Coincidentia Oppositorum

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Η συνοικία των σφαγείων – Ελένη Βακαλό



Σ’ εκείνη την πόλη καθώς δεν την ήξερα κι επίφοβο αισθάνθηκα
το μέρος που έφτασα, χωρίς ν’ ακούγεται τίποτα
Τα κεφάλια των ζώων μου φάνηκε έβλεπα
στοιχειωμένα
Στο ύψος των ζώων που ήτανε άλλοτε
την ώρα που
γίνονται λύκοι

Και μόλις στα γόνατα σέρνοντας μπορούσε κανένας άνθρωπος
να περάσει
Κι όλοι τους αυτό έκαναν σε κείνη τη συνοικία καθώς το είδα
Μα ακόμη πιο τρομερό
κρύα ήτανε τρομερό
−κίτρινα−
Πώς να το πω;
Τα σώματά τους από το τέλος του λαιμού τους αρχίζοντας
Από το πτώμα που ήτανε

Πετσιά  ήτανε
που είχαν ξυστεί μεριές απ' το κρέας
Κι ένα μεγάλο δέρμα ζώου
άσπρο αν ήτανε
−χλωμό ήτανε−
Κουνώντας πια ελαφρά ανέβαινε και σκέπασε τη  Συνοικία των
Σφαγείων

Ελένη Βακαλό
Το άλλο του πράγματος Ποίηση 1954-1994
Τα Κοινά / Του Κόσμου 1978
Εκδόσεις Νεφέλη 1995

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Ένα περιστατικό του γκέτο της Βαρσοβίας – Czeslaw Milosz


...Το εθνικιστικό κίνημα, οι φάλαγγες που παρήλαυναν, το ενθουσιώδες πλήθος. Η συντριπτική ήττα του 1939 τα είχε σαρώσει όλα αυτά, αφήνοντας μόνον την πικρή ανάμνηση της ανθρώπινης παράνοιας. Αντισημιτικό ήταν και το πρόγραμμα των ναζί· μόνο που εκείνοι δεν αρκούνταν στο μποϊκοτάρισμα των εβραϊκών καταστημάτων, στην παρενόχληση των Εβραίων πλανόδιων πωλητών, ή στη δημοσίευση σχετικών άρθρων. Μου είναι εξαιρετικά οδυνηρό να γράψω για την τραγωδία του γκέτο της Βαρσοβίας, της οποίας υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας. Η εικόνα του φλεγόμενου γκέτο είναι τόσο έντονα χαραγμένη στη μνήμη μου ώστε να δυσκολεύομαι να αποτιμήσω ψύχραιμα όσα συνέβησαν. Θα ήθελα, ωστόσο, να αναφερθώ σε ένα και μόνο περιστατικό. Όταν κάθομαι σε ένα παρισινό καφενείο ή περπατάω στους δρόμους μιας μεγαλούπολης, συχνά μια εικόνα με στοιχειώνει. Κοιτάζοντας τις γυναίκες που περνούν, με τα πλούσια μαλλιά τους, το υπερήφανα ανασηκωμένο πηγούνι τους, τον λεπτοκαμωμένο λαιμό τους που οι άψογες γραμμές του γεννούν θαυμασμό αλλά και επιθυμία, δεν μπορώ να αποφύγω την εικόνα μιας νεαρής εβραιοπούλας. Ήταν, νομίζω, περίπου είκοσι ετών. Το σώμα της, πληθωρικό, όμορφο, έσφυζε από υγεία. Έτρεχε, με τα χέρια ψηλά, τα πλούσια στήθη της να πάλλονται, φωνάζοντας με όλη της τη δύναμη «Όχι! Όχι! Όχι!». Της φαινόταν αδιανόητο ότι έπρεπε να πεθάνει· ήταν κάτι που ερχόταν «απέξω», που της επιβαλλόταν, τόσο παράταιρο με το απροετοίμαστο για κάτι τέτοιο, ερωτεύσιμο σώμα της. Οι σφαίρες των SS τη βρήκαν καθώς η κραυγή απελπισίας έβγαινε από το στόμα της.
Η στιγμή που οι σφαίρες διαπερνούν τη σάρκα είναι στιγμή «απορίας» για το σώμα. Για ένα δευτερόλεπτο ζωή και θάνατος συνυπάρχουν, πριν το άψυχο σώμα πέσει στο οδόστρωμα και οι μπότες των SS το κλοτσήσουν, παραμερίζοντας το. Αυτή η κοπέλα δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία από τα εκατομμύρια που έχασαν τη ζωή τους στο άνθος της ηλικίας τους. Αξίζει, πάντως, να αναλογιστώ  γιατί αυτή ειδικά η κοπέλα έρχεται στη μνήμη μου τόσο συχνά, και ιδιαίτερα σε στιγμές που απολαμβάνω την αίσθηση να είναι κανείς ζωντανός και να περιβάλλεται από ανθρώπους όλο ζωή. Υπάρχει, ίσως ένα νήμα που συνδέει αυτή την αίσθηση με τις οργιαστικές τελετές ορισμένων φυλών, κατά τη διάρκεια των οποίων άντρες και γυναίκες αλλάζουν ελεύθερα ερωτικό σύντροφο. Η μονογαμία δεν μπορεί, προφανώς, να καλύψει αυτή την αίσθηση, από την οποία και απορρέει η αγάπη για την ανθρωπότητα, για το ανθρώπινο είδος. Ίσως αυτή η αγάπη απαιτεί, όταν κοιτάζω μια παρέα από γυναίκες που χαμογελούν ικανοποιημένες με τον εαυτό τους, να σκέφτομαι τη νεαρή εβραιοπούλα σαν μια από αυτές, σαν παρούσα και σαν όμοιά τους…


