.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Η νύστα - Anton Chekhov


Είναι νύχτα. Η νταντά Βάρια, κορίτσι δεκατριών χρονών, κουνάει το μωρό στην κούνια, και με φωνή που μόλις ακούγεται μουρμουρίζει:
Νανι, νάνι το μικράκι,
Θα του πω ένα τραγουδάκι…
Μπροστά στο εικόνισμα καίει μια πράσινη καντήλα. Απ’ τη μια άκρη της κάμαρης ως την άλλη, είναι τεντωμένο ένα σκοινί με κρεμασμένες φασκιές κι ένα μεγάλο μαύρο παντελόνι. Από το φως της καντήλας σχηματίζεται στο ταβάνι μια μεγάλη πράσινη κηλίδα κι οι φασκιές με το παντελόνι ρίχνουν μακριές σκιές στο τζάκι, στην κούνια, στη Βάρια… Όταν το φως της καντήλας τρεμοσβήνει, η κηλίδα κι οι σκιές ζωντανεύουν και κουνιούνται σα να φυσάει άνεμος. Στην κάμαρη η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική και μυρίζει λαχανόσουπα και πετσιά.
Το μωρό κλαίει. Έχει πια βραχνιάσει κι απόκαμε από το κλάψιμο, αλλά δεν παύει ολοένα να φωνάζει, κι άγνωστο είναι πότε θα ησυχάσει. Κι όμως, η Βάρια θέλει να κοιμηθεί. Τα μάτια της σφαλνούνε, το κεφάλι της σέρνεται προς τα κάτω, ο λαιμός της πονάει. Δεν μπορεί να κουνήσει ούτε τα βλέφαρα ούτε τα χείλη, και της φαίνεται πως το πρόσωπό της στέγνωσε και ξύλιασε, πως το κεφάλι της έγινε μικρό σαν κεφαλάκι καρφίτσας.
-Νάνι, νάνι το μικράκι – μουρμουρίζει – θα του κάνω πιλαφάκι…
Μέσα στη θερμάστρα φωνάζει ένας γρύλος. Στη διπλανή κάμαρη, πίσω από την πόρτα, ροχαλίζουν τ’ αφεντικό κι ο Θανάσης, ο κάλφας… Η κούνια τρίζει λυπητερά, η Βάρια μουρμουρίζει, κι όλ’ αυτά ενώνονται σε μια νυχτερινή νανουριστική μουσική, που έτσι γλυκά την ακούει κανείς όταν είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Τώρα όμως η μουσική αυτή ερεθίζει και τυραννεί, γιατί της αυξάνει τη νύστα ενώ δε γίνεται να κοιμηθεί. Αν – που ο Θεός να μην το δώσει – αποκοιμιότανε η Βάρια, τ’ αφεντικά της θα την έσπαζαν στο ξύλο.
Η καντήλα τρεμοσβήνει. Η πράσινη κηλίδα κι οι σκιές κουνιούνται, χώνονται στα μισοσφαλισμένα ακίνητα μάτια της Βάριας και προκαλούν στο μισοκοιμισμένο μυαλό της θολά όνειρα. Βλέπει μαύρα σύννεφα που τρέχουν το ‘να κατόπι του άλλου στον ουρανό και φωνάζουν σα μωρό. Μα να, φύσηξε αέρας, τα σύννεφα χάθηκαν κι η Βάρια βλέπει ένα πλατύ λιθόστρωτο, σκεπασμένο με νερουλή λάσπη, μια σειρά από κάρα, ανακατωμένους ανθρώπους με δισάκια στις πλάτες, και κάτι σκιές που πηγαίνουν πίσω μπρος, από τις δύο μεριές, ανάμεσα στην κρύα και σκυθρωπή ομίχλη. Φαίνονται δάση. Ξαφνικά οι άνθρωποι με τα δισάκια πέφτουν καταγής στη νερουλή λάσπη.
-Γιατί πέσανε; - ρωτά η Βάρια.
-Να κοιμηθούνε, να κοιμηθούνε! – της αποκρίνονται.
Και βυθίζονται σε ύπνο βαθύ, κοιμούνται γλυκά, ενώ στα σύρματα του τηλέγραφου κάθονται κουρούνες και τσίχλες, που φωνάζουν σα μωρό και προσπαθούν να τους ξυπνήσουν.
-Νάνι, νάνι το μικράκι, θα του πω ένα τραγουδάκι… - μουρμουρίζει η Βάρια και βλέπει τώρα τον εαυτό της μέσα σε μια σκοτεινή, πνιγερή καλύβα.
Στο πάτωμα στριφογυρίζει ο μακαρίτης ο πατέρας της, Εφήμ Στεπάνωφ. Δεν τον βλέπει, ακούει όμως πως κυλιέται στο πάτωμα απ’ τον πόνο κι αναστενάζει. Πάσχει, όπως λέει, από «σπάσιμο». Ο πόνος είναι τόσο δυνατός, που δεν μπορεί να προφέρει ούτε λέξη, παρά ρουφάει μονάχα αέρα και τα δόντια του χτυπούν γρήγορα σαν τούμπανο.
-Μπου-μπου-μπου-μπου…
Η μητέρα της, η Πελαγία, έτρεξε στην έπαυλη να πει στους κυρίους πως ο Εφήμ πεθαίνει. Είναι πια πολλή ώρα που έφυγε κι έπρεπε να είχε γυρίσει. Η Βάρια, ξαπλωμένη πάνω στο τζάκι, δεν κοιμάται κι ακούει το «μπου-μπου-μπου» του πατέρα της. Μα να, ακούγεται κάποιος να έχει φτάσει με άμαξα στην καλύβα. Οι κύριοι έστειλαν ένα νέο γιατρό, που τους είχε έρθει μουσαφίρης απ’ την πόλη. Ο γιατρός μπαίνει στην καλύβα. Δε φαίνεται στο σκοτάδι, ακούγεται όμως να βήχει, και χτυπάει την πόρτα.
-Ανάψτε φως – λέει ο γιατρός.
-Μπου-μπου-μπου… - αποκρίνεται ο Εφήμ.
Η Πελαγία ορμάει στο τζάκι και ζητάει να ‘βρει την κεραμίδα με τα σπίρτα. Περνάει ένα λεπτό σιωπής. Ο γιατρός βγάζει βιαστικά από την τσέπη του κι ανάβει δικό του σπίρτο.
-Αμέσως αφεντικό, αμέσως – λέει η Πελαγία ορμώντας έξω απ’ την καλύβα, και σε λιγάκι γυρίζει μ’ ένα αποκέρι.
Τα μάγουλα του Εφήμ είναι τριανταφυλλιά, τα μάτια του λάμπουν και το βλέμμα του είναι τόσο διαπεραστικό, που θαρρείς πως ο Εφήμ βλέπει πέρα πέρα και την καλύβα και το γιατρό.
-Ε, τι έχεις; Τ’ είν’ αυτό που ‘βαλες στο νου σου; - λέει ο γιατρός και σκύβει στον Εφήμ. Ε, ε! Είναι καιρός που το ‘παθες αυτό;
-Τι πράμα; Ήρθε η ώρα να πεθάνω, εξοχότατε… Δε θα ζήσω πια…
-Άσε τις ανοησίες… Θα σε γιατρέψουμε!
-Όπως αγαπάτε εξοχότατε, ευχαριστούμε πολύ. Μα καταλαβαίνουμ’ εμείς… Σαν έρθει ο χάρος τι να γίνει;
Ο γιατρός καταγίνεται με τον Εφήμ ένα τέταρτο της ώρας. Ύστερα σηκώνεται και λέει:
-Τίποτα δεν μπορώ να κάνω… Πρέπει να πας στο νοσοκομείο να σου κάνουν εγχείρηση. Να πας αμέσως! Χωρίς άλλο να πας! Είναι λιγάκι αργά κι όλοι πια θα κοιμούνται στο νοσοκομείο, μα δεν πειράζει, θα σου δώσω ένα μπιλιετάκι. Ακούς;
-Μα πως θα πάει, αφεντικό; - λέει η Πελαγία. Δεν έχουμε άλογο.
-Δεν πειράζει, θα παρακαλέσω τους κυρίους να δώσουν άλογο.
Ο γιατρός φεύγει, το κερί σβήνει κι ακούγεται πάλι το «μπου-μπου-μπου…». Ύστερ’ από μισή ώρα, κάποια άμαξα πλησιάζει στην καλύβα. Οι κύριοι έστειλαν κάρο για να πάνε τον Εφήμ στο νοσοκομείο. Ο Εφήμ ετοιμάζεται να φύγει…

