Επειδή υπάρχω Σ’ αυτή τη μοναξιά Όπου οι άλλοι τρέμουν την ανυπαρξία
Επειδή ξεχνώ να ζω Κυνηγημένος από το φόβο του σκανδάλου Προσπαθώντας να αποφύγω Ο κάθε καλοπροαίρετος τύπος να αντιληφθεί Τον αγώνα μου για την ύπαρξη
Δεν τολμώ μήτε να φάω μήτε να πιω Μήτε να παρακαθίσω στους χορούς τους Επειδή ζω Με την σχεδόν άγνωστη στολή Μιας λεγεώνας των ξένων
Επειδή παίρνω το ύφος Που δεν είναι ύφος Επειδή εκστασιάζομαι στις παγίδες μου Επειδή πιστεύω Αν θέλουν να δουν τα χαρτιά μου Πως είμαι τελειωμένος
Δηλαδή κάνοντας δήθεν Πως είμαι μαζί τους, εγώ ο κλέφτης Με τις σιωπηλές σόλες
Επειδή τους πληρώνω με το ίδιο νόμισμα Και παίρνοντας την σκιά των αγγέλων Για τη σκιά του καμπούρη Και βαραίνοντας το σκάφανδρο μου Με έργα όλο και πιο ύποπτα Στη βάρκα με τους ωραίους κωπηλάτες
Επειδή ακολουθώ τις σκιές Φαντασμάτων χωρίς κάστρα Στυξ στις έρημες όχθες σου Δίχως να έχω ζήσει πεθαίνω.
Είναι
πολύ σπάνιο η γραφικότητα και η εκκεντρική
ομορφιά να μη μας προκαλέσουν κούραση
και μια θανάσιμη πλήξη. Τα σχήματα, οι
γραμμές, τα χρώματα ασκούν μια δύναμη,
την οποία η Δύση χρησιμοποιεί απερίσκεπτα,
η Ανατολή όμως συνθέτει με αυτήν τα
φίλτρα της.
Ένα
ευαίσθητο άτομο επιβαρύνεται από την
αταξία των διαστάσεων. Η βλακεία ενός
αρχιτέκτονα είναι πολύ πιο επικίνδυνη
από ο,τιδήποτε άλλο, επειδή είναι αδύνατο
να γλυτώσεις από την επίδρασή της. Δεν
πρόκειται για καλό ούτε για κακό γούστο.
Πρόκειται για έναν τόπο που καταβάλλει,
δηλητηριάζει, εξαντλεί, ρίχνει κατάρες
και ευχές σιωπηλά και ύπουλα. Ένα
ξενοδοχείο, ένα πλοίο μπορούν να
προκαλέσουν περίεργες καταστροφές. Δεν
ξέρουμε που να χρεώσουμε τη δυσφορία
που διαλύει τα αποθέματά σας. Η ψυχή,
τεταμένη, χάνει την ευλυγισία της. Το
κακό γλυτώνει την ανάλυση. Στην αρχή
γελάτε με την ασχήμια, η οποία σας
παραξενεύει, σας εξαγριώνει. Λίγο λίγο,
όμως, σας δηλητηριάζει. Ο οργανισμός
σας παύει να αναπτύσσεται. Αλληθωρίζει,
παραπαίει, πεθαίνει.
Η
Ανατολή γνωρίζει αυτές τις φοβερές
δυνάμεις. Τις χρησιμοποιεί για να βλάψει
ή για να γοητεύσει. Ένας ναός στην Ινδία,
μια κινέζικη παγόδα μπορούν να μας
υπνωτίσουν, να μας μαγέψουν, να μας
ενθουσιάσουν, να μας αποκοιμίσουν με
τη χρήση των όγκων, των καμπυλών, των
προοπτικών.
Ένα
μνημείο που έχει ή που είχε μια χρησιμότητα,
δε μας προκαλεί καθόλου κούραση. Το
Κολοσσαίο χρησίμευε, η Ακρόπολη χρησίμευε.
