.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2019

ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ Ο ΜΥΣΤΗΣ – DION FORTUNE



Αξίωμα της Ατραπού είναι ότι εκείνοι που την έχουν βαδίσει διακρίνονται για τη γαλήνη τους. Ο Μύστης πεθαίνει με τον ίδιο τρόπο που έζησε: γαλήνια. Ο θάνατος δεν εμπεριέχει πια κανένα τρόμο για τον άνθρωπο που γνωρίζει την πραγματικότητα της μετενσάρκωσης μέσα από τις αναμνήσεις του για τις περασμένες ζωές του. Έχει πεθάνει πολλές φορές πριν, και η διαδικασία του είναι οικεία. Μέσα από την καθημερινή εξάσκηση, έχει συνηθίσει να αποσύρει τη συνείδησή του από τον εγκέφαλο και να εισέρχεται στον Ανώτερο Εαυτό με το διαλογισμό. Όταν πλησιάζει η ώρα του να αποχωρήσει, γνωρίζει ότι θα δρασκελίσει την οικεία του πύλη, κλείνοντάς την ερμητικά πίσω του, για να μην επιστρέψει ξανά. Μετά από πολλά χρόνια μαθητείας στην Ατραπό, έχει αποθέσει τους θησαυρούς του στα Ουράνια. Έχει συνηθίσει να θεωρεί τον εαυτό του σαν πνεύμα και όχι σαν κάποιο υλικό σώμα. Για αυτόν, το σώμα δεν είναι παρά ένα παρατηρητήριο που κατασκεύασε για να χρησιμοποιεί ο εαυτός του στο πεδίο της γης.
Ακούει το κάλεσμα που ορίζει ότι πρέπει να αποσυρθεί για έναν από τους εξής δύο λόγους: μπορεί το φυσικό του σώμα να μην είναι πια εξυπηρετικός φορέας και είναι καλύτερο και πιο εύκολο να το απορρίψει προκειμένου να «ντυθεί» με ένα καινούργιο, παρά να κάνει επιδιορθώσεις στο παλιό. Ή μπορεί να έχει εκπληρώσει το έργο του στη γη και να καλείται να ανέβει ψηλότερα. Αποδέχεται με άνεση το θάνατο και χωρίς μεμψιμοιρίες, γιατί γνωρίζει ότι δίχως το κάλεσμα του Δάσκαλού του, όλες οι δυνάμεις του Θανάτου και της Κόλασης, μαζί δεν θα μπορούσαν να τον εξαναγκάσουν να εγκαταλείψει την κατοικία της σάρκας.
Καθώς αναμένει τις διαδικασίες που θα του ανοίξουν τις πύλες, βυθίζεται όλο και περισσότερο στο διαλογισμό του, με στόχο να διυλίσει την ουσία των εμπειριών της ζωής του. Παρατηρεί τα μαθήματα που του έχει δώσει η ζωή, σημειώνει εκείνα που του έχει μάθει κι εκείνα που δεν τα έχει κατακτήσει ακόμα τέλεια, και προσπαθεί έντονα να συμπληρώσει τη συνειδητοποίησή του σχετικά με αυτά, προτού έρθει η ώρα να αναχωρήσει. Σύντομα θα γνωρίζει αν έχει εκπληρώσει το έργο του ή αν θα πρέπει να ξαναεπιστρέψει στη γη προκειμένου να το ολοκληρώσει.
Αν καταλάβει ότι η γήινη ζωή δεν έχει τελειώσει για αυτόν αλλά πρόκειται να επιστρέψει, τότε στρέφει τις ενέργειές του προς τη δόμηση του αρχέτυπου του αιθερικού καλουπιού το οποίο θα δώσει μορφή στο σώμα του και θα διαγράψει το πεπρωμένο του σαν έρθει η ώρα να επανέρθει στη γη. Προσπαθεί να χαράξει πάνω στο άτομο-σπέρμα την ανάμνηση των Μυστηρίων στα οποία έχει μυηθεί, περιβάλλοντάς το έτσι με εκείνα τα «αιωρούμενα σύννεφα δόξας» με τα οποία επενδύεται η μυημένη ψυχή όταν περνάει για άλλη μια φορά εκείνες τις πύλες που, σαν τις βλέπουμε από ψηλά, τις ονομάζουμε Πύλες της Γέννησης – αλλά σαν τις βλέπουμε από χαμηλά, τις ονομάζουμε Πύλες του Θανάτου.
Με σαφήνεια και επιμονή δίνει μορφή στο ιδανικό του, έτσι ώστε σαν φύγει η ψυχή του να προχωρήσει προς το σκοπό της και να μην περιπλανιέται άσκοπα στον άλλο κόσμο. Γνωρίζει ότι μέσα σε ένα κύκλο τριών ζωών θα έχει πλήρη ελεύθερη θέληση. Αν αυτή η ζωή έχει αποδώσει τους καρπούς των προσπαθειών του παρελθόντος, τότε θα μπορεί να υπολογίζει με βεβαιότητα ότι στην επόμενη ζωή του θα δει την επίτευξη του σκοπού του. Αμέσως μόλις καταλάβει ότι αρχίζει να χαλαρώνει ο δεσμός του με αυτή τη ζωή, ο μύστης προετοιμάζεται για την επόμενη.
Για το μύστη δεν υπάρχει χωρισμός από αυτούς που αγαπάει, γιατί έχει μάθει από πολύ καιρό να αγαπάει την πνευματική ουσία κάθε ψυχής. Το λύσιμο της ασημένιας χορδής και το σπάσιμο του χρυσού κύπελλου, για αυτόν σημαίνουν ότι πέφτει κάθε εμπόδιο που τον χωρίζει από εκείνο το στοιχείο που αγαπάει τα αγαπημένα του πρόσωπα.
Τι είναι καλύτερο; Να βρισκόμαστε σε φυσική επαφή με εκείνους που η ψυχή τους είναι απομακρυσμένη από εμάς επειδή λείπει η αμοιβαία συμπάθεια, ή να είμαστε σε πνευματική ένωση τέλειας συμπάθειας και κατανόησης με τον αληθινό, τον αθάνατο και άφθαρτο Ανώτερο Εαυτό κάποιου αγαπημένου μας; Ο πρώτος είναι ο αληθινός χωρισμός και όχι ο δεύτερος. Όσοι διαθέτουν ανώτερη συνείδηση μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, ανεξάρτητα από το που βρίσκονται τα σώματά τους, για όσο καιρό μοιράζονται αυτή τη γήινη ζωή. Το μόνο που κάνει ο Θάνατος είναι να αυξάνει αυτή την ικανότητα επικοινωνίας. Οι ανώτερες συνειδήσεις βρίσκονται πολύ κοντύτερα πνευματικά όταν δεν υπάρχουν πια τα φράγματα που υψώνουν οι περιορισμοί του σώματος.
Σαν έρθει η ώρα να φύγει ο μύστης, καλεί κοντά του τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα, προκειμένου να διευκολύνουν την αναχώρησή του και να τον συνοδεύσουν στα πρώτα στάδια του ταξιδιού του. Αυτοί που μπορούν να έρθουν «εν σώματι» συγκεντρώνονται γύρω του. Όσοι δεν μπορούν, έρχονται με το αστρικό τους σώμα. Και όσοι έχουν φύγει πριν από αυτόν από τις Πύλες του Θανάτου, καλούνται να τον περιμένουν στο κατώφλι.
Ο Μαγικός Κύκλος χαράζεται γύρω του και σφραγίζεται στα τέσσερα τέταρτα με τα Ονόματα των τεσσάρων Αρχαγγέλων. Ανάβονται κεριά στο προσκέφαλό του και στα πόδια του. Όλοι κάθονται σιωπηλοί σε διαλογισμό, καθώς αυτός που ξεψυχάει περπατάει για άλλη μια φορά την Ατραπό της απόσυρσης, την Ατραπό του συμβολικού οράματος που τόσο συχνά βάδιζε ζωντανός ακόμα, όταν ανυψωνόταν στα πεδία. Καθώς αποσύρεται, οι Πύλες ανοίγουν απαλά για να περάσει, και αυτοί που παρακολουθούν βλέπουν με την πνευματική όραση τον ερχομό του Ισχυρού για να τον συναντήσει, τον Αρχάγγελο του Τάγματός του. Ένα φως αστράφτει γύρω από το κρεβάτι, σαν την τελευταία αχτίδα που εξακοντίζεται μέσα από ένα σύννεφο του ήλιου που δύει. Είναι ορατή καθαρά ακόμα και στα μάτια της ύλης. Αμέσως μετά η ψυχή του μύστη φεύγει.
Είναι υπόσχεση των Μυστηρίων προς του μυημένους τους, ότι θα περάσουν μέσα από τις Πύλες του Θανάτου έχοντας πλήρη συνείδηση και ότι θα τους προϋπαντήσει ο Μεγάλος Μυητής. Αποτελεί, επίσης, προνόμιο εκείνων των αδερφών του που θα τον συνοδεύσουν στο τελευταίο του ταξίδι, ότι θα τους επιτραπεί να σταθούν στο κατώφλι και να δουν με τα μάτια τους την Ατραπό που θα ακολουθήσουν κι αυτοί σαν έρθει η ώρα τους.