Μα να, φτάνει το πρωί ωραίο και φωτεινό. Η Πελαγία δεν είναι σπίτι. Πήγε στο νοσοκομείο να μάθει τι κάνει ο Εφήμ. Κάπου κλαίει ένα μωρό και η Βάρια ακούει κάποιον να τραγουδάει με τη φωνή της:
-Νάνι, νάνι το μικράκι, θα του πω ένα τραγουδάκι…
Γυρίζει η Πελαγία, κάνει το σταυρό της και ψιθυρίζει:
-Τη νύχτα τονε βόλεψαν, και κοντά να ξημερώσει ξεψύχησε… Αιωνία του η μνήμη, ο Θεός να αναπάψει την ψυχή του… Λένε πως ήταν αργά, τον παραμελήσαμε… Έπρεπε νωρίτερα…
Η Βάρια πηγαίνει στο δάσος, κάθεται κει και κλαίει, μα ξαφνικά κάποιος τη χτυπάει στο σβέρκο με τόση δύναμη, που το μέτωπό της χτυπάει στη σημύδα. Σηκώνει τα μάτια και βλέπει μπροστά της το αφεντικό της, τον παπουτσή.
-Τι κάνεις, βρε ψωριάρα; - της λέει. Το παιδί κλαίει και συ κοιμάσαι;
Την πιάνει δυνατά απ’ τ’ αυτί και την τραβάει, κι εκείνη ανατινάζει το κεφάλι της, κουνάει την κούνια και μουρμουρίζει το τραγούδι της. Η πράσινη, κηλίδα, κι οι σκιές του παντελονιού και των φασκιών κουνιούνται, της γνέφουν, και γρήγορα πάλι κατακτούν το μυαλό της. Ξαναβλέπει το λιθόστρωτο με τη νερουλή λάσπη. Οι άνθρωποι με τα δισάκια στις πλάτες κι οι σκιές, ξαπλωμένοι, κοιμούνται βαθιά, κι όσο τους βλέπει η Βάρια, τόσο περισσότερο θέλει να κοιμηθεί. Θα πλάγιαζε με λαχτάρα, μα η μητέρα της, η Πελαγία, περπατάει δίπλα της και την τραβολογάει. Πηγαίνουν βιαστικές κι οι δυό στην πόλη να ζητιανέψουν.
-Κάμετε ελεημοσύνη για την αγάπη του Χριστού! – παρακαλεί η μητέρα τους διαβάτες. Κάμετε έλεος, άρχοντες!
-Φερ’ εδώ το παιδί! – της αποκρίνεται κάποια γνώριμη φωνή. Δωσ’ εδώ το παιδί! – ξαναλέει η ίδια φωνή, αλλά τώρα θυμωμένα κι απότομα. Κοιμάσαι, σιχαμένη.
Η Βάρια αναστενάζει, κοιτάζει γύρω και καταλαβαίνει τι τρέχει. Δεν υπάρχει ούτε λιθόστρωτο, ούτε Πελαγία, ούτε διαβάτες, παρά μονάχα στέκεται στη μέση της κάμαρης η νοικοκυρά, που ήρθε να βυζάξει το μωρό της. Σ’ όλο το διάστημα που η χοντρή νοικονυρά βυζαίνει και καταπραϋνει το μωρό, η Βάρια στέκεται και την κοιτάζει περιμένοντας πότε θα τελειώσει. Έξω απ’ τα παράθυρα η ατμόσφαιρα αρχίζει πια να ξανοίγει, οι σκιές κι η πράσινη κηλίδα στο ταβάνι χλομιάζουν. Γρήγορα θα ξημερώσει.
-Πάρ’ το! – λέει η νοικοκυρά και κουμπώνει την πουκαμίσα της στο στήθος. Το μωρό κλαίει. Χωρίς άλλο το μάτιασαν…
Η Βάρια παίρνει το μωρό, το βάζει στην κούνια και ξαναρχίζει να το κουνάει. Η πράσινη κηλίδα κι οι σκιές λίγο λίγο χάνονται και δεν υπάρχει πια τίποτα να χωθεί στο κεφάλι της και να σκοτίσει το μυαλό της. Κι όμως, όπως πριν, θέλει να κοιμηθεί. Αχ πως θέλει να κοιμηθεί, τρομάρα της! Η Βάρια ακουμπάει το κεφάλι της στην άκρη της κούνιας και κουνιέται μ’ όλο το κορμί της για να νικήσει τον ύπνο, αλλά τα μάτια της σφαλνούνε και το κεφάλι της είναι βαρύ.
-Βάρια, άναψε το τζάκι! – ακούγεται πίσω απ’ την πόρτα η φωνή του αφεντικού.
Δηλαδή, είναι πια καιρός να σηκωθούν και ν’ αρχίσουν τη δουλειά. Η Βάρια αφήνει την κούνια και τρέχει στην αποθήκη για ξύλα. Είναι όλο χαρά. Όταν κανείς τρέχει ή περπατάει, δεν θέλει τόσο να κοιμηθεί όπως όταν κάθεται. Φέρνει τα ξύλα, ανάβει το τζάκι κι αισθάνεται πως το ξυλιασμένο πρόσωπό της παίρνει ζωή και ξανοίγουν οι σκέψεις της.
-Βάρια, βάλε το σαμοβάρι! – φωνάζει η νοικοκυρά.
Η Βάρια κόβει πελεκούδια, αλλά, μόλις προφθάνει να τ’ ανάψει και να τα βάλει στο σαμοβάρι, ακούγεται νέα διαταγή!
-Βάρια, πάστρεψε τις γαλότσες τ’ αφεντικού!
Κάθεται στο πάτωμα, καθαρίζει τις γαλότσες και συλλογιέται πως θα ‘τανε καλά να ‘χωνε το κεφάλι της μεσ’ στη μεγάλη και βαθιά γαλότσα και να κοιμηθεί μέσα σ’ αυτή λιγάκι… Και ξαφνικά η γαλότσα μεγαλώνει, φουσκώνει, γεμίζει όλη την κάμαρη κι απ’ το χέρι της Βάριας ξεφεύγει η βούρτσα. Αμέσως όμως ανατινάζει το κεφάλι της, τεντώνει τα μάτια της και προσπαθεί να βλέπει έτσι που τ’ αντικείμενα να μη μεγαλώνουν και να μην κουνιούνται στα μάτια της.
Η Βάρια πλένει την εξωτερική σκάλα – τι θα πουν οι πελάτες;
Η Βάρια πλένει και την εσωτερική σκάλα, συγυρίζει τις κάμαρες, ύστερα ανάβει το άλλο τζάκι και τρέχει στο μπακάλικο. Δουλειά πολλή κι ούτε στιγμή ελεύθερη.
Μα το χειρότερο απ’ όλα είναι να στέκεται σ’ ένα μέρος μπρος στο τραπέζι της κουζίνας και να παστρεύει πατάτες. Το κεφάλι της σέρνεται προς το τραπέζι, η πατάτα σουφρώνει στα μάτια της, το μαχαίρι ξεφεύγει απ’ τα χέρια της, ενώ η χοντρή νοικοκυρά περπατάει θυμωμένη με ανασκουμπωμένα χέρια και μιλάει τόσο δυνατά, που βουίζουν τ’ αυτιά της. Το ίδιο βασανιστικό είναι να υπηρετεί στο τραπέζι, να πλένει, να ράβει… Έρχονται στιγμές που θέλει να ξαπλωθεί στο πάτωμα και να κοιμηθεί, χωρίς να δώσει προσοχή σε τίποτα.
Η μέρα περνάει. Όσο βλέπει τα παράθυρα να σκοτεινιάζουν, η Βάρια σφίγγει τ’ αποναρκωμένα μηλίγγια της, και χαμογελάει χωρίς να ξέρει κι η ίδια το γιατί. Το βραδινό σκοτάδι της χαϊδεύει τα μάτια, που σφαλνούνε, και της υπόσχεται γρήγορο, βαθύ ύπνο. Το βράδυ έρχονται στ’ αφεντικά επισκέψεις.
-Βάρια, βάλε το σαμοβάρι! – φωνάζει η νοικοκυρά.
Το σαμοβάρι των αφεντικών είναι μικρό, και για να πιουν οι μουσαφίρηδες τσάι, αναγκάζεται να ζεστάνει πέντε φορές. Ύστερ’ από το τσάι, η Βάρια στέκεται ολάκερη ώρα σ’ ένα μέρος, κοιτάζει τους μουσαφίρηδες και περιμένει διαταγές.
-Βάρια, τρέξε ν’ αγοράσεις τρεις μποτίλιες μπίρα!
Πετιέται από τη θέση της και προσπαθεί να τρέξει όσο μπορεί πιο γρήγορα, για ν’ αποδιώξει τον ύπνο!
-Βάρια, τρέξε να πάρεις βότκα! Βάρια, που ‘ναι το τιρμπουσόνι; Βάρια, πάστρεψε τις σαρδέλες!
Μα να, τέλος πάντων, οι μουσαφίρηδες έφυγαν, σβήνουν τα φώτα, και τ’ αφεντικά πηγαίνουν να κοιμηθούν.
-Βάρια, κούνησε το παιδί! – αντηχεί η στερνή διαταγή.
Στο τζάκι φωνάζει ο γρύλος. Η πράσινη κηλίδα στο ταβάνι κι οι σκιές του παντελονιού και των φασκιών ξαναχώνονται στα μισανοιγμένα μάτια της Βάριας, γνέφουν και σκοτίζουν το κεφάλι της.
-Νάνι, νάνι το μικράκι – μουρμουρίζει – θα του πω ένα τραγουδάκι…
Το μωρό φωνάζει κι αποκάνει απ’ τις φωνές. Η Βάρια ξαναβλέπει το λασπωμένο λιθόστρωτο, τους ανθρώπους με τα δισάκια, την Πελαγία, τον πατέρα της Εφήμ. Όλα τα νιώθει, όλους τους αναγνωρίζει, μόνο που δεν μπορεί, μισοκοιμισμένη όπως είναι να καταλάβει τη δύναμη εκείνη που της δένει χέρια και πόδια, την πιέζει και την εμποδίζει να ζήσει. Βλέπει γύρω της, ζητάει τη δύναμη να ελευθερωθεί απ’ αυτά, μα δεν τη βρίσκει. Στα ύστερα, καταβασανισμένη, βάζει όλες τις δυνάμεις της, βλέπει απάνω την πράσινη κηλίδα που κουνιέται, αφουγκράζεται τη φωνή και βρίσκει τον εχθρό που την εμποδίζει να ζήσει.
Ο εχθρός είναι το μωρό.
Γελάει. Απορεί πως δεν μπόρεσε νωρίτερα να καταλάβει τέτοιο μικρό πράγμα. Η πράσινη κηλίδα, οι σκιές κι ο γρύλος επίσης, φαίνεται, γελούνε κι απορούν.
Μια παραίσθηση την κυριεύει. Σκέφτεται καθώς κάθεται στο σκαμνάκι, κι όλη χαμόγελο, χωρίς ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια, περπατάει στην κάμαρη. Ευχαριστιέται, ηδονίζεται με την ιδέα πως αμέσως θα ελευθερωθεί απ’ το μωρό, που της δένει χέρια και πόδια… Να σκοτώσει το μωρό, κι ύστερα να κοιμηθεί, να κοιμηθεί…
Με γέλιο γνέφει και ακουμπάει η Βάρια με το δάχτυλό της την πράσινη κηλίδα, σιμώνει σιγά σιγά την κούνια και σκύβει στο μωρό, το πνίγει, και με γρηγοράδα πλαγιάζει στο πάτωμα, γελάει απ’ τη χαρά της που μπορεί να κοιμηθεί, κι ύστερα από ένα λεπτό κοιμάται πια βαθιά, σαν πεθαμένη…



