Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Borges Jorge Luis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Borges Jorge Luis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2025

Το Πλέγμα - Jorge Luis Borges

 

Στάζει κάθε τόσο
η βρύση στην αυλή
μοιραία σαν το θάνατο του Καίσαρα.
Και τα δυό είναι μέρη του πλέγματος
που αγκαλιάζει
τον ατέρμονα και άναρχο κύκλο,
της Φοινίκης την άγκυρα,
τον πρώτο λύκο και το πρώτο αρνί,
την ημερομηνία του θανάτου μου
και το χαμένο θεώρημα του Φερμά*.
Τούτο το σιδερένιο υφάδι
οι στωικοί το θεωρούσαν πύρινο
που πεθαίνει και ξαναγεννιέται σαν τον Φοίνικα.
Είναι το μέγα δέντρο των αιτίων
και των συνεπειών που διακλαδίζονται,
στα φύλλα του βρίσκεται η Ρώμη και η Χαλδαία
και όσα βλέπουν τα κεφάλια του Ιανού.
Το σύμπαν είναι ένα από τα ονόματα του.
Κανείς δεν το 'χει δει ποτέ
ούτε μπορεί όμως να δει και τίποτ' άλλο.

*Pierre Fermat: Γάλλος μαθηματικός (1601 – 1665)

Jorge Luis Borges
Ποιήματα [Ο Αριθμός (La Cifra) 1981]
Μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2006

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2024

Ένας Θεολόγος στο Θάνατο – Jorge Luis Borges

 
Οι άγγελοι μου έχουν πει πως, όταν πέθανε ο Μελάγχθων, του διέθεσαν στον άλλο κόσμο ένα σπίτι απατηλά πανομοιότυπο μ’ εκείνο που είχε στη Γη. (Το ίδιο συμβαίνει με όλους σχεδόν τους νεοφερμένους στην αιωνιότητα, και γι’ αυτό νομίζουν πως δεν είναι νεκροί. Τα έπιπλα ήταν ακριβώς τα ίδια: το τραπέζι, το γραφείο με τα συρτάρια του, η βιβλιοθήκη. Όταν ο Μελάγχθων ξύπνησε στη νέα του κατοικία, ξανάπιασε τις συγγραφικές του δραστηριότητες σαν να μην ήταν πτώμα, και συνέχισε να γράφει για πολλές μέρες περί της δια της πίστεως δικαιώσεως· κι ως συνήθως, ούτε λέξη περί φιλανθρωπίας. Οι άγγελοι πρόσεξαν αυτή την παράλειψη κι έστειλαν κάποιους για να τον ρωτήσουν. Ο Μελάγχθων τους είπε: «Έχω αποδείξει κατά τρόπο αδιαφιλονίκητο ότι η ψυχή μπορεί να αποστεί της φιλανθρωπίας, κι ότι, για να γίνει δεκτή στους ουρανούς, η πίστη αρκεί». Αυτά τα ‘λεγε με έπαρση, χωρίς να ξέρει ότι είχε πεθάνει κι ότι η θέση του δεν ήταν στους ουρανούς. Όταν οι άγγελοι άκουσαν αυτά που τους είπε, τον εγκατέλειψαν. Μετά από λίγες εβδομάδες, τα έπιπλα άρχισαν να φαίνονται όλο και πιο αχνά ώσπου έγιναν αόρατα, εκτός απ’ την καρέκλα, το τραπέζι, τα χαρτιά και το μελανοδοχείο. Συν τοις άλλοις, οι μεν τοίχοι του κελιού σκεπάστηκαν με ασβέστη, το δε πάτωμα, μ’ ένα κιτρινωπό βερνίκι. Όσο για τα ρούχα του, γίνονταν όλο και πιο φτωχικά. Πάντως, συνέχιζε να γράφει, αλλά επειδή επέμενε να είναι κατά της φιλανθρωπίας, μεταφέρθηκε σ’ ένα υπόγειο εργαστήρι, όπου υπήρχαν κι άλλοι θεολόγοι σαν και δαύτον. Έμεινε εκεί κλεισμένος πολλές μέρες, κι όταν άρχισε ν’ αμφιβάλλει για τη θέση του, τον άφησαν να γυρίσει. Τώρα τα ρούχα του ήταν από ακατέργαστο δέρμα, αλλά εκείνος προσπάθησε να φανταστεί πως όλα αυτά που είχε ζήσει ήταν μια παραίσθηση, οπότε συνέχισε να εξαίρει την πίστη και να υποτιμά τη φιλανθρωπία. Ένα βράδυ, ένιωσε ψύχρα. Τότε, έφερε ένα γύρο όλο το σπίτι και διαπίστωσε πως τα άλλα δωμάτια δεν αντιστοιχούσαν πια σ’ εκείνα της επί της γης κατοικίας του. Ένα απ’ αυτά ήταν γεμάτο με άγνωστα όργανα· ένα άλλο είχε συρρικνωθεί τόσο πολύ, ώστε δεν μπορούσες ούτε να μπεις· ένα άλλο μπορεί να μην είχε αλλάξει, αλλά τώρα, τα παράθυρα κι οι πόρτες του έβγαζαν σε θεόρατους αμμόλοφους. Το δωμάτιο του βάθους ήταν γεμάτο ανθρώπους που τον λάτρευαν και που του επαναλάμβαναν ότι κανένας θεολόγος δεν ήταν τόσο σοφός όσο αυτός. Αυτή η λατρεία τον χαροποίησε, αλλά, επειδή αρκετοί απ’ αυτούς τους ανθρώπους δεν είχαν πρόσωπο, ενώ μερικοί άλλοι έμοιαζαν με πεθαμένους, κατέληξε να τους αντιπαθήσει και να μην τους έχει εμπιστοσύνη. Τότε αποφάσισε να γράψει ένα εγκώμιο της φιλανθρωπίας, αλλά ό,τι έγραφε μια μέρα, το ‘βρισκε σβησμένο την επόμενη. Κι αυτό γιατί τα ‘γραφε χωρίς να τα πιστεύει. Δεχόταν πολλές επισκέψεις από ανθρώπους που είχαν μόλις πεθάνει, αλλά ντρεπόταν να τους δεχτεί σ’ ένα τόσο φτωχό σπίτι. Για να τους κάνει να πιστέψουν πως βρισκόταν στους ουρανούς, τα κανόνισε μ’ έναν μάγο απ’ αυτούς στο δωμάτιο του βάθους, κι αυτός τους εξαπατούσε με ομοιώματα γαλήνης και λαμπρότητας. Μόλις οι επισκέπτες έφευγαν (καμιά φορά, και λίγο πιο πριν), η φτώχεια κι ο ασβέστης έκαναν ξανά την εμφάνισή τους.
Τα τελευταία νέα από τον Μελάγχθωνα λένε πως ο μάγος κι ένας από τους απρόσωπους τον πήγαν στους αμμόλοφους, και τώρα είναι υπηρέτης των δαιμόνων.

Από το Arcania Coelestia του Εμάνουελ Σβέντενμποργκ.

Jorge Luis Borges
Άπαντα Πεζά
[Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας (1935) «Και τα λοιπά»]
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2005