Η Σφίγγα χρησίμευε κ.λπ. Να γιατί μας
αρέσουν. Δε χρειάζεται να ξέρεις σε τι
χρησίμευαν, ούτε και να κάνεις χρήση
των υπηρεσιών τους. Το γεγονός ότι
γεννήθηκαν από μια ανάγκη, ότι ένας
σκοπός κατηύθυνε αυτούς που τα κατασκεύασαν
και τους ανάγκαζε να συμμορφώνονται με
νόμους, τους αφαιρεί κάθε αταξία και
κάθε επιπολαιότητα. Μπορεί να θέλουν
να προκαλέσουν δέος, να ευχαριστήσουν,
να κυριαρχήσουν, να εξασφαλίσουν την
επιβίωση στους νεκρούς με την ομοιότητα
ενός ίδιου, μπορεί μ' αυτή την ομοιότητα
να τρομάζουν τους τυμβωρύχους, το σημείο
εκκίνησης πάντως δεν είναι τυχαίο. Ποτέ
οι μεγάλες εποχές δε μας έφεραν
αντιμέτωπους με έργα αισθητικής. Ένα
σκιάχτρο φοβίζει τα πουλιά, εμάς δε μας
φοβίζει, αλλά και μόνο η αναγκαιότητα
να επιτύχει κάτι εμπνέει τον χωρικό που
κάνει την ευρεσιτεχνία και την απαλλάσσει
από την «πνευματικότητα». Είναι η ομορφιά
του τρόμου. Η ομορφιά που διαθέτουν οι
μάσκες των νέγρων, τα τοτέμ, οι σφίγγες
της Αιγύπτου.
Κίνητρα
ισχυρά και σχεδόν πάντα απόκρυφα
αποτελούν την κοιτίδα χιλιάδων
λεπτομερειών που εξυφαίνουν την
πολυποίκιλη ομορφιά του σύμπαντος. Ένα
μοναδικό έργο μπορεί να φαίνεται
αστήρικτο, αλλά η εκφραστική του δύναμη
κρύβει πάντα ρίζες.
Έχετε
υπόψη σας για ποιο λόγο η Κίνα σπάει τα
πόδια των γυναικών της; Η απάντηση θα
μπορούσε να είναι: λόγω μόδας. Μια μόδα
με μεγάλη ιστορία. Κατά τα άλλα, η ίδια
η μόδα μπορεί να πηγάζει από εντελώς
αναπάντεχα πράγματα. Ένας φαλακρός
μπορεί να λανσάρει την περούκα, ένας
κουτσός το παντελόνι που περνά κάτω από
το παπούτσι, μια πριγκίπισσα γεμάτη
κόκκινα σπυράκια την ψεύτικη ελιά, μια
έγκυος αυτοκράτειρα το κρινολίνο κ.λπ.
Δεν είνα λίγες οι αναπηρίες που αποτέλεσαν
την προέλευση κάποιας ιδιαίτερης μόδας.
Η
προέλευση του κολοβώματος των γυναικών
της Κίνας είναι διαφορετική. Μια φυλή
δημίων δε διανοείται τον έρωτα χωρίς
πόνο. Ένα σπασμένο πόδι είναι ευαίσθητο
στο σημείο του σπασίματος. Αρκεί να
αγγίξεις το σημείο εκείνο, για να
βασανίσεις. Αυτό είναι το αληθινό κίνητρο
αυτού του εθίμου που παραξενεύει και
που χάνεται μαζί με άλλες λεπτές
συνήθειες. Όσο περισσότερο μας μιμείται
η Κίνα, τόσο περισσότερο εγκαταλείπει
τα μυστηριώδη της πλεονεκτήματα. Ο
ερωτισμός επιστρέφει στη χοντροκοπιά
της Ευρώπης.
Συνταγές
μαγειρικής και συνταγές αγάπης χάνονται
ή γίνονται φολκλορικές. Οι νεαρές Κινέζες
σύζυγοι δε φοβούνται πια τα συζυγικά
γυμνάσια που τους προκαλούσαν την
κατάλληλη στιγμή σπασμούς και φωνές
πόνου.
