Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα RAINER MARIA RILKE. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα RAINER MARIA RILKE. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2024

Κισμέτ – Rainer Maria Rilke

Φαρδυκορμος και βαρύς, ο Κραλ ο δυνατός καθότανε στην άκρη του δρόμου με το αυλακωμένο από τις ρόδες των κάρων χωματόστρωμά του. Η Τζάνα καθόταν πάνω στις φτέρνες της, δίπλα του. Κρατούσε το παιδικό πρόσωπό της ανάμεσα στα ηλιοκαμένα χέρια της και περίμενε, με τα μάτια ορθάνοιχτα, κατασκοπευτικά, σιωπηλή. Κοίταζαν κ' οι δυο το φθινοπωριάτικο βράδυ. Μπροστά τους, στο άχρωμο και κακομοίρικο λιβάδι, ήταν σταματημένη η πράσινη καρότσα· ένα μάλλινο παρδαλόχρωμο ύφασμα κυμάτιζε απαλά πάνω από την πόρτα της. Ελαφρός, γαλαζωπός καπνός υψωνόταν από τη στενή τσίγκινη καπνοδόχο του και διαλυόταν στο ριγιλό αέρα. Πιο πέρα, πάνω στους χωματόλοφους που έμοιαζαν σάν μακρουλά, ομαλά κύματα, το άλογο της καρότσας, κουρασμένο, ήταν σαν να κορφολογούσε με μικρές, γρήγορες δαγκωματιές, το λίγο θερισμένο άχυρο που απόμενε. Από καιρό σε καιρό σταματούσε, σήκωνε το κεφάλι και κοίταζε με τ’ αγαθά, υπομονετικά μάτια του, μέσα στο βράδυ, όπου άναβαν κι αλληλοχαιρετιούνταν τα μικρά παράθυρα του χωριού.
—Ναι, είπε ο Κραλ ο δυνατός, μ' ένα ύφος άγριας απόφασης. Εξαιτίας σου είναι εδώ.
Η Τζάνα δεν είπε τίποτα.
—Αλλιώς, τι θα 'ρχόταν να κάμει 'δω πέρα, ο Προκόπ; πρόσθεσε ο Κραλ, με κάποια ακαθόριστη διάθεση.
Η Τζάνα σήκωσε τους ώμους, ξερίζωσε με ζωηρή κίνηση κάμποσους μακρούς μίσχους ενός ασημένιου αγριόχορτου, και, ευθυμώντας, τα πήρε ανάμεσα στα λευκά και στιλπνά δόντια της. Σιωπηλή πάντα, έμοιαζε να μετρά τα φώτα του χωριού.
Η καμπάνα του εσπερινού σήμανε εκεί κάτω.
Το μικρό, ασθενικό σήμαντρο έβιαζε την κίνησή του, σαν να 'θελε να ξεμπερδεύει το γρηγορότερο. Ο ήχος σταμάτησε απότομα, και θα 'λεγε κανείς πως στον αέρα είχε μείνει αιωρούμενο ένα παράπονο. Η μικρή Τσιγγάνα έριξε τα όμορφα μπράτσα της προς τα πίσω κι ακούμπησε στο χώμα. Άκουε το δισταχτικό τραγούδι των γρύλων και την κουρασμένη φωνή της αδερφής της που τραγουδούσε ένα νανούρισμα μέσα στην καρότσα.
Για μερικά λεπτά τέντωσαν κ' οι δυο τους το αυτί. Ύστερα, το παιδί άρχισε να κλαίει μέσα στην καρότσα, με μακρόσυρτους, απελπισμένους λυγμούς. Η Τζάνα γύρισε το κεφάλι προς τον Τσιγγάνο και του είπε, κοροϊδευτικά:
—Τι περιμένεις και δεν πας να βοηθήσεις τη γυναίκα σου, Κραλ; Το παιδί κλαίει.
Ο Κραλ φούχτωσε το χέρι του κοριτσιού:
—Για σένα ήρθε ο Προκόπ, μούγκρισε, γι' απάντηση.
Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι με σκοτεινό ύφος.
—Το ξέρω.
Τότε, ο Κραλ ο δυνατός άρπαξε και το άλλο της χέρι και το πίεσε πάνω στο χώμα. Η Τζάνα ήταν σαν σταυρωμένη. Δάγκωσε τα χείλη της ίσαμε να ματώσουν, για να μη φωνάξει. Έσκυψε πάνω της απειλητικός. Η Τζάνα δεν έβλεπε τίποτα πια από το φθινοπωρινό βράδυ. Δεν έβλεπε παρά αυτόν μόνο, με τους φαρδιούς και δυνατούς ώμους του. Ήταν τόσο μεγάλος, καθώς έσκυβε από πάνω της, που της έκρυψε την καρότσα, το χωριό και το φαρδύ, πελιδνό ουρανό. Έκλεισε μια στιγμή τα μάτια της και σκέφτηκε: «Κραλ σημαίνει βασιλιάς. Ναι, κ' είναι ένας βασιλιάς, πραγματικά».
