.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Υπεράνθρωπος - Λορέντζος Μαβίλης



Του μυστήριου ανασήκωσε την πέτρα
και μη σκιαχτείς το δάγκωμα του αστρίτα.
Το τι ΄ναι η αλήθεια αδιάκοπα αναζήτα
και ιδές αν είναι, ως λεν, ψυχοπονέτρα.

Μία μία τες σαγιτιές του πόνου μέτρα
και άγρυπνος τες πληγές που ανοίγουν κοίτα
μηνύτρα φτάνει η καθεμιά σαγίτα
απ΄ της άσπλαχνης Μοίρας τη φαρέτρα.

Και α βρεις που ο Πόνος είναι η μόνη Αλήθεια,
τότες απ΄ τ΄ αντριωμένα σου τα στήθια
την ταπεινότη γδύσου της ορφάνιας.

Στης Ομορφιάς, στης Δύναμης τη γλύκα,
με αλαλητό χαράς και περηφάνειας
γίνε Θεός σου και τη Μοίρα νίκα.-



Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΛΟΥΤΩΝ Ή Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ – ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ - ΜΕΡΟΣ 2ον


(ΕΔΩ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ   https://intruder1901.blogspot.gr/2016/09/1.html )

ΜΕΡΟΣ 2ον

στ’) ΠΕΡΙ ΤΙ ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΕΤΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ. ΜΙΑ ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΕΥΣΙΝΙΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ.

Μπορείτε ν’ ανοίξετε όλα τα σύγχρονα συγγράμματα, που έχουν ως θέμα να δώσουν τον ορισμό και την ουσία της φιλοσοφίας. Μπορείτε ν’ ανοίξετε όλα τα λεξικά, εγκυκλοπαιδικά ή άλλα, για να προσπαθήσετε να εισέλθετε στην έννοια και τον ορισμό της Φιλοσοφίας, με τη βοήθειά τους: αντί να φωτισθήτε και σχηματίσετε σαφή ιδέαν της εννοίας, θα συσκοτισθήτε. Αντί της διαφωτίσεως και διευκρινίσεως, θα αισθανθήτε μέσα σας τη σύγχυσι και την ταραχή, την αποθάρρυνσι, την αποκαρδίωσι, την απογοήτευσι και… δικαίως ίσως, την αγανάκτησι! Και για να είμαστε σαφέστατοι και αποδεικτικώτατοι, ας υποστηρίξουμε τα λεγόμενά μας με τα κείμενα, «με τα ντοκουμέντα», όπως προσπαθούν να κάμουν (υποκρύπτοντες τη δοκησισοφία τους) οι πλείστοι των συγγραφέων «των Επιστημονικών» βιβλίων.
Και πρώτα-πρώτα ας πάρουμε το Λεξικόν του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης που απηχεί μέσα του τη διανόησι, τον Πολιτισμό της Μεγάλης Βρεττανίας, που, από απόψεως Πνευματικότητος, είναι ο μάλλον προηγμένος λαός της Ευρώπης, μετά τους σύγχρονους Έλληνας. Ιδού λοιπόν πως το λεξικόν αυτό ορίζει τη Φιλοσοφία: «Love of wisdom or knowledge, especially that which deals with ultimate reality, or with the most general causes and principles of things(2). Ο ορισμός αυτός όπως σαφέστατα κατανοεί ο εισηγμένος στην Πυθαγορική και Αριστοτελική φιλοσοφία, βασίζεται αφ’ ενός μεν απάνω στον ορισμό της φιλοσοφίας του Πυθαγόρου: Πράγματι ο Νικόμαχος Γερασηνός, ο Πυθαγορικός, αρχίζει την Αριθμητική του Εισαγωγή με την ακόλουθη περικοπή:

«Οι παλαιοί και πρώτοι μεθοδεύσαντες επιστήμην, κατάρξοντος Πυθαγόρου ωρίζοντο φιλοσοφίαν είναι φιλίαν σοφίας, ως και αυτό το όνομα εμφαίνει, των προ Πυθαγόρου παντων σοφών καλουμένων συγκεχυμένω ονόματι, ώσπερ και τέκτων και σκυτοτόμος και κυβερνήτης και απλώς ο τέχνης τινός ή δημιουργίας έμπειρος(3) αφ’ ετέρου δε εις την ακόλουθη φράσι του Αριστοτέλους που την συναντά κανείς στην εισαγωγή των Μεταφυσικών του: «Την ονομαζομένην σοφίαν περί τα πρώτα αίτια και αρχάς απολαμβάνουσι πάντες» (4)

Βέβαια οι δύο αυτοί ορισμοί, εφ’ όσον προέρχονται από τόσο σοφούς και ενδοξοτάτους και επιστημονικωτάτους άνδρας δεν είναι δυνατόν παρά να μας πληρούν θαυμασμού και να μας φωτίζουν. Μα, ας επιτραπεή να επιστήσουμε την προσοχή του Αναγνώστου στο εξής γεγονός: ούτε ο ένας ορισμός, ούτε ο άλλος δεν δείχνουν τον τρόπο, το δρόμο, την οδόν την άγουσα στη σοφία! Δεν είναι επομένως ορισμοί τέλειοι και ικανοποιητικοί.
Το Γαλλικό λεξικό «Larousse» ορίζει ως ακολούθως τη Φιλοσοφία:

«Science generale des etrees, des principes et des causes» (5) ορισμός που είναι μικτός από τη φράσι πάλι του Πυθαγόρου «η του όντος επιστήμη» όπως και πάλιν ο Νικόμαχος Γερασηνός μας έχει διασώση: «Αλλ’ ο γε Πυθαγόρας συστείλας πάντων το όνομα επί την του όντος επιστήμην και κατάληψιν και μόνην την εν τούτω γνώσιν της αληθείας σοφίαν ιδίως καλέσας εικότως και την ταύτης όρεξιν και μεταδίωξιν φιλοσοφίαν προσηγόρευσεν, οίον σοφίας όρεξιν (6) συγχρόνως δε ο ορισμός αυτός του Larousse απηχεί όσα ο Αριστοτέλης, ως είδομεν λέγει περί σοφίας.

Δια να μην καταπονώμεν περισσότερο τον Αναγνώστη, ας παραθέσουμε ακόμη και τον ορισμό της φιλοσοφίας, όπως δίδεται ούτος στο Γερμανικό λεξικό Knaurs:
«wissenschaft von deu wissenschaften und deren Grundilagen, allgemeiner von den Urgrueunden alles Seins, Geschehens und Erkennens, untersucht insbesondere die Moeglichkeit des Wissens schlechthin und die Arten, Grundbegrigffe, Gesetze und Formen des Denkens und der Erkenntnis, auch die Formen des Bewustseins» (7)
Δεν θέλουμε να εισέλθουμε στην ανάλυσι του ανωτέρω ορισμού. Αποφεύγουμε να τον χαρακτηρίσουμε. Ας αφήσουμε μόνο του τον ευμενή Αναγνώστη να βγάλη τα συμπεράσματά του από τον τελικόν ορισμό της Φιλοσοφίας ή μάλλον του Φιλοσόφου, γιατί αν θα θελήση κανείς, βαθύτερα και ουσιαστικώτερα να εξετάση, ποτές δεν μπορεί η τέχνη ή Επιστήμη να χωρισθή από τον άνθρωπο! Και οι δοθέντες ορισμοί (εκτός από τον Ορισμό του Πυθαγόρου) της Φιλοσοφίας, αν είναι τόσον (ας μας επιτραπή η λέξις) «ξεκάρφωτοι» και «συγκεχυμένοι». Αν γεννούν στην καρδιά μας την παραπλάνησι και τον κυκεώνα, το χάος και τον ίλιγγο, είναι γιατί ξεχνούν τον άνθρωπο, τον Αιώνιον Άνθρωπο, που είναι μια οντότης, μια ιδέα, μια έννοια προϊούσα, εξελισσομένη, που ποτές της δεν μένει στο ίδιο το σημείο, μα διαρκώς βρίσκεται σε μια ροή, ακολουθώντας το Φοβερό Νόμο της Ανάγκης, το Θείο Νόμο, που τόσον ο Ελληνικός Αλφάβητος (στην απόκρυφή του διάταξι), όσον και ο Πλάτων στον «Κρατύλο» του, ονομάζουν: «η Θεία του Παντός Φορά», η Εξέλιξις δηλαδή του Παντός ή του Σύμπαντος (και επομένως και του Ανθρώπου) σύμφωνα με το Θείο Νόμο!
Ας προσπαθήσουμε μια για πάντα να το καταλάβουμε: δεν υπάρχει Φιλοσοφία, αυτή καθ’ εαυτήν άλλη παρά εκείνη, που υπάρχει μέσα στην Ψυχή του Ανθρώπου. Δηλαδή δεν υπάρχει Φιλοσοφία, αλλά… Φιλόσοφος. Πριν να υπάρξη πάλι η Γεωμετρία του Ευκλείδη, υπήρξεν ο Γεωμέτρης Ευκλείδης, που είχε μέσα στην Ψυχή του ολόκληρη τη Γεωμετρία. Το βιβλίο του «Τα Στοιχεία» του που περιέχουν τη Γεωμετρία, είναι ένα τμήμα της Ψυχής του. Και ύστερα από τις εξηγήσεις αυτές, ας έλθουμε στη συνταρακτική περικοπή του Πλάτωνος, που βρίσκεται στον «Φαίδωνά» του.

ζ’) Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΕΙΝΑΙ… Ο ΘΑΝΑΤΟΣ!

Και η περίφημη αυτή περικοπή που μας δίνει το κλειδί των μυστηρίων της Αρχαίας Ελλάδος, βρίσκεται στο Θ’ κεφάλαιο του «Φαίδωνος», (64 Α): Και έχει ως ακολούθως:

«Κινδυνεύουσι γαρ όσοι τυγχάνουσιν ορθώς οπτόμενοι φιλοσοφίας λεληθέναι τους άλλους, ότι ουδέν άλλο αυτοί επιτηδεύουσιν ή αποθνήσκειν τε και τεθνάναι»(8)

Για να καταλάβη κανείς τώρα τι απεριόριστη και εκπληκτική σημασία περιέχεται μέσα σ’ αυτή τη φράσι, ας έχη υπ’ όψι του τα ακόλουθα: Η κεντρική μορφή των Ελευσινίων είναι ο Άδης, ο Πλούτων, που αρπάζει την κόρη της Δήμητρος. Που την καθιστά γυναίκα του. Και που, μετά τη συζυγία, την παραδίνει και πάλι στη Δήμητρα, παρθένον!
Αλλά ας έχη πάντα καλά στο νου του ο φιλομαθής Αναγνώστης, πως όλοι ανεξαιρέτως οι Θεοί της Αρχαίας Ελλάδος εξηγούνται μόνον με το Επταπλούν Κλειδί του Συμβολισμού. Και ένα από τα Επτά αυτά Κλειδιά είναι το Ψυχολογικό Κλειδί. Η Δήμητρα, όπως και η Θέτις, η Μητέρα του Αχιλλέως, του Αιωνίου Ανθρώπου, αντιπροσωπεύουν, συμβολίζουν ένα και το αυτό πράγμα: την παμμήτορα Φύσι, που εξελίσσεται σύμφωνα με την Θεία του Παντός Φορά, με το Θείο δηλαδή Νόμο, που διέπει όλα της ανεξαιρέτως τα τέκνα, από το Σύμπαν (το Μακρόκοσμο, δηλαδή), που αποτελεί τον ανώτατον και περιεκτικώτατον σπόρον ή «το Ωόν» (του Ορφέως και της Αρχαϊκής Παραδόσεως) (9) μέχρι του τελευταίου «σπόρου», «γόνου» ή «σπέρματος», με ολόκληρη την ατελεύτητη σειρά των σπόρων: γιατί και κάθε ένα Πλανητικό Σύστημα, κάθε ένας Κόσμος ή Ήλιος ή Άστρο ή Άνθρωπος είναι ένας εξελισσόμενος «σπόρος» ή «σπέρμα» ή «αυγό»! Με σχήμα σφαιροειδέ! Όπως το «Παρθενικόν Αυγό» («The Virgin Egg», που μας αποκαλύπτει ο Ορφεύς πρώτος, κατά την αρχαιότητα, και η Ελένη Πετρόβνα Μπλαβάτσκη, στις Στάντζες του Νζυάν, που βρίσκονται στη «Μυστική της Διδασκαλία», στους Νεώτερους Χρόνους).
Η Κόρη της Δήμητρος, η Περσεφόνη, δεν είναι άλλο παρά η ανθρώπινη ψυχή, δηλαδή ο καθ’ εαυτό Άνθρωπος. Γιατί ο κύριος Άνθρωπος δεν είναι το σώμα, αλλά η ψυχή, με το πνεύμα. Το σώμα μας είναι το όργανόν μας, δηλαδή το όργανον, που το μεταχειρίζεται ο οργανοπαίκτης, δηλαδή η Ψυχή! Και τώρα ερχόμεθα εις την κυριωτάτην αποκάλυψιν της παρούσης μελέτης: ο Άδης, ο Πλούτων δεν είναι άλλο παρά η νέκρωσις της σαρκός (της Χριστιανικής Ορολογίας), ή η κάθαρσις της Ψυχής από την Κόπρο του Αυγείου, που ενοικεί μέσα στην Ανθρωπίνη Ψυχή. Για να μπορέση ο Άνθρωπος να φθάση στα πραγματικά του, τελικά πεπρωμένα, πρέπει να περάση από τον Θάνατο όλων των γηίνων παθών, των ζωωδών και κτηνωδών ενστίκτων. Πρέπει ν’ απαλλάξη τέλειεα την Ψυχή του από την Πυθώ, τη Δράκαινα την απαισία, που ενοικεί μέσα του. Πρέπει να την καθαρίση από την αφροσύνι, την άγνοια, τη δοκησισοφία που είναι η απαισιωτέρα από όλες τις ψυχικές νόσους). Πρέπει να κυριαρχήση απόλυτα επί της γαστρός, της οργής, της λαγνείας και του ύπνου. Πρέπει να παύση η Ψυχή την ανταρσία και αποστασία της κατά του Θείου Νόμου, κατά της Θείας δηλαδή του Παντός Φοράς. Και μόνον τότε, μετά την συζυγίαν της με τον Άδην, δηλαδή την νέκρωσιν της σαρκός, είναι δυνατή η θεοποίησις του, η μεταβολή του δηλαδή εις Επίγειον Θεόν Απόλλωνα, όπως συνέβη με τον Πυθαγόραν, με τον Πλάτωνα, με τον Εμπεδοκλή, με τον Απολλώνιον τον Τυανέα.