Ποια
είναι η αφετηρία της ετικέτας που αλλάζει
από τόπο σε τόπο εκ θεμελίων αυτό που
γίνεται και αυτό που δε γίνεται σε ένα
λαό;
Ινδοί
και νέγροι προτιμούν χίλιες φορές να
πεθάνουν παρά να εμφανιστούν γυμνοί
μπροστά στο γιατρό. Ένας Άγγλος αξιωματικός
που γδύνεται και κάνει μπάνιο στην όχθη
ενός ποταμού, αν τύχει και τον αντιληφθεί
ένας ιθαγενής, δεν έχει πρόσωπο, και
πρέπει να φύγει από τις Ινδίες. Ένας
ήχος από το στόμα είναι μια τιμή του
Ανατολίτη οικοδεσπότη προς τον
φιλοξενούμενό του. Ένας διαφορετικού
τύπου ήχος είναι ντροπή την οποία δεν
ξεπλένει παρά ο θάνατος.
Ένας
νεαρός Ινδός στρατιώτης του επίατρου
Μπ... άφησε αυτόν τον μοιραίο ήχο κατά
τη διάρκεια μιας άσκησης. Ίσα που τον
άκουσε κάποιος από τους συντρόφους του.
Μια ώρα αργότερα, αυτοκτόνησε μέσα στη
ζούγκλα με μια τουφεκιά.
Ένας
πατέρας άφησε τον ίδιο ήχο σκύβοντας
πάνω στην κούνια του γιου του. Η γυναίκα
του του συμπεριφερόταν ως «πορδιστή»
και αυτός έπρεπε να φύγει από το χωριό.
Πέρασαν είκοσι χρόνια. Θέλησε να δει
ξανά το γιο του. Επιστρέφει κρυφά στο
χωριό. Ρωτά. Ο γιος του έχει γίνει ένας
εύρωστος στρατιώτης του στρατού της
Ινδίας. Είναι περήφανος! Βλέπει το γιο
του που επιστρέφει σπίτι και τη γριά
γυναίκα του όρθια στην πόρτα του σπιτιού.
Ξεχνά το παρελθόν. Πάει πιο κοντά. Η
γυναίκα του τον αναγνωρίζει: «Για δες,
φωνάζει στο γιο της, ο πορδιστής
ξαναγύρισε». Ο πατέρας έφυγε και δεν
τόλμησε ποτέ ξανά να εμφανιστεί.
Αυτές
οι δύο ιστορίες είναι ιστορίες αληθινές.
Η επόμενη είναι επινόηση:
Μια
πριγκίπισσα ερωτεύεται έναν παπουτσή.
Της τον αρνούνται. Οι γιατροί υποχρεώνουν
τον πατέρα να δεχτεί αυτόν το γάμο. Ο
παπουτσής εκπαιδεύεται και ο γάμος
γίνεται. Κατά τη διάρκεια της γιορτής,
ο παπουτσής αφήνει τον επικίνδυνο ήχο.
Σηκώνεται από το τραπέζι, φεύγει, παίρνει
μερικά παλιόρουχα, εγκαταλείπει τον
πύργο και την πόλη και γίνεται λαγός.
Περνά πεδιάδες, δάση, χωριά και φτάνει
σε μια άλλη πόλη. Εγκαθίσταται, ανοίγει
ένα μαγαζάκι, παντρεύεται και αποκτά
παιδιά.
Γέρος
πια, του έρχεται η επιθυμία να ξαναδεί
την πόλη των νεανικών του χρόνων. Μια
νύχτα, αφήνει την οικογένειά του, και
κάνει την ίδια πορεία όπως παλιά, στην
αντίθετη κατεύθυνση. Περνά δάση και
πεδιάδες. Τέλος, αντικρίζει την πόλη, η
οποία έχει γίνει αγνώριστη από τα
καινούργια κτίρια.
Προχωρά.
Κοιτάζει γύρω του. Του φαίνεται ότι
αναγνωρίζει την πλατεία του πύργου,
αλλά ο πύργος δεν είναι πια εκεί. Στη
θέση του υπάρχει ένας δημόσιος κήπος
και το Ταχυδρομείο-Τηλεγραφείο.
Πλησιάζει
μια ζητιάνα της ηλικίας του. «Πότε», τη
ρωτά, «κατεδαφίστηκε ο πύργος;»
Και,
με μια χειρονομία που δηλώνει ότι δεν
είναι κάτι πρόσφατο, η ζητιάνα του
απαντά: «Τη χρονιά της πορδής».