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

Η ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - Jorge Luis Borges

Το μπουντρούμι είναι βαθύ και πέτρινο· το σχήμα του, ενός σχεδόν τέλειου ημισφαίριου, αν και το πάτωμα (που είναι επίσης πέτρινο) είναι λίγο μικρότερο από έναν μεγάλο κύκλο, γεγονός που εντείνει κάπως τα αισθήματα της καταπίεσης και της απεραντοσύνης. Ένας μεσότοιχος το χωρίζει στα δύο· ο τοίχος αυτός, παρόλο που είναι πανύψηλος, δεν φτάνει ως την κορυφή του θόλου· από τη μια μεριά είμαι εγώ, ο Τζινακάν, μάγος της πυραμίδας του Καολόμ, που πυρπολήθηκε απ' τον Πέδρο δε Αλβαράδο· από την άλλη, είναι ένας ιαγουάρος, που με τον μυστικό και ισοσκελή βηματισμό του μετράει τον χρόνο και τον χώρο της αιχμαλωσίας του. Ένα μεγάλο παράθυρο με κάγκελα, σύρριζα στο πάτωμα, κόβει τον κεντρικό τοίχο. Την ώρα που δεν έχει σκιά [=το μεσημέρι], ανοίγει στο ταβάνι μια καταπακτή, κι ένας δεσμοφύλακας, που τον έχουν ξεθωριάσει πια τα χρόνια, πιάνει να γυρίζει μια σιδερένια τροχαλία και μας κατεβάζει, στην άκρη ενός σκοινιού, κανάτες με νερό και
κομμάτια κρέας. Τότε, στο μπουντρούμι μπαίνει φως· εκείνη τη στιγμή, μπορώ να δω τον ιαγουάρο.
Δεν ξέρω πια πόσα χρόνια κείτομαι εδώ κάτω στα σκοτάδια· εγώ, που κάποτε, ήμουν νέος και μπορούσα να πηγαινοέρχομαι σ' αυτή τη φυλακή, τώρα δεν έχω τίποτα να κάνω παρά να περιμένω παίρνοντας τη στάση του θανάτου μου, το τέλος που μου προορίζουν οι θεοί. Κάποτε, με το βαθύ οψιδιανό μαχαίρι μου άνοιγα τα στήθια των θυμάτων μου και τώρα μου είναι αδύνατον χωρίς τα μάγια να σηκωθώ απ' το χώμα.
Την προηγουμένη της πυρπόλησης της Πυραμίδας, οι άνθρωποι που ξεπέζεψαν απ' τα θεόρατα άλογα με βασάνισαν με πυρακτωμένα σίδερα για να τους αποκαλύψω την κρυψώνα του θησαυρού. Γκρέμισαν, μπροστά στα μάτια μου, το είδωλο του θεού, εκείνος όμως δεν μ' εγκατέλειψε στα βασανιστήρια και με κράτησε σιωπηλό. Με μαστίγωσαν, μου έσπασαν τα κόκαλα, με παραμόρφωσαν, κι ύστερα ξύπνησα σ' αυτή τη φυλακή, απ' όπου δεν θα ξαναβγώ ποτέ στη διάρκεια της θνητής ζωής μου.
Ωθούμενος απ' την ανάγκη να κάνω κάτι, να γεμίσω τελοσπάντων τον χρόνο μου, θέλησα να θυμηθώ, μες στο σκοτάδι μου, όλα όσα γνώριζα. Νύχτες ολόκληρες σπατάλησα για να θυμηθώ τη σειρά και τον αριθμό ορισμένων ερπετών σκαλισμένων σε πέτρα ή το σχήμα ενός φαρμακευτικού δέντρου. Έτσι υπέταξα τα χρόνια, έτσι ανέκτησα ό,τι μου ανήκε. Μια νύχτα ένιωσα ότι προσέγγιζα μια πολύτιμη ανάμνηση· πριν ακόμη δει τη θάλασσα, ο ταξιδιώτης νιώθει μια αναταραχή στο αίμα του. Λίγες ώρες αργότερα, άρχισα να διακρίνω καθαρότερα αυτή την ανάμνηση· ήταν μία από τις παραδόσεις του θεού. Την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, ο θεός, προβλέποντας ότι στη συντέλεια των καιρών θα επισυμβούν ερήμωση και χαλασμός, έγραψε την μαγική φράση που μπορεί να εξορκίσει όλα αυτά τα δεινά. Την έγραψε δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φτάσει και στις πιο απόμακρες γενιές και να είναι απρόσβλητη απ' την τύχη. Κανείς δεν ξέρει ούτε πού την έγραψε ούτε με τι χαρακτήρες, μας αρκεί όμως να γνωρίζουμε ότι κάπου υπάρχει, μυστική, κι ότι μια μέρα κάποιος εκλεκτός θα την διαβάσει. Σκέφτηκα λοιπόν ότι, όπως πάντα, είχαμε φτάσει στη συντέλεια των καιρών κι ότι η μοίρα, που μ' έφερε να είμαι ο τελευταίος ιερέας του θεού, μπορεί και να μου έδινε το προνόμιο να διαισθανθώ αυτή τη γραφή. Το γεγονός ότι ήμουν κλεισμένος σε μια φυλακή δεν μου απαγόρευε αυτή την ελπίδα· μπορεί και να 'χα δει χιλιάδες φορές την επιγραφή στο Καολόμ και να υπολειπόταν απλώς το να την καταλάβω.
Η σκέψη αυτή, πρώτα με εμψύχωσε κι ύστερα με βύθισε ς' ένα είδος ιλίγγου. Πάνω στη γη υπάρχουν σχήματα αρχαία, σχήματα άφθαρτα και αιώνια· οποιοδήποτε απ' αυτά θα μπορούσε να είναι το σύμβολο που αναζητούσα. Ο λόγος του θεού θα μπορούσε να 'ναι ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η αυτοκρατορία ή η διάταξη των άστρων. Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται συνήθως κι οι αυτοκρατορίες γνωρίζουν αλλαγές και συντριβή, κι η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται. Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Το βουνό και τ' άστρα είναι άτομα — και τ' άτομα περνούν. Έψαξα κάτι πιο ανθεκτικό, πιο άτρωτο. Σκέφτηκα τα γένη των δημητριακών, των χορταρικών, των πουλιών, των ανθρώπων. Μπορεί η μαγική φράση να 'ταν γραμμένη στο πρόσωπό μου, μπορεί εγώ ο ίδιος να ήμουν το τέρμα της αναζήτησής μου. Σ’ αυτή την αγωνία βρισκόμουν, όταν θυμήθηκα ότι ο ιαγουάρος ήταν μία από τις ιδιότητες του θεού.
Και τότε η ψυχή μου γέμισε ευσπλαχνία. Φαντάστηκα το πρώτο πρωινό του χρόνου, φαντάστηκα τον θεό μου να εμπιστεύεται το μήνυμα στο ολοζώντανο δέρμα των ιαγουάρων, που θα ζευγάρωναν και θα γεννοβολούσαν αδιάκοπα, σε σπήλαια, σε φυτείες ζαχαροκάλαμου, σε νησιά, μέχρι να δεχθούν το μήνυμα οι τελευταίοι άνθρωποι. Φαντάστηκα αυτό το δίκτυο των τίγρεων, αυτόν τον έμπυρο λαβύρινθο των τίγρεων, που σκορπούσε τον τρόμο στις βοσκές και στα κοπάδια, μόνο και μόνο για να φυλάξει ένα σχέδιο. Στο διπλανό κελί υπήρχε ένας ιαγουάρος· εξέλαβα αυτή τη γειτνίαση ως επιβεβαίωση της εικασίας μου και ως μυστική χάρη.
Αφιέρωσα πολλά χρόνια για να μάθω τη σειρά και τη διάταξη των κηλίδων. Κάθε τυφλή μέρα που περνούσε, μου παραχωρούσε μια στιγμή φως, κι έτσι μπόρεσα να εντυπώσω στη μνήμη μου τα μαύρα σχήματα πάνω στο κίτρινο τρίχωμα. Άλλα ήταν στίγματα· άλλα σχημάτιζαν εγκάρσιες ραβδώσεις στο μέσα μέρος των πελμάτων· άλλα, δακτυλιωτά, επαναλαμβάνονταν. Μπορεί και να ήταν ένας μόνον ήχος ή μια μόνη λέξη. Πολλά είχαν κόκκινο περίγραμμα.
Δεν θα πω πόσο κοπιαστικό ήταν το έργο μου. Πολλές φορές ούρλιαξα μέσα στο μπουντρούμι ότι ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να το αποκρυπτογραφήσει κανείς. Σιγά σιγά, το συγκεκριμένο αίνιγμα που με βασάνιζε άρχισε να με ανησυχεί λιγότερο από το γενικό: Τι φράση γράφει ένας θεός; Τι είδους φράση θα συνέθετε μια απόλυτη διάνοια; Αναλογίστηκα ότι σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μία πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν· όταν λες «ο τίγρης», λες τις τίγρεις που τον γέννησαν, τις χελώνες και τα ελάφια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα ελάφια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε τη γη. Αναλογίστηκα ότι, στη γλώσσα ενός θεού, κάθε λέξη θα έπρεπε όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά και να την εκφράζει μ' έναν τρόπο όχι περιφραστικό, αλλά απερίφραστο· όχι διαδοχικό, αλλά ακαριαίο. Με τον καιρό, η ιδέα μιας θείας φράσης άρχισε να μου φαίνεται παιδαριώδης ή βλάσφημη. Ένας θεός, σκέφτηκα, πρέπει να λέει μόνο μία λέξη και, μ' αυτή τη λέξη, να εκφράζεται η πληρότητα. Κανένα φώνημά του δεν μπορεί να είναι έλασσον του σύμπαντος ή ατελέστερο του σύμπαντος χρόνου. Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όλα, κόσμος, σύμπαν, δεν είναι παρά απόηχοι ή ομοιώματα αυτού του φωνήματος που είναι ισότιμο με μια ολόκληρη γλώσσα ή με όλα όσα μπορεί να περιλαμβάνει μία γλώσσα.
Μια μέρα ή μια νύχτα — ανάμεσα στις μέρες και τις νύχτες μου, τι διαφορά υπάρχει;— ονειρεύτηκα ότι στο πάτωμα του κελιού μου υπήρχε ένας κόκκος άμμου. Ξανακοιμήθηκα, αδιάφορος· ονειρεύτηκα ότι ξυπνούσα κι έβλεπα δύο κόκκους. Ξανακοιμήθηκα· ονειρεύτηκα ότι οι κόκκοι της άμμου ήταν τρεις. Πολλαπλασιάζονταν έτσι ώσπου το κελί κατακλυζόταν, κι εγώ έβρισκα το θάνατο κάτω απ' αυτό το αμμώδες ημισφαίριο. Τότε κατάλαβα ότι ονειρευόμουν και, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, ξύπνησα. Ήταν ανώφελο: μ' έπνιγε η αναρίθμητη άμμος. Κάποιος μου είπε: Δεν ξύπνησες στον ξύπνο, αλλά σ' ένα προγενέστερο όνειρο. Το όνειρο αυτό είναι μέσα σ' ένα άλλο όνειρο, και ούτω καθεξής επ' άπειρον, που είναι και ο συνολικός αριθμός των κόκκων της άμμου. Η οδός της παλινδρόμησής σου είναι ατελείωτη, και θα πεθάνεις πριν ξυπνήσεις στ' αλήθεια.
Ένιωσα χαμένος. Η άμμος είχε γεμίσει το στόμα μου, μπόρεσα όμως να φωνάξω: Ούτε μπορεί να με σκοτώσει μια άμμος που ονειρεύτηκα, ούτε υπάρχουν όνειρα μέσα σε όνειρα. Με ξύπνησε μια λάμψη. Στην κορυφή του σκοταδιού, διαγραφόταν ένας φωτεινός κύκλος. Είδα το πρόσωπο του δεσμοφύλακα, τα χέρια του, την τροχαλία, το σκοινί, το κρέας και τις κανάτες. Κάθε άνθρωπος συγχέεται, βαθμιαία, με τη μορφή της μοίρας του· κάθε άνθρωπος είναι, πάνω απ' όλα, οι περιστάσεις του. Πάνω από αποκρυπτογράφος ή εκδικητής, πάνω από ιερέας του θεού, ήμουν ένας φυλακισμένος. Γύρισα στη σκληρή μου φυλακή απ' τον ανεξάντλητο λαβύρινθο των ονείρων, σαν να επέστρεφα στο σπίτι μου. Ευλόγησα την υγρασία της, ευλόγησα τον τίγρη της, ευλόγησα τον φεγγίτη, ευλόγησα το γέρικο, βασανισμένο μου κορμί, ευλόγησα το σκότος και την πέτρα.
Και τότε συνέβη αυτό που δεν μπορώ ούτε να ξεχάσω ούτε να περιγράψω. Συνέβη η ένωσή μου με το θείον, με το σύμπαν (δεν ξέρω αν αυτές οι λέξεις διαφέρουν). Η έκσταση δεν επαναλαμβάνει τα σύμβολά της· υπάρχουν κάποιοι που είδαν τον Θεό σε μία λάμψη, υπάρχουν άλλοι που τον διέκριναν σ' ένα σπαθί ή στους κύκλους ενός ρόδου. Εγώ είδα έναν θεόρατο Τροχό, που δεν ήταν μπρος στα μάτια μου, ούτε πίσω, ούτε στο πλάι μου, αλλά παντού, ταυτόχρονα. Ο Τροχός αυτός ήταν φτιαγμένος από νερό, αλλά και από φωτιά, παρόλο δε που φαινόταν το περίγραμμά του, ήταν άπειρος. Τον αποτελούσαν, το 'να μέσα στ' άλλο, όλα τα πράγματα που θα είναι, που είναι και που ήταν· εγώ ήμουν μία ίνα μέσα σ' εκείνον τον ολοκληρωτικό μίτο, και ο Πέδρο δε Αλβαράδο, που με βασάνιζε, μια άλλη. Εκεί ήταν τα αίτια και τ' αποτελέσματα, και δεν χρειαζόταν παρά να δω αυτόν τον Τροχό για να τα καταλάβω όλα, μέχρι τέλους. Ω χαρά τού να καταλαβαίνεις, πόσο πιο μεγάλη είσαι απ' τη χαρά τού να φαντάζεσαι ή του να αισθάνεσαι! Είδα το σύμπαν και είδα τα κρυφά σήματα του σύμπαντος. Είδα τις απαρχές, όπως τις περιγράφει η Βίβλος των Κοινών. Είδα τα βουνά που αναδύθηκαν απ' το νερό, είδα τους πρώτους ανθρώπους από ξύλο, είδα τα πιθάρια που χιμήξαν στους ανθρώπους, είδα τα σκυλιά που τους ρήμαξαν τα πρόσωπα. Είδα τον απρόσωπο θεό που υπάρχει, πίσω απ' τους θεούς. Είδα άπειρες διεργασίες που κατέληγαν σε μία και μόνη μακαριότητα και, καταλαβαίνοντας τα πάντα, μπόρεσα να καταλάβω και τη γραφή του τίγρη.
Είναι ένας τύπος, ο οποίος αποτελείται από δεκατέσσερις τυχαίες λέξεις (από δεκατέσσερις λέξεις που δείχνουν τυχαίες)· θα μου έφτανε να τον εκφέρω με δυνατή φωνή για να γίνω παντοδύναμος. Θα μου έφτανε να τον εκφέρω για να γκρεμίσω αυτό το πέτρινο μπουντρούμι, για να εισχωρήσει η μέρα μες στη νύχτα μου, για να γίνω νέος, για να γίνω αθάνατος, για να ξεσκίσει ο τίγρης τον Αλβαράδο, για να βυθίσω το άγιο μου μαχαίρι σε στήθια ισπανικά, για να παλινορθώσω την πυραμίδα, για να παλινορθώσω την αυτοκρατορία. Σαράντα συλλαβές, δεκατέσσερις λέξεις, και εγώ, ο Τζινακάν, θα κυβερνούσα τα εδάφη που κάποτε κυβέρνησε ο Μοκτεζούμα. Κι όμως το ξέρω πως δεν θα τις πω ποτέ αυτές τις λέξεις, γιατί τον Τζινακάν δεν τον θυμάμαι πια.
Ας πεθάνει μαζί μου το μυστήριο που είναι γραμμένο στους τίγρεις. Όποιος έχει δει το σύμπαν, όποιος έχει δει τα έμπυρα σήματα του σύμπαντος, δεν μπορεί πια να σκέφτεται έναν άνθρωπο, να σκέφτεται τις κοινότοπες ευτυχίες ή δυστυχίες του, ακόμη κι αν πρόκειται για τον εαυτό του. Τι τον νοιάζει η ζωή αυτού του άλλου, η πατρίδα αυτού του άλλου, τώρα που ο ίδιος δεν είναι πια κανένας; Γι' αυτό και δεν εκφέρω τον τύπο, γι' αυτό κι αφήνω τις μέρες να με ξεχάσουν, γερμένος εδώ κάτω στο σκοτάδι.
                                                Στην Έμα Ρίσσο Πλατέρο
Jorge Luis Borges
Άπαντα Πεζά 
(Το Άλεφ)
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2005








Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2022

ΤΕΛΟΣ - Borges Jorge Luis

Ο Ρεκαμπάρεν, ξαπλωμένος, μισάνοιξε τα μάτια κι είδε το λοξό ψάθινο ταβάνι. Απ' το διπλανό δωμάτιο, έφτανε στ' αυτιά του ένα γρατσούνισμα κιθάρας, σαν ένας πενιχρός λαβύρινθος, που μπλεκόταν και ξεμπερδευόταν ασταμάτητα... Σιγά σιγά ξαναγύρισε στην πραγματικότητα, στα καθημερινά, που τώρα πια δεν θα ξανά άλλαζαν ποτέ. Κοίταξε ασυγκίνητος το μεγάλο, άχρηστο σώμα του, το φτηνό μάλλινο poncho που σκέπαζε τα πόδια του. Έξω, πέρα μακριά απ' τα κάγκελα του παραθυριού, απλώνονταν ο κάμπος και τ' απόγευμα. Τον είχε πάρει ο ύπνος, αλλά ο ουρανός έφεγγε πολύ ακόμα. Ψαχούλεψε με τ' αριστερό του χέρι, ώσπου να βρει ένα μπρούντζινο κυπροκούδουνο που κρεμόταν στο πόδι του κρεβατιού. Το χτύπησε μιά δυό φορές - οι απλοϊκές συγχορδίες από δίπλα δεν σταμάτησαν. Ο κιθαριστής ήταν ένας μαύρος που είχε εμφανιστεί μιά νύχτα και καμωνόταν τον τραγουδιστή κι είχε προκαλέσει έναν άλλο ξένο να παραβγούν στην payada. Έχασε, αλλά δεν έπαψε να συχνάζει στο μαγαζί, σαν να περίμενε κανέναν. Περνούσε τις ώρες του παίζοντας κιθάρα, δεν ξανατραγούδησε όμως ποτέ - μπορεί και να 'χε πικραθεί απ' το χάσιμο. Ο κόσμος τον είχε συνηθίσει πια αυτόν τον άκακο άνθρωπο. Ο Ρεκαμπάρεν, ο μαγαζάτορας, έμελλε να μην ξεχάσει ποτέ εκείνη την αναμέτρηση: την επομένη, καθώς δεμάτιαζε κάτι χόρτα, του ξεράθηκε απότομα η δεξιά πλευρά κι έχασε και τη λαλιά του. Απ' το πολύ να κλαίμε τις κακοτυχιές των ηρώων στα μυθιστορήματα, καταλήξαμε να κλαίμε τις δικές μας υπερβολικά. Όχι όμως κι ο καρτερικός Ρεκαμπάρεν, που συμφιλιώθηκε με την παράλυση, όπως είχε συμφιλιωθεί και παλιά με τη σκληράδα και τις ερημιές της 'Αμερικής. Μαθημένος να ζει στο παρόν, όπως τα ζώα, κοίταζε τώρα τον ουρανό και σκεφτόταν πως το κόκκινο τσέρκι πάνω στο φεγγάρι σήμαινε πως θα βρέξει.
Ένα αγόρι με ινδιάνικα χαρακτηριστικά (μπορεί να 'ταν γιος του) μισάνοιξε την πόρτα. Ο Ρεκαμπάρεν τον ρώτησε με τα μάτια αν είχε έρθει κάνας πελάτης. Το αγόρι, λιγομίλητο, του 'κάνε νόημα πώς όχι ο μαύρος δεν μέτραγε. Ο κατάκοιτος έμεινε πάλι μόνος του - το αριστερό του χέρι έπαιξε για λίγο με την κουδούνα, σαν να 'ταν κάποιο σκήπτρο εξουσίας.
Ο κάμπος, στο φως του τελευταίου ήλιου, έμοιαζε ακαθόριστος, θαρρείς και τον έβλεπε στ' όνειρο του. Μιά κουκκίδα σάλεψε στον ορίζοντα και μεγάλωνε ολοένα, ώσπου έγινε ένα καβαλάρης που ερχόταν ή φαινόταν νά 'ρχεται κατά τό σπίτι. Ο Ρεκαμπάρεν έβλεπε τα chambergo του, το φαρδύ σκούρο poncho του, το μαυριτανικό άλογο, όχι όμως και το πρόσωπο του άντρα, πού κάποτε σταμάτησε να καλπάζει και κοντοζύγωνε τροχάζοντας. Γύρω στα εκατόν πενήντα μέτρα έστριψε.
Ο Ρεκαμπάρεν δεν τον έβλεπε πια, τον άκουγε όμως που έγρουξε, ξεπέζεψε, έδεσε τ' άλογο στον πάσσαλο και μπήκε με βαριά περπατησιά στο μαγαζί. 
Χωρίς να σηκώσει τα μάτια απ' την κιθάρα, όπου έδειχνε σαν κάτι να 'ψάχνε, ο μαύρος είπε με γλυκάδα:
«Το 'ξέρα, σενιόρ, πως μπορούσα να βασίζομαι σε σας».
Ο άλλος, με την τραχιά φωνή του, απάντησε:
«Κι εγώ σε σένα, νέγρο. Σ' έκανα να περιμένεις κάμποσο, να όμως πού ήρθα».
Έπεσε σιωπή. Κάποια στιγμή, ο μαύρος ξαναμίλησε:
«Έχω μάθει να περιμένω. Περίμενα εφτά χρόνια».
Ο άλλος εξήγησε χωρίς να βιάζεται:
«Εγώ είχα πάνω από εφτά χρόνια να δω τα παιδιά μου. Τ' απάντησα κείνη τη μέρα, μα δεν θέλησα να με δουν σαν μαχαιροβγάλτη».
«Το κατάλαβα», είπε ο μαύρος. «Ελπίζω να τ' άφησες καλά στην υγεία τους».
Ο ξένος, που είχε καθίσει πάνω στον πάγκο, γέλασε με την καρδιά του. Παράγγειλε ένα ρούμι και το δοκίμασε χωρίς να το πιει όλο.
«Τους έδωσα καλές συμβουλές», είπε, «πού δεν πάν ποτέ χαμένες και δεν κοστίζουν τίποτα. Μες στο 'να και στ' άλλο, τους είπα και πως ο άνθρωπος δεν πρέπει να σκορπάει ανθρώπου αίμα».
Ένα αργό ακόρντο ακούστηκε πριν την απάντηση τού μαύρου:
«Καλά έκανες. Έτσι δε θα μας μοιάσουν».
«Τουλάχιστον δε θα μοιάσουν σε μένα», είπε ο ξένος και συνέχισε σαν να σκεφτόταν μεγαλόφωνα: «Ή μοίρα μου το θέλησε να σκοτώσω, και να που τώρα πάλι μου βάζει τον σουγιά στο χέρι».
Ο μαύρος, σαν να μην τον άκουσε, παρατήρησε:
«Το φθινόπωρο μικραίνουν οι μέρες».
«'Ακόμα και μ' αυτό το φως, την κάνω τη δουλειά μου», αποκρίθηκε ο άλλος και σηκώθηκε όρθιος.
Στήθηκε μπροστά στο μαύρο και του 'πε σαν αποσταμένος:
«Άσε την κιθάρα στη μπάντα. 'Απόψε σε περιμένει άλλου είδους κοντραπούντο».
Οι δυό τους τράβηξαν για την πόρτα. Βγαίνοντας ο μαύρος μουρμούρισε:
«Μπορεί κι απόψε να τα πάω άσκημα, όπως και την πρώτη φορά».
Ο άλλος του απάντησε με σοβαρότητα:
«Την πρώτη φορά, δεν τα πήγες άσκημα. Το μόνο ήταν που ανυπομονούσες για τη δεύτερη».
Βαδίζοντας δίπλα δίπλα, ξεμάκρυναν λίγο άπ' τά σπίτια. Όλα τα σημεία του κάμπου ήταν ίδια και το φεγγάρι άστραφτε. Στη στιγμή, κοιτάχτηκαν, σταμάτησαν κι ο ξένος έβγαλε τα σπιρούνια του. Είχαν τυλίξει και τα ponchos γύρω απ' τις πήχες τους, όταν ο μαύρος είπε:
«Θέλω να σου ζητήσω ένα πράγμα πριν αρπαχτούμε. Θέλω σε τούτη εδώ την πάλη να βάλεις όλη την αποκοτιά κι όλη σου την καπατσοσύνη, όπως και σ' εκείνη την άλλη πριν εφτά χρόνια, τότε πού σκότωσες τον αδελφό μου».
Ίσως ήταν η πρώτη φορά σ' όλη την κουβέντα τους πού ο Μαρτίν Φιέρο άκουσε το μίσος. Το 'νιώσε σαν να του κέντριζαν το αίμα. Ήρθαν στα χέρια - το κοφτερό ατσάλι σημάδεψε το πρόσωπο του μαύρου.
Είναι κάποια ώρα εκεί στο σούρουπο, που θαρρείς κι ο κάμπος θέλει να πει κάτι - δεν το λέει ποτέ. Ή, πάλι, μπορεί και να το λέει αδιάκοπα κι εμείς να μην τ' ακούμε, ή τ' ακούμε σαν μια μουσική πού δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε... Απ' το κρεβάτι του, ο Ρεκαμπάρεν είδε το τέλος. Με την πρώτη επίθεση, ο μαύρος τραβήχτηκε, έχασε το βήμα του, προσποιήθηκε πώς πήγαινε για το κεφάλι και τεντώθηκε σε μια βαθιά μαχαιριά, πού τρύπησε την κοιλιά του άλλου. Ύστερα έπεσε άλλη μια, που ο μαγαζάτορας ίσα πού την είδε, κι ο Φιέρο δεν ξανασηκώθηκε. 'Ακίνητος από πάνω του, ο μαύρος έδειχνε σαν ν' αγρυπνούσε την επιθανάτια αγωνία του. Σκούπισε στο χορτάρι το ματωμένο μαχαίρι και γύρισε στα σπίτια αργοπατώντας, χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Τώρα πού είχε πάρει το δίκιο του, τώρα δεν ήταν κανένας. Ή, μάλλον, ήταν ο άλλος: δεν είχε στον ήλιο μοίρα κι είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο.