Μα την ίδια στιγμή ένιωσε τον τσουχτερό πόνο στους καρπούς των χεριών της, σαν ντροπή. Αναπήδησε, λευτερώθηκε μ' ένα βίαιο τίναγμα από τα χέρια του κι ορθώθηκε μπροστά στον Κραλ, με μανιασμένα μάτια, που πετούσαν σπίθες.
—Τι θέλεις; ρώτησε υπόκωφα αυτός.
Η Τζάνα χαμογέλασε.
—Να χορέψω.
Σήκωσε τα όμορφα, λεπτού κοριτσιού, μπράτσα της και τα στριφογύρισε αργά κ' ελαφρά, κ' ήταν σάμπως τα μελαμψά χέρια της να μεταμορφώνονταν σε φτερούγες. Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω, πολύ βαθιά, αφήνοντας να κυματίζουν τα μαύρα και βαριά μαλλιά της, και χάρισε το αινιγματικό χαμόγελό της στο πρώτο άστρο που φάνηκε.
Τα γυμνά πόδια της, με τους λεπτούς αστραγάλους, σαν να 'ψαχναν να βρούνε το ρυθμό· μέσα στο νεανικό κορμί της υπήρχε μια λαχτάρα για λίκνισμα και χάδια, συνειδητής χαράς κι ακούσιας εγκατάλειψης, όπως θα πρέπει να νιώθουν τα λουλούδια με τους λεπτούς μίσχους, όταν τ' ακραγγίζει το βράδυ.
Ο Κραλ στεκόταν μπροστά της με τρεμάμενα γόνατα. Κοίταξε το χλομό μπρούντζο των γυμνών ώμων του κοριτσιού. Κι αόριστα ένιωθε: Η Τζάνα χορεύει τον έρωτα.
Κάθε πνοή του ανέμου που περνούσε μέσα από τα λιβάδια έμοιαζε να συγχέεται με τις κινήσεις της, σαν ένα ανάλαφρο χάδι, κι όλα τα λουλούδια έβλεπαν στο πρώτο τους όνειρο, ότι όμοια έγερναν και ταλαντεύονταν κι αυτά. Η Τζάνα πλησίαζε όλο και πιο πολύ τον Κραλ κ' έσκυβε προς το μέρος του τόσο παράξενα, που τα μπράτσα του άντρα έμοιαζαν παραλυμένα από το άφωνο κοίταγμα. Στεκόταν εκεί σαν σκλάβος, ακούγοντας να χτυπά η καρδιά του.
Η Τζάνα τον ακράγγιζε σαν πνοή, κ' η φλόγα της τόσο κοντινής κίνησής της έφτανε σαν κύμα σ' αυτόν. Ύστερα, η Τζάνα απομακρύνθηκε, χαμογέλασε, με μιαν έκφραση νικητήριας υπερηφάνειας, και σκέφτηκε: «Δεν είναι, όσο να πεις, βασιλιάς».
Ο Τσιγγάνος συνερχόταν σιγά-σιγά και την ακολουθούσε σαν να 'ταν καμιά οπτασία του ονείρου του, πασπατευτά και κρυφά. Ξαφνικά, σταμάτησε. Κάτι έμπαινε κι ανακατευόταν στη λικνιστική κίνηση της Τζάνα. Ένα αλαφρό και κυματιστό τραγούδι που έμοιαζε να 'χει φωλιάσει απ' ώρα μέσα στο χορό της και που, βγαίνοντας, σαν μέσα από ένα μακρύ ύπνο, έμοιαζε ν' ανθίζει με όλο πιο πλούσιους και πιο ολοκληρωμένους ρυθμούς. Η χορεύτρια δίστασε. Όλες οι κινήσεις της έγιναν πιο αργές, πιο μαλακές, σαν να βρισκόταν σ' ενέδρα. Άθελά τους, τα μάτια τους στράφηκαν προς την ίδια κατεύθυνση κ' είδαν τον Προκόπ που ερχότανε. Η λεπτή σιλουέτα του νεανικού κορμιού του σχεδιαζόταν πάνω στο αργυρόγκριζο σούρουπο. Περπατούσε, σαν ασύνειδα, με ναρκωμένο βήμα, κι αντλούσε τους ήχους του γλυκού τραγουδιού του από ένα χωριάτικο φλάουτο. Τον είδαν να πλησιάζει. Ξαφνικά, ο Κραλ όρμησε προς το μέρος του κι άρπαξε το φλάουτο από τα χείλη του. Ο Προκόπ, μ’ ετοιμότητα πνεύματος, άδραξε με τ' αντρίκια χέρια του τα μπράτσα τού επιτιθέμενου, τα έσφιξε με δύναμη και δέχτηκε μ' ερωτηματικό μάτι το εχθρικό και φλογερό βλέμμα του Κραλ.
Οι δυο άντρες στέκονταν έτσι, πρόσωπο με πρόσωπο. Γύρω τους απόλυτη σιωπή. Η πράσινη καρότσα έμοιαζε να κοιτάζει την περιοχή με την αβέβαιη λάμψη των φεγγιτών της, σάμπως με λυπημένα, γιομάτα αναμονή, μάτια.