DION FORTUNE
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΟΛΓΑ ΜΑΥΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1997

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2019

Εκβλακοποιητές και εκβλακοποιούμενοι – Σπύρος Βρεττός



...Η συνέχεια φάνηκε πολύ περισσότερο ενδιαφέρουσα, καθώς – και σχεδόν παντελώς απρόσμενα – ο Ιπποκράτης, ο αρχαίος γιατρός από την Κω, μπροστά σε μισοκαταστραμμένο οίκημα, ανάμεσα σε παλιά μάρμαρα που θύμιζαν Ασκληπιείο, σε πεύκα και σε κάποια γλυπτά που θύμιζαν – αλλά καθόλου δεν ήταν – τους ιππείς των Παναθηναίων, άρχιζε να συνομιλεί μ’ ένα νέο σχετικά γιατρό, από το όλο του ύφος λέγοντάς του απόψεις, πως ο γιατρός πρέπει να ωφελεί και πάντως να μη βλάπτει, ή να υποβοηθάει τη φύση ή να θεραπεύει το ενάντιο με το αντίθετο, φροντίζοντας για την αιτιολογία και την πρόγνωση. Κυρίως όμως έδειχνε ν’ αναλύει την επίδραση των παραγόντων του φυσικού περιβάλλοντος πάνω στη σωματική και τη διανοητική κατάσταση των ανθρώπων, «θέλοντας προφανώς να οδηγήσει πάλι – ή και να εμπνεύσει, παρατήρησες ο αφηγητής – σ’ ένα πλατύτερο πνευματικό κίνημα όπου η υγεία και η επιβίωση να καταστούν γενικά τρόπος ζωής».
Ο νέος γιατρός αν και κάπως βίαια, μ’ ένα τρόπο πάντως αρκετά ευγενικό και με αξιοθαύμαστη ενάργεια και απλότητα προσπάθησε να αντιπροβάλει τις απόψεις του συνοψίζοντας τους πολλούς μαζί παράγοντες αποτυχίας και λέγοντας (μ’ ένα τρόπο που άγγιζε τα όρια του παντελώς απλοϊκού και πασίγνωστου) πως για την ιατρική έρευνα είχαν διατεθεί ελάχιστα ποσά χρημάτων, (μόνο για την έρευνα για τα σκεπτόμενα και μη όπλα χρηματοδοτούσαν), πως οι πηγές χρηματοδότησης ήταν ελάχιστες, τυχαίες!, ή συνεργασία σε παγκόσμιο επίπεδο, (ιδιαίτερα των ισχυρών οικονομικά κρατών) μια γελοιογραφία συνεργασίας, ή συνεργασία των εταιρειών μια εποχιακή, διαφημιστική φιέστα μάλλον, η συνειδητοποίηση της ανάγκης συνεισφοράς εκ μέρους των πολλών δεν είχε καν ξεκινήσει, οι πολιτικοί μέσα στην παγιωμένη ανάγκη από την πληθώρα των προβλημάτων είχαν προκαθορίσει τον τρόπο της σκέψης τους για τους προσεχείς αιώνες, πανίσχυρα εμπορικά κυκλώματα περισσότερο μπορούσε να θάψουν κάτι σημαντικό, οι οριακές δυνατότητες της ανθρώπινης σκέψης, που ακόμα και με τις μηχανές μαζί δεν έγιναν πολύ μεγαλύτερες. Αν τα αίτια που προκαλούν μια αρρώστια είναι πάρα πολλά, χρειάζονται πάρα πολλοί τρόποι προσπέλασης. Η αναγωγή όλων των αιτίων σ’ ένα – και θύμιζε στο σημείο αυτό, μακρινά, την πλατωνική φιλοσοφία μάλλον παρά του Αριστοτέλη – καθίσταται γεγονός σχεδόν ακατόρθωτο λογικά, έτσι που οποιαδήποτε ελπίδα να εξανεμίζεται.
Θύμισε μάλιστα και τους πολλούς και θρασύτατους χαμαιλέοντες που είχαν κατακτήσει πλέον όλες τις βαθμίδες της «ιεραρχίας», ακόμα και στους χώρους της έρευνας και που ήταν από την ίδια τους τη φύση προσδιορισμένοι, (πόσο μπορούσε τάχα να ελπίζει κανένας στο τυχαίο;) και που το μόνο που μπορούσαν ήταν να καταδικάζουν τους άλλους, (τους ήδη όμως καταδικασμένους, παραδέχτηκε).
Ο Ιπποκράτης που άκουγε σιωπηλός στο γέρμα εκείνης της ηλιόλουστης μέρας (και καθώς έφταναν οι μακρινές φωνές πουλιών που είχαν επιβιώσει, θυμίζοντας περασμένων αιώνων μακρινές φωτεινές μέρες, με την ήρεμη μελαγχολία και την απαρασάλευτη ομορφιά).
-Και παρ’ όλα αυτά, είπε, χάσατε το πραγματικό σημείο αναφοράς, την ανδρεία, την αέναη κίνηση προς ό,τι επιβάλλεται να επιτευχθεί. Γι’ αυτό και η μεγάλη λάμψη δεν ήρθε. Και στους πολλούς δεν απευθυνθήκατε όσο θα έπρεπε...
-Στους πολλούς!, αναφώνησε ο νέος γιατρός και χαμογέλασε αχνά, ευγενικά... Σάμπως και να υπάρχει κανένας πλέον που να μπορεί ν’ ακούσει!... Μέσα τους η σκέψη πέθανε προτού καν γεννηθεί. Επιβίωσε μόνο το αβυσσαλέο μίσος και ο ακινητοποιών φόβος. Οι ωραίες κι ευγενικές ιδέες πάγωσαν. Οι ωραίοι κι ευγενικοί άνθρωποι χάθηκαν. Παγιώθηκε (για χρόνια) μια κατάσταση αποχαυνωτικής αδράνειας με μόνες ζωντανές τις έννοιες του κέρδους και της κατανάλωσης.