Borges Jorge Luis
Μυθοπλασίες
Μετάφραση 'Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις ύψιλον / βιβλία 1990

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

Ο Μπόρχες κι εγώ - Jorge Luis Borges



Στον άλλον, στον Μπόρχες, συμβαίνουν όλα. Εγώ, περπατώ στο Μπουένος Άιρες και σταματώ, ίσως πια μηχανικά, για να κοιτάξω  την καμάρα μιας εισόδου και την καγκελόπορτα. Νέα του Μπόρχες λαβαίνω με το ταχυδρομεί και βλέπω τ’ όνομά του σε μια τριανδρία καθηγητών ή σ’ ένα βιογραφικό λεξικό. Εμένα  μ’ αρέσουν οι κλεψύδρες, οι χάρτες, η τυπογραφία του 18ου αιώνα, η γεύση του καφέ και πεζογραφία του Στίβενσον. Ο άλλος, μοιράζεται μαζί μου αυτές τις προτιμήσεις, αλλά μ’ έναν τρόπο ματαιόδοξο που τις μετατρέπει σε καμώματα θεατρίνου. Θα ‘ταν υπερβολικό να πω  ότι οι σχέσεις μας είναι εχθρικές. Εγώ ζω, εγώ αφήνομαι να ζω, μόνο και μόνο για να μπορεί ο Μπόρχες να υφαίνει τη λογοτεχνία του, κι αυτή η λογοτεχνία με δικαιώνει. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να παραδεχτώ πως έχει γράψει μερικές αξιόλογες σελίδες, αλλά αυτές οι σελίδες δεν μπορούν να με σώσουν, ίσως γιατί το καλό δεν ανήκει πια σε κανέναν, ούτε καν στον άλλον, αλλά στη γλώσσα ή στην παράδοση. Κατά τα άλλα, εγώ είμαι καταδικασμένος να χαθώ, να χαθώ για πάντα, και μόνο κάποια στιγμή μου μπορεί να επιβιώσει στον άλλον. Λίγο λίγο,  του τα παραχωρώ όλα, κι ας ξέρω τη διεστραμμένη συνήθειά του να παραποιεί και να υπερβάλλει. Ο Σπινόζα κατάλαβε πως όλα τα πράγματα θέλουν να παραμείνουν αυτό που είναι. Η πέτρα θέλει να είναι αιωνίως πέτρα, και η τίγρη, τίγρη. Εγώ, θα παραμείνω Μπόρχες. Όχι ο εαυτός μου (αν υποτεθεί ότι είμαι κάποιος), αν και αναγνωρίζω τον εαυτό μου λιγότερο στα βιβλία του απ’ όσο στα βιβλία πολλών άλλων ή στο περίτεχνο γρατζούνισμα μιας κιθάρας. Πριν κάποια χρόνια, προσπάθησα ν’ απελευθερωθώ απ’ αυτόν, και πέρασα απ’ τις μυθολογίες των προαστίων στα παιχνίδια με το χρόνο και το άπειρο. Αυτά τα παιχνίδια, όμως, τώρα πια ανήκουν στον Μπόρχες, και θα χρειαστεί να επινοήσω άλλα. Έτσι, όλη μου η ζωή είναι μια φυγή, κι όλα τα χάνω κι όλα ανήκουν στη λήθη – ή σ’ αυτόν.
Δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας γράφει αυτή τη σελίδα.


Jorge Luis Borges
Άπαντα Πεζά
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2005

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΑΒΒΑΛΑΣ – JORGE LUIS BORGES



Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος την αποπειράται, δε θα ‘ναι η τελευταία που θ’ αποτύχει, αλλά δύο πράγματα είναι διαφορετικά στην προκειμένη περίπτωση: κατ’ αρχάς, η απόλυτη άγνοιά μου της εβραϊκής. Δεύτερον, το γεγονός ότι δεν έχω καμία πρόθεση να υπερασπιστώ τη θεωρία, αλλά τις ερμηνευτικές ή κρυπτογραφικές μεθόδους που οδηγούν σ’ αυτήν. Αυτές οι μέθοδοι, όπως είναι γνωστό, είναι η κάθετη ανάγνωση των ιερών κειμένων, η ανάγνωση βουστροφηδόν, η μεθοδική αποκατάσταση ορισμένων γραμμάτων του αλφαβήτου με άλλα, η άθροιση της αριθμητικής αξίας των γραμμάτων κ.λπ. Είναι εύκολο να σαρκάσει κανείς τέτοιες ενέργειες. Εγώ, προτιμώ να προσπαθήσω να τις καταλάβω.
Προφανώς, μακρινή της αιτία είναι η ιδέα ότι η Βίβλος πηγάζει από μια μηχανική έμπνευση. Αυτή η ιδέα, που καθιστά τους ευαγγελιστές και τους προφήτες απρόσωπους γραμματείς του Θεού που γράφουν καθ’ υπαγόρευσίν του, είναι εκπεφρασμένη, με απρόσεκτη έμφαση, στο Formula consensus helvetica, που ισχυρίζεται ότι είναι αυθεντία στα σύμφωνα της Αγίας Γραφής, ακόμα και στα σημεία στίξεως που δεν υπήρχαν στις πρώτες εκδοχές της. [Αυτή η σαφής εκπλήρωση διαμέσου του ανθρώπου των λογοτεχνικών επιδιώξεων του Θεού λέγεται έμπνευση ή ενθουσιασμός: μια λέξη, που ετυμολογείται από το «ένθους» (ένθεος).] Οι ισλαμιστές μπορούν να επαίρονται ότι έχουν ξεπεράσει αυτή την υπερβολή, αφού έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το αρχέτυπο του Κορανίου - «η μητέρα του βιβλίου» - είναι μία από τις ιδιότητες του Θεού, ισότιμη με τη φιλευσπλαχνία Του ή την οργή Του, κι ότι είναι προγενέστερη της γλώσσας της Δημιουργίας. Όπως υπάρχουν και λουθηρανοί θεολόγοι που δεν τολμούν να εντάξουν τη Γραφή μεταξύ των πλασμάτων, και την ορίζουν ως ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος.
Του Αγίου Πνεύματος: και να που βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα μυστήριο. Δεν είναι η γενική θεότητα, αλλά η τρίτη υπόσταση της θεότητας, εκείνη που υπαγόρευσε τη Βίβλο. Αυτή είναι η κοινή δοξασία: το 1625, ο Μπέικον έγραψε: «Η πένα του Αγίου Πνεύματος στάθηκε πιο πολύ στα βάσανα του Ιώβ απ’ ό,τι στις ευτυχίες του Σολομώντα»* το ίδιο και ο σύγχρονός του, Τζον Νταν: «Το Άγιο Πνεύμα είναι ένας καλλιεπής συγγραφέας, ένας συγγραφέας φιλόπονος και θυελλώδης, αλλά καθόλου φλύαρος. Το ύφος του έχει τόση απόσταση από τη λιτότητα όση κι απ’ την υπερβολή».
Είναι αδύνατον να ορίσει κανείς το Άγιο Πνεύμα και να αποσιωπήσει την τρομερή τριαδική και ενιαία κοινωνία της οποίας αποτελεί μέλος. Οι λαϊκοί Καθολικοί τη θεωρούν συσσωμάτωση απείρως ορθή, αλλά και απείρως ανιαρή. Οι «ελευθερόφρονες», έναν ανώφελο θεολογικό κέρβερο, μια δεισιδαιμονία που η εξέλιξη και η πρόοδος θ’ αναλάβουν να την καταργήσουν μια και καλή. Η Αγία Τριάδα, φυσικά, είναι υπεράνω αυτών των δηλώσεων. Αν τη φέρει κανείς απότομα στο νου του (έναν πατέρα, έναν υιό κι ένα στοιχειό συναρθρωμένα σε έναν και μοναδικό οργανισμό), θα του φανεί σαν περίπτωση διανοητικής τερατολογίας. Ένα έκτρωμα, που μόνο μ’ έναν εφιάλτη μπορεί να συγκριθεί. Έτσι πιστεύω εγώ, αλλά τολμώ και να ισχυριστώ πως κάθε αντικείμενο του οποίου αγνοούμε το σκοπό, είναι κατ’ αρχάς τερατώδες. Αυτή η γενική παρατήρηση περιπλέκεται από το μυστήριο του έργου που επιτελεί το εν λόγω αντικείμενο.
Αν την αποσυνδέσουμε από την έννοια της λύτρωσης, η διάκριση των τριών προσώπων σε ένα δεν μπορεί παρά να φαίνεται αυθαίρετη. Αν τη θεωρήσουμε ως αναγκαιότητα της πίστεως, το θεμελιώδες μυστήριό της μπορεί μεν να παραμένει άλυτο, αλλά τουλάχιστον μας επιτρέπει να διαβλέψουμε την πρόθεση και τη λειτουργία της. Καταλαβαίνουμε πως, αν απαρνηθούμε την Αγία Τριάδα – ή, έστω, τη Δυάδα –, αυτό θα υποβίβαζε τον Ιησού σε ευκαιριακό απεσταλμένο του Κυρίου, ένα επεισόδιο της Ιστορίας, και όχι τον άφθαρτο, αιώνιο αποδέκτη της ευλαβείας μας. Αν ο Υιός δεν είναι και ο Πατήρ, τότε η λύτρωση δεν είναι άμεσο θείο έργο. Αν δεν είναι αιώνιος, τότε ούτε η θυσία του εξανθρωπισμού και του θανάτου του στο σταυρό είναι αιώνια. «Δε χρειάστηκε παρά μια άπειρη τελειότητα για να λυτρωθεί μια ψυχή που ήταν χαμένη για άπειρο χρόνο» διακήρυξε πανηγυρικά ο Τζέρεμι Τέιλορ. Έτσι μπορεί να δικαιωθεί το δόγμα, έστω και αν οι έννοιες της γενετής του Υιού από τον Πατέρα και της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος από αμφοτέρους προϋποθέτουν αιρετικά μια προτεραιότητα, κι ας παραβλέψουμε το ότι είναι ένοχες για το ότι δεν αποτελούν παρά καθαρές μεταφορές. Η θεολογία, που επιμένει να τις διακρίνει, αποφαίνεται πως δεν υπάρχει κανένας λόγος σύγχυσης, δεδομένου ότι, στην πρώτη περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι ο Υιός, σε δε δεύτερη, το Άγιο Πνεύμα. Αιώνια γένεση του Υιού, αιώνια εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος – αυτή είναι η εξαίσια λύση του Ειρηναίου: επινόηση μιας πράξης εκτός χρόνου, ενός ακρωτηριασμένου zeitloses Zeitwort, που μπορούμε να απορρίψουμε ή να το λατρέψουμε, αλλά όχι να το αμφισβητήσουμε. Η Κόλαση είναι μια καθαρά σωματική βία, αλλά τα τρία αξεδιάλυτα πρόσωπα συνιστούν μια διανοητική φρίκη, ένα αποπνικτικό, εικονικό άπειρο, όπως αυτό που σχηματίζουν δύο αντιμέτωποι καθρέφτες. Ο Δάντης θέλησε να τα παραστήσει με επάλληλους διαφανείς κύκλους διαφορετικών χρωμάτων. Ο Νταν, με μπλεγμένα, παχιά και αξεδιάλυτα φίδια. «Toto coruscat Trinitas mysterio» έγραψε ο άγιος Παυλίνος. «Η Αγία Τριάδα ακτινοβολεί εν πλήρει μυστηρίω».
Αν ο Υιός είναι η συμφιλίωση του Θεού με τον Κόσμο, τότε το Άγιο Πνεύμα – αρχή της αγιοποίησης, κατά τον Αθανάσιο. Ένας άγγελος όπως όλοι οι άλλοι, κατά τον Μακεδόνιο – δεν μπορεί να επιδεχθεί καλύτερο ορισμό από αυτόν της οικείωσης του Θεού μ’ εμάς, της διαρκούς παρουσίας Του εντός μας. (Για τους σοκινιανούς – και φοβάμαι πως είχαν απόλυτο δίκιο –, δεν ήταν παρά μια προσωποποιημένη διατύπωση, μια μεταφορά για τις θείες δραστηριότητες που, στη συνέχεια, έτυχε επεξεργασίας μέχρις ιλίγγου). Είτε πρόκειται για απλό συντακτικό σχήμα είτε όχι, φαίνεται πως αυτό το τρίτο, τυφλό πρόσωπο της περιπεπλεγμένης Τριάδας είναι ο αναγνωρισμένος συγγραφέας των Γραφών. Ο Γκίμπον, σ’ εκείνο το κεφάλαιο του έργου του πραγματεύεται το ισλάμ, περιλαμβάνει έναν γενικό κατάλογο των δημοσιεύσεων του Αγίου Πνεύματος, ο αριθμός των οποίων – κατά συντηρητική εκτίμηση – υπερβαίνει το εκατό. Εμένα, όμως, αυτό που μ’ ενδιαφέρει τώρα είναι η Γένεσις: ύλη της καββάλας.
Οι καββαλιστές, όπως σήμερα και πολλοί χριστιανοί, πίστευαν στη θειότητα αυτής της ιστορίας, στην ηθελημένη σύνταξή της από μιαν άπειρη διάνοια. Οι συνέπειες αυτού του αξιώματος είναι πολλαπλές. Η επιπόλαιη διεκπεραίωση ενός τρέχοντος κειμένου, π.χ. ενός εφήμερου δημοσιογραφικού άρθρου, προϋποθέτει μια ικανή ποσότητα τύχης. Ενημερώνουν – θεωρώντας το δεδομένο – για ένα γεγονός: πληροφορούν ότι η πάντα ασυνήθιστη χθεσινή επίθεση έλαβε χώρα σ’ αυτόν το δρόμο, σ’ αυτή τη διασταύρωση, την τάδε ώρα. Η διατύπωση δε δεσμεύει κανέναν και περιορίζεται στο να μας υποδείξει το τάδε μέρος όπου μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες. Σε κάτι τέτοιες οδηγίες, η έκταση και η ακουστική των παραγράφων είναι κατ’ ανάγκην τυχαίες. Το αντίθετο ισχύει στην ποίηση: ο νόμος που τη διέπει είναι η υποταγή του νοήματος στις ανάγκες (ή τις δεισιδαιμονίες) της ευφωνίας. Στην ποίηση, το τυχαίο δεν είναι ο ήχος, αλλά αυτό που σημαίνει. Βλέπε τον πρώιμο Τένισον, τον Βερλέν και τον ύστερο Σουίνμπερν, που προσηλώνονται αποκλειστικά στην έκφραση γενικών καταστάσεων μέσα από τις πλούσιες περιπέτειες της προσωδίας τους. Ας θεωρήσουμε τώρα έναν τρίτο τύπο συγγραφέα: τον διανοούμενο. Ο οποίος, είτε γράφει πρόζα (Βαλερί, Ντε Κουίνσι) είτε στίχους, δεν έχει βέβαια αποσκορακίσει το τυχαίο, αλλά έχει αρνηθεί κατά το δυνατόν και περιορίσει την αστάθμητη σύμπραξή του. Προσεγγίζει αμυδρά τον Κύριο, για τον οποίο η θολή έννοια του τυχαίου δεν έχει καμία σημασία. Τον Κύριο, τον τελειοποιημένο Θεό των θεολόγων, ο οποίος γνωρίζει διαμιάς – uno intelligendi actu – όχι μόνο όλα τα γεγονότα αυτού του υπερπλήρους κόσμου, αλλά και αυτά που θα μπορούσε να έχουν συμβεί στη θέση τους αν άλλαζε το πιο ανεπαίσθητο απ’ αυτά, ακόμα και τα αδύνατον να συμβούν.
Ας φανταστούμε τώρα αυτή την αστρική διάνοια να θέλει να εκδηλωθεί όχι με δυναστείες, με θεομηνίες ή με πουλιά, αλλά με γραπτά. Ας φανταστούμε επίσης, σύμφωνα με την προ-αυγουστινιανή θεωρία της λεκτικής έμπνευσης, ότι ο Θεός υπαγορεύει, λέξη προς λέξη, αυτό που προτίθεται να πει**. Αυτή η βάση συλλογισμού (η ίδια την οποία χρησιμοποίησαν οι καββαλιστές) καθιστά τη Γραφή ένα απόλυτο κείμενο, όπου η συμβολή του τυχαίου αγγίζει το μηδέν. Αυτή και μόνο η σύλληψη είναι κάτι πιο θαυμαστό απ’ όλα όσα καταγράφουν οι σελίδες του. Ένα βιβλίο που είναι απρόσβλητο από το ενδεχόμενο, που είναι ένας μηχανισμός απείρων προθέσεων, αλάνθαστων παραλλαγών, αλλεπάλληλων επιφωτίσεων, συνεχών αποκαλύψεων που ενεδρεύουν, πως να μην το εξονυχίσεις ως το παράλογο, ως την αριθμητική απεραντολογία, όπως το έκανε η καββάλα;

