.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Ο ρυθμός της ζωής και ο ρυθμός του θανάτου - Henry Miller


Ο ωοθηκικός κόσμος είναι το προϊόν ενός ρυθμού ζωής. Μόλις ένα παιδί γεννηθεί γίνεται μέλος ενός κόσμου, που, μέσα του, παράλληλα με το ρυθμό της ζωής υπάρχει κι ο ρυθμός του θανάτου. Η φρενιτιώδης επιθυμία να ζήσεις, να ζήσεις μ’ οποιοδήποτε μέσο, δεν είναι αποτέλεσμα του ρυθμού της ζωής που υπάρχει μέσα μας, αλλά του ρυθμού του θανάτου. Όχι μονάχα είναι ανώφελο να παραμένει κανένας στη ζωή με κάθε θυσία, μ’ ακόμα, αν η ζωή είναι ανεπιθύμητη, μια τέτοια επιθυμία αποτελεί ολοκληρωτικό σφάλμα. Το να προσπαθείς να διατηρηθείς ζωντανός, από έμφυτη ανάγκη να κατανικήσεις το θάνατο, είναι σαν να σπέρνεις τον ίδιο το θάνατο. Ο καθένας που δεν έχει αποδεχτεί ολοκληρωτικά τη ζωή, που δεν πολλαπλασιάζει τη ζωή, βοηθά στο να γιομίζει τον κόσμο με θάνατο. Η απλούστερη χειρονομία μπορεί να εκφράσει το υπέρτατο νόημα της ζωής. Μια λέξη ειπωμένη μ’ όλη σου την καρδιά μπορεί να δώσει ζωή. Η δραστηριότητα αυτή καθαυτή δε σημαίνει τίποτα. Είναι συχνά σημάδι θανάτου. Με την απλή πίεση του εξωτερικού κόσμου, κάτω απ’ την πίεση του περιβάλλοντος και του παραδείγματος, κάτω από την επίδραση του κλίματος που γεννοβολά τη δραστηριότητα, μπορεί να γίνεις μέρος μιας τερατώδους μηχανής θανάτου, όπως η Αμερική, ας πούμε.
Τι μπορεί να ξέρει ένα δυναμό από ειρήνη, από ζωή, από πραγματικότητα; Τι μπορεί να ξέρει το οποιοδήποτε ατομικό αμερικάνικο δυναμό από σοφία, από ενέργεια, απ’ την υπερεκχειλίζουσα και αιώνια ζωή που κλείνει μέσα του ένας ρακένδυτος ζητιάνος, καθισμένος κάτω από ‘να δέντρο και παραδομένος στους συλλογισμούς του; Τι είναι ζωή; Τι θα πει ενέργεια; Δεν έχεις παρά να διαβάσεις τις βλακώδεις ανοησίες των επιστημονικών και φιλοσοφικών βιβλίων, για να καταλάβεις πόσο λιγότερο απ’ το τίποτα είναι η σοφία αυτών των δραστήριων Αμερικανών. Άκου: Αυτοί οι τρελοί μηχανικοί διάβολοι με καταδιώκουν. Για να σπάσω αυτόν τον θεότρελο ρυθμό του θανάτου, πρέπει να καταφύγω σε ένα μήκος κύματος, που, μέχρι να βρω το κατάλληλο στήριγμα μες στα ίδια μου τα σπλάχνα, θα μπορέσει να απαλείψει το ρυθμό που ‘χαν επιβάλει. Φυσικά δε χρειαζόμουν εκείνο το χονδροειδές, ενοχλητικό, προκατακλυσμιαίο γραφείο που ‘χα εγκαταστημένο μες στο χολ του σπιτιού μου. Φυσικά δε χρειαζόμουν τις δώδεκα άδειες καρέκλες, που ‘χα τοποθετήσει ημικυκλικά γύρω μου. Το μόνο πράγμα που χρειαζόμουν ήταν ο αναγκαίος χώρος για τον αγκώνα μου, για να μπορώ να γράφω και μια δέκατη τρίτη καρέκλα που θα μπορούσε να μ’ οδηγήσει πέρα απ’ το ζωδιακό κύκλο που αυτοί μεταχειρίζονταν, σ’ έναν άλλο ουρανό, πέρα απ’ τον ουρανό. Όταν όμως σπρώχνουν έναν άνθρωπο στα όρια της τρέλας, κι αυτός έκπληκτος ανακαλύπτει ο ίδιος πως έχει ακόμα αρκετές δυνάμεις και δυνατότητες αντίστασης, τότε το πιθανότερο είναι ότι ο άνθρωπος αυτός θ’ αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν ένα πρωτόγονο ον. Ένας τέτοιος άνθρωπος θα ‘ναι όχι μονάχα ξεροκέφαλος και πεισματάρης, αλλά παράλληλα προληπτικός, μεταφυσικός, οπαδός και μύστης της μαγείας, και θα βρίσκεται πάντα πέρα από τη θρησκεία, θα πάσχει από τη θρησκευτικότητα του, θα καταντήσει μονομανής, με την τάση να κάνει ένα μόνο πράγμα, κι αυτό θα ‘ναι να προσπαθεί να ξορκίσει την κατάρα που ‘χουν ρίξει πάνω του. Ένας παρόμοιος άνθρωπος ξεπέρασε το στάδιο να πετάει βόμβες, να κάνει επανάσταση, δε θέλει πια ν’ ακούει ότι πρέπει ν’ αντιδρά είτε με την αδράνεια είτε με την αγριότητα. Αυτός ο άνθρωπος, ανάμεσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους της γης, θέλει η κάθε πράξη του να είναι μια διακήρυξη