Ήταν φανερό πλέον πως δεν επρόκειτο για μια απλή ιατρική διάγνωση (ή και καθαρά ιατρικό ζήτημα) και γι’ αυτό ίσως ο νέος γιατρός φάνηκε να διστάζει κάπως ενώ ο Ιπποκράτης αν και σχεδόν ασάλευτος απέναντί του, έδειχνε (όπως και παλιά) το ενδιαφέρον του για το φιλοσοφημένο γιατρό προσπαθώντας να τον ενθαρρύνει να συνεχίσει:
-Και παρ’ όλα αυτά, ξανάπε ο νέος γιατρός, δεν μπορώ να μη μιλήσω για την πιο ύπουλη και μακρόβια αρρώστια εκείνων των σκοτεινών τελικά χρόνων, και που θα την ονομάσω με τον καθόλου σοβαρό και τετριμμένο και βαρβαρικό μάλλον όρο «εκβλακοποίηση», που βρίσκεται πολύ πιο κοντά και στη σοβαρότητα της όλης κατάστασης, όταν πολλοί άνθρωποι νόμιζαν πως αχνοχάραζε καινούργια εποχή. Γιατί φαινομενικά τίποτα δεν άλλαζε. Ο ασθενής έδειχνε να παραμένει ο ίδιος άνθρωπος: οι εργάτες πήγαιναν κανονικά στη δουλειά τους, εφόσον ακόμα υπήρχαν δουλειές και ο αυτοματισμός το επέτρεπε και οι υπάλληλοι μαζί με τα κομπιούτερς το ίδιο γέμιζαν τα γραφεία, όπου ακόμα ήταν απαραίτητο, και κάποιοι επιστήμονες συνεπικουρούμενοι και από τα κομπιούτερς εξακολουθούσαν να παράγουν το όποιο επιστημονικό τους έργο, και οι κάθε είδους επενδυτές και επιχειρηματίες, συνεπικουρούμενοι από πλήθος ευφυών και λιγότερο ευφυών ανθρώπων και την τελευταία λέξη της υψηλής τεχνολογίας, εξακολουθούσαν να καταμετρούν τεράστια κέρδη, να σχεδιάζουν καινούργιες εξορμήσεις ή και να παλεύουν κάποιοι για την επιβίωσή τους. (αναφέρεται μάλιστα και μια πολύ σκοτεινή περίοδος μεγάλης κάμψης ή και θανάτου ισχυρής ομάδας ή κραταιάς εποχής. Αλλά ποτέ δε δόθηκαν και δε διασώθηκαν επαρκώς διευκρινιστικά στοιχεία). Οι καλλιτέχνες εξακολουθούσαν να δημιουργούν στον όποιο βαθμό μπορούσαν, οι συγγραφείς να γράφουν ό,τι έγραφαν, οι δάσκαλοι να προσπαθούν να διδάξουν, οι γιατροί να προσπαθούν να θεραπεύσουν. Είχαν όμως όλοι τους ανεπαίσθητα προσβληθεί χωρίς να μπορούν να το καταλάβουν. Σε αραιά μόνο χρονικά διαστήματα, στα ελάχιστα φωτεινά διάκενα και στην αρχή ακόμα της «μεγάλης αρρώστιας» μπορούσε κάποιος να το συνειδητοποιήσει. Λέγανε τότε πως έφταιγες ο τρόπος ζωής που τους είχε όλους αιχμαλωτίσει ή πως έφταιγαν οι διαφημιστές και οι διαφημίσεις ή τα κομπιούτερς ή το ποδόσφαιρο και τα συναφή αθλήματα, ή οι δάσκαλοι ή οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες γενικά που πλέον δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν έργα τέχνης και που επέβαλλαν για τέχνη ό,τι δεν ήταν, (και για τον ίδιο λόγο και οι κριτικοί). Προβάδισμα – όπως ήταν φυσικό – έδιναν και στους πολιτικούς και στους δημοσιογράφους. Και είναι αλήθεια πως τους είχαν βομβαρδίσει με τόσα ποτάμια ραδιοτηλεοπτικής ανοησίας, ψυχαγωγώντας τους κιόλας, όσα ο πλανήτης δεν είχε γνωρίσει όλους μαζί τους προηγούμενους αιώνες της ιστορίας του.
Απλοί άνθρωποι στα μικρομάγαζά τους μέσα, και κάποιοι αγρότες στα χωράφια τους – καθώς δεν είχαν ακόμα οριστικά απολέσει ένα πανάρχαιο ένστικτο και μιαν από μακρινή παράδοση ωραία διάθεση να κουβεντιάζουν και να φιλοσοφούν – διαισθάνθηκαν πως κάτι το επίφοβο σκοτεινό ερχόταν.
Ειπώθηκε πως κάποιοι (και μάλιστα ηρωικοί – σε περιόδους που ο όρος είχε παντελώς εξαφανισθεί και φαινόταν να προκαλεί ντροπή, ακόμα και στην ανάμνησή του) δημοσιογράφοι, συνειδητοποιώντας την όλη κατάσταση, θέλησαν τότε ν’ αντιδράσουν, όσο υπήρχε ακόμα καιρός. Γρήγορα όμως είδαν να χάνουν τις δουλειές τους, να γίνεται, όπως ήταν φυσικό, επιτυχής προσπάθεια για τη γελοιοποίησή τους και αργότερα φήμες κυκλοφόρησαν πως μερικούς τους είχαν δολοφονήσει, πληροφορίες όμως που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν γιατί και τα φωτεινά διαλείμματα εκείνων που συνειδητοποιούσαν την κατάσταση όλο και λιγόστευαν ή κρατούσαν ελάχιστες στιγμές, ώσπου εξέλειπαν παντελώς και τα σχετικά στοιχεία χάθηκαν.
Από χειρόγραφα που διασώθηκαν αναφέρεται η περίπτωση ανθρώπου δυστυχισμένου που το φωτεινό του διάλειμμα κράτησε μερικές μέρες. Έτσι μπόρεσε να περιγράψει το είδος και την ποιότητα των ανθρώπων που έβλεπε γύρω του και τον αυθεντικό τους καθημερινό λόγο. Την έβδομη όμως μέρα μη υπομένοντας πλέον το φωτεινό διάλειμμα τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.
Αναφάνηκε λοιπόν μια καινούργια περίοδος, όπου το σύνολο σχεδόν των εκβλακοποιητών ήταν ταυτόχρονα και εκβλακοποιητές και εκβλακοποιούμενοι, απ’ όπου προήλθε η νέα, πολύ περισσότερο επικίνδυνη, γενιά των εκβλακοποιούμενων πλήρως εκβλακοποιητών, (από κει πλέον και οι περισσότεροι ηγέτες προέρχονταν), με τα απεριόριστα και άκρως εξελιγμένα ραδιοτηλεοπτικά μέσα στη διάθεσή τους. Η σκέψη των ανθρώπων έγινε ανενεργός και πήρε χίλιες, ασήμαντες κατευθύνσεις, και πληρώθηκε απ’ ό,τι άχρηστο. Μερικοί όροι που είχαν σχέση με τον ανθρωπισμό χάθηκαν από τα λεξικά, παρ’ όλο που τα γεγονότα συντελούνταν μέσα σε μια «πλήρη δημοκρατία», ως προς τους τύπους.
Είχαν κυκλοφορήσει μάλιστα φήμες, χρόνια πριν την οριστική παγίωση της τελμάτωσης, πως και όντα από άλλους πλανήτες προκαλούσαν την όλη κατάσταση, επειδή τάχα ήθελαν να πειραματιστούν πάνω σε οριακές αντιδράσεις της ανθρώπινης φύσης, χρησιμοποιώντας άγνωστες, δικές τους ακτινοβολίες, από δυσπρόσιτο φάσμα των πιο επικίνδυνων ακτινοβολιών ή και ουσίες που σκόρπισαν στην ατμόσφαιρα ή παροχέτευσαν στα δίκτυα ύδρευσης και στις καλλιέργειες, φαντασιώσεις καθαρά, ίσως ακόμα και των ίδιων των εκβλακοποιημένων εκβλακοποιητών.
Γιατί, τα τελευταία κείμενα που διασώθηκαν, γραμμένα προφανώς από κάποιους νηφάλιους ανθρώπους που μπόρεσαν για λίγο να ξεφύγουν και στιγμιαία να συνειδητοποιήσουν την κατάσταση μιλάνε (και μάλιστα με συγκινητικά δραματικό τρόπο) για ολοκληρωμένα προγράμματα πλήρους εκβλακοποίησης γήινης καθαρά προέλευσης από περιοχές όπου όλος ο πολιτισμός τους εκπέμπει εκβλακοποίηση. Αλλά τα κείμενα δεν προσδιόριζαν, από φόβο ίσως, ούτε το ακριβές σημείο της προέλευσης, ούτε ποια χώρα είχε εφαρμόσει τα τελειότερα προγράμματα, ούτε ποιες χώρες είχαν πληγεί περισσότερο, αν αυτές ήταν οι πιο ανεπτυγμένες, βιομηχανικά και αυτές που τεχνουργούν τη σφαίρα της υψηλής τεχνολογίας ή οι λιγότερο αναπτυγμένες ή αυτές που για αιώνες αποκαλούσαν με τον παράδοξο τίτλο «Τρίτος Κόσμος», και τα στοιχεία χάθηκαν οριστικά για την ιστορική έρευνα έτσι που πλέον θα είναι υποχρεωμένη να στηριχτεί, όπως συνήθως, στις καλά τεκμηριωμένες φαντασιώσεις των ιστορικών.