1931


________________
* Ακολουθώ τη λατινική εκδοχή: «diffusius tractavit Jobi afflictiones». Στα αγγλικά, η διατύπωση του είναι ευτυχέστερη: «hath laboured more».
** Ο Ωριγένης απέδωσε τρεις σημασίες στα λόγια της Γραφής: την ιστορική, την ηθική και τη μυστικιστική, που αντιστοιχούν στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα που συγκροτούν τον άνθρωπο. Ο Ιωάννης Σκότος Εριγένης, έναν άπειρο αριθμό σημασιών, σαν τους ιριδισμούς στα φτερά του παγωνιού.



JORGE LUIS BORGES
ΔΟΚΙΜΙΑ
(Από τη συλλογή Συζήτηση – 1932)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΊΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 2007

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΛΑΧΕΙΟ ΣΤΗ ΒΑΒΥΛΩΝΑ - Jorge Luis Borges


Όπως όλοι οι άνδρες της Βαβυλώνας, έχω χρηματίσει, ανθύπατος. Όπως όλοι σκλάβος. Έχω όπως όλοι γνωρίσει την παντοδυναμία, την καταισχύνη, τα κάτεργα. Κοιτάξτε: απ’ το δεξί μου χέρι λείπει ο δείκτης. Κοιτάξτε: μέσα από τούτη τη σχισμή του μανδύα μου φαίνεται ένα κινναβάρινο σημάδι στο στομάχι μου: είναι το δεύτερο σύμβολο, το Beth. Το γράμμα αυτό, τις νύχτες με πανσέληνο, μου δίνει εξουσία πάνω σ’ όσους έχουν για σημάδι τους το Ghimel, με υποτάσσει όμως σ’ εκείνους με το γράμμα Aleph, που τις αφέγγαρες νύχτες οφείλουν υπακοή στους Ghimel. Στο φως της χαραυγής, σ’ ένα κελάρι, έχω τραχηλίσει ιερούς ταύρους, μπροστά σε μια μαύρη πέτρα. Για ένα ολόκληρο σεληνιακό έτος, έχω κηρυχθεί αόρατος. Φώναζα και δε μου αποκρίνονταν, έκλεβα ψωμί και δε μου παίρναν το κεφάλι. Έχω γνωρίσει αυτό που αγνοούν οι Έλληνες: την αβεβαιότητα. Σε μια μπρούντζινη αίθουσα, μπροστά στο σιωπηλό μαντίλι του στραγγαλιστή, μου στάθηκε πιστή η ελπίδα. Στον ποταμό των απολαύσεων, ο πανικός. Ο Ηρακλείδης ο Ποντικός αναφέρει με θαυμασμό πως ο Πυθαγόρας θυμόταν να ‘χει υπάρξει ως Πύρρος, και πρωτύτερα ως Εύφορβος, και πρωτύτερα ως κάποιος άλλος θνητός. Για να θυμηθώ ανάλογες μεταλλαγές, δεν έχω ανάγκη να προστρέξω ούτε στο θάνατο ούτε στη μαγγανεία.
Αυτή τη σχεδόν αποτρόπαιη ποικιλία την οφείλω σ’ ένα θεσμό, που άλλες πολιτείες αγνοούν ή που μπορεί σ’ αυτές να λειτουργεί μ’ έναν τρόπο ατελή και μυστικό: το Λαχείο. Δεν έχω αναδιφήσει την ιστορία του. Ξέρω για τους ισχυρούς σκοπούς του ό,τι ξέρει και για τη σελήνη ένας που δεν έχει διατρίψει στην αστρολογία. Έρχομαι από μια ιλιγγιώδη χώρα, όπου το Λαχείο αποτελεί βασικό μέρος της πραγματικότητας: ως τώρα, το σκεφτόμουν τόσο σπάνια, όσο και τα καμώματα των ανεξερεύνητων θεών ή την ίδια την καρδιά μου. Σήμερα, μακριά απ’ τη Βαβυλώνα και τ’ αγαπημένα μου έθιμά της, φέρνω με κάποιο δέος στο νου μου το Λαχείο και τις βλάσφημες εικασίες που μουρμουρίζουν μες στο σούρουπο οι πεπλοφόροι.
Ο πατέρας μου έλεγε πως παλιά (μιλούσε για χρόνια: για αιώνες) το Λαχείο στη Βαβυλώνα ήταν παιχνίδι των πληβείων. Έλεγε (δεν ξέρω αν είναι αλήθεια) πως οι κουρείς, για μερικά χάλκινα νομίσματα, σου ‘διναν κάτι τετράγωνα από κόκκαλο ή περγαμηνή, με ζωγραφισμένα σύμβολα. Η κλήρωση γινόταν μέρα μεσημέρι. Οι ευνοημένοι κέρδιζαν, χωρίς να χρειάζεται άλλη συνδρομή της τύχης, ασημένια κέρματα. Όπως βλέπετε, το σύστημα ήταν στοιχειώδες.
Δεν είναι λοιπόν παράξενο που τα «Λαχεία» αυτά απέτυχαν. Η ηθική αξία τους ήταν μηδαμινή. Δεν απευθύνονταν σ’ όλες τις δυνατότητες των ανθρώπων: αποκλειστικά και μόνο στην ελπίδα τους. Προς της γενικής αδιαφορίας, οι έμποροι που είχαν ιδρύσει αυτά τα αργυρώνητα Λαχεία άρχισαν να χάνουν χρήματα. Κάποιος εισηγήθηκε μια καινοτομία: την παρείσφρυση μερικών άτυχων λαχνών στον πίνακα των τυχερών αριθμών. Χάρη σ’ αυτή την καινοτομία, οι αγοραστές των αριθμημένων τετραγώνων είχαν διπλή πιθανότητα: να κερδίσουν ένα ποσό ή να πληρώσουν ένα πρόστιμο, που πολλές φορές δεν ήταν ευκαταφρόνητο. Αυτός ο ελαφρός κίνδυνος (σε κάθε τριάντα τυχερούς αριθμούς αναλογούσε ένας μοιραίος) προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, το ενδιαφέρον του κοινού. Οι Βαβυλώνιοι ρίχτηκαν στο παιχνίδι. Όποιον δεν αγόραζε λαχνούς τον έλεγαν λιπόψυχο, φοβιτσιάρη. Με τον καιρό, αυτή η δικαιολογημένη καταφρόνια πήρε διττή μορφή: περιφρονούσαν και αυτόν που δεν έπαιζε και τους χαμένους που πλήρωναν το πρόστιμο. Η Εταιρεία (έτσι άρχισαν τότε να τη λένε) κατακρατούσε τα κέρδη και δεν πλήρωνε τους τυχερούς, αν δεν είχε εισπράξει το σύνολο περίπου των προστίμων. Περνούσε τους χαμένους από δίκη: ο κριτής τους καταδίκαζε να πληρώσουν το αρχικό πρόστιμο και τα έξοδα, αλλιώς φυλακίζονταν για μερικές μέρες. Όλοι προτιμούσαν τη φυλακή για να εξαπατήσουν την Εταιρεία. Αυτή η παλικαριά μιας φούχτας ανθρώπων γέννησε την παντοδυναμία της Εταιρείας: την εκκλησιαστική, μεταφυσική εξουσία της.
Λίγο καιρό αργότερα, τα ποσά των προστίμων εξαφανίστηκαν από τους πίνακες των κληρώσεων και τη θέση τους πήραν οι μέρες φυλάκισης που επέσυρε κάθε άτυχος λαχνός. Αυτή η οικονομία, που τότε πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, είχε κολοσσιαία σημασία. Ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκαν στο Λαχείο στοιχεία μη χρηματικά. Η επιτυχία ήταν τεράστια. Παρακινημένη από τους παίκτες, η Εταιρεία υποχρεώθηκε να αυξήσει τους άτυχους αριθμούς.
Όλοι ξέρουν πως οι Βαβυλώνιοι είναι παθιασμένοι με τη λογική, καθώς και με τη συμμετρία. Τους φαινόταν ανακόλουθο οι τυχεροί αριθμοί να εξαργυρώνονται σε στρόγγυλα νομίσματα και οι άλλοι σε μερόνυχτα φυλακής. Κάποιοι ηθικολόγοι διακήρυσσαν πως η κατοχή νομισμάτων δε φέρνει πάντα την ευτυχία και πως υπάρχουν άλλες μορφές της, πιο άμεσες.
Άλλου είδους ανησυχία πλανιόταν στις φτωχογειτονιές. Τα μέλη του Ιερατείου πολλαπλασίαζαν τα στοιχήματα και γεύονταν όλες τις εναλλαγές του τρόμου και της ελπίδας. Οι φτωχοί (με μια ζήλια δικαιολογημένη ή αναπόφευκτη) ένιωθαν ξεκομμένοι απ’ αυτό το πασίδηλα απολαυστικό πάρε-δώσε. Το δίκαιο αίτημα να συμμετέχουν όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, με ίσους όρους στο Λαχείο, οδήγησε σε μια αγανακτισμένη εξέγερση, που η θύμησή της δεν έχει ξεθωριάσει με τα χρόνια. Μερικοί στενοκέφαλοι δεν κατάλαβαν (ή έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν) ότι επρόκειτο για μια νέα τάξη, για ένα αναγκαίο ιστορικό στάδιο… Ένας σκλάβος έκλεψε έναν πορφυρό λαχνό και κληρώθηκε να του κάψουν τη γλώσσα. Όμως ο κώδικας προέβλεπε την ίδια ποινή για τους κλέφτες των λαχνών. Μερικοί Βαβυλώνιοι ήταν της γνώμης ότι, αν του ανθρώπου αυτού του άξιζε το καυτό σίδερο, ήταν με την ιδιότητά του ως κλέφτη. Άλλοι, πιο μεγαλόψυχοι, πως ο δήμιος έπρεπε να δράσει, γιατί έτσι το θέλησε η τύχη… Έτσι, ξεκίνησε μια εποχή ταραχών και αξιοθρήνητων αιματοχυσιών. Στο τέλος ο λαός της Βαβυλώνας επέβαλε το θέλημά του, παρά την αντίσταση των πλουσίων, και πέτυχε όλους τους φιλόδοξους στόχους του. Πρώτα πρώτα, κατόρθωσε να πάρει η Εταιρεία όλη την κρατική εξουσία στα χέρια της. (Η συγκέντρωση αυτή ήταν απαραίτητη, εξαιτίας του τεράστιου εύρους και της πολυπλοκότητας των νέων λειτουργιών). Κατά δεύτερο λόγο το Λαχείο να γίνει μυστικό, δωρεάν για όλους. Η μαύρη αγορά των λαχνών πατάχθηκε απ’ τη ρίζα. Κάθε ελεύθερος άνθρωπος, που είχε μυηθεί στα μυστήρια του Βελ, συμμετείχε αυτομάτως στις ιερές κληρώσεις, που γίνονταν στους λαβυρίνθους του Θεού κάθε εξήντα νύχτες και καθόριζαν την τύχη του ως την επόμενη φορά. Οι συνέπειες ήταν ανυπολόγιστες. Μια ευνοϊκή κλήρωση μπορούσε να σημαίνει μια προαγωγή από συμβούλιο των μάγων, τη φυλάκιση ενός (δημόσιου ή ιδιωτικού) εχθρού ή την ανακάλυψη, μέσα στο γαλήνιο σκοτάδι της κάμαρας, εκείνης της γυναίκας που έχει αρχίσει πια να μας στοιχειώνει και που δεν ελπίζαμε ποτέ να ξαναδούμε. Μια άτυχη κλήρωση μπορούσε να επιφέρει ακρωτηριασμό, ατίμωση μ’ όλους τους τρόπους, θάνατο. Καμιά φορά, μια και μόνη πράξη – η συρφετώδης δολοφονία του Γ, η μυστηριώδης αποθέωση του Β – κληρωνόταν από μια ομάδα τριάντα σαράντα λαχνών. Ο συνδυασμός των κληρώσεων δεν ήταν εύκολος. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε πως τα μέλη της Εταιρείας ήταν (και είναι) παντοδύναμοι και πανούργοι. Σε πολλές περιπτώσεις, η επίγνωση πως κάποιες ευτυχίες δεν ήταν παρά προϊόντα της τύχης τους αποδυνάμωνε. Για να παρακάμψουν αυτό το εμπόδιο, οι πράκτορες της Εταιρείας προσέφυγαν στην υποβολή και στη μαγεία. Τα βήματά τους, οι χειρισμοί τους γίνονταν πια στα μυστικά. Διέθεταν αστρολόγους και κατάσκοπους για να γνωρίζουν τις κρυφές ελπίδες και τους κρυφούς τρόμους του καθένα. Υπήρχαν κάτι πέτρινα λιοντάρια, υπήρχε ένα ιερό αποχωρητήριο που το λέγαν Qaphqa, υπήρχαν κάτι ρωγμές σ’ ένα κονισαλέο υδραγωγείο που, όπως πίστευε όλος ο κόσμος, έβγαζαν στην Εταιρεία. Σ’ αυτά τα μέρη, οι μοχθηροί ή οι καλοθελητές άφηναν καταγγελίες. Οι λίγο ή πολύ αξιόπιστες πληροφορίες κατέληγαν σ’ ένα αλφαβητικό αρχείο.

Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, τα παράπονα δεν έλειψαν. Με τη γνωστή της διακριτικότητα, η Εταιρεία δεν απάντησε αμέσως. Προτίμησε να χαράξει πάνω στον ερειπωμένο τοίχο ενός εργοστασίου προσωπείων μια σύντομη δήλωση, που σήμερα είναι καταχωρισμένη στα ιερά βιβλία. Το δογματικό αυτό κείμενο αποφαινόταν πως το Λαχείο είναι μια παρεμβολή της τύχης στην τάξη του κόσμου και πως η παραδοχή σφαλμάτων δεν αντικρούει την τύχη: την επιβεβαιώνει. Έλεγε ακόμα πως όλα αυτά τα λιοντάρια και το ιερό δοχείο, παρόλο που δεν τα ‘χε απαγορέψει η Εταιρεία (και, επομένως, διατηρούσε το δικαίωμα να τα συμβουλεύεται), λειτουργούσαν χωρίς επίσημη άδεια.
Η δήλωση αυτή καταλάγιασε τις ανησυχίες του κόσμου. Είχε όμως κι άλλα αποτελέσματα, που ίσως ο συντάκτης τους δεν είχε προβλέψει. Άλλαξε ριζικά τους τρόπους σκέπτεσθαι και ενεργείν της Εταιρείας. Δε μου μένει πολύς χρόνος. Μας ειδοποίησαν πως το καράβι θα σηκώσει πανιά όπου να ‘ναι. Θα κάνω όμως μια προσπάθεια να εξηγήσω στα γρήγορα.
Όσο απίθανο κι αν φαίνεται, κανείς ως τότε δεν είχε επιχειρήσει να διατυπώσει μια γενική θεωρία των παιγνίων. Οι Βαβυλώνιοι δεν είναι πολύ θεωρητικοί. Δέχονται τα κελεύσματα της τύχης, της εμπιστεύονται τη ζωή τους, την ελπίδα τους, τον πανικό τους τρόμο, δεν τους περνά όμως ποτέ απ’ το μυαλό να ανιχνεύσουν τους λαβυρινθώδεις νόμους της, ούτε τις περιστρεφόμενες σφαίρες που την αποκαλύπτουν. Είναι ευνόητο ότι η ημιεπίσημη δήλωση που ανέφερα πιο πάνω ενέπνευσε πλείστες συζητήσεις νομικομαθηματικού χαρακτήρα, μια απ’ τις οποίες οδήγησε στην εξής υπόθεση: Αν το Λαχείο είναι μια επίταση της τύχης, μια περιοδική έγχυση του χάους στον κόσμο, δε θα ‘ταν σωστό ν’ αφήναμε την τύχη να καθορίζει όλα τα στάδια της κλήρωσης κι όχι μόνο ένα; Δεν είναι γελοίο ν’ αποφασίζει η τύχη το θάνατο κάποιου, κι όλες οι περιστάσεις του θανάτου του – αν θα εκτελεστεί μυστικά ή δημόσια, σε μια ώρα ή σ’ έναν αιώνα – να μην καθορίζονται απ’ την τύχη; Αυτοί οι τόσο δίκαιοι προβληματισμοί επέφεραν τελικά σημαντικές αλλαγές. Η εφαρμογή τους εδώ κι έναν αιώνα επιδείνωσε την αρχική τους πολυπλοκότητα, έτσι που, σήμερα, δεν τις καταλαβαίνουν παρά μόνο οι ειδικοί. Θα προσπαθήσω να τις συνοψίσω, έστω και συμβολικά.
Ας υποθέσουμε ότι γίνεται μια κλήρωση, που εντέλλεται το θάνατο ενός ανθρώπου. Για να υλοποιηθεί η εντολή, διεξάγεται δεύτερη κλήρωση, που προτείνει (ας πούμε) εννέα εκτελεστές. Απ’ αυτούς τους εκτελεστές, τέσσερις μπορούν να διεξαγάγουν μια τρίτη κλήρωση, που θα βγάλει το όνομα του δήμιου, δυο μπορούν ν’ αλλάξουν τον δυσμενή κλήρο μ’ έναν ευτυχή (την ανακάλυψη ενός θησαυρού, ας πούμε), ένας άλλος μπορεί να επιβαρύνει ακόμα πιο πολύ το θάνατο (να τον εκχυδαϊσει, λόγου χάρη, ή να τον εμπλουτίσει με βασανιστήρια), άλλοι μπορούν να αρνηθούν να εκτελέσουν την εντολή… Αυτό είναι ένα συμβολικό σχήμα. Στην πράξη, ο αριθμός των κληρώσεων είναι άπειρος. Καμιά απόφαση δεν είναι τελική, όλες διακλαδώνονται σε άλλες. Οι αστοιχείωτοι θεωρούν πως οι άπειρες κληρώσεις απαιτούν άπειρο χρόνο. Στην πραγματικότητα, αρκεί ο χρόνος να είναι απείρως διαιρετός, όπως μας διδάσκει η ξακουστή παραβολή της Κούρσας με τη Χελώνα. Αυτό το άπειρον συμφωνεί αξιοθαύμαστα με τους ελικοειδείς αριθμούς της Τύχης και το Επουράνιο Αρχέτυπο του Λαχείου, που λατρεύουν οι πλατωνικοί… θαρρώ πως ένας παραμορφωμένος απόηχος των ιεροτελεστιών μας έχει φτάσει ως τον Τίβερη: ο Αίλιος Λαμπρίδιος, στο έργο του Βίος Αντωνίνου Ηλιογάβαλου, αναφέρει πως αυτός ο αυτοκράτορας έγραφε πάνω σε στρείδια την τύχη που επιφύλασσε στους καλεσμένους του: ο ένας κέρδιζε δέκα πουγγιά χρυσάφι, ο άλλος δέκα μύγες, δέκα βερβερίτσες, δέκα αρκούδες. (Αξίζει να θυμηθούμε πως ο Ηλιογάβαλος ανατράφηκε στη Μικρά Ασία, απ’ τους ιερείς του ομώνυμου θεού).
Υπάρχουν ακόμα απρόσωπες κληρώσεις, ακαθόριστου σκοπού: ένας κλήρος έλεγε να ρίξουν ένα ζαφείρι απ’ την Ταπροβάνη στο νερό του Ευφράτη. Ένας άλλος να αφήσουν ένα πουλί απ’ την κορφή ενός πύργου. Ένας άλλος να παίρνουν (ή να προσθέτουν) έναν κόκκο άμμο απ’ την ακρογιαλιά μια φορά κάθε αιώνα. Κάπου κάπου, οι συνέπειες είναι φοβερές.
Κάτω απ’ την ευεργετική επιρροή της Εταιρείας, τα ήθη μας έχουν εμποτιστεί απ’ την τύχη. Ο αγοραστής δέκα αμφορέων με δαμασκηνό κρασί δεν θα εκπλαγεί αν βρει μέσα σ’ έναν απ’ αυτούς ένα φυλαχτό ή μια οχιά. Ο γραφιάς που συντάσσει ένα συμβόλαιο δεν παραλείπει σχεδόν ποτέ να παρεισαγάγει κάποιο λάθος. Ακόμα κι εγώ ο ίδιος, σ’ αυτή τη βιαστική εξιστόρηση, κάποιο μεγαλείο, κάποια θηριωδία θα ‘χω διαστρεβλώσει. Ίσως ακόμα και κάποια μυστηριώδη μονοτονία… Οι ιστορικοί μας, που είναι οι πιο οξυδερκείς της οικουμένης, έχουν επινοήσει μια μέθοδο να ρυθμίζουν την τύχη. Είναι πασίγνωστο πως οι εφαρμογές αυτής της μεθόδου είναι (κατά κανόνα) αξιόπιστες. Φυσικά δεν ανακοινώνονται δημοσίως χωρίς μια κάποια δόση πλαστότητας. Κατά τα λοιπά, τίποτα δεν είναι πιο πορωμένο απ’ τη μυθοπλασία όσο η ιστορία της Εταιρείας… Το παλαιογραφικό εύρημα ενός ναού μπορεί να είναι έργο μιας πλήρωσης χτεσινής – ή προαιώνιας. Δεν επιδίδεται βιβλίο που να μην έχει κάποια διαφορά από αντίτυπο σε αντίτυπο. Οι γραφιάδες δίνουν μυστικό όρκο να παραλείπουν, να παρεισάγουν, να παραλλάσσουν. Καλλιεργείται, επίσης, το πλάγιο ψεύδος.
Η Εταιρεία, με μια θεία μετριοφροσύνη, αποφεύγει κάθε δημοσιότητα. Όπως είναι φυσικό, οι πράκτορές της είναι μυστικοί. Οι διαταγές που εκδίδονται ή μια πίσω απ’ την άλλη – σχεδόν ασταμάτητα – δεν έχουν καμία διαφορά απ’ αυτές που μοιράζουν απλόχερα οι απατεώνες. Στο κάτω κάτω, ποιος μπορεί να καυχηθεί πως είναι μόνο απατεώνας; Ο μεθύστακας που αυτοσχεδιάζει μια παράλογη εντολή, ο ονειρευτής που πετάγεται στον ύπνο του και στραγγαλίζει με τα χέρια του τη γυναίκα που κοιμάται πλάι του μήπως εκτελούν μια μυστική απόφαση της Εταιρείας; Αυτή η σιωπηλή λειτουργία, που μοιάζει μ’ εκείνη του Θεού, μπορεί να προκαλέσει κάθε είδους υποθέσεις. Μια απ’ αυτές κάνει τον αποτρόπαιο υπαινιγμό πως η Εταιρεία έχει πάψει να υπάρχει εδώ και αιώνες, πως η ιερή αταξία της ζωής μας είναι πέρα για πέρα κληρονομική, παραδοσιακή. Μια άλλη, αντίθετα, θέλει την Εταιρεία αιώνια και κηρύσσει πως θα ζει μέχρι την τελευταία νύχτα, που ο τελευταίος θεός θα σβήσει τον κόσμο. Μια άλλη δηλώνει πως η Εταιρεία είναι παντοδύναμη, αλλά ασκεί την εξουσία της μόνο πάνω σε μικροσκοπικά πράγματα: στο κελάηδισμα ενός πουλιού, στις αποχρώσεις της σκουριάς και της σκόνης, στα όνειρα που βλέπουμε την αυγή, μισόξυπνοι. Μια άλλη, δια στόματος προσωπιδοφόρων αιρεσιαρχών, πως η Εταιρεία δεν υπήρξε κι ούτε θα υπάρξει ποτέ. Μια άλλη, εξίσου απαίσια, πως είναι αδιάφορο αν δέχεσαι ή αρνείσαι την ύπαρξη αυτού του ζοφερού σωματείου, γιατί η Βαβυλώνα δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα άπειρο παιχνίδι της τύχης.


Jorge Luis Borges
Μυθοπλασίες
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία 1990

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Kubla Khan - Samuel Taylor Coleridge // ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΟΟΥΛΡΙΤΖ – ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ


Kubla Khan - Samuel Taylor Coleridge

In Xanadu did KubIa Khan
A stately pleasure dome decree:
Where Alph, the sacred river, ran
Through caverns measureless to man
Down to a sunless sea.
So twice five miles of fertile ground
With walls and towers were girdled round:
And there were gardens bright with sinuous rills,
Where blossomed many an incense-bearing tree;
And here were forests ancient as the hills,
Enfolding sunny spots of greenery.

