, συντρίβει ὅ,τι τὸν ἀπαντήσῃ νομίζων ὅτι εἶναι περικυκλωμένος ἀπὸ παντὸς εἴδους καὶ πάσης μορφῆς δαίμονᾳς, χωρὶς κἂν νὰ ὑποπτεύεται, ὅτι ἀρρωστεῖ ἡ κεφαλή του, καὶ οἱ δαίμονες δὲν εἶναι περίγυρα, ἀλλὰ κατοικοῦν εἰς αὐτήν του τὴν ψυχήν...


Ἀδαμάντιος Κοραῆς
(Απὸ τὰ προλεγόμενα τῆς ἐκδόσεως τῶν Α, Β, Γ, Δ ραψῳδιῶν τῆς  ̓Ιλιάδος. Α’ ἔκδ. Παρισίων, 1811 - 1820 ).

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2020

Ο Καινούργιος - ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ


Ήταν ένα μικροκαμωμένο παιδί. Το χλωμό του προσωπάκι –το τόσο δα στρογγύλο προσωπάκι του με την ανασηκωμένη μυτίτσα–, το κορμάκι του, όλα του, έπρεπε να τον δείχνουν μικρότερο όμως δε δεχόταν τέτοια υποχώρηση και κατόρθωνε να σε πείθει πως ήταν κι αυτός σαν τ’ άλλα παιδιά δώδεκα χρονών. Τι σημασία είχε αν ήταν πιο μεγαλόσωμα και πιο δυνατά; Είμαστε όλοι το ίδιο δώδεκα χρονών.
Στην «Ιδιωτική» ήρθε να εγγραφεί είκοσι τόσες μέρες μετά την έναρξη των μαθημάτων. Κι ήρθε μονάχος, χωρίς κηδεμόνα. Εγώ δίδασκα την εποχή εκείνη Εγγλέζικα –μη ρωτάτε πώς συνέβαινε να διδάσκω Εγγλέζικα σε μια αγροτική κωμόπολη.
Μπήκε ίσα στο Γραφείο του Διευθυντή με τα χονδρά του παπούτσια –δυσανάλογα χονδρά με τα ποδαράκια του (Κι έκαναν ένα κρότο στο ξύλινο δάπεδο!). Έριξε μια ματιά σ’ όλους μας εκεί μέσα, βρήκε σε ποιον έπρεπε να αποταθεί, περπάτηξε τακ-τακ-τακ και στάθηκε μπροστά στον Διευθυντή.
Είπε πως ήθελε να εγγραφεί στη Σχολή. Έδειξε κι ένα σημείωμα του δασκάλου του χωριού του πως είχε τη συγκατάθεση του πατέρα του. Ο Διευθυντής τού απάντησε πως άργησε πολύ.
Το ήξερε μα είχαν κάτι οργώματα να τελειώσουν.
– Ναι μα οι άλλοι προχώρησαν. Θα μπορέσεις να παρακολουθήσεις;
– Μάλιστα.
Επενέβηκα εγώ. Είχε διδαχθεί καθόλου εγγλέζικα στο δημοτικό;
– Όχι.
Λοιπόν; Κανονικά έπρεπε να ’ρχόταν κανένα μήνα πριν αρχίσουν τα μαθήματα για να του γίνει μια προπαρασκευή γιατί τα Εγγλέζικα ήταν το κύριο μάθημα της Σχολής κι όχι τώρα.
Με κοίταξε λιγάκι θυμωμένα, λιγάκι περιφρονητικά και ξαναγύρισε στον Διευθυντή:
– Θα μπορέσω και στα Εγγλέζικα.
Ο Διευθυντής σκέφτηκε λιγάκι. Στις Ιδιωτικές Σχολές λογαριάζεται να χάσεις ένα μαθητή. Συνεννοήθηκε μ’ ένα βλέμμα και με άλλους καθηγητές.
Ας δοκιμάσει, μού ’πε.
Και τον έγραψε: Γεώργιος Νεοφύτου απ’ την Αγία Μαρίνα, δώδεκα χρονών (-Μάλιστα, δώδεκα χρονών).
– Πατρός;
– Γεωργού. Είναι στο απολυτήριο.
– Α, ναι.
Γράφτηκε χωρίς αμφιβολίες και δισταγμούς μολονότι όπως είδα έπειτα δε μπορούσε να βασιστεί στις πνευματικές του ικανότητες. Κάθισε αγέρωχα στο θρανίο πλάι στους άλλους, έσκυψε στο βιβλίο τους κι ετοιμάστηκε να μάθει το ίδιο μάθημα.
 Μού ’κανε εντύπωση το ύφος του όμως ήμουνα δυστυχώς σχεδόν βέβαιος πως δεν θα τα κατάφερνε. Και πραγματικά δεν τα κατάφερνε. Μια εβδομάδα, δυο, τρεις ολάκερες εβδομάδες δεν τα κατάφερνε. Μετά το μάθημα τον κρατούσα λιγάκι και τον βοηθούσα. Έμενε κι έκανε το καλύτερό του μα ήταν πάντα ήσυχος κι ατάραχος. Κι εκείνη η αταραξία του ενώ μ’ εξενεύριζε μ’ έκανε συγχρόνως να τον προσέξω ιδιαίτερα και τελικά να τον αγαπήσω.
 Στο μάθημα γελούσαν μαζί του οι άλλοι μαθητές μ’ αυτός δεν τους έδινε καθόλου σημασία όπως δεν έδινε ούτε σ’ εμένα. Καμιά φορά που καθώς τον έβλεπα ν’ αγωνίζεται ξεχνιόμουνα και χαμογελούσα με κοίταζε μ’ ένα παράξενο επιτιμητικό βλέμμα που μ’ έκανε περισσότερο να τον αγαπώ. Να τον αγαπώ κι όμως να μου αρέσει να τον βλέπω ν’ ανασκουμπώνεται και να ιδρώνει να φτάξει τους άλλους χωρίς να μπορεί.
Στην πρώτη τάξη ήταν κι ένας άλλος μαθητής π’ αγαπούσα. Ήταν ο καλύτερος στα μαθήματα μα δεν ήταν γι’ αυτό που τον αγαπούσα. Τον αγαπούσα για την πρώιμη σοβαρότητά του και –μη σας φαίνεται παράξενο– για τον τρόπο που διάβαζε. Πώς διαβάζει, πώς βάζει τα γυαλιά του και διαβάζει κάνας υπουργός, κάνας πρωθυπουργός, κάνας τραπεζίτης, κάνας πολύ μεγάλος τελοσπάντων άνθρωπος ένα σοβαρό έγγραφο; Πώς διαβάζει ο ψάλτης του χωριού στην εκκλησία τον Απόστολο; Με τον ίδιο τρόπο διάβαζε κι ο μαθητής που σας λέω, ο Αντώνιος Νικολάου. Λιγάκι αψηλά το κεφάλι, τα φρύδια ν’ ανεβαίνουν, να κατεβαίνουν μια γρήγορη στιγμή και πάλι ν’ ανεβαίνουν σα να προσπαθούν να ξεφύγουν απ’ το επίγειο εκείνο πρόσωπο, το στόμα να στρογγυλαίνει και να γεμίζει λαρυγγώδη φωνήεντα, τα μάτια καρφωμένα στο βιβλίο μ’ έναν τρόπο σα νά ’ναι απασχολημένα στη σοβαρότερη δουλειά που γνώρισε ώς τώρα ο άνθρωπος μα κι έτσι που να δείχνουν όλη τους την περιφρόνηση για τα όμορφα αραδιαστά γράμματα που έχουν υποτάξει.
Δε φορούσε, βέβαια, γυαλιά ο Αντώνιος Νικολάου μα εγώ τον έβλεπα με γυαλιά.
Κι είν’ αυτά τα γυαλιά πού ’βανε για να δει τον καινούργιο συμμαθητή του όταν βρέθηκε μπροστά σ’ εκείνη όλη την αυτοπεποίθηση και την επιμονή. Γύρισε και τον κοίταξε καλά, προσεχτικά (-Όποιος και νά ’σαι!).
Μονάχα που ο καινούργιος –ο Γεώργιος Νεοφύτου απ’ την Αγία Μαρίνα– δεν τ’ ανεχόταν αυτά και του ανταπέδωσε στο πολλαπλάσιο την περιφρόνηση (Τού ’βγανε αργά-αργά τα γυαλιά και του τά ’δωσε πίσω.
– Γύρνα μπροστά σου να διαβάσεις τον Απόστολο).
Το περίεργο ήταν που ο Καινούργιος δε ζητούσε από κανένα συμμαθητή του να τον βοηθήσει. Δεν ξέρω πώς τό ’παιρνε, αν δεν καταδεχόταν. Καμιά φορά απορούσα:
– Γιατί δε ρωτάς;
Έσκυβε το κεφάλι και δεν αποκρινόταν είτε γιατί δεν ήξερε τι ν’ αποκριθεί είτε γιατί δεν ήθελε ν’ αποκριθεί. Έπρεπε, βέβαια, να θυμώσω μ’ αυτό το πείσμα μα ήταν τόσο που δεν μπορούσα.
Ωστόσο φαίνεται πως κάποια τύχη θα θύμωσε για το πείσμα του. Ίσως να μην τό ’βρισκε τόσο μεγάλο όσο εγώ ή ίσως αντιθέτως να πεισμωνόταν κι η ίδια στις περιπτώσεις όπως του Γεώργιου Νεοφύτου. Και πριν περάσει ένας μήνας ο μαθητάκος αρρώστησε. Ήρθε ο πατέρας του και τον πήρε στο χωριό.
– Νομίζω θα ’χει μαλάρια, μας είπε η σπιτονοικοκυρά του που μας έφερε την είδηση.
Κι ο «Απόστολος» έκανε ένα μορφασμό (-Ακόμα δεν ήρθε καλά-καλά κι αρρώστησε!).
Και τα μαθήματα προχωρούσαν. Πέρασαν τέσσερις εβδομάδες κι ο Καινούργιος δε φαινόταν. Καμιά φορά τον θυμόμαστε στην τάξη.
Μα τι έγινε, πέθανε; αστειευόμουνα.
Πρέπει να πέθανε, αστειευόντουσαν και τα παιδιά.
Όλα τα παιδιά εχτός απ’ τον Απόστολο. Τον Απόστολο τον καταλάβαινα πως δεν του άρεζε αυτό το αστείο. Μας κοιτούσε που γελούσαμε σοβαρός κι επιπληκτικός. Πώς καθόμαστε και χάναμε την ώρα μας; Αν πέθανε, πέθανε.
Μα ο Καινούργιος δεν πέθανε, βέβαια. Ξανάρθε έτσι ξαφνικά κι ακριβώς όταν αρχίσαμε να τον ξεχνάμε. Ήρθε με το ίδιο στρογγύλο προσωπάκι, λιγάκι πιο χλωμό τώρα, την ίδια ανασηκωμένη μυτίτσα.
Μας χαιρέτησε γελαστός και μας εντυπωσίασε γιατί σπάνια γελούσε. Του είπα:
– Ήσουνα άρρωστος, έ;
– Μάλιστα, ήμουνα άρρωστος.
– Τι είχες;
– Ήμουνα άρρωστος.
Καμιά επεξήγηση.
– Καλά, μα θα μπορέσεις τώρα να παρακολουθήσεις;
– Μάλιστα, θα μπορέσω.
Κλειστό το θέμα.
Έβγανε τα βιβλία του να του δείξουν ώς που είχαμε φτάξει. Δε θα του άρεσε η ερώτησή μου (-Θυμόσαστε που όταν πρωτοήρθα μου κάνατε την ίδια ερώτηση; Τι άνθρωπος είσαστε επιτέλους!).
Είχε καθίσει ήσυχα στο θρανίο σα να μην είχε απουσιάσει περισσότερο από μια-δυο μέρες.
Ο Απόστολος θά ’βανε διπλά, τριπλά γυαλιά για να δει καλύτερα.
Ναι μα φαίνεται πως η ίδια κακή τύχη ήταν πολύ θυμωμένη με τον Καινούργιο. Δεν πρόφταξε κι αυτή τη φορά να παρακολουθήσει περισσότερες από είκοσι, εικοσιπέντε μέρες και χάθηκε πάλι ένα πρωί.
Πέρασαν μια εβδομάδα, δυο κι ο Καινούργιος δε φαινόταν.
– Αυτή τη φορά δίχως άλλο θα πέθανε, αστείευαν πάλι τα παιδιά. Κι ο Απόστολος μας το ξανάδειξε πως δεν του άρεζαν αυτά τ’ αστεία.
Ήμαστε όλοι ανόητοι. Ο Γεώργιος Νεοφύτου όχι μονάχα δεν πέθανε μα ούτε καν ήταν άρρωστος. Ο πατέρας του ήταν άρρωστος, για τον πατέρα του είχε απουσιάσει. Και ξανάρθε ένα πρωί και ξανακάθισε στο θρανίο μ’ ένα νευρικό, όμως, τώρα τρόπο σαν άνθρωπος που δεν τον αφήνουν ήσυχο να κάνει τη δουλειά του.
Οπωσδήποτε αυτή τη φορά ούτ’ εγώ χαμογέλασα ούτε ο Απόστολος έβανε τα γυαλιά του να κοιτάξει τον Καινούργιο. Ίσως διαισθανόμαστε πως έφτανε το κακό τέλος. Και πραγματικά είχε φτάξει.
Την άλλη Δευτέρα ο Καινούργιος ήρθε να μας αποχαιρετήσει.
Θά ’φευγε;
Ναι, θά ’φευγε.
Ήταν η πρώτη φορά που μας αποχαιρετούσε πριν φύγει. Έκλαιε. Έκλαιε όπως κλαιν όλα τα παιδιά. Δε θα ξαναγύριζε στη Σχολή. Ο πατέρας του είχε πεθάνει.
Τη στιγμή εκείνη κάποιος μαθητής πού ’φταξε τρεχτός και που δεν ήξερε τι συνέβαινε φώναξε κοροϊδευτικά:
– Μήπως μας φεύγει πάλι;
Του απάντησε ο Απόστολος. Σήκωσε το χέρι του και τού ’δωσε ένα χαστούκι. Ήταν ένα τρομερό χαστούκι. Τον κοίταξα κατάπληκτος. Δε φανταζόμουνα πως ήταν δυνατό να δώσει ένα χαστούκι ο Απόστολος και μάλιστα μπροστά μου. Τον κοίταξε και ο Καινούργιος.
Είπα στον Καινούργιο (Τι διαφορετικός Καινούργιος ήταν αυτός εδώ πού ’κλαιε!):
– Αν ήταν για τα δίδαχτρα…
Όχι, δεν ήταν για τα δίδαχτρα. Ούτε για τ’ άλλα έξοδα. Δε μπορούσε να μείνει στη Σχολή.
Έπρεπε να γυρίσει στα χωράφια.
Κι έφυγε. Έφυγε με τα χονδρά παπούτσια του. Τακ-τακ-τακ. Πώς αντήχησε το τακ-τακτακ του Γεωργίου Νεοφύτου απ’ την Αγία Μαρίνα! Αντήχησε στις τάξεις, στον ηλιακό, στο προαύλιο. Κι αντηχούσε κι όταν εκείνος είχε φύγει πια.