Γεγονός είναι πάντως πως αντίδραση είχε υπάρξει, τα κείμενα μιλούν καθαρά στο σημείο αυτό: απεργιακοί αγώνες είχαν ξεσπάσει, όταν ακόμα το σώμα της κοινωνίας παράμενε κάπως ζωντανό. Λέγανε πως πολλοί και ηρωικοί άνθρωποι αντιστάθηκαν, χάνοντας το ψωμί τους και βυθίζοντας τις οικογένειές τους στην ανέχεια και στην αφόρητη λύπη, και πως πολλοί έχασαν ακόμα και τη ζωή τους, επειδή ένιωθαν να συγγενεύουν με μακρινά οράματα κι επειδή σέβόντανε το αίμα όλων των προγενέστερων νεκρών.
Αγωνίζονταν όμως οι δύστυχοι μέσα σ’ έναν κόσμο παράλογης (αλλά και φυσιολογικής για τα δίσεκτα εκείνα χρόνια και σύμφωνης με το όλο κλίμα) αδιαφορίας, κάτω από ύβρεις και προπηλακισμούς και κάθε είδους εξευτελισμούς, ανάμεσα σε ανθρώπους – και φτωχούς και λιγότερο φτωχούς που δυστυχώς η επιδημία φαίνεται πως είχε για τα καλά πλήξει – ανθρώπους που τους θεωρούσαν εγκληματίες και υπερασπιστές δικών τους προσωπικών συμφερόντων, γιατί δεν ήξεραν οι δύστυχοι πως αυτοί υπερασπίζονταν, ακόμα και χωρίς να το καταλαβαίνουν, «το παράδοξο πλέον δικαίωμα του να ‘σαι άνθρωπος!» Διαμαρτύρονταν όμως (προσποιητά κλαυθμυρίζοντας κάποτε) και οι κάθε είδους εκβλακοποιητές που τάχα δεν τους επέτρεπαν την ανεμπόδιστη ισοπέδωση κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας!... Ώσπου τους έπιανε το εγκληματικό τους αμόκ και τότε, αποκαλύπτοντας και την αληθινή τους φύση, γίνονταν αδυσώπητα φονικοί.
Τους εκβλακοποιητές, συνεπικουρούσαν στα πρώτα τους βήματα και κάθε είδους προδότες (είναι αλήθεια πραγμάτων που ποτέ δεν πίστεψαν) προδότες που δεν αγάπησαν ποτέ κανέναν άνθρωπο, μικρόνοοι και υποκριτές που περιτύλιγαν τον εαυτό τους γύρω από τον εαυτό τους, αποβράσματα τελικά της επερχόμενης ολοκληρωτικής νύχτας.
Ο νέος γιατρός έπαψε να μιλάει και ο Ιπποκράτης προφανώς έκπληκτος, ίσως και γιατί θα νόμιζε πως οι πρώτοι που θα είχαν πληγεί από την επιδημία θα ήταν οι γιατροί και που τώρα έβλεπε πως ένας γιατρός με τόσο εκπληκτικά ωραίο τρόπο του παρουσίαζε την όλη κατάσταση – και παρ’ όλα αυτά, είπε, το θέμα φαίνεται υπόθεση φιλοσόφων μάλλον παρά γιατρών.
-Ω, είπε ο νέος γιατρός. Αλλοίμονο αν η φιλοσοφία καταντήσει τελικά υπόθεση των δασκάλων της φιλοσοφίας, και αλλοίμονο φυσικά, (συμπλήρωσε), αν η φιλοσοφία δεν παραμείνει και υπόθεση των δασκάλων της φιλοσοφίας... Αλλ’ οι φιλόσοφοι που υπάρχουν φαίνονται, πολλές φορές, σαν τους πολιτικούς, που είναι σαν να μην υπάρχουν: φιλόσοφοι του ήσσονος σημασίας λόγου και της αχαλίνωτης διασύνδεσης λέξεων – εννοιών που, όταν δεν είναι αυθεντική ποίηση, εύκολα προσεγγίζει τα όρια της ανοησίας. Άλλωστε – και τα κείμενα μιλάνε με πολλή σαφήνεια στο σημείο αυτο – πολλοί διανοούμενοι έπαιξαν το ρόλο τους στα πρώτα βήματα της επιδημίας, ως καλά αμειβόμενοι εκβλακοποιητές.
Πολύ γρήγορα όμως οι ανεξέλεγκτες πλέον, πανίσχυρες δυνάμεις της «παγκόσμιας εκβλακοποίησης» είχαν εξαπολύσει την τραγικότερη επίθεση εναντίον των ανθρώπων, ώστε σταδιακά και ασυναίσθητα να δημιουργηθεί ένας αντιπολιτισμός, όπου ακόμα και η βασική έννοια της παγκόσμιας ειρήνης να διατρέχει άμεσο κίνδυνο, ενώ δρούσαν ελεύθερα πλέον και οι κάθε είδους διορθωτές και επιδιορθωτές της ανθρώπινης φύσης και της κάθε ζωντανής και μη ύπαρξης.
Οι μόνοι πάγιοι συσχετισμοί που επέζησαν για χρόνια φαίνεται πως ήταν εκείνοι της εκβλακοποίησης και της συναίσθησης πλήρους ασφάλειας, ή της εκβλακοποίησης και του κέρδους.
Ο νέος γιατρός έπαψε να μιλάει και ο Ιπποκράτης έμεινε για λίγο σιωπηλός, αλλ’ όχι ιδιαίτερα ανήσυχος, όπως άλλωστε ήταν και η πραγματική του φύση. Γρήγορα όμως βρέθηκε να αναλογίζεται, (αλλά μ’ έναν τρόπο μάλλον απλοϊκό και ελάχιστα ίσως φιλοσοφικό, όπως και η όλη συζήτηση άλλωστε), μήπως η κατάσταση που παγιώθηκε είναι η «φυσική» κατάσταση του ανθρώπου, μακροχρόνια, (όπως και στο παρελθόν), εξαρτημένη άμεσα και από το φυσικό και το κοινωνικό του περιβάλλον ή μήπως ακόμα και η κάποια κατάσταση ευτυχίας εξαρτάται κυρίως από το βαθμό της εκβλακοποίησης.
-Είναι πράγματι μια κατάσταση, είπε ο νέος γιατρός, που σου επιτρέπει, να παίζεις γκολφ ή τέννις και να κάνεις δηλώσεις, όταν ο γενικότερος θάνατος πλησιάζει... ή που σε κάνει τόσο ευτυχή για τη νίκη της ποδοσφαιρικής σου ομάδας και τόσο δυστυχή γι την αποτυχία της... ή που επιτρέπει τόσο πολύ τη συγκάλυψη της ανθρώπινης δυστυχίας και που υπόσχεται βάσιμα τη διαιώνιση της αδικίας και την απεριόριστη εξέλιξη της αθλιότητας... Είναι τελικά μια κατάσταση που τίμια και με τόσο πραγματική ειλικρίνεια υπόσχεται να σβήσει ό,τι ευγενικό και υψηλό παρήγαγε η ανθρώπινη σκέψη.
Δεν είναι όμως η συνηθισμένη κατάσταση ηλιθιότητας που σου επιτρέπει να τους εξαπατάς, να τους χρησιμοποιείς, να επηρεάζεις τη συνείδησή τους μεταβάλλοντας τους σ’ εχθρούς του ίδιου τους του εαυτού... Επρόκειτο για μιαν άλλη ποιότητα που μέσα ήσουν κι εσύ.
Που μέσα υπήρχε ο καθένας: ο φιλοσοφών και ο κορυφαίος επιστήμονας και ο απλός φυσικός άνθρωπος και ο άπληστος μικροληστής και ο μεγάλος απατεώνας...
Επιγραμματικά μάλιστα πρόσθεσε:
«Εκβλακοποίηση, εκχυδαιοποίηση, παρανοϊκότητα, εγκληματικότητα».
Για λίγο επικράτησε σιωπή.
-Βυθίστηκαν πράγματι, ξανάπε ο νέος γιατρός, μέσα στην ομορφιά της πλήρους εκβλακοποίησης, τραγική ομορφιά που οι ίδιοι όμως, όπως και κάθε άλλην ομορφιά ποτέ δεν θα μπορούσε να ιδούν...
-Προφανώς λοιπόν, παρατήρησε ο Ιπποκράτης, τα παραπάνω θα μπορούσε να συνοψιστούν σε κάποιες άλλες εννοιες;
-Πολύ μεταγενέστερα κείμενα επισημαίνουν κάποια σημεία:
«Ο θάνατος του θεωρητικού λόγου και της συνολικής θέασης... Η μη ανανέωση του θεωρητικού λόγου... Ο θάνατος του ευρύτερου αποδεικτικού λόγου και της αυστηρής, λογικής ανάλυσης... Ο θάνατος τελικά της ιστορικής σκέψης...»
Επικράτησε και πάλι σιωπή.
-Και πως θα μπορούσε τάχατες κάποιος ν’ αντιδράσει ξανάπε ο Ιπποκράτης, ενάντια στη βαριά χαύνωση ή ακόμα και στην καταστροφή της ανθρώπινης καλαισθησίας ή ενάντια στο θάνατο της Τέχνης, που έλεγαν κάποτε πως αποτελεί τη ζωοδόχο πνοή του πιο γνήσιου ανθρωπισμού;
Η απάντηση του νέου γιατρού, παρόλο που ήρθε σχεδόν αυθόρμητη, ήταν ωστόσο σχεδόν σιβυλλική:
-Πρέπει να πορευτεί κανένας, είπε, σε σκοτεινούς, άθλιους δρόμους, με σκοτεινά φονικά υποκείμενα γεμάτους, (παρ’ όλο που καθόλου δεν φαντάζουν έτσι), με κάθε είδους συκοφάντες και διαταραγμένους διαστρεβλωτές... Στο σκοτεινό, υποχθόνιο ποτάμι, στους καλά συγκεκαλυμμένους, αλληλένδετους κύκλους του χαμού... Όχι, δεν πιστεύω πως τελικά θα μπορούσε να γίνει κάτι.
Στο σύντομο ιντερμέδιο – στοιχείο παρέμβλητο – αναφάνηκαν άνθρωποι που με αληθινή κατάνυξη προσεύχονταν σε μικρούς ή μεγάλους ναούς μέσα.
«Ήταν όπως οι μεγάλες ολονυχτίες της ατελεύτητης προσευχής», είπε ο αφηγητής, ενώ μακρινή μουσική, που όλο κι έσβηνε συνόδευε την όλη εκδήλωση. Και μακρινές χορωδίες που χάνονταν.


