[Σημείωσις του «ΝΟΥΜΑ». Το άρθρο αυτό του μακαρίτη Περικλή Γιαννόπουλου βρέθηκε μέσα σε παλιό συρτάρι του «Νουμά», λησμονημένο εκεί από τα 1903 που μας το είχε δώσει μαζί μ’ ένα άλλο άρθρο, «Ο Τραγουδιστής» που τυπώθηκε στον 34 αριθμό 1903 του «Νουμά», με την υπογραφή «Ι. Άνεμος», πούχει και τούτο άρθρο. Στα «Τηλεφωνήματα» μέσα υπάρχει ολόκληρος ο Γιαννόπουλος με τις φωτεινές του ιδέες, με τις γοητευτικές παραξενιές του και με το ιδιόρρυθμο ύφος του.]
Δεν εννοείτε, δεν εννοείτε, δεν εννοείτε. Και έχετε δίκαιον, πληρέστατον δίκαιον. Δεν είναι δυνατόν να φαντασθήτε τι είδους εργασία έχει γίνει και πόση εργασία· τι είδους είναι αυτή, πως πρέπει να κινηθή και προς ποίον σκοπόν. Και θέλετε να χυθή εις τα παλαιά καλούπια· αλλά πως αφού είναι νέα, είναι άλλη; Και διστάζετε να δοκιμάσετε· τι σας μέλει; προς ποίους απευθύνεσθε; δεν απευθύνεσθε προς τους πολλούς; Προς αυτούς κ’ εγώ. Δώσε σεις την εργασίαν μου προς τους πολλούς και αφίσατε αυτούς να κρίνουνε, αυτούς ερωτήσατε αν τους αρέση, αν τους κάμνη καλόν. Τους πολλούς. Προς τους πολλούς απευθύνομαι εγώ. Τους πολλούς θέλω να εξυπνήσω· των πολλών θέλω να ελευθερώσω, ν’ αναστήσω την ψυχήν.
Μου ζητάτε κοψίματα, ραψίματα, κτενίσματα ιδεών. Τι σας μέλει; Τι σας μέλει; Εγώ μειόνουμαι, εγώ βλάπτομαι, εγώ χάνω. Νομίζετε ότι δεν το εννοώ; Αλλ’ αυτό θέλω. Εάν εγώ πάρω και τελειώσω κάτι τι, αυτό ετελείωσε, δεν έχει να τα πάρη άλλος, τίποτε δεν ωφελεί, είναι ιδικόν μου. Αλλά εάν πετάξω σωρούς σωρούς ιδεών, δυνατόν ο καθείς να πάρη, να κόψη, να ράψη, να κτενίση, να δημιουργήσει ό,τι θέλει.
Να λ.χ.: Ένας άνθρωπος που έζησε δέκα χρόνια εις την Ακρόπολιν και την αγάπησε, φυσικώτατα κάτι περισσότερον να είδε από κάθε σοφόν που πήγε μόνον να την μελετήση, φυσικώτατα δυνατόν να ειπή ωραία πράγματα. Και μ’ αυτό τι; Θα ειπούν μόνον: Ωραία τα λέγει. Και έπειτα; Τίποτε. Και αυτό δεν θέλω ακριβώς. Επαναλαμβάνω δε εκατομμυριοστήν φοράν. Ό,τι θέλω να ειπώ, δύναμαι να το ειπώ ωραιότατα. Δεν θέλω, δεν θέλω, δεν θέλω και δεν πρέπει να θέλω.
Απευθύνομαι προς όλους μη εξαιρών κανένα: Θέλετε να δημιουργηθεί ένας ιδεολογικός κόσμος ωραίος; Σεις θα τον δημιουργήσετε άμα σας εύρουν τον δρόμον. Εσείς θα τον χαρήτε, όχι εγώ. Θέλετε να ξεπαγώσουν, να ξεναρκωθούν, να κινηθούν οι πολλοί προς όλα τα ωραία που ποθήτε; Αφήστε με ελεύθερον να τους κεντρίσω, και να τους οιστρηλατίσω όπως ξέρω εγώ.