But oh! that deep romantic chasm which slanted
Down the green hill athwart a cedarn cover!
A savage place! as holy and enchanted
As e'er beneath a waning moon was haunted
By woman wailing for her demon lover!
And from this chasm, with ceaseless turmoil seething,
As if this earth in fast thick pants were breathing,
A mighty fountain momently was forced:
Amid whose swift half-intermitted burst
Huge fragments vaulted like rebounding hail,
Or chafly grain beneath the thresher's flail:
And `mid these dancing rocks at once and ever
It flung up momently the sacred river.
Five miles meandering with a mazy motion
Through wood and dale the sacred river ran,
Then reached the caverns measureless to man,
And sank in tumult to a lifeless ocean:
And `mid this tumult KubIa heard from far
Ancestral voices prophesying war!
The shadow of the dome of pleasure
Floated midway on the waves;
Where was heard the mingled measure
From the fountain and the caves.
It was a miracle of rare device,
A sunny pleasure dome with caves of ice!

A damsel with a dulcimer
In a vision once I saw:
It was an Abyssinian maid,
And on her dulcimer she played,
Singing of Mount Abora.
Could I revive within me
Her symphony and song,
To such a deep delight `twould win me,
That with music loud and long,
I would build that dome in air,
That sunny dome! those caves of ice!
And all who heard should see them there,
And all should cry, Beware! Beware!
His flashing eyes, his floating hair!
Weave a circle round him thrice,
And close your eyes with holy dread,
For he on honeydew hath fed,
And drunk the milk of Paradise.



ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΟΟΥΛΡΙΤΖ – ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ

Το λυρικό απόσπασμα Κουμπλάι Χαν (πάνω από πενήντα ομοιοκατάληκτοι και ελεύθεροι στίχοι εξαίσιας προσωδίας) το ονειρεύτηκε ο άγγλος ποιητής Σάμιουελ Τέιλορ Κόουλριτζ, μια μέρα του καλοκαιριού του 1797. Ο Κόουλριτζ γράφει πως είχε αποσυρθεί σ' ένα αγρόκτημα, στα περίχωρα του Έξμορ. Μια αδιαθεσία τον υποχρέωσε να πάρει ένα υπνωτικό. Ο ύπνος τον πήρε μόλις είχε τελειώσει την ανάγνωση μιας περικοπής του Πέρτσας, που αναφέρεται στην ανέγερση ενός παλατιού απ' τον Κουμπλάι Χαν, τον αυτοκράτορα που έγινε ξακουστός στη Δύση χάρη στον Μάρκο Πόλο. Μέσα στον ύπνο του Κόουλριτζ, το τυχαία διαβασμένο κείμενο άρχισε να βλασταίνει και να πολλαπλασιάζεται. Κοιμώμενος, «είδε» μια σειρά εικόνες και, πολύ απλά τις λέξεις που εξέφραζαν αυτές τις εικόνες. Σε λίγες ώρες, ξύπνησε, με τη βεβαιότητα ότι είχε συνθέσει ή δεχθεί ένα ποίημα περίπου τριακοσίων στίχων. Με μια ανεπανάληπτη διαύγεια, τους θυμήθηκε κι έπιασε να μεταγράφει το απόσπασμα που διασώζεται στα έργα του. Μια αναπάντεχη επίσκεψη τον διέκοψε, κι από κείνη τη στιγμή, στάθηκε αδύνατον να θυμηθεί τη συνέχεια. «Δεν ήταν και μικρή η έκπληξη, μα και η απόγνωση που ένιωσα» διηγείται ο Κόουλριτζ, «όταν ανακάλυψα πως μπορεί να συγκρατούσα αμυδρά τη γενική μορφή του οράματος, αλλά όλα τα υπόλοιπα, εκτός από οκτώ-δέκα σκόρπιους στίχους, είχαν εξαφανιστεί, όπως οι εικόνες στην επιφάνεια ενός ποταμού όταν πετάμε μια πέτρα, αλλά, φευ!, χωρίς να ξαναγυρίσουν όπως εκείνες». Ο Σουίνμπερν θεώρησε το απόσπασμα που διασώθηκε ως το υψηλότερο δείγμα της μουσικότητας της αγγλικής γλώσσας, και πρόσθεσε πως, όποιος κατόρθωνε να το αναλύσει, θα ήταν (η μεταφορά είναι του Τζον Κιτς) σαν να ξέπλεκε ένα ουράνιο τόξο(379). Οι μεταφράσεις και οι αναλύσεις ποιημάτων που θεμελιώδης αρετή τους είναι η μουσικότητα, είναι μάταιες και μπορεί να αποβούν ολέθριες. Ας αρκεστούμε να θυμόμαστε, προς το παρόν, ότι ο Κόουλριτζ δέχτηκε εν ονείρω μια σελίδα αναμφισβήτητου μεγαλείου.
Η περίπτωση όσο εξαιρετική κι αν είναι, δεν είναι μοναδική. Στην ψυχολογική μελέτη του The World of Dreams(380), ο Χάβελοκ Έλις την εξομοίωσε με εκείνην του βιολονίστα και συνθέτη Τζουζέπε Ταρτίνι, που ονειρεύτηκε ότι ο Διάβολος (ο σκλάβος του) έπαιζε στο βιολί μια υπέροχη σονάτα. Όταν ξύπνησε, ο ονειρευτής ανέσυρε απ' την ατελή του ανάμνηση το Trillo del Diavolo(381). Ένα άλλο κλασικό παράδειγμα υποσυνείδητης εγκεφαλικής εργασίας είναι εκείνο του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, στον οποίο ένα όνειρο (όπως αναφέρει ο ίδιος στο «A Chapter on Dreams»)(382) του προμήθευσε το θέμα του «Ολάλα», κι ένα άλλο όνειρο, το 1884, το θέμα του Τζέκιλ και Χάιντ(383). Ο Ταρτίνι θέλησε να αποτυπώσει «εν εγρηγόρσει» τη μουσική ενός ονείρου. Ο Στίβενσον πήρε απ' τα όνειρά του θέματα, δηλαδή γενικές μορφές. Εγγύτερη στη λεκτική έμπνευση του Κόουλριτζ είναι εκείνη που ο Βέδας ο Αιδέσιμος αποδίδει στον Κέιντμον (Historia ecclesiastica gentis Anglorum IV,24)(384). Συνέβη στα τέλη του 7ου αιώνα, στη μισθοφορική και πολεμοχαρή Αγγλία των σαξόνων βασιλέων. Ο Κέιντμον ήταν ένας άξεστος τσοπάνος που τον είχαν πάρει τα χρόνια. Μια νύχτα, έφυγε άρον άρον από μια γιορτή, προβλέποντας ότι θα 'ρχόταν η σειρά του για την άρπα, και ξέροντας ότι δεν μπορούσε να τραγουδήσει. Έπεσε να κοιμηθεί σ' ένα στάβλο, ανάμεσα στ' άλογα, και κάποιος μες στον ύπνο του τον φώναξε με τ' όνομά του(385) και τον πρόσταξε να τραγουδήσει. Ο Κέιντμον αποκρίθηκε πως δεν ήξερε να τραγουδάει, μα ο άλλος του είπε: «Τραγούδησε τη δημιουργία του κόσμου». Τότε ο Κέιντμον πρόφερε στίχους που δεν τους είχε ξανακούσει ποτέ. Δεν τους ξέχασε όταν ξύπνησε, και μπόρεσε να τους επαναλάβει μπροστά στους μοναχούς του κοντινού μοναστηριού του Χιλντ. Δεν έμαθε ποτέ του να διαβάζει, αλλά οι καλόγεροι του εξηγούσαν ιστορίες από την Αγία Γραφή, κι εκείνος, «μηρυκάζοντας σαν ζωντανό, τις μεταμόρφωνε σε γλυκόηχους στίχους, κι έτσι τραγούδησε τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, κι όλη την ιστορία της Γένεσης και την έξοδο των τέκνων του Ισραήλ και την είσοδό τους στη Γη της Επαγγελίας, και τόσα άλλα απ' τις Γραφές, και την ενσάρκωση, τα Πάθη, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Κυρίου, και τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος, και την επιφοίτηση των αποστόλων, κι ακόμα, την τρομάρα της Δευτέρας Παρουσίας, τη φρίκη και τα βάσανα της Κόλασης, τις γλυκάδες του Παράδεισου, τις χάριτες και του Θεού τις κρίσεις». Ο Κέιντμον ήταν ο πρώτος ιερός ποιητής του αγγλικού έθνους. «κανείς δεν μπόρεσε να τον φτάσει» λέει ο Βέδας, «γιατί δεν ήταν των ανθρώπων μαθητής, μα του Θεού». Λίγα χρόνια αργότερα, προφήτεψε την ώρα του θανάτου του και τον περίμενε στον ύπνο του. Ας ελπίσουμε πως ξαναβρήκε τον άγγελό του.

Εκ πρώτης όψεως, το όνειρο του Κόουλριτζ διατρέχει τον κίνδυνο να φανεί λιγότερο εκπληκτικό από εκείνο του προδρόμου του. Το Κουμπλάι Χαν είναι μια σύνθεση αξιοθαύμαστη, ενώ οι εννέα στίχοι του ύμνου που ονειρεύτηκε ο Κέιντμον, δεν παρουσιάζουν καμία άλλη αρετή πέρα απ την ονειρική καταγωγή τους. Ωστόσο, ο Κόουλριτζ ήταν ήδη ποιητής, ενώ ο Κέιντμον είδε να του αποκαλύπτεται ο προορισμός του. Υπάρχει, πάντως, ένα στοιχείο μεταγενέστερο, που μεγεθύνει ως το απίστευτο το θαύμα του ονείρου μέσα στο οποίο γεννήθηκε το Κουμπλάι Χαν. Αν αυτό το στοιχείο αληθεύει, τότε η ιστορία του ονείρου του Κόουλριτζ προηγείται κατά πολλούς αιώνες του Κόουλριτζ, κι ακόμα δεν έχει πάρει τέλος.
Ο ποιητής είδε τ' όνειρό του το 1797 (κατ' άλλους το 1798) και δημοσίευσε την ιστορία του ονείρου το 1816, εν είδει σχολίου ή επεξηγήσεων του ημιτελούς ποιήματος. Είκοσι χρόνια αργότερα, εκδόθηκε στο Παρίσι, αποσπασματικά, η πρώτη δυτική μετάφραση μιας από τις τόσες Παγκόσμιες Ιστορίες τις οποίες διαθέτει η πλούσια περσική λογοτεχνία, η Επιτομή Ιστοριών του Ρασίντ ελ Ντιν, που χρονολογείται από τον 14ο αιώνα. Εκεί, λοιπόν, διαβάζουμε: «Ανατολικά του Σανγκ-του, ο Κουμπλάι Χαν έχτισε ένα παλάτι, πάνω σ' ένα σχέδιο που 'χε δει στ' όνειρό του και το φύλαγε στη μνήμη του». Το κομμάτι αυτό το έγραψε ο βεζίρης του Μαχμούτ Χαζάν, ενός απόγονου του Κουμπλάι Χαν.
Ένας μογγόλος αυτοκράτορας, τον 13ο αιώνα, ονειρεύεται ένα παλάτι και το χτίζει σύμφωνα με το όραμά του. Τον 18ο αιώνα, ένας άγγλος ποιητής, που αποκλείεται να ήξερε πως αυτό το οικοδόμημα είχε βγει μέσα από ένα όνειρο, ονειρεύεται ένα ποίημα για το παλάτι. Μπροστά σ' αυτή τη συμμετρία, που λειτουργεί μέσα απ' τις ψυχές κοιμωμένων και αγκαλιάζει ηπείρους και αιώνες, θαρρώ πως οι αναλήψεις, οι αναστάσεις κι οι αποκαλύψεις των ιερών βιβλίων δεν είναι τίποτα – ή σχεδόν τίποτα.
Ποια εξήγηση να διαλέξει κανείς; Όσοι απορρίπτουν εκ προοιμίου το υπερφυσικό (κι εγώ προσπαθώ πάντα ν' ανήκω σ' αυτή την ομάδα), θα πουν πως η ιστορία των δύο ονείρων είναι μια σύμπτωση, ένα σκαρίφημα της τύχης, όπως τα σχήματα των λιονταριών και των αλόγων που παίρνουν καμιά φορά τα σύννεφα. Άλλοι θα υποστηρίξουν πως ο ποιητής έμαθε, με κάποιο τρόπο, ότι ο αυτοκράτορας είχε ονειρευτεί το παλάτι του, και καμώθηκε πως το 'χε δει στ' όνειρό του, προκειμένου να φτιάξει έναν υπέροχο μύθο που θα κάλυπτε ή θα δικαιολογούσε τα τυχόν μειονεκτήματα αυτής της κολοβής ραψωδίας*. Η εκδοχή αυτή δεν είναι απίθανη, αλλά μας υποχρεώνει να υποθέσουμε, αυθαίρετα, την ύπαρξη ενός κειμένου το οποίο αγνοούν οι σινολόγοι, και στο οποίο ο Κόουλριτζ θα μπορούσε να 'χει διαβάσει, πριν από το 1816, το όνειρο του Κουμπλάι**. Πιο μαγευτικές είναι οι εικασίες που ξεπερνούν τη λογική. Που επιτρέπουν, λ.χ., να υποθέσεις πως η ψυχή του αυτοκράτορα, όταν καταστράφηκε το παλάτι, διείσδυσε στην ψυχή του Κόουλριτζ, ώστε αυτός να το ξαναχτίσει με λόγια, που αντέχουν πιο πολύ στο χρόνο από τα μάρμαρα και τα μέταλλα.
Το πρώτο όνειρο πλούτισε την πραγματικότητα μ' ένα παλάτι. Το δεύτερο, πέντε αιώνες αργότερα, μ' ενα ποιήμα (ή την αρχή ενός ποιήματος) που του το είχε εμπνεύσει το ίδιο παλάτι. Η ομοιότητα των δύο ονείρων αφήνει να διαφανεί ένας μυστικός σκοπός. Το τεράστιο χρονικό διάλειμμα αποκαλύπτει έναν υπεράνθρωπο εκτελεστή. Το να θελήσεις ν' αποκρυπτογραφήσεις τις προθέσεις αυτού του αθάνατου ή αιωνόβιου όντος μπορεί να 'ναι ριψοκίνδυνο ή και ανώφελο, αλλά τίποτα δε σ' εμποδίζει να υποψιάζεσαι πως δεν έχει ακόμα εκπληρώσει το σκοπό του. Το 1691, ο ιησουίτης Ζερμπιγιόν βεβαίωσε πως μόνο ερείπια έχουν απομείνει απ' το παλάτι του Κουμπλάι Χαν. Ξέρουμε επίσης πως από το ποίημα έχουν διασωθεί μετά βίας πενήντα στίχοι. Τα στοιχεία αυτά μας επιτρέπουν να φανταζόμαστε πως η σειρά ονείρων και έργων δεν έχει ακόμα τελειώσει. Ο πρώτος ονειρευτής είδε στον ύπνο του το όραμα του παλατιού και το έχτισε. Ο δεύτερος, που αγνοούσε το όνειρο του προηγούμενου, ένα ποίημα για το ίδιο παλάτι. Αν το σχήμα αυτό επαληθεύεται, δεν αποκλείεται, μια μελλοντική νύχτα απ' την οποία μας χωρίζουν αιώνες, ένας αναγνώστης του Κουμπλάι Χαν να ονειρευτεί το ίδιο όνειρο, να μην υποψιαστεί πως και άλλοι το ονειρεύτηκαν, και να του δώσει τη μορφή ενός γλυπτού ή μιας μουσικής. Ίσως η σειρά των ονείρων δεν έχει τέλος. Ίσως η κλείδα της είναι στο τελευταίο όνειρο.
Τώρα που έχω γράψει τα προηγούμενα, διαβλέπω – ή νομίζω ότι διαβλέπω – άλλη μια εξήγηση. Ίσως ένα αρχέτυπο, που δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί στους ανθρώπους, ένα αιώνιο αντικείμενο (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Ουάιτχεντ)(386) εισδύει αργά αργά στον κόσμο. Η πρώτη του εκδήλωση ήταν το παλάτι. Η δεύτερη, το ποίημα. Όποιος τις συνέκρινε, θα 'βλεπε πως είναι κατά βάσιν ίδιες.