της ζωής. Αν κατά τη συνειδητοποίηση αυτής της φοβερής ανάγκης αρχίσει να αντιδρά οπισθοδρομικά, να γίνεται αντικοινωνικός, να παραπατάει  και να τσεβδίζει, ν’ αποδείχνεται εντελώς απροσάρμοστος, σε βαθμό που να καταντά ανίκανος να κερδίζει το ψωμί του, πρέπει να ξέρεις πως αυτός ο άνθρωπος έχει βρει το δρόμο του για την επιστροφή του στη μήτρα, στην πηγή της ζωής, κι ότι αύριο – στη θέση αυτού του αξιοπεριφρόνητου αντικειμένου κοροϊδίας που παίζεις μες στα χέρια σου – θα δεις να υψώνεται ένας ακέραιος άνθρωπος, που μπρος του, όλες οι δυνάμεις του κόσμου θα είναι ανίσχυρες.
Μέσα από το χονδροειδές αλφαβητάριο που μ’ αυτό επικοινωνεί, από τον προϊστορικό του πάγκο, με τους αρχαϊκούς ανθρώπους του κόσμου, δημιουργείται σιγά-σιγά μια καινούργια γλώσσα, που ανοίγει ένα δρόμο ανάμεσα στη νεκρή γλώσσα του σήμερα, όπως τα σήματα του ασυρμάτου, μέσα από μια θύελλα. Σ’ αυτό το μήκος κύματος δεν υπάρχει τίποτα το μαγικό, όσο και στην κοιλιά της μήτρας. Οι άνθρωποι είναι ολομόναχοι και δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα τους, γιατί όλες τους οι επινοήσεις μιλούν μονάχα για το θάνατο. Ο θάνατος είναι το αυτόματο που κυβερνά τον κόσμο της δράσης. Ο θάνατος είναι σιωπηλός, γιατί δεν έχει στόμα να μιλήσει. Ο θάνατος ποτέ του δεν εξέφρασε το παραμικρό.
Ο θάνατος είναι ακόμα ένα πράγμα περίεργο – αλλά μόνο όταν έπαψε πια κανένας να ζει. Μονάχα ένας σαν και μένα που έχει τολμήσει να ανοίξει το στόμα του για να μιλήσει, μονάχα ένας που έχει πει ξανά και ξανά χίλιες φορές το Ναι! μπορεί να απλώσει τα χέρια του στο θάνατο, χωρίς να τον φοβάται. Μάλιστα. Ο θάνατος σαν επιβράβευση, ναι! Ο θάνατος σαν αποτέλεσμα πληρότητας, ναι! Ο θάνατος σαν κορώνα και ασπίδα, ναι! Αλλά όχι ο θάνατος που σας ξεριζώνει, που απομονώνει τους ανθρώπους, που τους καταντά πικραμένους κι έρημους, που τους σπρώχνει σε μια στείρα δραστηριότητα και τους γεμίζει με μια θέληση που δεν ξέρει παρά να λέει πάντα Όχι! Η πρώτη λέξη που γράφει ο κάθε άνθρωπος, μόλις βρει τον εαυτό του, το δικό του ρυθμό, αυτόν που είναι ο ίδιος ο ρυθμός της ζωής, αυτή η πρώτη λέξη είναι το Ναι! Ο,τιδήποτε γράφει μετά είναι πάντα Ναι. Ναι, αδιάκοπα Ναι, το Ναι σε εκατομμύρια εκφράσεις, με εκατομμύρια τρόπους. Κανένα δυναμό, κανένα υλικό, ανεξάρτητα από το πόσο τεράστιο είναι – ακόμα κι ένα δυναμό εκατό εκατομμυρίων νεκρών ψυχών – δεν μπορεί να πολεμήσει τον έναν άνθρωπο που ξέρει να λέει: Ναι!
Ο πόλεμος συνέχιζε το δρόμο του, έστελναν τους ανθρώπους στο σφαγείο. Ένα, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι εκατομμύρια, κι ύστερα εκατό εκατομμύρια, ένα δισεκατομμύριο και τέλος όλους, άντρες, γυναίκες, παιδιά, ως τον τελευταίο. «Όχι! φώναζαν. Όχι! Δε θα περάσουν!» Κι όμως όλοι περνούσαν, όλοι είχαν ελεύθερη είσοδο, είτε φώναζαν ναι, είτε φώναζαν όχι. Καταμεσής σ’ αυτή τη θριαμβευτική επίδειξη μιας πνευματικά καταστρεπτικής όσμησης καθόμουν με τα πόδια μου ακουμπισμένα στο τεράστιο γραφείο μου, προσπαθώντας να επικοινωνήσω με το Δία, τον πατέρα της Ατλαντίδας, και με όλα του τα χαμένα παιδιά, αγνοώντας το γεγονός, ότι ο Απολλιναίρ θα πέθαινε μια μέρα πριν την ανακωχή, μέσα σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, αγνοώντας το γεγονός ότι στα «νέα γραφτά» του είχε χαράξει με το χέρι του τους παρακάτω ανεξίτηλους στίχους:

«Φανείτε μεγαλόψυχοι, όταν μας συγκρίνετε
Εμάς που ψάχνουμε γυρεύοντας παντού την περιπέτεια,
Μ’ αυτούς που στάθηκαν η αποθέωση της τάξης.
Δεν είμαστε εχθροί σας.
Θέλουμε να σας δώσουμε νέες απέραντες και αλλόκοτες εκτάσεις
Όπου το ολάνθιστο μυστήριο προσφέρεται σ’ αυτόν που θα ήθελε να το τρυγήσει».