Κώστας Μόντης 
Άπαντα Β΄, Πεζά 
Ίδρυμα Αναστασίου Γ. Λεβέντη 
Λευκωσία 1987

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2020

Η μπαλάντα τον μελισσοκόμου - Hermann Broch


Ήταν μηχανικός ειδών σχεδίου και κάθε πένα ιχνογραφίας που έβγαινε από το σβέλτο και πεπειραμένο του χέρι, μ' ένα απαστράπτον ασημί μέσα στο γαλάζιο βελούδο τής θήκης της, ήταν ένα έργο τέχνης, ήταν τέλεια στο απαλό, ελαστικό και παρ' όλα αυτά σταθερό σχεδίασμα, ήταν τέλεια στην αξιοπιστία με την οποία συγκρατούσε ως την τελευταία σταγόνα τη σινική μελάνη, χωρίς ποτέ να φοβάσαι μήπως αφήσει κάπου μια κηλίδα. Παντού, όπου το τεχνικό σχέδιο εξασκείτο ακόμα ως τέχνη ήξεραν το όνομά του και τα προϊόντα του και ανάμεσα στους δυο χιλιάδες σπουδαστές του Πολυτεχνείου του Μεγάλου Δουκός, κοντά στο οποίο είχε το εργαστήριο και το κατάστημά του, είχε αποκτήσει μια σταθερή πελατεία. Το εισόδημά του φαινόταν εξασφαλισμένο και φαινόταν επίσης πως οι αυξανόμενες οικονομίες του υπόσχονταν επαρκής κατοχύρωση για ήσυχα γηρατειά. Βέβαια μέχρι τότε θα περνούσε ακόμα αρκετός καιρός. Τότε ζούσε ακόμα η γυναίκα του, και όσον καιρό ζούσε ακόμα εκείνη - ω θύμηση, που δεν θα τον άφηνες ποτέ πια - πήγαινε καθημερινά μετά το τέλος της δουλειάς του στο χωριό, όπου αυτή είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της, έναν οικοδόμο χωρικό, ένα μικρό σπίτι. Τα απογεύματα και τις Κυριακές ασχολούνταν εκεί με τη μελισσοκομία, την οποία αγαπούσαν και οι δυο. Ήταν χαρούμενοι κι οι δυο τους και συχνά τραγουδούσαν πρίμο-σιγόντο ενόσω δούλευαν μαζί. Και για να συμπληρωθεί η ευτυχία τους, ήταν καθ' οδόν ένα παιδί. Τότε όμως συνέβη το φοβερό. Μετά από μια τελείως εύκολη εγκυμοσύνη, το παιδί γεννήθηκε νεκρό, πράγμα που κόστισε τη ζωή και στη νεαρή μητέρα. Χτυπημένος απ' αυτό το πλήγμα δεν ήθελε να δει άλλο ούτε το σπίτι ούτε τα μελίσσια. Πούλησε την περιουσία και μετακόμισε στην πόλη. Η επανάληψη τής άλλοτε ευτυχισμένης ζωής τού φαινόταν ακατόρθωτη, όλο και πιο πολύ, όσο περνούσαν τα χρόνια κι έτσι έμεινε χήρος, αντέχοντας το παρελθόν και το παρόν μαζί. Εντούτοις, όσο κι αν επέλεξε και θέλησε ο ίδιος τη μοναξιά του, όσο περνούσαν τα χρόνια, αυτή γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Μια μέρα πήγε στο βρεφοκομείο και πήρε ένα νεογέννητο κοριτσάκι για δικό του παιδί. Πιστός στην παλιά του ευτυχία και χωρίς να ξεχάσει τη μελισσοκομική που ήταν ένα τμήμα εκείνης της ευτυχίας, βάφτισε τη μικρή Μελίττα, και καθώς τώρα είχε αποκτήσει μια λευκή γενειάδα, την έμαθε να τον φωνάζει παππού. Και για χάρη του παιδιού άρχισε τώρα ξανά να τραγουδά. Θα τραγουδούσε και για έναν γιό το ίδιο ευχάριστα; Ίσως όχι. Κι έτσι αποκαλύφθηκε αυτός ως ένας από τους λόγους για τους οποίους πήρε την απόφαση για κάποιο κορίτσι, χωρίς να λάβει υπόψη του την επιθυμία να έχει απόγονο, όπως θα ανέτρεφε το γιό του. Όμως ποιος θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι αυτός θα έκανε στ' αλήθεια για την τέχνη τού μηχανικού ειδών σχεδίου;
Όπως και να 'χει αυτές οι σκέψεις ήσαν περιττές, τόσο πιο περιττές, όσο σύντομα αποδείχθηκε - ο καταστροφικός πόλεμος της Γερμανίας κατά της Αντάντ ήταν ακόμα απώτερο μέλλον - πως είχε αρχίσει μια καινούργια εποχή, μια εχθρική προς τους χειροτέχνες εποχή, μια εποχή εχθρική προς την ποιότητα που δεν της χρησίμευαν πια ούτε τα χειροποίητα εργαλεία σχεδίου. Είδη σχεδίου επωλούντο τώρα πλέον σε όλα τα χαρτοπωλεία, άχαρα βιομηχανικά προϊόντα, κοφτερές, ανελαστικές, άγαρμπες πάνω στο χαρτί γραφίδες, διαβήτες με λάθος κέντρο βάρους με τους οποίους ακόμα κι ένα επιδέξιο χέρι δεν θα μπορούσε να διαγράψει έναν σωστό κύκλο, αντικείμενα με είτε πολύ δύσκαμπτες, είτε πολύ χαλαρές αρθρώσεις, συναρμολογημένες με μια πολλή χοντρή ή μια πολλή λεπτή βίδα. Ποιος θα ήθελε να διαλέξει λοιπόν αυτό το επάγγελμα; Το παράτησε κι έκλεισε το εργαστήρι και το κατάστημα. Και μήπως ήσαν αυτά τα σύνεργα φθηνότερα από τα δικά του; Θα μπορούσε να είχε το δίχως άλλο διατηρήσει τις τιμές που είχε, αλλά δεν του έδινε πλέον η δουλειά χαρά. Η νέα γενιά δεν ήταν άλλο σε θέση να ξεχωρίσει τη μια πένα από την άλλη· κανένας δεν ήξερε πια να κάμει ένα σωστό διάγραμμα με παράλληλες γραμμές, κανένας δεν έμπαινε πια σ' αυτόν τον κόπο, αντίθετα αρκούνταν όλοι σ' ένα φτηνό μουντζούρωμα από νερομπογιές, το οποίο πέρναγαν στο περίπου πάνω στο χαρτί σαν να ήσαν μπογιατζήδες. Το να θέλεις να φτιάξεις για τη δουλειά αυτή λεπτά εργαλεία, σήμαινε το να εξευτελίζεις τον εαυτό σου. Στην περίπτωση αυτή καλύτερα να ήσουν κάπου ένας απλός ανειδίκευτος εργάτης! Κι έτσι ακριβώς έκανε. Παρ' όλο το προχωρημένο της ηλικίας του, έπιασε αμέσως μετά το ξέσπασμα του πολέμου δουλειά ως εργάτης σε μια μεγάλη βιομηχανία λεπτών μηχανικών εργαλείων. Βέβαια, αρχικά το θεώρησε ως εκπλήρωση ενός χρέους του προς την πατρίδα, αργότερα όμως αποδείχτηκε πως ήταν σκληρή ανάγκη, γιατί χωρίς την πρόσθετη βοήθεια τού μέρα με τη μέρα πιο εμφανούς, ξεδιάντροπου και ολοένα και πιο ακριβού λαθρεμπορίου δεν θα μπορούσε ένα παιδί - η Μελίττα ήταν στην αρχή του πολέμου εννέα χρόνων - να έχει να φάει όσο έπρεπε. Όμως το παιδί τού έδινε χαρά, το να το τρέφει του έδινε χαρά και κατά συνέπειαν και η δουλειά του έδινε πιο πολλή χαρά, ακόμα και για το ότι αυτός, πανύψηλος στο ανάστημα και παρ' όλα τα λευκά του μαλλιά, συνέχιζε να δουλεύει και να πληρώνεται ανάλογα, ώστε τώρα, μετά από μια κρίσιμη άμπωτη - και δεδομένου ότι το μάρκο συνέχιζε να είναι μάρκο έπαιζαν ρόλο μόνο οι αριθμοί - οι οικονομίες του άρχισαν πάλι κατά τα φαινόμενα να αυξάνονται. Μετά τη συνθηκολόγηση σκόπευε να ξεκουραστεί.
Εννοείται πως δεν μπόρεσε να το κάμει. Η ακρίβεια συνεχίστηκε και μετά τή συνθηκολόγηση, κι ακόμα χειρότερα πήρε να γίνεται όλο και πιο μεγάλη, κι όταν στο τέλος αποδείχθηκε καλπάζων πληθωρισμός, τότε οι οικονομίες του σε χαρτονομίσματα εξανεμίστηκαν. Έτσι καίτοι ηλικιωμένος συνέχισε να δουλεύει στη βιομηχανία και σίγουρα δεν θα σταματούσε εάν στο τέλος δεν τον απέλυαν λόγω της μεγάλης του ηλικίας· οι πιο νέοι, κάτω από την απειλή τού να απολυθούν και οι ίδιοι, απαιτούσαν τα δικαιώματά τους και δεν ήθελαν να τον ανέχονται άλλο. Ευτυχώς που η Μελίττα ήταν τώρα αρκετά μεγάλη για να γίνει δεκτή σε σχολείο και ήταν επομένως σε θέση να συμβάλει στα έξοδα. Άρχισε να δουλεύει ως βοηθός σ' ένα πλυντήριο. Όπως και να το κάνουμε αυτό ήταν κάποια ανακούφιση, και ο γέρος είχε τώρα λιγάκι άνεση ώστε να ψάξει για καινούργια δουλειά. Όσο ήταν παντρεμένος διατηρούσε επαφές με την κρατική σχολή μελισσοκομίας στην κοντινή κωμόπολη. Ακολουθώντας κάποια ξαφνική έμπνευση πήγε εκεί και ανέλαβε, μιας και ο πολύ γνωστός του διευθυντής ήταν ακόμα στην υπηρεσία, τη θέση ενός επισκέπτη καθηγητή.
Μολονότι πληρωνόταν μάλλον άσχημα, η θέση τού άφηνε κάποια προοπτική πρόσθετων απολαβών από τους χωρικούς· προπάντων όμως του δινόταν η ευκαιρία να γυροφέρνει από τη μια άκρη στην άλλη την περιοχή και αυτό ακριβώς του άρεσε να κάνει κι ο ίδιος.
Ο πληθωρισμός του φαινόταν τώρα σαν θείο δώρο. Η προσκόλληση στα χρήματα, η προσκόλληση στην εξασφάλιση της ζωής του, εξαιτίας των οποίων η ψυχή τού ανθρώπου γίνεται πιο στενάχωρη και ανασφαλής, του φαίνονταν τώρα σαν μια όλο και πιο αφύσικη εικόνα. Κι αν εξακολουθούσε τώρα να αγαπάει όπως πρώτα τις μέλισσες, αν συνέχιζε να θαυμάζει όλο και πιο έκπληκτος την λαμπρά καλλιεργημένη ακρίβεια των τεχνικών και κοινωνικών τους μηχανισμών κι αν όπως παλιά συνέχιζε να απολαμβάνει το να διεισδύει με το επιδέξιο χέρι του σ' αυτόν το μηχανισμό ακριβείας ώστε τα μικρά τούτα όντα να μην τρομάξουν, αλλά αντίθετα να προσαρμόσει τη δραστηριότητά του στη δική τους, όμως ανακατευόταν παρ' όλα αυτά σ' αυτήν την αγάπη ένα είδος περιφρονητικού οίκτου για τον μελισσοκόμο, για τούτο το σύμβολο της αστικής προνοητικότητας, του αστικού αγώνα για την εξασφάλιση, της αστικής πειθαρχίας, του αστικού αποταμιεύειν, και του φαινόταν, όπως άλλωστε και για κάθε οικόσιτο ζώο, πως το
