.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2019

ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΗ, ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ - ANANDA K. COOMARASWAMY



Οι επονομαζόμενες αντιθέσεις μεταξύ θρησκείας και επιστήμης είναι, ως επί το πλείστον, αποτέλεσμα μιας αμοιβαίας παρεξήγησης των αντίστοιχων ορίων και της έκτασης της κάθε μιας. Όσον αφορά την έκταση: η μια (η θρησκεία) ασχολείται με το γιατί των πραγμάτων, η άλλη (η επιστήμη) με το πως των πραγμάτων: η πρώτη ασχολείται με μη-απτά πράγματα, η δεύτερη με πράγματα που μπορούν να μετρηθούν. Το ερώτημα των ορίων της κάθε μιας είναι σημαντικό. Με μια πρώτη ματιά, η σύλληψη μιας δημιουργίας ολοκληρωμένης «εν αρχή», μοιάζει να αντιφάσκει με την παρατηρούμενη καταγωγή των ειδών από μια σταδιακή εξέλιξη. Αλλά το «εν αρχή», δεν σημαίνει μόνο «κατ’ αρχάς» (που σχετίζεται με την έννοια του χρόνου), αλλά επίσης και «κατ’ Αρχήν». Αναφέρονται δηλαδή σε μια υπέρτατη πηγή η οποία προηγείται των δευτερευουσών αιτιών δημιουργίας, και δεν έχει καμιά σχέση με τη διαδοχή του χρόνου η οποία είναι επακόλουθο της υποτιθέμενης αρχής λειτουργίας της δημιουργίας. Έτσι, όπως λέει ο Δάντης, «ούτε πριν, ούτε μετά, ήταν η κίνηση του Θεού στο πρόσωπο των υδάτων». Και όπως αναφέρει ο Φίλων, «σε αυτόν τον χρόνο, πραγματικά, όλα τα πράγματα έλαβαν μέρος ταυτόχρονα… αλλά η σειρά διαδοχής τους ήταν αναγκαστικά γραμμένη στη Βίβλο λόγω της διαδοχικής τους γένεσης (στο χρόνο)». Και ο Boehme ακόμη, «ήταν μια αέναη αρχή».
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, «τα αιώνια όντα δεν υπάρχουν στο χρόνο». Η ύπαρξη του Θεού, κατά συνέπεια, είναι τώρα, το αιώνιο τώρα που διαχωρίζει παρελθούσες από μελλοντικές διάρκειες, αλλά αυτό καθαυτό δεν έχει διάρκεια, οσοδήποτε μικρή κι αν είναι αυτή. Ως εκ τούτου, όπως λέει ο Meister Eckhart, «ο Θεός δημιουργεί το σύμπαν τώρα, αυτή τη στιγμή». Μόλις περάσει λίγος χρόνος, οσοδήποτε λίγος κι αν είναι, το παν έχει αλλάξει. Τα πάντα ρει, και «δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στον ίδιο ποταμό». Κατά τον Τζαλανουντίν Ρουμί, «κάθε στιγμή πεθαίνετε και επιστρέφετε. Ο Μωάμεθ έχει πει ότι τούτος ο κόσμος δεν είναι παρά μια στιγμή... κάθε στιγμή ο κόσμος ανανεώνεται, η ζωή αενάως ξαναρχίζει, σαν το ρυάκι... η αρχή, που είναι σκέψη, πραγματοποιείται στη δράση. Ας γνωρίζετε ότι έτσι πλάστηκε ο κόσμος στην αιωνιότητα».
Σε όλ’ αυτά δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο ο φυσικός επιστήμονας να μπορεί να αντιδράσει. Μπορεί βεβαίως να απαντήσει πως το δικό του ενδιαφέρον περιορίζεται στη λειτουργία των ενδιάμεσων αιτίων, και ότι δεν επεκτείνεται στις ερωτήσεις για την πρώτη αιτία, ή για το τι της ζωής. Αυτό όμως είναι απλώς ένας ορισμός του πεδίου που έχει διαλέξει να ασχοληθεί. Το Εγώ είναι το μόνο περιεχόμενο του Εαυτού που μπορεί να γνωσθεί αντικειμενικά, και συνεπώς το μόνο που, στην πραγματικότητα, θα επιθυμούσε να μελετήσει. Η ενασχόλησή του όμως σχετίζεται μόνο με τη συμπεριφορά.
Η εμπειρική παρατήρηση γίνεται πάντοτε πάνω σε πράγματα που μεταβάλλονται. Αυτό σημαίνει, και εδώ συμφωνούν όλοι οι φιλόσοφοι, ότι για τα ατομικά πράγματα ή για τις τάξεις των ατομικών πραγμάτων δεν μπορεί να ειπωθεί ότι είναι, αλλά μόνον ότι γίνονται ή εξελίσσονται. Ο φυσιολόγος, για παράδειγμα, ερευνά το σώμα, και ο ψυχολόγος την ψυχή ή την ατομικότητα. Ο τελευταίος γνωρίζει τέλεια, ότι η συνεχής ύπαρξη των ατομικοτήτων είναι μόνο μια προϋπόθεση μελέτης του, βολική μεν και ακόμη απαραίτητη για πρακτικούς σκοπούς, αλλά νοητικά αβάσιμη. Και σε αυτό το σημείο βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τους Βουδιστές, που ακούραστα επιμένουν ότι σώμα και ψυχή – που είναι σύνθετα και μεταβλητά, και συνεπώς πλήρως θνητά – «δεν είναι ο Εαυτός μου», δεν είναι η Πραγματικότητα που πρέπει να γνωσθεί αν θέλουμε να «γίνουμε ό,τι είμαστε». Παρομοίως ο Άγιος Αυγουστίνος υποδεικνύει ότι αυτοί που αντιλήφθηκαν ότι σώμα και ψυχή είναι μεταβλητά, έχουν επιζητήσει το αμετάβλητο, και έτσι βρήκαν το Θεό – εκείνο το Ένα, για το οποίο οι Ουπανισάδες διακηρύσσουν ότι «Αυτό είσαι εσύ». Η θεολογία συνεπώς, σε συμφωνία με την οντολογία, προσπερνώντας όλα όσα είναι συναισθηματικά, ασχολείται με αυτό που δεν κινείται – «αλλαγή και σήψη βλέπω παντού γύρω μου, ω Συ που δεν μεταβάλλεσαι». Θεωρεί εκείνο που βρίσκεται στο αιώνιο τώρα, το οποίο διαχωρίζει πάντοτε το παρελθόν από το μέλλον και χωρίς το οποίο αυτό το ζεύγος των όρων δεν θα είχε κανένα νόημα, ακριβώς όπως ο χώρος δεν θα είχε κανένα νόημα χωρίς το σημείο που διακρίνει το εδώ από το εκεί. Στιγμή χωρίς διάρκεια, σημείο χωρίς έκταση, αυτό είναι το Χρυσό Μέσο και ο ασύλληπτος Στενός Δρόμος που οδηγεί έξω από τον χρόνο, στην αιωνιότητα, και τον θάνατο στην αθανασία.
Η εμπειρία μας για τη «ζωή» είναι εξελικτική: τι εξελίσσεται; Η εξέλιξη είναι μετενσάρκωση, ο θάνατος του ενός είναι η αναγέννηση του άλλου σε στιγμιαία συνέχεια. Ποιος μετενσαρκώνεται; Η μεταφυσική μας προϊδεάζει να πούμε, αντί για το cogito ergo sum (σκέπτομαι άρα υπάρχω) του Ντεκάρτ, cogito ergo est (σκέπτομαι άρα είμαι). Και στην ερώτηση ποιος είναι, απαντά ότι αυτή είναι μια ακατάλληλη ερώτηση, γιατί το θέμα δεν είναι το κάτι μεταξύ άλλων, αλλά ουσιαστικά το τι είναι και το τι δεν είναι μεταξύ όλων αυτών. Η μετενσάρκωση – όπως νοείται με την τρέχουσα έννοια, υπονοώντας δηλαδή την επιστροφή των ατομικών ψυχών σε άλλα σώματα εδώ στη γη, δεν είναι η ορθόδοξη Ινδική διδασκαλία, αλλά μόνο μια λαϊκή δοξασία. Όπως σημειώνει επί παραδείγματος ο B. C. Law, «είναι αυτονόητο ότι ο σκεπτόμενος Βουδιστής απορρίπτει την ιδέα του περάσματος κάποιου ατομικού «εγώ» από ένα σώμα σ’ ένα άλλο». Και εμείς συμπαρατασσόμαστε με τον Σρι Σανκαρατσάρυα, όταν λέει πως «αληθώς δεν υπάρχει άλλος μέτοικος εκτός από τον Κύριο». Αυτός λοιπόν που είναι και τα δύο, δηλαδή υπερβατικά ο εαυτός του και ταυτόχρονα ο έμφυτος εαυτός όλων των όντων, αλλά ποτέ ο ίδιος δεν γίνεται οποιοσδήποτε. Σχετικά με αυτό θα μπορούσαμε να παραθέσουμε διάφορα αποσπάσματα από τις Ουπανισάδες και τις Βέδες που να το προσδίδουν άφθονο κύρος. Εάν σε αυτές τώρα, βρίσκουμε τον Κρίσνα να λέει στον Αρτζούνα, και τον Βούδα στους μαθητές του, ότι «μακρύς είναι ο δρόμος που έχουμε διανύσει, και πολλές οι γεννήσεις που εσείς κι εγώ έχουμε γνωρίσει», αυτό δεν αναφέρεται στην πολλαπλότητα των υπάρξεων, αλλά στον Κοινό Εσωτερικό Άνθρωπο που υπάρχει μέσα στον καθένα μας, και που στους περισσότερους ανθρώπους έχει λησμονήσει τον εαυτό του, αλλά στους επαναφυπνισμένους έχει φθάσει στο τέρμα του δρόμου και έχοντας καθαρίσει απ’ όλα τα γίγνεσθαι δεν είναι μια προσωπικότητα στον χρόνο, δεν είναι ο οποιοσδήποτε, δεν είναι κάποιος με κοινό όνομα.