Anton Chekhov
Η ΠΡΟΙΚΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κ. Σ. ΚΟΚΟΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΪΣΤΡΟΣ 2008

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ



Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.
Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.
Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.
Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.
*
* *
Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;
Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.
Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.
Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.
Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…
Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.
*
* *
«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»
Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…
Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.
Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».
Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…
Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…
«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»
Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…
Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.
Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.
Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:
«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
 Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».
… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…
Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.
Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…
Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.
Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»
Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:
― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.
― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.
― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…
Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.
― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;
― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.
*
* *

Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.
Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.
Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»
Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.
Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.
Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»
Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»
Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.
― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.
Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.
Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:
― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».
Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:
― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».
Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.
*
* *
Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.
Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.
Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:
―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.
Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:
― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…
Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.
Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.
Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:
― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…
Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.
― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.
―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…
―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.
Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:
― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…
Εἶπε καὶ ἀπέθανε.
Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν..
Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».
Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον… καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»
Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·
«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι, τῶν αἰωνίων βασάνων…»
(1906)


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ


Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

ΜΠΛΟΥΖ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΑΣ ΤΑΞΗΣ - HANS MANGNUS ENZENSBERGER (1929)


δεν  μπορούμε να παραπονιόμαστε.
δεν είμαστε χωρίς δουλειά.
δεν πεινούμε.
τρώμε.

το χορτάρι φυτρώνει,
το εθνικό προϊόν,
το νύχι,
το παρελθόν.

οι δρόμοι είναι άδειοι.
οι συμφωνίες έχουν κλείσει.
οι σειρήνες σιωπούν.
όλα αυτά θα περάσουν.

οι νεκροί κάνουν τις διαθήκες τους.
η βροχή έγινε διαπεραστική.
ο πόλεμος δεν κηρύχθηκε ακόμα.
δεν υπάρχει βία γι' αυτό.

τρώμε το χορτάρι.
τρώμε το εθνικό προϊον.
τρώμε τα νύχια.
τρώμε το παρελθόν.

δεν έχουμε να κρύψουμε τίποτε.
δεν έχουμε να χάσουμε τίποτε.
δεν έχουμε να πούμε τίποτε.
έχουμε.

το ρολόι κουρδίστηκε.
τα γραμμάτια πληρώθηκαν.
το πλυσιμο τέλειωσε.
το τελευταίο λεωφορείο περνάει.



ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ
ΞΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ 1979