Αποτρόπαια
ιστορία. Με λίγα λόγια διδασκόμαστε ότι
αυτός ο θανάσιμος ήχος άλλαξε το ρου
των πραγμάτων και τα διαίρεσε σ' εκείνα
που συνέβησαν πριν και σ' εκείνα που
συνέβησαν έπειτα. Και σ' αυτόν το φτωχό
παπουτσή φόρεσε ένα ασυνήθιστο στέμμα.
Στη
Δύση αυτή η παρέκκλιση θα έκανε την
πριγκίπισσα να κοκκινίσει και τον πατέρα
της να πει: «Τα βλέπεις!»
Στην
Ανατολή, καταλύει κάστρα και χρονολογεί
μια βασιλεία.
Κι
αν για τα λιωμένα πόδια υπάρχει εξήγηση,
ετούτο παραμένει ένα αίνιγμα. Μας φτάνει
να μάθουμε από που προέρχονται αυτές
οι διαβαθμίσεις για να σταματήσουμε να
τις θεωρούμε αστείες. Ο αμόρφωτος
τουρίστας που γυρίζει τον κόσμο με τη
δική μας μέθοδο, πρέπει να ξέρει ότι
συμμετέχει σε μια τελετουργία, την πρώτη
λέξη της οποίας αγνοεί. Μακάρι αυτή η
διαπίστωση να τον κάνει πιο συνεσταλμένο
και να του αφαιρέσει μια για πάντα την
ευρωπαϊκή αυθάδεια. Μακάρι τίποτε από
αυτά που τον ξενίζουν να μην τον κάνουν
να γελά ή να χαμογελά και να σέβεται τα
στοιχεία εκείνα που χάνουν κάθε
διακοσμητική αφέλεια μόλις το μυαλό
μας συλλάβει το νόημά τους.
...Το μισοΰπνι
του οπίου μας κάνει να στρίβουμε σε
διαδρόμους, να διασχίζουμε χολ, να
σπρώχνουμε πόρτες και να χανόμαστε σ'
έναν κόσμο όπου άνθρωποι που πετάχθηκαν
αναστατωμένοι από τον ύπνο τους μας
κοιτούν φοβισμένοι.
Το όπιο ίσως
μας κάνει λιγάκι ορατούς στο αόρατο,
ίσως μας κάνει φαντάσματα ικανά να
τρομάξουν τα ίδια τα φαντάσματα στην
επικράτειά τους.
Το όπιο είναι
πραγματικά αποτελεσματικό μία στις
είκοσι.
Ας μη συγχέουμε
ποτέ τον καπνιστή του οπίου με τον
οπιοφάγο. Τελείως διαφορετικά φαινόμενα.
Μετά το κάπνισμα,
το σώμα διαλογίζεται. Δεν έχει να κάνει
με το συγχυσμένο διαλογισμό
του Ντεκάρτ.
Το
κορμί σκέφτεται, το κορμί ονειρεύεται,
το κορμί μαλακώνει και τουλουπιάζει,
το κορμί πετά. Ο καπνιστής ταριχευμένος
ζωντανός.
Ο
καπνιστής έχει την αίσθηση ότι παρατηρεί
τον εαυτό του από κάπου ψηλά.
Δεν
τοξινώθηκα εγώ, αλλά το κορμί μου.
«...σαν
μερικές χημικές ρίζες, βασικά ασταθείς
στην καθαρή τους κατάσταση, που ρουφούν
λαίμαργα κάθε στοιχείο ικανό να τις
σταθεροποιήσει». Julien Benda
Η
φύση μου έχει ανάγκη από ηρεμία. Μια
σκοτεινή δύναμη με σπρώχνει στα σκάνδαλα
όπως έναν υπνοβάτη στη σκεπή. Η γαλήνη
του ναρκωτικού με προστάτευε απέναντι
σ' αυτή τη δύναμη που μ' ανάγκαζε να
κάθομαι στο σκαμνί τον καιρό που το
παραμικρό διάβασμα μιας εφημερίδας μου
τάραζε το νευρικό σύστημα.
Δε
χρησιμεύουμε παρά σαν μοντέλα για το
πορτρέτο της φήμης μας.