Χωρίς να βγάλουν λέξη, οι δυο Τσιγγάνοι παράτησαν το σφίξιμο. Ο Κραλ με πεισματωμένο θυμό, κι ο νέος, αντίκρυ του, με μιαν απαλά ερωτηματική συγκατάθεση στα σκοτεινά μάτια του. Κάτω από τα βλέμματα των δυο αντρών, η Τζάνα είχε παραλύσει. Της φάνηκε πως έπρεπε να πάει στον Προκόπ, να τον αγκαλιάσει και να τον ρωτήσει: «Από πού έρχεται αυτό το τραγούδι;». Μα δεν είχε τη δύναμη. Κάθισε πάλι στις φτέρνες της, στην άκρη του δρόμου, ακίνητη, σαν παιδί που κρυώνει, και σώπαινε. Τα χείλη της σώπαιναν. Τα μάτια της σώπαιναν.
Οι άντρες στάθηκαν κάμποσο έτσι, κ' ύστερα ο Κραλ έριξε στον άλλο ένα εχθρικό και προκλητικό βλέμμα κ' έφυγε. Ο Προκόπ έμοιαζε να διστάζει. Η Τζάνα είδε τα λυπημένα μάτια του νεαρού Τσιγγάνου να την αποχαιρετούν. Ρίγησε. Ύστερα, η λεπτή και λυγερή σιλουέτα άρχισε να σβήνει, ίσαμε που χάθηκε προς την κατεύθυνση που είχε πάρει ο Κραλ. Η Τζάνα άκουσε τα βήματα να χάνονται μέσα στα λιβάδια. Κράτησε την ανάσα της, τεντώνοντας τ’ αυτί μέσα στη νύχτα.
Μια ριπή ανέμου, ζεστή κ' ειρηνική, διέτρεξε τον κάμπο, σαν ανάσα κοιμισμένου παιδιού. Όλα ήταν φωτεινά κ' ήσυχα· κι από τη μεγάλη κείνη σιωπή αποσπούνταν οι ελαφροί ήχοι της ανήλικης νύχτας: το θρόισμα των γέρικων φιλυρών, μια αθώρητη νεροσυρμή, και το βαρύ πέσιμο ενός ώριμου μήλου μέσα στο φθινοπωριάτικο χορτάρι.


Rainer Maria Rilke
ΕΒΑΛΝΤ ΤΡΑΓΚΥ και άλλα διηγήματα
Μετάφραση ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Σ. I. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΙΑ O.E 1987


Κυριακή 25 Ιουλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ – RAINER MARIA RILKE



Ήταν… ήταν κάπου στη Βαλτική. Γύριζα από ένα πολύ πρωινό περίπατο. Το δάσος ολόγυρά μου ήταν αμίλητο. Ακόμη και το βήμα μου έσβηνε πάνω  στο σκούρο μαλακό χώμα  του δάσους. Μονάχα ο αγέρας αντιλαλούσε τα τραγούδια των πουλιών. Φτέρες ψηλές ίσαμε το μπόι μου, καμάρωναν τη μαργαριταρένια τους πάχνη. Οι ολόισιοι κορμοί τους φεγγοβολούσαν και τα ψηλά φυλλώματα πηγαινοέρχονταν σιωπηλά, θαρρείς για να γυαλίσουν τον ουρανό. Κι ο ουρανός ήταν τόσο διάφανος.
Τώρα φαινόταν το χωριό. Τα μικρά σπίτια ήταν πολύ πιο άσπρα απ’ το συνηθισμένο και τα παράθυρα, ίδια μάτια με μουσκεμένα βλέφαρα που ανοιγόκλειναν σε κάποιον, πιο λαμπερά από ποτέ. Και το καμπαναριό της εκκλησίας με την κόκκινη στέγη και τον τρούλο έμοιαζε αλλόκοτο: σαν ένα γεροδεμένο παλικάρι όλο υγεία και με φουσκωμένα μάγουλα. Στο βάθος έλαμπαν τα χαλίκια του δρόμου και στις πράσινες όχθες  τους στέκονταν οι μιλιοδείκτες σαν μικρά παιδιά με καλοκαιρινή φορεσιά που προσεύχονταν γονατιστά. Όχι;
Ναι, προσεύχονταν! Μια προσευχή ευχαριστήρια!