η’) ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΕΞΗΓΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΙΕΡΟΓΛΥΦΙΩΝ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ, ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ, ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ.

Ο Οδυσσεύς είναι ο Αιώνιος Άνθρωπος, που αρχικώς βρίσκεται στο Βασίλειο της Ανταρσίας και Αποστασίας, περιφρονητής δηλαδή του Θείου και Ανθρώπινουν Νόμου. Καθ’ όλον το διάστημα αυτό δεν είναι δυνατόν παρά να δρέπη τους πικρούς, τους ειδεχθείς καρπούς του βιαστού της «Θείας του Παντός Φοράς», επί της οποίας επιστατεί η Θεά Αθηνά, γιατί αυτή είναι η Φρόνησις (= η της Φοράς δηλαδή Νόησις, κατά τις αποκαλύψεις του Πλάτωνος στον Κρατύλο του). Το Βασίλειο της Ανταρσίας και Αποστασίας είναι το Βασίλειο του Ποσειδώνος (όπως μας εξηγεί και πάλιν ο Πλάτων στον ίδιο, αποκαλυπτικώτατο διάλογο) όποιος βρίσκεται στο Βασίλειο του Ποσειδώνος, βρίσκεται μέσα στην αναταραχή και τρικυμία, όπως το πλοίο μέσα στα κύματα και την αστάθεια της Αμφιτρίτης. Γιατί «η ναυς» του Οδυσσέως δεν είναι άλλο παρά το όργανόν του: το Σώμα του Αιωνίου Ανθρώπου, που δέχεται τα πλήγματα και την καταδρομή της παραβάσεως του Θείου Νόμου, επειδή είναι έρμαιον των παθών του. Την κατάστασι αυτή της αστάθειας απεικονίζουν κτυπητά και παραστατικά οι ακόλουθοι στίχοι ενός αγνώστου αρχαίου Έλληνος ποιητού:

«Πλους σφαλερός το ζην. Χειμαζόμενοι γαρ εν αυτώ
πολλάκις ναυηγών πταίομεν οικτρότερα.
Την δε Τύχην βιότοιο κυβερνητείραν έχοντες,
ως επί του πελάγους αμφίβολοι πλέομεν.
Οι μεν επ’ ευπλοίαν, οι δ’ έμπαλιν. Αλλ’ άμα πάντες
εις ένα τον κατά γης όρμον απερχόμεθα. (10)

Η περίοδος αυτή της Αφροσύνης (= μη επίγνωσις της θείας του Παντός Φοράς, διότι η λέξις σύγκειται από το άλφα το στερητικόν, και από τας λέξεις: φοράν συνίημι) συμβολίζεται από τον Όμηρο με τη διαμονή του Οδυσσέως στο Νησί της κατάρας, της εσχάτης πορώσεως, αθεϊας και διαφθοράς της… Καλυψούς, που δεν είναι άλλο παρά το τελευταίο υπόλειμμα της άλλοτε ποτέ τρισενδόξου και απεράντου Ηπείρου Ατλαντίδος.
Το Άλφα της Οδύσσειας μας παρουσίαζει τους Θεούς συσκεπτομένους, υπό την ηγεσία του Διός: το Κλειδί το έχουμε και πάλι, αν κατανοήσουμε πως ο Ζευς στην προκειμένη περίπτωσι δεν είναι άλλο παρά ο Νους του Οδυσσέως, που αφυπνίζεται και καταλαβαίνει πως είχε ίσα με τη στιγμήν εκείνη ζήση περιφρονώντας και καταπατώντας το Θείο νόμο: και τότε έρχεται συμπαραστάτης του η Θεά της Φοράς, η Αθηνά… η Φρόνησις! Ακριβώς όπως ο Άσωτος Υιός συναισθάνεται την πραγματική του κατάπτωσι και αναφωνεί: «Πάτερ! Ήμαρτον εις τον Ουρανόν και ενώπιόν Σου και ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός Σου».
Και από κείνη τη στιγμή προσπαθεί ο Οδυσσεύς να ξεφύγη από την ανομία, αποστασία και αφροσύνη! Από κείνη τη στιγμή γίνεται φιλόσοφος: προσπαθεί δηλαδή να καθαρίσει την Ψυχή του από το άγχος, από την Κόπρο του Αυγείου, από τη Λερναία Ύδρα, την πολυκέφαλο, που ενοικεί μέσα του. Και για να σωθή, για ν’ απαλλαγή αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να το κατορθώση με τα δικά του μόνο μέσα: χρειάζεται τη Βοήθεια της Μαντικής… του Θεού Απόλλωνος, του Μουσηγέτου Απόλλωνος και κατέρχεται στον Άδη: Στη νέκρωσι δηλαδή, της σαρκός. Και με την πρόοδο της Νεκρώσεως, αρχίζει να αισθάνεται τη θεία έμπνευσι, τη θεία υπόδειξι. Και όσο προχωρεί προς τη Νέκρωσι, τόσο η βοήθεια του Αοράτου Κόσμου γίνεται και εμφανεστέρα, τόσο και καταλαβαίνει πως πρέπει να βρίσκεται σε στενή επαφή με τους εμπνευσμένους συγγραφείς, ποιητάς, θεόπνευστα βιβλία, που συντελούν περισσότερο από κάθε άλλο να βλέπη κανείς καθαρά μπροστά του το δρόμο: έως ότου τέλος επέρχεται απροσδοκήτως η παρουσία του Θεού Απόλλωνος, με τις τέσσερις δυνάμεις, που αποκαλύπτε και πάλιν ο Πλάτων στον Κρατύλο του.

θ’) Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Τον Ορισμό του Φιλοσόφου, τον έχει δώση ο Πλάτων στον υπέροχό του μύθο της γεννήσεως του Έρωτος, στο Συμπόσιό του, από τον Θεόν Πόρον και από την Θεά Πενία. Τον Ορισμό του Φιλοσόφου τον έχει δώση ο Όμηρος με την Οδύσσειά του. Καθώς και ο Χριστός με την Παραβολή του Ασώτου Υιού. Ο Οδυσσεύς και ο Άσωτος υιός καθώς και ο Δαίμων Έρως, είναι ταυτόσημοι: είναι και οι τρεις τα σύμβολα του Αιωνίου Ανθρώπου, του αφυπνισθέντος και βαίνοντος προς την απολύτρωση, δια της Καθάρσεως. Μπορεί λοιπόν κανείς να ορίση ως ακολούθως το Φιλόσοφο:
Φιλόσοφος είναι ο Άνθρωπος εκείνος, που έχει τέλος αφυπνισθή από τον ύπνο της λήθης, αφροσύνης, αποστασίας, της διπλής αγνοίας (11) και δοκησισοφίας, της ηδυπαθείας και λατρείας της σαρκός και των παντοειδών ειδώλων του υλικού Κόσμου και που απεφάσισε, μια για πάντα, ν’ απαλλαγή των δεσμών της σαρκός και της αποστασίας προς το Θείο Νόμο. Να κατανοήση και εμβαθύνη στη Θεία του Παντός Φορά βοηθούμενος προς τούτο από όλα τα συγγράμματα και ιερογλυφίας, που αφήκαν πίσω τους οι κατά καιρούς Ιερόγλυφοι, Εμπνευσμένοι Ποιηταί, Θεόπνευστοι Συγγραφείς και Θείοι Άνδρες. Που προσπαθεί ν’ απαλλάξη το όμμα της ψυχής του από τη λήθη και τη λύμη και να το κάμη να αναβλέψη, εξασκούμενος προς τούτο κυρίως με τα μαθηματικά, με τους αριθμούς, την ουσία τους και τη γεωμετρία. Και που, όσο νεκρώνει τη σάρκα του, με την αποχή από τα αίματα, τη σαρκοφαγία και ηδυπάθεια, τόσο και αισθάνεται και νοεί να διανοίγουνται μπροστά του νέοι ανέλπιστοι και απροσδόκητοι ορίζοντες. Τόσο και αισθάνεται να υποχωρή ο φραγμός μεταξύ του ορατού και αοράτου Σύμπαντος. Τόσο και αισθάνεται να γεννώνται μέσα του οι τέσσερις δυνάμεις του Θεού Απόλλωνος: η Ιατρική, η Τοξική ή Καθαρτική, η Μαντική ή Προφητική, και η Μουσική Δύναμις. Τόσο και αισθάνεται να τον καταλαμβάνουν οι τέσσερις Θείες Μανίες: η ερωτική, η ποιητική, η προφητική και η τελεστική…
Την ουσία του Φιλοσόφου την έχει αισθανθή καλά ο Κωστής Παλαμάς, όπως μαρτυρούν οι ακόλουθοι, θεόπνευστοί του στίχοι:
«Των όλων τα προβλήματα, νυχτόπλεχτα γαϊτάνια,
στην ξαστεριά, στο ξέφωτο, και κάτου απ’ τα πλατάνια
να τα ξεπλέξω αφήστε με, και να τα ψάξω πέρα
στην πράσινη ακροποταμιά με τον καθάριο αέρα.
Είμαι Αθηναίος, τα κάστρα Σου, τα σκοτεινά βιβλία,
τάκλεισα. Απλώσου, φέρνω Σε στο φως, Φιλοσοφία!
Πες μου ξανά ψιθυριστά σα φύλλο και σαν κύμα
του γόη του Δαίμονα Έρωτα τον έπαινο, Διοτίμα!»
(Ασάλευτη Ζωή – Εκατό Φωνές , 88 – Κωστής Παλαμάς)
* *
*
Ο δε τελικός στόχος, που επιδιώκει να φτάση ο Φιλόσοφος, είναι εκείνος που έχουν φθάση όλοι οι πραγματικοί σοφοί, και μεμυημένοι στην εν τω Παντί φοράν, όπως ο Όμηρος, ο Ησίοδος, ο Ορφεύς, ο Αισχύλος, ο Πλάτων, ο Απολλώνιος Τυανεύς. Την εικόνα του Σοφού, τη σύμφωνη με την Απολλώνιο Παράδοσι, μας την έχει δώση ο Ερμείας, ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος, στα σχόλιά του στο Φαίδρο του Πλάτωνος:
«Ουδένα γαρ ενθουσιασμόν άνευ της ερωτικής επιπνοιας συμβαίνει γίγνεσθαι. Οράς πως ο Ορφεύς πάσας επιτηδεύσας φαίνεται, ως δεομένας και εχομένας αλλήλων: τελεστικώτατον μεν γαρ αυτόν και μαντικώτατον παρειλήφαμεν, και υπό του Απόλλωνος κινούμενον, έτι ποιητικώτατον, ον γε δι’ αυτό τούτο και Καλλιόπης υιόν γενέσθαι φασίν. Ερωτικώτατός τε εστίν, ως αυτός φαίνεται λέγων προς τον Μουσαίον και προτείνων αυτώ το θείο αγαθό, και τελειών αυτόν» (12)