Czeslaw Milosz
Αιχμάλωτη Σκέψη
Μετάφραση Ανδρέας Παππάς
Εκδόσεις Παπαδόπουλος 2017

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΝΤΟΡΙ – Λευκάδιος Χερν ή Lafcadio Hearn ή Γιάκουμο Κοϊζούμι

 

Ήταν κάποτε ένας κυνηγός και γερακάρης, τον λέγανε Σονζό και ζούσε στην επαρχία Ταμούρα Νο Γκο, στο Νομό Μούτσου.
Μια μέρα, πήγε να κυνηγήσει μα δε συνάντησε κανένα θήραμα. Στο δρόμο της επιστροφής, στην τοποθεσία Ακανούμα, πήρε το μάτι του ένα ζευγάρι πάπιες οσιντόρι(1). Κολυμπούσαν πλάι πλάι στα νερά του μικρού ποταμού που έπρεπε να περάσει. Αν σκοτώσεις λένε, ένα οσιντόρι θα σε βρει μεγάλη δυστυχία. Ο Σονζό όμως πεινούσε, σκόπευσε λοιπόν το ζευγάρι. Το βέλος τρύπησε το αρσενικό· το θηλυκό ξέφυγε μέσα από τις καλαμιές της αντίπερα όχθης και χάθηκε. Ο Σονζό κουβάλησε το σκοτωμένο πουλί στο σπίτι και το μαγείρεψε.
Εκείνο το βράδυ είδε άσχημο όνειρο.
Μια πολύ όμορφη γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο, πλησίασε το μαξιλάρι κι άρχισε να κλαίει. Το κλάμα της ήταν τόσο γοερό, που ακούγοντάς το ο Ζονζό νόμισε πως θα σχιστεί η καρδιά του. Η νεαρή γυναίκα του έλεγε:
- Γιατί, αχ! Γιατί τον σκότωσες; Ήμασταν ευτυχισμένοι οι δυό μας στην Ακανούμα… Τώρα τον σκότωσες!… Σε τι σου έφταιξε; Ξέρεις τουλάχιστον τι έγκλημα διέπραξες; Τι ποταπό και σκληρό έγκλημα; Σκότωσες και μένα γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον άντρα μου! Αυτό ήρθα να σου πω…
Άρχισε πάλι να κλαίει τόσο απελπισμένα, που οι λυγμοί της τρύπησαν τα κόκαλα του Σονζό κι έφτασαν ως το μεδούλι. Η φωνή της, που τη διέκοπταν οι λυγμοί, απάγγειλε τους παρακάτω στίχους:

Χι κουκουρέμπα
Σασοέσι μόνο βο
Ακανούμα νο
Μακόμο(2) νο κουρέ νο
Χιτόρι νε ζο ούκι