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

ΒΕΑΤΡΙΚΗ – NATHANIEL HAWTHORNE


Η Μίριαμ χάρηκε που βρήκε την Περιστέρα στον περιστεριώνα της. Γιατί, καθώς η Χίλντα ήταν προικισμένη με ατέλειωτη ζωτικότητα και αντλούσε βαθιά ευχαρίστηση από τον γλυκό μόχθο που της γέμιζε τη ζωή, είχε τη συνήθεια να βγαίνει έξω νωρίς και να εγκατοικεί στις πινακοθήκες μέχρι που σουρούπωνε. Ευτυχισμένοι εκείνοι (οι τόσο λίγοι) που επέλεγε να τη συντροφεύουν στη διάρκεια της μέρας: περιηγούνταν τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς της Ρώμης, υπό την καθοδήγησή της, με ανεπανάληπτο τρόπο. Όχι πως η Χίλντα επιδιδόταν σε διαλέξεις ή μιλούσε με την εμβρίθεια του ειδικού για τους πίνακες – πιθανόν να μην τα πήγαινε πολύ καλά με την ορολογία της τέχνης της –, ούτε πως είχε να πει πολλά για όσα θαύμαζε εντονότερα. Αλλ’ ακόμη και η βουβή της έλξη ήταν τόσο ισχυρή, ώστε παρέσυρε και τη δική σου, χορηγόντας σου μια δεύτερη όραση, που σε καθιστούσε ικανό να δεις τα αριστουργήματα σχεδόν με το βάθος και τη λεπτότητα της δικής της πρόσληψης.
Όλοι οι Αγγλοσάξονες εκείνου του καιρού με διαμονητήριο στη Ρώμη γνώριζαν τη Χίλντα εξ όψεως πια. Δίχως να το συνειδητοποιήσει, το καημένο παιδί είχε γίνει ένα από τ’ αξιοθέατα της Αιώνιας Πόλης και συχνά την έδειχναν στους forestieri, καθισμένη μπροστά στο καβαλέτο της ανάμεσα στους αγρίως γενειοφόρους νεαρούς, τους ασπρομάλληδες ηλικιωμένους και τις κακοντυμένες, οδυνηρά άχαρες γυναίκες, που απαρτίζουν τον εσμό των αντιγραφέων. Οι φύλακες τη γνώριζαν καλά και τη φρόντιζαν σαν παιδί τους. Συχνά, όλο και κάποιος νεαρός καλλιτέχνης, αντί να συνεχίσει με το αντίγραφο του πίνακα μπροστά στον οποίον είχε τοποθετήσει το καβαλέτο του, κοσμούσε τον μουσαμά του μ’ ένα εκ του φυσικού πορτρέτο της προσηλωμένης στην εργασία της κοπέλας. Ομορφότερο θέμα δεν θα μπορούσε να επιλεγεί. Ούτε και λιγότερο απαιτητικό σε λεπτή δεξιότητα και ψυχολογική διορατικότητα, αν επρόκειτο ν’ αποδοθεί με κάποιαν αρτιότητα. Ήταν χαριτωμένη κάθε στιγμή της ημέρας η Χίλντα, με τον τρόπο που μας χαρακτηρίζει στη Νέα Αγγλία: φωτεινοί καστανοί βόστρυχοι. Μάγουλα κάπως ωχρά, πλην όλο υγεία. Ευαίσθητα κι ωστόσο πολύ θηλυκά και καλοσυνάτα χαρακτηριστικά. Αλλά, κάθε τόσο, αυτό το χαριτωμένο κοριτσίστικο πρόσωπο άστραφτε από μιαν εντυπωσιακή ομορφιά, λες και κάποια εσωτερική σκέψη ή συναίσθημα λαμπρυνόταν και ανέβαινε στην επιφάνεια, για να κρυφτεί αμέσως μετά – έτσι που , βλέποντας αυτή τη διαρκώς επαναλαμβανόμενη αλλαγή, νόμιζες πως η Χίλντα ήταν πραγματικά ορατή μόνο χάρη στη λιακάδα της ψυχής της.
Κατά τα λοιπά, ήταν καλό θέμα για πορτρέτο, καθώς διακρινόταν από μια συγκρατημένη γραφικότητα – ασυναισθήτως ίσως απορρέουσα από μια κάποια εκκεντρικότητα στις λεπτομέρειες του ντυσίματος – την οποία σπανίως οι καλλιτέχνες αφήνουν να τους ξεφύγει. Το αποτέλεσμα ήταν να την κάνουνε να μοιάζει με κάτοικο τόπου βγαλμένου από εικονογραφημένο βιβλίο, ένα μερικώς ιδεώδες πλάσμα, πάντα μη-μου-άπτου και πάντοτε απλησίαστο, παρεκτός από κάποια απόσταση, κι όχι πολύ μικρή. Σα θηλυκή παρουσία, η Χίλντα ήταν φυσική, με ευχάριστη συμπεριφορά, προικισμένη μ’ έναν ισορροπημένα εύθυμο χαρακτήρα, χωρίς να ξεχειλίζει από άγριο κέφι, αλλά και ποτέ σε παρατεταμένη μελαγχολία. Υπήρχε σ’ αυτήν μια απλότητα που έκανε τους πάντες φίλους της, αλλά συνδυαζόταν διακριτικά μ’ ένα στοιχείο ελαφράς επιφυλακτικότητας, που κρατούσε αδιόρατα μακριά της όσους δεν ταίριαζαν στον κόσμο της.
Η Μίριαμ ήταν η καλύτερη φίλη που είχε ποτέ. Ένα ή δυο χρόνια μεγαλύτερη, γνώριζε περισσότερο καιρό την Ιταλία και είχε μεγαλύτερη άνεση στον χειρισμό των πονηρών και εγωιστών κατοίκων της. Έτσι, βοήθησε τη Χίλντα να ρυθμίσει τη ζωή της και την ενθάρρυνε τις πρώτες εκείνες εβδομάδες, στη διάρκεια των οποίων η Ρώμη φαίνεται τόσο θλιβερή σε κάθε νεοφερμένο.
-Τι τύχη να είσαι σήμερα σπίτι, είπε η Μίριαμ, συνεχίζοντας τη συζήτηση που άρχισε πριν από πολλές σελίδες. Δεν ήλπιζα να σε βρω. Εν πάση περιπτώσει, ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη – να σου αναθέσω μιαν αποστολή. Μα τι πίνακας είναι αυτός;
-Δες! είπε η Χίλντα, παίρνοντας τη φίλη της από το χέρι και οδηγώντας την μπροστά στο καβαλέτο. Ήθελα τη γνώμη σου.
-Αν το κατάφερες πραγματικά, θα είναι το μεγαλύτερό σου θαύμα μέχρι τώρα, παρατήρησε η Μίριαμ, αναγνωρίζοντας τον πίνακα με την πρώτη ματιά.
Ο πίνακας απεικόνιζε απλά ένα γυναικείο κεφάλι, ένα πολύ νεανικό, κοριτσίστικο, άψογα όμορφο πρόσωπο, τυλιγμένο σε λευκό μαντήλι, από το οποίο ξέφευγαν ένας ή δύο βόστρυχοι από κάτι που, αν και κρυμμένο, έμοιαζε με πλούσιο θρασομανητό καστανοκόκκινων μαλλιών. Τα μάτια ήταν μεγάλα και καστανά και συναντούσαν τα μάτια του θεατή, με μια ολοφάνερα παράξενη, όμως, άκαρπη προσπάθεια να ξεφύγουν. Υπήρχε λίγη κοκκινίλα γύρω από τα μάτια, μόλις εμφανής, ώστε ν’ αναρωτιέσαι αν το κορίτσι είχε κλάψει ή όχι. Το πρόσωπο εν γένει ήταν ήρεμο. Δεν υπήρχε παραμόρφωση ή αναστάτωση σε κανένα χαρακτηριστικό του. Ούτε ήταν εύκολο να διακρίνεις τον λόγο για τον οποίο η έκφραση δεν ήταν εύθυμη ή γιατί μια και μόνο πινελιά του καλλιτέχνη δεν θα μπορούσε να το φωτίσει με χαρά. Μα, στην πραγματικότητα, ήταν ο πιο λυπημένος πίνακας που ζωγραφίστηκε ή συνελήφθη ως ιδέα ποτέ. Εμπεριείχε απροσμέτρητο βάθος θλίψης, η οποία έφτανε στον παρατηρητή μάλλον διαισθητικά. Ήταν μια θλίψη που έβγαζε αυτό το όμορφο κορίτσι από τη σφαίρα του ανθρώπινου και την τοποθετούσε σε μια πολύ μακρινή ζώνη. Της έδινε κάτι τόσο απόμακρο που – μολονότι το πρόσωπό της είναι τόσο κοντά μπροστά σου – σε έκανε να ανατριχιάζεις σαν να βρισκόσουν μπροστά σε φάντασμα.
-Ναι Χίλντα. Δεν έχεις κάνει τίποτε πιο υπέροχο από αυτό, είπε η φίλη της, αφού εξέτασε προσεχτικά τον πίνακα. Αλλα με ποια ανήκουστα παρακάλια ή μυστικές μεθόδους απέκτησες την άδεια ν’ αντιγράψεις τη Βεατρίκη Τσέντσι του Γκουίντο; Αυτό είναι πια σκανδαλώδης εύνοια. Η έλλειψη δυνατότητας για ένα γνήσιο αντίγραφο έχει γεμίσει τα καταστήματα ζωγραφικών πινάκων στη Ρώμη με Βεατρίκες εύθυμες, πονεμένες ή τσαχπίνες… Μόνο η γνήσια απουσιάζει.
-Έχω μάθει πως υπάρχει ένα εξαίρετο αντίγραφο, καμωμένο από έναν καλλιτέχνη, ικανό να εκτιμήσεις το πνεύμα του πίνακα, είπε η Χίλντα. Ήταν ο Τόμσον, που το έφερε σε πέρας τμηματικά, καθώς του απαγορεύτηκε (όπως και σε μας τους υπόλοιπους) να στήσει το καβαλέτο του μπροστά του. Όσο για μένα, ήξερα πως ο πρίγκιπας Μπαρμπερίνι θα κώφευε σε όλες τις ικεσίες μου. Έτσι, δεν είχα άλλον τρόπο παρά να στέκομαι μπροστά στον πίνακα, ελπίζοντας πως μέρα τη μέρα θα κατακαθίσει στην καρδιά μου. Πραγματικά, πιστεύω πως είναι πια φωτογραφημένο εκεί. Είναι ένα πολύ λυπημένο πρόσωπο για να το κρατάει κανείς τόσο βαθιά στην καρδιά του. Αλλά κάτι που είναι πάρα πολύ όμορφο δεν μπορεί να είναι ποτέ και πολύ οδυνηρό. Λοιπόν, αφού το μελέτησα μ’ αυτόν τον τρόπο κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές, ήρθα σπίτι κι έβαλα τα δυνατά μου για να μεταφέρω την εικόνα στο μουσαμά.
-Και να το, λοιπόν, είπε η Μίριαμ, παρατηρώντας το έργο της Χίλντας με μεγάλο ενδιαφέρον και ευχαρίστηση, από τα οποία δεν έλειπε η οδυνηρή συμπάθεια που γεννούσε ο πίνακας. Παντού βλέπουμε ελαιογραφίες, σχέδια με κάρβουνο, μικροανάγλυφα, γκραβούρες και λιθογραφίες, που υποτίθεται αναπαριστούν τη Βεατρίκη, απεικονίζοντας το δύστυχο κορίτσι με κλαμένα μάτια, με τσαχπίνικη πονηριά, με χαρούμενη έκφραση (σαν να χόρευε), με αξιολύπητο ύφος (σαν να την χτύπησαν) και με άλλες είκοσι παραλλαγές ξεστρατισμένης φαντασίας. Αλλά εδώ είναι η ίδια η Βεατρίκη του Γκουίντο. Αυτή που κοιμήθηκε στο υπόγειο κελί και ξύπνησε, εγκαίρως, για ν’ ανέβει στο ικρίωμα. Και τώρα που το κατάφερες, Χίλντα, μπορείς να προσδιορίσεις το συναίσθημα που δίνει σ’ αυτόν τον πίνακα τόση μυστηριώδη δύναμη; Εγώ, από την πλευρά μου, παρόλο που νιώθω βαθιά μέσα μου την επίδρασή του, δεν μπορώ να το αδράξω.
-Ούτε εγώ μπορώ με λόγια, απάντησε η φίλη της. Αλλά όσο τη ζωγράφιζα, ένιωθα συνεχώς σα να προσπαθούσε να ξεφύγει το βλέμμα μου. Ξέρει πως η θλίψη της είναι τόσο παράξενη και τόσο τεράστια, που, για καλό του κόσμου και δικό της, θα ήταν καλύτερα να μείνει για πάντα στη μοναξιά της. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο νιώθουμε τόση απόσταση ανάμεσα στην Βεατρίκη και σ’ εμάς, ακόμη κι όταν τα μάτια μας συναντούν τα δικά της. Σου σπαράζει απέραντα την καρδιά το να συναντάς το βλέμμα της και να νιώθεις πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτε για να βοηθήσεις ή να την παρηγορήσεις. Κι ούτε που ζητάει βοήθεια ή παρηγοριά, μιας και ξέρει καλύτερα από εμάς πόσο απελπιστική είναι η κατάστασή της. Είναι ένας έκπτωτος άγγελος. Έκπτωτος κι ωστόσο αναμάρτητος. Και είναι μόνο αυτή η βαθιά λύπη, με το βάρος και το σκοτάδι της, που την κρατά κάτω στη γη και την εκθέτει στο βλέμμα μας, αλλά όχι σε σημείο που να μπορούμε να τη φτάσουμε.