Και σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, σας παρακαλώ: Πάρετε να διαβάσετε μιαν Μελέτην της Ελληνικής Γραμμής και του Χρώματος που θα δημοσιευθή εις την «Ανατολήν». Θα σας φανή καλή και τα λοιπά να είναι και δεν είναι τίποτε. Είναι σπουδαία – εγώ βλέπετε μιλώ στήθος με στήθος και δεν είναι τίποτε, εν συγκρίσει προς τα κατόπιν. Αυτά τα δυό φύλλα έχουν δυό αγκωνάρια θεμελίων. Ενός κόσμου. Καθ’ όλους τους κανόνας του κτισίματος. Και κόκκορας ακόμα έχει σφαγεί. Και δια το κάθε τι είναι το ίδιον. Δεν θέλετε χιλίας χιλιάδας τοιούτων μελετών; Βάλετε το χέρι σας εις την καρδιάν σας. Δεν σας χρειάζονται εκατομμύρια τοιούτων ιδεών; Δεν σας είναι χρησιμώτεραι από κάθε άλλο; Δεν προτιμάτε σωρούς υλικών με τα οποία να κτίσετε σεις ό,τι θέλετε παρά δυό τρία τελειωμένα λιθάρια; Και δεν είναι κρίμα αν αύριον ψοφήσω να τα πάρω μαζί μου εγώ; Διατί δεν θέλετε να τα πάρετε, να τα εξασφαλίσετε, να τα μεταχειρισθήτε μίαν ώραν αρχίτερα; Ποίος σας λέγει ότι αύριον δεν είναι πιθανόν ένα κεραμίδι να μου κόψη τον αέρα;
Εσάς εσάς σας χρειάζονται αυτά· εμένα δεν μου χρειάζονται τίποτε. Εμένα με ενοχλούν μόνον, με βαρύνουν μόνον. Μη κάμνετε σαν Ευρωπαίοι. Εγώ δεν κάθομαι να κτενίσω τέτοια βάρη. Εγώ θέλω να είμαι ελαφρός, σαν πουλί. Τύχη τα πάντα και τύχη ώθησεν έναν από εμάς να ιδή δέκα πράγματα περισσότερα δια την κοινήν ζωήν. Πάρετε αυτά τα πράγματα, μη τα χάσετε.
Εγώ τίποτε δεν σας ζητώ και τίποτε δεν έχετε να μου δώσετε. Επαίνους δεν θέλω. Δόξαν σας την χαρίζω. Εγώ θα σας αδειάσω εις το κεφάλι ό,τι εείναι χρήσιμον, κινητικόν, ηδονικόν της ζωής σας· γρήγορα, γρήγορα και έπειτα χαίρετε, χαίρετε. Εγώ μίαν φοράν θα ζήσω, δεν θα ζήσω δύο. Και όταν περάση η νεότης, τα ρέστα σας τα χαρίζω. Κ’ εγώ δεν έχω σκοπό να να φάω τα νειάτα μου με σας. Εγώ την μόνην δόξαν που εζήλευσα είναι η δόξα των φιλιών. Θέλω να αισθάνομαι το κεφάλι μου άδειο, κούφιο, φορτωμένο με το στεφάνι των φιλιών. Και θέλω να πεθάνω νέος. Και θέλω να πεθάνω ορθός. Θα κάμω ό,τι είναι δυνατόν για να σας πείσω να τα πάρετε, για να σας δείξω ότι είναι χρήσιμα για σας. Θέλετε να τα πάρετε; Πάρετέ τα, είναι ιδικά σας. Δεν θέλετε; Τύφλα σας!
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΝΟΥΜΑΣ
Χρονιά ΙΔ – φύλλο 19 * Αθήνα Σάββατο 1 Οχτώβρη 1916 * Αριθμός 600 (σελ. 269-270)
https://kosmopolis.library.upatras.gr/index.php/noumas/article/view/87335/86209