Σπύρος Βρεττός
Αγωνία Επιβίωσης ή Μελέτη Θανάτου
Εκδόσεις Λογοθέτης 1994

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019

Η μοναδική απόλαυση – Michel Houellebecq



Μόνο μετά το θάνατο του Φοξ (σκύλου) απέκτησα πραγματικά εξαντλητική επίγνωση των παραμέτρωντου αδιεξόδου. Ο καιρός άλλαζε γρήγορα, η ζέστη δεν θα αργούσε να καθίσει πάνω στη νότιο Ισπανία. Νέες κοπέλες ξεγυμνωμένες, άρχιζαν να μαυρίζουν, τα Σαββατοκύριακα κυρίως, στην παραλία κοντά στο σπίτι και άρχισα να νιώθω να αναγεννιέται, αδύναμη και χαύνη, όχι ακριβώς επιθυμία – γιατί η λέξη μου φαίνεται ότι προϋποθέτει μια ελάχιστη πίστη στην πιθανότητα υλοποίησής της – αλλά η ανάμνηση, το φάντασμα αυτού που θα μπορούσε να ήταν επιθυμία. Έβλεπα να σχεδιάζεται το προφίλ της cosa mentale, του ύστατου μαρτυρίου, και εκείνη τη στιγμή μπόρεσα επιτέλους να πω ότι κατανόησα. Η σεξουαλική απόλαυση δεν ήταν μόνο ανώτερη, σε λεπτότητα και βιαιότηα, από όλες τις άλλες απολαύσεις που περιλαμβάνει η ζωή. Δεν ήταν απλώς η μοναδική απόλαυση που δεν συνοδεύεται από καμία βλάβη του οργανισμού, αλλά αντίθετα συνεισφέρει στη διατήρησή του σε υψηλότατο επίπεδο ζωτικότητας και δύναμης. Ήταν η μοναδική απόλαυση, στην πραγματικότητα ο μοναδικός στόχος της ανθρώπινης ύπαρξης και όλες οι άλλες – είτε συνδέονται με πλούσιες τροφές, τον καπνό, τα αλκοολούχα ή τα ναρκωτικά – δεν ήταν παρά αντισταθμίσματα μηδαμινά και απονενοημένα, μίνι αυτοκτονίες που δεν είχαν το κουράγιο να πουν το όνομά τους, απόπειρες να καταστραφεί ταχύτερα ένα σώμα που δεν είχε πλέον πρόσβαση στη μοναδική απόλαυση. Η ανθρώπινη ζωή, λοιπόν, ήταν οργανωμένη με τρομακτικά απλό τρόπο, και για καμιά εικοσαριά χρόνια, μέσα από σενάρια και τα σκετς μου, το μόνο που έκανα ήταν να γυρίζω γύρω από μια πραγματικότητα που θα μπορούσα να εκφράσω με λίγες φράσεις. Η νεότητα ήταν η εποχή της ευτυχίας, η μοναδική της εποχή. Διάγοντας βίο τεμπέλικο και απαλλαγμένο από ανησυχίες, περιστασιακά απασχολημένοι με τις σπουδές που ελάχιστα τους απορροφούσαν, οι νέοι μπορούσαν να αφοσιωθούν άνευ ορίων, ελεύθερα, στην αγαλλίαση των σωμάτων τους. Μπορούσαν να παίζουν, να χορεύουν, να αγαπούν, να πολλαπλασιάζουν τις απολαύσεις. Μπορούσαν να φεύγουν, πολύ νωρίς τα ξημερώματα, από ένα πάρτι παρέα με σεξουαλικούς συντρόφους που είχαν επιλέξει, για να ατενίσουν τη μελαγχολική ουρά των υπαλλήλων που πήγαιναν στη δουλειά τους. Ήταν το άλας της γης, και τα πάντα τους ήταν δυνατά. Αργότερα, όταν δημιουργούσαν οικογένεια, έχοντας εισέλθει στον κόσμο των ενηλίκων, θα γνώριζαν τους μπελάδες, το μόχθο, τις ευθύνες, τις δυσκολίες της ύπαρξης. Θα έπρεπε να πληρώνουν φόρους, να υποτάσσονται σε διοικητικές διατυπώσεις, χωρίς να σταματούν να παρακολουθούν, ανίσχυροι και ντροπιασμένοι, την ανεπανόρθωτη κατάπτωση, αργή αρχικά, ύστερα ολοένα και πιο γρήγορη, του σώματός τους. Πάνω απ’ όλα θα έπρεπε να συντηρήσουν παιδιά σαν θανάσιμους εχθρούς μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, θα έπρεπε να τα κανακεύουν, να τα τρέφουν, να ανησυχούν με τις αρρώστιες τους, να διασφαλίζουν τα απαραίτητα για την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία τους, και αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στα ζώα, αυτό δεν θα είχε συγκεκριμένη διάρκεια, θα έμεναν μέχρι το τέλος σκλάβοι των απογόνων τους, ο καιρός της χαράς θα είχε περάσει για τα καλά, θα έπρεπε να συνεχίσουν να πασχίζουν μέχρι το τέλος, μέσα στον πόνο και στα αυξανόμενα προβλήματα υγείας, μέχρι να αχρηστευτούν πια και να τους ρίξουν στα αζήτητα, σαν ενοχλητικούς και άχρηστους γέροντες. Τα παιδιά τους σε ανταπόδοση δεν θα τους είναι καθόλου ευγνώμονα, αντίθετα μάλιστα οι προσπάθειές τους, όσο πεισματώδεις και να είναι, δεν θα θεωρηθούν ποτέ επαρκείς, οι ίδιοι θα θεωρούνται μέχρι το τέλος, απλώς και μόνο επειδή είναι γονείς, ένοχοι. Αυτή η επώδυνη ζωή, σημαδεμένη από την ντροπή, θα εξοστρακίσει ανελέητα οποιαδήποτε χαρά. Μόλις θελήσουν να πλησιάσουν το σώμα των νέων, θα τους καταδιώξουν, θα τους απορρίψουν, θα τους γελοιοποιήσουν, θα τους ντροπιάσουν, και στις μέρες μας όλο και συχνότερα θα τους ρίχνουν στη φυλακή. Το φυσικό σώμα των νέων, το μόνο επιθυμητό αγαθό που ήταν ποτέ σε θέση να παράγει ο κόσμος, προοριζόταν αποκλειστικά για χρήση από νέους, και η μοίρα των γέρων ήταν να δουλεύουν και να πάσχουν. Αυτή ήταν η πραγματική έννοια της αλληλεγγύης μεταξύ γενεών: συνίσταται σε ένα απλό και ξεκάθαρο ολοκαύτωμα κάθε γενιάς προς όφελος αυτής που καλείται να την αντικαταστήσει, βάναυσο ολοκαύτωμα, παρατεταμένο, που δεν συνοδεύεται από καμία παρηγοριά, καμία ανακούφιση, καμία αποζημίωση, ούτε υλική ούτε συναισθηματική.
Είχα προδώσει. Είχα εγκαταλείψει τη γυναίκα μου όταν έμεινε έγκυος, είχα αρνηθεί να ενδιαφερθώ για τον γιο μου, είχα μείνει αδιάφορος μπροστά στο θάνατό του. Είχα αρνηθεί την αλυσίδα, είχα σπάσει τον αέναο κύκλο της αναπαραγωγής των βασάνων, και αυτή θα μπορούσε να ήταν η μόνη ευγενική χειρονομία, η μοναδική πράξη αυθεντικής εξέγερσης, την οποία θα μπορούσα να επικαλεστώ στο τέλος μιας μέτριας ζωής, παρά τον επιφανειακά καλλιτεχνικό της χαρακτήρα. Μάλιστα κοιμόμουν, αν και για λίγο καιρό, με μια κοπέλα που είχε την ηλικία που θα μπορούσε να είχε ο γιος μου. Σαν την αξιοθαύμαστη Ζαν Καλμάν, που για ένα διάστημα υπήρξε η μακροβιότερη γυναίκα στον κόσμο και τελικά πέθανε στα εκατόν είκοσι δύο, και η οποία, στις βλακώδεις ερωτήσεις των δημοσιογράφων: «Ελάτε, Ζαν, δεν πιστεύετε ότι θα ξαναδείτε την κόρη σας; Δεν πιστεύετε ότι υπάρχει κάτι μετά;» απαντούσε άκαμπτα, με μια εκπληκτική ευθύτητα: «Όχι. Τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα. Και δεν θα ξαναδώ την κόρη μου, γιατί η κόρη μου είναι νεκρή», συγκρατούσα ως το τέλος, τα λόγια της και τη στάση της απέναντι στην αλήθεια. Επιπλέον, είχα αποτίσει φόρο τιμής στη Ζαν Καλμάν στο παρελθόν, σε ένα σκετς που επικαλούνταν τη συγκλονιστική της μαρτυρία: «Είμαι εκατόν δέκα έξι ετών και δεν θέλω να πεθάνω.». κανείς δεν είχε καταλάβει εκείνη την εποχή ότι εφάρμοζα την ειρωνεία του σωσία. Μετάνιωνα με εκείνη την παρανόηση, μετάνιωνα κυρίως που δεν είχα επιμείνει περισσότερο, που δεν είχα τονίσει αρκετά ότι η μάχη της ήταν η μάχη της ανθρωπότητας ολόκληρης, ότι κατά βάθος ήταν η μόνη που άξιζε να δοθεί. Σίγουρα η Ζαν Καλμάν είχε πεθάνει, η Έστερ τελικά με εγκατέλειψε και η βιολογία, γενικότερα, είχε ξαναποκτήσει τα δικαιώματά της. Ωστόσο, αυτό γινόταν ερήμην μας, ερήμην μου, ερήμην της Ζαν, δεν είχαμε παραδοθεί, μέχρι το τέλος αρνηθήκαμε να συνεργαστούμε και να επικυρώσουμε ένα σύστημα που επινοήθηκε για να μας καταστρέψει.