Τ Ε Λ Ο Σ


_____________________________
(2) «Αγάπη ή φιλία σοφίας, κυρίως εκείνης που ασχολείται με την ακροτάτην πραγματικότητα, ή με τας γενικωτάτας αιτίας και αρχάς των όντων».
(3) «Οι παλαιοί και πρώτοι μεθοδικώς ασχοληθέντες με την επιστήμην, δώσαντος την αρχήν του Πυθαγόρου, ώριζον την φιλοσοφίαν ως την φιλίαν σοφίας, όπως άλλωστε και αυτό τούτο το όνομα «φιλοσοφία»εμφαίνει. Ενώ προ του Πυθαγόρου πάντες εκαλούντο σοφοί αδιακρίτως και συγκεχυμένως, όπως π.χ. και ο κτίστης και ο υποδηματοποιός και ο πλοίαρχος και γενικώς πας ο έμπειρος τέχνης ή παραγωγικής και δημιουργικής εργασίας ή επαγγέλματος».
(4) «Πάντες έχουν την αντίληψι και τη γνώμη, πως η καλουμένη σοφία περιστρέφεται περί τα πρώτα αίτια και τας πρώτας αρχάς».
(5) «Γενική Επιστήμη των όντων, των αρχών και των αιτίων».
(6) «Αλλ’ ο Πυθαγόρας, λοιπόν, διαχωρίσας πάντας αυτούς και συγκεντρώσας αποκλειστικώς το όνομα εις εκείνους, οι οποίοι ησχολούντο με την του όντος επιστήμην και κατάληψιν και ονομάσας ιδίως σοφίαν την εν τω όντι γνώσιν της αληθείας, προσφυώς ωνόμασε φιλοσοφίαν της ταύτης όρεξιν και επιδίωξιν, τρόπον τινά όρεξιν σοφίας»
(7) «Η επιστήμη των επιστημών καιτων θεμελίων των. Ή γενικώτερον η επιστήμη των αρχών παντός όντος, γεγονότος και γνώσεως. Ερευνά ιδίως την δυνατότητα της γνώσεως εν γένει και τους τρόπους, τας θεμελιώδεις εννοίας, τους νόμους και τας μορφάς της σκέψεως και της γνώσεως, καθώς και τας μορφάς της συνειδήσεως».
(8) «Όσοι άνθρωποι ορθώς μετέρχονται και εξασκούν την φιλοσοφίαν κινδυνεύουν να διαφύγουν την προσοχήν των άλλων, πως αυτοί τίποτις άλλο δεν κάνουν και δεν επιδιώκουν παρά πως ν’ αποθάνουν και πώς να νεκρώσουν τη σάρκα τους!»
(9) Η Δήμητρα και τα Ελευσίνια Μυστήρια περιστρέφουνται «περί την Θείαν του Παντός Φοράν», δηλαδή περί το Μυστήριον της Σποράς ή της Εξελίξεως του «Παρθενικού Ωού». «Το Παρθενικόν Ωόν» είναι η αφηρημένη έννοια όλων των ωών ή… Σπόρων, ή γόνων ή σπερμάτων, δηλαδή η δύναμις της εξελίξεως εκάστου είδους σπόρου δια της γονιμοποιήσεως.
(10)»Μ’ ένα αβέβαιο ταξείδι η ζωή μας όλη μοιάζει:
στου βίου μας το πέλαγος, που η Τύχη συνταράζει,
άλλος γαλήνη συναντάει και άλλος τρικυμία,
μα όλοι μας βρισκούμαστε σε μιαν αμφιβολία.
Τα άχαρα ταξείδια αυτά της μαύρης μας ζωής,
είναι πολύ χειρότερα θαλασσοταραχής!
Μα πάντοτε ακράτητο κι ακούραστο το κύμα
μας σπρώχνει προς παράδοξο λιμάνι… προς το μνήμα!»
(11) Πάσχει από διπλή άγνοια ο άνθρωπος εκείνος, που, ενώ ζή μέσα στο σκότος, στην ανομία και παράκρουσι, όχι μόνο δεν έχει επίγνωσι της τοιαύτης του πορώσεως, αλλά θεωρεί τον εαυτό του τύπον και παράδειγμα, προσπαθώντας να διορθώση τους άλλους, αντί να στραφή μοναδικά και αποκλειστικά στην κάθαρσι της Κόπρου του Αυγείου, που ενοικεί μέσα του.
(12) Γιατί κανένας ενθουσιασμός δεν συμβαίνει να γίνεται χωρίς την ερωτική επίπνοια. Βλέπεις πράγματι πως ο Ορφεύς φαίνεται πως τις έχει όλες εξασκήσει (και τις τέσσερις δηλαδή τις θείες μανίες). Επειδή συνέχονται αναμεταξύ τους και η μια έχει ανάγκη της άλλης: γιατί η παράδοσις μας έχει παραδώση τον Ορφέα ως δυνάμενον να καθαρίση την ψυχή από παλαιά μηνύματα και ως μαντικώτατον, και κινούμενον από του Απόλλωνος, προσέτι ποιητικώτατον, και ο οποίος γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο λέγουν πως υπήρξε ο γυιός της Καλλιόπης. Και είναι επί πλέον ερωτικώτατος, καθώς αυτός ο ίδιος φαίνεται να λέγη προς τον Μουσαίον και προσφέρων εις αυτόν τα θεία αγαθά και καθιστών αυτόν τέλειον (= μεμυημένον).


ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ
ΠΛΟΥΤΩΝ Ή Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΧΑΛΑ

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΛΟΥΤΩΝ Ή Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ – ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ - ΜΕΡΟΣ 1ον



ΜΕΡΟΣ 1ον


«Κινδυνεύουσι γαρ όσοι τυγχάνουσι ορθώς απτόμενοι φιλοσοφίας λεληθέναι τους άλλους, ότι ουδέν άλλο αυτοί επιτηδεύουσιν ή αποθνήσειν τε και τεθνάναι».
[Όσοι άνθρωποι ορθώς μετέρχονται και εξασκούν την φιλοσοφίαν κινδυνεύουν να διαφύγουν την προσοχήν των άλλων, πως αυτοί τίποτις άλλο δεν κάνουν και δεν επιδιώκουν παρά πώς να πεθάνουν και πως να νεκρώσουν τη σάρκα]
Φαίδων, Πλάτωνος, 64Α

α’) ΤΟ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΩΤΑΤΟΝ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Υπάρχει ένα βιβλίον της Αρχαίας Ελλάδος, που θα όφειλε να το είχε μελετήσει κάθε πεπαιδευμένος άνθρωπος μέσα σ’ όλη τη Δύσι. Και που θα έπρεπε να διδάσκεται, περισσότερο από κάθε άλλο, στα Γυμνάσια της Χώρας μας και στα Πανεπιστήμιά της. Το παράδοξο τούτο βιβλίο έχει μέσα του τέτοια δυναμικότητα, ώστε να ρίχνη ένα εντατικώτατο και αποκαλυπτικώτατο φως στα μέγιστα προβλήματα της μεταφυσικής, της κοσμογονίας και ανθρωπογονίας, της Θρησκείας, της ποιήσεως, της μυθολογίας, της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας, της επιστήμης, της νομοθεσίας, των Ελευσινίων Μυστηρίων, της μαντικής, της ιατρικής, της τέχνης – και να συντελή εις την πλήρη κατανοήσι αυτών και εμβάθυνσι.
Κανείς ίσα με σήμερα από όσους συστηματικά και «επιστημονικά» καταγίνονται είτε με την Αρχαίαν Ελλάδα, είτε με τις πολλαπλές εκφάνσεις του Ανθρωπίνου, γενικά, Πολιτισμού, που αναφέραμε, δεν έχει καν υποπτευθή τι στενή σχέσι έχει το εκπληκτικό αυτό βιβλίο προς τα μέγιστα προβλήματα του Ανθρώπου και της Πολιτείας κάθε εποχής και κάθε χώρας! Γιατί δεν πρόκειται περί βιβλίου, που ενδιαφέρει αποκλειστικά και μόνο την Αρχαίαν Ελλάδα, τον Πολιτισμό της, τη Θρησκεία της, τη… μυθολογία της! Δεν περιορίζεται το βιβλίο αυτό στα στενά όρια μιας Χώρας και μιανής εποχής, ακόμα και αν η Χώρα αυτή έχει τόση σημασία και τόση σπουδαιότητα όσον η Ελλάς. Το βιβλίον αυτό έχει σημασίαν αιώνια, γιατί είναι συνδεδεμένο με αυτή ταύτη «την του Παντός Φοράν», με αυτή ταύτη την Ανθρώπινη Φύσι, με τα συνολικά του ανθρώπου πεπρωμένα, με αυτή ταύτη την «Κλείδα της Γνώσεως!» Επομένως ενδιαφέρει τον Άνθρωπο κάθε εποχής και κάθε χώρας.
Και το βιβλίον αυτό είναι ο τόσον παραμεληθείς και στο περιθώριο τεθείς «Κρατύλος» του Πλάτωνος! Και όμως! Μέσα στο «περιφρονημένο» αυτό βιβλίο βρίσκεται το Χρυσό Κλειδί, που μας ανοίγει διάπλατες τις πόρτες της κατανοήσεως όχι μόνον κάθε πτυχής του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, αλλά αυτής ταύτης της ουσίας και συστάσεως, της τύχης και των συνολικών πεπρωμένων του Αιωνίου Ανθρώπου, ως και της συνολικής Εξελίξεως του Σύμπαντος! Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο ο αποκαλυπτικώτατος αυτός διάλογος του Πλάτωνος έχει τέτοια σπουδαιότητα και απεριόριστη αξία.

β’) Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΓΝΩΣΙ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗ ΓΝΩΣΙ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ!