Όλα
είναι ζήτημα ταχύτητας. (Μία στάσιμη
ταχύτητα. Μια ταχύτητα εσωτερική. Το
Όπιο: η ταχύτητα μέσα σε μετάξι). Πέρα
από τα φυτά, των οποίων η ταχύτητα είναι
διαφορετική απ' τη δικιά μας κι αποκαλύπτει
μια σχετική μόνο ακινησία, αρχίζουν
άλλα βασίλεια όπου οι ταχύτητες είναι
τόσο αργές ή τόσο γρήγορες, ώστε εμείς
να μην μπορούμε αφενός να τις αντιληφθούμε
κι αφετέρου να γίνουμε αντιληπτοί σ'
αυτές. (Το Ακρωτήρι, ο άγγελος, ο
ανεμιστήρας). Δεν είναι απίθανο κάποια
μέρα ο κινηματογράφος να κινηματογραφήσει
το αόρατο και να το καταστήσει ορατό,
επαναφέροντας το στο δικό μας ρυθμό,
καθώς επαναφέρει στο ρυθμό μας τις
κινήσεις των λουλουδιών.
Το
όπιο, που μεταβάλλει την ταχύτητά μας,
μας δίνει την πολύ διαυγή αίσθηση κόσμων
που στοιβάζονται ο ένας πάνω στον άλλο,
κόσμων που αλληλοδιαπερνούνται, αλλά
που ούτε καν υποπτεύεται ο ένας την
ύπαρξη του άλλου.
«Οποία
διαφορά στις τύχες του χριστιανισμού,
αν ο Ιησούς αντί να σταυρωνόταν,
λιθοβολούνταν».
Benda.
Mon Premier Testament.
Ακόμα
κι αν ξεχάσω τις ιδέες μου και υιοθετήσω
την άποψη του Benda, έχει άδικο. Ξεχνά το
αλλόκοτο του γυμνού Χριστού στις
εκκλησίες, καθώς και το όργανο του
βασανισμού του που μας θυμίζει την
γκιλοτίνα.
Ο
Χριστός λιθοβολιμένος θα έδινε μια
καταπληκτική εικόνα: όρθιος, τα χέρια
σταυρωτά (ο Χριστός έχοντας γίνει ο
ίδιος σταυρός), το πρόσωπο που αιμορραγεί.
Η
σπηλιά: έδωσε τροφή στο μυστήριο του
εξαφανισθέντος Ιησού. Στις εκκλησίες:
ο Ιησούς ανεβαίνει στους ουρανούς
πλαισιωμένος από αγγέλους.
Ο
Χριστός καρατομημένος: πεθαίνει από το
σπαθί (το σταυρό). Στις εκκλησίες: ένα
σπαθί σε σχήμα σταυρού.
Δεν
καταδικάζω τη λεκτική μουσικότητα κι
όλα αυτά που συνεπιφέρει με την παραφωνία,
την τραχύτητα και την καινοφανή γλυκύτητά
της. Όμως μια πλαστικότητα ψυχής με
προσελκύει πολύ περισσότερο. Να
αντιτάσσεις τη ζωντανή γεωμετρία στη
διακοσμητική γοητεία των προτάσεων. Να
έχεις στιλ και όχι κάποιο στιλ. Ένα στιλ
που δεν θα επέτρεπε την αντιγραφή του
από κανέναν. Που να μην ήξερε κανείς από
που να το πιάσει. Ένα στιλ που θα γεννιόταν
από το κόψιμο ενός κομματιού μου, από
μια σκλήρυνσητης σκέψης κατά το δύσκολο
πέρασμά της από τον εσώκοσμο στον
εξώκοσμο. Μ' ένα σαστισμένο σταμάτημα
όπως του ταύρου όταν μπαίνει στην αρένα.
Να εκθέσουμε τα φαντάσματα μας στο νερό
μιας αποκρυσταλλωτικής πηγής, όχι να
μάθουμε πως να ψιλοδουλεύουμε πολύπλοκα
αντικείμενα, αλλά να απολιθώσουμε, καθώς
περνά, καθετί όμορφο που βγαίνει από
μέσα μας. Να δώσουμε όγκο στις αφηρημένες
έννοιες.
Το
όπιο μας κάνει ικανούς να δώσουμε μορφή
στο άμορφο. Δυστυχώς εμποδίζει τη
μετάδοση αυτής της γνώσης. Ακόμη κι αν
αυτό σημαίνει χάσιμο ύπνου, θα καιροφυλακτώ
για τη μοναδική εκείνη στιγμήτης
αποτοξίνωσης, όταν αυτή η μορφοπλαστική
ικανότητα που θα λειτουργεί για λίγο
ακόμα, συμπέσει [ακούσια] με την επιστροφή
της δυνατότητας για επικοινωνία.
Από
τη στιγμή που ένας ποιητής ξυπνά, γίνεται
βλάκας. Θέλω να πω έξυπνος. «Που βρίσκομαι;»
ρωτά σαν τις γυναίκες που λιποθύμησαν.
Οι σημειώσεις ενός ποιητή που έχει πια
ξυπνήσει δεν αξίζουν πολλά πράγματα.
Τις προσκομίζω μονάχα για ό,τι αξίζουν,
αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο και την
ευθύνη. Μαι ακόμη εμπειρία.
Πρέπει
να γιατρευτεί κανείς με κάθε μέσο απ'
τη μανιακή φροντίδα του γραψίματος. Το
στιλ που δεν προέρχεται από τα μέσα μας
είναι μέτριο, ακόμα κι όταν μοιάζει με
εσωτερικό γράψιμο. Το μόνο δυνατό στιλ
είναι η σκέψη που υλοποιείται. Διαβάστε
διοικητικές αναφορές, το γράψιμο των
μαθηματικών, των γεωμετρών, των ειδικών
σε οιονδήποτε κλάδο. Καταπνίξτε κάθε
άλλο διάβασμα.
Ανατόλ
Φρανς: το κλασικό σύμφωνα με τους
κλασικούς. Η τέχνη σύμφωνα με την τέχνη.
Ποτέ πριν ένα τέτοιο ταλέντο δεν υπηρέτησε
με τέτοια πίστη την κοινοτοπία.
Ο
πνεύμονας είναι ένας σάκος σφαιριδίων.
Κάθε σφαιρίδιο διαιρείται σε κυψελίδες
που οδηγούν ίσια στους βρόγχους. Ένα
σφαιρίδιο αντιγράφει ολόκληρο τον
πνεύμονα ενός βατράχου. Η λεία εσωτερική
επιφάνεια είναι καλυμμένη από ένα
αιμάτινο δίκτυο τριχοειδών αγγείων.
Έτσι, αν ξεδιπλώναμε και σιδερώναμε τον
πνεύμονα, θα κάλυπτε διακόσια τετραγωνικά
μέτρα. Σωστά διαβάσατε.
Ο
καπνός λοιπόν, διαποτίζει με μια ρουφηξιά
εκατόν πενήντα τετραγωνικά μέτρα της
πνευμονικής επιφάνειας.
Η
αιμάτινη μάζα του πνεύμονα, που είναι
πυκνότητας μονάχα επτά χιλιοστά του
χιλιοστού, αντιστοιχεί σ' ένα λίτρο
αίματος.
Δοθείσης
της ταχύτητας της πνευμονικής κυκλοφορίας,
μπορεί να φανταστεί κανείς την ποσότητα
του αίματος που περνά μέσα από το
αναπνευστικό μηχάνημα.
Απ'
όπου και τα στιγμιαία αποτελέσματα του
οπίου στον καπνιστή.
Ο
καπνιστής υψώνεται αργά σαν μια
μογγολφιέρα, γυρίζει αργά και ξαναπέφτει
αργά πάνω σ' ένα νεκρό φεγγάρι που η έλξη
του τον εμποδίζει να ξεφύγει.
Ακόμα
κι αν σηκώνεται, κι αν μιλά, κι αν δρα,
κι αν γίνεται κοινωνικός, κι αν εμφανίζεται
να ζει, ακόμα και τότε, οι χειρονομίες
του, η περπατησιά του, το δέρμα του, το
βλέμμα και τα λόγια του δεν καθρεφτίζουν
λιγότερο μια ζωή υποταγμένη σε νόμους
διαφορετικούς, μιας άλλης ελαφράδας
και βαρύτητας.
Το
ταξίδι της επιστροφής θα γίνει με δικό
του κίνδυνο κι ευθύνη. Ο καπνιστής θα
πληρώσει πρώτα πρώτα τα λύτρα του. Το
όπιο τον απελευθερώνει, η επιστροφή
όμως είναι απογοητευτική.
Παρ'
όλα αυτά, έχοντας επιστρέψει στον πλανήτη
του, διατηρεί μια νοσταλγία.
Ο
θάνατος διαχωρίζει οριστικά τα βαριά
μας υγρά από τα ελαφρά μας υγρά. Το όπιο
τα διαχωρίζει λιγάκι.
Το
όπιο είναι η μόνη φυτική ουσία που μας
κάνει κοινωνούς της φυτικής κατάστασης.
Χάρη σ' αυτό παίρνουμε μια ιδέα της
ταχύτητας των φυτών.
Μπορείς
να πεις: ο ήλιος είναι μεγάλος, αυτός ο
κόκκος σκόνης μικρός, γιατί και τα δύο
εξαρτώνται απ' την κλίμακα των αξιών
μας. Ενώ είναι βλακεία να πεις: ο Θεός
είναι μεγάλος, ένα άτομο μικρό. Είναι
πολύ παράξενο ότι σχεδόν κανείς δεν
αισθάνεται τους αιώνες που περνούν
ανάμεσα σε κάθε αναπνοή μας, τους κόσμους
που δημιουργούνται και καταστρέφονται
από το κορμί μας, ότι το σκότος του
κορμιού μας κρύβει τις φωτιές που το
κατοικούν, και πως τελικά μια διαφορά
στο μέγεθος είναι αυτή που κάνει
ακατανόητο το γεγονός ότι αυτοί οι
κόσμοι πιθανόν να είναι πολιτισμένοι
ή νεκροί. Με δυό λόγια, ότι το απείρως
μικροσκοπικό μπορεί να είναι μια
αποκάλυψη αντί ένα ένστικτο.
Το
ίδιο ισχύει και για το απείρως μεγάλο
(μεγάλο, αλλά μικρό σε σχέση μ' εμάς),
μιας και δεν καταλαβαίνουμε ότι ο ουρανός
μας, το φως μας, ο χώρος μας δεν είναι
παρά μια μαύρη κουκίδα γι' αυτόν που το
σώμα του περιέχει και του οποίου η ζωή
(σύντομη για τον ίδιο) για μας είναι
αιώνες.
Παρ'
όλη την πίστη, ο Θεός θα μας αρρώσταινε.
Η σοφία του Μωυσή ήταν να περιορίσει
τους ανθρώπους στα σπιτάκια τους.
Ο
ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Γιατί ζεις αυτή
την ύπαρξη, ω, εσύ τοξικομανή ως το
κόκαλο. Καλύτερα να πηδήξεις απ' το
παράθυρο.
Ο
ΚΑΠΝΙΣΤΗΣ: Αδύνατον, επιπλέω.
Ο
ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Το κορμί σου θα
φτάσει γρήγορα κάτω.
Ο
ΚΑΠΝΙΣΤΗΣ: Κι εγώ θα φτάσω αργότερα, στο
κατόπι του.
Έχοντας
γνωρίσει το όπιο, είναι δύσκολο να ζήσεις
δίχως του γιατί έχοντάς το γνωρίσει
είναι πια δύσκολο να πάρεις τη γη στα
σοβαρά. Και, εκτός κι αν είσαι άγιος,
είναι δύσκολο να ζήσεις χωρίς να παίρνεις
τη γη στα σοβαρά.
Μετά
την αποτοξίνωση. Η χειρότερη στιγμή, ο
χειρότερος κίνδυνος. Η υγεία μ' ένα κενό
και μια απέραντη θλίψη. Οι γιατροι σε
οδηγούν νόμιμα στην αυτοκτονία. Το όπιο,
που ξελασκάρει λιγάκι τις πιο μαγκωμένες
πτυχώσεις χάρη στις οποίες πιστεύουμε
ότι θα ζήσουμε για πολύ, για αρκετά λεπτά
και για αρκετά γεγονότα, μας αφαιρεί
πρώτα απ' όλα τη μνήμη.
Επιστροφή
της μνήμης και της αίσθησης του χρόνου
(ακόμα και σ' εμένα που μόλις υπάρχουν
σε φυσιολογική κατάσταση).
Το
πνεύμα του καπνιστή σαλεύει ακίνητο,
σαν το μουαρέ.