(Μόλις βασίλεψε η μέρα, του πρότεινα να ‘ρθει κοντά μου! Στο εξής θα κοιμάμαι μόνη μου στον ίσκιο που ρίχνουν οι καλαμιές της Ακανούμα(3) Αχ! Ανείπωτη θλίψη!)
Κι ύστερα φώναξε:
- Αχ! Δεν ξέρεις… όχι, δεν μπορείς να ξέρεις τι έκανες! Αύριο όμως, όταν θα ξαναπάς στην Ακανούμα, θα καταλάβεις… θα καταλάβεις…
Με τα λόγια αυτά, κλαίγοντας πάντα γοερά, έφυγε.
Το πρωί, το όνειρο ήταν ακόμη τόσο ζωντανό στο μυαλό του, που ο Σονζό ένιωθε ταραγμένος. Θυμήθηκε τα λόγια της νεαρής γυναίκας:
«Αύριο όμως, όταν θα ξαναπας στην Ακανούμα θα καταλάβεις… θα καταλάβεις...». Αποφάσισε λοιπόν να πάει αμέσως εκεί, να μάθει μήπως το όνειρό του ήταν κάτι παραπάνω από απλό όνειρο.
Ο Σονζό πήγε στην Ακανούμα. Φτάνοντας στο ποτάμι είδε το θηλυκό οσιντόρι να κολυμπάει μόνο του. Την ίδια στιγμή τον διέκρινε κι εκείνο· αντί να φύγει όμως κολύμπησε προς το μέρος του κοιτάζοντάς τον συνέχεια με μια παράξενη προσοχή. Ξαφνικά, μ’ ένα χτύπημα του ράμφους άνοιξε πληγή στα πλευρά του κι έσβησε εκεί μπροστά στα μάτια του κυνηγού.
Ο Σονζό ξύρισε το κεφάλι του και κλείστηκε σε μοναστήρι.

_________________ 
1. Στην Άπω Ανατολή οι πάπιες αυτές συμβολίζουν το συζυγικό έρωτα.
2. Μακόμο είναι οι μεγάλες καλαμιές με τις οποίες φτιάχνουν τα πανέρια.
3. Αυτοί οι στίχοι έχουν διπλό λυπητερό νόημα. Οι συλλαβές που σχηματίζουν το κύριο όνομα Ακανούμα («Κόκκινος ή Ματωμένος Βάλτος») μπορούν να διαβαστούν επίσης ως ακάνου μα («στους χρόνους του αχώριστου ή θαυμάσιου έρωτά μας») 


Λευκάδιος Χερν ή Lafcadio Hearn ή Γιάκουμο Κοϊζούμι
Κείμενα από την Ιαπωνία
Μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς
Εκδόσεις Ινδικτος 1997


Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Εμείς τα ανθρωπάκια – Eduardo Galeano


Ο Δαρβίνος μας πληροφόρησε ότι είμαστε ξαδέρφια των πιθήκων, όχι των αγγέλων. Μετά μάθαμε ότι προερχόμασταν από την αφρικανική ζούγκλα, και πως δεν μας έφερε ο πελαργός από το Παρίσι. Και δεν πάει πολύς καιρός που μάθαμε ότι τα γονίδιά μας είναι σχεδόν ίδια με εκείνα του ποντικού.
Δεν ξέρουμε πια αν είμαστε αριστουργήματα του Θεού ή κακόγουστα αστεία του Διαβόλου. Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια:
οι εξολοθρευτές των πάντων,
οι διώκτες του πλησίον μας,
οι δημιουργοί της ατομικής βόμβας, της βόμβας υδρογόνου και της βόμβας νετρονίου, η οποία είναι και η πιο οικονομική, αφού εξολοθρεύει τους ανθρώπους αφήνοντας άθικτα τα πράγματα,
τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν μηχανές,
τα μόνα που ζουν υπηρετώντας τις μηχανές που επινοούν,
τα μόνα που καταστρέφουν τα σπίτια τους,
τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει,
τα μόνα που είναι άξια να νοικιάσουν ή να πουλήσουν τις υπηρεσίες τους,
ή να νοικιάσουν και να πουλήσουν τους ομοίους τους,
τα μόνα που σκοτώνουν από ευχαρίστηση,
τα μόνα που βασανίζουν,
τα μόνα που βιάζουν.
Επίσης
τα μόνα που γελάνε,
τα μόνα που κάνουν όνειρα,
που μετατρέπουν σε μετάξι το σάλιο του σκώληκα,
που μετατρέπουν τα σκουπίδια σε ομορφιά,
που ανακαλύπτουν άγνωστα χρώματα στο ουράνιο τόξο,
που δίνουν νέες μουσικές στις φωνές του κόσμου
και δημιουργούν λέξεις, για να μην χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της.