Εάν η σημερινή «Επιστήμη» βρίσκεται σε τέτοιο χάος και σε τέτοια αξιοθρήνητα χάλια. Αν η Ανθρωπότης, παρ’ όλες τις τεχνικές προόδους της, βρίσκεται σήμερα πλησιέστερα από κάθε άλλη εποχή στο χείλος του κρημνού, του θανάτου και της εξαφανίσεως. Αν σήμερα ο Πλανήτης μας βρίσκεται βουτηγμένος στη μεγαλειτέρα δυστυχία, αβεβαιότητα, αναταραχή και κατάρα από κάθε άλλη εποχή. Αν σημειούται τέτοια απόγνωσι και εγκληματική τύφλωσι και παραφροσύνι, που ποτέ δεν εσημειώθηκε στα χρονικά της ιστορίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι ο Άνθρωπος σήμερα, περισσότερο από όσο συνέβαινε στην εποχή της Αρχαίας Ελλάδος, φροντίζει πιο πολύ για τα εξωτερικά πράγματα, για την παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων όσο το δυνατόν περισσοτέρων, για την τελειοποίησι της μηχανής και των μέσων παραγωγής υλικών αγαθών, παρά για τη βελτίωσι του Εαυτού του, για τη χαλιναγώγησι των παθών και της κτηνωδίας του, για την κάθαρσι και εκπαρθένευσι της πόρνης ψυχής του.
Και έτσι, όταν έλθη η κρίσι και η δοκιμασία, όταν εξαπολύεται ο πόλεμος και η θύελλα, σείεται εκ βάθρων το σωθρό οικοδόμημα του Νεωτέρου Πολιτισμού και η θηριώδης φύσις του Ανθρώπου εκδηλούται τότε απαισία, ειδεχθής, διψώντας το αίμα, την ερήμωσι, την καταστροφή των υλικών εκείνων ακριβώς έργων, που είχαν σχεδόν αποκλειστικώς απασχολήση την προσοχή και την προσπάθεια του Ψευτο-Πολιτισμού μας!
Ας το νοιώσουμε καλά: ο Άνθρωπος δεν εκπολιτίζεται με την τελειοποίησι μόνο της μηχανής και των βιομηχανικών παραγωγικών μέσων (παράδειγμα η Γερμανία), ούτε με τον πλούτο και αφθονία των υλικών αγαθών. Με την όσο το δυνατόν μεγαλείτερη επίγνωσι του Εαυτού του: ο μέγιστος εχθρός του Ανθρώπου είναι η εγκληματική άγνοια του… Εαυτού του! Απάνω στο Αέτωμα. Απάνω στην Προμετωπίδα ενός των αγιωτάτων τεμενών της Αρχαίας Ελλάδος, του Μαντείου των Δελφών, υπήρχε χαραγμένη η αδαμαντίνη φράσι και εντολή του Απόλλωνος, του Θεού του Φωτός και της Καθάρσεως ή Φιλοσοφίας: «Γνώθι σαυτόν!» Η Ψευτοσοφία της σημερινής εποχής ασχολείται με τον Εξωτερικό Κόσμο. Η πραγματική Σοφία της Αρχαίας Ελλάδος με τον Εσωτερικό Κόσμο, με την Ανθρώπινη Ψυχή!
Με άλλους λόγους: Ο Απόλλων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος με τη γνώσι του εαυτού μας, με… την Ψυχολογία, με την πραγματική δηλαδή Επιστήμη. Και ας προσέξουμε καλά: Ο Συμβολισμός του Απόλλωνος, που είναι αναπόσπαστα και αδιαχώριστα συνδεδεμένος με την απαισία δράκαινα, την Πυθώ, κατά της οποίας έχει κηρύξει αιώνιο πόλεμο, γιατί αυτή είναι ο άσπονδός του εχθρός, δεν συμβολίζει άλλο παρά τον αιώνιον άνθρωπο, υπό την τρισυπόστατη του μορφή και υπόστασι: Σώμα-Ψυχή-Πνεύμα. Και αν η Ανθρωπότητα βρίσκεται σήμερα σ’ αυτή τη σύγχυσι και τραγική κατάπτωσι, αυτό οφείλεται γιατί πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν συνείδησι της «τριμερείας» αυτής ενός εκάστου από μας. Οι περισσότεροι από μας πιστεύουν και νομίζουν πως «Άνθρωπος» είναι… το σώμα! Εκλαμβάνουν δηλαδή τη σκιά, για την πραγματικότητα. Το είδωλο και το φάντασμα για… τον Εαυτόν μας!
Και να μη φανταστή κανείς πως η σύγχυσι αυτή συναντάται στον κοινό θνητό, στον άνθρωπο του καφενείου ή της αγοράς. Στον ανίδεο και απαίδευτο. Στον αμαθή και αστοιχείωτο. Υπάρχουν πολλοί, πάμπολλοι, υπερήφανοι για τα πανεπιστημιακά τους διπλώματα και τους ακαδημαϊκούς τους τίτλους, που ευρίσκουνται σ’ αυτή την ακατανόμαστη σύγχυσι και παραδαρμό, μη γνωρίζοντας ούτε ποιος είναι ο πραγματικός εαυτός τους, ούτε τι είναι ο Άνθρωπος, ούτε ποια είναι η σταδιοδρομία η συνολική ενός εκάστου από μας, ούτε ποια είναι τα τελικά πεπρωμένα μας, τα… τόσον εκπληκτικά και απίστευτα!
Ας το τονίσουμε, ας το βροντοφωνήσουμε, ας το επαναλάβουμε για χιλιοστή, για μυριοστή φορά: τα μέγιστα μυστήρια περιστρέφονται περί τον άνθρωπο, περί τον μικρόκοσμο: γιατί ο Άνθρωπος είναι πράγματι ένας μικρός Κόσμος, παράλληλα με το Σύμπαν, «με τόδε το Παν», όπως θα ‘λεγε ο Πλάτων, με… το Μακρόκοσμο!

γ’) ΣΕ ΤΙ ΕΓΚΕΙΤΑΙ Η ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΥΛΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ.

Πρέπει να έχη ο ευμενής Αναγνώστης τις απαραίτητες εκείνες εξηγήσεις που θα του επιτρέψουν να κατανοήση γιατί ο «Κρατύλος» του Πλάτωνος είναι ο πολυτιμότατος θησαυρός της Αρχαίας Ελλάδος για την εσαεί Ανθρωπότητα.
Η κυρία αιτία έγκειται στο γεγονός, ότι με το διάλογό του αυτό πρώτη φορά στη γραπτή ιστορία της Ανθρωπότητος σηκώνεται «ο πέπλος» των Μυστηρίων από τον Πλάτωνα, έναν από τους μεγίστους Μεμυημένους των Αιώνων, που καλύπτει την πραγματική φύσι και ουσία του Ανθρώπου! Για τον προσεκτικό παρατηρητή και κριτή των αξιών του Πολιτισμού και της Επιστήμης της Δύσεως, φαίνεται πως δεν υπάρχει (εκτός του Χριστού) μεγαλείτερος οικουμενικός διδάσκαλος από τον Θείον, όντως, Πλάτωνα!
Εις το θαυμάσιον και αποκαλυπτικώτατόν του σύγγραμμα «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» ο Πλούταρχος μας καθιστά γνωστόν, πως στο άγαλμα της Ίσιδος της Αιγυπτιακής πόλεως Σαϊδος (που αντιστοιχεί με τας Αθήνας των Ελλήνων. Η δε Ίσις με τη θεά της Σοφίας και της Φρονήσεως, της Παρθενίας και της Στρατηγικής Αθηνάν) που παρίσταναι την Ίσιδα σκεπασμένη μέσα σ’ έναν αδιαπέραστο «πέπλο», υπήρχε, με ιερογλυφικούς χαρακτήρες, χαραγμένους στο υπόβαθρό του, η ακόλουθη, πολυσήμαντη φράσι: «Εγώ ειμί παν το γεγονός και ον και εσόμενον και τον εμόν πέπλον ουδείς πω θνητός απεκάλυψεν»(1). Τον πέπλο της Ίσιδος λοιπόν τον ανασηκώνει ο Πλάτων και μας αποκαλύπτει, γυμνή την αλήθεια, στον Κρατύλο του. Γι’ αυτό ο τόσο παραμελημένος αυτός Διάλογος έχει τέτοιαν αξία!

Κανείς, ίσα με τους χρόνους του Πλάτωνος, δεν απετόλμησε να ρίξη φως στο Μυστήριο του Ανθρώπου! Όλοι οι προγενέστεροί του δεν αποτολμούσαν να μιλήσουν σχετικά, παρά υπό τον πέπλον του συμβολισμού και του μύθου. Βέβαια δεν υπάρχει μεγαλείτερος, μέσα στο Δυτικό Πολιτισμό, ψυχολόγος από τον Όμηρο, κανένας δηλαδή που να έχη καταπιασθή και εμβαθύνει στη Φύσι, στην Ουσία του Ανθρώπου, και που να έχη αποκαλύψη τη συνολική εξέλιξι, ως και τα τελικά πεπρωμένα (τα… τόσον μαγικά, αφάνταστα και συνταρακτικά, επαναλαμβάνομεν), με τα οποία είναι συνδεδεμένος αναπόσπαστα και αναπόδραστα ο κάθε ένας από μας. Αφ’ ετέρου, ο πρώτος, που μας μιλεί για τη συνολική εξέλιξι του Ανθρώπου είναι πάλι ο Ησίοδος, σε όσα αναφέρει περί των 5 Γενών, που μέσα τους περικλείουν συνταρακτικά μυστήρια, αφού αναφέρουνται στη μακρυνή εξέλιξι της ζωής του Ανθρώπου απάνω στον Πλανήτη μας, σε ιστορία δηλαδή εκατομμυρίων χρόνων!
Αλλά… τόσο ο Όμηρος, όσο και ο Ησίοδος, και προ αυτών ο Ορφεύς, μιλούν πάντα αλληγορικά, χρησιμοποιούν πάντοτε το Σύμβολο, το μύθο, και μόνο οι Μεμυημένοι στα Μυστήρια του Συμβολισμού με τα Επτά Κλειδιά του (που υπενθυμίζουν τις Επτά Σφραγίδες της «Αποκαλύψεως») μπορούν να κατανοήσουν τι κόσμοι αφάνταστοι, τι σοφία και τι συγκλονιστικές αποκαλύψεις κρύβουνται πίσω από αυτούς τους μύθους, πίσω από αυτές τις αλληγορίες, τις παραβολές, τις… ιερογλυφίες. Γιατί:

«Παραμονεύει ακλόνητη, πίσω από του Ομήρου το στίχο,
Αστραφτερή, δυσδιάκριτη όμως συνάμα, η… Α λ ή θ ε ι α !»

δ’) ΠΩΣ Ο ΠΛΑΤΩΝ ΜΕ ΤΟΝ «ΚΡΑΤΥΛΟ» ΤΟΥ ΑΝΑΣΥΡΕΙ ΤΟΝ ΠΕΠΛΟ ΤΗΣ ΙΣΙΔΟΣ!

Αν κανείς προσεκτικά εξετάση την Οδύσσεια και την Ιλιάδα, που αποτελούν «τα Ιερά Γράμματα», «τη Βίβλο», «Τα Ευαγγέλια», της Αρχαίας Ελλάδος, θα διαπιστώση πως από όλους τους Θεούς «του Ομηρικού Πανθέου», στην Ιλιάδα τον πρωταρχικό ρόλο παίζουν ο Απόλλων, η Θέτις (η σεπτή Μητέρα του Αχιλλέως) και… ο Ποσειδών, που τολμά μάλιστα να αναμετρηθή με αυτόν τον Δία, που παίζει και αυτός πάντοτε τον ύπατο ρόλο. Σαφώς ο Όμηρος μας καθιστά γνωστόν στο προοίμιο της Ιλιάδος του, πως ο Απόλλων είναι η αιτία της ρήξεως του Αχιλλέως και του Αγαμέμνονος:

«Τις τ’ αρ σφωε θεών έριδι ξυνέηκε μάχεσθαι;
Λητούς και Διός υιός…»
[Και ποιος λοιπόν μέσ’ από τους Θεούς να τσακώνωνται τους είχε βάλει; Ο ξακουσμένος ο γυιος της Λητούς και Διός: ο Απόλλων].

Στην Οδύσσεια πάλι τον πρωταρχικό ρόλο παίζει ο Ποσειδών και η Αθηνά. Μα, παράλληλα προς αυτούς τους δύο, αν βαθύτερα εξετάσουμε, θ’ ανακαλύψουμε πως… και ο Άδης παίζει σημαντικώτατο ρόλο, γιατί εκεί, υπό τη σκέπη του Θεού αυτού και της συζύγου του Περσεφόνης, ο Τειρεσίας, ο τυφλός ο μάντις, του αποκαλύπτει τα τελικά πεπρωμένα του Ανθρώπου: αλλά κανείς μάντις – κατά τας Αρχαίας Ελληνικάς και Πλατωνικάς αντιλήψεις και διδασκαλίας – δεν μπορεί «θεοπνεύστως» να μιλήση και ν’ αποκαλύψη είτε τα παρελθόντα, είτε τα όντα, είτε τα μέλλοντα, χωρίς να κινήται από τον Θεόν Απόλλωνα. Μα ούτε και μπορεί κανείς να γίνη Απολλώνιος (όπως θα δούμε στη συνέχεια της σειράς αυτής των εκδόσεών μας) αν δεν περάση από το Βασίλειον του Άδου ή του Πλούτωνος!
Και μετά τις προκαταρτικές αυτές εξηγήσεις, θα καταλάβη πληρέστερα ο ευμενής Αναγνώστης γιατί ο «Κρατύλος» του Πλάτωνος έχει τόση μεγάλην αξία μέσα στη διεθνή φιλολογία και τόση αποκαλυπτική , επιστημονική δυναμικότητα. Η αξία του ακριβώς συνίσταται στο γεγονός, ότι σ’ αυτόν πρώτη φορά στην ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος αποκαλύπτονται τι συνταρακτικές αλήθειες κρύπτονται κάτω από τον Απόλλωνα, τον Ποσειδώνα, τη Θεάν Αθηνά, και… τον Πλούτωνα, που αποτελεί το κεντρικό σύμβολο και μορφή μέσα στο Ελληνικό Πάνθεο και μέσα στην Ελληνική Θρησκεία, Επιστήμη και Φιλοσοφία, ακριβώς όπως τόσον επιβλητική φυσιογνωμία, απαστράπτουσα από Σοφία, Κάλλος, Δύναμι και Αποκαλυπτικότητα, είναι Ιωάννης ο Βαπτιστής μέσα στην Αγία του Χριστού Θρησκεία, που αντιστοιχεί, στα Χριστιανικά Μυστήρια, με τον Πλούτωνα των Μυστηρίων της Ελευσίνος! Και τέτοιον εκθαμβωτικό και εντατικώτατο φως ρίχνει ο Πλάτων απάνω σ’ αυτές τις τέσσερις Ιερογλυφίες, ώστε να προσλαμβάνη κάτω από αυτό ολόκληρος ο Ελληνικός Αρχαίος Πολιτισμός την… πραγματική του μορφή, υπόστασι και χαρακτήρα!

ε’) Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΟΤΟΜΗ.