Αγνοώντας ότι στο ίδιο αυτό ποίημα είχε προσθέσει τα παρακάτω:

«Φανού μεγαλόψυχος για μας που πολεμούμε πάντα στα σύνορα
Του ασύνορου και του μέλλοντος.
Φανού μεγαλόψυχος για τα σφάλματά μας και για τις αμαρτίες μας».

Αγνοούσα ακόμα πως υπήρχαν άνθρωποι που άκουγαν στα εξωτικά ονόματα του Μπλαιζ Σεντράρ, Ζακ Βασέ, Λουί Αραγκόν, Τριστάν Τσαρά, Ρενέ Κρεβέλ, Ανρύ ντε Μοντερλάν, Αντρέ Μπρετόν, Μαξ Ερνστ, Ζωρζ Γκρος, πως στις 14 Ιουλίου 1916 στη Σάαλ Βάαγκ, στη Ζυρίχη, είχε κυκλοφορήσει το πρώτο Ντανταϊστικό μανιφέστο - «το μανιφέστο του κυρίου Αντιπυρήν» - κι ότι στο περίεργο αυτό ντοκουμέντο δήλωναν ότι «ο Ντανταϊσμός είναι η ζωή χωρίς παντούφλες και παράλληλους… η αυστηρή ανάγκη χωρίς πειθαρχία και ηθική και φτύνουμε κατάμουτρα την ανθρωπότητα».

Henry Miller
Τροπικός του Αιγόκερω
Μετάφραση Βαγγέλης Κατσάνης
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος Α.Ε. 1995

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Η Υποθήκη της Ζωής – Konstantin Balmont



Τον ελεύθερο ρώτησα Άνεμο,
Πώς να μείνω πάντα νέος;
Μ’ απάντησε παίζοντας ο Άνεμος:
«Να ’σαι πάντα σαν άνεμος αέρινος!».
Την παντοδύναμη ρώτησα Θάλασσα,
Ποια η υποθήκη της ζωής;
Η ηχηρή μ’ απάντησε Θάλασσα:
«Όπως εγώ, πάντα να ηχείς!».
Τον πανύψηλο ρώτησα Ήλιο,
Πώς να λάμψω φωτεινότερος της Αυγής;
Τίποτα δε μ’ απάντησε ο Ήλιος,
Ωστόσο άκουσε η ψυχή: «Να καείς!».
1903

Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα
Ανθολογία
Μετάφραση Γιώργος Μολέσκης
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2004

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Ο δρόμος που δεν πήρα – The Road Not Taken – Robert Frost

Δυο δρόμοι χωρίζονταν σ’ ένα κιτρινισμένο δάσος
Λυπόμουν που και τους δύο δε γινόταν να διαβώ
Γιατί ένας ταξιδιώτης ήμουν, στάθηκα για ώρα
Να κοιτάζω τον ένα ως πέρα μακριά
Στο σημείο που στα χαμόκλαδα χανόταν.

Ύστερα, δίκαια κι ωραία, τον άλλο πήρα,
Ίσως επειδή ταίριαζε καλύτερα
Μια κι ήτανε χορταριασμένος και απάτητος
Αν και εκεί μπροστά στην αρχή τους
ήταν όμοια και οι δύο πατημένοι.

Όμοιοι απλώνονταν μπροστά μου εκείνο το πρωί
Τα φύλλα κανένα βήμα δεν είχε μαυρίσει.
Ώ ! άφησα τον πρώτο για μια άλλη μέρα!
Ξέροντας ωστόσο πως η μια διαδρομή σε άλλη οδηγεί
Αμφέβαλλα αν ποτέ μου θα κατάφερνα να γυρίσω πίσω.

Θα το λέω αυτό με έναν αναστεναγμό
Σε κάποιο τόπο ύστερα από χρόνια και χρόνια :
Πως σ' ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ –
Πήρα τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο,
Και τούτο έκανε όλη τη διαφορά.

***

Two roads diverged in a yellow wood,
And sorry I could not travel both
And be one traveler, long I stood
And looked down one as far as I could
To where it bent in the undergrowth;

Then took the other, as just as fair,
And having perhaps the better claim,
Because it was grassy and wanted wear;
Though as for that the passing there
Had worn them really about the same,

And both that morning equally lay
In leaves no step had trodden black.
Oh, I kept the first for another day!
Yet knowing how way leads on to way,
I doubted if I should ever come back.

I shall be telling this with a sigh
Somewhere ages and ages hence:
Two roads diverged in a wood, and I—
I took the one less traveled by,
And that has made all the difference.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Δώδεκα – Alexander Blok

 

1
Μαύρη ΄ναι η νύχτα
Λευκό το χιόνι.
Λυσσάει ο άνεμος, λυσσάει: πάει
Να σε σωριάσει
Χάμω – σαρώνει
Απ΄άκρη σ΄άκρη τη Θεία Πλάση!
Λυσσάει, σηκώνει
Ψηλά το αφράτο
Χιόνι: από κάτω πάγος σκληρός
Και γλιστερός.
Πάτα γερά!
Πρόσεχε! Έπεσε! Τον φουκαρά!
Από σπίτι σε σπίτι
Απλωμένο,
το πανό γερά δεμένο:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Από κάτω μια γριά κοιτάει
Δεν ξέρει τι σημαίνει
Αυτό το πράγμα – μοιρολογεί!
Πάει χαμένο τόσο πανί!
Τόσο πανί για ένα πανό!
Ένα σωρό ποδοφάσκια θα΄χα βγάλει για τα δύστυχα παιδιά,
Τριγυρίζουν ξυπόλυτα, γυμνά…
Σαν την πουλάδα η γριά
Πιλαλάει μες στον χιονιά.
-Βοήθα, Παρθένα μου! Οι Μπολσεβίκοι
Θα μας σφάξουν σαν τα ζα!Δαγκώνει ο άνεμος!
Δεν πάει πίσω η παγωνιά!
Για δες εκεί στη διασταύρωση τον μπουρζουά:
βαθιά χωμένη η μύτη στον γιακά.
Ποιος να΄ναι; Η κόμη του λυτή
Στους ώμους και μονολογεί!
-Αληταρία!
-Πάει η Ρωσία!
Κάνας συγγραφέας θα΄ναι –
Απ΄ αυτούς που όλο μιλάνε και μιλάνε…Μεγαλοσχήμων ίσκιος προβαίνει
Μέσα στο χιόνι – πάει μουλωχτά…
Δύσκολες μέρες ψωμί δε βγαίνει,
Ε, σύντροφε παπά;Θυμάσαι τότε που τριγυρνούσες καμαρωτός:
Μπροστά σαν τούμπανο η κοιλιά,
Κι άστραφτε πάνω της σταυρός
Να λάβει φώτιση ο λαός;
Να μια δεσποινίς με Αστραχάν
Και γυρίζει, λέει στην συνοδό της:
-Κλαίγαμε, κλαίγαμε…
Και ξαφνικά γλιστράει
-Αμάν! Πάρ΄την κάτω σαν σακί!
Πω, πω! Τι τούμπα ήταν αυτή!
Δώστε ένα χέρι να σηκωθεί!Ο άνεμος παλαβώνει.
Μια χαϊδεύει, μια δαγκώνει
Σηκώνει φούστες και παλτά
Θερίζει τους διαβάτες σαν σπαρτά.
Πιάνει, σκίζει, κουρελιάζει το τεράστιο πανό
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Σκορπίζουν τα λόγια από δω κι από κει.
…Είχαμε κι εμείς «συντακτική»
…σ΄αυτό το κτήριο, εκεί…
…τα συζητήσαμε-
Τα συμφωνήσαμε:
Δέκα την ώρα – διανυκτέρευση ΄κοσ΄πέντε…
…ντάγκα-ντάγκα…
…και βουρ στο κρεβάτι με τον μάγκα…
Αργά το βράδυ.
Άδειος ο δρόμος.
Ένας αλήτης βαδίζει
Βαριά, σκυφτά,
Ο άνεμος σφυρίζει…
Ψιτ, Ομορφούλα!
Είσαι για ένα
Φιλί στη ζούλα;Ψωμί!
Πού πάμε!
Προχώρα!Μαύρος, μαύρος ουρανός.
Θυμός, θυμός σκοτεινός
Βράζει βαθιά στο στήθος: στυγνός, ιερός…Σύντροφε! Τα μάτια σου
Πάντα ανοιχτά!
2
Λυσσάει ο άνεμος, φτεροκοπάει το χιόνι σαν τρελό.
Δώδεκα αυτοί και προχωρούν μέσα στον χαλασμό.
Χιαστί των τουφεκιών μαύρα λουριά
Κι όλα γύρω φωτιά…Τσιγάρο βαρύ στα χείλια οι παίδες
Τους λείπουν μόνο οι χειροπέδες!
Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Τι ψοφόκρυο είναι, σύντροφοι, αυτό!
-Αλλά ο Βάνια και η Κάτια στην ταβέρνα είναι ωραία…
– Στην καλτσοδέτα, του Κέρενσκη το πληθωριστικό!
-Τα κονόμησε ο Βάνια τελευταία…
-Ήταν δικός μας, αλλά πήγε στον στρατό!-Κάθαρμα, Βάνια, μπουρζουά έλα αποδώ
Αν σου βαστάει να δεις φιλιά!Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Την κάνει η Κάτια στον Βάνια την δουλειά
-κανονικά!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Όλα γύρω φωτιά…
Στον ώμο τα τουφέκια κρεμασμένα…
Προχωρείτε, επαναστάτες – πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
Σύντροφε, βάρα στο ψαχνό
Την Αγία Ρωσία –
Την χωραφού
Την καλυβού,
Την κωλαρού!
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
3
Καμαρωτοί οι λεβέντες μας πήγαν να πολεμήσουν
Στον Κόκκινο Στρατό –
Στον Κόκκινο Στρατό –
Για την τιμή της εργατιάς το αίμα τους να χάσουν!Πικρός ο κόρφος σου ζωή,
τ΄αχείλι σου γλυκό!
Έχω μια χλαίνη κουρελιασμένη
κι ένα τουφέκι αυστριακό!
Τρομάζει, τρέχει, σκούζει ο μπουρζουάς.
Τον κόσμο θα τον κάψουμε
Στο αίμα θα το βάψουμε –
Κύριε, ελέησον ημάς!
4
Το χιόνι στροβιλίζεται, ουρλιάζει ο αμαξάς,
Ο Βάνια και η Κάτια προελαύνουν –
Μπροστά φανάρια ηλεκτρικά…
Φευγάτε, ρε, μην σας πατήσει!
Χα, χα, χα!Χλαίνη στρατιωτική, βλακοφυσιογνωμία-
Στρίβει, στρίβει το μουστάκι με μανία
Το κατσαροτσιγκελώνει
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…
Γεια σου Βάνια μπρατσαρά!
Γεια σου Βάνια φαφλατά!
Την χαζή Κάτια χουφτώνει,
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…
Τον κοιτάζει τάχατες μου ντροπαλά:
Δυο σειρές μαργαριτάρια τα δοντάκια,
Αχ, εσύ,Κάτια μου, γλυκιά μου Κάτια
Αχ, αφράτο μου κουκλί…
5
Στον λαιμό σου, η μαχαιριά,
Κάτια μου, έχει γίνει ουλή.
Όμως κάτω απ΄ το βυζί
Είναι φρέσκια, αιμορραγεί!
Ε, ρε, γλέντια και χοροί!
Παναγιά μου, ένα παιδί!
Με δαντελωτά βρακιά
Έκανες την τσάρκα σου-
Και οι αξιωματικοί
Γλένταγαν την σάρκα σου.
Πού΄ναι τώρα τα βρακιά σου
Και τα καβαλήματά σου;
Θυμάσαι κείνον τον γαλονά-
Του΄χωσες την μαχαιριά…
Θυμήσου, Κάτια μου, θυμήσου τα όλα!
Τι έγινε –τα ξέχασες μωρή παλιοκαριόλα;
Θα τα θυμηθείς, ωστόσο,
Όλα, όταν σε κουτουπώσω!
Μου φορούσες γκρι μποτάκια,
Έτρωγες σοκολατάκια,
Και δεν έπαιρνες κανέναν,
αν δεν ήταν βαθμοφόρος ευγενής.
Τώρα γύρισε η τύχη
κι έπεσες στους σκαπανείς.
Γλέντα, Κάτια η αμαρτία
Σώζει –είναι ευλογία!
6
…Να τους πάλι –καλπάζουν, σαρώνουν το χιόνι
Μουγκρίζει, ουρλιάζει, ο αμαξάς, μαστιγώνει…
Αλτ! Απάνω τους Αντριούχα!
Χύνεται μπροστά ο Πετριούχα!
Μπαμ, μπαμ! Σύννεφο το χιόνι:
Στ΄ουρανού κατά τα μέρη άσπρη, παγωμένη σκόνη! …Κόβει λάσπη ο αμαξάς –με τον Βάνια… Τι κοιτάς;
Όπλισε και ξαναρίξε! Θα μας φύγει ο κερατάς!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Πάρ΄τα κορτάκια,
…………………………………………………………..
Για να μην ξανακολλήσεις σ΄αλλωνών τα γκομενάκια!
Έφυγες, παλιοκαθίκι! Δεν τελειώσαμε εδώ!
Είσαι τελειωμένος λέρα! Κάπου θα σε ξαναβρώ!Μα η Κάτια … Πού είναι η Κάτια; Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στο κεφάλι, αιμορραγεί!Είσαι καλά, Κάτια μου, τώρα;
Είσαι ικανοποιημένη;
Δεν μου κελαηδάς, ε;
Μείνε τώρα κούκλα μου εκεί, σαν κουρούνα παγωμένη!Προχωρείτε επαναστάτες –πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
7
Ξαναπιάνουν οι δώδεκα το ρωμαλέο ρυθμό
της πορείας τους. Μόνο ο φτωχός
δολοφόνος βαδίζει βουβός,
σκυθρωπός, σκοτεινός…
Προχωρά νευρικά, σαν να θέλει να φύγει
Στον λαιμό το μαντίλι τον πνίγει
Το τραβάει να το λύσει-
Θέλει μα δεν μπορεί να λησμονήσει…-Τι έγινε, ρε σύντροφε, που πας;
-Ρε φιλαράκο, γιατί δε μιλάς;
-Ρε Πετρούχα, λυπάσαι την Κάτια; Ντροπή!
-Ψηλά το κεφάλι, ρε συ!
-Αχ, αδέρφια, σύντροφοί μου,
Το αγαπούσα το κορίτσι –ήταν δική μου …
Πόσα βράδια σκοτεινά στην αγκαλιά της,
Μέθυσα με τα φιλιά της…-Για λάμψη ειρωνική
Στο φλογερό της βλέμμα
Για ένα σημάδι πορφυρό
Στον ώμο της τον δεξιό,
Της πήρα ο άθλιος τη ζωή,
την έπνιξα, ο τρελός στο αίμα!-Άσε τα κλαψουρίσματα, ρε Πέτια!
Είσαι καμιά λιπόψυχη, πορδόλυσσα γριά;
Χάζεψες, ρε ζωντόβολο; Λυπήσου την ψυχή σου!
Σταμάτα να την σκέφτεσαι –ξύπνα! Έλεος πια!
Θάρρος, μωρέ: στήθος μπροστά, μέσα η κοιλιά σου!
-Δείξε το ανάστημά σου!
-Δεν μας παίρνει
Να νταντεύουμε κανέναν, τέτοια ώρα!
Μας κολλάει, μας μποδάει, μας βαραίνει,
Σύντροφε –κατάλαβέ το, πάρε ανάσα και προχώρα!Ο Πετρούχα κοντοστέκεται και αρχίζει
Να βαδίζει με ρυθμό κανονικό…
Το κεφάλι ψηλά, το ηθικό
Ακμαιότατο… Βρήκε το κέφι του πάλι…Βρε, άντε από κει!
Δεν είναι ντροπή να γλεντάς τη ζωή!Κλείστε δώμα και κατώγι
Έρχονται οι πλιατσικολόγοι!
Ντου στου κελαριού το έμπα –
Να το τσούξει και η πλέμπα!
8
Μαύρη μαυρίλα!
Βαριεστημάρα, πικροπικρίλα
Και θανατίλα!Έχω ένα κάρο χρόνο
Να σκοτώσω τον σκοτώνω…
Έχω κούτρα και την ξύνω
Και την ξύνω και την ξύνω…
Βρίσκω και κάνα σποράκι,
Το μασάω και το φτύνω…
Έχω κι ένα σουγιαδάκι, το ανοίγω και στην δίνω!
Πίσω, μπουρζουά, ζουλάπι!
Τρέχα το αίμα θα σου πιω
Για την όμορφη μου αγάπη
Με το κορακόφρυδο…
Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου εν…
Βαριεστημάρα!
9
Ο θόρυβος της πόλης εξέλιπε. Σιωπή
Ύπερθεν του ακρόπυργου της Νιέβσκι εξηπλούτο.
Σώπασαν οι μπάτσοι, από νωρίς «εξέλιπε» το κνούτο-
Γλεντήστε τώρα, μάγκες μου, δίχως γουλιά κρασί!
Στο σταυροδρόμι ο μπουρζουάς: χωμένη στο γιακά
Η μύτη του κι ένα σκυλί τρισάθλιο, φαγωμένο
Από τους ψύλλους, κάθεται δίπλα του παγωμένο
Με την ουρά στα σκέλια και γρυλίζει σιγανά.
Σαν το σκυλί ο μπουρζουάς, ψωριάρης πεινασμένος
Στέκεται εκεί: ένα βουβό ερωτηματικό.
Και δίπλα ο κόσμος ο παλιός, γρυλίζει κουρνιασμένος,
Με την ουρά στα σκέλη μπας και βρει παρηγοριά
10
Παίρνει πάλι να φυσάει
Ο χιονιάς –λυσσάει, λυσσάει!
Ούτε τη μύτη τους δε βλέπουν –πόσο μάλλον
Ο ένας τον άλλον.Στροβιλίζεται το χιόνι: ένα χωνί
Και στο κέντρο του προβάλλει μια μορφή σατανική…
Τι χαλασμός! Λυπήσου μας ο εν τοις ουρανοίς!
-Κατούρα μας, ρε Πέτια! Δεν πρόκειται να δεις
Καλό απ΄το σταυρί κι από την αγιαστούρα!
Είσαι χαζός; Σκέψου τι λες και συγκεντρώσου-
Βάλε κάτω το νιονιό σου!
-Έβαψες τα χέρια σου με αίμα,
Για την Κάτια, για ένα ψέμα;
-Εμπρός με βήμα σταθερό, επαναστατικό!
Μην υποτιμάτε τον εχθρό!
Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
τιμημένη εργατιά!
11
…και προχωρούν χωρίς θεό
Κι αγίους. Προχωρούν:
Δώδεκα-κι όλα τα ζητούν,
και τίποτα δε συγχωρούν …Έχουν ατσάλι πυρωμένο
για τον αόρατο εχθρό…
που κρύβεται μες στα σκοτάδια
σε κάθε έρημο στενό…
αχόρταγο ζητάει το χιόνι
τις μπότες τους να καταπιεί…Κόκκινη σαν τη σημαία
Ανεμίζει η ματιά τους.Βροντούν, μουγκρίζουν
Τα βήματά τους.Οι εχθροί! Προσέξτε!
Οπλίστε! Να τους!Και το χιόνι που τους ζώνει
Μέρα- νύχτα τους τυφλώνει!…Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
Τιμημένη εργατιά!
12
…Προχωρούν μαχητικά…
-Ποιος είναι εκεί; Έβγα μπροστά!
Σιωπή – μονάχα ο άνεμος χτυπά
Την κόκκινη σημαία με μανία…
Μπροστά τους ένα ψήλωμα από χιόνι,
-Βγες, αλλιώς δεν σε γλυτώνει τίποτα! Ξανά σιωπή!
Και προβάλει πεινασμένο, σέρνοντας, ξεπαγιασμένο,
Ένα ψωραλέο σκυλί…
Ξου, κοπρίτη! Αλλιώς σε σφάζω
Με την ξιφολόγχη! Χάσου
Κόσμε παλιέ, αλλιώς σε βάζω
Κάτω και τρώω τα σωθικά σου!
…δείχνει τα δόντια του, γρυλίζει – σαν λύκος πεινασμένος-
Η ουρά στα σκέλια – δε σαλεύει-
Ένας σκύλος δίχως σπίτι – ένας σκύλος παγωμένος…
-Μίλα, ρε, ποιος είναι εκεί;
Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη σημαία;
-Τι μαυρίλα είναι, ρε σύντροφοι, αυτή!
-Ποιος πηγαίνει τοίχο-τοίχο, σαν σκιά;
Γιατί βιάζεσαι; Ωραία, θα σου δείξω εγώ…
– Ρε συ, όσο είσαι ζωντανός.
Έβγα έξω μην σε βγάλω πεθαμένο!
Ρε τι πράγμα είναι αυτός!
Ε, δεν θα σε περιμένω…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Η τουφεκιά
Πόρτα πόρτα αντιλαλεί… Ύστερα όλα σιωπηλά…
Μόνο η θύελλα λυσσάει γύρω τους – και ξαφνικά…
Ναι – γελάει γελάει, γελάει σου χιονιού την ερημιά…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!…Προχωρούν μαχητικά-
Πίσω ο σκύλος πεινασμένος και μπροστά
-με την κόκκινη σημαία αιματωμένη-
Άγγιχτη από τις σφαίρες και τον άγριο χιονιά,
-μ΄ ένα μαργαριταρένιο
Πέπλο άσπιλου χιονιού
Και λευκά ρόδα στεμμένη-
Μ΄ αλαφρό πόδι προβαίνει
Η μορφή του Ιησού Χριστού.

Alexander Blok
Δώδεκα
Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας
Εκδόσεις Γκοβόστη 2017

                                                                                                                                                                  

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Σκέψεις – Robert Musil



...Καμιά φορά είναι αδύνατο να βρεθεί τρόπος σύγκρισης ανάμεσα στις σκέψεις και στα βιώματα. Όταν προσπαθούμε να περιορίσουμε με τα δεσμά των συλλογισμών μας κάποια εμπειρία απλή και αδιάσπαστη, τη μεταμορφώνουμε αυτόματα σε κάτι πολύπλοκο κι ακατανόητο. Από την άλλη, πράγματα που μας φαίνονται μεγάλα και μακρινά, γίνονται οικεία, αποβάλλοντας όλ’ αυτά που τα κάνουν να μοιάζουν επικίνδυνα, όσο οι λέξεις μας επαρκούν για να τα διατυπώσουν, επειδή μπαίνουν στη σφαίρα της καθημερινής μας ζωής…

***

...Τον ξύπνησε μια σκέψη, σαν την απαλή επαφή με μαι ζεστή παλάμη. Ήταν μια σκέψη σχεδόν τόσο αυτονόητη, που ο Τέρλες απόρησε, που ήρθε τόσο καθυστερημένα στο νου του.
Μιά σκέψη, που συμπεριλάμβανε όλες τις τελευταίες εμπειρίες σε κάποιο συμπέρασμα. Μοιάζει πάντα απλό, φυσικό, στις κανονικές, καθημερινές αναλογίες, ό,τι φαίνεται από μακριά τεράστιο και μυστηριώδες. Θαρρείς και γύρω απ’ τον κάθε άνθρωπο είναι χαραγμένο κάποιο σύνορο. Ό,τι συμβαίνει έξω από αυτό, είναι σαν θάλασσα καταχνιασμένη, γεμάτη ανεξήγητους γίγαντες, που αλλάζουν συνεχώς διαστάσεις και σχήματα.
Ό,τι είναι κοντινό, ό,τι είναι πράξη, μπαίνοντας στη ζωή μας φαίνεται ξεκάθαρο και μικρό. Έχει ανθρώπινο σχήμα και γραμμές. Κι ανάμεσα στη ζωή που ζούμε και στην άλλη που διαισθανόμαστε, που υποπτευόμαστε, που βλέπουμε μόνο από μακριά, υπάρχει σαν κάποια στενή πύλη, ένα αόρατο σύνορο απ’ όπου πρέπει να περάσουν συμπιεσμένες όλες οι εικόνες των γεγονότων, πριν εισχωρήσουν μέσα μας…

***

...Με τις σκέψεις γενικά, συμβαίνει το εξής περίεργο: Τις περισσότερες φορές είναι συμπτωματικές, φεύγουν χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη και μπορούμε να πούμε πως χωρίζονται σε νεκρές και ζωντανές. Μας έρχεται κάποτε μια λαμπρή ιδέα, σχεδόν μεγαλοφυής, που μαραίνεται σαν λουλούδι μέσα σε λίγα λεπτά. Το περίγραμμα της παραμένει, όμως τα χρώματα, η ευωδιά της έχουν γίνει καπνός. Μπορεί να τη θυμόμαστε λέξη προς λέξη, μπορεί η λογική της να μένει ανέγγιχτη – κι όμως· έχει ανέβει στην επιφάνεια του μυαλού μας, χωρίς να μας έχει κάνει πιο πλούσιους. Μέχρις ότου, ύστερ’ από χρόνια ίσως, έρχεται κάποια στιγμή που διαπιστώνουμε, πως δεν ξέραμε στο μεσοδιάστημα τίποτα γι’ αυτήν αν και λογικά ξέραμε τα πάντα...
Ναι, υπάρχουν νεκρές και ζωντανές σκέψεις. Εκείνες που κινούνται στη φωτισμένη επιφάνεια και που κάθε στιγμή μπορούν να ελεγχθούν με λογικούς συλλογισμούς, δεν είναι πάντα αυτές που θα ονομάζαμε ζωντανές. Συνήθως είναι τόσο αδιάφορες, όσο κι οι οποιοιδήποτε στρατιώτες σε μια παρέλαση. Μια σκέψη – έστω και παλιά – ζωντανεύει τη στιγμή εκείνη, που μαζί της ενώνεται κάτι που δεν είναι ούτε σκέψη ούτε λογική. Όταν μας κάνει να νοιώθουμε την αλήθεια της, πέρα από κάθε δικαίωση. Όταν ρίχνει μια άγκυρα, που γαντζώθηκε ορμητικά στη σάρκα μας...
Το μισό από κάθε σπουδαία ιδέα, ανήκει στο φωτισμένο κύκλο της συνείδησης και το άλλο μισό, στην πιο σκοτεινή περιοχή της ύπαρξής μας. Είναι μια ψυχική κατάσταση, που στην κορυφή της φυτρώνει η σκέψη σαν κάποιο λουλούδι…