αφύσικο είχε εισβάλει μέσα στο φυσικό. Όμοια αισθήματα έτρεφε και απέναντι στους χωρικούς, με τους οποίους ερχόταν σε επαφή και των οποίων η άπληστη τάση να κατέχουν τον γέμιζε με αποστροφή, ανεξάρτητα από την εκτίμησή του για την αγροτική ζωή. Συχνά σκεφτόταν πως μόνο ο τεχνίτης, όπως ένιωθε τον εαυτό του, ήταν στ' αλήθεια απελευθερωμένος από τη φιλοκτημοσύνη, πως ούτε καν ο δεμένος με τη γη αγρότης και πολύ περισσότερο ο ασχολούμενος με το εμπόριο αστός ή ακόμα κι ο εξορισμένος στα εργοστάσια εργάτης δεν θα μπορούσε να εξυψωθεί έως την αποδέσμευση της φυσικής δραστηριότητας, επειδή μόνο αυτός, συνεχίζοντας κατά κάποιον τρόπο το έργο του Θεού, φτιάχνει με τα χέρια του το καινούργιο, για να μπορέσει την έκτη μέρα να το κρίνει ως καλό, και πως ως εκ τούτου μόνον ο τεχνίτης είναι στ' αλήθεια ικανός να δεχθεί τη φύση του Θεού και να τη δοξάσει.
Και μερικές φορές συλλογιζόταν πως ο Θεός έστελνε τον πληθωρισμό για να εξολοθρεύσει τα εργοστάσια και το εμπόριο, να τα εξαλείψει από προσώπου γης, ώστε να ανταποκριθεί στη βούληση του δημιουργού ένας απελευθερωμένος από το χρήμα κόσμος από τεχνίτες και ολιγαρκείς αγρότες, από του νυν και έως του αιώνος. Ασφαλώς δεν πίστευε κάτι τέτοιο, όμως του άρεσε να το φαντάζεται έτσι.
Με τον τρόπο αυτό έγινε προϊούσης της ηλικίας όχι περισσότερο πιστός, τουλάχιστον όχι πιο πιστός όπως το αντιλαμβάνεται η εκκλησία, πλην όμως στράφηκε περισσότερο στο Θεό. Και τα μάτια του άνοιγαν κι έβλεπαν όλο και πιο πολύ τον απέραντο κόσμο του Δημιουργού. Όταν περπατούσε με τις ώρες πέρα στα χωράφια, τραγουδούσε. Δεν τραγουδούσε άλλο τα λαϊκά τραγούδια που κάποτε έλεγε με τη γυναίκα του, κι ακόμα λιγότερο τραγουδούσε πασίγνωστες άριες ή ας πούμε τραγούδια της μόδας και κούφια κομμάτια της τζαζ, που τώρα λέγονταν απ' όλα τα στόματα ακόμα και από εκείνα των κοριτσιών του χωριού. Μόνο οι τυφλοί τραγουδούν τα τραγούδια που έχουν μάθει. Όμως αυτός που βλέπει (ακόμα κι αν απ' τα πολλά που βλέπει τυφλωθεί στο τέλος, ιδίως τότε) τραγουδά ό,τι είναι αντικείμενο της όρασης, τραγουδά τα διαρκώς ανανεούμενα φαινόμενα της ζωής, τραγουδά το καινούργιο, και για το λόγο αυτό τραγουδά τον ίδιο του τον εαυτό. Μόνο αυτός που βλέπει πραγματικά, τραγουδά πραγματικά. Κι ο,τιδήποτε ακούγεται στο τραγούδι του οδοιπόρου, ο βόμβος των μελισσών έως κάτω στο ζουζούνισμα του μπούρμπουλα κι ως πάνω στους απαλούς, μεταλλικούς αλαλαγμούς χαράς του κορυδαλλού, δεν είναι ποτέ μια απομίμηση ήχων, αλλά είναι αντίθετα τα ιδωμένα σμάρια των μελισσών, τα ιδωμένα ύψη των κορυδαλλών και ακόμα πιο πέρα: είναι το αόρατο στο ορατό που έγινε ήχος. Αυτό ήταν το τραγούδι του γέρου. Ο ίδιος ήταν αυτό το τραγούδι, γιατί τραγουδούσε ο,τιδήποτε έβλεπε κι ό,τι είχε ως τότε δει.
Με το αόρατο δηλαδή, ο άνθρωπος κατορθώνει να φτάσει στο έσχατο όριο της ικανότητάς του να βλέπει: σ' αυτό του έχει δοθεί να νιώθει το ζωντανό στο άψυχο, το ζωντανό στη δήθεν νεκρή ύλη, μια όραση που νιώθει. Το χέρι τού τεχνίτη καθοδηγείται από ευαίσθητη παρατήρηση όταν δίνει στο υλικό του μια ζώσα μορφή, ώστε η ζωή του να γίνει πραγματικά ορατή στο μάτι. Αυτή είναι η εξομοίωση τού τεχνίτη με το Θεό, και λιγότερο, αλλά ίσως και ακόμα πιο προφανής αυτή του καλλιτέχνη, πιο προφανής επειδή η εκ μέρους του παρατήρηση τής μυστικά στο άψυχο επενεργούσας ζωής είναι περισσότερο εκτενής και - με μια σχεδόν ανεπαίσθητη ένταση - έχει κυριεύσει ολόκληρο το είναι του, ολόκληρη την προσωπικότητά του. Και για το λόγο ακριβώς αυτόν το τραγούδι, η μουσική, μπορεί να πάει ακόμα πιο πέρα, μπορεί και πρέπει να δεχθεί το ήδη ορατό, το ήδη φανερωμένο και μορφοποιημένο για να του αφαιρέσει τα τελευταία κατάλοιπα της νέκρας και να συνθέσει απ' αυτό μια σφύζουσα ζωή, ένα τραγούδι ορατό πέρα από ο,τιδήποτε ακούνε τ' αυτιά. Ω, μάτι του ανθρώπου, ζωή αφ' εαυτής, καρπέ δημιουργίας, ζωή μεστωμένη! Είναι στο μάτι που η δημιουργία απέχει το πιο πολύ από το άψυχο κι ωστόσο ζωηφόρο χώμα, από το οποίο πήρε τη μορφή του είναι το μάτι που βρίσκεται το πιο κοντά με την πράξη τής δημιουργίας, στην οποία οφείλει την ύπαρξή του, που την έκτη μέρα κρίθηκε ως «καλόν» και εφοδιάστηκε το ίδιο με τη δωρεά της δημιουργίας, ώστε να κρίνει και το ίδιο το έργο του ως «καλόν», το μάτι στο οποίο ανατέθηκε η αδέκαστη κρίση πάνω σε κάθε ανθρώπινη γνώση, ανατέθηκε η απόφαση για τις δικές του πράξεις δημιουργίας, είτε αυτές των αριθμών, είτε αυτές της τέχνης, η λυδία λίθος και των δύο· στο μάτι συμπυκνώνεται το ανθρώπινο του ανθρώπου, κι εδώ έγκειται η ανάπαυσή του αφού με την ικανότητα του ματιού να γνωρίζει, έγινε αυτός δημιουργός. Αγιοσύνη του ματιού, κι ωστόσο μόνο μια αγιοσύνη – ηχώ! Επειδή η πράξη δημιουργίας του ανθρώπου λειτουργεί σαν ηχώ, μόνο με την εικόνα αποδίδει τη ζωή που αισθάνεται, και ο άνθρωπος, γνωρίζοντας τον εαυτό του στο μάτι, κρίνοντας με το μάτι τον εαυτό του και τα έργα του ως «καλά» αντιποιείται μιαν αμεσότητα που δεν διαθέτει. Γίνεται στο μάτι ματαιόδοξος και επιστρέφει στη νέκρα, χάνει τη δωρεά τού να νιώθει τη ζωή και οι πράξεις του καταντούν μια απλή ανασκαφή της νεκρής ύλης, γίνεται ένα κακέκτυπο, μια κενή κακότητα. Η κίβδηλη απομίμηση του Θεού, η κενότητα και κακότητά της, αυτός είναι ο κίνδυνος του καλλιτέχνη κι όχι τόσο, καθόλου τόσο πολύ αυτός του τεχνίτη, του οποίου η αίσθηση της ζωής παραμένει περιορισμένη στο έργο των χεριών του και σχεδόν συμβαίνει ο καλλιτέχνης, όσο πιο πολύ γίνεται δημιουργός, τόσο πιο πολύ να πρέπει να επιστρέψει στο περισσότερο σεμνό πεδίο της χειροτεχνίας ώστε να επιτύχει κάποτε το μεγάλο του έργο.
Και τούτο ακριβώς έμαθε κι αυτός, που μ' όλο του το ύψος κι όλο του το τραγούδι διέσχιζε την περιοχή πέρα δώθε κι απολάμβανε τον άνεμο.
Παλιά ναι, παλιά έμπαινε συχνά μέσα σε μια εκκλησία, όταν ακουγόταν από την ανοιχτή της πόρτα ο ήχος του εκκλησιαστικού οργάνου, κι αυτός τραγουδούσε μαζί του δυνατά όταν του άρεσε το τροπάριο. Αλλιώς σιωπούσε. Παρατηρούσε και τις εικόνες πάνω από την Αγία Τράπεζα και αν του άρεσε κάποια ήταν ικανός να κάθεται να την κοιτάζει ώρα πολλή· τις κακότεχνες ούτε που τις πρόσεχε. Κι αν ήταν να πάει σε συναυλίες ή σε μουσεία ή στο θέατρο δεν θα είχε φερθεί διαφορετικά. Όπως ακριβώς ήξερε για κάθε γραφίδα αν επρόκειτο για σωστή δουλειά ή ήταν ένα απλώς προορισμένο για το εμπόριο προϊόν εργοστασίου, έτσι ήξερε και τώρα με την πρώτη ματιά να ξεχωρίζει το καλό και το γνήσιο και ν' απορρίπτει τ' άχρηστα κακέκτυπα. Ο χωρικός, μολονότι είναι κάποτε ικανός να φτιάξει ένα έργο τέχνης, δεν έχει αυτή την ευχέρεια του να ξεχωρίζει, και μάλιστα δείχνει μια κάποια προτίμηση για το γλυκανάλατο και το κιτς, και ο αστός έμπορος έχει ανάγκη τον ειδικό, ο οποίος κατά κανόνα, με μεγαλύτερη ή μικρότερη αποτυχία, του μαθαίνει να βλέπει το καλλιτέχνημα, ενώ αυτός που κατέχει με το μυαλό και τα χέρια του το φυσικό αισθητήριο για τη χειροτεχνία, είναι σχεδόν ο μόνος που έχει άμεση πρόσβαση στη ζωντάνια του καλλιτεχνήματος και μπορεί χωρίς πολλή σκέψη να το απολαμβάνει. Έτσι έγινε κάποτε και μ' αυτόν, όμως αυτά πέρασαν τώρα του είχαν γίνει αδιάφορα και του γίνονταν όλο και πιο αδιάφορα. Κανένα εκκλησιαστικό όργανο δεν κατάφερνε πια να τον δελεάσει στην εκκλησία, τίποτα απ' αυτά δεν τον προσήλκυε στο να ακούσει ή να προσέξει, και μάλιστα απέφευγε να βλέπει ή να ακούει, επειδή είχε αντιληφθεί πως ο ρόλος της τέχνης είναι να αποτελεί απλώς την ηχώ και την ενδιάμεση αυτή λειτουργία δεν τη δεχόταν αυτός δεν είχε ανάγκη κάποιου διαμεσολαβητή. Απορρίπτοντας όλα αυτά από τη ζωή του, φτώχαινε, για να