Πρέπει ο αγαθός Αναγνώστης για να συλλάβη πλήρως τη δυναμικότητα των αποκαλύψεων του «Κρατύλου» του Πλάτωνος να προσανατολισθή προηγουμένως και να εφοδιασθή με όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία και προϋποθέσεις, με όλα εκείνα τα σημεία και δεδομένα συγκρίσεως, συσχετίσεως, παραβολής, αναλογίας, παραθέσεως και αντιστοιχίας, που θα τον οπλίσουν πληρέστατα και καταλλήλως για να αντιληφθή πέρα για πέρα και σε όλο της το μεγαλείο, την συγκλονιστική και υπέροχον Αλήθεια!
Ας μη νομίση κανείς ότι αν κατορθώσαμε να εισέλθουμε στο μεγαλείτερο μυστικό, που μπορεί να γνωρίση ένας άνθρωπος απάνω στον Πλανήτη μας, αυτό το επιτύχαμε με μικρή, ελάχιστη προσπάθεια και μέσα σε μιαν εβδομάδα, σε μερικούς μήνες ή μέσα σε λίγα χρόνια! Αυτά, που γράφουμε και παραδίδουμε τόσο σ’ αυτό μας το βιβλίο, όσο και στα άλλα μας έργα, που κυκλοφορούν, όσον και στα χειρόγραφά μας και σε όσα μελλοντικά θα κυκλοφορήσουν, είναι το προϊόν μακρυνής, σύντονης μελέτης και προσπαθείας, και ούτε με μόνες τις δικές μας φτωχές, ανθρώπινες και πεπερασμένες δυνάμεις το έχουμε κατορθώση: χρειασθήκανε πολλά πράγματα, ως και περιστάσεις, γεγονότα και επεμβάσεις εκπληκτικάι, απροσδόκητοι και… απίστευτοι!
Στο βιβλίο μας: «Το Κλειδί της Θεοσοφίας» έχουμε δώση κάποια λεπτομερή εξιστόρισι μερικών από τα καταπληκτικά αυτά γεγονότα και τις προϋποθέσεις, που μας οδήγησαν στην ανακάλυψι της «Κλειδός της Γνώσεως», που αναφέρει πρώτος μέσα στην Ιστορία του Παγκοσμίου Πολιτισμού ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Και περί την οποίαν περιστρέφονται όλα τα μεγάλα προβλήματα, με τα οποία μπορεί ο Ανθρώπινος Νους να ενασχοληθή και ανώτερα των οποίων δεν υπάρχουν.
Σαράντα χρόνια ολόκληρα τα περάσαμε σε μελέτη και διαρκή διαλογισμό και προσπάθεια αναακαλύψεως της όπισθεν των Συμβόλων και Ιερογλυφιών υποκρυπτομένης συνταρακτικής Αληθείας! Και οι προσπάθειές μας και η ειλικρινής δίψα για τη Γνώσι εστέφθηκαν από επιτυχία και από γεγονότα συνταρακτικά, που ούτε τα ελπίζαμε, ούτε τα φανταζόμαστε στην αρχή της εξορμήσεώς μας για την Επιστήμη, για την Αλήθεια και το Φως, ούτε καν τα προσδοκούσαμε. Και πολύ πιο γρήγορα από όσο θα μπορούσε και να σκεφθή κανείς καν, ξεπρόβαλαν, ο ένας κατόπιν του άλλου, απρόσκλητοι, αυτοπροαίρετοι, καταδεκτικώτατοι Εκείνοι οι Τρισμέγιστοι, που κατέχουν την πραγματική Γνώσι και Επιστήμη για να μας έλθουν βοηθοί και συμπαραστάτες.

«από τ’ άγνωστα, μυστικά τους μέρη»

όπως μας διαβεβαιώνει και ο Κωστής Παλαμάς στο υπέροχό του Ποίημα «Ένας Θεός» (που περικλείνει μέσα στις σύντομές του στροφές ολόκληρη την Ουσία της Θείας του Χριστού Διδασκαλίας), στην έφεσί μας για τη Γνώσι και Κατανόησι της «εν τω Παντί Αληθείας» ή «της του Παντός Φοράς», κατά Πλάτωνα.
Για να μπη λοιπόν κανείς ολότελα στο νόημα «του Κρατύλου» του Πλάτωνος και να εκτιμήση δεόντως την πρωταρχική αυτού σημασία και σπουδαιότητα για την τελική κατάκτησι της Γνώσεως, της Αληθείας και Επιστήμης, καλόν θα ήταν ο φιλομαθής Αναγνώστης να αναγνώση τουλάχιστον τα ακόλουθα εκ των συγγραμμάτων μας: α) «Το Κλειδί της Θεοσοφίας», β) «Το εις το Ελληνικόν Αλφάβητον και το Σύμπαν υπολανθάνον Μυστήριον ή περί Επιστήμης», γ) Τα Σατιρικά Γυμνάσματα του Κωστή Παλαμά και η Σωκρατική Παράδοσι, γ) «Η Αποκάλυψις της Αποκρύφου Διατάξεως του Ελληνικού Αλφαβήτου.




_____________________________
(1) Ας προσέξη καλά ο αγαπητός Αναγνώστης τη φράσι αυτή, που εγκλείει, μέσα της άφθαστη σοφία! «Εγώ είμαι παν ό,τι έχει συμβή, και το ον, και παν ό,τι θα γίνη. Και κανείς άνθρωπος,όντας θνητός, μπόρεσέ ποτέ να αποκαλύψη τον πέπλο μου!» Δηλαδή: η Ίσις είναι «η θεία του Παντός Φορά», περί την οποία περιστρέφεται ολόκληρος ο «Κρατύλος» του Πλάτωνος, ως και η Συνολική Διδασκαλία του Πλάτωνος, και περί της οποίας ομιλεί και η απόκρυφη Διάταξι του Ελληνικού Αλφαβήτου. Και μόνον ένας Αθάνατος (ένας θείος Άνθρωπος ή Επίγειος Θεός, όπως ο Πλάτων) μπορεί και είναι εξουσιοδοτημένος ν’ αποκαλύπτη τον Πέπλο της Ίσιδος, δηλαδή τα συνολικά Μυστήρια, τα σχετικά με την Ουσία, τη Φύσι, τη Συνολική Εξέλιξι και με τα εκπληκτικά τελικά πεπρωμένα του… Αιωνίου Ανθρώπου, περί τον οποίο περιστρέφεται πάσα Γνώσι και Επιστήμη!



ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ 2ον ΜΕΡΟΣ

https://intruder1901.blogspot.gr/2016/09/2.html



ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ
ΠΛΟΥΤΩΝ Ή Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΧΑΛΑ

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Τα Λύτρα [La rançon] – Charles Baudelaire


Ο άνθρωπος έχει, για να ξεπληρώσει τα λύτρα του,
Δυο αγρούς με πέτρα πορώδη, βαθιά και πλούσια,
Που πρέπει ν' ανακινεί και να εκχερσώνει
Με το σιδερένιο εργαλείο της κρίσης.

Το πιο μικρό ρόδο για ν' αποκτήσει,
Ελάχιστα στάχυα για να σουφρώσει,
Με τα δάκρυα του γκρίζου μετώπου του
Αδιάκοπα πρέπει να ποτίζει.

Ο ένας είναι η Τέχνη κι ο άλλος η Αγάπη.
-Για ν' αποδώσει ο επιεικής κριτής,
Όταν της απόλυτης δικαιοσύνης
Θ' ανατείλει η φοβερή μέρα,

Θα πρέπει να τους δείξει σιταποθήκες
Γεμάτες θερισμούς και λουλούδια
Που με τα σχήματα και τα χρώματα
Κερδίζουν των Αγγέλων την αποδοχή.

* * *

L'homme a, pour payer sa rançon,
Deux champs au tuf profond et riche,
Qu'il faut qu'il remue et défriche
Avec le fer de la raison ;

Pour obtenir la moindre rose,
Pour extorquer quelques épis,
Des pleurs salés de son front gris
Sans cesse il faut qu'il les arrose.

L'un est l'Art, et l'autre l'Amour.
- Pour rendre le juge propice,
Lorsque de la stricte justice
Paraîtra le terrible jour,

Il faudra lui montrer des granges
Pleines de moissons, et des fleurs
Dont les formes et les couleurs
Gagnent le suffrage des Anges.

Charles Baudelaire
Τα Άνθη του Κακού – Les Fleurs du Mal
Μετάφραση Δέσπω Καρούσου
Έκδοση Δίγλωσση
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ


Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Αυτοκτονία στη Βιβλιοθήκη – Robert Bloch