Michel Houellebecq
Η Δυνατότητα Ενός Νησιού
Μετάφραση Λίνα Σιπητάνου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας 2006

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2019

ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ



“Πόσον καλὰ ἐταιριάζαμεν, ἐγὼ καὶ ἡ πτωχὴ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα, συγγενής μου τοῦ ὀγδόου βαθμοῦ! Αὐστηρῶς ἐὰν κρίνω τὸν ἑαυτόν μου, εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἤμην ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν εἰς ἐμὲ ἐδείκνυε. Μοῦ διηγεῖτο τοὺς πόνους της, τὰ βάσανα καὶ τοὺς καημούς της. Μοῦ ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ δὲν ἐπεθύμει ποτὲ νὰ ὑπανδρευθῇ, ἀλλ᾽ οἱ γονεῖς της τὴν εἶχαν ὑπανδρεύσει. Θὰ ἐπροτιμοῦσε νὰ ἐγίνετο καλόγρια. Ἀλλὰ τώρα εἶχε κόρας ἐν ὥρᾳ γάμου καὶ υἱοὺς καὶ ἦτο σχεδὸν πεντηκοντοῦτις.
Τὴν ἑσπέραν τῆς Παρασκευῆς, 25 Σεπτεμβρίου, ὡδεύομεν ὁμοῦ ἀνὰ τὴν ἀμπελόφυτον πεδιάδα, ἀπερχόμενοι εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, μετόχιον τοῦ ἱεροῦ Κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἐτελεῖτο ἐκεῖ μικρὰ πανήγυρις. Ἔμελλε νὰ γίνῃ παννυχὶς ἀπὸ τῆς ἐνάτης ὥρας μέχρι τῆς τρίτης τοῦ ὄρθρου, εἶτα δέ, μετὰ δίωρον διάλειμμα, θὰ ἐτελεῖτο λειτουργία.
Δὲν εἴχομεν συμφωνήσει νὰ ὑπάγωμεν ὁμοῦ. Ἀλλὰ σχεδὸν πάντοτε, χωρὶς νὰ συνεννοηθῶμεν, ὁμοῦ ἐπηγαίναμεν. Οὐδ᾽ ἦτο αὕτη ἡ μόνη παννυχίς, εἰς τὴν ὁποίαν παρευρισκόμεθα. Εἰς τὰς 8 Σεπτεμβρίου, ὥραν 3ην μετὰ τὰ μεσάνυκτα, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὄρθρου, εἰς τὴν πανήγυριν τῆς Παναγίας τῆς Λιμνιᾶς, ἡ ἐξαδέλφη Μαχούλα κ᾽ ἐγώ, ὁμοῦ κατηρχόμεθα τὸ ὀλισθηρὸν λιθόστρωτον, τὸ ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς μεγάλης οἰκίας τοῦ καπετὰν Νικόλα τοῦ Ματαρώνα καὶ φθάνον μέχρι τῆς παραθαλασσίας ἀγορᾶς. Ἐνίοτε ἦτο σελήνη, συνήθως ὅμως ἦτο σκότος βαθύ. Ἀλλὰ τὸ μελιχρὸν φέγγος ἐπέχριε μόνον τὰς στέγας τῶν οἰκιῶν καὶ τὸ διενέμοντο, ὡς πενιχρὰν κληρονομίαν, τὰ δωμάτια, τὰ μπαλκόνια καὶ οἱ γάστρες τῶν ἀνθέων. Δι᾽ ἡμᾶς κάτω εἰς τὸ λιθόστρωτον δὲν ἔφθανε νὰ κατέλθῃ εὐμενὴς ἀκτίς.
Ὅθεν πολλάκις ἐγλιστροῦσα ἐγώ, προσπαθῶν νὰ κρατήσω τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν μὴ πέσῃ.
Ἦτον βαρεῖα καὶ παχεῖα, ὠχρὰ καὶ νοσώδης. Αἱ ἐγκυμοσύναι ἆρα τῆς εἶχον ἀφήσει τὸν ὄγκον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπαραμόρφωνε τὴν μέσην της *** καὶ ὄπισθέν μας ἤρχετο ἡ Ἀνδρεώλα ἡ Μπαρμπερού, γραῖα εὐλαβής, κρατοῦσα φανάριον. Παρεμπρός μας ἐφαίνετο ὄγκος τις ἀποφράττων τὸν στενὸν δρομίσκον. Ἡ γραῖα Δεσποινιὼ ἡ Μπλήχαινα, τῆς εἶχε σβήσει ὁ ἄνεμος τὸ ἀπόκερον, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει ἀπὸ τὸ μανουάλι τῆς ἐκκλησίας, καὶ βυθισθεῖσα εἰς σκότος αἰφνίδιον, εἶχε ριζωθῆ ἐκεῖ, καταμεσῆς εἰς τὸν δρόμον, ἀδυνατοῦσα νὰ βαδίσῃ δεξιὰ ἢ ἀριστερά.
Μίαν ἀπ᾽ αὐτὰς τὰς νύκτας, τῆς 8ης Σεπτεμβρίου ―δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς τὰ πόσα ἦτον― μᾶς συνέβη, εἰς ἐμὲ καὶ τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν, παράδοξον μικρὸν συμβάν. Αὐτή, καίτοι εἰς τὴν καθ᾽ ἡμᾶς γενεὰν ἀνήκουσα, ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ στέργῃ καὶ νὰ θάλπῃ τὰ παλαιά. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ἦτον «πρωτινὴ» γυναίκα. Ἂν καὶ ἡ παραθαλασσία ἀγορὰ ἦτο ἔρημος, ἐπειδὴ δὲν νομίζεται καλὸν εἰς τὰς γυναῖκας νὰ διέρχωνται διὰ τῆς ἀγορᾶς, δὲν ἤθελε, καὶ νύκτα ἀκόμη, νὰ περάσῃ ἐκεῖθεν. Ἐπέμενε νὰ τὴν συνοδεύσω ἀπὸ τὸν μέσα δρόμον μέχρι τῆς οἰκίας της. Ἀφήσαμεν λοιπὸν τὴν ἄλλην συνοδίαν, καὶ ἐστράφημεν πρὸς τὸν μέσα δρόμον. Ἐκεῖ, καθὼς διηρχόμεθα κάτωθεν ἀπὸ ἕνα μπαλκόνι, ἄνωθεν τοῦ ὁποίου ἐφαίνοντο ἀσπρόρρουχα ἁπλωμένα, δὲν ἠξεύρω πῶς, μακρὰ χιονόλευκος σινδὼν ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὸ σχοινίον ἐφ᾽ οὗ ἐκρέματο· ἔπεσεν ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς μας· ἡπλώθη εἰς τὰς ὠμοπλάτας μας, καὶ «μᾶς ἐκουκούλωσεν», ἤ, μᾶς ἐσαβάνωσε καὶ τοὺς δύο, ὡς νὰ τὴν ἥπλωσεν ἐπάνω μας ἀόρατος χείρ. Ἐγὼ ἀκουσίως ἐγέλασα, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐφάνη μᾶλλον κακὸς οἰωνός. Ἡ ἐξαδέλφη μου ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, κ᾽ ἐψιθύρισε:
― Τὴν ἴδια τύχη θὰ ἔχουμε… τὴν ἴδια τύχη!
* * *
Τὴν χρονιὰν ἐκείνην ἐβαδίζομεν, ἑσπέραν Παρασκευῆς, εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ἡ ψυχή μου ἦτο πάντοτε πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἂν καὶ τὸν πλεῖστον χρόνον ἀπεδήμουν σωματικῶς, καὶ ἐνθυμούμην κάποτε τὸν στίχον τοῦ Σκώτου ἀοιδοῦ: «Ἡ καρδιά μου εἶναι στὰ Ψηλώματα, ἡ καρδιά μου δὲν εἶν᾽ ἐδῶ».
Ἐπεράσαμεν τὴν ἀμμουδιάν, τὴν ὁποίαν φιλεῖ προσπαῖζον τὸ κῦμα, καὶ παρήλθομεν τοὺς Κήπους καὶ τὴν Λίμνην τὴν μαυρογάλανην. Εἶτα ἀφήσαμεν ὄπισθέν μας τὴν «Καλογερικιὰ Σαΐτα», μακρότατον ἀγρὸν οὕτω καλούμενον. Ἀκολούθως ἐφθάσαμεν εἰς τὰ διάφορα κτήματα τ᾽ Ἀβράμη, ὅπου ἐχρειάσθη νὰ κάμωμεν πολλὰς καμπὰς διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν δρόμον, ἐπειδὴ ὁ ἰδιοκτήτης εἶχε κηρύξει κοινωνιστικὸν δόγμα: «Ἐὰν ὁ γείτων μου εἶναι τεμπέλης, ἀνίκανος νὰ καλλιεργήσῃ τὸ κτῆμά του, δὲν ἁμαρτάνω ἂν τὸ καταπατήσω». Διήλθομεν τὰ μεγάλα χωράφια, τὰ ὁποῖα ἦσάν ποτε ἀμπέλια μοσχάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατεσκευάζετο τὸ περίφημον «Ἀλυπιακόν», τὸ δυνάμενον νὰ καλῆται οὕτω διττῶς· καὶ ἀπὸ τὸν κατασκευαστήν του Ἀλύπιον, καὶ διότι ἴσως καθίστα ἄλυπον τὸν βίον…
Τέλος, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Μετόχι. Ὁ ναΐσκος τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου κομψός, εὐωδίαζεν ἀπὸ τὸ τέμπλον τὸ κυπαρίσσινον καὶ ἀπὸ τὰ ἄνθη τὰ ὁποῖα εἶχον φέρει ἡ Σουλτανιὼ ἡ Μάρκαινα, ἡ γραῖα Παντεχοὺ καὶ ἡ Κατερινιὼ τῆς Ἀλέξαινας καὶ δύο ἢ τρεῖς ἄλλαι εὐλαβητικαί, αἱ μόναι ἐλθοῦσαι. Ἀπὸ τὸ μοναστήριον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἶχον κατέλθει ὁ παπα-Δανιὴλ καὶ Ἰωακεὶμ ὁ περιπλανώμενος, ὅστις καθ᾽ ὅλας σχεδὸν τὰς ἑορτὰς ἐπέστρεφεν εἰς τὸ μοναστήρι, καὶ ὁ γέρων Θεόκλητος, γεμᾶτος ἀπὸ νοστίμους ἰδιοτροπίας, πρὸς τὸν ὁποῖον τρὶς ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ φιλονικήσω ἐν καιρῷ τοῦ δείπνου.