-Τη θεωρείς αναμάρτητη; ρώτησε η Μίριαμ. Αυτό δεν μου είναι εμένα τόσο ξεκάθαρο. Αν μπορώ να προσποιηθώ πως βλέπω κάτι σ’ αυτή τη σκοτεινή περιοχή, απ’ όπου μας κοιτάζει τόσο παράξενα και λυπημένα, η ίδια η συνείδηση της Βεατρίκης δεν την απαλλάσσει από κάτι κακό, κάτι που δεν πρόκειται ποτέ σαν συγχωρεθεί!
-Μια θλίψη τόσο σκοτεινή όσο η δική της βαραίνει στην ψυχή σχεδόν σαν αμαρτία, είπε η Χίλντα.
-Νομίζεις πως δεν υπάρχει τίποτε ένοχο στην πράξη για την οποία υπέφερε; ρώτησε η Μίριαμ.
-Αχ! αναφώνησε η Χίλντα, ανατριχιάζοντας. Πραγματικά, είχα ξεχάσει την ιστορία της Βεατρίκης, και τη σκεφτόμουν μόνον όπως φαίνεται ν’ αποκαλύπτει τον χαρακτήρα της ο πίνακας. Ναι. Ήταν τρομερή ενοχή, ένα ασυγχώρητο έγκλημα. Κι αυτή έτσι το νιώθει. Είναι γι’ αυτό που το δύσμοιρο πλάσμα ποθεί τόσο να ξεφύγει τα μάτια μας και να χαθεί για πάντα στην ανυπαρξία! Η καταδίκη της είναι δίκαιη!
Ω, Χίλντα, η αθωότητά σου είναι σαν κοφτερό ατσάλινο σπαθί! φώναξε η φίλη της. Οι κρίσεις σου είναι συχνά τρομερά αυστηρές, παρόλο που φαίνεσαι φτιαγμένη ολόκληρη από καλοσύνη κι ευσπλαχνία. Η αμαρτία της Βεατρίκης ίσως να μην ήταν τόσο μεγάλη. Ίσως να μην ήταν καθόλου αμαρτία, παρά η ανώτερη δυνατή αρετή στις δεδομένες περιστάσεις. Αν εκείνη την είδε σαν αμαρτία, αυτό μπορεί να έγινε επειδή η φύση της ήταν πολύ αδύναμη απέναντι στη μοίρα που της επιβλήθηκε. Αχ! – συνέχισε με πάθος η Μίριαμ – μακάρι να μπορούσα να μπω στη συνείδησή της – να μπορούσα ν’ αγκαλιάσω σφιχτά το φάντασμα της Βεατρίκης Τσέντσι και να το σύρω μέσα μου! Θα έδινα τη ζωή μου να μάθω αν θεωρούσε τον εαυτό της αθώο ή τον μεγαλύτερο και μόνο εγκληματία από γενέσεως κόσμου.
Καθώς η Μίριαμ πρόφερε αυτά τα λόγια, η Χίλντα στράφηκε από τον πίνακα στη φίλη της και ξαφνιάστηκε καθώς παρατήρησε πως η έκφραση του προσώπου της ήταν σχεδόν ίδια με την έκφραση του πορτρέτου, λες και η παράφορη επιθυμία – η πάλη να διεισδύσει στο μυστήριο της Βεατρίκης – είχε εκπληρωθεί.
-Ω για το όνομα του Θεού, Μίριαμ, μην παίρνεις αυτό το ύφος! Τι ηθοποιός που είσαι! Δεν το φανταζόμουν. Α να! τώρα είσαι πάλι ο εαυτός σου! – πρόσθεσε, φιλώντας την. Από ‘δω και στο εξής, καλά θα κάνεις ν’ αφήσεις τη Βεατρίκη σ’ εμένα.
-Τότε, καλά θα κάνεις να καλύψεις τον πίνακά σου, της αντιγύρισε εκείνη. Διαφορετικά, δεν θα μπορέσω ποτέ να κοιτάξω αλλού. Είναι παράξενο, καλή μου Χίλντα, πως μια αθώα, ευαίσθητη, άσπιλη ψυχή, σαν τη δική σου, κατάφερε ν’ αδράξει το δυσδιάκριτο μυστήριο αυτής της προσωπογραφίας – που ασφαλώς πρέπει να το κατάφερες, προκειμένου να το αναπαραγάγεις τόσο τέλεια. Λοιπόν, δεν θα μιλήσουμε άλλο γι’ αυτό. Ξέρεις, ήρθα σ’ εσένα σήμερα για ένα μικρό επαγγελματικό ζήτημα. Θα το αναλάβεις για χάρη μου;
-Μα φυσικά, είπε η Χίλντα, γελώντας, αφού επέλεξες να εμπιστευθείς εμένα.
-Μπα, δεν είναι τίποτα δύσκολο, αντέτεινε η Μίριαμ. Θέλω απλώς να μου φυλάξεις για λίγο αυτό το πακέτο.
-Γιατί δεν το κρατάς η ίδια; ρώτησε η Χίλντα.
-Εν μέρει επειδή θα είναι πιο ασφαλές στη δική σου ευθύνη, απάντησε η φίλη της. Εγώ είμαι αμελής τύπος στα καθημερινά πράγματα. Ενώ εσύ, μόνο που κατοικείς τόσο ψηλά πάνω απ’ τον κόσμο, έχεις τρόπους νοικοκυρούλας ως προς την ακρίβεια και την τάξη. Το πακέτο αυτό έχει κάποια – έστω, μικρή – σημασία. Ωστόσο, μπορεί και να μη σου ξανακάνω λόγο γι’ αυτό. Ξέρεις πως σε μια-δυο βδομάδες φεύγω από τη Ρώμη. Εσύ, αψηφώντας τη μαλάρια, εννοείς να μείνεις εδώ και να ξημεροβραδιάζεσαι στις αγαπημένες σου πινακοθήκες όλο το Καλοκαίρι. Λοιπόν, σε τέσσερις μήνες από σήμερα, εκτός κι αν έχεις άλλα νέα μου, θα ήθελα να παραδώσεις το πακέτο στη διεύθυνση που έχει γραμμένη επάνω του.
Η Χίλντα διάβασε τη διεύθυνση: Σινιόρ Λούκα Μπαρμπόνι, Μέγαρο Τσέντσι, τρίτο piano.
-Θα το παραδώσω προσωπικά, ακριβώς τέσσερις μήνες από σήμερα, εκτός αν στο μεταξύ μου πεις να μην το κάνω, είπε. Ίσως να συναντήσω το φάντασμα της Βεατρίκης σε ‘κείνο το παλιό, ζοφερό παλάτι των προγόνων της.
-Εν τοιαύτη περιπτώσει, απάντησε η Μίριαμ, μην παραλείψεις να της μιλήσεις και να προσπαθήσεις να κερδίσεις την εμπιστοσύνη της. Το δύστυχο πλάσμα! Θα ένιωθε πολύ καλύτερα αν άνοιγε την καρδιά της ελεύθερα και θα χαιρόταν να το κάνει αν ήταν σίγουρη πως θα ‘βρισκε συμπόνια. Η σκέψη της απόλυτης μοναξιάς της μου τριβελίζει συνεχώς το μυαλό και την καρδιά.
Τράβηξε το ύφασμα που είχε ρίξει η Χίλντα στον πίνακα και του έριξε άλλη μια παρατεταμένη ματιά:
-Καημένη αδελφή μας Βεατρίκη! γιατί ήταν ακόμη γυναίκα, Χίλντα, ακόμη αδελφή μας, παρά την αμαρτία ή τη θλίψη της – όποιο κι αν ήταν το κρίμα της. Πόσο καλά το έκανες, Χίλντα! Δεν ξέρω αν ο Γκουίντο θα σ’ ευχαριστεί ή θα σε ζηλεύει, θεωρώντας σε ανταγωνίστρια.
-Να με ζηλεύει! αναφώνησε η Χίλντα. Αν δεν είχε δουλέψει ο Γκουίντο μέσ’ από μένα, οι κόποι μου θα είχαν πάει χαμένοι.
-Στο κάτω-κάτω, αν είχε ζωγραφίσει γυναίκα τον πρωτότυπο πίνακα, θα μπορούσε να υπάρχει σ’ αυτόν κάτι που τώρα μας διαφεύγει, συνέχισε η Μίριαμ. Σκέφτομαι πολύ σοβαρά ν’ αναλάβω να κάνω κι εγώ ένα αντίγραφο και να προσπαθήσω να του δώσω αυτό που του λείπει. Λοιπόν, γεια σου. Μα, για στάσου! Θα πάω να πάρω λίγο αέρα στους κήπους της Έπαυλης των Μποργκέζε σήμερα το απόγευμα. Θα το θεωρήσεις πολύ ανόητο, αλλά πάντα αισθάνομαι πιο ασφαλής με τη συντροφιά σου, Χίλντα, έτσι λεπτή και μικροσκοπική κόρη που είσαι. Θα έρθεις;
-Α, όχι σήμερα, πολυαγαπημένη Μίριαμ, απάντησε εκείνη. Έχω κατά νου να βάλω μια-δυο πινελιές ακόμη σ’ αυτόν τον πίνακα και δεν θα το κουνήσω από ‘δω μέχρι σχεδόν να δύσει ο ήλιος.
-Αντίο, τότε. Σ’ αφήνω στον περιστεριώνα σου. τι γλυκιά, παράξενη ζωή που ζεις εδώ, συνομιλώντας με τις ψυχές των παλαιών δασκάλων, ταϊζοντας και θωπεύοντας τις αδελφές σου περιστέρες και φροντίζοντας το καντήλι της Παρθένου! Χίλντα, προσεύχεσαι ποτέ στην Παναγία όσο φροντίζεις το εικονοστάσι της;
-Μερικές φορές έχω νιώσει έντονα την επιθυμία να το κάνω, απάντησε η Περιστέρα, κοκκινίζοντας και χαμηλώνοντας τα μάτια της. Υπήρξε κι αυτή γυναίκα. Νομίζεις πως θα ήταν κακό;
-Μπα, αυτό θα το κρίνεις εσύ, είπε η Μίριαμ. Αλλά την επόμενη φορά που θα προσευχηθείς καλή μου φίλη, θυμήσου κι εμένα!
Κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα του πύργου και, ακριβώς τη στιγμή που έφτανε στο δρόμο, το σμήνος των περιστεριών πέταξε πάλι βιαστικά από το οδόστρωμα στο ψηλότερο παράθυρο. Τα ακολούθησε με το βλέμμα και τα είδε να πετούν γύρω από το κεφάλι της Χίλντας. Μετά την αναχώρηση της φίλης της, το κορίτσι είχε πιο έντονα από προηγουμένως την εντύπωση πως στην συμπεριφορά της υπήρχε πολλή θλίψη και ταραχή. Γι’ αυτό, είχε σκύψει από την ανάερη κατοικία της και της έστελνε ένα καλοσυνάτο, παρθενικό φιλί, με την ελπίδα πως θα μπορούσε αυτό πετώντας να κατέβει φτάνοντας στην καρδιά της Μίριαμ και ν’ ανακουφίσει λίγο την παράξενη θλίψη της. Ο Κένιον, ο γλύπτης, που έτυχε να περνά από το βάθος του δρόμου, αντιλήφθηκε εκείνο το αιθέριο φιλί και ευχήθηκε να μπορούσε να το αρπάξει στον αέρα και, με την άδεια της Χίλντας, να το κρατήσει.