γίνεται πιο πλούσιος. Και πλησιάζοντας καθημερινά την αμεσότητα της ζωής, πλησίαζε και τη γνώση για το θάνατο, ο οποίος γίνεται περισσότερο αισθητός μόνο στο πιο άμεσο. Για το λόγο αυτό τραγουδούσε, τραγουδούσε στη μοναξιά μόνο για τον εαυτό του, ποτέ μπροστά σε άλλους, ποτέ για χάρη των άλλων: κάθε τρίτος θα άκουγε το τραγούδι της ζωής, μόνο το έμμεσο δηλαδή και όχι την έσχατη πραγματικότητα, τη στιγμή που αυτός, βαθειά μέσα του, άκουγε το σιγοντάρισμα του θανάτου, ένα μυστικό που δεν του επιτρεπόταν να απεμπολήσει. Αν είχε την ικανότητα να κάνει το τραγούδι του νότες, ίσως θα το είχε κάνει στα παλιότερα, νεανικά του χρόνια, τώρα ασφαλώς όχι πλέον. Αυτός είχε ζήσει στη χειροτεχνία και πάντοτε - για τον ίδιο σχεδόν απαρατήρητο - στο κατώφλι των καλών τεχνών. Τώρα τα είχε ξεπεράσει και τα δυο - κι αυτό το παραπέρα το ένιωθε. Και μαζί τους είχε ξεπεράσει την έπαρση του τεχνίτη και την κενοδοξία του καλλιτέχνη. Κάποτε ήταν υπερήφανος για τις πένες του, για τους ακριβέστατους διαβήτες του, τα γωνιόμετρα, τους χάρακες με τις πολλές κλίμακες μέτρησης. Το καινούργιο του Είναι όμως, η καινούργια του γνώση ήταν πιο πέρα απ' αυτά, ήταν μονάχα φυσικότητα. Ήταν επισκέπτης καθηγητής που μάθαινε στους άλλους τη μελισσοκομία, την κατασκευή και την συντήρηση των κυψελών, τη χρήση τεχνητών και φυσικών κηρήθρων, τη μεταφορά των σμηνών, την τοποθέτηση βασιλισσών, τη συγκέντρωση ενός χαμένου σμήνους, την επίδραση των φυτευμάτων των κήπων και των χωραφιών πάνω στα διαφορετικά είδη και στην ποιότητα του μελιού, και μάλιστα λόγω του ότι τα κατάλληλα φυτεύματα αν δεν εμποδίζουν, τουλάχιστον όμως περιορίζουν την εξαφάνιση των σμηνών. Για να τα διδάξει αυτά πήγαινε από κτήμα σε κτήμα, έτρωγε μαζί με τους χωρικούς, καθόταν τα βράδια στην αυλή μαζί τους κάτω απ' τη φλαμουριά και τους έλεγε ιστορίες για περιπέτειες με μέλισσες. Τους έλεγε για διαιρέσεις και μάχες ανάμεσα σε σμήνη, τους διηγόταν για την υπεράσπιση της μικρής οπής εισόδου στην κυψέλη, για τη γαμήλια πτήση της βασίλισσας και την εκτέλεση των κηφήνων, τους έλεγε για τη μυστική γλώσσα των μελισσών, με την οποία μεταδίδεται στο σμήνος η εντολή για την αναζήτηση των ευνοϊκών τοποθεσιών με τροφή, ώστε να τις φτάσουν πετώντας με ακρίβεια στη σωστή κατεύθυνση και από τον συντομότερο δρόμο, και τους έλεγε για την αυτοθυσία και την μέχρι θανάτου αυταπάρνηση των μελισσών.
Τα παιδιά τον αποκαλούσαν παππού, ο παππούς με τις μέλισσες. Κι αυτός τους έδειχνε μια μέλισσα να περπατά πάνω στο χέρι του, χωρίς να τον τσιμπά. Αυτή ήταν η δουλειά που έκανε, έτσι ήταν η κάθε του μέρα, αυτός ήταν ο ίδιος, χωρίς να θέλει να είναι άλλο. Αλλά για τα παιδιά, που του ήταν αφοσιωμένα και έσπευδαν να τον προϋπαντήσουν όταν εμφανιζόταν στο χωριό φορτωμένος στην πλάτη τον γυλιό του με τα εργαλεία της δουλειάς του και τα συμπράγκαλά του, για τα παιδιά ήταν κάτι παραπάνω, κάτι περισσότερο από ένας απλός μάγος των μελισσών. Όσο κι αν ξαφνιάζονταν για το ότι οι μέλισσες δεν του έκαναν κακό, ήξεραν παρ' όλα αυτά ταυτόχρονα πως δεν υπήρχε πια απολύτως τίποτα που να μπορούσε να τον βλάψει. Ήταν άτρωτος απέναντι στις μέλισσες κι απέναντι στον κόσμο και ίσως ήταν κιόλας άτρωτος απέναντι στο θάνατο. Αυτό το διαισθάνονταν, το ήξεραν. Μάλιστα άρχισαν να το αντιλαμβάνονται ακόμα και οι μεγάλοι, έστω και πιο αργά απ' ό,τι τα παιδιά και μάλλον έχοντάς το κολλήσει από τα παιδιά. Εάν ο γέρος, που δεν ήθελε να έρθει σε σύγκρουση με το γιατρό και τον κτηνίατρο, δεν το είχε από σύνεση αρνηθεί, θα τον φώναζαν στο χωριό για κάθε ζώο και για κάθε άνθρωπο που θ' αρρώσταινε και ίσως να θεράπευε και τα μεν και τους δε. Επειδή η δύναμη της αρρώστειας, προερχόμενη από το βασίλειο του θανάτου θραύεται από τον οποιονδήποτε που με τη δύναμη του τραγουδιού του απέκτησε εξοικείωση με το θάνατο κι έγινε ένας καλός γείτονας του θανάτου, ώστε ο ίσκιος του, ο ίσκιος της κυριαρχίας του επί του θανάτου να φτάνει από εκεί ως εδώ πέρα, ως τη γη των ανθρώπων, των παιδιών και των ζώων. Τον έβλεπαν σαν κάποιον που έρχεται από την άλλη όχθη, τον έβλεπαν σαν ένα τμήμα του δάσους, των ποταμών, των λόφων, σαν ένα κομμάτι της φύσης, σαν ένα κομμάτι του θανάτου, ο ίδιος κιόλας μια ιαματική φύση, ο ίδιος κιόλας ένας ιαματικός θάνατος. Σε λίγο δεν τον ρώταγε κανείς πια από πού ερχόταν δίσταζαν να ρωτήσουν, δίσταζαν εξαιτίας της μεγάλης απόστασης που τον περιέβαλε. Τους απέφευγε κι αυτός. Τους μίλαγε για το χτεσινό, το προχθεσινό του κατάλυμα, τους έλεγε για το γειτονικό χωριό, πώς ήρθε από εκεί.
Παρ' όλα αυτά δεν μπορούσε να αποκρύψει την απόστασή του. Του επιβαλλόταν εξαιτίας και της δυσθυμίας που τον καταλάμβανε όταν σκεφτόταν την επιστροφή του στο σπίτι. Τα χρονικά διαστήματα της παραμονής του μακριά από το σπίτι γίνονταν ολοένα και πιο μακρά κι όλο βραχύτερα τα διαλείμματα ξεκούρασης που περνούσε στην αστική κατοικία, την οποία είχε ξεμάθει. Ίσως να φοβόταν και να ανησυχήσει τη Μελίττα την αγαπούσε σαν παιδί του, όμως δεν ήταν σάρκα και αίμα του και αυτή τώρα ήταν μια σχεδόν ώριμη νέα γυναίκα. Όμως πολύ περισσότερο φοβόταν πως ο αλλόκοτος χαρακτήρας του θα μπορούσε να στρέψει τη ζωή μιας τόσο νεαράς κι ακόμη ανασφαλούς ύπαρξης επίσης στο παράδοξο, ένας κίνδυνος τον οποίον έπρεπε ν' αποτρέψει. Όταν ετοιμαζόταν, μετά από σύντομη παραμονή του να ξαναφύγει, κι αυτή τον παρακαλούσε να μην βιάζεται έτσι πάντοτε, αυτός γελούσε:
«Το γέρικο βόδι και το νεαρό μοσχαράκι δεν κάνουν χωριό μαζί», και εν ριπή οφθαλμού της έδινε δυο δυνατά φιλιά στο μάγουλο και έβγαινε από την πόρτα. Αργότερα δεν επέτρεπε καν να φθάσουν σ' έναν τέτοιον αποχαιρετισμό, αλλά απλώς εξαφανιζόταν στέλνοντας με το ταχυδρομείο τον χαιρετισμό του. Όμως όταν βρισκόταν μετά από λίγο έξω από την πόλη, τότε ανέπνεε με ανακούφιση. Το σπίτι του δεν ήταν πια εκεί, δεν είχε κανένα σπίτι, καμιά στέγη πια: δεν υπήρχε άλλη λύση κι όταν έκανε άσχημο καιρό, έπρεπε τότε να διανυκτερεύσει σ' αυτό ή σ' εκείνο το χωριό, σε τούτον ή στον άλλον χωρικό. Ωστόσο, όταν αυτό αποδεικνυόταν έστω και ελάχιστα εφικτό, τότε κοιμόταν στο ύπαιθρο, ξαπλωμένος πάνω στη διαπλοκή της ζωής με το θάνατο, που εισχωρούσε μέσα στον ύπνο του. Κι όταν άφηνε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας ή στα χαράματα ελεύθερο το θαυμασμό της ψυχής του να εκτείνεται ως το στερέωμα του ουρανού ή να πιάνει τα μηνύματα της ήρεμης γης, τότε γινόταν ο ίδιος ουράνια και ήρεμη αίσθηση του παντός, ο ίδιος γινόταν το παν που πληροί τον κόσμο και πληρούται απ' αυτόν: τα πετρώματα κάτω από τα πόδια του και τα οστά στο σώμα του γίνονταν ένα με το ψυχρό φέγγος των άστρων. Συνδέονταν μαζί του, συνδέονταν με την ετοιμότητα για ζωή της άψυχης ύλης, ενόσω η πολυμορφία των όντων τριγύρω και μαζι της και αυτή του εαυτού του, της δικής του ζωντανής σάρκας, της δικής του ζωντανής καρδιάς μαζί με τους παλμούς της, φανέρωνε την ετοιμότητά τους να επιστρέψουν στο άψυχο, κι αυτή η ατέλειωτα έντονη ανταλλαγή ανάμεσα στους πόλους του ζωντανού και του άψυχου αποδεικνυόταν ως το Άμεσο κατ εξοχήν, ως το βαθύτερο φαινόμενο παλίρροιας και αμπώτιδος του παντός, ως η αμεσολάβητη ιερότητα της διάρκειας που πηγάζει από την ατέλειωτη εναλλαγή θανάτου και ζωής, ως η ιερότητα της αμεσολάβητης απόστασης που δέχεται εντός της τους ανθρώπους, όταν αυτοί τής υποτάσσονται ανεπιφύλακτα. Αυτός όμως της είχε υποταχθεί και το ξύπνημά του ήταν γνώση της ιερής απόστασης, μέσα στην οποία βρισκόταν. Ήταν κάποτε τεχνίτης, και τώρα ήταν ένας επισκέπτης καθηγητής. Όμως όταν περιδιάβαινε τραγουδώντας την περιοχή, ένας πανύψηλος γίγαντας με λευκή γενειάδα και λευκά μαλλιά, τότε η απόσταση τον τύλιγε σαν ιερό χιτώνιο κι αυτός παρέμενε άτρωτος στις μέλισσες, άτρωτος στη ζωή και άτρωτος στο θάνατο.