Ἡ Μαχούλα ἀφοῦ ἐπροσκύνησε καὶ προσέφερε τὰ ἄνθη της, τὸ ἔλαιον καὶ τὸ θυμίαμά της, ἐκάθισεν εἰς μίαν ἄκραν ἔξω τοῦ ναΐσκου, μὲ τὸ καλάθιόν της καὶ τὸ μικρὸν κανατάκι της. Ἦτο παρὰ τὴν ρίζαν τῆς ἐλαίας, ἥτις μὲ τοὺς κλῶνάς της, βαρυφορτωμένους καρπόν, ἐσκίαζεν καὶ περιέστεφε τὴν θύραν τοῦ ναΐσκου, ἐνθυμίζουσα τὸν στίχον τοῦ προφητάνακτος: «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ».
Εἶχα διψήσει καὶ ἰδὼν τὸ μικρὸν ὑδροδοχεῖον, τὸ ὁποῖον ἵστατο πλησίον εἰς τὸ καλαθάκι τῆς Μαχούλας, ἐζήτησα νὰ πίω ἀλλὰ τὸ εὗρον κενόν.
― Νά, δὲν ἦρθε αὐτὸς ὁ Σταμάτης, μοῦ εἶπεν ἡ ἐξαδέλφη μου. Ποιὸς νὰ πάῃ ὣς τὴ βρύση νὰ τὸ γεμίσῃ;… Ἀπόστασα, καὶ δὲν μπορῶ…
Ὁ Σταμάτης ἦτο ὀρφανὸν παιδίον, πρόθυμον νὰ τρέχῃ εἰς ὑπηρεσίαν παντοῦ ὅπου ἐγίνοντο θρησκευτικαὶ ἐκδρομαὶ καὶ συνάξεις. Εἶχε τόσον ἔνθεον ζῆλον, ὥστε βλέπων τὴν εὐλάβειαν τῶν πιστῶν νὰ ἐκπίπτῃ, ἐθλίβετο τόσον, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ βοηθήσῃ αὐτὸς τοὺς ἁγίους νὰ θαυματουργήσωσι. Καὶ μίαν φορὰν ἄλειψε μὲ λάδι ὅλας τὰς εἰκόνας τοῦ τέμπλου ἑνὸς ἐξωκκλησίου· ὅθεν διεδόθη, καὶ παρὰ πολλοῖς ἐπιστεύθη, ὅτι οἱ ἅγιοι «ἵδρωναν» ἢ ὅτι ἐδάκρυζαν ἴσως καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν ὠφελήθησαν ὄχι ὀλίγας προσφορὰς οἱ πτωχοὶ οἱ παπάδες τοῦ χωρίου μας. Ἦτο δὲ τότε ὁ Σταμάτης δωδεκαέτης.
Ἐκοίταξα νὰ ἴδω τὸν Σταμάτην, ἀλλὰ δὲν ἐφαίνετο πουθενά. Ἴσως ἦτο εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ἡ Μαχούλα ὄχι μόνον εἶχεν ἀποστάσει, καθὼς ἔλεγεν, ἀλλὰ θὰ ἐφοβεῖτο νὰ ὑπάγῃ. Ἡ βρύσις ἀπεῖχεν ὣς δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας δρόμον, καὶ εὑρίσκετο μέσα εἰς ἓν βαθὺ ρεῦμα, ὅπου θὰ ἦτο σκότος ἤδη. Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει καὶ ἦτο ἀμφιλύκη φθινοπώρου μελαγχολική.
Ἀπεφάσισα νὰ ἐκτελέσω ἐγὼ ἔργα «Σταμάτη». Ἔλαβα τὸ κανάτι κ᾽ ἐξεκίνησα.
― Ἀτός σου θὰ πᾷς;… Τουλόου σ᾽; ἔκραξεν ἡ Μαχούλα. Πῶς γένεται;
Ἐπεθύμουν νὰ ὑπάγω, καὶ διότι ἐδίψων, καὶ διότι ἤθελα νὰ προσφέρω ἐκδούλευσιν εἰς τὴν καλὴν καὶ συμπαθῆ ἐξαδέλφην μου.
―Ἡσύχασε, θὰ πάω, τῆς εἶπα· τώρα, σὲ λίγο ἔφτασα…
* * *
Ἦτο μικρά, βαθεῖα ρεματιά, εἰς τὸ μέσον ἑνὸς ἐλαιῶνος κατέχοντος ὅλην τὴν κλιτὺν τοῦ λόφου δεξιόθεν καὶ ἑνὸς λεμονεῶνος τοιχογυρισμένου στολίζοντος τὸν κάμπον, ἀριστερόθεν. Καταρχὰς ἐβυθίζετο, κατήρχετο χαμηλὰ καὶ ἐχαράσσετο στενὸς δρομίσκος, μονοπάτι κρυπτὸν ἐν μέσῳ βάτων καὶ θάμνων. Ἀκολούθως ἀνηφόριζεν ἠρέμα καὶ ἀνήρχετό τις εἰς τὴν βρύσιν, ἥτις ἀνέβλυζεν ἔκ τινος τοίχου παλαιοῦ, μὲ μεγάλους πρασινισμένους καὶ μουσκλιασμένους* λίθους. Δύο πεζοῦλες ἢ πλίνθινα ἑδώλια ὑπῆρχον ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κρήνης, ἥτις εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ ὑψηλοτέρου μέρους τῆς ὅλης ρεματιᾶς.
Ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ βαθὺ ρεῦμα καὶ ἐπάτησα εἰς τὸ στενὸν μονοπάτι, τὸ φέρον πρὸς τὴν πηγήν, τότε ἤρχισα ν᾽ ἀναλογίζωμαι τί εἶχα κάμει, ἕως τότε δὲν εἶχα σκεφθῆ.
ᾘσθάνθην αἰφνίδιον φόβον. Ἀπὸ εἰκοσαετίας ἦτο ἡ πρώτη φορὰ καθ᾽ ἣν εἰσηρχόμην εἰς τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο, ὁλομόναχος, ἐν ὥρᾳ ἀμφιλύκης, καὶ ἐπικειμένης νυκτός…
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀνῆλθον πρὸς τὴν βρύσιν μὲ τρέμοντα γόνατα. Ἔκαμνα πολλοὺς σταυροὺς καὶ προσηυχόμην. Ἀλλ᾽ ἡ γλῶσσά μου ἐδεσμεύετο καὶ ὁ οὐρανίσκος μου ἐξηραίνετο. ᾘσθανόμην, ὅτι δὲν ἤμην ἄξιος νὰ ψιθυρίζω οὔτε ἐνδιαθέτως, οὔτε στοματικῶς τὰ ἱερὰ λόγια.
Ἔφθασα ἐν τοσούτῳ εἰς τὴν κρήνην. Ὅταν ἐδοκίμασα νὰ τοποθετήσω τὸ μικρὸν ἀγγεῖον κάτωθεν τοῦ κρουνοῦ διὰ νὰ γεμίσῃ, τοῦτο μοῦ ἔφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας. Ἐστάθη μοναχόν του ἐντὸς τῆς λεκάνης τοῦ νεροῦ καὶ δὲν ἐθραύσθη.
Ἄνωθεν τῆς κρήνης εἶδα, μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου, πρᾶγμά τι ἐναέριον νὰ ἵσταται. Δὲν εἶχε πυκνωθῆ ἀκόμη τὸ σκότος. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα τὸ ὁρώμενον ἦτο τόσον μικρόν, ὥστε ἔφεγγεν οἱονεὶ εἰς τὴν μικρὰν κοιλάδα, ὡς τοπικὸν ἄστρον κατελθὸν τρόπον τινὰ διὰ νὰ φωτίσῃ βάθη ἀνάξια φωτός. Ἀλλ᾽ ὅμως τὸ λευκὸν ἐκεῖνο πρᾶγμα ἔσυρεν ἐπάνω του, ἢ ἐσύρετο ἐπ᾽ αὐτοῦ μέγα μαυράδιον, μελανώτερον καὶ ἀπὸ τὴν πίσσαν, μελανώτερον καὶ ἀπὸ τὸ σκότος, ἐξελθὸν ἀπὸ τὸ σκότος τὸ ἐσώτερον τῆς συνειδήσεως καὶ προωρισμένον νὰ ὑπάγῃ τὸ ταχύτερον νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, τῆς γεέννης. Βαθεῖαν, ἀπερίγραπτον κηλῖδα, μέγα καὶ ἀμέτρητον μαύρισμα ἐπὶ τοῦ ἁγνοῦ, τοῦ χιονολεύκου, εἶχε προσκολληθῆ τὸ καταμέλανον. Τὸ ὅραμα ἦτο διπλοῦν. Ἐπάνω εἰς τὸ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, τὸ λευκὸν κρίνον τῶν κοιλάδων, εἶχε κολλήσει ἡ ἀπεχθὴς κάμπη.
Τὸ λευκὸν ὡμοίαζε μὲ χιτῶνα πάλλευκον, μὲ ἄσπιλον ἐσθῆτα παιδίσκης δεκαπενταέτιδος. Τὸ μαῦρον ὡμοίαζε μὲ ἁμαρτίας φάντασμα.
Θεέ μου! καὶ ἡ κάμπη ἐκείνη τίς ἦτο; Ἀληθεύει ὅτι ἀποτροπιάζεται ἡ φεύγουσα ψυχή, βλέπουσα τὸ φθαρτόν, σκωληκόβρωτον σκῆνός της; Καὶ τὸ ἄσπιλον ἐκεῖνο ἀρνίον, τὸ θεόπλαστον σκήνωμα, τῆς βασκανίας τὸ θῦμα, ἐκοιμᾶτο ἀπὸ εἰκοσαετίας εἰς τὸ κοιμητήριον τῶν θανόντων.
Ναί· εἶχον περιβάλει μὲ στέφανον παρθενικὸν ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης τὴν ξανθὴν κεφαλήν της. Ἀλλ᾽ ὁ στέφανος ἐκεῖνος εἶχε γίνει ἀκάνθινος στέφανος. Καὶ αἱ ρίζαι τῶν ἀνθέων εἰσέδυον ὡς ἄκανθαι εἰς τὸν λευκὸν χρῶτά της.
Ὤ, ἡ ζωή της ἦτο ὄνειρον καὶ αὐτὴ ὑπῆρξέ ποτε «μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας». Καὶ ἡ κάμπη ἡ δύσμορφος εἶχε φθείρει τὸ ἄσπιλον, τὸ ἠθικὸν κάλλος της.
Φεῦ! διατί ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν λόχμην, τὴν ποικίλην καὶ πολύχρωμον καὶ ἀνθοφοροῦσαν νὰ ἐξέρχωνται ἄκανθαι, συρίζουσαι γλῶσσαι, ἔχιδναι; Καὶ πῶς ἠλλοιώθη τὸ κάλλος τῆς φύσεως, καὶ τὸ μιαρὸν πνεῦμα εἰσέβαλεν εἰς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ἐπεθεώρησε «καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν;»… Πόθεν τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ὤ, φρίκη, καὶ πόνος ἀνεκλάλητος! Εἶδα, εἶδα τὸ παρελθόν μου μὲ τοὺς ἰδίους μου ὀφθαλμούς, τὸ εἶδα ὡς μαῦρον φάντασμα. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ ἡ καρδία μου θὰ ἔπαυε νὰ πάλλῃ. ᾘσθάνθην βαθεῖαν συντριβήν· τὸ φάσμα τὸ ἴδιον μ᾽ εὐσπλαγχνίσθη, καὶ ταχέως ἔγινεν ἄφαντον.
Ἔλαβα τὸ ἀγγεῖον μὲ τὸ ὕδωρ, καὶ κατῆλθον μὲ βήματα βραδέα, τύπτων τὰ στήθη, καὶ ψιθυρίζων. «Ἁμαρτίας νεότητός μου καὶ ἀγνοίας μου μὴ μνησθῇς, Κύριε…»”
Τ᾽ ἀνωτέρω συνηρμολογήθησαν ἐκ παλαιῶν ἀτάκτων σημειώσεων τεθνεῶτος ἀτυχοῦς φίλου.