Nathaniel Hawthorne
Ο ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΣ ΦΑΥΝΟΣ [ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ]
Ή ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕ ΜΠΕΝΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΑΝΤΥ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG ORBIS LITERAE 2014

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ – ANDRE BRETON


Στο Παρίσι κλονιζόμενος ο πύργος του Αγίου Ιακώβου
Όμοιος με ηλιοτρόπιον
Χτυπά καμιά φορά με το μέτωπο τον Σηκουάνα και η σκιά του γλιστρά
  ανεπαίσθητα ανάμεσα στα ρυμουλκά
Την στιγμήν εκείνην ακροποδητί μέσα στον ύπνο μου
Κατευθύνομαι προς την κάμαρα όπου είμαι ξαπλωμένος
Και βάζω φωτιά
Δια να μη μείνει τίποτε από την συγκατάθεση που μου απέσπασαν
Τα έπιπλα τότε κάνουν τόπο σε ζώα ίσου μεγέθους που με κοιτάζουν
  αδελφικά
Λεοντάρια που στις χαίτες τους αποκαίονται οι καρέκλες
Σέλαχοι των οποίων η άσπρη κοιλιά συγχωνεύει το τελευταίο ρίγος των
  σεντονιών
Την ώρα του έρωτος και των κυανών βλεφάρων
Βλέπω να καίγουμαι κι εγώ με τη σειρά μου βλέπω αυτήν την κατανυκτική
  κρυψώνα των τιποτένιων πραγμάτων
Που υπήρξε το κορμί μου
Και που την ψάξαν υπομονετικά ράμφη πύρινων ίβιδων
Όταν όλα τελειώνουν μπαίνω αόρατος μέσα στην αψίδα
Χωρίς να προσέχω τους περαστικούς της ζωής που κάνουν ν' αντηχούν
  πολύ μακριά τα σερνάμενα τους βήματα
Βλέπω τα ψαροκόκαλα του ήλιου
Ανάμεσα από την λευκάκανθα της βροχής
Ακούω να ξεσχίζεται τ' ανθρώπινο πανί σαν ένα μεγάλο φύλλο
Κάτω από το νύχι της απουσίας και της παρουσίας που είναι συνένοχες
Όλοι οι ιστοί μαραίνονται δεν μένει παρά μια μυρωμένη δαντέλα
Ένα κογχύλι από δαντέλα που έχει τέλειο σχήμα ενός μαστού
Δεν αγγίζω πια παρά την καρδιά των πραγμάτων κρατώ το νήμα.
                                                           ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Ανδρέας Εμπειρίκος


Μαρία Λαϊνά
Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα
Επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις
β' έκδοση
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2007

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Δυνάμεις - αρχαίες και νέες – Bram Stoker


Ο χρόνος παρήλθε, αξιοθαύμαστα αργά κατά κάποιο τρόπο, καταπληκτικά γρήγορα κατ’ άλλον. Σήμερα, με τη νέα, χαρούμενη βεβαιότητα πως η αγάπη μου έβρισκε ανταπόκριση, θα ήθελα να είχα τη Μαργαρίτα όλη για τον εαυτό μου. Όμως αυτή η ημέρα δεν ήταν γι’ αγάπες και έρωτες. Η σκιά της φοβερής αναμονής έπεφτε πάνω της. Όσο περισσότερο σκεφτόμουνα το επικείμενο πείραμα τόσο πιο ανόητοι φαινόμαστε εμείς που θέλαμε σκόπιμα να το διακινδυνεύσουμε. Όλα ήταν τόσο τερατώδη, τόσο μυστηριώδη, τόσο ανώφελα! Το ζήτημα ήταν τόσο ευρύ, ο κίνδυνος τόσο ασυνήθιστος, τόσο άγνωστος. Ακόμη και αν στεφόταν με επιτυχία, πόσες νέες δυσκολίες δε θα προέκυπταν. Ό,τι αλλαγές κι αν συμβούν, οι άνθρωποι ξέρουν πως οι πύλες του Οίκου του Θανάτου δεν έχουν πράγματι σφαλιστεί αιώνια και πως οι νεκροί θα βγουν έξω ξανά! Μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε τι θα ήταν για μας τους σημερινούς θνητούς να αντιπαρατεθούμε στους Αρχαίους Θεούς με τη μυστηριακή τους ισχύ που έχει προέλθει από τις δυνάμεις της φύσεως ή έχει γεννηθεί από τους ίδιους στο χάραμα της δημιουργίας του κόσμου; Όταν η ξηρά και η θάλασσα διαμορφώνονταν ξεπηδώντας από την αρχέγονη ιλύ. Όταν ο ίδιος ο αέρας καθαριζόταν από τα άχρηστα στοιχεία του. Όταν οι «πρωταρχικοί δράκοντες», που είχαν δημιουργηθεί για να παλεύουν με τις γεωλογικές δυνάμεις, άλλαζαν σχήματα και εντάσεις, για να προσαρμοστούν στη νέα φυτική ζωή που είχε αρχίσει να ξεπηδά γύρω τους. Όταν τα ζώα, όταν ο ίδιος ο άνθρωπος και η πρόοδος του ανθρώπου ήταν δημιουργήματα τόσο φυσικά όσο οι κινήσεις των πλανητών ή η λάμψη των άστρων. Αχ! Και πιο πίσω ακόμη, τότε που το πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος και δεν είχε ακόμη προφέρει τα λόγια που έδιναν τη διαταγή να γεννηθεί το φως και η ζωή που επακολούθησε.
Και επιπλέον, γι’ ακόμη πιο παλιά φτάνουμε σε περισσότερο συγκλονιστική εικοτολογία. Όλη η δυνατότητα του μεγάλου πειράματος που έχουμε αναλάβει θα βασιζόταν στην πραγματικότητα της ύπαρξης των Παλαιών Δυνάμεων που φαίνονταν να έρχονται σ’ επαφή με τον καινούριο πολιτισμό. Ότι υπήρχαν, και υπάρχουν, τέτοιες κοσμικές δυνάμεις δεν υφίσταται καμία αμφιβολία καθώς και ότι η νοημοσύνη που βρίσκεται πίσω τους υπήρχε και υπάρχει. Ήταν αυτές οι πρωταρχικές και στοιχειώδεις δυνάμεις τις οποίες έλεγξε κάποτε η τελική αιτία που ο χριστιανισμός θεωρεί ως πεμπτουσία της υπόστασής του; Αν αληθεύουν καθόλου οι δοξασίες της Αρχαίας Αιγύπτου, τότε οι θεοί τους είχαν αληθινή ύπαρξη, αληθινή δύναμη, αληθινή επιβολή. Η κεφαλή του θεού δεν είναι ένα ειδολογικό ζήτημα για τα δεινά των θνητών, αφού ως υπόσταση είναι δημιουργική και αναδημιουργική, δεν μπορεί να πεθάνει. Η πίστη στο αντίθετο θα ανταγωνιζόταν τη λογική, διότι θα σήμαινε ότι το μέρος είναι μεγαλύτερο του όλου. Αν λοιπόν οι Παλαιοί Θεοί διατηρούν τις δυνάμεις τους, σε τι συνίσταται η ανωτερότητα των Νέων; Φυσικά αν οι Παλαιοί Θεοί έχουν χάσει τη δύναμή τους, αν όντως είχαν κάποτε δύναμη, το πείραμα δε θα έχει επιτυχία. Αλλά αν πράγματι επιτύχει ή αν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας, τότε θα βρεθούμε αντιμέτωποι με μια τόσο καταλυτική εικασία που με δυσκολία θα τολμούσαμε να την ακολουθήσουμε ως τα έσχατα όριά της. Θα προκύψει δηλαδή ότι η πάλη ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο δεν είναι πια ζήτημα της γης, γήινο. Ότι ο πόλεμος των υπερ-στοιχειωδών δυνάμεων θα μεταφερόταν από τον απτό κόσμο των γεγονότων στη Μέση Περιοχή, όπου κι αν βρίσκεται αυτή, που είναι η κατοικία των θεών. Υπάρχει μια τέτοια περιοχή; Τι ήταν αυτό που είχε δει ο Μίλτων με τα τυφλά του μάτια μέσα στις ακτίνες του ποιητικού φωτός να πέφτει ανάμεσα σ’ αυτόν και τα ουράνια; Από πού προήλθαν τα τρομερά οράματα του Ευαγγελιστή Ιωάννη τα οποία έχουν μαγέψει εδώ και δεκαοκτώ αιώνες το πνεύμα των χριστιανών; Υπήρχε χώρος στο σύμπαν για αντιτιθέμενες θεότητες ή, αν υπήρχε, θα επέτρεπαν οι δυνατότεροι να εκδηλωθεί η δύναμη της αντίθετης πλευράς που θα έτεινε στην αποδυνάμωση των διδασκαλιών και των σχεδίων του Υψίστου; Βεβαιότατα, βεβαιότατα αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, θα ΄χουμε μία παράξενη και τρομερή εξέλιξη – κάτι τελείως απρόσμενο και απρόβλεπτο – πριν επιτραπεί να επέλθει η συντέλεια…!
Το θέμα ήταν ανεξάντλητο και, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, οδηγούσε σε πλήθος αλλόκοτων εικασιών. Δεν τολμούσα να παρακολουθήσω τη συλλογιστική του! Έκατσα να περιμένω υπομονετικά μέχρι να έρθει η ώρα.
Η Μαργαρίτα έδειχνε θεϊκή ηρεμία. Νομίζω πως τη ζήλευα, ενώ ταυτόχρονα τη θαύμαζα και την αγαπούσα γι’ αυτό. Ο κύριος Τρελόνυ ήταν νευρικός και ανήσυχος, όπως και οι άλλοι άντρες. Σ’ εκείνον όλ’ αυτά είχαν πάρει τη μορφή κίνησης. Κίνησης και του σώματος και του πνεύματος. Από κάθε άποψη ήταν αεικίνητος, πηγαίνοντας από το ένα μέρος στο άλλο χωρίς λόγο ή βρίσκοντας ένα πρόσχημα και πηδώντας από το ένα θέμα συλλογισμών στο άλλο. Από καιρού εις καιρόν άφηνε να φανεί φευγαλέα η βασανιστική ανησυχία που τον είχε κυριεύσει με το να δείχνει ότι περίμενε να βρει κι εμένα σε ανάλογη κατάσταση. Συνέχεια μας εξηγούσε και μας ξαναεξηγούσε διάφορα πράγματα. Και στις εξηγήσεις του έβλεπα τον τρόπο με τον οποίο γύριζε στο μυαλό του όλα τα φαινόμενα, όλες τις πιθανές αιτίες, όλα τα πιθανά αποτελέσματα. Σε μια στιγμή, στο μέσο μιας περισπούδαστης πραγματείας για την ανάπτυξη της αιγυπτιακής αστρολογίας, μεταπήδησε σ’ ένα διαφορετικό θέμα ή μάλλον σ’ ένα παρακλάδι ή επακόλουθο του ιδίου θέματος:

- Δε βλέπω γιατί να μην έχει το φως των άστρων κάποια ανεπαίσθητη δική του ιδιότητα! Ξέρουμε ότι άλλα είδη φωτός έχουν ειδικές δυνάμεις. Οι ακτίνες Ρέντγκεν δεν είναι η μόνη ανακάλυψη που θα μπορούσε να γίνει στο πεδίο του φωτός. Το φως του ήλιου έχει τη δική του ενέργεια που δεν τη διαθέτουν άλλα είδη φωτός. Προκαλεί τη ζύμωση του μούστου, επιταχύνει την αύξηση των μυκήτων. Οι άνθρωποι συχνά σεληνιάζονται. Γιατί λοιπόν να μην υπάρχει μια ανεπαίσθητη ενέργεια, δηλαδή λιγότερο δραστική ή λιγότερο ισχυρή, στο φως των άστρων; Θεωρούμενο ως καθαρό φως που προέρχεται από το αχανές διάστημα, πρέπει να έχει ιδιότητες που μόνο μια καθαρή και ανεμπόδιστη δύναμη διαθέτει. Δε θ’ αργήσει να έρθει η εποχή που θα γίνει αποδεκτό ότι η αστρολογία έχει επιστημονική βάης. Με την αναγέννηση αυτής της τέχνης, πολλά νέα πειράματα θα πραγματοποιηθούν. Πολλές νέες όψεις της παλιάς σοφίας θα έρθουν στο φως με νέες ανακαλύψεις παρέχοντας τις βάσεις για νέες θεωρίες. Ο άνθρωπος ίσως ανακαλύψει πως αυτά που φαίνονταν για εμπειρικά πορίσματα ήταν στην πραγματικότητα αποτέλεσμα υψηλότερης νόησης και γνώσεων πολύ μεγαλύτερων από τις δικές μας. Ξέρουμε ήδη πως ο έμβιος κόσμος είναι γεμάτος μικρόβια που διαθέτουν μεταβαλλόμενες δυνάμεις και μεθόδους να δρουν ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Δεν ξέρουμε ακόμη κατά πόσον βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση μέχρι να ενεργοποιηθούν από κάποια ακτίνα φωτός, της οποίας δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί η ξεχωριστή και χαρακτηριστική ενέργεια. Μέχρι τώρα δε γνωρίζουμε απολύτως τίποτα για το τι δημιούργησε ή προκάλεσε την πρωταρχική σπίθα της ζωής. Δε γνωρίζουμε τις μεθόδους της σύλληψης, τους νόμους που διέπουν τη μοριακή ή την εμβρυακή ανάπτυξη, τις τελικές επιδράσεις που ευθύνονται για τη γένεση. Χρόνο με το χρόνο, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα μαθαίνουμε, αλλά το τέλος είναι μακριά, πάρα πολύ μακριά. Μου φαίνεται πως είμαστε τώρα στο στάδιο αυτό της διανοητικής προόδου κατά το οποίο αρχίζουμε να επινοούμε τον ασυστηματοποίητο μηχανισμό για να κάνουμε ανακαλύψεις. Αργότερα, θα έχουμε αρκετές θεμελιώδεις αρχές για να μας βοηθήσουν στην ανάπτυξη του εξοπλισμού για την αληθινή μελέτη του βαθύτερου νοήματος των πραγμάτων. Τότε, ίσως φτάσουμε με την τελειοποίηση των μέσων στα αποτελέσματα που είχαν επιτύχει οι σοφοί του αρχαίου Νείλου, την εποχή ου ο Μαθουσάλας άρχιζε να καυχιέται για τον αριθμό των ετών που είχε ζήσει, ίσως ακόμη και την εποχή που τα δισέγγονα του Αδάμ είχαν φτάσει να βλέπουν το γεράκο ως «γεροξεκούτη», όπως λένε και οι υπερατλαντικοί μας φίλοι. Είναι δυνατόν, για παράδειγμα, οι άνθρωποι που επινόησαν την αστρονομία να μη χρησιμοποιούσαν τελικά εργαλεία εξαιρετικής ακρίβειας, να μην ήταν η εφαρμοσμένη οπτική μια λατρεία κάποιων ειδικών του Ιερατικού Κολεγίου των Θηβών. Οι Αιγύπτιοι ήταν κατά βάσιν ειδικοί. Είναι αλήθεια πως απ’ ό,τι μέχρι τώρα μπορούμε να κρίνουμε, η εμβέλεια των μελετών τους περιοριζόταν σε θέματα συνδεδεμένα με τους σκοπούς της διακυβέρνησης επί της γης ελέγχοντας όλα όσα άπτονται της ζωής και την παρακολουθούν. Αλλά μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι, μόνο δια γυμνού οφθαλμού, χωρίς τη βοήθεια φακών θαυμαστής ακρίβειας, η αστρονομία είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο ακμής που ο ακριβής προσανατολισμός των ναών, και των πυραμίδων, και των τάφων ακολουθούσε για τέσσερις χιλιάδες χρόνια την τροχιά των πλανητικών συστημάτων στο χώρο του διαστήματος; Αν θέλετε ένα παράδειγμα των γνώσεών τους στη μικροσκοπία, ας μου επιτραπεί να διακινδυνεύσω μια εικασία. Πως συνέβη και στην ιερογλυφική του γραφή το σύμβολο ή προσδιοριστικό της λέξης σάρκα «ασέτ» πήρε τη μορφή που η σημερινή επιστήμη, βασιζόμενη στις αποκαλύψεις του μικροσκοπίου ισχύος χιλίων μεγεθύνσεων, δίνει στο πρωτόπλασμα – και δη στη μονάδα εκείνη κάθε ζωντανού κυττάρου που έχει προσδιοριστεί ως μαστίγιο; Αν μπορούσαν να κάνουν αναλύσεις σαν αυτή, γιατί να μην έχουν προχωρήσει ακόμη περισσότερο; Στην υπέροχη ατμόσφαιρά τους, όπου το ηλιακό φως, σκληρό και καθαρό, είναι ορατό αενάως κατά τη διάρκεια της ημέρας, όπου η ξηρασία του εδάφους και του αέρα δίνει τέλεια διάθλαση, γιατί να μην έχουν μάθει μυστικά του φωτός που κρύβονται από τα μάτια μας στην πυκνή και ομιχλώδη ατμόσφαιρα του δικού μας βορρά; Μήπως δεν είναι δυνατόν να είχαν μάθει να αποθηκεύουν το φως όπως εμείς έχουμε μάθει να αποθηκεύουμε τον ηλεκτρισμό; Κι όχι μόνο αυτό. Είναι ακόμη πιθανόν να είχαν καταφέρει το εξής: Πρέπει να είχαν ένα είδος τεχνητού φωτός που το χρησιμοποιούσαν στην κατασκευή και τη διακόσμηση των μεγάλων αυτών σπηλαίων που σκάλιζαν μέσα στο βράχο για να θάβουν εκεί τους νεκρούς τους. Διότι, κάποιες από αυτές τις σπηλιές, με τους λαβυρινθώδεις διαδρόμους και τις στροφές, με τα αδιέξοδα περάσματα και τις αίθουσες, όλ’ αυτά σκαλισμένα και σμιλεμένα και ζωγραφισμένα με εκπληκτικές λεπτομέρειες, που μας προκαλούν κατάπληξη, πρέπει να πήραν χρόνια και χρόνια για να αποπερατωθούν. Και όμως, δεν έχουμε βρει στο εσωτερικό κανένα ίχνος καπνού, που ασφαλώς τα λυχνάρια ή οι πυρσοί θα είχαν αφήσει. Επίσης, αν ήξεραν να αποθηκεύουν το φως, δεν είναι πιθανό να είχαν κατανοήσει και να είχαν διαχωρίσει τα διαφορετικά συστατικά στοιχεία του; Και, αν αυτοί οι αρχαίοι άνθρωποι είχαν φτάσει σ’ αυτό το σημείο, για όχι κι εμείς, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου; Θα δούμε! Θα δούμε!