Ο Κύριος είναι ο μόνος μέτοικος. Αυτό είσαι εσύ – ο Άνθρωπος μέσα στον καθένα μας. Έτσι όπως λέει ο William Blake:

Ο άνθρωπος κοιτάει έξω, στο δέντρο, στο φυτό, στο ψάρι, στο θηρίο, συλλέγοντας τα διασκορπισμένα μέλη του αιώνιου σώματός του...
Οπουδήποτε φυτρώνει γρασίδι ή μπουμπουκιάζει ένα φύλλο, οράται ο Αιώνιος Άνθρωπος, ακροάται, αισθάνεται όλες του τις λύπες μέχρι να επανακτήσει την αρχαία του ευλογία.

ή ο Μαβίκκα Βασάγκαρ:

Χορτάρι, θάμνος ήμουν Εγώ, σκουλήκι, δέντρο, πληθώρα ζώων, πουλί, φίδι, πέτρα, άνθρωπος και δαίμονας...
Σε κάθε γεννημένο είδος, Μεγάλε Κύριε! Αυτή τη μέρα κέρδισα την απελευθέρωσή μου.

ή ο Οβίδιος:

Το πνεύμα περιπλανάται, πότε ‘δω πότε ‘κει, και καταλαμβάνει οποιαδήποτε μορφή επιθυμεί. Από τα κτήνη περνά στα ανθρώπινα σώματα και από τα σώματα μας στα κτήνη, αλλά ποτέ δεν εκμηδενίζεται

ή ο Taliesin:

Άλλαξα πολλές φορεσιές προτού αφυπνισθώ... ήμουν ο ήρωας σε μάχες... είμαι γέρος. Είμαι νέος...

ή ο Εμπεδοκλής:

Πριν από τώρα, είχα γεννηθεί νέος και νέα, θάμνος και πουλί, κι ένα βουβό ψάρι που πηδούσε έξω απ’ το νερό

ή ο Ταλαλουντίν Ρουμί:
Αυτός ήρθε πρώτα από το ανόργανο βασίλειο, πολλά χρόνια πριν περιπλανήθηκε στη φυτική κατάσταση, πέρασε στην κατάσταση του ζώου, και από ‘κει στην ανθρωπότητα, απ’ όπου και πάλι πρέπει να γίνει μια καινούργια μετοίκηση.

ή η Αϊταρέγια Αρανιάκα:

Αυτός που γνωρίζει τον Εαυτό του όλο και πιο καθαρά, όλο και περισσότερο εκδηλώνεται πλήρως. Σε οτιδήποτε υπάρχει, φυτά και δέντρα και ζώα, όλο και περισσότερο γνωρίζει τον Εαυτό του πλήρως εκδηλωμένο. Γιατί στα φυτά και στα δέντρα είναι ορατό το πλάσμα μόνο, ενώ στα ζώα η διάνοια. Σε αυτά ο Εαυτός γίνεται περισσότερο εμφανής. Γιατί αυτός είναι περισσότερο προικισμένος με Πρόνοια, αυτός λέει ό,τι έχει γνωρίσει, αυτός βλέπει ό,τι έχει γνωρίσει, γνωρίζει το αύριο, γνωρίζει τι είναι και τι δεν είναι εγκόσμιο, και δια μέσου του θνητού επιζητά το αθάνατο. Αλλά όσον αφορά τα άλλα, τα ζώα, η πείνα και η δίψα είναι ο βαθμός της διάκρισής τους.

ή συνοπτικά στα λόγια του Αττάρ:

Προσκυνητής, Προσκύνημα και Οδός, δεν ήταν παρά ο Εαυτός μου προς τον Εαυτό μου.

Αυτή είναι η παραδοσιακή διδασκαλία της μετοίκησης και εξέλιξης της «αενάου παραγωγικής Φύσεως», και όχι η λαϊκή και ανιμιστική δοξασία της μετενσάρκωσης. Είναι μια διδασκαλία που με κανέναν τρόπο δεν αντιτίθεται ή αποκλείει την πραγματικότητα της εξελικτικής επεξεργασίας, όπως αυτή εξετάζεται από τον σύγχρονο φυσιοδίφη. Αντιθέτως μάλιστα, αυτό ακριβώς είναι το συμπέρασμα στο οποίο οδηγείται και ο Erwin Schrodinger από την έρευνά του πάνω στην κληρονομικότητα, που περιέχεται στο βιβλίο του Τι είναι η Ζωή. Εκεί, στο τελευταίο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Ντετερμινισμός και ελεύθερη βούληση», καταλήγει ότι «το μόνο δυνατό συμπέρασμα είναι ότι Εγώ, στην πλατύτερη έννοια του όρου – εννοώντας κάθε συνειδητό ον που έχει ποτέ πει ή αισθανθεί Εγώ – είναι το πρόσωπο, εάν φυσικά υπάρχει κανείς, που ελέγχει την “κίνηση των ατόμων” σύμφωνα με τους Νόμους της Φύσης... Η συνείδηση είναι ένας ενικός του οποίου ο πληθυντικός είναι άγνωστος».
Ο Schrodinger λέγοντας αυτά διατελούσε εν πλήρη γνώσει του γεγονότος ότι αυτή η θέση εκφράζεται, και μάλιστα σαφέστερα και ευκρινέστερα, στις Ουπανισάδες, σε μορφές λόγου σαν κι αυτή: «Αυτό είσαι εσύ... έξω από το Οποίο δεν υπάρχει άλλος σοφός ακροατής, ή στοχαστής, ή άλλο αίτιο».
Αναφέρθηκα στον Schrodinger, όχι γιατί πιστεύω ότι η αλήθεια των παραδοσιακών διδασκαλιών μπορεί να αποδειχθεί με εργαστηριακές μεθόδους, αλλά γιατί παρουσιάζει πολύ καθαρό το κύριο σημείο του θέματός μας, που είναι ότι δεν υπάρχουν καθόλου αναγκαίες αντιθέσεις μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, παρά μόνο μια πιθανότητα σύγχυσης όσον αφορά τα αντίστοιχα πεδία τους. Και γιατί καταδεικνύει επίσης το γεγονός ότι για τον ολοκληρωμένο άνθρωπο, στον οποίον η ένωση του εγώ με τον Εαυτό έχει συντελεσθεί, δεν υπάρχει αξεπέραστο φράγμα μεταξύ των πεδίων της επιστήμης και της θρησκείας. Ο φυσικός επιστήμονας και ο μεταφυσικός – ένας άνθρωπος μπορεί να να είναι και τα δύο – δεν είναι καθόλου απαραίτητο να εγκαταλείψουν ούτε ο ένας την επιστημονική αντικειμενικότητα, ούτε ο άλλος τις αρχές της μεταφυσικής.


ANANDA K. COOMARASWAMY
[ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ]
ΜΕΤΟΙΚΗΣΗ ΜΕΤΕΜΨΥΧΩΣΗ ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ & ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΑΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ – ΝΑΣΙΑ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ 1993

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Μέσα στο πηγάδι - Haruki Murakami



Κατεβαίνω τη σιδερένια σκάλα που έχει στερεωθεί στο τοίχωμα του πηγαδιού και βυθίζομαι στο σκοτάδι του. Βρίσκω ψαχουλευτά το ρόπαλο που αφήνω πάντα όρθιο, στηριγμένο στον τοίχο – το ρόπαλο που σχεδόν ασυναίσθητα πήρα μαζί μου απ’ το σπίτι όπου είχε ακολουθήσει τον άνθρωπο με τη θήκη της κιθάρας. Η επαφή του πολυχρησιμοποιημένου παλιού ρόπαλου μες στο σκοτάδι στον πάτο του πηγαδιού με γεμίζει με μια περίεργη αίσθηση ηρεμίας. Επίσης, με βοηθάει να συγκεντρωθώ.
Όταν βρίσκω το ρόπαλο, το πιάνω γερά από τη λαβή, σαν παίκτης του μπέιζμπολ που παίρνει θέση στη βαλβίδα, διαβεβαιώνοντας τον εαυτό μου ότι αυτό είναι το δικό μου ρόπαλο. Μετά απ’ αυτό συνεχίζω προσπαθώντας να διαπιστώσω αν κάτι έχει αλλά ξει εδώ κάτω στο σκοτάδι, όπου δεν υπάρχει τίποτα να δεις. Ακούω προσεκτικά μήπως το αυτί μου πιάσει κάτι καινούργιο. «Παίρνω μια βαθιά ανάσα. Ξύνω το έδαφος με τη σόλα του παπουτσιού μου. Ελέγχω τη σκληρότητα του τοιχώματος χτυπώντας το ελαφρά με την άκρη του ρόπαλου. Αυτές οι κινήσεις αποτελούν ένα τελετουργικό σχεδιασμένο για να με ηρεμεί. Ο πάτος του πηγαδιού είναι σαν τον πάτο της θάλασσας. Τα πράγματα εδώ κάτω μένουν ακίνητα, κρατώντας την αρχική τους μορφή, σαν να βρίσκονται κάτω από τεράστια πίεση, αναλλοίωτα μέρα με τη μέρα.
Μια στρογγυλή φέτα φως πλέει κάπου ψηλά: ο βραδινός ουρανός. Κοιτάζοντάς τον σκέφτομαι το βραδινό κόσμο του Οκτωβρίου, όπου οι «άνθρωποι» πρέπει να ζουν τη ζωή τους. Κάτω απ’ το χλομό φθινοπωρινό φως πρέπει να διασχίζουν τους δρόμους, να πηγαίνουν στα μαγαζιά για ψώνια, να μαγειρεύουν στις κουζίνες, να μπαίνουν σε τρένα και σε μετρό. Και σκέφτονται – αν σκέφτονται δηλαδή – ότι όλ’ αυτά τα πράγματα είναι τόσο προφανή, που δεν αξίζει να τα σκέφτεται κανείς, όπως ακριβώς έκανα (ή δεν έκανα) κι εγώ. Αυτοί είναι γενικά και αόριστα οι «άνθρωποι», και ήμουν κι εγώ κάποτε ανώνυμος ανάμεσά τους. Αποδεχόμενοι κι αποδεκτοί, ζουν ο ένας με τον άλλον κάτω απ’ αυτό το φως, κι όσο τους λούζει αυτό το φως, για πάντα ή για μια στιγμή, πρέπει να υπάρχει μια κάποια εγγύτητα μεταξύ τους. Εγώ πάντως δεν είμαι πια ένας απ’ αυτούς. Εκείνοι είναι εκεί πάνω, στην επιφάνεια της γης. Εγώ είμαι εδώ κάτω, στον πάτο ενός πηγαδιού. Εκείνοι έχουν στην κατοχή τους το φως, ενώ εγώ έχω αρχίσει να το χάνω. Μερικές φορές νιώθω ότι μπορεί να μην ξαναβρώ ποτέ το δρόμο που οδηγεί σ’ αυτό τον κόσμο, ότι μπορεί να μην καταφέρω ποτέ να νιώσω τη γαλήνη να με περιβάλλει αυτό το φως, ότι μπορεί να μην καταφέρω ποτέ να κρατήσω το μαλακό κορμί του γάτου στα χέρια μου. Και τότε νιώθω ένα μουντό πόνο στο στήθος, σαν κάτι εκεί μέσα μου να συνθλίβεται και να πεθαίνει.
Αλλά καθώς σκάβω το μαλακό χώμα στον πάτο του πηγαδιού με τη λαστιχένια σόλα του αθλητικού μου παπουτσιού, οι σκηνές απ’ την επιφάνεια της γης αδυνατίζουν και γίνονται όλο και πιο μακρινές. Η αίσθηση της πραγματικότητας υποχωρεί λίγο λίγο και στη θέση της με τυλίγει η εγγύτητα του πηγαδιού. Εδώ κάτω το πηγάδι είναι ζεστό και σιωπηλό κι η απαλότητα του χώματος χαϊδεύει το δέρμα μου. Ο πόνος μέσα μου γίνεται πιο αμυδρός, σαν κυματάκια στο νερό που απομακρύνονται. Ο χώρος με δέχεται και τον δέχομαι κι εγώ. Κρατάω το ρόπαλο πιο σφιχτά. Κλείνω τα μάτια μου, ύστερα τα ξανανοίγω και στρέφω το βλέμμα μου προς τα πάνω. Τραβάω το σκοινί για να κλείσω το καπάκι του πηγαδιού, χρησιμοποιώντας ένα σύστημα με τροχαλίες που εφεύρε για χάρη μου ο νεαρός Κάρι. Το σκοτάδι είναι τώρα απόλυτο. Το στόμιο του πηγαδιού είναι κλειστό και το φως έχει χαθεί εντελώς. Δεν μπορεί να ακουστεί ούτε καν η πνοή του αέρα. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στους «ανθρώπους» και σε μένα είναι τώρα απόλυτος. Δεν έχω μαζί μου ούτε καν φακό. Αυτό είναι κάτι σαν ομολογία πίστης. Θέλω να «τους» δείξω ότι προσπαθώ να δεχτώ το σκοτάδι στην ολότητά του.
Κάθομαι κατάχαμα, στηρίζω την πλάτη μου στον τσιμεντένιο τοίχο, κρατάω το ρόπαλο ανάμεσα στα γόνατά μου και κλείνω τα μάτια ακούγοντας τον ήχο της καρδιάς μου. Φυσικά δεν υπάρχει κανένας λόγος να κλείσω τα μάτια εδώ κάτω στο σκοτάδι, αλλά παρ’ όλ’ αυτά τα κλείνω. Το κλείσιμο των ματιών έχει τη δική του σημασία, είτε έχεις σκοτάδι γύρω σου είτε όχι. Παίρνω αρκετές βαθιές ανάσες, επιτρέποντας στο σώμα μου να συνηθίσει το βαθύ, σκοτεινό, κυλινδρικό χώρο. Η μυρωδιά είναι η ίδια όπως πάντα, η αίσθηση του αέρα στο δέρμα μου είναι κι εκείνη ίδια. Το πηγάδι είχε για ένα διάστημα μπαζωθεί, αλλά ο αέρας εδώ, κατά περίεργο τρόπο, παραμένει ο ίδιος με πριν. Με την ελαφριά μυρωδιά μούχλας και τη ελαφριά υγρασία, ο αέρας μυρίζει ακριβώς όπως μύριζε όταν πρωτοκατέβηκα εδώ. Εδώ κάτω δεν υπάρχουν εποχές. Δεν υπάρχει καν χρόνος.

Πάντα φοράω τα παλιά αθλητικά μου παπούτσια και το πλαστικό μου ρολόι, εκείνο που φορούσα την πρώτη φορά που κατέβηκα στο πηγάδι. Όπως και το ρόπαλο, με ηρεμούν. Μες στο σκοτάδι ελέγχω για να βεβαιωθώ ότι αυτά τα αντικείμενα είναι σε στενή επαφή με το σώμα μου. Ελέγχω για να βεβαιωθώ ότι δεν έχω διαχωριστεί απ’ τον εαυτό μου: ανοίγω τα μάτια μου κι ύστερα από λίγο τα ξανακλείνω. Αυτό για να εξισορροπήσω την πίεση του σκοταδιού μέσα μου μ’ εκείνη του σκοταδιού γύρω μου. Ο χρόνος περνάει. Σύντομα, όπως πάντα, χάνω την ικανότητα να διακρίνω τα δύο είδη σκοταδιού. Δεν μπορώ πια να διακρίνω αν τα μάτια μου είναι ανοιχτά ή κλειστά. Το σημάδι στο μάγουλό μου αρχίζει να ανεβάζει θερμοκρασία. Ξέρω ότι στην περίπτωση αυτή το χρώμα του γίνεται σχεδόν μωβ.
Σ’ αυτά τα δύο σκοτάδια, που μπλέκονται όλο και περισσότερο, συγκεντρώνω τη σκέψη μου στο σημάδι και σκέφτομαι το δωμάτιο. Προσπαθώ να διαχωριστώ απ’ τον εαυτό μου, όπως ακριβώς κάνω όταν είμαι με τις γυναίκες. Προσπαθώ να βγω απ’ αυτό το αδέξιο σαρκίο που κάθεται κουλουριασμένο εδώ κάτω στο σκοτάδι. Τώρα δεν είμαι παρά ένα ακατοίκητο σπίτι, ένα εγκαταλειμμένο πηγάδι. Προσπαθώ να βγω έξω, ν’ αλλάξω όχημα, να πηδήξω απ’ τη μια πραγματικότητα στην άλλη, η οποία κινείται με διαφορετική ταχύτητα, κι όλη αυτή την ώρα κρατάω γερά το ρόπαλο.
Τώρα ένας μοναδικός τοίχος είναι το μόνο που με χωρίζει απ’ το παράξενο δωμάτιο. Θα ‘πρεπε να μπορώ να το κάνω με τις δικές μου δυνάμεις και με τις δυνάμεις του απόλυτου σκοταδιού εδώ μέσα.
Αν κρατήσω την ανάσα μου και συγκεντρωθώ, μπορώ να δω τι υπάρχει μες στο δωμάτιο. Εγώ ο ίδιος δεν είμαι εκεί, αλλά κοιτάζω σαν να είμαι. Σουίτα 208 του ξενοδοχείου. Βαριές κουρτίνες καλύπτουν το παράθυρο. Το σκοτάδι είναι πυκνό. Σ’ ένα βάζο υπάρχει μια τεράστια ανθοδέσμη κι ο αέρας είναι βαρύς απ’ τη χαρακτηριστική μυρωδιά των λουλουδιών. Ένα μεγάλο φωτιστικό δαπέδου στέκεται δίπλα στην είσοδο, αλλά η λάμπα είναι λευκή και νεκρή σαν το πρωινό φεγγάρι. Κι όμως, αν κοιτάξω αρκετά επίμονα, μετά από λίγη ώρα μπορώ να ξεχωρίσω τα σχήματα των πραγμάτων μέσα στην αμυδρή ανταύγεια που καταφέρνει να περάσει απ’ τις κουρτίνες, όπως τα μάτια συνηθίζουν στο σκοτάδι του σινεμά. Στο μικρό τραπέζι στη μέση του δωματίου υπάρχει ένα μπουκάλι Κάτι Σαρκ, μόλις αρχινισμένο. Η παγωνιέρα περιέχει φρεσκοκομμένο πάγο (αν κρίνω απ’ τις καθαρές και κοφτερές μύτες του) και κάποιος έχει βάλει ένα ουίσκι με πάγο στο ποτήρι που βρίσκεται εκεί. Ένας ανοξείδωτος δίσκος χρωματίζει σαν μια ψυχρή, ακίνητη λίμνη την επιφάνεια του τραπεζιού. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να καταλάβω τι ώρα είναι. Θα μπορούσε να είναι πρωί, βράδυ ή άγρια μεσάνυχτα. Ή μπορεί αυτό το μέρος να μην έχει καν χρόνο. Στο κρεβάτι στο βάθος είναι ξαπλωμένη μια γυναίκα. Την ακούω να κινείται στα σεντόνια. Ο πάγος κουδουνίζει ευχάριστα στο ποτήρι της. Τα μικροσκοπικά μόρια της γύρης που αιωρούνται στον αέρα ανταποκρίνονται στον ήχο τρεμουλιάζοντας σαν ζωντανοί οργανισμοί. Ο κάθε απειροελάχιστος ηχητικούς παλμός που περνάει μέσα από τον αέρα ζωντανεύει όλο και περισσότερο απ’ αυτά. Το χλομό σκοτάδι ανοίγεται διάπλατα στη γύρη, και η γύρη, εξαπατημένη, αυξάνει την πυκνότητα του σκοταδιού. Η γυναίκα φέρνει το ποτήρι με το ουίσκι στα χείλη της, αφήνει μερικές σταγόνες του υγρού να κατέβουν στο λαιμό της κι ύστερα προσπαθεί να μου μιλήσει. Η κρεβατοκάμαρα είναι σκοτεινή. Δεν μπορώ να δω παρά μόνο τις ανεπαίσθητες κινήσεις των σκιών. Όμως εκείνη έχει να μου πει κάτι. Περιμένω να μου μιλήσει. Περιμένω ν’ ακούσω τα λόγια της.
Όμως εκείνοι έχουν φτάσει.

Σαν ψεύτικο πουλί αιωρούμενο σε ψεύτικο ουρανό, βλέπω τα δωμάτια από ψηλά. Μεγεθύνω τη θέα, τραβιέμαι πίσω κι επιθεωρώ το σύνολο, ύστερα ζουμάρω για να μεγαλώσω τις λεπτομέρειες. Η κάθε λεπτομέρεια έχει βαθύ νόημα, φυσικά. Τις εξετάζω μία-μία, ελέγχοντας το σχήμα τους, το χρώμα και την υφή τους. Απ’ τη μια λεπτομέρεια στην άλλη δεν υπάρχει καμιά επαφή, καμιά ζεστασιά. Το μόνο που κάνω σ’ αυτό το σημείο είναι ένας μηχανικός κατάλογος λεπτομερειών. Όμως αξίζει τον κόπο η προσπάθεια. Όπως ακριβώς μπορείς ν’ ανάψεις φωτιά τρίβοντας μεταξύ τους πέτρες ή ξυλαράκια, έτσι κι η πραγματικότητα της επαφής σχηματίζεται λίγο. Όπως ακριβώς η συσσώρευση τυχαίων ήχων παράγει τελικά μια μοναδική συλλαβή απ’ τη μονότονη επανάληψη συχνοτήτων, που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να μην έχουν κανένα νόημα.
Αισθάνομαι να θεριεύει αυτή η ανεπαίσθητη επαφή κάπου στα βάθη του σκοταδιού. Ναι, έτσι πρέπει, πολύ σωστά. Είναι πολύ ήσυχα εδώ, κι «εκείνοι» δεν έχουν αντιληφθεί ακόμη την παρουσία μου. Αισθάνομαι τον τοίχο που με χωρίζει από κείνο το μέρος να λιώνει, να μετατρέπεται σε ζελέ. Κρατάω την ανάσα μου. Τώρα!
Όμως τη στιγμή που κάνω το πρώτο βήμα προς τον τοίχο, ακούγεται ένα κοφτό χτύπημα, σαν να καταλαβαίνουν τι πάω να κάνω. Κάποιος χτυπάει την πόρτα. Είναι το ίδιο χτύπημα που είχα ακούσει και πριν, ένα σκληρό, αποφασιστικό σφυροκόπημα, σαν να προσπαθεί κάποιος να καρφώσει ένα καρφί απ’ τη μια πλευρά του τοίχου, στην άλλη. Έχει πάντα τον ίδιο ρυθμό δύο χτυπήματα, μια παύση, δύο χτυπήματα. Η γυναίκα βγάζει μια κραυγή αγωνίας. Η γύρη του αέρα ανατριχιάζει, το σκοτάδι δονείται βάρβαρα. Ο παράταιρος ήχος κλείνει ερμητικά τη δίοδο που είχε αρχίσει επιτέλους να διαφαίνεται για μένα.
Συμβαίνει το ίδιο κάθε φορά.

Για μια ακόμη φορά είμαι ο εαυτός μου μέσα στο σώμα μου και κάθομαι στον πάτο του πηγαδιού με την πλάτη στον τοίχο και τα χέρια μου σφιγμένα γύρω από το ρόπαλο του μπέιζμπολ. Η επαφή του κόσμου «από τούτη την πλευρά» επιστρέφει ξανά στα χέρια μου αργά, με τον τρόπο που εστιάζεται και πάλι μια εικόνα. Νιώθω τον ιδρώτα να έχει υγράνει τις παλάμες μου. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά στο στήθος μου. Τ’ αυτιά μου διατηρούν το ρεαλιστικό ήχο εκείνου του σκληρού χτυπήματος, που είναι σαν να διαπερνάει τον κόσμο, κι ακούν ακόμη το πόμολο της πόρτας να γυρίζει αργά μες στο σκοτάδι. Κάποιος (ή κάτι) ανοίγει απ’ έξω την πόρτα κι ετοιμάζεται σιωπηλά να μπει μέσα, αλλά την ίδια στιγμή όλες οι εικόνες εξαφανίζονται. Ο τοίχος είναι όσο σκληρός ήταν και πριν κι εγώ επανέρχομαι απότομα σ’ αυτή την πλευρά.
Μες στο σκοτάδι χτυπάω τον τοίχο μπροστά μου με την άκρη του ρόπαλου – τον ίδιο σκληρό, ψυχρό, τσιμεντένιο τοίχο. Βρίσκομαι κλεισμένος μέσα σ’ έναν τσιμεντένιο κύλινδρο. Παραλίγο να τα καταφέρω αυτή τη φορά, λέω στον εαυτό μου. Που θα μου πάει, πλησιάζω. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Σε κάποιο σημείο θα σπάσω το φράγμα και θα μπω «μέσα». Θα μπω στο δωμάτιο και θα στέκομαι εκεί πανέτοιμος όταν θα έρθει ο χτύπος. Πόσος καιρός όμως θα χρειαστεί μέχρι να συμβεί αυτό; Και πόσος χρόνος μου μένει;
Ταυτόχρονα φοβάμαι ότι όντως πρόκειται να συμβεί. Γιατί τότε θα χρειαστεί να αντιμετωπίσω ό,τι κι αν είναι αυτό που ετοιμάζεται να μπει.
Παραμένω κουλουριασμένος στο σκοτάδι για αρκετή ώρα. Πρέπει ν’ αφήσω την καρδιά μου να ηρεμήσει. Πρέπει να μπορέσω ν’ αφήσω το ρόπαλο από τα χέρια μου. Ώσπου να μπορέσω να σηκωθώ όρθιος στο χωμάτινο δάπεδο του πηγαδιού και μετά να σκαρφαλώσω τη μεταλλική σκάλα μέχρι την επιφάνεια, θα χρειαστώ ακόμη περισσότερο χρόνο κι ακόμη περισσότερη δύναμη.


Haruki Murakami
ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΥΛΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΕΑΝΙΔΑ 2005

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

Η Μαγεία του Ζωροάστρου – Eliphas Levi



Ζωροάστρης είναι κατά πάσαν πιθανότητα συμβολικόν όνομα, όπως και του Θωθ ή του Ερμού. Ο Εύδοξος και ο Αριστοτέλης ανάγουν την χρονολογίαν της δράσεώς του εις 6000 έτη προ της γεννήσεως του Πλάτωνος, άλλοι πάλι λέγουν ότι εγεννήθη 500 έτη προ της αλώσεως της Τροίας. Οι μεν τον θεωρούν ως βασιλέα της Βακτριανής, οι δε παραδέχονται την ύπαρξιν δύο ή τριών Ζωροαστρών. Νομίζομεν ότι οι δύο πρώτοι κατενόησαν μόνοι την μαγικήν φυσιογνωμίαν του Ζωροάστρου υπολογίζοντες την καββαλιστικήν ηλικίαν ενός κόσμου μεταξύ της γενέσεως του δόγματος αυτού και της θεουργικής βασιλείας της φιλοσοφίας του Πλάτωνος. Υπάρχουν πράγματι δύο Ζωροάστραι, δηλ. Δύο αποκαλυπταί των μυστηρίων, ο εις υιός του Ωρομάζδου και πατήρ φωτεινής διδασκαλίας, ο άλλος υιός του Αρειμάν και πρόξενος της βεβηλώσεως των μυητικών αληθειών. Ζωροάστρης είναι ο ενσαρκωμένος Λόγος των Χαλδαίων, των Μήδων και των Περσών. Η μυθική περί αυτού ιστορία, φαίνεται ως προφητεία περί της του Χριστού και είναι φυσικόν να είχε και εκείνος τον Αντίχριστόν του, συμφώνως προς τον μαγικόν νόμον της παγκοσμίου ισορροπίας.
Εις τον βέβηλον Ζωροάστρην πρέπει να αποδοθή η λατρεία του υλικού πυρός και το ασεβές δόγμα του θείου δυϊσμού, όστις έδωσεν αργότερον γένεσιν εις την φοβεράν γνώσιν του Μάνητος (Μανιχαίου) και εις τας σφαλεράς αρχάς του παρεξηγημένου Τεκτονισμού.
Ο βέβηλος Ζωροάστρης είναι ο πατήρ της υλόφρονος εκείνης μαγείας η οποία προεκάλεσε τας εκατόμβας των μάγων και συνέβαλες ώστε το αληθές μαγικόν δόγμα να περιπέση εις λησμοσύνην και προγραφήν. Η εκκλησία, εμπνεομένη πάντοτε υπό του πνεύματος της αληθείας, ηναγκάσθη να προγράψη υπό τα ονόματα μαγεία, μανιχαϊσμός, ιλλουμινισμός, τεκτονισμός, παν το σχετιζόμενον εκ του σύνεγγυς ή εξ αποστάσεως προς την πρωταρχικήν ταύτην βεβήλωσιν των μυστηρίων. Η ιστορία των Ναϊτών, μέχρι τούδε ακατάληπτος, είναι εν παράδειγμα της περιπτώσεως ταύτης.
Τα δόγματα του αληθούς Ζωροάστρου, είναι τα αυτά με εκείνα της αγνής Καββάλας, αι δε ιδέαι του περί θεότητος, είναι αι αυταί με τας των Πατέρων της Εκκλησίας. Μόνον τα ονόματα διαφέρουν: ούτω αποκαλεί τριτύν, εκείνο που ημείς αποκαλούμεν τριάδα και εις κάθε αριθμόν της τριάδος επί τον αριθμόν της, τον απόλυτον λόγον του αριθμού 9 και την οικουμενικήν κλείδα όλων των αριθμών και όλων των μορφών. Εκείνο το οποίον ημείς ονομάζομεν τα τρία πρόσωπα της τριάδος, εκείνος τα αποκαλεί τους τρεις βυθούς (PROFONDEURS). Ο πρώτος βυθός ή ο πατρικός είναι η πηγή της πίστεως, ο δεύτερος του υιού, είναι η πηγή της αληθείας, ο τρίτος ή η δημιουργική ενέργεια, είναι η πηγή του έρωτος. Προς επιβεβαίωσιν των όσων εδώ εκθέτομεν, δύνασθε να συμβουλευθήτε τας απόψεις του Ψελλού επί των δογμάτων των αρχαίων Ασσυρίων εις την MAGIE PHILOSOPHIQUE του FRANCOIS PATRICIUS, σελ. 24, Αμβούργον 1593.
Επί της ενναδικής ταύτης κλίμακος, ο Ζωροάστρης εγκαθιστά την ουράνιον ιεραρχίαν και όλας τας αρμονίας της φύσεως. Καταμετρά ανά τρία όλα τα όντα τα απορρέοντα εκ της ιδέας, ανά τέσσαρα ό,τι σχετίζεται με την μορφήν, οπότε λαμβάνει τον επτά ως τύπον της δημιουργίας. Εδώ σταματά η πρώτη μύησις και αρχίζουν αι υποθέσεις της σχολής, οι αριθμοί προσωποποιούνται, αι ιδέαι εκφράζονται με εμβλήματα τα οποία αργότερον θα καταστούν είδωλα. Ιδού καταφθάνουν πρώτον οι Συνοχείς (SYNOCHEES), οι Τελετάρχαι (TELETARQUES) και οι Πατέρες (PERES), υπηρέτες της τριπλής Εκάτης, μετά οι τρεις Αμείλικτοι (AMILICTES) και τα τρία πρόσωπα του Υπεζωκότος (HYPEZOCOS). Μετά οι άγγελοι, ύστερα οι δαίμονες και τέλος αι ανθρώπιναι ψυχαί. Οι αστέρες είναι εικόνες και ανταύγειαι των νοερών λάμψεων, ο δε ήλιος ημών είναι το σύμβολον του ηλίου της αληθείας, σκιάς και αυτού της πρώτης πηγής εξ ης απορρέουν όλαι αι αναλαμπαί. Δια τον λόγον τούτον οι οπαδοί του Ζωροάστρου εχαιρέτων την ανατολήν της ημέρας και εθεωρούντο υπό των βαρβάρων ως λατρεύοντες τον ήλιον.
Αυτά ήσαν τα δόγματα των μάγων, αλλ’ εκτός τούτων κατείχον και μυστικά δια των οποίων καθίσταντο κυρίαρχοι των μυχίων δυνάμεων της φύσεως. Τα μυστικά ταύτα τα οποία εν τω συνόλω των θα ηδύναντο να αποκληθούν «Υπερβατική πυροτεχνια» ήσαν συνυφασμένα με την βαθείαν γνώσιν και την διακυβέρνησιν του πυρός. Είναι βέβαιον ότι οι μάγοι είχαν γνώσιν του ηλεκτρισμού και εγνώριζον τα μέσα να τον παράγουν και να τον κατευθύνουν, τα οποία μας είναι τελείως άγνωστα.
Ο Νουμάς όστις εμελέτησε τους τύπους και εμυήθη εις τα μυστήρια των, κατείχε, κατά τα λεγόμενα του Λουκίου Πίσωνος, την τέχνην να σχηματίζη και να κατευθύνη τον κεραυνόν. Το ιερατικόν τούτο μυστικόν το οποίον ο Ρωμαίος μυσταγωγός ήθελε να μεταβιβάση εις τους ηγεμόνας της Ρώμης, εβεβηλώθη υπό του Τύλλου Οστιλίου, όστις κατηύθυνε κακώς την ηλεκτρικήν εκκένωσιν και κατεκεραυνώθη(1). Ο Πλίνιος αναφέρει τα περιστατικά ταύτα ως μίαν αρχαίαν ετρουσκικήν παράδοσιν(2) και διηγείται ότι ο Νουμάς εχρησιμοποίησεν επιτυχώς την κεραυνοβόλον συστοιχίαν του εναντίον ενός τέρατος καλουμένου VOLTA, το οποίον εμάστιζε τας πεδιάδας της Ρώμης. Θα ενόμιζε κανείς, αναγιγνώσκων την παράδοσιν ταύτην, ότι ο φυσικός Βόλτα είναι ένας μύθος και ότι το όνομα των βολταϊκών στηλών ανάγεται εις την εποχήν του Νουμά...
Όλα τα ασσυριακά σύμβολα, αναφέρονται εις την επιστήμην ταύτην του πυρός, ήτις ήτο το μέγα απόρρητον των μάγων, πανταχού βλέπομεν τον θαυματουργόν διαπερώντα τον λέοντα και χειριζόμενον τους όφεις. Ο Λέων είναι το ουράνιον πυρ, οι όφεις τα ηλεκτρικά και μαγνητικά ρεύματα της γης. Εις το μέγα τούτο μυστικόν των μάγων πρέπει να αποδώσωμεν όλα τα θαυμάσια της ερμητικής μαγείας περί της οποίας όλαι αι παραδόσεις λέγουν ότι το μέγιστον απόρρητον του Μεγάλου Έργου συνίσταται εις τον χειρισμόν του πυρός.
Ο σοφός FR. PATRICIUS εδημοσίευσεν εις το προαναφερθέν βιβλίον του, τα Λόγια του Ζωροάστρου, (Χαλδαϊκά Λόγια), τα οποία συνεκέντρωσεν από τα πλατωνικά έργα, από την θεουργίαν του Πρόκλου εις τα σχόλια του επί του Τιμαίου, εις τα σχόλια του Ερμείου επί του Φαίδρου και εις τα υπομνήματα του Ολυμπιοδώρου επί του Φιλήβου και του Φαίδωνος. Τα Λόγια ταύτα είναι η σαφής και ακριβής διατύπωσις του δόγματος το οποίον ανωτέρω εξεθέσαμεν, μετά ακολουθούν αι προδιαγραφαί του μαγικού τυπικού...

___________________
1. Το περιστατικόν αναφέρεται εν εκτάσει υπό του Πλουτάρχου εις τον βίον του Νουμά (Σ.τ.Μ.)
2. PLINIUS, βιβλ.ΙΙ, κεφ. 53.

Eliphas Levi
Ιστορία της Μαγείας (Τόμος 1ος)
Βιβλιοθήκη της Σφιγγός Νο 018
Μετάφραση Πέτρος Γραβιγγερ
Εκδόσεις Διμελή

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2019

Φαντασιώσεις στην ακρογιαλιά – Walt Whitman



Από παιδί ακόμη είχα μια φαντασίωση, μια επιθυμία: να γράψω κάτι, ένα ποίημα ίσως, για την ακρογιαλιά – αυτή τη γεμάτη υποδηλώσεις διαχωριστική γραμμή, συνάμα όμως και σημείο επαφής, σταυροδρόμι, όπου σμίγουν δύο στοιχεία: το στερεό με το υγρό. Αυτό το κάτι, το περίεργο και φευγαλέο (όπως αναμφίβολα, γίνονται στο τέλος όλες οι αντικειμενικές μορφές για το υποκειμενικό πνεύμα), που σημαίνει πολύ περισσότερα απ’ όσα μας δείχνει εκ πρώτης όψεως, όσο μεγαλόπρεπη κι αν είναι η όψη αυτή. Που ανακατεύει το πραγματικό με το ιδεώδες, με τρόπο που το ένα γίνεται μέρος του άλλου. Για ώρες και μέρες στο Λονγκ Άιλαντ της νιότης μου αλλά κι αργότερα, όταν άρχισα να αντρώνομαι, είχα στοιχειώσει με την παρουσία μου τις παραλίες του Ρικαουέι ή του Κόνι Άιλαντ, ή πέρα στ’ ανατολικά τις παραλίες του Χάμπτον και το Μόντοκ. Μια φορά στο Μόντοκ ήτανε (πλάι στον παλιό φάρο, με θέαμα μοναδικό τα ξεσπάσματα της θάλασσας προς κάθε κατεύθυνση ως εκεί που έφτανε το μάτι μου), θυμάμαι πολύ καλά ότι ένιωσα πως πρέπει μια μέρα να γράψω ένα βιβλίο με θέμα αυτό το υγρό, μυσταγωγικό στοιχείο. Έπειτα, αναθυμάμαι πως μου ήρθε η ιδέα ότι, αντί για ένα ξεχωριστό λυρικό, επικό ή φιλολογικό εγχείρημα, η ακροθαλασσιά θα έπρεπε να είναι μια αόρατη επίδραση, ένας διάχυτος μετρητής και ευεργέτης για μένα, μες στη σύνθεσή μου. (Μια μικρή συμβουλή για νέους συγγραφείς. Δεν είμαι βέβαιος ότι δεν ακολούθησα ασυναίσθητα τον ίδιο κανόνα και για άλλες δυνάμεις επιρροής εκτός από τις θάλασσες και τις παραλίες – αποφεύγοντας στη μέση οποιασδήποτε προσπάθειας να τις υμνήσω ποιητικά, ως κάτι το πολύ μεγάλο για να του δώσω μορφή –, πολύ ικανοποιημένος σε περίπτωση που μπορούσα να δείξω με έμμεσο τρόπο ότι συναντηθήκαμε και γίναμε ένα, έστω και για μια φορά, που ήταν όμως αρκετή. Ότι έχουμε πράγματι απορροφήσει ο ένας τον άλλον και καταλάβει ο ένας τον άλλον).
Υπάρχει ένα όνειρο, μια εικόνα, που για χρόνια ερχόταν αθόρυβα μπροστά μου κατά διαστήματα (κάποτε αρκετά μεγάλα, αλλά οπωσδήποτε πάνω στην ώρα) και πιστεύω πραγματικά ότι, όσο κι αν είναι αποκύημα της φαντασίας μου, έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την πρακτική πλευρά της ζωής μου, οπωσδήποτε τα γραπτά μου, που τα διαμόρφωσε και τα χρωμάτισε. Δεν είναι τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από μια λωρίδα ατέλειωτης άσπρης και καφετιάς αμμουδιάς. Άλλοτε σκληρή, άλλοτε πάλι απαλή, φαρδιά, με τον ωκεανό αιώνια και μεγαλόπρεπα να κυλάει πάνω της, τη μια με σιγανό συγκρατημένο σάρωμα, με σούσουρο και σφύριγμα κι αφρούς την άλλη, με πάμπολλα μπαμ και μπουμ σαν της γκρανκάσας. Τούτη η σκηνή, τούτη η εικόνα εδώ και χρόνια εμφανίζεται μπροστά μου. Καμιά φορά ξυπνώ τη νύχτα. Την ακούω και τη βλέπω ολοκάθαρα.


ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ - ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
ΤΟΜΟΣ 1ος (16ος – 19ος αιώνας)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ 2004

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2019

Λαϊκές Ιστορίες για τη Δημιουργία - JOSEPH CAMPBELL



Η απλότητα των αρχικών διηγήσεων των μη ανεπτυγμένων λαϊκών μυθολογιών βρίσκεται σε αντίθεση προς τους βαθιά αλληγορικούς μύθους του κοσμογονικού κύκλου. Διακρίνεται καθαρά σε αυτές η όχι και ιδιαίτερα επίμονη προσπάθεια εμβάθυνσης στα μυστήρια που βρίσκονται πίσω από τα πέπλα του χώρου και του χρόνου. Μέσα από τον αδιαφανή τοίχο του άχρονου εισέρχεται και αποκαλύπτεται μια σκιώδης δημιουργική φιγούρα, η οποία σχηματοποιεί τον κόσμο των μορφών. Η εποχή της μοιάζει με όνειρο στη διάρκεια, τη ρευστότητα και την περιβάλλουσα δύναμή της. Η γη δεν έχει ακόμη στερεοποιηθεί. Πρέπει να γίνουν και άλλα πολλά για να μπορέσει να κατοικηθεί από τους μελλοντικούς ανθρώπους.
Οι Μαυροπόδαροι Ινδιάνοι στη Μοντάνα διηγούνται πως ο Γέροντας ταξίδευε παντού. Δημιουργούσε ανθρώπους και ρύθμιζε καταστάσεις.
«Ήρθε από το νοτιά και καθώς τραβούσε προς το βορρά έφτιαχνε ζώα και πουλιά. Αρχικά δημιουργούσε διάφορα πράγματα, ποτάμια εδώ κι εκεί, με καταρράκτες, χρωμάτιζε που και που το έδαφος κόκκινο – δηλαδή έφτιαχνε τον κόσμο έτσι όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. Έφτιαξε το Γαλακτερό Ποταμό (τον Τέτον) και διασχίζοντάς τον κουράσθηκε, γι’ αυτό ανέβηκε σε ένα λόφο και ξάπλωσε να αναπαυθεί. Καθώς βρισκόταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο έδαφος και με ανοιχτά τα χέρια, σημείωσε με πέτρες το σχήμα του σώματος, του κεφαλιού, των ποδιών, των χεριών και όλων των μερών του. Αφού ξεκουράστηκε, συνέχισε το δρόμο του στα βορεινά. Ξαφνικά σκόνταψε σε ένα λοφίσκο και έπεσε στα γόνατα. Τότε είπε: “Δεν είναι σωστό να σκοντάφτουν οι άλλοι πάνω σου”. Έτσι έστησε εκεί δύο μεγάλους κορμούς που τους ονόμασε Γόνατα – έτσι λέγονται ακόμη και σήμερα. Συνέχισε το ταξίδι του και πιο πέρα, με μερικούς βράχους που είχε κουβαλήσει μαζί του, έχτισε του Λόφους της Όμορφης Χλόης...
»Μια μέρα ο Γέροντας αποφάσισε πως θα έπρεπε να δημιουργήσει μια γυναίκα και ένα παιδί. Τους έφτιαξε και τους δύο από πηλό – τη γυναίκα και το παιδί της. Έπλασε πρώτα τον πηλό και αφού του έδωσε ανθρώπινη μορφή, είπε: “Πρέπει να γίνετε άνθρωποι”. Μετά τον σκέπασε, τον άφησε και έφυγε. Το άλλο πρωί επέστεψε, έβγαλε το σκέπασμα και είδε πως τα πήλινα σχήματα είχαν αλλάξει κάπως. Το δεύτερο πρωινό είχαν αλλάξει περισσότερο και το τρίτο ακόμη πιο πολύ. Το τέταρτο πρωινό έβγαλε το σκέπασμα, κοίταξε τις μορφές και τους ζήτησε να σηκωθούν και να περπατήσουν έτσι και έκαναν. Προχώρησαν μέχρι το ποτάμι μαζί με το Δημιουργό τους και εκείνος τότε τους είπε πως ονομαζόταν Νάπι, ο Γέροντας.
»Καθώς στέκονταν στην όχθη, η γυναίκα μίλησε. “Και τι θα γίνει; Θα ζούμε αιώνια; Δε θα τελειώσουν όλα κάποτε;” Ο Γέροντας απάντησε: “Αυτό ούτε που το σκέφτηκα. Πρέπει να αποφασίσουμε. Θα πάρω αυτό το κόκκαλο από βίσωνα και θα το ρίξω στο ποτάμι. Αν επιπλεύσει, οι άνθρωποι θα ξανάρχονται στη ζωή τέσσερις μέρες μετά το θάνατό τους. Θα πεθαίνουν μόνο για τέσσερις μέρες. Αν όμως το κόκκαλο βυθιστεί, το τέλος τους θα είναι οριστικό”. Πέταξε το κόκκαλο στο ποτάμι και αυτό επέπλευσε. Τότε η γυναίκα έσκυψε, πήρε μια πέτρα και είπε: “Όχι! Θα πετάξω αυτή την πέτρα στο ποτάμι. Αν επιπλεύσει, θα ζούμε αιώνια, αν όμως βυθιστεί, οι άνθρωποι θα πρέπει να πεθαίνουν, γιατί αλλιώς θα μεταφέρουν αιώνια τις λύπες τους ο ένας για τον άλλο”. Η γυναίκα έριξε την πέτρα στο νερό και αυτή βυθίστηκε. “Ορίστε, διάλεξες. Η ζωή τους θα έχει τέλος”, δήλωσε ο Γέροντας».

Η κατανομή του κόσμου, η δημιουργία του ανθρώπου, και η απόφαση σχετικά με το θάνατο είναι τυπικά θέματα των μύθων του πρωταρχικού δημιουργού. Είναι όμως αρκετά δύσκολο να ξέρουμε πόσο σοβαρά ή με ποια έννοια γίνονταν πιστευτές αυτές οι ιστορίες. Ο μυθολογικός τύπος χρησιμοποιεί μάλλον την έμμεση παρά την άμεση αναφορά, είναι σαν ο Γέροντας να έχει πράξει και έτσι και αλλιώς. Πολλές από τις διηγήσεις που κατατάσσονται στην κατηγορία εκείνων που αναφέρονται στην καταγωγή του ανθρώπινου γένους και του κόσμου, μοιάζουν περισσότερο με δημοφιλή παραμύθια παρά με βιβλία γένεσης. Τέτοιες διασκεδαστικές μυθοπλασίες είναι κοινές και στους ανεπτυγμένους και στους πρωτόγονους πολιτισμούς. Οι απλοϊκοί άνθρωποι μπορεί να επεξεργαστούν τις προκύπτουσες εικόνες με υπερβολική σοβαρότητα, αλλά κύρια δεν μπορεί να ειπωθεί πως αναπαριστούν κάποιο δόγμα ή τον τοπικό «μύθο». Στους Μαορί, για παράδειγμα, στους οποίους υπάρχει η ιστορία ενός αυγού που ρίχθηκε από ένα πουλί στην πρωταρχική θάλασσα. Το αυγό έσπασε και ξεπήδησαν από μέσα του ένας άνδρας, μια γυναίκα, ένα αγόρι, μια κοπέλα, ένα γουρούνι, ένας σκύλος και ένα κανό. Μπήκαν όλοι μαζί στο κανό και κατευθύνθηκαν προς τη Νέα Ζηλανδία. Πρόκειται, όπως φαίνεται, για μια παρωδία του κοσμικού αυγού. Από την άλλη, οι Καμτσατκάν διακηρύσσουν με κάθε σοβαρότητα, πως αρχικά ο Θεός έμενε στον ουρανό, αλλά μετά κατέβηκε στη γη. Καθώς περιφερόταν με τα χιονοπάπουτσά του, το νέο έδαφος δημιουργείτο κάτω από τα πόδια του σαν λεπτός και εύκαμπτος πάγος. Από τότε, όμως, η στεριά έγινε ανώμαλη. Υπάρχει βέβαια και η διήγηση των Κιργκίτζ της Κεντρικής Ασίας, σύμφωνα με την οποία, όταν οι δύο πρώτοι άνθρωποι που φρόντιζαν ένα μεγάλο βόδι, έμειναν για αρκετό καιρό χωρίς νερό και κόντευαν να πεθάνουν από τη δίψα, το ζώο έσκαψε το έδαφος με τα μεγάλα του κέρατα και τους έφερε νερό. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι λίμνες της χώρας των Κιργκίτζ.

Στους μύθους και τις λαϊκές διηγήσεις σαν υπόλογος για τις αρρώστιες και τις δυσκολίες που υπάρχουν από αυτή την πλευρά του πέπλου, εμφανίζεται αρκετά συχνά μια κωμική μορφή, η οποία συνέχεια δρα αντίθετα προς τον καλόγνωμο δημιουργό. Οι Μελανήσιοι της Νέας Βρετανίας μιλούν για ένα σκοτεινό πλάσμα, «αυτόν που πρώτος υπήρχε εκεί», που ζωγράφισε στο έδαφος δύο αρσενικές μορφές, γρατζούνισε το δέρμα του και πιτσίλισε με το αίμα του τις δύο φιγούρες. Έκοψε δύο μεγάλα φύλλα και τις σκέπασε με αυτά. Ο Το Καμπινάνα και ο Το Καρβούβου.
Ο Το Καμπινάνα ξεκίνησε μόνος του, ανέβηκε σε ένα κοκοφοίνικα με λαμπερές κιτρινωπές καρύδες, έκοψε δύο χωρίς να έχουν ακόμη ωριμάσει και τις έριξε στο έδαφος. Οι καρύδες έσπασαν και έγιναν δύο όμορφες κοπέλες. Ο Το Καρβούβου θαύμασε τις γυναίκες και ρώτησε τον αδελφό του πως τα κατάφερε. «Ανέβα σε έναν κοκοφοίνικα», τον συμβούλεψε ο Το Καμπινάνα, «κόψε δύο άγουρους καρπούς και ρίξε τους στο έδαφος». Το Το Καρβούβου, όμως έριξε τους καρπούς ανάποδα, με την κορυφή προς τα κάτω, και οι γυναίκες που βγήκαν είχαν άσχημες πλακουτσωτές μύτες.
Μια μέρα ο Το Καμπινάνα σκάλισε σε ξύλο ένα ψάρι Θουμ και το έριξε στον ωκεανό να κολυμπήσει και από εκείνη τη στιγμή και μετά έγινε ένα ζωντανό ψάρι. Το ψάρι Θουμ οδηγούσε στη στεριά τα ψάρια Μαλιβάρα και έτσι ο Το Καμπινάνα απλά τα μάζευε από την ακτή. Ο Το Καρβούβου θαύμασε το ψάρι Θουμ και θέλησε να φτιάξει και αυτός ένα. Αλλά μπερδεύτηκε και δημιούργησε ένα σκυλόψαρο, το οποίο αντί να οδηγεί τα ψάρια Μαλιβάρα στην ακτή, τα έτρωγε. Πήγε τότε κλαίγοντας στον αδελφό του και είπε: «Μακάρι να μην είχα φτιάξει αυτό το ψάρι. Το μόνο που κάνει είναι να τρώει όλα τα άλλα». «Τι ψάρι είναι αυτό;» ρώτησε εκείνος. «Σκυλόψαρο», απάντησε. «Πραγματικά είσαι σιχαμερός», φώναξε ο αδελφός του. «Τα κατάφερες έτσι ώστε οι θνητοί απόγονοί μας να υποφέρουν. Το ψάρι σου θα καταβροχθίζει όλα τα άλλα, μαζί και ανθρώπους».
Πίσω από αυτή την ανοησία, μπορούμε να δούμε πως η μια αιτία (το σκοτεινό πλάσμα που κόβεται για να τρέξει αίμα) αποδίδει στο κοσμικό πλαίσιο δυαδικά αποτελέσματα – καλά και κακά. Όμως η ιστορία δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται. Επιπλέον, στην παράξενη λογική του τελευταίου διαλόγου υποδηλώνεται η μεταφυσική προΰπαρξη του πλατωνικού αρχέτυπου του σκυλόψαρου. Πρόκειται για μια θεώρηση που έχει κληροδοτηθεί σε κάθε μύθο. Συμπαντικός, επίσης, είναι ο τύπος του ανταγωνιστή, του αντιπροσώπου του κακού, στο ρόλο του γελωτοποιού. Οι διάβολοι – γλεντοκόποι, κουφιοκέφαλοι, μα έξυπνοι και πονηροί σύμβουλοι – πάντοτε είναι παλιάτσοι. Μολονότι μπορεί να θριαμβεύουν στον κόσμο του χώρου και του χρόνου, όταν η προοπτική μετατίθεται στην υπέρβαση, τότε οι ίδιοι και το έργο τους απλά εξαφανίζονται. Είναι αυτοί που λαθεμένα αντιλαμβάνονται τη σκιά για ουσία. Συμβολίζουν τις αναπόφευκτες ατέλειες του βασιλείου των σκιών και για όσο χρόνο παραμένουμε σε αυτή την πλευρά του πέπλου δεν είναι δυνατό να παραγκωνιστούν.
Οι Μαύροι Τάταροι της Σιβηρίας λένε πως όταν ο δημιουργός Παζιάνα σχεδίασε τα πρώτα ανθρώπινα πλάσματα, κατάλαβε πως δεν ήταν σε θέση να τους προσδώσει και το ζωογόνο πνεύμα. Έπρεπε λοιπόν να ανέβει στον ουρανό και να προμηθευτεί ψυχές από τον Κουντάι, τον υπέρτατο Θεό. Στο διάστημα της απουσίας του άφησε έναν άτριχο σκύλο για να φυλάει τις μορφές που είχε κατασκευάσει. Μόλις έφυγε, κατέφθασε ο δαίμονας Έρλικ και είπε στο σκύλο: «Δεν έχει καθόλου τρίχωμα. Θα σου χαρίσω χρυσαφένιο αν μου δώσεις αυτά τα άψυχα κορμιά». Ο σκύλος ικανοποιήθηκε από την υπόσχεση του Έρλικ και έδωσε στον πλανευτή τα κορμιά που φύλαγε. Ο Έρλικ τα γέμισε με το σάλιο του, μα μόλις αντικρυσε το θεό που πλησίαζε το έσκασε. Ο Θεός είδε τι έγινε και γύρισε τα κορμιά των ανθρώπων τα μέσα έξω. Αυτός είναι και ο λόγος που έχουμε σάλια και ακαθαρσίες στα σωθικά μας.
Οι λαϊκές μυθολογίες συνεχίζουν την ιστορία της δημιουργίας μόνον από τη στιγμή που οι υπερβατικές εκπορεύσεις διασπώνται σε χωροχρονικές μορφές. Παρόλα αυτά, σε σχέση με τις εκτιμήσεις των ανθρώπινων περιστάσεων, δε διαφέρουν από τις μεγάλες μυθολογίες. Τα συμβολικά πρόσωπά τους ανταποκρίνονται σε σπουδαιότητα – συχνά μάλιστα και στη συμπεριφορά και στην πράξη – σε αυτά των ανώτερων εικονοπλασιών, και ο θαυμαστός κόσμος στον οποίο κινούνται είναι ακριβώς ο κόσμος των μεγαλύτερων αποκαλύψεων: ο κόσμος και η περίοδος ανάμεσα στο βαθύ ύπνο και την εγρήγορση, η ζώνη όπου το Ένα διασπάται στα πολλά και τα πολλά επανασυντίθενται στο Ένα.


JOSEPH CAMPBELL
Ο ΗΡΩΑΣ ΜΕ ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
Ο Ρόλος του Ήρωα στην Παγκόσμια Μυθολογία
Μετάφραση Θεόδωρος Σιαφαρίκας
Εκδόσεις Ιάμβλιχος 2001


Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2019

Ποιος Είμαι Αλήθεια; - Σοφία Ζ. Άντζακα



Η εσωτερικά στραμμένη ζωή ξεκινά, ανάμεσα σε άλλα, και από το νευραλγικό ερώτημα «Ποιος είμαι στην πραγματικότητα;» Και ο άνθρωπος που το διατυπώνει βρίσκεται μπροστά σ’ ένα μεγάλο μυστήριο. Απάντηση δεν μπορεί να δώσει, για τον απλό λόγο ότι δεν ξέρει ποιος είναι. Κι ωστόσο, ως τη στιγμή που «κάτι» τον αναγκάζει να υποβάλει αυτό το ερώτημα στον εαυτό του, είχε την εντύπωση ότι ήξερε ποιος ήταν.
Ώστε, λοιπόν, αναρωτιέται με έκπληξη τώρα, ποιος ζούσε μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια, ποιος πονούσε, ποιος χαιρόταν, ποιος σκεπτόταν, ποιος είχε έλξεις και απώσεις;
Για άλλη μια φορά βρίσκεται μπροστά στο κενό. Το μυστήριο πυκνώνει. Μα είναι δυνατό να μην ξέρει ποιος είναι; Κι όμως τα γεγονότα αυτό μαρτυρούν. Για μια στιγμή, επιχειρεί να πειστεί ότι είναι ο πόνος, η χαρά του, η σκέψη του, οι έλξεις του οι απώσεις του. Αλλά σύντομα βλέπει που οδηγήθηκε. Στη ροή. Όλα αυτά είναι φευγαλέα, ζουν για λίγο και ύστερα χάνονται μέσα στη λήθη. Γι’ αυτό βρίσκει αστεία τη σκέψη ότι θα μπορούσε να είναι μια «ιδέα» ή ένα συναίσθημα, πολύ περισσότερο επειδή ταυτόχρονα διαπιστώνει ότι, μολονότι δεν ξέρει ποιος είναι, ωστόσο, τώρα που αρχίζει να ενδιαφέρεται για το θέμα, έχει την εντύπωση ή την άμεση αίσθηση μιας μόνιμης παρουσίας μέσα του, που μπροστά της ξετυλίγεται η ταινία των σκέψεων, συναισθημάτων, αισθήσεων και τα λοιπά.
Προσπαθεί να δει το σχήμα και τη μορφή αυτής της παρουσίας και βρίσκεται μπροστά σε τρίτο αδιέξοδο. Του είναι αδύνατο να διακρίνει μορφή και σχήμα. Πανικοβάλλεται. Είναι δυνατό να είναι άμορφος; Αν δεν έχει μορφή είναι σαν να μην υπάρχει. Μέχρι τώρα, είχε συνηθίσει να αντιλαμβάνεται τη μέσα ζωή σαν μορφή. Οι ιδέες του είχαν μορφή, τα συναισθήματά του το ίδιο, ακόμα και οι αισθήσεις του.

Εδώ ίσως να κοντοσταθεί για να βεβαιωθεί αν οι αισθήσεις έχουν πραγματικά μορφή και σχήμα. Για πρώτη φορά διαπιστώνει ότι δεν έχουν. Νιώθει έκπληξη. Την έκπληξη την ακολουθεί ένα είδος ανακούφισης. Ώστε, λοιπόν, μπορεί κανείς να ζει άνετα με άμορφες καταστάσεις. Μόνο που θα ήθελε τόσο να μπορούσε να «δει» ποιος είναι.
Τελικά συμβιβάζεται με την πραγματικότητα της άμεσης αίσθησης ενός παράγοντα μέσα του που δεν είναι ούτε οι σκέψεις, ούτε τα συναισθήματα ούτε οι αισθήσεις του. Ωστόσο, η ακαθοριστία της όλης υπόθεσης τον ενοχλεί. Φαντάζεται να τον ρωτούν: «Ποιος είσαι πραγματικά, πέρα από τις σκέψεις σου, τα συναισθήματά σου και το σώμα σου;» κι αυτός να μην μπορεί να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση. Τι να τους πει; «Ξέρετε είμαι μια άμορφη και ακαθόριστη αίσθηση παρουσίας μέσα μου;» Είναι αδιανόητο. Αυτά είναι για εσωτερική κατανάλωση.
Του περνάει η σκέψη να πάει ένα βήμα πιο πίσω μέσα του μήπως και βρει κάποιον ή κάτι άλλο που να μπορέσει να «δει» αυτή την παρουσία ή τουλάχιστον να νιώσει.
Ενοχλείται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι δεν μπορεί να της αποδώσει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Κάνει ένα βήμα πιο πίσω αλλά διαπιστώνει ότι το βήμα έγινε ακριβώς από τον παράγοντα που τον έχει τόσο προβληματίσει.
Η προσπάθεια τον κούρασε. Καταπιάστηκε με τις συνηθισμένες ασχολίες του και το βράδυ ένιωσε την ανάγκη να ξαναγυρίσει στο ίδιο θέμα. Τότε αναρωτήθηκε που ήταν αυτή η παρουσία όλες αυτές τις ώρες. Την είχε νιώσει καθόλου; Με έκπληξη διαπίστωσε ότι δεν την είχε νιώσει. Ήταν απούσα από τη ζωή του.
Τον κατέλαβε κάτι σαν πανικός. Δηλαδή αυτό σήμαινε ότι «δεν υπήρχε» πάντα. Όλες τις ώρες, όλες τις μέρες, όλες τις στιγμές της ζωής του. Μια αίσθηση συνέπειας και ειλικρίνειας τον ανάγκασε να ομολογήσει την ωμή αλήθεια. Ναι, το γεγονός ήταν ότι η «παρουσία» δεν ήταν πάντα παρούσα μέσα του. Τη θέση της την έπαιρναν διάφορες σκέψεις, συναισθήματα και αισθήσεις που δρούσαν στην απουσία της.
«Μα τι έκανα και την έχασα;» αναρωτήθηκε. «Ίσως να μην έκανα τίποτα για να την κρατήσω», κατέληξε. «Την άφησα να πέσει σε ύπνο θανάτου. Νομίζω ότι από τη στιγμή που έκανα αυτές τις συνειδητοποιήσεις, η ευθύνη της αφύπνισής της πέφτει επάνω μου».
Μένει σκεφτικός για λίγο κι ύστερα φωτίζεται το βλέμμα του, καθώς περνάει από το νου του η Ευαγγελική ρήση: «Γρηγορείτε». Τη βρίσκει πολύ σχετική. Η μια σκέψη φέρνει την άλλη επάνω στην οθόνη, ενώ η παρουσία είναι τώρα αφυπνισμένη, δίνοντάς του την αίσθηση ότι υπάρχει, όχι σαν σκέψη, σαν συναίσθημα, σαν σώμα, αλλά σαν υπόσταση πέρα απ’ όλ’ αυτά.
Και αυτή η υπόσταση, η άπιαστη, η άμορφη, η ακαθόριστη, είναι αυτός ο ίδιος, αυτός κι όχι άλλος, κάτι το μοναδικό κι ανεπανάληπτο.
Τελικά, ο άνθρωπός μας φωτίζεται: «Μα αυτό είμαι ΕΓΩ», αναφωνεί. «Και αυτό το Εγώ δεν είναι πάντα παρόν. Συχνά πέφτει στον θάνατο, στην ανυπαρξία. Μα είναι φοβερό να μην υπάρχει ο άνθρωπος σαν Εγώ ενώ υπάρχουν πλήθος σκέψεις, συναισθήματα και αισθήσεις. Αυτά τα τρία τα έχουν και τα ζώα, απ’ ό,τι ξέρω, αν και σε περιορισμένη κλίμακα. Εκείνο που δεν έχουν, πάλι απ’ ό,τι ξέρω, είναι το ΕΓΩ».
Αυτές οι διαπιστώσεις προκαλούν κάτι σαν σεισμική δόνηση μέσα του. Όχι για τίποτα άλλο, αλλά επειδή έχει τώρα διαπιστώσει ποιο είναι το καθαρά ανθρώπινο στοιχείο, εκείνο που δεν ανήκε ούτε στο ζωικό, ούτε στο πλανητικό βασίλειο. Ένα ΕΓΩ, που το νιώθει μάλιστα κανείς σαν μοναδικό κι ανεπανάληπτο, ανήκει αποκλειστικά σε ένα ανθρώπινο ον και σε κανένα άλλο.
Τότε, αρχίζει να καταλαβαίνει γιατί δεν θα μπορούσε να κάνει καμμιά έρευνα είτε των επάνω είτε των κάτω κόσμων μέσα του αν πρώτα δεν αφύπνιζε, μόνιμα και σταθερά, το Εγώ. Διαφορετικά, ποιος θα έκανε την έρευνα; Η σκέψη, το συναίσθημα ή το σώμα; Όλη η μέχρι τότε ζωή του, του φαίνεται άσκοπη. Νιώθει ότι δεν είναι τίποτα άλλο από ένα πλοίο χωρίς κυβερνήτη, αλλά με ναύτες και λοστρόμους που δεν ξέρουν την τέχνη του πλοηγού. Τη μια στιγμή παίρνει το τιμόνι ο ένας ναύτης, την άλλη ο άλλος κι ο καθένας τους δίνει στο πλοίο τη ρότα που του υπαγορεύει η διάθεση της στιγμής.


Σοφία Ζ. Άντζακα
Η Θέση του Εγώ στην Κλίμακα της Δημιουργίας
Εκδόσεις Σπαγειρία 1991