Hermann Broch
0ι Αθώοι
Μετάφραση Νίκος Λίβος
Εκδόσεις Κριτική 1989

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2020

Η ΓΟΡΓΟΝΑ – ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ


Μὲ τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση ἀρμένιζα μισοκάναλα ἐκείνη τὴ νύχτα. Σπάνια νύχτα! πρώτη καὶ τελευταία θαρρῶ στὴ ζωή μου. Τί εἴχαμε φορτωμένο; Τὶ ἄλλο ἀπὸ σιτάρι. Ποῦ πηγαίναμε; Ποῦ ἀλλοῦ ἀπὸ τὸν Πειραιά. Πράματα καὶ τὰ δυὸ ποὺ τὰ ἔκαμα τὸ λιγώτερο εἴκοσι φορές. Μὰ ἐκείνη τὴ βραδιὰ ἔνιωθα τέτοιο πλάκωμα στὴν ψυχὴ, ποὺ κινδύνευα νἀ λιγοθυμήσω. Δέν ξέρω τί μοῦ ἔφταιγε· θἐς ἡ γαληνεμένη θάλασσα, θὲς ὁ ξάστερος οὐρανός, θὲς τὸ τσουχτερὸ λιοπύρι· δὲν μπορῶ νὰ εἰπῶ. Μὰ εἶχα τόσο βαριὰ τὴν ψυχή, ἤβρεσκα τόσο σαχλοπλημμυρισμένη τὴ ζωή, ποὺ ᾶν μὲ ἅρπαζε κανεὶς νὰ μὲ ρίξη στὸ νερὸ, «ὄχι!» δὲ θά  ̓λεγα.
Ὁ ἥλιος ἦταν τώρα βασιλεμένος. Τὰ χρυσοπόρφυρα συγνεφάκια, ποὺ συντρόφευαν τὸ βασίλεμά του, σκάλωσαν κάπου μαῦρα σὰν μεγάλες καπνιές. Ὁ Ἀποσπερίτης ἔλαμψε κρυσταλλόχιονο μέσα στὰ σκοῦρα. Φάνηκαν ψηλὰ οἱ ἀστερισμοὶ ἕνας κι ἕνας. Τὰ νερὰ κάτω πῆραν ἐκεῖνο τὸ λευκοσκότεινο χρῶμα, τὸ κρύο καὶ λαχταριστὸ τοῦ ἀτσαλιοῦ. Τὸ ναυτόπουλο ἄναψε τὰ φανάρια· ὁ καπετάνιος κατέβηκε νὰ κοιμηθῆ· ὁ Μπούλμπερης ἔκατσε στὸ τιμόνι. Ὁ Μπραχάμης, ὁ σκύλος μας, κουλουριάστηκε στὴ ρίζα τοῦ ἀργάτη νὰ ἡσυχάση καὶ κεῖνος.
Ἐγὼ οὔτε νὰ ἡσυχάσω μποροῦσα. Οὔτε ὕπνο οὔτε ξύπνο. Δοκίμασα νὰ πιάσω κουβέντα μὲ τὁν τιμονιέρη· μὰ εἶχε τόση ἀνοστιά, ποὺ ἔσβησε σὰν φωτιὰ ἀναμμένη μὲ χλωρόξυλα. Πῆγα νὰ παίξω μὲ τὸ Μπραχάμη· ἀλλὰ καὶ κεῖνος τρύπωσε ἀκόμη περισσότερο τὸ μουσούδι στὰ πόδια του καὶ βαριεστημένος γρίνιασε, σὰν νὰ μοῦ ἔλεγε: - Ἄφησέ με καὶ δὲν ἔχω τὴν ὅρεξή σου! Τότε βαριεστισμένος κι ἐγὼ πῆγα καὶ ξαπλώθηκα προύμυτα καταμεσὶς κι ἔκλεισα στὴ χούφτα τὰ μάτια μου. Ἤθελα νὰ μὴ βλέπω τίποτα, νὰ μὴν αἰσθάνωμαι πὼς ζῶ. Καὶ λίγο λίγο σχεδὸν τὸ κατόρθωσα. Κάτι ἐλάχιστο, σὰν θαμπὸ καντηλάκι, ἔνιωθα νὰ ζῆ μέσα μου καὶ γύρω τὸ κορμί μου νὰ σμίγη καὶ νὰ χωνεύη μέσα στ’ ἀναίσθητα σανίδια τῆς κουβέρτας.
Πόσο ἔμεινα ἔτσι δὲν ξέρω. Τὶ μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ, κι ἄν μοῦ ἦρθε τίποτα, δὲ θυμοῦμαι. Ἄξαφνα ὅμως ἄρχισα ν’ ἀνατριχιάζω· σὰν κάποιος μαγνήτης νὰ ἐρεθίζη τὰ νεῦρα μου, ὅπως ἡ ὑγρασία ἀναγκάζει τὰ πουλιὰ στὸ φλυάρισμα. Κι εὐθὺς προρφυρὸ κῦμα χύθηκε ἀπάνω μου. Πίστεψα πὼς κολυμποῦσα στὰ αἵματα. Καὶ ὅπως ὁ κοιμάμενος σὲ σκοτεινὸ δωμάτιο αὐτόματα ξυπνᾶ στὸ λαμπρὸ φῶς τῆς ἡμέρας, κι ἐγὼ ἄνοιξα τὰ μάτια μου. Τ’ ἄνοιξα ἢ τά  ̓κλεισα δὲ θυμοῦμαι. Θυμοῦμαι μόνο πὼς ἔμεινα ἀκίνητος. Πρώτη μου σκέψη ἦταν πὼς ξύπνησα στὸ στομάχι κάποιου ψαριοῦ, ποὺ ρούφηξε τὸ καράβι μας. Κι ὅμως δὲν ἦταν στομάχι ψαριοῦ. Ἦταν ὸ οὐρανὸς ψηλὰ καὶ κάτω ἡ θάλασσα.
Μὰ ὅλα, ψηλὰ καὶ χαμηλά, στρωμένα ἦταν μὲ ροῦχο κατακόκκινο, κυματιστό, ποὺ ἔβαφε μὲ ἁβρὸ φεγγοβόλημα ὡς καὶ τὸ σωτρόπι τῆς σκάφης μας. Κάπου στὰ πέρατα τῆς γῆς πυρκαγιὰ τίναζε τὴ λαμπάδα της ψηλὰ κι ἔρριχνε φοβεροὺς ἀποκλαμοὺς πέρα δῶθε. Μὰ ποῦ τὸ κάμα καὶ ποῦ ἡ ἀθάλη της; Καὶ τὰ δυὸ ἔλειπαν.
Κάτω στὰ βάθη τοῦ βοριᾶ κάποιο μενεξεδένιο σύγνεφο ἄπλωσε καὶ τύλιξε γαλαζόχρωμα τ ἀστέρια, τὰ ἔκρυψε κάτω ἀπὸ τὸ πυκνὸ μαγνάδι του. Καὶ παραπάνω τόξο ἁπλώθηκε λευκοκίτρινο κι ἔχυσε μεσούρανα ποτάμια σκοτεινὰ καὶ ποτάμια πράσινα, χρυσορόδινα καὶ γλαυκά, λὲς καὶ ἤθελε νὰ βάψη τὸ στερέωμα. Καὶ τὸ τόξο, κινητὸ σὰν ἀνεμόδαρτο παραπέτασμα, κουνοῦσε τὰ κρόσια ἐμπρός, ἅπλωνε τὶς ἀραχνοΰφαντες δαντέλες του καὶ πρόβαινε, ὅπως ἡ πλημμύρα προβαίνει καὶ σκεπάζει μὲ ἀφροὺς καὶ γλῶσσες τὴν ἀμμουδιά. Τ’ ἀέρινα ποτάμια ἔτρεχαν γοργὰ καὶ φούσκωναν καὶ κυλοῦσαν πάντα σκοτεινὰ ἢ πράσινα, χρυσορόδινα ἤ γλαυκά, καὶ σκόρπιζαν ἀντιφεγγίσματα ὁλοῦθε σὰν ἠλεκτρικοῦ προβολὲς χοντρὲς καὶ ἀδαπάνητες. ̔Η θάλασσα ἀκίνητη ἀντανακλοῦσε τὰ τόσα χρώματα καὶ φαίνονταν ὅλα ξαφνιασμένα μέσα στὴν τόση λάμψη. Μὰ περισσότερο ξαφνιασμένος ἡμουν ἐγώ. Δὲν ἤξερα τὶ νὰ κάμω καὶ τὶ νὰ συλλογιστῶ. Ἔφτασε, εἶπα, τοῦ κόσμου ἡ συντέλεια. Τέτοια ὅμως συντέλεια μποροῦσε νὰ εὐχαριστήση τὸν καθένα. Ἡ Γῆ βούλεται νὰ πεθάνη μέσα στὰ ροδοκύματα!..…
Ἄξαφνα ἀνατρόμαξα. Κάτω βαθιά, μεσ’ ἀπὸ τὸ μενεξεδένιο σύγνεφο εἶδα νὰ προβαίνη ἴσκιος πελώριος. Ἡ χοντρὴ κορμοστασιά, τὸ πυργογύριστο κεφάλι του, φάνταζαν Ἀγιονόρος. Τὰ δυό του μάτια γύριζαν φωτεινοὺς κύκλους κι ἔβλεπαν περήφανα τὸν κόσμο, πρὶν τὸν κλωτσήσουν στὴν καταστροφή. Νάτος, εἶπα, ὁ θεόσταλτος ἄγγελος, ὁ χαλαστὴς καὶ σωτήρας! Τὸν ἔβλεπα κι εἶχα σύγκρυο στὴν ψυχή. Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ πρόσμενᾳ σφυρὶ νὰ πέση τὸ φριχτὸ χτύπημα. Πάει τώρα ἡ γῆ μὲ τοὺς κᾳρπούς, πάει κι ἡ θάλασσα μὲ τὰ ξύλα της! Οὔτε τραγούδια πλιὸ οὔτε ταξίδια!
Ἀλλὰ δὲν ἄκουσα τὸ χτύπημα.  ̔Ο ἲσκιος πρόβαινε στὰ νερὰ μὲ ἅλματα πύρινα. Κι ὅσο γρηγορώτερα προβαίνε, τόσο μίκραινε ἡ κορμοστασιά τοῦ. Καὶ ἄξαφνα ὁ θεότρομος όγκος, χιλιόμορφη κόρη στάθηκε ἀντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστη κορόνα φοροῦσε στὸ κεφάλι, καὶ τὰ πλούσια μαλλιά, γαλάζια χήτη, ἅπλωναν στὶς πλάτες ὡς κάτω στὰ κύματα. Τὸ πλᾳτὺ μέτωπο, τ’ ἀμυγδαλωτὰ μάτια, τὰ χείλη της τὰ κοραλλένια, ἔχυναν γύρᾳ κάποια λάμψη ἀθανασίας καὶ κάποια περηφάνια βασιλικὴ. Απὸ τὰ κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κι ἔσφιγγε τὸ κορμὶ ὁλόχρυσος θώρακας λεπιδωτὸς, και πρόβαλλε στὸ ἀριστερὸ τὴν ἀσπίδα κι ἔπαινε στὸ δεξὶ τὴ μακεδονικὴ σάρισα.
Δὲν εἶχα συνέρθει ἀπὸ τὴν ἀπορία καὶ φωνὴ γλυκιά, ημερη καὶ μαλακή, ἄκουσα νὰ μοῦ λέη:
- Ναύτη - καλεναύτη· ζῆ ὁ βασιλιὰς Ἀλέξαντρος;
Ὁ βασιλιὰς Ἀλέξαντρος! ψιθύρισα μὲ περισσότερη ἀπορία. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ζῇ ὁ βασιλιὰς Ἀλέξαντρος; Δὲν ἤξερα τί ρώτημα ἦταν ἐκεῖνο καὶ τί νὰ τῆς ἀποκριθῶ, ὅταν ἡ φωνὴ ξαναδευτέρωσε.
- Ναύτη - καλεναύτη· ζῇ ὁ βασιλιὰς Ἀλέξαντρος;
- Τώρα, κυρά μου! ἀπάντησα, χωρὶς νὰ σκεφτῶ. Τώρα βασιλιὰς Ἀλέξαντρος! οὔτε τὸ χῶμα του δὲν βρίσκεται στὴ γῆ.
Ὀιμέ! κακὸ ποὺ τό  ̓παθα!  ̔Η χιλιόμορφη κόρη ἔγινε μεμιᾶς φοβερὸ σίχαμα. Κύκλωπας βγῆκε ἀπὸ τὸ κῦμα κι ἔδειξε λεπιοντυμένο τὸ μισὸ κορμί. Ζωντανὰ φίδια τὰ μεταξόμαλλα σηκώθηκαν πέρα δῶθε, ἔβγαλαν γλῶσσες καὶ κεντριὰ φαρμακερὰ κι ἔχυσαν φοβεριστικὸ ἀνεμοφύσημα. Τὸ θωρακωτὸ στῆθος καὶ τὸ παρθενικὸ πρόσωπο ἄλλαξαν ἀμέσως. Τώρα καλογνώρισα μὲ ποιὸν εἶχα νὰ κάμω; Δὲν ἦταν ὁ Χάρος τῆς γῆς, ὁ χαλαστὴς καὶ σωτήρας ἄγγελος. Ἦταν ἡ Γοργόνα, τ’ Ἀλεξάντρου ἡ ἀδερφή ποὺ ἔκλεψε τὸ ἀθάνατο νερὸ καὶ γυρίζει ζωντανὴ καὶ παντοδύναμη.
Ἡ δόξα ἦταν τοῦ μεγάλου κοσμοκράτορα, ἀγέραστη κι αἰώνια σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Καὶ μόνο γιὰ κείνης τὸν ἐρχομὸ ἔχυσε ὁ Πόλος τὸ σέλας του, νὰ στρώση τὸν ἀθέρα μὲ τῆς πορφύρας τὸ χρῶμα. Δὲ ρωτοῦσε βέβαια γιὰ τὸ φθαρτὸ σῶμα, ἀλλὰ γιὰ τὴ μνήμη τοῦ ἀφέντη της. Καὶ τώρα στὴν ἄκριτή μου ἀπόκριση, μανιασμένη ἔρριξε τὸ χέρι, ἕνα δασοτριχωμένο καὶ βαρὺ χέρι, στὴν κουπαστή ἔπαιξε ζερβόδεξα τὴν οὐρά της κι ἔδειξε Ὠκεανὸ τὸ μαλακὸ Πόντο.
- Ὄχι, κυρά, ψέματα!.,, τρανοφώναξα μὲ λυμένα γόνατα.
Ἐκείνη μὲ κοίταξε αὐστηρὰ καὶ μὲ φωνὴ τρεμάμενη ξαναρώτησε:
- Ναύτη - καλεναύτη· ζῆ ὁ βασιλιὰς Ἀλέξαντρος;
- Ζῆ καὶ βασιλεύει· ἀπάντησα εὐθύς. Ζῆ καὶ βασιλεύει καὶ τὸν κόσμο κυριεύει.
Ἄκουσε τὰ λόγια μου καλά. Σὰν νὰ χύθηκε ἀθάνατο νερὸ ἡ φωνή μου στὶς φλέβες της, ἄλλαξε ἀμέσως τὸ τέρας κι ἔλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. Σήκωσε τὸ κρινάτο χέρι της ἀπὸ τὴν κουπαστή, χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας ἀπὸ τὰ χείλη της. Καὶ ἄξαφνα στὸν ὁλοπόρφυρον ἀέρα χύθηκε τραγούδι πολεμικό, λὲς καὶ γύριζε τώρα ὁ μακεδονικὸς στρατὸς ἀπὸ τὶς χῶρες τοῦ Γάγγη καὶ τοῦ Εὐφράτη.
Σήκωσα τὰ μάτια ψηλὰ κι εἶδα τ’ ἀέρινα ποτάμια, τὰ σκοτεινὰ καὶ τὰ πράσινα, τὰ χρυσορόδινα καὶ τὰ γλαυκά, νὰ σμίγουν στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ κάνουν στέμμα γιγάντιο. Ἦταν κάμωμα τοῦ καιροῦ ἤ μὴν ἦταν ἀπόκριση στὸ ρώτημα τῆς ἀθάνατης; Ποιός ξέρει; Μὰ σιγὰ - σιγὰ οἱ ἀχτίνες ἄρχισαν νὰ θαμπώνουν καὶ νὰ σβήνουν μιὰ μὲ τὴν ἄλλη, λὲς κι ἔπαιρνε τὰ κάλλη μαζί της ἡ Γοργόνα στὴν ἄβυσσο.
Τώρα οὔτε στέμμα οὔτε τόξο φαινόταν πουθενά. Κάπου – κάπου σκόρπια σύγνεφα ἔμεναν σταχτιὰ καὶ κάτωχρα· καὶ μέσα στὴν ψυχή μου θαμπὴ καὶ ξέθωρη ἡ πορφύρα τῆς πατρίδας μου.
Μὲ τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση ἀρμένιζα μισοκάναλα ἐκείνη τὴ νύχτα.


Ἀνδρέας Καρκαρβίτσας
Λόγια τῆς Πλώρης 1899

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020

Φαντασία σε Μωβ - Langston Hughes

 

Χτύπα τα τύμπανα της τραγωδίας για μένα

Χτύπα τα τύμπανα της τραγωδίας και του θανάτου

Κι ας ηχήσει απ’ το χορό ένα εξόδιο άσμα του κεραυνού

πνίγοντας το φτερούγισμα του επιθανάτιου ρόγχου

Χτύπα τα τύμπανα της τραγωδίας για μένα

Κι άσε λευκά βιολιά να σύρουν το λεπτό κι αργό μουρμούρισμά τους

Όμως φύσα μια εκκωφαντική νότα του ήλιου

στην τρομπέτα

να ‘χω μαζί μου

στο σκοτάδι

που πάω.


από το https://omniatv.com/853448745

Μετάφραση BlackCat

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2020

Ο μπαμπάς του Σιμόν - Guy de Maupassant


Είχε σημάνει κιόλας μεσημέρι. Η πόρτα του σχολείου άνοιξε και τα παιδιά όρμησαν σπρώχνοντας για να βγουν πιο γρήγορα. Αντί όμως να διαλυθούν αμέσως και να πάνε για φαγητό, όπως κάθε μέρα, στάθηκαν πιο πέρα, σχημάτισαν ομάδες και άρχισαν να ψιθυρίζουν.
Και όλα αυτά γιατί εκείνο το πρωί ο Σιμόν, ο γιός της Μπλανσότ, ήρθε στο σχολείο για πρώτη φορά.
Όλα είχαν ακούσει να μιλούν για την Μπλασότ στα σπίτια τους, και παρόλο που όλοι δημόσια την υποδέχονταν καλά, οι μητέρες τους ωστόσο της έδειχναν έναν οίκτο κάπως περιφρονητικό που πέρασε και στα παιδιά χωρίς να ξέρουν το γιατί.
Όσο για τον Σιμόν, δεν τον γνώριζαν, επειδή δεν έβγαινε ποτέ και δεν αλήτευε μαζί τους μες στους δρόμους του χωριού ή στις όχθες του ποταμού. ∆εν τον αγαπούσαν κιόλας, κι έτσι με κάποια χαρά ανάμεικτη με αρκετή έκπληξη δέχτηκαν και διέδωσαν ο ένας στον άλλο τα λόγια που είπε ένα αγόρι δεκατεσσάρων με δεκαπέντε χρονών, που φαινόταν να ξέρει πολλά, επειδή έκλεινε με νόημα το μάτι.
«Ξέρετε, ο Σιμόν ... να, δεν έχει μπαμπά.»
Ο γιός της Μπλανσότ έκανε κι εκείνος με τη σειρά του την εμφάνισή του στο κατώφλι του σχολείου.
Ήταν εφτά ή οχτώ χρονών. Ήταν χλωμούτσικος, πολύ καθαρός, φαινόταν συνεσταλμένος, σχεδόν αδέξιος.
Επέστρεφε στη μητέρα του, όταν οι ομάδες των συμμαθητών του, ψιθυρίζοντας πάντα και κοιτάζοντάς τον με βλέμματα μοχθηρά και σκληρά, παιδιών που σκέφτονται να πράξουν το κακό, τον περικύκλωσαν σιγά σιγά και κατέληξαν να τον εγκλωβίσουν. Στεκόταν εκεί, ανάμεσά τους, έκπληκτος και αμήχανος, χωρίς να καταλαβαίνει τι ήθελαν να του κάνουν.
Το αγόρι όμως που τους έφερε το νέο, κορδωμένο από τα όσα είχε πετύχει ήδη, τον ρώτησε:
«Πώς σε λένε;»
Εκείνος απάντησε: «Σιμόν.»
«Σιμόν, τι;» ξαναρώτησε ο άλλος.
Το παιδί επανέλαβε σαστισμένο: «Σιμόν.»
Το αγόρι του φώναξε: «Ονομάζεται κανείς Σιμόν και κάτι ακόμη ... δεν είναι όνομα αυτό ... Σιμόν.»
Κι εκείνος, έτοιμος να κλάψει, επανέλαβε για τρίτη φορά: «Με λένε Σιμόν.»
Οι αλήτες έβαλαν τα γέλια. Το αγόρι θριάμβευε και ύψωσε τη φωνή: «Το βλέπετε λοιπόν πως δεν έχει μπαμπά.»
Έπεσε μεγάλη σιωπή. Τα παιδιά μείνανε έκπληκτα από αυτό το εξαιρετικό, το απίθανο, το τερατώδες γεγονός – ένα αγόρι που δεν έχει μπαμπά. Τον κοίταζαν σαν να ήταν ένα φαινόμενο, μια αφύσικη ύπαρξη, και ένοιωθαν να μεγαλώνει μέσα τους η περιφρόνηση, ανεξήγητη μέχρι τότε, των μανάδων τους προς την Μπλανσότ.
Όσο για τον Σιμόν, είχε ακουμπήσει σ’ ένα δέντρο για να μην πέσει και στεκόταν εκεί σαν να τον είχε συγκλονίσει μια ανεπανόρθωτη καταστροφή. Προσπάθησε να εξηγηθεί. ∆εν μπορούσε όμως να βρει τίποτα για να τους απαντήσει και να διαψεύσει αυτό το φριχτό πράγμα, ότι δεν είχε μπαμπά. Στο τέλος, πελιδνός, τους φώναξε στην τύχη: «Ναι, έχω έναν.»
«Πού είναι;» ρώτησε το αγόρι.
Ο Σιμόν σώπασε· δεν ήξερε. Τα παιδιά γελούσαν με έξαψη.
Αυτά τα χωριατόπαιδα, που έμοιαζαν περισσότερο με ζώα, ένοιωθαν μια απάνθρωπη ανάγκη, όμοια με εκείνη που σπρώχνει τις κότες της αυλής να ξεκάνουν εκείνη ανάμεσά τους που έχει λαβωθεί. Ο Σιμόν διέκρινε ξαφνικά ένα γειτονόπουλο, το γιο μιας χήρας, που τον έβλεπε να κυκλοφορεί πάντα, όπως και ο ίδιος, μόνος με τη μητέρα του,
«Ούτε εσύ», είπε, «έχεις μπαμπά.»
«Ναι», απάντησε το άλλο, «και βέβαια έχω.»
«Πού είναι;» ρώτησε αμέσως ο Σιμόν.
«Πέθανε,» δήλωσε με αλαζονική έπαρση το παιδί, «είναι στο νεκροταφείο ο μπαμπάς μου.»
Ένας ψίθυρος επιδοκιμασίας διέτρεξε την αλητοπαρέα, λες και το γεγονός ότι ο νεκρός πατέρας που βρισκόταν στο νεκροταφείο έκανε σπουδαίο το σύντροφό τους και συνέτριβε τον άλλο που δεν είχε πατέρα. Και τα αλητόπαιδα αυτά, που οι πατεράδες τους ήταν οι περισσότεροι κακοί, μέθυσοι, κλέφτες και κακομεταχειρίζονταν τις γυναίκες τους, έσφιγγαν όλο και περισσότερο τον κλοιό γύρω του, λες και αυτοί, ο νόμιμοι, ήθελαν να πέσουν επάνω του και να τον πνίξουν αυτόν που ήταν παράνομος.
Ένα από αυτά, που βρισκόταν απέναντι στο Σιμόν, του έβγαλε ξαφνικά τη γλώσσα κοροϊδευτικά και του φώναξε: «∆εν έχεις μπαμπά! ∆εν έχεις μπαμπά!»
Ο Σιμόν τον άρπαξε με τα δυο του χέρια από τα μαλλιά και άρχισε να τον κλωτσάει στα πόδια, ενώ του δάγκωνε με λύσσα το μάγουλο. Έγινε ένα μεγάλο ανακάτεμα. Χώρισαν τους δυο μαχητές και ο Σιμόν βρέθηκε να είναι χτυπημένος, ξεσκισμένος, μωλωπισμένος, πεσμένος στο έδαφος στη μέση του κύκλου που σχημάτιζαν τα αλητόπαιδα και που χειροκροτούσαν. Καθώς ανασηκωνόταν, τινάζοντας μηχανικά με το χέρι την μπλούζα του που είχε λερωθεί από τη σκόνη, κάποιος του φώναξε: «Πήγαινε να το πεις στον μπαμπά σου.»
Τότε ένοιωσε κάτι πολύ σημαντικό να γκρεμίζεται μες στην καρδιά του. Εκείνοι ήταν δυνατότεροι από αυτόν, τον νίκησαν κι αυτός δεν μπορούσε να τους δώσει μιαν απάντηση, επειδή το ένοιωθε καλά ότι ήταν αλήθεια πως δεν είχε μπαμπά. Γεμάτος περηφάνια προσπάθησε για λίγο να παλέψει με τα δάκρυα που τον έπνιγαν. Ένοιωθε να ασφυκτιά. Έπειτα, χωρίς να βγάλει άχνα, άρχισε να κλαίει με μεγάλα αναφιλητά που τον τράνταζαν.
Τότε μια άγρια χαρά ξέσπασε ανάμεσα στους εχθρούς του και φυσικά, όπως συμβαίνει με τους άγριους στα φοβερά τους πανηγύρια, πιάστηκαν από το χέρι και άρχισαν να χορεύουν γύρω του, επαναλαμβάνοντας σαν επωδό: «∆εν έχεις μπαμπά! ∆εν έχεις μπαμπά!»
Ο Σιμόν όμως έπαψε ξαφνικά τα αναφιλητά. Τον τρέλανε η οργή. Υπήρχαν πέτρες κάτω από τα πόδια του, τις μάζεψε και τις εκσφενδόνισε με όλη του τη δύναμη επάνω στους βασανιστές του. ∆ύο ή τρεις χτυπήθηκαν και σώθηκαν φωνάζοντας, κι εκείνος είχε πάρει ένα ύφος τόσο φοβερό που τους άλλους τους κατέλαβε πανικός. ∆ειλοί, όπως συμβαίνει πάντα με το πλήθος μπροστά σ’ έναν εξοργισμένο άνθρωπο, διαλύθηκαν βάζοντάς το στα πόδια.
Όταν έμεινε μόνο το παιδάκι που δεν είχε πατέρα, άρχισε να τρέχει προς τα χωράφια, επειδή μια ανάμνηση που του ήρθε στο νου το έκανε να λάβει μια μεγάλη απόφαση. Ήθελε να πνιγεί μες στο ποτάμι.
Θυμήθηκε, πράγματι, ότι οχτώ μέρες πριν ένας φτωχοδιάβολος που ζητιάνευε έπεσε μες στο νερό επειδή δεν είχε πια χρήματα. Ο Σιμόν ήταν παρών όταν τον ψάρεψαν και το καημένο ανθρωπάκι, που συνήθως του φαινόταν αξιοθρήνητο, βρώμικο και άσχημο, τον εντυπωσίασε με την ηρεμία του, τα χλωμά του μάγουλα, το μακρύ, βρεγμένο γένι του και τα ανοιχτά, ήρεμα μάτια του. Τριγύρω έλεγαν: «Είναι νεκρός». Κάποιος πρόσθεσε: «Είναι ευτυχισμένος τώρα.» Ήθελε και ο Σιμόν να πνιγεί επειδή δεν είχε πατέρα, όπως εκείνος ο φουκαράς που δεν είχε χρήματα.
Πλησίασε πολύ κοντά στο νερό και το κοίταζε που έτρεχε. Μερικά ψάρια έπαιζαν κινούμενα γρήγορα μέσα στο καθαρό ρεύμα του νερού και καμιά φορά έκαναν ένα μικρό άλμα και έχαφταν μύγες που πετούσαν στην επιφάνεια. Σταμάτησε να κλαίει για να τα δει, επειδή τα κόλπα τους τον ενδιέφεραν πολύ. Αλλά πότε πότε, όπως συμβαίνει με τις σύντομες νηνεμίες μιας καταιγίδας που τις διαδέχονται ξαφνικά δυνατές ριπές ανέμου κάνοντας να τρίζουν τα δέντρα και τελικά χάνονται στον ορίζοντα, η σκέψη που τον βασάνιζε του ξαναερχόταν στο νου και του προκαλούσε έναν δυνατό πόνο: «Θα πνιγώ, γιατί δεν έχω μπαμπά.»
Ο καιρός ήταν καλός και έκανε πολύ ζέστη. Ένας γλυκός ήλιος ζέσταινε τη χλόη. Το νερό έλαμπε σαν καθρέφτης. Και ο Σιμόν ζούσε στιγμές μακαριότητας, χαύνωσης τέτοιας που ακολουθεί τα δάκρυα και τον κυρίευε μεγάλη επιθυμία να αποκοιμηθεί εκεί, πάνω στη χλόη, μέσα στη ζέστη.
Ένας μικρός πράσινος βάτραχος πήδησε κάτω από τα πόδια του. Προσπάθησε να τον πιάσει. Του ξέφυγε. Τον ακολούθησε αλλά απέτυχε τρεις συνεχόμενες φορές. Τελικά τον έπιασε από τις άκρες των πίσω του ποδιών και άρχισε να γελά βλέποντας τις προσπάθειες που έκανε το ζώο για να το σκάσει. Συσπειρωνόταν στα μεγάλα του πόδια, έπειτα με μια απότομη διάταση τα ξεδίπλωνε ξαφνικά, άκαμπτα σαν δυο ξύλα, και ήταν το μάτι του ολοστρόγγυλο, περιβαλλόμενο από έναν χρυσό κύκλο, ενώ κουνούσε στον αέρα τα μπροστινά του πόδια σαν να ήταν χέρια. Αυτό του θύμισε ένα παιχνίδι φτιαγμένο από μικρά ίσια σανίδια καρφωμένα σε σχήμα ζιγκ-ζαγκ, που με μια παρόμοια κίνηση έκαναν τα στρατιωτάκια, που ήταν ζωγραφισμένα επάνω, να κινούνται. Τότε σκέφτηκε το σπίτι του, έπειτα τη μητέρα του και κυριευμένος από μεγάλη θλίψη ξανάρχισε να κλαίει. Ρίγη διαπερνούσαν τα μέλη του. Γονάτισε και προσευχήθηκε, όπως έκανε πριν πάει για ύπνο. ∆εν μπόρεσε όμως να αποτελειώσει την προσευχή του, επειδή του ήρθαν πάλι αναφιλητά με τέτοια πίεση και τέτοια ταραχή που τον κυρίευσαν ολόκληρο. ∆εν σκεφτόταν πλέον τίποτα, δεν έβλεπε πια τίποτε τριγύρω του και δεν έκανε άλλο από το να κλαίει. Ξαφνικά ένα βαρύ χέρι ακούμπησε στον ώμο του και μια μπάσα φωνή τον ρώτησε: «Τι σε στεναχωρεί, λοιπόν, τόσο, άνθρωπέ μου;»
Ο Σιμόν έστρεψε. Ένας μεγαλόσωμος εργάτης με γένια και μαύρα κατσαρά μαλλιά τον κοίταζε με στοργή. Απάντησε με δάκρυα στα μάτια κ’ έναν κόμπο στη φωνή: «Μ’ έδειραν ... επειδή ... δεν έχω ... δεν έχω ... μπαμπά...»
«Πώς κι έτσι;» είπε ο άντρας χαμογελώντας, «Όλοι έχουμε έναν.»
Το παιδί ξαναείπε με πόνο μέσα από τους σπασμούς που του προκαλούσε η θλίψη του: «Εγώ ... εγώ δεν έχω.»
Τότε ο εργάτης πήρε ύφος σοβαρό. Είχε αναγνωρίσει το παιδί της Μπλανσότ και, παρ’ όλο που ήταν καινούργιος στο χωριό, ήξερε μέσες άκρες την ιστορία του.
«Λοιπόν», είπε, «σκούπισε τα δάκρυά σου, αγόρι μου, και πάμε μαζί στη μαμά σου. Θα σου βρούμε ... έναν μπαμπά.»
Ξεκίνησαν και ο μεγάλος κρατούσε τον μικρό από το χέρι. Ο άντρας χαμογελούσε πάλι επειδή δεν θα τον πείραζε να δει την Μπλανσότ, που ήταν, υπόψη, ένα από τα ομορφότερα κορίτσια του χωριού κι εκείνος μπορεί κατά βάθος να σκεφτόταν ότι μια νέα που έσφαλε μια φορά θα μπορούσε να το ξανακάνει.
Έφτασαν μπροστά σ’ ένα σπιτάκι άσπρο και πεντακάθαρο.
«Εδώ είναι», είπε το παιδί και φώναξε: «Μαμά!»
Μια γυναίκα ξεπρόβαλε και ο εργάτης έπαψε ξαφνικά να χαμογελάει, επειδή κατάλαβε αμέσως ότι δεν μπορούσε ν’ αστειευτεί μ’ αυτή τη χλωμή, ψηλή κοπέλα που στεκόταν αυστηρή στην πόρτα της, σαν να ήθελε ν’ απαγορεύσει σ’ έναν άντρα να διαβεί το κατώφλι του σπιτιού, όπου κάποιος άλλος την είχε προδώσει. Φοβισμένος και κρατώντας στο χέρι το κασκέτο του, ψέλλισε:
«Ορίστε, κυρία, σας φέρνω το αγοράκι σας, που χάθηκε κοντά στο ποτάμι.»
Αλλά ο Σιμόν κρεμάστηκε από το λαιμό της μητέρας του και της είπε ξαναβάζοντας τα κλάματα:
«Όχι μαμά, ήθελα να πνιγώ, επειδή τα άλλα παιδιά με έδειραν ... με έδειραν ... επειδή δεν έχω μπαμπά.»
Μια έντονη κοκκινίλα σκέπασε τα μάγουλα της νεαρής γυναίκας και βαθιά πληγωμένη αγκάλιασε παράφορα το παιδί της, ενώ φευγαλέα δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό της. Ο άντρας, συγκινημένος, έστεκε εκεί και δεν ήξερε πώς να φύγει.
Όμως ο Σιμόν έτρεξε ξαφνικά προς το μέρος του και του είπε: «Θα θέλατε να γίνετε ο μπαμπάς μου;»
Έγινε μεγάλη σιωπή. Η Μπλανσότ, σιωπηλή και καταντροπιασμένη, ακουμπούσε στον τοίχο και είχε τα δυο της χέρια επάνω στην καρδιά της. Το παιδί, όταν είδε ότι δεν του απαντούσαν, ξαναείπε: «Εάν δεν θέλετε, θα ξαναπάω να πνιγώ.»
Ο εργάτης το εξέλαβε για αστείο και απάντησε γελώντας: «Ναι, και βέβαια το θέλω.»
«Πώς σε λένε;», ρώτησε τότε το παιδί, «για να ξέρω τι θα πω στους άλλους, όταν θελήσουν να μάθουν το όνομά σου;»
«Φιλίπ» απάντησε ο άντρας.
Ο Σιμόν έμεινε για λίγο σιωπηλός για να μπορέσει να απομνημονεύσει το όνομα, έπειτα άπλωσε τα χέρια, παρηγορημένος εντελώς, και είπε: «Εντάξει! Φιλίπ, είσαι ο μπαμπάς μου.»
Ο εργάτης σηκώνοντάς τον τον φίλησε αναπάντεχα και στα δύο μάγουλα και έφυγε αμέσως με μεγάλα βήματα.
Όταν το παιδί μπήκε στο σχολείο την άλλη μέρα ένα μοχθηρό γέλιο το υποδέχτηκε και στο σχόλασμα, όταν τα άλλα παιδιά θέλησαν να ξαναρχίσουν τα ίδια, ο Σιμόν τους πέταξε καταπρόσωπο λόγια σαν να τους πετροβολούσε: «Φιλίπ τον λένε τον μπαμπά μου.»
Κραυγές φρενίτιδας σηκώθηκαν από παντού: «Φιλίπ ποιος; ... Φιλίπ τι; ... Τι σημαίνει Φιλίπ; ... Πού τον βρήκες αυτόν τον Φιλίπ;»
Ο Σιμόν δεν απαντούσε και, ακλόνητος στην πίστη του, τους κοίταζε περιφρονητικά, έτοιμος να υποστεί πάλι το μαρτύριο παρά να το βάλει στα πόδια μπροστά τους. Ο δάσκαλος τον απελευθέρωσε κι εκείνος επέστρεψε στη μητέρα του.
Τρεις μήνες συνέχεια ο σωματώδης εργάτης Φιλίπ περνούσε συχνά εμπρός από το σπίτι της Μπλανσότ και μερικές φορές πήρε το θάρρος να της μιλήσει όταν την έβλεπε να ράβει κοντά στο παραθύρι της. Εκείνη του απαντούσε ευγενικά, πάντα σοβαρή, χωρίς να χαριεντίζεται μαζί του και χωρίς να τον αφήνει να μπει στο σπίτι της. Με κάποια έπαρση όμως, όπως όλοι οι άντρες, νόμιζε πως εκείνη συχνά κοκκίνιζε περισσότερο από το κανονικό όταν μιλούσε μαζί του.
Όταν όμως η αξιοπρέπεια ξεπέσει είναι επίπονο να ανακτηθεί και μένει πάντα εύθραυστη· έτσι όλοι
κουτσομπόλευαν την Μπλασότ στο χωριό, παρά τις επιφυλάξεις της.
Όσο για τον Σιμόν, εκείνος αγαπούσε πολύ τον καινούργιο του μπαμπά και έκανε περίπατο μαζί του σχεδόν κάθε απόγευμα, όταν τέλειωνε η εργάσιμη μέρα. Πήγαινε κανονικά στο σχολείο και περνούσε ανάμεσα από τους συμμαθητές του όλος αξιοπρέπεια, χωρίς να τους απαντάει ποτέ.
Μια μέρα όμως το παιδί που πρώτο του είχε επιτεθεί του είπε: «Είπες ψέματα, δεν έχεις κανένα μπαμπά που να τον λένε Φιλίπ.»
«Γιατί;» ρώτησε πολύ συγκινημένος ο Σιμόν.
Τα παιδιά έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Ο άλλος είπε πάλι: «Επειδή αν είχες μπαμπά, αυτός θα ήταν ο άντρας της μαμάς σου.»
Ο Σιμόν τα έχασε μπροστά στον σωστό συλλογισμό, παρ’ όλα αυτά απάντησε: «Είναι ο μπαμπάς μου, παρ’ όλα αυτά.»
«Μπορεί να είναι κι έτσι», είπε το αγόρι γελώντας σαρκαστικά, «δεν είναι όμως καθόλου ο μπαμπάς σου αυτός.»
Ο μικρός της Μπλανσότ έσκυψε το κεφάλι και κίνησε σκεφτικός για το σιδηρουργείο του μπάρμπα-Λουαζόν, όπου δούλευε ο Φιλίπ. Το σιδηρουργείο ήταν θαμμένο, λες, κάτω από τα δέντρα. Εκεί ήταν πυκνή η σκιά. Μόνο η κόκκινη λάμψη μιας δυνατής φωτιάς φώτιζε με μεγάλες ανταύγειες πέντε σιδεράδες με γυμνά μπράτσα που σφυροκοπούσαν επάνω στο αμόνι τους και έκαναν έναν φοβερό θόρυβο. Στέκονταν όρθιοι, αναψοκοκκινισμένοι σαν δαίμονες, με τα μάτια καρφωμένα στο πυρακτωμένο σίδερο που δούλευαν, και η βαριά τους σκέψη ανεβοκατέβαινε μαζί με τα σφυριά τους.
Ο Σιμόν μπήκε απαρατήρητος και πήγε να τραβήξει απαλά το μανίκι του φίλου του. Εκείνος γύρισε να δει. Ξαφνικά η δουλειά σταμάτησε και όλοι οι άντρες κοίταξαν προσεχτικά.
Τότε, μέσα στην ασυνήθιστη ησυχία, ακούστηκε η εύθραυστη φωνούλα του Σιμόν.
«Φιλίπ, το παιδί της Μισόντ μου είπε πριν από λίγο πως εσύ δεν είσαι ο μπαμπάς μου.»
«Γιατί αυτό;» ρώτησε ο εργάτης.
Το παιδί απάντησε με όλη του την αφέλεια. «Επειδή δεν είσαι ο άντρας της μαμάς μου.»
Κανείς δεν γέλασε. Ο Φιλιπ έμενε όρθιος ακουμπώντας το μέτωπό του στην ανάστροφη των μεγάλων του χεριών που κρατούσαν τη λαβή του σφυριού του, στερεωμένου επάνω στο αμόνι. Σκεφτόταν. Οι τέσσερεις σύντροφοί του τον κοιτούσαν και, μια σταλιά ανάμεσα σ’ αυτούς τους γίγαντες, ο Σιμόν ανήσυχος περίμενε. Ξαφνικά ένας από τους σιδεράδες, εκφράζοντας τη σκέψη και των άλλων, είπε στον Φιλίπ.
«Η Μπανσότ είναι μια καλή και τίμια κοπέλα, γενναία και αξιοπρεπής, παρά τη συμφορά που τη βρήκε. Θα μπορούσε να είναι μια γυναίκα άξια για έναν τίμιο άντρα.»
«Αυτό είναι αλήθεια», είπαν οι άλλοι τρεις.
Ο εργάτης συνέχισε: «Εκείνη φταίει που απέτυχε; Της υποσχέθηκε γάμο. Εγώ όμως γνωρίζω περισσότερες από μια που ο κόσμος τις σέβεται σήμερα κι ας έκαναν τα ίδια.»
«Αλήθεια είναι», απάντησαν και οι τρεις άντρες μαζί.
Ο άλλος ξαναείπε: «Ένας Θεός μόνο ξέρει πόσο μόχθησε η κακομοίρα για ν’ αναθρέψει μόνη το παιδί της, πόσο έκλαψε, πως δεν βγαίνει από το σπίτι παρά για να πάει στην εκκλησία.»
«Και αυτό είναι αλήθεια.» είπαν οι άλλοι.
∆εν ακουγόταν τίποτε άλλο παρά μόνο το φυσερό που κόρωνε τη φωτιά. Ο Φιλίπ στράφηκε απότομα προς τον Σιμόν: «Πήγαινε να πεις στη μαμά σου ότι θα έρθω απόψε να της μιλήσω.»
Έπειτα οδήγησε έξω το παιδί πιάνοντάς το από τους ώμους.
Επέστρεψε στη δουλειά του και τα πέντε σφυριά μαζί συνέχισαν με έναν ήχο το σφυροκόπημα των αμονιών. Χτυπούσαν έτσι το σίδερο μέχρι που νύχτωσε, ρωμαλέοι, ισχυροί, χαρούμενοι σαν ικανοποιημένα σφυριά. Όπως όμως η μεγάλη καμπάνα ενός καθεδρικού ναού αντηχεί τις γιορτινές ημέρες και καλύπτει τις κωδωνοκρουσίες από τις άλλες καμπάνες, έτσι και το σφυρί του Φιλίπ, κυριαρχώντας στο πανδαιμόνιο των άλλων, έπεφτε από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο, μ’ έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Κι εκείνος, με μάτια που έλαμπαν, σφυροκοπούσε με πάθος, όρθιος ανάμεσα στις σπίθες.
Ο ουρανός ήταν γεμάτος άστρα όταν πήγε να χτυπήσει την πόρτα της Μπλανσότ. Φορούσε το καλό του σακάκι, ένα καθαρό πουκάμισο και ήταν φρεσκοξυρισμένος. Η νεαρή γυναίκα πρόβαλε στο κατώφλι και του είπε με ύφος λυπημένο: «Κακώς ήρθατε νυχτιάτικα, κύριε Φιλίπ.»
Εκείνος θέλησε να απαντήσει, κάτι ψέλλισε και έμεινε αμήχανος μπροστά της.
Εκείνη συνέχισε: «Καταλαβαίνετε, νομίζω, ότι δεν πρέπει να δίνω επιπλέον δικαιώματα για να μιλούν για μένα.»
Κι εκείνος αμέσως: «Τι πειράζει», είπε, «εάν θέλετε να γίνετε γυναίκα μου!»
Καμία φωνή δεν του απάντησε, αλλά εκείνος νόμισε πως άκουσε μες στο σκοτάδι του δωματίου τον θόρυβο που έκανε ένα σώμα καθώς έπεφτε. Μπήκε αμέσως μέσα και ο Σιμόν, που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, διέκρινε τον ήχο ενός φιλιού και κάποιες λέξεις που η μητέρα του ψιθύρισε χαμηλόφωνα. Έπειτα, ξαφνικά, ένοιωσε να τον ανασηκώνουν τα χέρια του φίλου του και, κρατώντας τον μέσα στα ηράκλεια μπράτσα του, του φώναξε: «Θα πεις στους συμμαθητές σου ότι ο μπαμπάς σου είναι ο Φιλίπ Ρεμί, ο σιδεράς, και ότι θα πάει να τραβήξει τ’ αυτιά σε όλους όσους σου κάνουν κακό.»
Την άλλη μέρα, την ώρα που το σχολείο ήταν γεμάτο μαθητές και το μάθημα είχε μόλις αρχίσει, ο μικρός Σιμόν σηκώθηκε, κατάχλωμος και με τρεμάμενα χείλη, αλλά με καθαρή φωνή, είπε: «Ο μπαμπάς μου είναι ο Φιλίπ Ρεμί, ο σιδεράς, και υποσχέθηκε ότι θα τραβήξει τ’ αυτιά σε όσους θελήσουν να μου κάνουν κακό.»
Αυτή τη φορά κανείς δεν γέλασε, επειδή όλοι γνώριζαν τον Φιλίπ Ρεμί, τον σιδερά, και ήταν ένας μπαμπάς αυτός για τον οποίο όλος ο κόσμος θα ήταν υπερήφανος.
1η Δεκεμβρίου 1879


Guy de Maupassant
ΕΞΙ ∆ΙΗΓΗΜΑΤΑ
Μετάφραση από τα γαλλικά ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝ∆ΡΙ∆ΗΣ