Αν κάποιος τον έβλεπε να κάθεται εκεί, μέσα στο μουντό ημίφως της βιβλιοθήκης, δε θα μπορούσε ποτέ να υποπτευθεί την πραγματική του ιδιότητα. Στις μέρες μας, οι μάγοι δεν ντύνονται με μαύρους μανδύες διακοσμημένους με ασημένια καβαλιστικά σύμβολα. Αντί γι’ αυτό, φορούν βυσσινιές ρόμπ-ντε-σαμπρ. Δεν απαιτείται απ’ αυτούς να διαθέτουν σμιχτά φρύδια, μακριά νύχια σαν του αρπακτικού ή μάτια που φλέγονται καταπράσινα, σαν όνειρα φυλακισμένα στο σμαράγδι. Ούτε και είναι αναγκαστικά καμπούρηδες, ύπουλοι και γέροι. Αυτός τουλάχιστον δεν ήταν. Ήταν νέος και λυγερόκορμος, με αρχοντική κορμοστασιά.
Καθόταν κάτω από το φως της λάμπας, μέσα στο μεγάλο δωμάτιο με τις δρύινες επενδύσεις στους τοίχους. Ένα μελαχρινός, όμορφος άντρας, γύρω στα τριάντα πέντε. Δύσκολα θα διέκρινε κανείς ορατά ίχνη σκληρότητας ή μοχθηρίας στο καλοσμιλεμένο του πρόσωπο, και καμία υποψία τρέλας δε φαινόταν να σκιάζει το κοφτερό του βλέμμα. Κι ωστόσο, ήταν μάγος πέρα από κάθε αμφιβολία, το ίδιο όπως κι εκείνοι που τελούν ανθρωποθυσίες μέσα στο σκοτάδι απαγορευμένων τύμβων, κάτω από το βλέμμα ξασπρισμένων νεκροκεφαλών.
Αν κάποιος ήθελε να το επιβεβαιώσει, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να επιθεωρήσει τους τοίχους της βιβλιοθήκης. Μόνο ένας μάγος θα μπορούσε να κατέχει εκείνους του μουχλιασμένους, σκουληκοφαγωμένους τόμους που κατέγραφαν μια γνώση τερατώδη και αλλόκοτη. Μόνο κάποιος ειδήμων στις απόκρυφες τέχνες θα αποτολμούσε να εντρυφήσει στα σκοτεινά μυστήρια βιβλίων όπως το Νεκρονομικόν, Τα Μυστήρια του Σκώληκος του Λούντβιχ Πριν, το Σκοτεινές Τελετουργίες του τρελού Λουβέχ-Κεράφ, ιερέα της Μπαστα, ή το φρικαλέο Cultes des Goules του Κομπ ντ’ Ερλέτ. Κανείς εκτός από έναν πεπειραμένο μυστικιστή δε θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σ’ εκείνα τα δεμένα με αιθιοπικό δέρμα αρχαία χειρόγραφα, και μόνο ένας αληθινός μύστης θα έκαιγε ένα τόσο αρωματικό και αφροδισιακό λιβάνι μέσα σ’ ένα θυμιατήρι φτιαγμένο από ανθρώπινο κρανίο. Και ποιος άλλος θα γέμιζε ένα ολόκληρο δωμάτιο – το οποίο, ευτυχώς έκρυβε σπλαχνικά το σκοτάδι – με περίεργα κειμήλια, νεκρικά ενθύμια από συλημένους τάφους και παμπάλαιες περγαμηνές γεμάτες αρχέγονους τρόμους.
Επιφανειακά, το δωμάτιο εκείνη τη νύχτα έμοιαζε φυσιολογικό, όπως φυσιολογικός έμοιαζε και ο ένοικός του. Αλλά όποιος ήθελε αποδείξεις τόσο για τη βαθιά παραδοξότητα του χώρου, όσο και για την ταυτότητα του ανθρώπου που βρισκόταν εκεί, δεν ήταν απαραίτητο να κοιτάξει ούτε το κρανίο, ούτε τα βιβλία, ούτε τα λείψανα που έκρυβαν οι σκιές. Γιατί απόψε ο Τζέιμς Άλινγκτον έγραφε στο μυστικό του ημερολόγιο, και οι συλλογισμοί του απείχαν πολύ από το να μπορούν να θεωρηθούν λογικοί.
«Απόψε είμαι έτοιμος να κάνω τη δοκιμή. Έχω πειστεί, τελικά, ότι ο διχασμός της ταυτότητας μπορεί να επιτευχθεί δια μέσου της ψυχοθεραπευτικής ύπνωσης, με την προϋπόθεση πως προηγουμένως έχει προκληθεί η κατάλληλη πνευματική διάθεση για έναν τέτοιο διαχωρισμό.
»Πρόκειται για ένα πραγματικά συναρπαστικό θέαμα. Διπλή ταυτότητα – το όνειρο του ανθρώπου από την αρχή του χρόνου! Δύο ψυχές σε ένα σώμα… ολόκληρη η φιλοσοφία βασίζεται σ’ ένα ανάλογο σχήμα. Στην αντίθεση μεταξύ καλού και κακού. Για ποιο λόγο, λοιπόν, να μην μπορεί μια τέτοια διαίρεση να συμβεί και στην ανθρώπινη ψυχή; Ο Στίβενσον είχε μονάχα εν μέρει δίκιο όταν συνέγραψε το Δόκτωρ Τζέκυλ και Κύριος Χάιντ. Φαντάστηκε μια χημική μεταμόρφωση που μεταπηδούσε από το ένα άκρο στο άλλο. Εγώ, αντιθέτως, πιστεύω πως οι δύο ταυτότητες συνυπάρχουν. Πως, αφού διαχωριστούν μέσω της αυτοϋπνωτιστικής υποβολής, κάποιος θα μπορούσε να απολαύσει δύο υπάρξεις ταυτόχρονα – τον καλό και τον κακό του εαυτό.
»Στη λέσχη περιγέλασαν τη θεωρία μου. Ο Φόστερ – αυτός ο αλαζόνας γεροξεκούτης – με αποκάλεσε ονειροπαρμένο. Ονειροπαρμένος εγώ; Και τι μπορεί να ξέρει αυτός – ένας θλιβερός χημικός της σειράς – από τα θεμελιώδη μυστήρια της Ζωής και του Θανάτου; Ακόμα και μια φευγαλέα ματιά στο εργαστήριό μου θα αρκούσε για να διαλύσει την ανόητη αυταρέσκειά του και να οδηγήσει την ψυχή του στην παραφροσύνη. Και οι άλλοι, επίσης, δεν ήταν καλύτεροι. Συγγραφείς του συρμού που κολακεύουν τον όχλο, απολιθώματα του σχολαστικισμού που αποκαλούν τους εαυτούς τους καθηγητές, σοβαροφανείς βιολόγοι που σοκάρονται στο άκουσμα των πειραμάτων μου πάνω στη δημιουργία συνθετικής ζωής – τι να καταλάβουν τέτοια άτομα; Θα τους έπιανε ρίγος μπροστά στο Νεκρονομικόν. Αν μπορούσαν θα το έκαιγαν ευχαρίστως. Θα το έκαιγαν όπως είχαν κάνει και οι ευσεβείς πρόγονοί τους πριν από τριακόσια χρόνια. Όλοι τους υλιστές, σκεπτικιστές, κυνηγοί μαγισσών! Ανόητος συρφετός που μου φέρνει αναγούλα. Φαίνεται πως είναι στη μοίρα των πρωτοπόρων να πορεύονται μόνοι τους. Πολύ καλά, λοιπόν, θα πορευτώ κι εγώ μόνος μου – μα σύντομα θα σέρνονται γονυπετείς στην πόρτα μου και θα με εκλιπαρούν για έλεος! Αρκεί μονάχα να πετύχει το αποψινό μου εγχείρημα! Να αναγκάσω τον εαυτό μου, μέσω της ύπνωσης, να εκδηλώσει την διττή του προσωπικότητα! Είναι κάτι που ακόμα και η σύγχρονη ψυχολογία ισχυρίζεται πως μπορεί να επιτευχθεί. Ο πνευματισμός, επίσης, αναγνωρίζει μια τέτοια πιθανότητα. Οι αρχαίοι ήταν αυτοί που μου προμήθευσαν το κλειδί της επίλυσης του προβλήματος, όπως το είχαν κάνει και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν… Εκείνος ο Αλχραζέντ γνώριζε πολλά – και ήταν ακριβώς το αβάσταχτο βάρος της γνώσης που τον οδήγησε στην τρέλα.
»Δύο σώματα! Άπαξ και καταφέρω να φτάσω, με τη θέλησή μου και μόνο, σε μια τέτοια κατάσταση, θα έχω πρόσβαση σε δυνάμεις που πάντοτε ήταν απαγορευμένες στους ανθρώπους. Ίσως ακόμα και στην αθανασία. Δεν απέχει παρά ένα βήμα παραπέρα. Ύστερα, δε θα χρειάζεται πια να κρύβομαι σ’ αυτή την τρύπα. Δε θα υπάρχει λόγος να καμουφλάρω τις έρευνές μου ως ένα άκακο χόμπι. Ονειροπαρμένος, ε; λοιπόν, θα τους δείξω εγώ!
»Αναρωτιέμαι πως θα δείχνει εκείνη η άλλη μορφή. Θα είναι, άραγε, ανθρώπινη; Θα πρέπει να είναι, ειδάλλως – καλύτερα, όμως, να μην το σκέφτομαι αυτό. Το πιο πιθανό είναι να πρόκειται για έναν τύπο κακάσχημο. Δεν έχω αυταπάτες για τον εαυτό μου. Ξέρω πολύ καλά τη σκοτεινή πλευρά της φύσης μου, η οποία, αν και συγκαλυμμένη, είναι αδιαμφισβήτητα κυρίαρχη. Υπάρχει, ωστόσο, κίνδυνος – το Κακό είναι μια ανεξέλεγκτη δύναμη, κι εγώ πρόκειται να το απομονώσω στην πιο καθαρή του μορφή. Θα αντλήσει ενέργεια από το σώμα μου – ισχύ για να εκδηλωθεί με φυσική υπόσταση. Αυτό όμως δε θα με πτοήσει. Πρέπει να επιχειρήσω τη δοκιμή. Αν πετύχει, θ’ αποκτήσω δύναμη – δύναμη πέρα από κάθε φαντασία – δύναμη για να σκοτώσω, για να ρημάξω, για να καταστρέψω! Θα κάνω ορισμένες καινούριες προσθήκες στην μικρή μου συλλογή εδώ πέρα, θα κανονίσω και μερικούς παλιούς λογαριασμούς με τους σκεπτικιστές φίλους μου. Μετά, θα μπορέσω ν’ ασχοληθώ και με άλλα ευχάριστα πράγματα.
»Αρκετά όμως με απορρόφησαν οι συλλογισμοί μου. Ήρθε η ώρα να ξεκινήσω. Θα κλειδώσω τις πόρτες της βιβλιοθήκης. Οι υπηρέτες έχουν φύγει για το βράδυ και κανείς δεν πρόκειται να με διακόψει. Δεν τολμώ να χρησιμοποιήσω κάποιο μηχάνημα ηλεκτρικής ύπνωσης, από φόβο μήπως προκληθούν τίποτα δυσάρεστες επιπλοκές και δεν καταφέρω να ξυπνήσω. Αντιθέτως, θα προσπαθήσω να προκαλέσω την ύπνωση μέσω της έντονης προσήλωσης του βλέμματός μου σ’ αυτόν τον βαρύ, γυαλιστερό χαρτοκόπτη πάνω στο γραφείο μου. Εν τω μεταξύ, θα εστιάσω τη σκέψη μου στην ουσία του θέματος, χρησιμοποιώντας τον Ψυχικό Ψαλμό του Σεμπέκ.
»Θα βάλω το ξυπνητήρι να χτυπήσει στις δώδεκα, ακριβώς σε μια ώρα από τώρα. Το κουδούνισμά του θα λύσει το ξόρκι. Πιστεύω πως αυτή είναι η μόνη προφύλαξη που θα χρειαστεί να πάρω. Ως ένα επιπρόσθετο προληπτικό μέτρο, θα κάψω αυτή την καταγραφή. Αν κάτι πάει στραβά, δε θα ήθελα όλα τα μικρά μου σχέδια να αποκαλυφθούν στον κόσμο.
»Τίποτα, ωστόσο, δεν πρόκειται να πάει στραβά. Έχω εξασκήσει την τεχνική της αυτοϋπνωσης πολλές φορές στο παρελθόν, και σκοπεύω να είμαι προσεκτικός. Θα είναι θαυμάσια η αίσθηση να ελέγχω δύο σώματα ταυτόχρονα. Μετά βίας μπορώ να συγκρατηθώ – το κορμί μου τρέμει από ενθουσιασμό και ανυπομονησία για την επικείμενη μεταμόρφωση. Δύναμη!
»Πολύ καλά. Μόλις αυτή η καταγραφή γίνει στάχτη, θα είμαι πλέον έτοιμος – έτοιμος να επιχειρήσω το σπουδαιότερο πείραμα που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα».