Robert Musil
Ο Νεαρός Τέρλες
Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης
Εκδόσεις ύψιλον 1984

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

QUAND ΜΕΜΕ (παραταύτα, εντούτοις) - Theodor Adorno - Max Horkheimer



Η εξωτερική πίεση ώθησε τους ανθρώπους στο ξεπέρασμα της βαρύτητας τους, στην παραγωγή υλικών και πνευματικών έργων. Οι διανοητές από τον Δημόκριτο ως τον Φρόιντ δεν έχουν άδικο σε αυτό το σημείο. Η αντίσταση της εξωτερικής φύσης, στην οποία τελικά ανάγεται η πίεση, συνεχίζεται μέσα στην κοινωνία μέσω των τάξεων και ενεργεί πάνω σε κάθε άτομο ήδη από την παιδική ηλικία ως σκληρότητα των συνανθρώπων. Οι άνθρωποι είναι μαλακοί όταν θέλουν κάτι από έναν πιο ισχυρό, και απωθητικοί όταν το ίδιο τους ζητείται από έναν πιο αδύνατο. Αυτό είναι το κλειδί για την κατανόηση της ουσίας του προσώπου στη μέχρι τώρα κοινωνία.
Το συμπέρασμα που έβγαλαν οι συντηρητικοί, ότι ο τρόμος και ο πολιτισμός είναι αδιαχώριστοι, είναι ασφαλώς βάσιμο. Τι θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να αναπτυχθούν έτσι ώστε να καταφέρουν να αντεπεξέρχονται θετικά σε πολύπλοκα ερεθίσματα, αν όχι η ίδια τους η γεμάτη προσπάθεια εξέλιξη, που πρέπει να ερεθίζεται από την εξωτερική αντίσταση; Την προτρεπτική αντίσταση ενσαρκώνει αρχικά ο πατέρας, στη θέση του οποίου αργότερα φυτρώνουν χίλια κεφάλια: ο δάσκαλος, ο προϊστάμενος, ο πελάτης, ο ανταγωνιστής, οι εκπρόσωποι των κοινωνικών και κρατικών εξουσιών. Η βαναυσότητα τους διεγείρει τον ατομικό αυθορμητισμό.
Η ιδέα ότι στο μέλλον οι δόσεις της αυστηρότητας θα μπορούσαν να ρυθμίζονται, ότι τις αιματηρές ποινές μέσω των οποίων εξημερώθηκε η ανθρωπότητα στην πορεία χιλιετών θα μπορούσαν να τις διαδεχθεί η ανέγερση σανατορίων, φαίνεται να είναι όνειρο. Ο προσποιητός καταναγκασμός είναι ανίσχυρος. Στον αστερισμό του δήμιου συντελέσθηκε η ανάπτυξη του πολιτισμού - σε αυτό συμφωνούν η Γένεση, που διηγείται για την έξωση από τον παράδεισο, και οι Soirees de Petersbourg.* Στον αστερισμό του δήμιου βρίσκονται η εργασία και η απόλαυση. Τυχόν αντιρρήσεις γι' αυτό θα ισοδυναμούσαν με κόλαφο εναντίον όλης της επιστήμης, όλης της Λογικής. Δεν µπορεί κανείς να καταργήσει τον τρόμο και να του  μείνει ο πολιτισμός. Η χαλάρωση του τρόμου και μόνο σημαίνει την αρχή της διάλυσης. Από αυτό θα μπορούσαν να εξαχθούν τα πιο διαφορετικά συμπεράσματα: από τη λατρεία της φασιστικής βαρβαρότητας ως την καταφυγή στους κύκλους της Κόλασης.** Υπάρχει ακόμη ένα: η περιφρόνηση της Λογικής, όταν αυτή είναι εναντίον της ανθρωπότητας.

_________________ 
*Les Soiries de Saint-Pitersbourg (Οι βραδιές της Αγίας Πετρούπολης), έργο του Joseph de Maistre. 
** Αναφορά στους εννιά κύκλους τηςΚόλασης του Δάντη.




Theodor Adorno - Max Horkheimer
Διαλεκτική του Διαφωτισμού
Φιλοσοφικά Αποσπάσματα
Μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου
Εκδόσεις Νήσος 1996