Πήρα τους δρόμους. Το πρωί με προσπερνούσε με τα βαριά του βήματα. Έβλεπα τις  χρυσές του πατημασιές. Πότε δεξιά, πότε αριστερά, πίσω από ξύλινους φράχτες, στέκονταν κορίτσια με μαλλιά από ήλιο. Τραγουδούσαν και μάζευαν τριαντάφυλλα για να στολιστούν. Ανταλλάσσαμε  ένα χαμόγελο κι ένα νεύμα χαιρετισμού. Από τα παράθυρα ευγενικές αρχαίες γριούλες σήκωναν στον ουρανό ένα καλοσυνάτο βλέμμα με μάτια θαμπά αλλά γελαστά. Παιδιά με πουκάμισα στο κατώφλι του σπιτιού. Χτυπούσαν τα χέρια τους και τα μάγουλά τους σαν κόκκινα ροδάκινα, ήταν γεμάτα κυριακάτικο γλυκό…
Ύστερα σταμάτησα στη θάλασσα. Έμοιαζε με  επίσημο ένδυμα από λουλακί σατέν. Ένα μικροσκοπικό ιστιοφόρο στο χρώμα της ώχρας ρουφούσε  τον ήλιο στ’ ανοιχτά, και μακριά στον ορίζοντα, σαν ένας κύκνος από καθαρό ασήμι, έπλεε το  μεγάλο ατμόπλοιο για το Roegen…
Κοίταζα με θαυμασμό αυτή την εκτυφλωτική λάμψη. Σαν ένα παιδάκι που του χάρισαν ένα ωραίο παιχνίδι, θάθελα να φωνάξω Όλους τους φίλους μου για να τους  πω: «Ελάτε να δείτε, δεν είναι καταπληκτικό;»
Το στήθος μου είχε πλημμυρίσει χαρά και γέλιο.
Ένας μελαχρινός γέρος ψαράς περπατούσε στο δρόμο. Έτρεξα προς το μέρος του και έσφιξα το ροζιασμένο χέρι του, τόσο που πόνεσα…
Ναι, ήταν στη Βαλτική. Τότε συνήθιζα να κρατώ με επιμέλεια ημερολόγιο. Εκείνη τη μέρα έγραψα στο τετράδιο: «Μια Κυριακή…!» Ούτε λέξη παραπάνω.


RAINER MARIA RILKE
ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΚΟΥΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Α. ΥΦΑΝΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ 1999

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Η Δευτέρα Παρουσία [απόσπασμα] - Rainer Maria Rilke


Όπως λουόμενοι απ' το λουτρό, έτσι όλοι
απ' το σαθρό τους μνήμα θα εγερθούν,
πιστεύουν βλέπεις σε μια δεύτερη ζωή
κι είναι η πίστη τους ανήλεη, και φρικτή.
Μίλα σιγά, Θεέ ! Να μη νομίσουν
ότι η σάλπιγγα της Βασιλείας σου καλεί·
τρυπάει ο ήχος της κατάβαθα τη γη:
κι όλοι οι καιροί απ' την πέτρα θα ξυπνήσουν,
όλοι οι χαμένοι θα φανερωθούν,
μ' ένα κουρέλι από το σάβανο ντυμένοι,
κάτω απ' το βάρος της ταφόπλακας σκυφτοί.
Θα είναι αλλόκοτος αυτός ο γυρισμός
σε μια τόσο αλλόκοτη πατρίδα·
κι αυτοί που δεν σε πρόλαβαν ακόμη, με κραυγή
από τη δόξα σου μερίδιο θ' απαιτήσουν·
από τον Άρτο και τον Οίνο μια μερίδα.
Ω παντεπόπτη, τη γνωρίζεις την εικόνα
που μες στον ζόφο μου ριγώντας πλάθω.
Όλα από σε πηγάζουν, για Όλα εσύ 'σαι η θύρα —
το Παν μες στη μορφή σου υπήρχε ήδη
προτού να γίνει η δική μας μοίρα.

Ξέρεις της έσχατης της Κρίσης την εικόνα:
Είναι πρωί, όμως μ' ένα φως
που ουδέποτε έπλασε η μεστή σου αγάπη,
είναι ένας ψίθυρος, ένας αχός
που όμως δεν βγαίνει απ' τη δική σου τη φωνή,
είναι ένα ρίγος, μα όχι εμπρός στη θεία σου Δίκη,
έξω απ' τη θεία ισορροπία ένας σεισμός,
μια χλαλοή υπόκωφη, ένας γδούπος
ένας στα δώματα τα πέτρινα τριγμός,
είναι των άπληστων, των άσωτων η νίκη,
των χαύνων η αδειανή ματιά, των στείρων ο σπασμός,
είναι ένα ξύπνημα σβησμένων ηδονών,
ξεθυμασμένων τέρψεων η νέα η γέννα.
Και από ναούς επάνω σαν πληγή ανοιχτούς
μαύρα πουλιά πετούν δαιμονισμένα,
πλάσματα όχι των δικών σου των χεριών.
Οι προ αιώνων κοιμηθέντες πολεμούν,
και αγωνίζονται με τα γυμνά τους δόντια
κι ανατριχιάζουνε που δεν αιμορραγούν,
κι εκεί, στις κόχες των ματιών, ζητούν να βρουν
τα δάκρυά τους που ο καιρός έχει σκοτώσει.
Και αποκάνουν. Τους χαμογελά λίγο η αυγή
κι αμέσως δύση ζοφερή τους έχει ζώσει.