***


Ο Τζέιμς Άλινγκτον κάθισε μπροστά στο αμπαζούρ. Εμπρός του πάνω στο τραπέζι βρισκόταν ο χαρτοκόπτης, με τη γυαλιστερή του λάμα να λαμποκοπάει κάτω από το φως. Μόνο ο νωχελικός χτύπος του ρολογιού έσπαγε τη μαύρη σιωπή του κλειδωμένου δωματίου.
Τα μάτια του μάγου έμοιαζαν να είναι από γυαλί. Άστραφταν ακίνητα στο ημίφως, σαν τα μάτια ενός βασιλίσκου. Οι αντανακλάσεις από την επιφάνεια της λεπίδας καρφώνονταν στον αμφιβληστροειδή του σαν τις φλογερές ακτίνες ενός διάπυρου ήλιου, όμως το εκστατικό του βλέμμα δεν ταλαντεύθηκε ούτε σπιθαμή.
Ποιος ξέρει τι παράξενες αλλαγές συνέβαιναν μέσα στο μαγεμένο μυαλό του ονειρευτή. Ποια λεπτή μεταστοιχείωση γεννιόταν από την ίδια του την αποφασιστικότητα. Είχε ήδη μισοβυθιστεί στον ύπνο, αμετάκλητα αποφασισμένος να διχάσει την ψυχή του, να διαιρέσει την προσωπικότητά του, να διχοτομήσει το εγώ του. Ποιος ξέρει αλήθεια; Ο υπνωτισμός μπορεί να κάνει παράξενα πράγματα.
Τι μυστικές Δυνάμεις να επικαλέστηκε, άραγε, για να τον συνδράμουν στον αγώνα του; Ποια μαύρη, ανόσια ζωή να γεννήθηκε στα ζοφερά τρίσβαθα της συνείδησής του; Ποιοι λάγνοι δαίμονες της κόλασης ανέλαβαν να πραγματοποιήσουν τις σκοτεινές του επιθυμίες;
Γιατί αυτές όντως πραγματοποιήθηκαν. Ξύπνησε ξαφνικά, κι αμέσως ένιωσε πως δεν ήταν πια μόνος του μέσα στο δωμάτιο - ένιωσε την παρουσία κάποιου άλλου, κάποιου που έστεκε μες στις σκιές, από την άλλη μεριά του τραπεζιού.
Ή μήπως δεν ήταν κάποιος άλλος; Μήπως ήταν αυτός ο ίδιος; Χαμήλωσε τα μάτια και κοίταξε το σώμα του, και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή έκπληξης. Έμοιαζε να έχει συρρικνωθεί σε λιγότερο από το ένα τέταρτο του αρχικού του μεγέθους! Το κορμί του ήταν ελαφρύ, εύθραυστο, λειψό. Προς στιγμήν στάθηκε τελείως ανίκανος να σκεφτεί ή να κουνηθεί. Το βλέμμα του στράφηκε στη γωνία του δωματίου, σε μια μάταιη προσπάθεια να διακρίνει μέσα στη σκοτεινιά τις κινήσεις μιας παρουσίας που έσερνε εκεί τα βήματά της.
Και τότε συνέβη. Μέσα από το σκοτάδι ξεπρόβαλε ο εφιάλτης. Ο απόλυτος, ο πλέον απροκάλυπτος εφιάλτης – μια τερατώδης, τριχωτή φιγούρα, πελώρια, γκροτέσκα και πιθηκοειδής, μια αποκρουστική παρωδία όλων των ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Ήταν η ίδια η ενσάρκωση της πιο άγριας παραφροσύνης. Σάλια έτρεχαν από τα τερατώδη σαγόνια και τα κατακόκκινα μάτια έλαμπαν με μια πανάρχαια και σατανική σοφία, ενώ τη γκριμάτσα του θανάτου ολοκλήρωνε ένα λάγνο μουσούδι και δύο ζευγάρια κίτρινοι κυνόδοντες. Έμοιαζε με ζωντανό κρανίο που σάπιζε πάνω στο σώμα ενός μαύρου πιθήκου. Ήταν αποτρόπαιο και διεστραμμένο, πρωτόγονο και σοφό.
Μια ανατριχιαστική σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό του Άλινγκτον. Μήπως αυτό το μακάβριο ξέρασμα των τάφων, αυτή η σιχαμερή φρίκη νεκροζώντανου τρόμου ήταν ο άλλος του εαυτός;
Ο μάγος συνειδητοποίησε πολύ αργά τι είχε συμβεί. Το πείραμά του είχε πετύχει, αλλά μ’ έναν εντελώς διεστραμμένο τρόπο. Δεν είχε καταλάβει πόσο πολύ το κακό είχε κυριαρχήσει πάνω στο καλό μέσα του. Αυτό το τέρας – αυτό το φρικαλέο βδέλυγμα του σκότους – ήταν δυνατότερο από κείνον και, όντας καμωμένο από ατόφιο Κακό, δεν μπορούσε να ελεγχθεί πνευματικά από τον άλλο του εαυτό. Ο Άλινγκτον το παρατηρούσε τώρα υπό το πρίσμα ενός καινούριου φόβου. Έμοιαζε με πλάσμα βγαλμένο από την Κόλαση. Και η μιαρότητα, η αισχρότητα και η κτηνωδία των χαρακτηριστικών του επισκιαζόταν μονάχα από εκείνη τη σαρδόνια παρωδία γέλιου που ήταν ζωγραφισμένη στην όψη του. Το ζωώδες κορμί του παρέπεμπε αόριστα σε αθέατους τρόμους που σέρνονται μέσα σε σκοτεινούς τάφους ή καιροφυλακτούν στις πιο βαθιές κόγχες του φυσιολογικού νου. Εντούτοις, πάνω σ’ αυτή τη μορφή ο Άλινγκτον αναγνώρισε μια παρανοϊκή αταβιστική καρικατούρα του εαυτού του – όλη αυτή η λαγνεία, όλη εκείνη η απληστία και ψυχοπαθολογική φιλοδοξία, η σκληρότητα και η άγνοια. Τα δαιμονικά μυστικά του μυαλού του, μέσα στο σώμα ενός γιγάντιου πιθήκου!
Και σαν απάντηση σ’ αυτή την αναγνώριση, το πλάσμα ξέσπασε σε γέλια, και πλοκάμια φρίκης άδραξαν την καρδιά του μάγου.
Τώρα ερχόταν καταπάνω του – σκόπευε ολοφάνερα να τον εξοντώσει, όπως του υπαγόρευε η σατανική του φύση. Ο Άλινγκτον πάλεψε ν’ απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε, με το γελοιωδώς μικροσκοπικό του σώμα να παρεμποδίζεται από ρούχα που ήταν εξωφρενικά μεγάλα για τη συρρικνωμένη του φιγούρα. Κατάφερε να ξεμακρύνει τρέχοντας και να κολλήσει με την πλάτη στον τοίχο της βιβλιοθήκης. Η φωνή του, περίεργα ψιλή, στρίγγλιζε μανιασμένα ικεσίες και ανώφελες προσταγές στη νέμεσή του που ολοένα και πλησίαζε. Οι προσευχές και οι κατάρες του μετατράπηκαν σ’ ένα βραχνό, ασυνάρτητο παραλήρημα τρέλας καθώς το θεόρατο κτήνος χίμηξε πάνω από το τραπέζι. Το πείραμά του είχε πετύχει και με το παραπάνω… και με το παραπάνω! Με γουρλωμένα μάτια, παρακολούθησε συγκλονισμένος εκείνη τη ζωώδη παλάμη να χουφτώνει το χαρτοκόπτη – κι αμέσως η νύχτα σείστηκε από ένα τρομακτικό γέλιο. Το πλάσμα γελούσε! Γελούσε! Κάπου, ένα ξυπνητήρι άρχισε να χτυπάει, μα ο μάγος δεν μπορούσε πια να το ακούσει…
Βρήκαν τον Τζέιμς Άλινγκτον να κείτεται νεκρός πάνω στο πάτωμα της βιβλιοθήκης. Ένας χαρτοκόπτης ήταν μπηγμένος στο στήθος του, και κατέληξαν στο συμπέρασμα πως επρόκειτο για αυτοκτονία, καθώς κανείς δε θα μπορούσε να έχει εισβάλει σ’ εκείνο το κλειδωμένο και δίχως παράθυρα δωμάτιο.
Όμως αυτό δεν εξηγούσε τις δαχτυλιές πάνω στη λαβή του χαρτοκόπτη – εκείνες τις τρομερές δαχτυλιές – σαν κι αυτές που θα άφηνε το χέρι ενός γιγάντιου πιθήκου.


Robert Bloch
Ο Φύλακας της Πύλης
Και Άλλες Ιστορίες της Μυθολογίας Κθούλου
Βιβλίο 1
Μετάφραση Γιάννης Στολτίδης
Εκδόσεις Η Άγνωστη Καντάθ 2014

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Η νύστα - Anton Chekhov


Είναι νύχτα. Η νταντά Βάρια, κορίτσι δεκατριών χρονών, κουνάει το μωρό στην κούνια, και με φωνή που μόλις ακούγεται μουρμουρίζει:
Νανι, νάνι το μικράκι,
Θα του πω ένα τραγουδάκι…
Μπροστά στο εικόνισμα καίει μια πράσινη καντήλα. Απ’ τη μια άκρη της κάμαρης ως την άλλη, είναι τεντωμένο ένα σκοινί με κρεμασμένες φασκιές κι ένα μεγάλο μαύρο παντελόνι. Από το φως της καντήλας σχηματίζεται στο ταβάνι μια μεγάλη πράσινη κηλίδα κι οι φασκιές με το παντελόνι ρίχνουν μακριές σκιές στο τζάκι, στην κούνια, στη Βάρια… Όταν το φως της καντήλας τρεμοσβήνει, η κηλίδα κι οι σκιές ζωντανεύουν και κουνιούνται σα να φυσάει άνεμος. Στην κάμαρη η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική και μυρίζει λαχανόσουπα και πετσιά.
Το μωρό κλαίει. Έχει πια βραχνιάσει κι απόκαμε από το κλάψιμο, αλλά δεν παύει ολοένα να φωνάζει, κι άγνωστο είναι πότε θα ησυχάσει. Κι όμως, η Βάρια θέλει να κοιμηθεί. Τα μάτια της σφαλνούνε, το κεφάλι της σέρνεται προς τα κάτω, ο λαιμός της πονάει. Δεν μπορεί να κουνήσει ούτε τα βλέφαρα ούτε τα χείλη, και της φαίνεται πως το πρόσωπό της στέγνωσε και ξύλιασε, πως το κεφάλι της έγινε μικρό σαν κεφαλάκι καρφίτσας.
-Νάνι, νάνι το μικράκι – μουρμουρίζει – θα του κάνω πιλαφάκι…
Μέσα στη θερμάστρα φωνάζει ένας γρύλος. Στη διπλανή κάμαρη, πίσω από την πόρτα, ροχαλίζουν τ’ αφεντικό κι ο Θανάσης, ο κάλφας… Η κούνια τρίζει λυπητερά, η Βάρια μουρμουρίζει, κι όλ’ αυτά ενώνονται σε μια νυχτερινή νανουριστική μουσική, που έτσι γλυκά την ακούει κανείς όταν είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Τώρα όμως η μουσική αυτή ερεθίζει και τυραννεί, γιατί της αυξάνει τη νύστα ενώ δε γίνεται να κοιμηθεί. Αν – που ο Θεός να μην το δώσει – αποκοιμιότανε η Βάρια, τ’ αφεντικά της θα την έσπαζαν στο ξύλο.
Η καντήλα τρεμοσβήνει. Η πράσινη κηλίδα κι οι σκιές κουνιούνται, χώνονται στα μισοσφαλισμένα ακίνητα μάτια της Βάριας και προκαλούν στο μισοκοιμισμένο μυαλό της θολά όνειρα. Βλέπει μαύρα σύννεφα που τρέχουν το ‘να κατόπι του άλλου στον ουρανό και φωνάζουν σα μωρό. Μα να, φύσηξε αέρας, τα σύννεφα χάθηκαν κι η Βάρια βλέπει ένα πλατύ λιθόστρωτο, σκεπασμένο με νερουλή λάσπη, μια σειρά από κάρα, ανακατωμένους ανθρώπους με δισάκια στις πλάτες, και κάτι σκιές που πηγαίνουν πίσω μπρος, από τις δύο μεριές, ανάμεσα στην κρύα και σκυθρωπή ομίχλη. Φαίνονται δάση. Ξαφνικά οι άνθρωποι με τα δισάκια πέφτουν καταγής στη νερουλή λάσπη.
-Γιατί πέσανε; - ρωτά η Βάρια.
-Να κοιμηθούνε, να κοιμηθούνε! – της αποκρίνονται.
Και βυθίζονται σε ύπνο βαθύ, κοιμούνται γλυκά, ενώ στα σύρματα του τηλέγραφου κάθονται κουρούνες και τσίχλες, που φωνάζουν σα μωρό και προσπαθούν να τους ξυπνήσουν.
-Νάνι, νάνι το μικράκι, θα του πω ένα τραγουδάκι… - μουρμουρίζει η Βάρια και βλέπει τώρα τον εαυτό της μέσα σε μια σκοτεινή, πνιγερή καλύβα.
Στο πάτωμα στριφογυρίζει ο μακαρίτης ο πατέρας της, Εφήμ Στεπάνωφ. Δεν τον βλέπει, ακούει όμως πως κυλιέται στο πάτωμα απ’ τον πόνο κι αναστενάζει. Πάσχει, όπως λέει, από «σπάσιμο». Ο πόνος είναι τόσο δυνατός, που δεν μπορεί να προφέρει ούτε λέξη, παρά ρουφάει μονάχα αέρα και τα δόντια του χτυπούν γρήγορα σαν τούμπανο.
-Μπου-μπου-μπου-μπου…
Η μητέρα της, η Πελαγία, έτρεξε στην έπαυλη να πει στους κυρίους πως ο Εφήμ πεθαίνει. Είναι πια πολλή ώρα που έφυγε κι έπρεπε να είχε γυρίσει. Η Βάρια, ξαπλωμένη πάνω στο τζάκι, δεν κοιμάται κι ακούει το «μπου-μπου-μπου» του πατέρα της. Μα να, ακούγεται κάποιος να έχει φτάσει με άμαξα στην καλύβα. Οι κύριοι έστειλαν ένα νέο γιατρό, που τους είχε έρθει μουσαφίρης απ’ την πόλη. Ο γιατρός μπαίνει στην καλύβα. Δε φαίνεται στο σκοτάδι, ακούγεται όμως να βήχει, και χτυπάει την πόρτα.
-Ανάψτε φως – λέει ο γιατρός.
-Μπου-μπου-μπου… - αποκρίνεται ο Εφήμ.
Η Πελαγία ορμάει στο τζάκι και ζητάει να ‘βρει την κεραμίδα με τα σπίρτα. Περνάει ένα λεπτό σιωπής. Ο γιατρός βγάζει βιαστικά από την τσέπη του κι ανάβει δικό του σπίρτο.
-Αμέσως αφεντικό, αμέσως – λέει η Πελαγία ορμώντας έξω απ’ την καλύβα, και σε λιγάκι γυρίζει μ’ ένα αποκέρι.
Τα μάγουλα του Εφήμ είναι τριανταφυλλιά, τα μάτια του λάμπουν και το βλέμμα του είναι τόσο διαπεραστικό, που θαρρείς πως ο Εφήμ βλέπει πέρα πέρα και την καλύβα και το γιατρό.
-Ε, τι έχεις; Τ’ είν’ αυτό που ‘βαλες στο νου σου; - λέει ο γιατρός και σκύβει στον Εφήμ. Ε, ε! Είναι καιρός που το ‘παθες αυτό;
-Τι πράμα; Ήρθε η ώρα να πεθάνω, εξοχότατε… Δε θα ζήσω πια…
-Άσε τις ανοησίες… Θα σε γιατρέψουμε!
-Όπως αγαπάτε εξοχότατε, ευχαριστούμε πολύ. Μα καταλαβαίνουμ’ εμείς… Σαν έρθει ο χάρος τι να γίνει;
Ο γιατρός καταγίνεται με τον Εφήμ ένα τέταρτο της ώρας. Ύστερα σηκώνεται και λέει:
-Τίποτα δεν μπορώ να κάνω… Πρέπει να πας στο νοσοκομείο να σου κάνουν εγχείρηση. Να πας αμέσως! Χωρίς άλλο να πας! Είναι λιγάκι αργά κι όλοι πια θα κοιμούνται στο νοσοκομείο, μα δεν πειράζει, θα σου δώσω ένα μπιλιετάκι. Ακούς;
-Μα πως θα πάει, αφεντικό; - λέει η Πελαγία. Δεν έχουμε άλογο.
-Δεν πειράζει, θα παρακαλέσω τους κυρίους να δώσουν άλογο.
Ο γιατρός φεύγει, το κερί σβήνει κι ακούγεται πάλι το «μπου-μπου-μπου…». Ύστερ’ από μισή ώρα, κάποια άμαξα πλησιάζει στην καλύβα. Οι κύριοι έστειλαν κάρο για να πάνε τον Εφήμ στο νοσοκομείο. Ο Εφήμ ετοιμάζεται να φύγει…