______________________
379.«Philoshophy will clip an angel's wings, / conquer all mysteries by rule and line, / empty the haunted air, and gnomed mine - / unweave a rainbow...» («Lamia», β' μέρος, στ. 234-237).
380.Ο κόσμος των ονείρων (1911).
381. Κοντσέρτο για βιολί και μπάσο κοντίνουο σε φα, op. 1
382.«Περί ονείρων»: όγδοο κείμενο της συλλογής Across the Plains [Διασχίζοντας τις πεδιάδες (1892)]
383.Πλήρης τίτλος: Η παράξενη περίπτωση του Δρος Τζέκιλ και του Κυρίου Χάιντ [The Strange Case of Dr. Jekyll and Mr. Hyde (1885)]
384.Εκκλησιαστική Ιστορία των Άγγλων (731). ο Μπόρχες πάντως, παραθέτει όλη την ιστορία με το όνειρο του Κέιντμον στο Βιβλίο των ονείρων.
385.«Η φωνή που άκουγε ο βοσκός στο βουνό...» [«Πράγματα» (Το χρυσάφι των τίγρεων)]
386.«Κατά τον Ουάιτχεντ, οι μορφές αυτές [του Πλάτωνα], που ο Ουάιτχεντ τις ονομάζει “αιώνια αντικείμενα”, εισδύουν στο χρόνο και στο χώρο. Αυτές οι αέναες, συνδυασμένες εισδύσεις διαμορφώνουν την πραγματικότητα». [«Παρουσίαση του βιβλίου Modes of Thoight του Α. Ν. Ουάιτχεντ» (περιοδ. «El Hogar», 24.3.1939)]

______________________
*Στις αρχές του 19ου αιώνα, ή στα τέλη του 18ου, το Κουμπλάι Χαν θα φαινόταν στους αναγνώστες με κλασική παιδεία πολύ πιο αλλοπρόσαλλο απ' ό,τι σε μας, σήμερα. Το 1884, ο πρώτος βιογράφος του Κόουλριτζ, ο Τρέιλ, μπορούσε ακόμα να γράφει: «Το εξωφρενικό ονειρικό ποίημα Κουμπλάι Χαν δεν είναι παρά ένα ψυχολογικό αξιοπερίεργο».
**Βλ. Τζον Λίβινγκστον Λόουζ: The Road to Xanadu, 1927, σσ. 358, 585.


ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
ΔΟΚΙΜΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ, ΣΧΟΛΙΑ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 2007


Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο Μανδραγόρας – Jorge Luis Borges


Όπως το Μπόρομετζ, έτσι και το φυτό, που είναι γνωστό σαν Μανδραγόρας, προσεγγίζει το ζωικό βασίλειο, αφού βγάζει μια κραυγή, όταν το ξεριζώνουν. Η κραυγή αυτή μπορεί να τρελάνει όσους την ακούσουν. Στο Σαίξπηρ διαβάζουμε (Ρωμαίος και Ιουλιέτα IV, 3)*:

Οι στριγγλιές σαν το ξερίζωμα
του μανδραγόρα, που όσοι ακούν τρελαίνονται...

Το φυτό αυτό ο Πυθαγόρας το ονόμαζε ανθρωπομορφικό, ο Ρωμαίος γεωπόνος Λούκιος Κολουμέλλα το ονόμαζε ημιανθρώπινο κι ο Αλμπέρτος Μάγκνους έγραψε ότι ο Μανδραγόρας μοιάζει με τον άνθρωπο ακόμη και στη διάκριση των φύλων. Ο Πλίνιος είχε πει πιο πριν ότι ο άσπρος Μανδραγόρας είναι το αρσενικό κι ο μαύρος το θηλυκό. Επίσης, ότι εκείνοι που τον ξεριζώνουν, πρώτα χαράζουν τρεις κύκλους στο έδαφος μ' ένα σπαθί κοιτάζοντας προς τη δύση. Η μυρωδιά των φύλλων του είναι τόσο δυνατή, που μπορεί να στερήσει στους ανθρώπους τη μιλιά τους. Το να τον ξεριζώσει κανείς σήμαινε ότι ριψοκινδυνεύει τρομερές συμφορές. Ο Φλάβιος Ιώσηπος στο τελευταίο βιβλίο της Ιστορίας των Εβραϊκών Πολέμων, μας συμβουλεύει να χρησιμοποιούμε ένα γυμνασμένο σκυλί. Το σκυλί πεθαίνει μόλις ξεριζωθεί το φυτό, αλλά τα φύλλα του είναι χρήσιμα σαν ναρκωτικό ή καθαρτικό και κάνουν για τους σκοπούς της μαγείας.
Η υποτιθέμενη ανθρώπινη μορφή του Μανδραγόρα έχει εμπνεύσει τη δεισιδαιμονία: λέγεται ότι φυτρώνει κάτω απ' τις αγχόνες. Ο Σερ Τόμας Μπράουν (Pseudodoxia Epidemica, 1646) μιλάει για το λίπος των κρεμασμένων. Ο κάποτε δημοφιλής Γερμανός συγγραφέας Χανς Χάιντζ Έβερς έγραψε ένα μυθιστόρημα (Alraune, 1913) με θέμα το σπέρμα ενός κρεμασμένου που εισάγεται σε μια πόρνη, που γεννά μια ωραία μάγισσα. Ο Μανδραγόρας στα γερμανικά λέγεται Alraune, παλιότερα λεγόταν Alruna, μια λέξη που προέρχεται απ' το «rune», που σημαίνει «ψίθυρος» ή «βούισμα». Από δω (σύμφωνα με το Σκητ) κι η σημασία «μυστήριο... γραφή, γιατί οι γραμμένοι χαρακτήρες θεωρούνταν μυστήριο, που το γνώριζαν λίγοι». Ίσως πιο απλά η ιδέα ενός ορατού σημείου στη θέση κάποιου ήχου να προκαλούσε σύγχυση στο μυαλό των Βορείων κι εδώ να βρίσκεται το μυστήριο.

Στη Γένεση (Λ', 14-17) περιέχεται η παράξενη αυτή αφήγηση για την αναπαραγωγική δύναμη του Μανδραγόρα:

Επορεύθη δε Ρουβήν εν ημέρα θερισμού πυρών και εύρε μήλα μανδραγορών εν τω αγρώ και ήνεγκεν αυτά προς Λείαν την μητέρα αυτού. Είπε δε Ραχήλ Λεία τη αδελφή αυτής. Δος μοι των μανδραγορών του υιού σου. Είπε δε Λεία, ουκ ικανόν σοι ότι έλαβες τον άνδρα μου, μη και τους μανδραγόρας του υιού μου λήψη; Είπε δε Ραχήλ: ουχ ούτως. Κοιμηθήτω μετά σου την νύκτα ταύτην αντί των μανδραγορών του υιού σου. Εισήλθεν δε Ιακώβ εξ αγρού εσπέρας και εξήλθε Λεία εις συνάντησιν αυτώ και είπε: προς εμέ εισελεύση σήμερον. Μεμίσθωμαι γαρ σε αντί των μανδραγορών του υιού μου. Και εκοιμήθη μετ' αυτής την νύκτα εκείνην. Και επήκουσεν ο Θεός Λείας και συλλαβούσα έτεκεν τω Ιακώβ υιόν πέμπτον.

Τον δωδέκατο αιώνα ένας Γερμανοεβραίος σχολιαστής του Ταλμούδ έγραψε αυτήν την παράγραφο:

Το ζώο το γνωστό ως yadu' a είναι δεμένο απ' τον αφαλό μ' ένα είδος σχοινιού που βγαίνει από μια ρίζα χωμένη στο έδαφος και μοιάζει με κολοκύθι ή πεπόνι. Το yadu' a είναι, όμως, απ' όλες τις απόψεις σαν άνθρωπος: πρόσωπο, σώμα, χέρια και πόδια. Ξεριζώνει και καταστρέφει τα πάντα γύρω του, όσο φτάνει το σχοινί. Το σχοινί θα πρέπει να κοπεί με βέλος και το ζώο τότε πεθαίνει.

Ο γιατρός Διοσκουρίδης (δεύτερος αιώνας μ.Χ.) ταύτισε τον Μανδραγόρα με την κιρκεία ή βότανο της Κίρκης για το οποίο διαβάζουμε στο Ι της Οδύσσειας**:

Η ρίζα του κατάμαυρη, το λούλουδο σα γάλα
Μώλυ το λέν' οι αθάνατοι, και δεν το ξεριζώνει
άνθρωπος εύκολα. Οι θεοί όμως μπορούν τα πάντα.


_____________________
*Σ.τ.Μ.: σε μετάφραση Β. Ρώτα

**Σ.τ.Μ.: σε μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη



Jorge Luis Borges
Με συνεργασία Μαργαρίτας Γκουερέρο
Το βιβλίο των φανταστικών όντων
Μετάφραση Γιώργος Βέης
Εκδόσεις LIBRO 1983

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΑ ΚΥΚΛΙΚΑ ΕΡΕΙΠΙΑ – ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ



And if he left off dreaming about you...
Through the Looking-Glass, IV
Κανένας δεν τον είδε όταν ξεμπάρκαρε μέσα στην κατασκότεινη νύχτα, κανένας δεν είδε το κανό από μπαμπού που χωνόταν στην ιερή λάσπη, μα, λίγες μέρες αργότερα, όλοι ήξεραν ότι ο σιωπηλός άνθρωπος ερχόταν από τα νότια κι ότι η πατρίδα του ήταν ένα από τ' αμέτρητα χωριά που βρίσκονται προς τις πηγές του ποταμού, στην απότομη πλαγιά του βουνού, εκεί όπου η γλώσσα ζενδ δεν έχει διαβρωθεί από τα ελληνικά και σπανίζει η λέπρα. Το βέβαιο είναι ότι ο μουντός εκείνος άνθρωπος φίλησε τη λάσπη, σκαρφάλωσε στην όχθη χωρίς να παραμερίσει (ίσως χωρίς να αισθανθεί) τα κοφτερά χαμόδεντρα που του πλήγωναν τη σάρκα και γλίστρησε, ζαλισμένος και ματωμένος, ως τον κυκλικό περίβολο που πάνω του δεσπόζει ένα πέτρινο άλογο ή τίγρη και που, κάποτε, είχε το χρώμα της φωτιάς και τώρα το χρώμα της στάχτης. Αυτός ο κύκλος είναι κάποιος ναός που κατασπαράχτηκε, παλιά, από τις πυρκαγιές και τον βεβήλωσε το βαλτωμένο δάσος, και που το θεό του δεν τον τιμούνε πια οι άνθρωποι. Ο ξένος ξάπλωσε κάτω απ' το βάθρο. Τον ξύπνησε ο ήλιος ψηλά. Σιγουρεύτηκε, χωρίς να παραξενευτεί, πως οι πληγές του είχαν γιατρευτεί. Έκλεισε τα ξεθωριασμένα του μάτια και κοιμήθηκε, όχι γιατί δεν άντεχε το σώμα του, αλλά γιατί έτσι είχε αποφασίσει. Ήξερε ότι εκείνος ο ναός ήταν ο τόπος που ζητούσε ο ακατανίκητος σκοπός του. Ήξερε ότι τα πυκνά δέντρα δεν μπορούσαν να στραγγαλίσουν τα ερείπια ενός άλλου ναού, στην κάτω μεριά του ποταμού, ενός ναού κάποιων θεών που κάηκαν και πέθαναν κι εκείνοι. Ήξερε ότι αυτό που έβιαζε ήταν ο ύπνος. Γύρω στα μεσάνυχτα τον ξύπνησε η απαρηγόρητη στριγγιά ενός πουλιού. Χνάρια από ξυπόλυτα ποδάρια, λίγα σύκα, ένα σταμνί τον έκαμαν να καταλάβει πως οι άνθρωποι της περιοχής είχαν παραφυλάξει με σεβασμό τον ύπνο του και ζητούσαν την προστασία του ή με σεβασμό τον ύπνο του και ζητούσαν την προστασία του ή φοβόντουσαν τα μάγια του. Ένιωσε το σύγκρυο του φόβου, έψαξε στα γκρεμισμένα τείχη την κόγχη ενός κενοτάφιου και σκεπάστηκε με κάτι παράξενα φύλλα.
Ο σκοπός του, αν και υπερφυσικός, δεν ήταν κάτι το ανέφικτο. Ήθελε να ονειρευτεί έναν άνθρωπο: ήθελε να τον ονειρευτεί ολόκληρο, με κάθε λεπτομέρεια και να τον μεταφέρει στην πραγματικότητα. Αυτός ο μαγικός σκοπός είχε γεμίσει ολόκληρο το χώρο της ψυχής του. Αν κανείς τον ρωτούσε τ' όνομά του ή κάτι χαρακτηριστικό από την περασμένη του ζωή, δε θα κατάφερνε ν' απαντήσει. Ο εγκαταλειμμένος και γκρεμισμένος ναός του ταίριαζε, γιατί ήταν κάτι το ελάχιστο του ορατού κόσμου, κι ακόμη τον βόλευε το ότι ήταν κοντά οι ξυλοκόποι, γιατί είχαν αναλάβει να καλύπτουν τις μηδαμινές ανάγκες του. Το ρύζι και τα φρούτα των προσφορών τους ήταν αρκετή τροφή για το κορμί του, που το 'χε τάξει σ' ένα μοναχά σκοπό. Τον ύπνο και το όνειρο.
Στην αρχή τα όνειρά του ήταν ασυνάρτητα. Λίγο μετά έγιναν διαλεκτικής φύσης. Ο ξένος ονειρευόταν τον εαυτό του στο κέντρο ενός κυκλικού αμφιθεάτρου που, κατά κάποιον τρόπο, ήταν ο καμένος ναός. Σύννεφα σιωπηλοί μαθητές βάραιναν τις κερκίδες. Τα πρόσωπα των πιο μακρινών απ' αυτούς κρέμονταν πολλούς αιώνες μακριά, σε αστρικά ύψη. Τα χαρακτηριστικά τους όμως ξεχώριζαν ολοκάθαρα. Ο άνθρωπος τους δίδασκε ανατομία, κοσμογραφία, μαγεία: εκείνοι άκουγαν αχόρταγα και προσπαθούσαν να απαντήσουν έξυπνα, σαν να μάντευαν τη σημασία αυτής της εξέτασης, που θα ελευθέρωνε κάποιον απ' αυτούς από τη φύση του φάσματος, παρεμβάλοντάς τον στον πραγματικό κόσμο. Ο άνθρωπος, όσο ήταν ξυπνητός αλλά και όταν ήταν κοιμισμένος, μελετούσε τις απαντήσεις των φαντασμάτων του, χωρίς ν' αφήνει να τον ξεγελάσουν με πονηριές και μάντευε μες στην αμηχανία τους μια διαρκώς αυξανόμενη νοημοσύνη. Έψαχνε μια ψυχή που θ' άξιζε να μπει μέσα στον κόσμο.
Εννιά δέκα νύχτες αργότερα, κατάλαβε με κάποια πίκρα πως τίποτα δεν μπορούσε να περιμένει από τους μαθητές του που δέχονταν παθητικά το μάθημά του, ούτε ακόμα κι από κείνους που, καμιά φορά, αποτολμούσαν κάποια λογική αντιλογία. Οι πρώτοι, αν και αξιαγάπητοι και καλοπροαίρετοι, δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν τέλεια άτομα. Όσο για τους άλλους, μόλις που προϋπήρχαν κάπως περισσότερο. Ένα απόγευμα (τώρα και τ' απογεύματα ήταν στην κυριαρχία του ύπνου, τώρα δεν έμενε ξύπνιος παρά για δυο τρεις ώρες τα χαράματα) σχόλασε για πάντα το μεγάλο φανταστικό σχολείο του κι έμεινε μ' έναν μόνο μαθητή. Ήταν ένα σιωπηλό κιτρινιάρικο παιδί, δύστροπο μερικές φορές, με όψη κοφτερή όπως εκείνου που τ' ονειρευόταν. Γι' αρκετό καιρό, δεν το ανησυχούσε η απότομη εξαφάνιση των συμμαθητών του. Μετά από λίγα ιδιαίτερα μαθήματα, η πρόοδός του έκανε το δάσκαλο να εκπλαγεί. Όμως η καταστροφή δεν άργησε. Ο άνθρωπος, ξυπνώντας μια μέρα από τον ύπνο του, σαν μέσα από μια παχύρευστη έρημο, μέσα στο άδειο φως του απογεύματος που μπερδεύτηκε ξαφνικά με την αυγή, κατάλαβε ότι δεν είχε ονειρευτεί. Όλη κείνη τη νύχτα κι όλη τη μέρα τον περιτύλιγε η ανυπόφορη λάμψη της αγρύπνιας. Ήθελε να εξερευνήσει το δάσος, να εξαντληθεί. Μα ίσα ίσα που πρόλαβε μέσα σε θάμνους κώνειου κάτι ριπίσματα αδύναμου ύπνου, διανθισμένα με φευγαλέα, άχρηστα, συνηθισμένα όνειρα. Του 'ρθε να ξανασυγκεντρώσει την τάξη του, μα μόλις που πρόλαβε να συλλαβίσει δυό τρεις υποθήκες και οι μορφές παραμορφώθηκαν κι έσβησαν. Στην απέραντη σχεδόν αγρύπνια του, δάκρυα οργής του πυρπολούσαν τα γερασμένα του μάτια.
Κατάλαβε πως το ν' αποφασίσει κανείς να μορφοποιήσει τη συγκεχυμένη και ιλιγγιώδη ύλη του ονείρου είναι το πιο δύσκολο πράγμα με το οποίο μπορεί να καταπιαστεί, έστω κι αν μπορέσει να διεισδύσει σ' όλα τα αινίγματα της ανώτατης και της κατώτατης τάξης πραγμάτων: πιο δύσκολο απ' το να πλέξεις από άμμο ένα σκοινί, ή να αποτυπώσεις σε νόμισμα τη μορφή του άμορφου ανέμου. Κατάλαβε πως, στην αρχή, μια αποτυχία ήταν αναπόφευκτη. Υποσχέθηκε στον εαυτό του να ξεχάσει την τεράστια παραίσθηση που τον έκαμε να χάσει στην αρχή το δρόμο του κι έψαξε άλλη μέθοδο εργασίας. Πριν να τη δοκιμάσει, αφιερώθηκε ένα μήνα στην ανανέωση των δυνάμεων που του 'χε αντλήσει το παραλήρημα. Άφησε κατά μέρος κάθε λογής προετοιμασία να ονειρευτεί και, αμέσως σχεδόν, κατάφερε να κοιμάται ένα λογικό διάστημα κάθε μέρα. Τις σπάνιες φορές που ονειρεύτηκε στην περίοδο αυτή, δεν έδωσε προσοχή στα όνειρά του. Για να ξαναπιάσει δουλειά, περίμενε να γιομίσει ολότελα ο δίσκος του φεγγαριού. Το απόγευμα έκανε λουτρό καθαρμού στα νερά του ποταμού, δεήθηκε στους αστρικούς θεούς, πρόφερε τις μυστικές συλλαβές ενός κραταιού ονόματος και κοιμήθηκε. Σχεδόν αμέσως, ονειρεύτηκε μια παλλόμενη καρδιά.
Την ονειρεύτηκε ζωντανή, θερμή, μυστική, στο μέγεθος γροθιάς, με χρώμα πορφυρό μες στο μισόφωτο ενός ανθρώπινου σώματος που ακόμα δεν είχε ούτε φύλο, ούτε πρόσωπο. Την ονειρεύτηκε δεκτέσσερις λαμπερές νύχτες, προσέχοντας στοργικά την κάθε λεπτομέρεια. Και, κάθε νύχτα, την έβλεπε καθαρότερα. Δεν την άγγιζε, μονάχα βεβαιωνόταν για την παρουσία της, τη μελετούσε και τη διόρθωνε με το βλέμμα. Την ένιωθε, τη ζούσε από διαφορετικές αποστάσεις, απο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Τη δέκατη τέταρτη νύχτα ακούμπησε απαλά με το δείχτη του χεριού την πνευμονική αρτηρία κι ύστερα ολόκληρη την καρδιά, από έξω και από μέσα. Η εξέταση τον ικανοποίησε. Μια νύχτα, επιτηδες δεν ονειρεύτηκε. Μετά, ξαναπήρε την καρδιά, επικαλέστηκε το όνομα ενός πλανήτη κι άρχισε να ονειρεύεται άλλα βασικά μέλη του σώματος. Σε λιγότεο από ένα χρόνο έφτασε στο σκελετό, στα βλέφαρα. Τα αναρίθμητα μαλλιά ήταν ίσως η πιο δύσκολη δουλειά. Ονειρεύτηκε έναν ολόκληρο άνθρωπο, ένα παλικάρι, που όμως δε σηκωνόταν, δε μιλούσε, ούτε μπορούσε ν' ανοίξει τα μάτια του. Νύχτα τη νύχτα τον ονειρευόταν κοιμισμένο.
Στις γνωστικές κοσμογονίες, οι δημιουργοί πλάθουν έναν κοκκινωπό Αδάμ που δεν μπορεί να σηκωθεί. Τόσο χοντροφτιαγμένος και πρωτόγονος όπως κι εκείνος ο χωμάτινος Αδάμ, ήταν και ο Αδάμ του ονείρου που έφτιαξαν οι νύχτες του μάγου. Ένα απόγευμα, κατέστρεψε σχεδόν ολόκληρο το έργο του αλλα μετάνιωσε. (Θα 'ταν καλύτερα γι' αυτόν να το 'χε καταστρέψει). Έχοντας εξαντλήσει τις επικλήσεις του στις θεότητες της γης και του ποταμού, έπεσε στα πόδια του ειδώλου, που ήταν πουλάρι ίσως ή τίγρη, και ζήτησε βοήθεια από την άγνωστη δύναμή του. Τα χαράματα ονειρεύτηκε το άγαλμα. Το ονειρεύτηκε ολοζώντανο, να σπαρταρά: δεν ήταν μια φοβερή διασταύρωση τίγρης και αλόγου αλλά, ταυτόχρονα, και τα δύο άγρια όντα μαζί, και μαζί ταύρος, τριαντάφυλλο και καταιγίδα. Αυτή η πολλαπλή θεότητα του αποκάλυψε ότι το γήινο όνομά της ήταν Πυρ κι ότι στον κυκλικό αυτό ναό (και σ' άλλους ανάλογους) της έκαμαν θυσίες και τη λάτρεψαν και ότι, με τρόπο μαγικό, θα έδινε ζωή στο πλάσμα του ονείρου του έτσι που όλοι (εκτός από αυτόν τον ίδιο που το ονειρεύτηκε κι εκτός από την ίδια τη φωτιά) να τον περνούν για άνθρωπο από σάρκα και οστά. Πρόσταξε να τον στείλει να μαθητέψει στις τελετές που γίνονταν στα χαλάσματα του άλλου ναού, εκείνου που οι πυραμίδες του ορθώνονταν στην κάτω μεριά του ποταμού, για να υπάρχει σ' εκείνο το ερειπωμένο κτίριο μια φωνή να την δοξάζει. Μέσα στο όνειρό του, το πλάσμα που ονειρευόταν ξύπνησε.
Ο μάγος εκτέλεσε τις εντολές. Όρισε μια προθεσμία (που τελικά διάρκεσε δυό χρόνια) για να αποκαλύψει στο παιδί τα μυστικά του κόσμου και τη λατρεία της φωτιάς. Μέσα του τον πονούσε να το αποχωριστεί. Και με το πρόσχημα της παιδαγωγικής αναγκαιότητας, παράτεινε μέρα τη μέρα τις ώρες που αφιέρωνε στον ύπνο. Ακόμα, ξανάφτιαξε λιγάκι το δεξί ώμο που του φαινόταν κάπως ατελής. Μερικές φορές τον ανησυχούσε κάποια εντύπωση πως όλα αυτά είχαν ξαναγίνει... Γενικά όμως, οι μέρες του ήταν ευτυχισμένες. Όταν έκλεινε τα μάτια του, σκεφτόταν: Τώρα θα βρεθώ με τον γιο μου. Ή, πιο σπάνια: Ο γιος που γέννησα με περιμένει και δεν υπάρχει αν δεν βρίσκομαι μαζί του.
Σιγά σιγά, άρχιζε να τον συνηθίζει στην πραγματικότητα. Κάποτε τον διάταξε να στήσει μια σημαία σε μια μακρινή κορφή. Την άλλη μέρα, η σημαία ανέμιζε απάνω στην κορφή. Δοκίμασε κι άλλα ανάλογα πειράματα, κάθε φορά και πιο παράτολμα. Με πίκρα πια κατάλαβε ότι ο γιος του ήταν έτοιμος κι ότι ίσως μάλιστα ν' αδημονούσε να γεννηθεί. Κείνη τη νύχτα τον φίλησε για πρώτη φορά και τον έστειλε στον άλλο ναό, στα ερείπια που ασπρίζαν στην κάτω μεριά του ποταμού, μετά από λεύγες βάλτους και δάσος πυκνό. Προηγουμένως όμως (για να μην καταλάβει ποτέ πως ήταν πλάσμα ονείρου και να θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο σαν τους άλλους) του εμφυσά την απόλυτη λήθη του χρόνου και της μαθητείας του.
Τη νίκη και την ηρεμία του κηλίδωνε η ανία. Τα δειλινά και τα χαράματα, προσκυνούσε την πέτρινη μορφή και φανταζόταν ότι ο ονειρικός του γιος τελούσε παρόμοιες τελετές, σε άλλα κυκλικά ερείπια, στην κάτω μεριά του ποταμού. Τη νύχτα δεν ονειρευόταν ή ονειρευόταν όπως όλος ο κόσμος. Αντιλαμβανόταν τους ήχους και τις μορφές του σύμπαντος κάπως άτονα: γιατί ο γιος του, μακριά, τρεφόταν απ' αυτές τις ελαττώσεις της ψυχής του. Ο σκοπός της ζωής του είχε ολοκληρωθεί. Παράμενε σ' ένα είδος έκστασης. Ύστερα από καιρό, που άλλοι αφηγητές της ιστορίας του προτιμούν να τον υπολογίζουν σε χρόνια και άλλοι σε πενταετίες, τον ξύπνησαν μες στα μεσάνυχτα δυό κωπηλάτες. Δεν μπόρεσε να δει τα πρόσωπά τους, αλλά του μίλησαν για κάποιο μάγο, σ' ένα ναό στα βόρεια, που μπορούσε να περπατάει στη φωτιά, χωρίς να καίγεται. Ο μάγος θυμήθηκε ξαφνικά τα λόγια του Θεού. Θυμήθηκε πως, από όλα τα όντα του σύμπαντος, μονάχα η φωτιά ήξερε πως ο γιος του ήταν φάντασμα. Αυτή η ανάμνηση, που τον ηρεμούσε στην αρχή, τώρα τον τυραννούσε. Φοβόταν μήπως συλλογιστεί ο γιος του αυτό του το αφύσιμο προνόμιο κι ανακαλύψει την πραγματική του φύση: ένα είδωλο. Να μην είσαι άνθρωπος αλλά προβολή του ονείρου άλλου ανθρώπου – ταπείνωση φοβερή, ίλιγγος! Κάθε πατέρας νοιάζεται για τα παιδιά που γέννησε (που επέτρεψε να υπάρξουν) μ' ένα απλό σύμπλεγμα ή σε μια στιγμή ευτυχίας. Είναι φυσικό λοιπόν να φοβάται ο μάγος για το μέλλον του γιου του, που τον μελέτησε έντερο με έντερο, κάθε χαρακτηριστικό ξεχωριστά, σε χίλιες και μια μυστικές νύχτες.
Οι λογισμοί του σταμάτησαν απότομα, αν και το τέλος τους το είχαν ήδη προμηνύσει κάποια σημάδια. Και πρώτα (μετά από μεγάλη ξηρασία), φάνηκε πάνω σ' ένα λόφο ένα μακρινό σύννεφο, ανάλαφρο σαν πουλί. Ύστερα, προς τα νότια, ο ουρανός πήρε ένα χρώμα μενεξελί, όπως τα ούλα της λεοπάρδαλης. Μετά οι καπνοί, που σκούριασαν το μέταλλο της νύχτας. Κατόπιν ο πανικός των θηρίων που φεύγαν. Γιατί έγινε πάλι εκείνο που 'χει γίνει πολλούς αιώνες πριν. Τα ερείπια του ιερού της φωτιάς πυρπολήθηκαν. Και μιαν αυγή χωρίς πουλιά, ο μάγος είδε να κυλάει, κυκλώνοντας τους τοίχους, η φωτιά. Για μια στιγμή σκέφτηκε να καταφύγει στα νερά, ύστερα όμως κατάλαβε ότι ο θάνατος ερχόταν να στεφανώσει τα γηρατειά του και να τον απαλλάξει από τους κόπους του. Περπάτησε προς τα λεπίδια της φωτιάς. Μα εκείνα δεν του δάγκωσαν τη σάρκα του. Τον χάιδεψαν και τον πλημμύρισαν χωρίς να τον κεντήσουν. Αλαφρωμένος, έντρομος, ταπεινός, κατάλαβε ότι κι ο ίδιος ήταν όνειρο που κάποιος άλλος το ονειρευόταν.
(Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης)


ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝ / ΒΙΒΛΙΑ 1990