Και ωχριούν, και δεν μιλούν, και καρτερούν
με νέα ορμή να αναστηθούν ξανά,
όταν η οργή σου σαν σταγόνα σκοτεινή
τον διάφανο οίνο της αγάπης σου θολώσει,
εμπρός σε σένα, τον Κριτή τους, να βρεθούν.
Κι εκεί μπροστά, μετά την κοσμοχαλασιά,
μια τρομερή σιωπή πελώρια ξεκινά.

Rainer Maria Rilke
Η Δευτέρα Παρουσία 
Από το Σημειωματάριο ενός μοναχού
Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης
Εκδόσεις Κίχλη 2011

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ – ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΧΩΣ ΤΙΠΟΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ – RAINER MARIA RILKE


Παίρναμε τσάι στο σπίτι της κυρίας von S… Το επιβλητικό ρωσικό σαμοβάρι πάνω στο κατάλευκο τραπεζομάντηλο συνόδευε τη συζήτηση με το μελωδικό του σφύριγμα. Τα γεγονότα της ημέρας είχαν σχολιαστεί ξανά και ξανά. Οι εκθέσεις έργων τέχνης και τα θέατρα δεν πρόσφεραν πλούσιο υλικό στις αρχές του φθινοπώρου. Κινδυνεύαμε να βουλιάξουμε σε μια από κείνες τις σιωπές που στενοχωρούν και πνίγουν σαν τον βαρύ αέρα και που όσο διαρκούν, ο χτύπος από τα κουτάλια και τα φλυτζάνια αντηχεί πιο δυνατός και διαπεραστικός.
Αλλά η οικοδέσποινα αντιλήφθηκε τον κίνδυνο. Η κυρία von S…, μια χήρα ακόμη νέα, με κοκκινωπά μαλλιά, πρότεινε καθένας από τη συντροφιά να διηγηθεί το πιο σημαντικό γεγονός της ζωής του. Χειροκροτήματα.
Άρχισε ένας νεαρός, βαρώνος από τύχη και πρωτύτερα για το χατήρι του πατέρα του…
Μιλώντας με τη μύτη μόχθησε ν’ ανασύρει μέσα από τη μνήμη του μερικές περιπέτειες, και κάθε τόσο σταματούσε από τα γέλια που του προκαλούσε η φινέτσα των ίδιων του των αστείων. Περιπέτειες που είχανε πάντα για φόντο «σκηνές θεάτρου» ή «θεωρεία», και πρωταγωνίστριες εκείνες τις κυρίες με τις κοντές φουστίτσες και το λιγοστό μυαλό, τα ελαφριά πόδια και την ακόμα ελαφρότερη καρδιά. Κάμποσες φορές η οικοδέσποινα αναγκάστηκε να ξεροβήξει, όταν ο καλοξυρισμένος βαρώνος, κλείνοντας το μάτι πονηρά, έσπευδε ν’ αναφερθεί σε εξονυχιστικές λεπτομέρειες. Ύστερα, ντροπαλά σχεδόν στένεψε τα μάτια του κοκκινίζοντας μέχρι τ’ αραιά ξεθωριασμένα μαλλιά του.
Επιτέλους ολοκλήρωσε τη διήγησή του, ανταλλάσσοντας ένα μικρό γελάκι με τον εαυτό του. Οι κύριοι της συντροφιάς γέλασαν κι αυτοί μαζί του, άλλος δυνατά κι άλλος πιο συγκρατημένα, ενώ οι κυρίες έφεραν στα χείλη τους τα φλυτζάνια του τσαγιού έτσι που να μην ξεχωρίζει η έκφραση του προσώπου τους.
Κατόπιν, ένας ταγματάρχης ζωντάνεψε ξανά θορυβώντας κάποιες αναμνήσεις του. Μιλούσε, γελούσε, έβριζε, συνέχιζε να δίνει διαταγές χωρίς σταματημό, σαν ομοβροντία του πεζικού…
Κι ύστερα, ήρθε η σειρά ενός άλλου και μετά ενός άλλου.
Ένας μίλησε ακόμα και για την Αίγυπτο. Περιέγραψε με ζωηρά χρώματα τα ταξίδια στην έρημο, όλους τους φόβους και τους κινδύνους τους.
Ύστερα ακουμπώντας πίσω μίλησε με μαλακιά, σιγανή φωνή για τις φεγγαρόλουστες νύχτες στο Νείλο και τη μεγαλοπρέπεια των λωτών.
Όταν έπαψε να μιλάει, ένα ονειρικό συναίσθημα φτερούγιζε πάνω στη συντροφιά.
«Και τώρα η σειρά σας, κύριε Savant” είπε η οικοδέσποινα γυρίζοντας σ’ ένα τριαντάρη χλωμό άντρα.
Σαν απάντηση στο αίτημα της κυρίας αυτός σήκωσε τα μεγάλα γκρίζα μάτια του.
Πάνω στα χείλη του τρεμόπαιξε ένα ανήσυχο χαμόγελο.
Ένα χαμόγελο νευρικό, κουριασμένο. Σαν μια φεγγαρίσια αχτίνα φθινοπωρινής νύχτας σ’ ένα χωράφι με ασπραγκάθια.
Ολονών τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω του.
Τώρα βάλθηκε να κοιτάζει τα νύχια του.
Βαριαναστέναξε.
Κι ύστερα άρχισε να μιλάει δίχως να σηκώνει το βλέμμα.
«Δεν θα με πιστεύατε αν σας έλεγα ότι μέχρι τώρα δεν έχω… ζήσει τίποτα.
Ποτέ.
Η ζωή μου κυλάει σαν τις σταγόνες της βροχής απ’ τις σκεπές. Κανονική, ανούσια, μονότονη.
Πάντα έτσι ήτανε.
Κι είναι φοβερά που ήταν πάντα έτσι.
Κι όμως…
Όπως βλέπετε, αγαπητή κυρία, δεν θα μπορούσα να σας διηγηθώ τίποτα ευχάριστο, γι’ αυτό επιτρέψτε μου να σιωπήσω».
Τότε όμως ακούστηκαν ζωηρές διαμαρτυρίες.
Και η οικοδέσποινα μέσα στο γενικό θόρυβο είπε χαριτολογώντας: «Πρέπει να συνεχίσετε, κύριε Savant. Τώρα μας έχετε κεντρίσει την περιέργεια και εμείς οι γυναίκες αυτό δεν μπορούμε ποτέ να το αφήσουμε ατιμώρητο».
Ο νεαρός άντρας στύλωσε το βλέμμα του σ’ ένα απόμακρο σημείο σαν να μην έβλεπε κανέναν.
«Ας είναι», μουρμούρισε στεγνά.
«Πρέπει ν’ αρχίσω από παλιά. Αλλά θα είμαι σύντομος.
Στην καρδιά μου υπάρχει μια λαχτάρα για καθετί μεγάλο, δυνατό, ασυνήθιστο! Την ένιωθα από πάντα, από παιδί. Διάβαζα τα παραμύθια και έβλεπα μέσα τους εμένα τον ίδιο. Και με τα κομμάτια που μου φαίνονταν πιο όμορφα σκάρωσα το παραμύθι της παιδικής μου ηλικίας. Όχι αυτής που έζησα αλλά εκείνης που ονειρεύτηκα. Επειδή οι μέρες της πρώτης μου νεότητας κυλούσαν ανιαρές σαν ένα ρυάκι στον κάμπο. Καμιά ενόχληση, κανένα ατύχημα, κανένα γεγονός που θα μπορούσε να συναρπάσει την ψυχή μου. Η μητέρα μου ήταν γλυκιά και ευαίσθητη κι αυτός που μ’ έσπειρε μονόχνωτος και μελαγχολικός. Ένιωθα γι’ αυτούς μια κάποια φυσική στοργή που θα μου άρεσε να ονομάσω αγάπη. Πέθαναν και οι δύο νωρίς. Έκλαψα. Μα δίχως πόνο. Μονάχα γιατί αισθανόμουν μια πίεση στα βλέφαρα. Το ίδιο βάρος που φαντάζομαι νιώθει κανείς όταν πέφτει στα μάτια του βίαια ένα πολύ δυνατό φως.
Άφησα με μεγάλη ευχαρίστηση το πατρικό σπίτι: τις σκοτεινές του κάμαρες, που ήταν γεμάτες με μικρές αυστηρές μελαγχολικές πολυθρόνες».
Ο βαρώνος έβηξε. Μα οι άλλοι ήταν προσεχτικοί και έριξαν ένα σχεδόν θυμωμένο βλέμμα στον ενοχλητικό. Εκείνος σώπασε.
«Τώρα είσαι έξω», συνέχισε ο αφηγητής, που δεν είχε καταλάβει τίποτα, «έξω σκέφτηκα, τώρα μπαίνεις στον κόσμο, στη ζωή, που όλοι πάντα τη λένε ορμητική, περιπετειώδη, πολυτάραχη. Μπορείς λοιπόν να παλαίψεις! Κι έτσι τράβηξα το δρόμο μου. Μα δεν χρειάστηκε να παλαίψω. Η μοίρα δεν το θέλησε. Βρήκα φίλους του πατέρα μου πολύ πρόθυμους να γίνουν προστάτες μου. Με βοήθησαν να συνεχίσω το σχολείο, με έθρεψαν, μου έδωσαν ρούχα και στέγη και ξανά η μονοτονία, βαριά σαν μολύβι, άπλωσε την ομίχλη της πάνω μου. Έμενα μόνο σε δωμάτια πιο φωτεινά, απολάμβανα λίγο περισσότερο κρέας απ’ ό,τι στο σπίτι και σούπα με μπαχαρικά που δεν άρεσε στον πατέρα μου.
Και ήρθε το πανεπιστήμιο. Για ένα διάστημα ήμουν επιμελής, δεν κατόρθωσα όμως να πάρω ψηλούς βαθμούς. Παράτησα το διάβασμα. Μα δεν απορρίφθηκα. Όχι, κατέληξα ολόισια πάνω στις μονότονες σιδηροτροχιές της υπαλληλικής εργασίας.
Νοίκιασα την κάμαρα στην οποία μένω μέχρι σήμερα. Η τυπική εργένικη κάμαρα, με τις κρεμάστρες, και ένα μικροσκοπικό μεταλλικό νιπτήρα».

Ένα ρίγος τον κούνησε απ’ τη θέση του. Για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια κι ύστερα ξανάρχισε: «Ήρθε η μέρα που πίστεψα ότι ήμουνα κοντά στο πρώτο γεγονός της ζωής μου. Πίστεψα ότι αγάπησα μια γυναίκα. Της το ομολόγησα με μια κάποια συγκίνηση. Εκείνη δεν είχε αντιρρήσεις. Αρραβωνιαστήκαμε.
Ω, ας υπήρχε μια αντίφαση, ένα εμπόδιο!
Ας μου αρνιότανε μονάχα και ας μ’ ανάγκαζε να δώσω την υπέροχη, γλυκιά μάχη που θα’ χε σαν έπαθλο το κορμί και την ψυχή της. Όμως όχι, όχι. Και εγώ με τη σκέψη μου φανταζόμουνα πως όλα αυτά θα κυλούσαν ανεμπόδιστα πάνω στις παλιές φθαρμένες ράγες της καθημερινότητας. Αυτή η σκέψη με τρομοκρατούσε. Κι ένα απόγευμα, καθώς έπαιρνα τον καφέ μου – εδώ και δέκα χρόνια, καθημερινά από τις τέσσερις μέχρι τις έξι βρίσκομαι στο καφενείο – της έγραψα ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα. Μερικές λέξεις πάνω σε μια απλή κάρτα, φράσεις αδέξιες που χύνονταν βρώμικες από τη χρησιμοποιημένη πένα του μαγαζιού. Ένιωθα πως σίγουρα δεν ήταν αυτό που οι άλλοι ονομάζουν αγάπη. Ήμουνα τόσο ήρεμος όλο αυτό τον καιρό! Όχι, αναμφίβολα, εκείνη μου ήταν τελείως αδιάφορη. Μάλιστα, με μια άγρια, τρελλή χαρά φανταζόμουνα τον πανικό που θα της προκαλούσαν αυτές οι αράδες. Την απαρηγόρητη οδύνη στην οποία η απόρριψή μου θα μπορούσε ίσως να ρίξει την γυναικεία καρδιά…
Θα ερχότανε ύστερα σε μένα γεμάτη κατηγορίες, θα μου ζητούσε εξηγήσεις κι εγώ θα την απέκρουα με ψυχρότητα και υπεροψία, μονάχα για να μπορέσω επιτέλους, επιτέλους να ζήσω κάτι.
Βυθισμένος σ’ αυτές τις σκέψεις έφυγα από το καφενείο και γύρισα σπίτι. Πάνω στο τραπέζι μου βρισκότανε μια επιστολή. Ο δικός της γραφικός χαρακτήρας! Έσκισα το φάκελο: διέλυε τον αρραβώνα με μια επιστολή, ψυχρή, απαθή και ήρεμη, όπως η δική μου που έπρεπε να βρίσκεται στο δρόμο».
Ο κύριος Savant στήριξε το κεφάλι του μέσα στα χέρια και σώπασε.
Ο θόρυβος από τα σερβίτσια είχε γίνει σχεδόν ντροπαλός. Το σαμοβάρι είχε βουβαθεί, σάμπως κι αυτό ν’ άκουγε τη διήγηση.
Κανείς δεν είχε διάθεση να πει λέξη.
Μόνο ο ταγματάρχης μουρμούρισε κάτι μέσα απ’ τα πυκνά του γένια.
Ο νεαρός βαρώνος έσερνε το φορτωμένο δαχτυλίδια χέρι του πέρα δώθε πάνω στο φαλακρό του κεφάλι. Είχε ένα ύφος ολότελα ηλίθιο.
Μετά από μερικά λεπτά ο νέος ξανασήκωσε το κεφάλι. Κοίταξε ολόγυρα με μάτια ορθάνοιχτα κι ύστερα είπε σάμπως να ονειρευότανε:
«Τίποτα λοιπόν. Για μια φορά ακόμη… τίποτα.
Ξαναπήραν να κυλούν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια.
Τόσο όμοια που δεν θα μπορούσες να τα ξεχωρίσεις.
Κάθε μέρα γυρνούσα στο σπίτι το απόγευμα την ίδια ώρα.
Κάθε μέρα ήξερα: το κλειδί θα κάνει ένα ξερό ήχο καθώς θα το βάζω στην κλειδαριά. Για μια στιγμή δεν θα γυρίζει, μα σε λίγα δευτερόλεπτα η πόρτα θ’ ανοίξει υποτακτικά και εύκολα. Πάνω στο τραπέζι θα με περιμένουν ένα ή δύο ασήμαντα γράμματα. Οι παντόφλες αντί να βρίσκονται κάτω από το κρεβάτι, θα είναι πλάι στην πολυθρόνα, όπου έδωσα εντολή να τις βάζει η υπηρέτρια.
Και κάθε μέρα το ίδιο.
Κάποτε μια διακοπή. Μου κοινοποιήθηκε ένα ένταλμα συλλήψεως. Δεν πίστευα πως είχα διαπράξει παράβαση αλλά τα πάντα πανηγύριζαν μέσα μου: ένα γεγονός. Ντύθηκα με μεγαλύτερη επισημότητα απ’ το συνηθισμένο για να παρουσιαστώ στο δικαστήριο συνοδεία του χωροφύλακα που με περίμενε έξω. Μα πριν καλά καλά ντυθώ μπήκε στο σπίτι ένας υπάλληλος που είπε κάτι για παρεξήγηση λόγω συνωνυμίας και μου ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση…
Πέρασαν άλλα τόσα χρόνια…
Πόσες, μα πόσες φορές θέλησα να διαπράξω ένα έγκλημα.
Με συγχωρείτε αγαπητή κυρία», διέκοψε ο Savant, όταν αντιλήφθηκε ότι τον παρακολουθούσε τρομαγμένη η κυρία von S… «Εσείς μου ζητήσατε να μιλήσω και εγώ δεν θέλω να κρύψω τίποτα. Μάλιστα βρέθηκα συχνά στο σημείο να διαπράξω ένα έγκλημα. Γιατί θέλω, πάση θυσία, να εισβάλει επιτέλους ένα γεγονός στη γκρίζα, φριχτή ζωή μου!» Τα μάτια του καίγανε όπως τα μάτια ενός πληγωμένου ζώου.
«Να σκοτώσω το διπλανό μου! Αυτή η σκέψη συχνά με βασανίζει όταν βρίσκομαι στο δρόμο. Αλλά μου λείπουν τα μέσα και η δύναμη. Και έτσι απομένω ακίνητος σαν ένα μαθητούδι που πρέπει να γράψει μια άσκηση και έχει ξεχάσει την πένα στο σπίτι…
Συχνά πάλι βγαίνω με το πιστόλι στην τσέπη. Μα συναντώ μονάχα ανθρώπους που πάνω τους αηδιάζω να ρίξω. Μικρές ζαρωμένες φιγούρες που παραμένουν ζωντανές με την ίδια ισχνή ζωτική δύναμη που συγκρατεί την αράχνη στον ιστό της. Κι ακόμη, γεροδεμένους εργάτες που κουβαλάνε το δικαίωμά τους στη ζωή πάνω στα ροζιασμένα χέρια τους και στο σκυθρωπό καπνισμένο τους μέτωπο.
Ας έχανα τουλάχιστο τα λογικά μου. Αυτή είναι η προσευχή μου όταν μένω ξάγρυπνος τις νύχτες.
Και μερικές φορές μου φαίνεται πως συμβαίνει το εξής: κάτι σέρνεται εκεί έξω. Πνιγηρό και τρομακτικό. Και τώρα με κοροϊδεύει χαιρέκακα μέσα στο κρανίο μου, με περιγελάει… γελάει. Ξεσπάω σ’ ένα δυνατό διαπεραστικό γέλιο. Μα δεν είναι τίποτα. Παίρνω μια σελίδα από την εφημερίδα, διαβάζω δυο τρεις αράδες και αντιλαμβάνομαι πως εξακολουθώ να τα καταλαβαίνω όλα, τη μια λέξη μετά την άλλη, τη μια φράση μετά την άλλη. Όχι, δεν μου επιτρέπεται ούτε καν να τρελλαθώ! Ούτε αυτό».
Ο Savant τρόμαξε να πνίξει τα δάκρυά του.
Όλοι κάθονταν σιωπηλοί και παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι τον αφηγητή. Μονάχα ο ταγματάρχης, κατακόκκινος σαν αστακός, με το σπιρούνι του αριστερού του ποδιού έξυνε σιγανά τις σανίδες του πατώματος. Έμοιαζε με το θόρυβο που κάνει το ρολόι του θανάτου.
Ένα ρίγος διαπέρασε την κάμαρα.
Ούτε ένα φλυτζάνι δε σάλευε.
«Τελείωσα» ψιθύρισε τώρα ο δύστυχος με φωνή αδύναμη, σχεδόν σβησμένη.
«Ένας άλλος θα μπορούσε να είναι ικανοποιημένος μ’ αυτή την επίπεδη, άχρωμη ζωή. Θα μπορούσε να τρώει καλά και πολύ, να εξακολουθεί να έχει καλή χώνεψη και να γίνεται όλο και πιο παχύς.
Μα εμένα, εμένα που κουβαλάω μέσα μου μια ζεστή βασανιστική λαχτάρα από τα παιδικά μου χρόνια για ένα γεγονός, εμένα με σκοτώνει.
Τα μάγουλά μου καίνε από νοσταλγία, αλλά η καταιγίδα της ζωής δεν έρχεται να τα δροσίσει».
                                                                                                                                                           1896


RAINER MARIA RILKE
ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΚΟΥΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Α. ΥΦΑΝΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ 1999