Eduardo Galeano
Καθρέφτες - Μια Σχεδόν Παγκόσμια Ιστορία
Μετάφραση Ισμήνη Κανσή
Εκδόσεις Πάπυρος 2009

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Η προαίσθηση – Δημοσθένης Βουτυράς

Η βροχή μας είχε κλείσει σ΄ ένα μαγαζάκι. Ώρες μέναμε κει και μιλούσαμε. Είχαμε πει πολλά και πολλά, κι έπειτα χωρίς να μιλούμε κοιτάζαμε τη βροχή, που λεπτή, μονότονη έπεφτε και σα να τσιμπούσε τ΄ απλωμένα νερά.
Και δεν ήταν κανείς άλλος στο μαγαζάκι, από μας. Ο μάγερας μαγέρευε και πίσω του, στον τοίχο άπειρες μύγες είχαν καθήσει. Νόμιζες πως ήταν κεντημένος, ή νάχαν απλώσει κάποιο βέλο με βουλίτσες μαύρες.
Η σιωπή μας δεν κράτησε πολύ. Ο Σαμούλης μίλησε:
— Είπαμε πριν, είπε, για όνειρα, για τα σκυλιά, που ουρλιάζουν, όταν πρόκειται να πέσει κάποιο κακό στο σπίτι, που μένουν. Και πολλές φορές και για γειτονικά, ή συγγενικά. Αλλ΄ εγώ θα σας πω τώρα, και πως ζώα άγρια, πουλιά, όρνεα, κλαίνε, θρηνούν όταν είναι να πέσει στον τόπο που ζουν από χρόνια, στην πατρίδα τους, κάποια συμφορά μεγάλη!…
Ήτανε Σεπτέμβριος του 16. Ένα βράδυ κλεισμένος στο δωμάτιό μου έγραφα. Η ώρα ήταν περασμένη. Είχα βαλθεί να τελειώσω κι ας μ΄ έβρισκε και το ξημέρωμα.
Είχα, λοιπόν, βυθιστεί στο γράψιμο, ή σε κείνο που έγραφα, όταν ξαφνικά μέσ΄ στην ησυχία της νύχτας, ακούω μια φωνή, ένα κλάμα έξω, κομμένο σαν κλάμα γυναίκας, γριάς. Προπάντων γριάς, αυτή την εντύπωση μούκανε.
Ακροάστηκα καλά. Ναι, ναι, ήταν ένα κλάμα κομμένο ή που κοβόταν, γεμάτο πόνο, ένα παράξενο όμως, κλάμα κι απαίσιο μαζί!
— Μα τ΄ είναι αυτό! είπα.
Το κλάμα ξακολουθούσε μες στην ησυχία της νύχτας.
Με φρίκη πέταξα την πέννα, και αρπάζοντας ένα μπαστούνι χοντρό, χωρίς να ξέρω γιατί, βγήκα στην αυλή.
Μα ήτανε σα να θρηνούσε κάποια γριά στρίγγλα καθισμένη κάπου κει κοντά…
Η σελήνη φώτιζε δυνατά κυκλωμένη από σύννεφα. Και μες στο σπίτι ησυχία, στ΄ άλλα δωμάτια. Κανείς δε φαινότανε νάχε ακούσει τίποτα.
Το κλάμα πιο δυνατό ακουγόταν. Και όπως σας είπα, ήτανε σαν εκεί κοντά, σε κάποια μεριά, να καθόταν γριά μάγισσα, κακιά γριά και μάντισα κακών νάκλαιγε, ν’ άφηνε φωνή πόνου μεγάλου.
Όρμησα έξω, στο δρόμο. Αλλά μόλις επρόβαλα απ΄ τη σκιά του σπιτιού και φωτίστηκα απ΄ το φως της σελήνης, μια φωνή αλλιώτικη, φόβου άγρια, ακούστηκε να βγαίνει από κει κοντά.
Ύψωσα το ξύλο. Τίποτα δεν είδα.
— Μα τι είναι αυτό! είπα. Μην είναι νυχτοπούλι, κουκουβάγια;
Προσπάθησα να δω στα κεραμίδια των αντικρινών σπιτιών, ενός μάλιστα, χαμηλού πολύ, που ήταν και σε κατηγοριά και όπου μου φάνηκε πως βγήκε η φωνή.
Τίποτα, τίποτα. Το φως της σελήνης φώτιζε καλά τα κεραμίδια.
Και η φωνή είχε πάψει.
Ένα σκυλί ερχότανε γρήγορα, μαύρο, γνωστό μου, με τη μύτη κάτω και την ουρά μαζεμένη. Και μπήκε μέσα στο αντικρινό σπίτι από μια τρύπα.
Έκανα να μπω μέσα, όταν ακούω φωνές πολλές, όμοιες με κείνη, από παντού, απ΄ το λόφο του Φιλοπάππου, απ΄ τους αντικρινούς λόφους, απ΄ τα χωράφια, από παντού, όλες να κλαίνε, να θρηνούν!
— Μα τι σημαίνει αυτό; ρώτησα τον εαυτό μου.
Αισθανόμουν ότι κάτι κακό σήμαινε.
Την άλλη μέρα το διηγήθηκα αυτό σε ένα γέρο γνωστό μου, ένα γέρο δάσκαλο.
Τ’ άκουσε με προσοχή και μούπε έπειτα:
— Μην είναι η γλαύκα των Αθηνών, και αυτή θάναι, κι έκλαιγε για κάποιο κακό μεγάλο, μεγάλα κακά, που θα πέσουν στην Αθήνα και στην Ελλάδα;


Δημοσθένης Βουτυράς
Είκοσι διηγήματα 1924

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Τηλεφωνήματα – Περικλής Γιαννόπουλος

[Σημείωσις του «ΝΟΥΜΑ». Το άρθρο αυτό του μακαρίτη Περικλή Γιαννόπουλου βρέθηκε μέσα σε παλιό συρτάρι του «Νουμά», λησμονημένο εκεί από τα 1903 που μας το είχε δώσει μαζί μ’ ένα άλλο άρθρο, «Ο Τραγουδιστής» που τυπώθηκε στον 34 αριθμό 1903 του «Νουμά», με την υπογραφή «Ι. Άνεμος», πούχει και τούτο άρθρο. Στα «Τηλεφωνήματα» μέσα υπάρχει ολόκληρος ο Γιαννόπουλος με τις φωτεινές του ιδέες, με τις γοητευτικές παραξενιές του και με το ιδιόρρυθμο ύφος του.]

Δεν εννοείτε, δεν εννοείτε, δεν εννοείτε. Και έχετε δίκαιον, πληρέστατον δίκαιον. Δεν είναι δυνατόν να φαντασθήτε τι είδους εργασία έχει γίνει και πόση εργασία· τι είδους είναι αυτή, πως πρέπει να κινηθή και προς ποίον σκοπόν. Και θέλετε να χυθή εις τα παλαιά καλούπια· αλλά πως αφού είναι νέα, είναι άλλη; Και διστάζετε να δοκιμάσετε· τι σας μέλει; προς ποίους απευθύνεσθε; δεν απευθύνεσθε προς τους πολλούς; Προς αυτούς κ’ εγώ. Δώσε σεις την εργασίαν μου προς τους πολλούς και αφίσατε αυτούς να κρίνουνε, αυτούς ερωτήσατε αν τους αρέση, αν τους κάμνη καλόν. Τους πολλούς. Προς τους πολλούς απευθύνομαι εγώ. Τους πολλούς θέλω να εξυπνήσω· των πολλών θέλω να ελευθερώσω, ν’ αναστήσω την ψυχήν.
Μου ζητάτε κοψίματα, ραψίματα, κτενίσματα ιδεών. Τι σας μέλει; Τι σας μέλει; Εγώ μειόνουμαι, εγώ βλάπτομαι, εγώ χάνω. Νομίζετε ότι δεν το εννοώ; Αλλ’ αυτό θέλω. Εάν εγώ πάρω και τελειώσω κάτι τι, αυτό ετελείωσε, δεν έχει να τα πάρη άλλος, τίποτε δεν ωφελεί, είναι ιδικόν μου. Αλλά εάν πετάξω σωρούς σωρούς ιδεών, δυνατόν ο καθείς να πάρη, να κόψη, να ράψη, να κτενίση, να δημιουργήσει ό,τι θέλει.
Να λ.χ.: Ένας άνθρωπος που έζησε δέκα χρόνια εις την Ακρόπολιν και την αγάπησε, φυσικώτατα κάτι περισσότερον να είδε από κάθε σοφόν που πήγε μόνον να την μελετήση, φυσικώτατα δυνατόν να ειπή ωραία πράγματα. Και μ’ αυτό τι; Θα ειπούν μόνον: Ωραία τα λέγει. Και έπειτα; Τίποτε. Και αυτό δεν θέλω ακριβώς. Επαναλαμβάνω δε εκατομμυριοστήν φοράν. Ό,τι θέλω να ειπώ, δύναμαι να το ειπώ ωραιότατα. Δεν θέλω, δεν θέλω, δεν θέλω και δεν πρέπει να θέλω.
Απευθύνομαι προς όλους μη εξαιρών κανένα: Θέλετε να δημιουργηθεί ένας ιδεολογικός κόσμος ωραίος; Σεις θα τον δημιουργήσετε άμα σας εύρουν τον δρόμον. Εσείς θα τον χαρήτε, όχι εγώ. Θέλετε να ξεπαγώσουν, να ξεναρκωθούν, να κινηθούν οι πολλοί προς όλα τα ωραία που ποθήτε; Αφήστε με ελεύθερον να τους κεντρίσω, και να τους οιστρηλατίσω όπως ξέρω εγώ.
Και σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, σας παρακαλώ: Πάρετε να διαβάσετε μιαν Μελέτην της Ελληνικής Γραμμής και του Χρώματος που θα δημοσιευθή εις την «Ανατολήν». Θα σας φανή καλή και τα λοιπά να είναι και δεν είναι τίποτε. Είναι σπουδαία – εγώ βλέπετε μιλώ στήθος με στήθος και δεν είναι τίποτε, εν συγκρίσει προς τα κατόπιν. Αυτά τα δυό φύλλα έχουν δυό αγκωνάρια θεμελίων. Ενός κόσμου. Καθ’ όλους τους κανόνας του κτισίματος. Και κόκκορας ακόμα έχει σφαγεί. Και δια το κάθε τι είναι το ίδιον. Δεν θέλετε χιλίας χιλιάδας τοιούτων μελετών; Βάλετε το χέρι σας εις την καρδιάν σας. Δεν σας χρειάζονται εκατομμύρια τοιούτων ιδεών; Δεν σας είναι χρησιμώτεραι από κάθε άλλο; Δεν προτιμάτε σωρούς υλικών με τα οποία να κτίσετε σεις ό,τι θέλετε παρά δυό τρία τελειωμένα λιθάρια; Και δεν είναι κρίμα αν αύριον ψοφήσω να τα πάρω μαζί μου εγώ; Διατί δεν θέλετε να τα πάρετε, να τα εξασφαλίσετε, να τα μεταχειρισθήτε μίαν ώραν αρχίτερα; Ποίος σας λέγει ότι αύριον δεν είναι πιθανόν ένα κεραμίδι να μου κόψη τον αέρα;
Εσάς εσάς σας χρειάζονται αυτά· εμένα δεν μου χρειάζονται τίποτε. Εμένα με ενοχλούν μόνον, με βαρύνουν μόνον. Μη κάμνετε σαν Ευρωπαίοι. Εγώ δεν κάθομαι να κτενίσω τέτοια βάρη. Εγώ θέλω να είμαι ελαφρός, σαν πουλί. Τύχη τα πάντα και τύχη ώθησεν έναν από εμάς να ιδή δέκα πράγματα περισσότερα δια την κοινήν ζωήν. Πάρετε αυτά τα πράγματα, μη τα χάσετε.
Εγώ τίποτε δεν σας ζητώ και τίποτε δεν έχετε να μου δώσετε. Επαίνους δεν θέλω. Δόξαν σας την χαρίζω. Εγώ θα σας αδειάσω εις το κεφάλι ό,τι εείναι χρήσιμον, κινητικόν, ηδονικόν της ζωής σας· γρήγορα, γρήγορα και έπειτα χαίρετε, χαίρετε. Εγώ μίαν φοράν θα ζήσω, δεν θα ζήσω δύο. Και όταν περάση η νεότης, τα ρέστα σας τα χαρίζω. Κ’ εγώ δεν έχω σκοπό να να φάω τα νειάτα μου με σας. Εγώ την μόνην δόξαν που εζήλευσα είναι η δόξα των φιλιών. Θέλω να αισθάνομαι το κεφάλι μου άδειο, κούφιο, φορτωμένο με το στεφάνι των φιλιών. Και θέλω να πεθάνω νέος. Και θέλω να πεθάνω ορθός. Θα κάμω ό,τι είναι δυνατόν για να σας πείσω να τα πάρετε, για να σας δείξω ότι είναι χρήσιμα για σας. Θέλετε να τα πάρετε; Πάρετέ τα, είναι ιδικά σας. Δεν θέλετε; Τύφλα σας!
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ΝΟΥΜΑΣ
Χρονιά ΙΔ – φύλλο 19 * Αθήνα Σάββατο 1 Οχτώβρη 1916 * Αριθμός 600 (σελ. 269-270)
https://kosmopolis.library.upatras.gr/index.php/noumas/article/view/87335/86209