(Διὰ τὴν ἀντιγραφὴν) (1900)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ 1984


Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

Το ρόδο - The Rose - William Browne, of Tavistock 1588-1643



Ένα ρόδο, που τόσο όμορφο δεν ξανάδε ο Βορράς
φύτρωσε ολομόναχο σε έναν μικρό κήπο.
Γλυκύτερο λουλούδι δεν είχε ξαναφτιάξει η Φύση
ούτε υπήρξε ποτέ ομορφότερος κήπος:
Παρθένες χόρευαν γύρω του πρωί και βράδυ
όταν οι βάρδοι έμαθαν γι’ αυτό, σκάρωσαν τους στίχους τους.
Οι ευκίνητες νεράιδες δίπλα στο χλωμό φεγγάρι
πότισαν τη ρίζα και φίλησαν την όμορφη σκιά του.
Μια μέρα όμως! - ο κηπουρός έγινε απερίσκεπτος
παρθένες και νεράιδες απομακρύνθηκαν από αυτό
και με την ξηρασία οι κάμπιες έπεσαν
επάνω στο άνθος και σε κάθε κλαδί.
Θεέ, προστάτευε το κλωνάρι! Αν δεν στείλει ο παράδεισος βοήθεια
το ωραιότερο του κήπου άνθος θα πεθάνει, αλήθεια.

***

A rose, as fair as ever saw the North,
Grew in a little garden all alone;
A sweeter flower did Nature ne'er put forth,
Nor fairer garden yet was never known:
The maidens danced about it morn and noon,
And learned bards of it their ditties made;
The nimble fairies by the pale-faced moon
Water'd the root and kiss'd her pretty shade.
But well-a-day!—the gardener careless grew;
The maids and fairies both were kept away,
And in a drought the caterpillars threw
Themselves upon the bud and every spray.
God shield the stock! If heaven send no supplies,
The fairest blossom of the garden dies.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

[Εκστόμισε τη Λέξη του Μεγαλείου και του Τρόμου] – Aleister Crowley



Εκστόμισε τη Λέξη του Μεγαλείου και του Τρόμου!
Αληθής δίχως ψέμα, και σίγουρος δίχως λάθος,
και της ουσίας Της Αλήθειας. Γνωρίζω πως
τα πράγματα πάνω είναι όπως τα πράγματα κάτω,
τα πράγματα κάτω είναι όπως τα πράγματα πάνω,
το να κρατάς την Θαυματουργία του Ενός – την Αγάπη.
Όπως όλα προήλθαν από το ένα με ένα στοχασμό,
έτσι όλα από το ένα γεννήθηκαν, με αντιμετάθεση.
Ο Ήλιος γέννησε, η Σελήνη έτηκε, αυτό το μοναδικό Σύμπαν.
Ο Αέρας ήταν το άρμα του, και η Γη η τροφός του.
Εδώ είναι η ρίζα όλων των φυλακτών
όλου του κόσμου, από τότε που άρχισε ο κόσμος.
Εδώ βρίσκεται η πηγή και η αιτία κάθε ψυχής.
Ας πέσει στη γη! Η δύναμή της είναι πλήρης.
Τώρα ευγενικά, λεπτά, δούλεψε την Τέχνη σου
να εξευγενίσεις το χυδαίο, χωρίζοντας γη από φωτιά.
Να! Ανέρχεται και κατέρχεται ομαλά
και γοργά, ένας ατέλειωτος δεσμός γης και ουρανού.
Έτσι αποκτά την ισχύ της διπλής Αγάπης,
οι δυνάμεις κάτω ενωμένες με εκείνες πάνω,
έτσι η δόξα του κόσμου θα είναι δική σου
και το σκοτάδι θα εξαφανιστεί μπροστά στον ιερό βωμό σου.
Αυτή είναι η ισχυρή δύναμη κάθε δύναμης. Υπερνίκησε
το λογικό, και υπόταξέ το. Διαπέρασε την αναισθησία
και θεράπευσέ τη. Φέρνοντας έτσι όλα τα πράγματα στη μοιραία τους
Τελειότητα. Διότι έτσι δημιουργήθηκαν όλα τα πράγματα.
Ω θαυμάσιο θαύμα! Ω μαγικέ ρυθμέ!
Όλα τα πράγματα προσαρμοσμένα σε έναν κυκλικό κώδικα!
Τρία μέρη από όλη τη σοφία αξιώνω,
Ερμής Τρισμέγιστος και μέγας, είναι τ’ όνομά μου.
Αυτό που έγραψα για τον ένα μοναδικό Ήλιο
το έργο του εδώ έχει προφητευθεί, και αποτολμηθεί και γίνει.

Aleister Crowley
Το Παιδί του Φεγγαριού
Μετάφραση Αρίσταρχος Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Μαραθιά 2001