Υπάρχει κι ένα άλλο ζήτημα, στο οποίο οι πρόσφατες ανακαλύψεις της επιστήμης μπορούν να ρίξουν φως. Είναι, επί του παρόντος, μόνο μια φευγαλέα αναλαμπή. Μια αναλαμπή όμως ικανή να φωτίσει πιθανότητες μάλλον παρά την πραγματικότητα ή ακόμη και δυνατότητες. Οι ανακαλύψεις του ζεύγους Κιουρί και του Λαμπόρντ, του σερ Ουίλιαμ Κρουκς και του Μπεκερέλ μπορεί να μας φέρουν τα μεγαλεπήβολα αποτελέσματα που αναμένουμε από την έρευνα της αιγυπτιολογίας. Αυτό το καινούριο μέταλλο των αλκαλίων, το ράδιο – ή μάλλον το παλιό αυτό μέταλλο για το οποίο οι γνώσεις μας είναι καινούριες – μπορεί να ήταν γνωστό στους αρχαίους. Πράγματι μπορεί να έχει χρησιμοποιηθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι φαίνεται δυνατό στις μέρες μας. Αν και η Αίγυπτος δε θεωρείται χώρα στην οποία έχει ευρεθεί πισσουρανίτης, ορυκτό μόνον εντός του οποίου, απ’ ό,τι ξέρω, περιέχεται το ράδιο, και όμως, είναι πολύ πιθανό να υπάρχει ράδιο στην Αίγυπτο. Αυτή η χώρα έχει ίσως τους μεγαλύτερους όγκους γρανίτη που βρίσκονται πάνω στη γη και ο πισσουρανίτης αποτελεί φλέβα των γρανιτικών πετρωμάτων. Σε κανένα άλλο μέρος, σε καμιά άλλη εποχή, δεν εξορύχθηκαν τόσες ποσότητες γρανίτη όσες στην Αίγυπτο κατά τις πρώτες δυναστείες του παλαιού βασιλείου. Ποιος μπορεί να πει ότι δεν είχαν βρει μεγάλες φλέβες πισσουρανίτη κατά τη γιγαντιαία επιχείρηση εξόρυξης γρανίτη για τους κίονες των ναών ή τους ογκόλιθους των πυραμίδων; Αφού φλέβες πισσουρανίτη πολύ πλουσιότερες σε ποσότητα από αυτές των πρόσφατων ορυχείων μας στην Κορνουάλη ή τη Βοημία, τη Σαξονία ή την Ουγγαρία, την Τουρκία, το Κολοράδο μπορεί να είχαν βρει οι λατόμοι του Ασσουάν, της Τούρας, του Μακατάμ ή της Ελεφαντίνης.
Και πάλι, αν πάμε παραπέρα, είναι δυνατόν εδώ κι εκεί, ανάμεσα στα εκτεταμένα λατομεία γρανίτη, να είχαν βρεθεί όχι μονάχα φλέβες αλλά μάζες ή θύλακες πισσουρανίτη. Σε μια τέτοια περίπτωση, η δύναμη, που θα είχαν στα χέρια τους αυτοί που ήξεραν πώς να τον χρησιμοποιήσουν, θα ήταν απεριόριστη. Η γνώση στην Αρχαία Αίγυπτο είχε κρατηθεί εντός του ιερατείου, ενώ στις απέραντες ιερατικές σχολές του υπήρχαν άνθρωποι μεγάλης μόρφωσης, άνθρωποι που ήξεραν πολύ καλά να εφαρμόζουν επ’ ωφελεία τους και στην επιθυμητή κατεύθυνση τις τρομερές δυνάμεις που είχαν τιθασεύσει. Και αν ο πισσουρανίτης δεν υπάρχει όντως στην Αίγυπτο, μεγάλο μέρος δεν θα είχε ελευθερωθεί από τη σταδιακή τριβή και τη φθορά των γρανιτικών βράχων; Ο χρόνος και οι καιρικές μεταβολές μετατρέπουν τελικά όλους τους βράχους σε σκόνη. Η ίδια η άμμος της ερήμου, κάτω από την οποία με την πάροδο των αιώνων θάφτηκαν σ’ αυτή τη χώρα κάποια από τα σπουδαιότερα μνημεία της ανθρώπινης διανόησης είναι η ζωντανή απόδειξη του γεγονότος αυτού. Αν, λοιπόν, η σχάση του ραδίου παράγει σωματίδια, όπως ισχυρίζονται οι επιστήμονες, τότε αυτά θα πρέπει να έχουν ελευθερωθεί από τη φυλακή του γρανίτη και να έχουν αφεθεί να δρουν στον αέρα. Μπορούμε λοιπόν να διακινδυνεύσουμε την πρόταση ότι η επιλογή του σκαραβαίου ως συμβόλου της ζωής δεν είναι εντελώς τυχαία αλλά έχει εμπειρική βάση. Μήπως δεν είναι πιθανόν οι κάνθαροι οι κοπροφάγοι να έχουν τη δύναμη ή το ένστικτο να προσκολλώνται σ’ αυτά τα μικροσκοπικά σωματίδια που εκπέμπουν θερμότητα, που εκπέμπουν φως – ίσως και ζωή – του ραδίου και να τα ενσωματώνουν με τα αβγά τους στους σβόλους κοπριάς που πλάθουν τόσο επιμελώς και από τους οποίους έχουν πάρει το λατινικό τους όνομα pilulariae ( λέξη pila σημαίνει σβόλος): Στα δισεκατομμύρια τόνων της άγονης ερήμου υπάρχουν βεβαίως μείγματα διαφόρων προσμείξεων χώματος και βράχων και μετάλλων της γεωλογικής ζώνης τους, με καθένα από τα οποία η φύση προσαρμόζει τις έμβιες οντότητες ώστε ν’ ανθίζουν πάνω σ’ αυτές που δεν έχουν ζωή.
Οι ταξιδευτές μας λένε πως το γυαλί, αν αφεθεί σε τροπικές ερήμους, αλλάζει χρώμα και χάνει τη φωτεινότητά του κάτω από τον καυτό ήλιο, όπως ακριβώς γίνεται αν εκτεθεί στις ακτίνες του ραδίου. Αυτό μήπως δεν υπονοεί κάποια ομοιότητα ανάμεσα στις δύο αυτές πηγές ενέργειας που δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί;
Αυτή η επιστημονική ή ημι-επιστημονική συζήτηση με καθησύχασε. Απομάκρυνε το μυαλό μου από τις μαύρες σκέψεις των απόκρυφων μυστηρίων και το οδήγησε στα θαύματα της φύσης.


Bram Stoker
ΤΟ ΚΟΣΜΗΜΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΑΣΤΕΡΙΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΟΛΑΝΔΑ ΔΑΛΚΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ 2003