Μα να, φτάνει το πρωί ωραίο και φωτεινό. Η Πελαγία δεν είναι σπίτι. Πήγε στο νοσοκομείο να μάθει τι κάνει ο Εφήμ. Κάπου κλαίει ένα μωρό και η Βάρια ακούει κάποιον να τραγουδάει με τη φωνή της:
-Νάνι, νάνι το μικράκι, θα του πω ένα τραγουδάκι…
Γυρίζει η Πελαγία, κάνει το σταυρό της και ψιθυρίζει:
-Τη νύχτα τονε βόλεψαν, και κοντά να ξημερώσει ξεψύχησε… Αιωνία του η μνήμη, ο Θεός να αναπάψει την ψυχή του… Λένε πως ήταν αργά, τον παραμελήσαμε… Έπρεπε νωρίτερα…
Η Βάρια πηγαίνει στο δάσος, κάθεται κει και κλαίει, μα ξαφνικά κάποιος τη χτυπάει στο σβέρκο με τόση δύναμη, που το μέτωπό της χτυπάει στη σημύδα. Σηκώνει τα μάτια και βλέπει μπροστά της το αφεντικό της, τον παπουτσή.
-Τι κάνεις, βρε ψωριάρα; - της λέει. Το παιδί κλαίει και συ κοιμάσαι;
Την πιάνει δυνατά απ’ τ’ αυτί και την τραβάει, κι εκείνη ανατινάζει το κεφάλι της, κουνάει την κούνια και μουρμουρίζει το τραγούδι της. Η πράσινη, κηλίδα, κι οι σκιές του παντελονιού και των φασκιών κουνιούνται, της γνέφουν, και γρήγορα πάλι κατακτούν το μυαλό της. Ξαναβλέπει το λιθόστρωτο με τη νερουλή λάσπη. Οι άνθρωποι με τα δισάκια στις πλάτες κι οι σκιές, ξαπλωμένοι, κοιμούνται βαθιά, κι όσο τους βλέπει η Βάρια, τόσο περισσότερο θέλει να κοιμηθεί. Θα πλάγιαζε με λαχτάρα, μα η μητέρα της, η Πελαγία, περπατάει δίπλα της και την τραβολογάει. Πηγαίνουν βιαστικές κι οι δυό στην πόλη να ζητιανέψουν.
-Κάμετε ελεημοσύνη για την αγάπη του Χριστού! – παρακαλεί η μητέρα τους διαβάτες. Κάμετε έλεος, άρχοντες!
-Φερ’ εδώ το παιδί! – της αποκρίνεται κάποια γνώριμη φωνή. Δωσ’ εδώ το παιδί! – ξαναλέει η ίδια φωνή, αλλά τώρα θυμωμένα κι απότομα. Κοιμάσαι, σιχαμένη.
Η Βάρια αναστενάζει, κοιτάζει γύρω και καταλαβαίνει τι τρέχει. Δεν υπάρχει ούτε λιθόστρωτο, ούτε Πελαγία, ούτε διαβάτες, παρά μονάχα στέκεται στη μέση της κάμαρης η νοικοκυρά, που ήρθε να βυζάξει το μωρό της. Σ’ όλο το διάστημα που η χοντρή νοικονυρά βυζαίνει και καταπραϋνει το μωρό, η Βάρια στέκεται και την κοιτάζει περιμένοντας πότε θα τελειώσει. Έξω απ’ τα παράθυρα η ατμόσφαιρα αρχίζει πια να ξανοίγει, οι σκιές κι η πράσινη κηλίδα στο ταβάνι χλομιάζουν. Γρήγορα θα ξημερώσει.
-Πάρ’ το! – λέει η νοικοκυρά και κουμπώνει την πουκαμίσα της στο στήθος. Το μωρό κλαίει. Χωρίς άλλο το μάτιασαν…
Η Βάρια παίρνει το μωρό, το βάζει στην κούνια και ξαναρχίζει να το κουνάει. Η πράσινη κηλίδα κι οι σκιές λίγο λίγο χάνονται και δεν υπάρχει πια τίποτα να χωθεί στο κεφάλι της και να σκοτίσει το μυαλό της. Κι όμως, όπως πριν, θέλει να κοιμηθεί. Αχ πως θέλει να κοιμηθεί, τρομάρα της! Η Βάρια ακουμπάει το κεφάλι της στην άκρη της κούνιας και κουνιέται μ’ όλο το κορμί της για να νικήσει τον ύπνο, αλλά τα μάτια της σφαλνούνε και το κεφάλι της είναι βαρύ.
-Βάρια, άναψε το τζάκι! – ακούγεται πίσω απ’ την πόρτα η φωνή του αφεντικού.
Δηλαδή, είναι πια καιρός να σηκωθούν και ν’ αρχίσουν τη δουλειά. Η Βάρια αφήνει την κούνια και τρέχει στην αποθήκη για ξύλα. Είναι όλο χαρά. Όταν κανείς τρέχει ή περπατάει, δεν θέλει τόσο να κοιμηθεί όπως όταν κάθεται. Φέρνει τα ξύλα, ανάβει το τζάκι κι αισθάνεται πως το ξυλιασμένο πρόσωπό της παίρνει ζωή και ξανοίγουν οι σκέψεις της.
-Βάρια, βάλε το σαμοβάρι! – φωνάζει η νοικοκυρά.
Η Βάρια κόβει πελεκούδια, αλλά, μόλις προφθάνει να τ’ ανάψει και να τα βάλει στο σαμοβάρι, ακούγεται νέα διαταγή!
-Βάρια, πάστρεψε τις γαλότσες τ’ αφεντικού!
Κάθεται στο πάτωμα, καθαρίζει τις γαλότσες και συλλογιέται πως θα ‘τανε καλά να ‘χωνε το κεφάλι της μεσ’ στη μεγάλη και βαθιά γαλότσα και να κοιμηθεί μέσα σ’ αυτή λιγάκι… Και ξαφνικά η γαλότσα μεγαλώνει, φουσκώνει, γεμίζει όλη την κάμαρη κι απ’ το χέρι της Βάριας ξεφεύγει η βούρτσα. Αμέσως όμως ανατινάζει το κεφάλι της, τεντώνει τα μάτια της και προσπαθεί να βλέπει έτσι που τ’ αντικείμενα να μη μεγαλώνουν και να μην κουνιούνται στα μάτια της.
Η Βάρια πλένει την εξωτερική σκάλα – τι θα πουν οι πελάτες;
Η Βάρια πλένει και την εσωτερική σκάλα, συγυρίζει τις κάμαρες, ύστερα ανάβει το άλλο τζάκι και τρέχει στο μπακάλικο. Δουλειά πολλή κι ούτε στιγμή ελεύθερη.
Μα το χειρότερο απ’ όλα είναι να στέκεται σ’ ένα μέρος μπρος στο τραπέζι της κουζίνας και να παστρεύει πατάτες. Το κεφάλι της σέρνεται προς το τραπέζι, η πατάτα σουφρώνει στα μάτια της, το μαχαίρι ξεφεύγει απ’ τα χέρια της, ενώ η χοντρή νοικοκυρά περπατάει θυμωμένη με ανασκουμπωμένα χέρια και μιλάει τόσο δυνατά, που βουίζουν τ’ αυτιά της. Το ίδιο βασανιστικό είναι να υπηρετεί στο τραπέζι, να πλένει, να ράβει… Έρχονται στιγμές που θέλει να ξαπλωθεί στο πάτωμα και να κοιμηθεί, χωρίς να δώσει προσοχή σε τίποτα.
Η μέρα περνάει. Όσο βλέπει τα παράθυρα να σκοτεινιάζουν, η Βάρια σφίγγει τ’ αποναρκωμένα μηλίγγια της, και χαμογελάει χωρίς να ξέρει κι η ίδια το γιατί. Το βραδινό σκοτάδι της χαϊδεύει τα μάτια, που σφαλνούνε, και της υπόσχεται γρήγορο, βαθύ ύπνο. Το βράδυ έρχονται στ’ αφεντικά επισκέψεις.
-Βάρια, βάλε το σαμοβάρι! – φωνάζει η νοικοκυρά.
Το σαμοβάρι των αφεντικών είναι μικρό, και για να πιουν οι μουσαφίρηδες τσάι, αναγκάζεται να ζεστάνει πέντε φορές. Ύστερ’ από το τσάι, η Βάρια στέκεται ολάκερη ώρα σ’ ένα μέρος, κοιτάζει τους μουσαφίρηδες και περιμένει διαταγές.
-Βάρια, τρέξε ν’ αγοράσεις τρεις μποτίλιες μπίρα!
Πετιέται από τη θέση της και προσπαθεί να τρέξει όσο μπορεί πιο γρήγορα, για ν’ αποδιώξει τον ύπνο!
-Βάρια, τρέξε να πάρεις βότκα! Βάρια, που ‘ναι το τιρμπουσόνι; Βάρια, πάστρεψε τις σαρδέλες!
Μα να, τέλος πάντων, οι μουσαφίρηδες έφυγαν, σβήνουν τα φώτα, και τ’ αφεντικά πηγαίνουν να κοιμηθούν.
-Βάρια, κούνησε το παιδί! – αντηχεί η στερνή διαταγή.
Στο τζάκι φωνάζει ο γρύλος. Η πράσινη κηλίδα στο ταβάνι κι οι σκιές του παντελονιού και των φασκιών ξαναχώνονται στα μισανοιγμένα μάτια της Βάριας, γνέφουν και σκοτίζουν το κεφάλι της.
-Νάνι, νάνι το μικράκι – μουρμουρίζει – θα του πω ένα τραγουδάκι…
Το μωρό φωνάζει κι αποκάνει απ’ τις φωνές. Η Βάρια ξαναβλέπει το λασπωμένο λιθόστρωτο, τους ανθρώπους με τα δισάκια, την Πελαγία, τον πατέρα της Εφήμ. Όλα τα νιώθει, όλους τους αναγνωρίζει, μόνο που δεν μπορεί, μισοκοιμισμένη όπως είναι να καταλάβει τη δύναμη εκείνη που της δένει χέρια και πόδια, την πιέζει και την εμποδίζει να ζήσει. Βλέπει γύρω της, ζητάει τη δύναμη να ελευθερωθεί απ’ αυτά, μα δεν τη βρίσκει. Στα ύστερα, καταβασανισμένη, βάζει όλες τις δυνάμεις της, βλέπει απάνω την πράσινη κηλίδα που κουνιέται, αφουγκράζεται τη φωνή και βρίσκει τον εχθρό που την εμποδίζει να ζήσει.
Ο εχθρός είναι το μωρό.
Γελάει. Απορεί πως δεν μπόρεσε νωρίτερα να καταλάβει τέτοιο μικρό πράγμα. Η πράσινη κηλίδα, οι σκιές κι ο γρύλος επίσης, φαίνεται, γελούνε κι απορούν.
Μια παραίσθηση την κυριεύει. Σκέφτεται καθώς κάθεται στο σκαμνάκι, κι όλη χαμόγελο, χωρίς ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια, περπατάει στην κάμαρη. Ευχαριστιέται, ηδονίζεται με την ιδέα πως αμέσως θα ελευθερωθεί απ’ το μωρό, που της δένει χέρια και πόδια… Να σκοτώσει το μωρό, κι ύστερα να κοιμηθεί, να κοιμηθεί…
Με γέλιο γνέφει και ακουμπάει η Βάρια με το δάχτυλό της την πράσινη κηλίδα, σιμώνει σιγά σιγά την κούνια και σκύβει στο μωρό, το πνίγει, και με γρηγοράδα πλαγιάζει στο πάτωμα, γελάει απ’ τη χαρά της που μπορεί να κοιμηθεί, κι ύστερα από ένα λεπτό κοιμάται πια βαθιά, σαν πεθαμένη…



Anton Chekhov
Η ΠΡΟΙΚΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κ. Σ. ΚΟΚΟΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΪΣΤΡΟΣ 2008