Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Ο ΜΥΣΤΗΣ Ο ΜΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ



Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ξέραμε τι ακριβώς ισχυρίζονταν οι σιμωνιανοί για την ωραία Ελένη. Η θρησκευτική αυτή ομάδα, όπως και πολλές άλλες, εξελίχθηκε παράλληλα με το χριστιανισμό. Θεμελιωτής της ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο Σίμων από τη Σαμάρεια, τον οποίο μνημονεύουν οι Πράξεις των Αποστόλων (8:9-24). Ο θρησκευτικός αυτός ηγέτης είχε ήδη πλούσια δράση στον τόπο του και πολλούς οπαδούς πριν να διασταυρωθεί με τους μαθητές του Ιησού. Κάποια στιγμή δέχτηκε, μαζί με την ομάδα του, το χριστιανικό βάπτισμα αλλά οι φιλοδοξίες του τον ώθησαν, καθώς φαίνεται, να ακολουθήσει και πάλι τον δικό του, ξεχωριστό δρόμο.
Ο Σίμων, σύμφωνα με χριστιανικές μαρτυρίες του δεύτερου αιώνα, υπήρξε ιδιαιτέρως δημοφιλής στον τόπο της καταγωγής του. Στα δόγματά του όμως μυήθηκαν και ορισμένοι αλλοεθνείς – προφανώς Έλληνες και Ρωμαίοι. Το θρησκευτικό κίνημα του οποίου ηγήθηκε σημείωσε αρκετές επιτυχίες και μετά το θάνατό του. Από νωρίς βρέθηκε σε μεγάλη σύγκρουση με το χριστιανισμό. Η αναμέτρηση των σιμωνιανών με τους χριστιανούς είναι γνωστή από διάφορες πηγές, κυρίως όμως μέσα από μιαν ευφάνταστη μυθολογία που προσέλαβε, κάποια στιγμή, παντελώς εξωπραγματικές διαστάσεις. Η μυθολογία θέλει ως επίκεντρο της σύγκρουσης τη Ρώμη και εμφανίζει ως κύριο αντίπαλο του Σίμωνα τον απόστολο Πέτρο.
Στο μέσον του τρίτου αιώνα, η μάχη είχε μάλλον κριθεί. Ο Ωριγένης υποστήριζε ότι στην εποχή του οι οπαδοί του Σίμωνα δεν ήταν περισσότεροι από τριάντα σε όλη την οικουμένη – και αυτοί σχεδόν όλοι συγκεντρωμένοι γύρω από την Παλαιστίνη. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν ίσως υπερβολικός. Στην αρχή του τέταρτου αιώνα υπήρχαν ακόμα αρκετοί σιμωνιανοί ώστε να δημιουργούν προβλήματα στους ορθόδοξους χριστιανούς. Η ιστορική τους πορεία είχε πάντως φτάσει στο τέλος της.
Η ανάμνηση του Σίμωνα δεν έσβησε εύκολα. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς που ασχολήθηκαν με ζητήματα δόγματος, συνέχισαν τη σκιαμαχία για αρκετούς αιώνες. Μνημονεύουν συνήθως των Σίμωνα ως Πατέρα όλων των αιρέσεων, και του αποδίδουν διαστροφή της ορθής διδασκαλίας, ανηθικότητα και μαγγανεία. Πάντως, παρά τους ισχυρισμούς τους, από τις πληροφορίες που παραθέτουν προκύπτει σαφώς ότι οι σιμωνιανοί δεν ήταν ακριβώς χριστιανική αίρεση αλλά ανεξάρτητη θρησκευτική ομάδα. Αυτό το κατανόησε πλήρως ο Ωριγένης. Οι σιμωνιανοί δεν αναγνώριζαν τον Ιησού ως υιό θεού. Ο Σίμων κατά συνέπεια δεν ήταν αιρετικός. Ήταν ένας μύστης.
Όλες οι πληροφορίες για τον Σίμωνα προέρχονται από χριστιανούς που ήταν δηλωμένοι εχθροί του. Ανεξάρτητες μαρτυρίες από οπαδούς δικούς του ή ουδέτερους παρατηρητές δεν έχουν σωθεί. Ορισμένοι μελετητές προσπαθούν κατά καιρούς να διακρίνουν πίσω από τις περιγραφές των αντιπάλων του την πραγματική του διδασκαλία. Φαίνεται πολύ πιθανό ότι η διδαχή του διέθετε βάθος και συνοχή. Είναι όμως σχεδόν αδύνατο να αποκατασταθεί πλέον επαρκώς και να γίνει κατανοητή στο σύνολό της. Οι αντίπαλοί του προτίμησαν να συκοφαντήσουν το πρόσωπο παρά να αντιπαρατεθούν στη διδασκαλία. Από ό,τι φαίνεται άλλωστε, ούτε οι ίδιοι γνώριζαν πολλά για το περιεχόμενό της, μολονότι κυκλοφορούσαν βιβλία των οπαδών του. Στην ιστορία ο Σίμων δεν παραδόθηκε ως μύστης αλλά ούτε και ως αξιόλογος αιρετικός. Παραδόθηκε ως μάγος.

Οι αντιαιρετικοί συγγραφείς επέμεναν ότι ο Σίμων συνοδευόταν στις περιοδείες του από την Ελένη. Επρόκειτο, καθώς υπογράμμιζαν, για μια κοινή πόρνη από την Τύρο της Φοινίκης. Την είχε εξαγοράσει ο Σίμων και την εμφάνιζε ως το πρόβατον το απολωλός, αλλά και ως πνεύμα άγιον. Στην προσπάθειά τους να την δυσφημίσουν, ορισμένοι συγγραφείς την παρουσιάζουν, εκτός από πόρνη, και ως κρυφή ερωμένη του Σίμωνα. Το πολεμικό ύφος και η ποικιλία των παραλλαγών συσκοτίζουν τη σχετική διδασκαλία των σιμωνιανών. Αφήνουν πάντως να διαφανεί, κάπως, η σημασία την οποία οι οπαδοί του Σίμωνα απέδιδαν στο μύθο της Ελένης.
Σύμφωνα με βάσιμες μαρτυρίες, οι σιμωνιανοί είχαν κατασκευάσει και προσκυνούσαν εικόνες του Σίμωνα και της Ελένης. Στον Σίμωνα έδιναν τη μορφή του Δία και στην Ελένη τη μορφή της Αθηνάς. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς θεωρούσαν την πρακτική αυτή ειδωλολατρική. Την ίδια εποχή ωστόσο, διάφορες χριστιανικές ομάδες είχαν ήδη αρχίσει να κατασκευάζουν εικόνες του Ιησού, του Πέτρου, του Παύλου, και του Ιωάννη.
Μια εκδοχή θέλει την Ελένη και τον Σίμωνα να ξεκινούν τη σταδιοδρομία τους ως μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Παραδοξότερη πάντως, και ίσως για αυτό πιο ενδιαφέρουσα, είναι η συνηθέστερη εκδοχή που θέλει την Ελένη να ταυτίζεται με τη θρυλική ηρωίδα του Τρωικού πολέμου. Οι χριστιανοί συγγραφείς που επαναλαμβάνουν τον ισχυρισμό δηλώνουν ότι τον παρέλαβαν από τους σιμωνιανούς. Με δεδομένο ότι δεν τους χρησίμευε ιδιαιτέρως στην πολεμική τους, μπορούμε να δεχτούμε ότι πράγματι δεν τον επινόησαν οι ίδιοι.
Ο σιμωνιανός μύθος για την ωραία Ελένη είναι συγκεχυμένος. Κοινό στοιχείο στις διάφορες παραλλαγές είναι η αναφορά στο κάλλος της γυναίκας και ο ρόλος της στη σύγκρουση Ελλήνων και Τρώων – αλλά και γενικότερα, των Ελλήνων με τους βαρβάρους. Μέσα από διαδοχικές «μετενσωματώσεις» ή μεταμορφώσεις, η Ελένη κινήθηκε από τον υψηλότερο ουρανό σε άλλους ουρανούς, και τέλος έφτασε στη γη. Πήρε τη μορφή της ωραίας βασίλισσας και προκάλεσε τον γνωστό πόλεμο. Την ίδια στιγμή πάντως που οι Έλληνες τη διεκδικούσαν έξω από τα τείχη της Τροίας, οι Τρώες κατείχαν μόνο την εικόνα της. Η πραγματική Ελένη κατοικούσε με τον ύψιστο Θεό. Στο τέλος, οι δυνάμεις του κόσμου την υποδούλωσαν και την εγκατέστησαν δέσμια στο πορνείο της Τύρου. Για την απολύτρωσή της κατέβηκε από τους ουρανούς ο Σίμων, εξασφαλίζοντας έτσι τη σωτηρία όλων των ανθρώπων.

Υπάρχει ένας διάφανος συμβολισμός στον σιμωνιανό μύθο. Η Ελένη εκπροσωπούσε το κάλλος του ελληνικού πολιτισμού. Η γοητεια της αντιπροσώπευε την ακαταμάχητη έλξη της ελληνικής σοφίας. Κάθε ομορφιά ενέχει ωστόσο κινδύνους. Οι Τρώες είχαν κάποτε καταστραφεί για να κατακτήσουν ένα αδειανό πουκάμισο. Ο Σίμων ισχυριζόταν ότι μπορούσε να απελευθερώσει τη σοφία των Ελλήνων για χάρη της ανθρωπότητας. Με τις ιουδαϊκές του καταβολές ήταν σε θέση να διακρίνει το ζωογόνο πνεύμα της από το γοητευτικό της ένδυμα, και να οδηγήσει τους οπαδούς του στις μακρινές, πανανθρώπινες ρίζες. Οι φιλοσοφικές επεξεργασίες των μετενσαρκώσεων του πρόσφεραν τα εννοιολογικά εφόδια. Η δική του επίγεια και εφήμερη παρουσία ήταν έκφανση μιας προαιώνιας, ανολοκλήρωτης κοσμογονίας.
Ορισμένοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς δίνουν την εντύπωση ότι κατανόησαν το συμβολισμό. Στη διδαχή του Σίμωνα και άλλων αιρετικών έβλεπαν ωστόσο την απόλυτη πλάνη. Πίστευαν ότι η Ελένη είχε ασκήσει τη γοητεία της και ότι είχε μετατρέψει τους θαυμαστές της σε μαθητευόμενους μάγους. Εκκινώντας από τη σοφία των βαρβάρων, τους οποίους εκπροσωπούσαν οι Ιουδαίοι, οι αιρετικοί είχαν υποδουλωθεί στη σοφία των Ελλήνων. Το κάλλος της Ελένης τους είχε ξεγελάσει. Επρόκειτο για μια κοινή πόρνη και δεν χρειαζόταν ένας πόλεμος γαι να κατακτηθεί. Αρκούσε να πληρώσει κανείς λίγα νομίσματα στον προαγωγό της.
Οι δάσκαλοι του ορθόδοξου χριστιανισμου ήταν βιαιότατοι στην κριτική τους επειδή απειλούνταν και οι ίδιοι από την σοφία των Ελλήνων. Ήταν και αυτοί μαγνητισμένοι από το κάλλος της Ελένης. Για να προφυλαχθούν, λοιπόν, εμφανίζονταν εχθρικότεροι έναντι των Ελλήνων από ό,τι πράγματι ήταν. Όπως και ο ίδιος ο Σίμων, οι μεγάλοι εκκλησιαστικοί πατέρες είχαν πάντα τη βεβαιότητα ότι μπορούσαν να αντλήσουν από τη σοφία του ελληνισμού χωρίς να κάνουν παραχωρήσεις στα δόγματά τους. Τις υπερβολές τις έβλεπαν πάντα στους Έλληνες.
Στο μύθο των σιμωνιανών, οι χριστιανοί απάντησαν με έναν άλλο μύθο. Κατασκεύασαν μια ιστορία αναμέτρησης του Σίμωνα του Μάγου με τον συνονόματό του Σίμωνα Πέτρο. Το σκηνικό στήθηκε στη Ρώμη. Τριγύρω συνέρρεαν τα πλήθη. Η σύγκρουση δύο γιγάντων είχε ως τραγική κατάληξη την πανωλεθρία του μάγου. Από τον ουρανό όπου πετούσε με τη συνεργία δαιμόνων, ο Σίμων τσακίστηκε στη γη. Ζήτησε από τους φίλους του να τον θάψουν και υποσχέθηκε να αναστηθεί σε τρεις μέρες. Αλλά κανείς δεν τον ξανάδε. Ορισμένοι ισχυρίζονταν ότι αυτοκτόνησε.

Κάποιος χριστιανός συγγραφέας σκέφτηκε να δώσει στο μύθο του Σίμωνα πιο ολοκληρωμένη μορφή. Έγραψε ένα εκτενές μυθιστόρημα, με αναζητήσεις και περιπέτειες, όπως απαιτούσαν οι συμβάσεις της εποχής. Ήρωας του μυθιστορήματος ήταν ο Κλήμης, μαθητής του αποστόλου Πέτρου. Μέσα στο αφήγημα εμφανίζεται και ο πατέρας του Κλήμη, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Φαύστος, καθώς και τα αδέλφια του, ο Φαυστίνος και ο Φαυστινιανός.
Η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο συνονόματους συνεχιζόταν χωρίς σαφή κατάληξη. Διαπιστώνοντας το αδιέξοδο, ο Πέτρος αποφάσισε να καταδώσει τον Σίμωνα στις ρωμαϊκές αρχές ως μάγο. Η μαγεία καταδικαζόταν με θάνατο και έτσι η επικίνδυνη διδασκαλία θα τερματιζόταν με τη φυσική εξόντωση του εισηγητή της. Περιπλανώμενος και παραπλανημένος, ο Σίμων αντιλήφθηκε την παγίδα. Για να διαφύγει έλαβε με τις μαγγανείες του τη μορφή του Φαύστου, δίνοντας στο γέρο τη δική του. Ο Πέτρος κατάφερε πάντως να αξιοποιήσει το τέχνασμα και να δυσφημίσει τον αντίπαλό του. Η αναμέτρηση κατακυρώθηκε υπέρ του αποστόλου.
Στην πραγματικότηταο μάγος δεν χάθηκε από το πρόσωπο της γης, όπως ισχυρίζονταν οι αντίπαλοί του. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν τον είδαν βεβαίως να εμφανίζεται ξανά, τον είδαν όμως οι οπαδοί του. Πως αλλιώς να ερμηνεύσουμε το γεγονός της επιβίωσης των σιμωνιανών τουλάχιστον έως τον τέταρτο αιώνα;
Ο Σίμων εκμεταλλεύτηκε πάντως και άλλες ευκαιρίες ή μετενσαρκώσεις. Στο τέλος του μυθιστορήματος είχε ακόμα τη μορφή του μελαγχολικού αριστοκράτη Φαύστου και σκέφτηκε, καθώς φαίνεται, ότι μπορούσε να συνεχίσει τον ανήσυχο δρόμο του. Ο γιος του Φαύστου, ο Κλήμης, έχοντας σπουδάσει τα ελληνικά γράμματα, περιπλανήθηκε στη Μεσόγειο, αναζητώντας τον Θεό και την αλήθεια. Κάποια στιγμή φλερτάρισε με την ιδέα της νεκρομαντείας και οδηγήθηκε στην Αίγυπτο. Ύστερα πήγε στην Παλαιστίνη όπου γνώρισε τον Πέτρο, πριν καταλήξει τοπικός ηγέτης στη χριστιανική κοινότητα της Ρώμης. Θεωρώντας πιθανότατα τον εαυτό του γνήσιο συνεχιστή της οικογένειας, ο Σίμων, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, στράφηκε και αυτός στις σπουδές και τις έρευνες, μελετώντας αστρονομία, μεταφυσική και μαγεία.
Τον 16ο αιώνα πίστεψε πως είχε έρθει η στιγμή να κάνει πάλι την εμφάνισή του. Λίγα χρόνια αργότερα, το1587 εκδόθηκε στα γερμανικά ένα νέο μυθιστόρημα που προσπαθούσε να αφηγηθεί την ιστορία του. Το διάβασε ο Βρετανός δραματουργός Μάρλοου και το απαθανάτισε σχεδόν αμέσως στο γνωστό θεατρικό του έργο Δόκτωρ Φάουστους. Από μια λαϊκή εκδοχή του θεατρικού έργου που παιζόταν με μαριονέτες, την υπόθεση πληροφορήθηκε και ο Γκαίτε, ο οποίος ξεκίνησε το 1773 την δική του αναμέτρηση με το θρύλο.
Παρά τα πολλά χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, ο ήρωας διατηρούσε ακόμα βασικά χαρακτηριστικά του αρχαίου μάγου. Ανάμεσα σε άλλα, μεταχειριζόταν κάθε μέσον, πετούσε στους ουρανούς και αναζητούσε την ομορφιά και την αλήθεια. Τόσο στην εκδοχή του Μάρλοου όσο και του Γκαίτε διατηρεί τον πόθο του για την ωραία Ελένη. Δεν ξέρω γιατί αλλά στην εκδοχή του Τόμας Μανν η ωραία Ελένη παραμένει ανώνυμη – ο ήρωας του μυθιστορήματος την αποκαλεί Εσμεράλδα. Εξακολουθεί να είναι πάντως μια σαγηνευτική και επικίνδυνη πόρνη. Ταυτοχρόνως πηγή μοναδικής ή μάλλον δαιμονικής έμπνευσης.
Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Τόμας Μάνν εμφανίζει τον ήρωά του, μετά την ερωτική του εμπειρία με την Εσμεράλδα, να αναφωνεί Δεήθητε υμείς υπέρ εμού – και μάλιστα στα παλαιά γερμανικά του Λούθηρου. Με τα ίδια ακριβώς λόγια ολοκληρώνει την εμφάνισή του ο Σίμων στις Πράξεις των Αποστόλων (8:24). Αν κρίνουμε από την τροπή που πήραν τα πράγματα, ο Πέτρος δεν είχε προσευχηθεί για τον αντίπαλό του. Τον άφησε να περιπλανιέται από αιώνα σε αιώνα και από τη μία μετενσάρκωση στην άλλη.


___________________
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Πληροφορίες για τον Σίμωνα, μετά από τις Πράξεις, δίνει πρώτος ο Ιουστίνος στην πρώτη Απολογία του. Ο Ιουστίνος πάντως δεν ισχυρίζεται ότι ο Σίμων πήγε ποτέ στη Ρώμη, μολονότι μπορεί να έδωσε την εντύπωση αυτή που αποτέλεσε τη βάση όλης της μεταγενέστερης μυθολογίας. Στη Ρώμη πρωτοεμφανίζεται ο Σίμων στις απόκρυφες Πράξεις Πέτρου. Ο Ωριγένης αναφέρεται στους σιμωνιανούς σταο σύγγραμμά του Κατά Κέλσου 1.57, 5.62, 6.11. Τον τέταρτο αιώνα ο Ευσέβιος δίνει την εντύπωση ότι υπήρχαν ακόμα σιμωνιανοί (Εκκλησιαστική ιστορία 2.1, 13). Για εικόνες του Σίμωνα και της Ελένης πρώτος κάνει λόγο προς το τέλος του δεύτερου αιώνα ο Ειρηναίος στο πρώτο βιβλίο του συγγράμματός του Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως. Ο μόνος εκκλησιαστικός συγγραφέας που γνώριζε το περιεχόμενο ενός σιμωνιανού βιβλίου με τίτλο Μεγάλη Απόφασις, είναι ο Ιππόλυτος. Το αναφέρει στο έκτο βιβλίο του έργου του. Έλεγχος κατά πασών αιρέσεων. Συμπληρωματικές πληροφορίες δίνει ο Επιφάνιος στο Πανάριον 21-2 και άλλοι. Ο Σίμων εμφανίζεται ως μαθητής του Βαπτιστή στο μυθιστορηματικό σύγγραμμα Κλήμεντος των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή, γνωστό στη σύγχρονη φιλολογία ως Κλήμεντος, Ομιλίαι. Η ίδια ιστορία διασώζεται και σε λατινική παραλλαγή που είναι γνωστή ως Recognitiones.
Μεταξύ άλλων μια σύνθεση της διδασκαλίας του Σίμωνα με σχολαστική έρευνα των πηγών επιχείρησε από θεοσοφική σκοπιά ο G.R.S. Mead το 1892. Την πρώιμη χρήση εικόνων στις χριστιανικές κοινότητες εξετάζω στο άρθρο μου «Η πρώιμη χριστιανική εικονογραφία και τα πορτραίτα Φαγιούμ» στο Φ.Ι. Κακριδής, Ι. Τουλουμάκος, Ο. Τσαγκαράκης, Γ. Μ. Σηφάκης (επιμέλεια), Κτερίσματα: Φιλολογικά μελετήματα αφιερωμένα στον Ιωάννη Σ. Καμπίτση (1938-1990) Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2000. Τις εκδόσεις και το περιεχόμενο των λεγόμενων Κλημεντίων συγγραμμάτων παρουσιάζω στον β’ τόμο των Αποκρύφων χριστιανικών κειμένων που πρόκειται να εκδώσει σύντομα ο Ιωάννης Καραβιδόπουλος. Με τη σύγκρουση Σίμωνα και Πέτρου ασχολούμαι στο άρθρο μου «The holy man and the sorcerer or How to distinguish between good and evil in early Christianity» που πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά Συμποσίου του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας. Για τον Δόκτορα Φάουστους του Christopher Marlowe ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί τη μετάφραση του Κλείτου Κύρου, εκδ. Αγρα, 1990. και για τον Φάουστ του Γκαίτε τη μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη εκδ. Γαβριηλίδη 2001.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ
ΑΠΟΚΡΥΦΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ 2002

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

ΠΩΣ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΓΙΝΕ ΜΑΡΑΓΚΟΣ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ


Πληροφορίες για το βίο του Ιησού ανάμεσα στα περιστατικά της γέννησής του και τη βάπτισή του δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες στα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος ούτε καν για αποσπασματική περιγραφή της νεανικής του ζωής. Μετά την περιτομή που έγινε την όγδοη ημέρα (Λουκάς 2:21), τον καθαρισμό του βρέφους στο Ναό (2:22) και τη φυγή στην Αίγυπτο (Ματθ. 2:14-23), για μια περίοδο τριάντα περίπου χρόνων έχουμε μία και μοναδική εμφάνιστη του Ιησού δωδεκαετούς στο Ναό (Λουκ.2:42-51). Η θρησκευτική παράδοση (και η αγιογραφική που τη συνοδεύει) έχει, κατά συνέπεια, αναζητήσει άλλες πηγές, καθώς και περισσή φαντασία, για να αναπλάσει και να παραστήσει το βίο και τα έργα του.
Μέσα σε αυτό το κλίμα της ευσεβούς μυθοπλασίας, μια πληροφορία την οποία διασώζουν, σχεδόν παρεμπιπτόντως, το Κατά Μάρκον και το Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο έχει δώσει λαβή να πλαστεί ολόκληρη ιστορία γύρω από το επάγγελμα του Ιωσήφ και τη συνακόλουθη μαθητεία του Ιησού. Από κοντά και η αγιογραφία παριστά το μαραγκούδικο του Ιωσήφ και τον μικρό Ιησού μέσα σε αυτό να διδάσκει ή να πλανίζει.
Όλο κι όλο που λένε τα δύο αυτά Ευαγγέλια είναι ότι τη μοναδική φορά που ο Ιησούς δίδαξε στην πατρίδα του (δηλαδή τη Ναζαρέτ), πολλοί από αυτούς που τον άκουσαν απορούσαν και έλεγαν: «Από που τα κατέχει αυτά; Και ποια είναι η σοφία αυτή που του δόθηκε; Πως κάνει τέτοια θαύματα με τα χέρια του; Αυτός δεν είναι ο ξυλουργός (τέκτων), ο γιος της Μαρίας και αδελφός του Ιακώβου, του Ιωσή, του Ιούδα και του Σίμωνος; Κι οι αδελφές του δεν μένουν εδώ στον τόπο μας;» Κάνοντας τις σκέψεις αυτές ολιγοπιστούσαν (Μάρκος 6:1-3).
Στην αντίστοιχη περιγραφή του Ματθαίου, η μόνη κάπως ουσιαστική διαφορά είναι ότι ο Ιησούς δεν αποκαλείται τέκτων αλλά γιος τέκτονα (Ματθαίος 13:54-7). Την παραλλαγή αυτή μάλιστα τη διασώζουν αρκετές παπυρικές και πατερικές αναγνώσεις του Κατά Μάρκον ευαγγελίου. Ο Ωριγένης, για παράδειγμα, υποστήριζε ότι κανένα από τα ευαγγέλια που δεχόταν η εκκλησία δεν αποκαλούσε τον Ιησού τέκτονα. Πολλοί μελετητές βγάζουν έτσι το συμπέρασμα ότι στο Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο έχουμε την αρχική διατύπωση, τη μοναδική που γνώριζε ο Ωριγένης.
Τέκτων βεβαίως ήταν ο μαραγκός, ο ξυλουργός και, γενικότερα, ο κάθε είδους οικοδόμος ή κτίστης. Ο αραμαϊκός όρος που κρύβεται πίσω από την ελληνική μετάφραση είχε μάλιστα μεγαλύτερο εννοιολογικό εύρος. Στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται έτσι λόγος για τέκτονα σιδήρου και χαλκού. Η χριστιανική παράδοση πάντως επέλεξε από νωρίς τη σημασία του ξυλουργού, διασταύρωσε τις δύο παράλληλες αναγνώσεις και άρχισε να πλάθει τη μυθολογία της. Εφόσον μάλιστα την εποχή εκείνη ο γιος έπαιρνε συχνά το επάγγελμα του πατέρα του, οι περισσότεροι αναγνώστες δεν είδαν κανένα απολύτως πρόβλημα στις παραλλαγές. Έως ότου αρχίσει τις δημόσιες εμφανίσεις του, ο Ιησούς θα ήταν έτσι μαραγκός στο εργαστήριο του πατέρα του, βοηθώντας την οικογένειά του και ζώντας ειρηνικά, ανάμεσα σε συγγενείς και συγχωριανούς.


Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει πάντως ότι, σύμφωνα με την περιγραφή, οι ακροατές του Ιησού σκανδαλίζονταν με όσα άκουγαν. Η περικοπή αρχίζει με έναν τρόπου που υπονοεί ότι όλοι θαύμαζαν και απορούσαν με τη σοφία του συμπατριώτη τους, συνεχίζει όμως με το γνωστό απόφθεγμα του Ιησού: «Δεν υπάρχει προφήτης που να μην τον περιφρονούν οι συμπατριώτες του (άτιμος ει μη εν τη πατρίδι αυτού), οι συγγενείς του και η οικογένειά του» (Μάρκος 6:4). Το επεισόδιο ολοκληρώνεται με μια εντυπωσιακή παρατήρηση: «Έτσι δεν μπορούσε [ο Ιησούς] να κάνει εκεί [στην πατρίδα του] κανένα θαύμα, παρά μόνο ακούμπησε τα χέρια του σε λίγους αρρώστους και τους θεράπευσε». Ήταν πλέον η σειρά του Ιησού να απορήσει με την απιστία των συγχωριανών του (6:5-6). Αλλά και η σειρά των αναγνωστών να σκανδαλιστούν με την αφοπλιστική ειλικρίνεια των δύο ευαγγελιστών. Η δύναμη του Ιησού περιοριζόταν από τις αρνητικές αντιδράσεις των παρισταμένων.
Σημαντικές και σχετικώς πρόσφατες παπυρικές ανακαλύψεις μας βοηθούν να φανταστούμε, κάπως, τη λογική με την οποία πλάστηκε το επεισόδιο αυτό. Τρία σπαράγματα ενός απολεσθέντος ευαγγελίου είχαν βρεθεί ήδη στο τέλος του 19ου και στην αρχή του 20ου αιώνα στην Αίγυπτο. Μισόν αιώνα αργότερα, βρέθηκε σε κοπτική μετάφραση ολόκληρο το σχετικό κείμενο με τον τίτλο του (στο τέλος του χειρογράφου, όπως συνηθιζόταν). Επρόκειτο για το Κατά Θωμάν ευαγγέλιο, το οποίο η εκκλησία είχε από νωρίς κατατάξει στα λεγόμενα απόκρυφα. Έγκυροι μελετητές διαπίστωσαν ωστόσο ότι το σύγγραμμα αυτό μας οδηγεί, ενδεχομένως, σε μια παράδοση προγενέστερη από αυτή των Ευαγγελίων της Καινής Διαθήκης. Έτσι, ενώ περιλαμβάνει πολλές από τις γνωστές ρήσεις του Ιησού, τις καταγράφει, κατά κανόνα, δίχως το ιστορικό τους πλαίσιο.
Το εύλογο συμπέρασμα είναι ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η παράδοση διέσωζε στοιχεία της διδασκαλίας του Ιησού σε μορφή αποφθεγμάτων. Όταν κάποιοι θεώρησαν ότι τα αποφθέγματα αυτά θα είχαν περισσότερο νόημα ενταγμένα σε μια βιογραφία, προσπάθησαν να τους προσδώσουν κάποιο πλαίσιο αναφοράς, όπως θεωρούσαν καλύτερα. Για το πλαίσιο αυτό, συχνά, δεν υπήρχε άλλη πληροφορία, παρά μόνον ό,τι προέκυπτε από τα ίδια τα λόγια του Ιησού.
Το Κατά Θωμάν ευαγγέλιο διασώζει, μετάξυ άλλων, την ακόλουθη ρήση: «Δεν υπάρχει προφήτης που να γίνεται δεκτός στην πατρίδα του, ούτε ιατρός που να θεραπεύει τους γνωστούς του». Επινοώντας ένα ιστορικό πλαίσιο για τα λόγια αυτά, οι ευαγγελιστές υπέθεσαν, καθώς φαίνεται, ότι ο Ιησούς είχε πράγματι επισκεφθεί την ιδιαίτερη πατρίδα του και ότι είχε διδάξει εκεί, χωρίς να γίνει πιστευτός. Αποτέλεσμα της απιστίας των συμπατριωτών θα ήταν η αδυναμία του να θεραπεύσει πολλούς αρρώστους. Οι ευαγγελιστές παρουσιάζουν ανήμπορο τον Ιησού επειδή έτσι έδειχναν να απαιτούν τα ίδια του τα λόγια.
Για την υπόθεση αυτή υπάρχει και μια επιβεβαίωση. Τα ίδια ακριβώς λόγια του Ιησού οδήγησαν τον ευαγγελιστή Λουκά να επινοήσει τελείως διαφορετικά συμφαζόμενα. Στην εκδοχή του Λουκά, το πλήθος εμφανίζεται ακόμα πιο εξοργισμένο. Διώχνει τον Ιησού και θέλει να τον ρίξει στον κρημνό (4:16-30). Ο ευαγγελιστής Ιωάννης πάλι προτιμά να επαναλάβει τη ρήση χωρίς να την εντάξει σε κάποια αφήγηση, αφήνοντάς την όπως περίπου τη διαβάζουμε και στο Κατά Θωμάν ευαγγέλιο (4:43-5).
*
Στις εκδοχές του Μάρκου και του Ματθαίου, οι παριστάμενοι εκπλήσσονται και απορούν. Δεν μπορούν να καταλάβουν πως έλεγε τέτοια πράγματα ένας τέκτων ή ένας γιος τέκτονα. Η απορία τους έχει κάποια λογική. Συγχωριανοί ήταν, ως τέκτονα τον γνώριζαν. Εάν όμως πρόκειται για σημάδι γνωριμίας, τότε ασφαλώς θα αρκούσε η διαπίστωση ότι επρόκειτο για το τέκνο της Μαρίας και για τον αδελφό γνωστών προσώπων. Η επαγγελματική ιδιότητα του Ιησού δεν φαίνεται απαραίτητη.
Η έρευνα στο αραμαϊκό υπόβαθρο των λόγων του Ιησού έχει πάντως δείξει ότι η έκφραση «Δεν υπάρχει τέκτων/γιος τέκτονα που να μπορεί να το εξηγήσει αυτό» είναι συνήθης στο Ταλμούδ. Τέκτων, στα αραμαϊκά ναγγάρ, σημαίνει, εκτός από ξυλουργός ή οικοδόμος, και σοφός ή λόγιος. Άλλωστε και στα ελληνικά δήλωνε επίσης κάποιον που κατείχε τέλεια μια τέχνη, ακόμα και τον ποιητή. Η ταλμουδική έκφραση υπαινίσσεται την αδυναμία ακόμα και ενός μορφωμένου να εξηγήσει κάτι σκοτεινό. Έτσι η ευαγγελική περικοπή, όπως θα γινόταν κατανοητή από τους πρώτους δίγλωσσους αναγνώστες, εξέφραζε την άρνηση των Ιουδαίων να δεχτούν από έναν διαβασμένο, έναν σοφό, τέτοιου είδους ερμηνείες των Γραφών. Αυτά που έλεγε ο Ιησούς δεν ήταν λόγια ενός λογίου ή ενός γιου λογίου. Στις αντιρρήσεις αυτές ο Μάρκος και ο Ματθαίος βάζουν τον Ιησού να απαντά ότι κανένας προφήτης δεν γίνεται δεκτός στην πατρίδα του.
Το νήμα αρχίζει έτσι, κάπως, να ξετυλίγεται. Όταν ο αραμαϊσμός ξεχάστηκε, η λέξη τέκτων κράτησε τη σημασία του μαραγκού και έγινε σημάδι απλής γνωριμίας. Κάποιος ευσεβής συμπλήρωσε και όλα τα σχετικά που γνώριζε από την παράδοση: «Ο τέκτων, ο γιος της Μαρίας και αδελφός του Ιακώβου...» Πάνω στην πληροφορία αυτή, όπως την παρέλαβαν οι ελληνόφωνοι αναγνώστες των Ευαγγελίων, οικοδομήθηκε η ευσεβής παράδοση του μαραγκού και του μαραγκούδικου. Ο Ιωσήφ, για τον οποίο τίποτα σχεδόν δεν ήταν γνωστό, άρχισε να αποκτά επάγγελμα και υπόσταση. Κοντά του, ο Ιησούς απέκτησε νεανικό βίο και νεανική απασχόληση.


Στο μέσον του δεύτερου αιώνα, η υπόθεση του μαραγκού είχε εδραιωθεί για καλά. Στο λεγόμενο Πρωτευαγγέλιον Ιακώβου, ο Ιωσήφ είναι ήδη μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Στην πρώτη του κιόλας εμφάνιση κρατά σκεπάρνι. Απευθυνόμενος στη Μαρία, της λέει, καθώς αναλαμβάνει τη φροντίδα της: «Σε παρέλαβα από το Ναό του Κυρίου. Τώρα σε αφήνω στο σπίτι μου και βγαίνω να οικοδομήσω τις οικοδομές μου. Θα έρθω και πάλι κοντά σου». Σε άλλο σύγγραμμα, ίσως λίγο μεταγενέστερο, ο Ιωσήφ κατασκευάζει άροτρα και ζυγούς. Παίρνει μαζί του από πολύ μικρό τον Ιησού ως βοηθό και μαθητευόμενο. Αλλά το παιδί αποδεικνύεται πάντα ικανότερο. Αντί να δέχεται οδηγίες, δίνει συμβουλές, αποκαλύπτοντας εξαρχής τη θεϊκή του ιδιότητα.
Η απόκρυφη αυτή παράδοση γινόταν δεκτή και από τους πλέον έγκυρους θεολόγους της εποχής. Ο Ιουστίνος θεωρούσε δεδομένο ότι ενόσω ο Ιησούς βρισκόταν ανάμεσα στους ανθρώπους, εργαζόταν ως τέκτονας. Κατασκεύαζε άροτρα και ζυγούς, καθιστώντας τα σύμβολα της δικαιοσύνης. Ο εθνικός φιλόσοφος Κέλσος χλεύασε την ταπεινή τέχνη του Ιησού. Φαντάστηκε ότι οι χριστιανοί ομιλούσαν τόσο πολύ για το ξύλο της ζωής και για ανάσταση της σάρκας από το ξύλο επειδή ο δάσκαλός τους είχε πεθάνει πάνω σε σταυρό και επειδή ήταν ο ίδιος τέκτονας. Έτσι, συμπλήρωνε, εάν είχε ριχτεί σε κρημνό ή σε βάραθρο ή είχε πνιγεί σε αγχόνη και εάν πάλι ήταν σκυτοτόμος, λιθοξόος ή σιδεράς, θα υπήρχε πάνω από τους ουρανούς κρημνός ζωής ή βάραθρο αναστάσεως ή σχοινί αθανασίας ή λίθος μακάριος ή σίδηρος αγάπης ή σκύτος άγιον. Ο Ωριγένης εξανέστη με τη χλεύη του Κέλσου. Με το δίκιο του. Αυτά δεν ήταν θέματα για χοντρούς αστεϊσμούς.
Ο Ωριγένης πάντως δείχνει να αγνοούσε αυτό που μάλλον γνώριζε ο Κέλσος. Παρόμοιους νοητικούς ακροβατισμούς έκανε την ίδια εποχή και μια χριστιανική ομάδα, γνωστικής κατεύθυνσης. Ένα σύγγραμμά της έχει γίνει σήμερα γνωστό σε κοπτική μετάφραση. Παραθέτω ολόκληρη τη σχετική περικοπή επειδή δείχνει καθαρά πως από μια μικρή και (καθώς φαίνεται) παρεξηγημένη λεπτομέρεια οικοδομήθηκε ένας ολοκληρωμένος θεολογικός συλλογισμός.

Είπε ο απόστολος Φίλιππος: «Ο Ιωσήφ ο μαραγκός φύτεψε έναν παράδεισο [δηλαδή δενδρόκηπο] διότι χρειαζόταν ξύλα για την τέχνη του. Αυτός έκανε και το σταυρό από τα δένδρα που φύτεψε. Και το σπέρμα του κρεμάστηκε από αυτό που αυτός είχε φυτέψει. Το σπέρμα του ήταν ο Ιησούς και το φυτό ήταν ο σταυρός. Αλλά το δένδρο της ζωής βρίσκεται στη μέση του κήπου του παραδείσου, καθώς και το ελαιόδενδρο από το οποίο γίνεται το χρίσμα, και από αυτό η ανάσταση».

Αλλά ενδεχομένως δεν χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά. Ήδη στην Καινή Διαθήκη το ξύλο του σταυρού έχει αρχίσει να ταυτίζεται με το δένδρο της ζωής που φύτεψε ο Θεός στον παράδεισο. Ο Ιωάννης το υποδηλώνει αυτό καθαρά στην Αποκάλυψη: Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο εστίν εν τω παραδείσω του Θεού (2:7). Η νεανική τέχνη του Ιησού έδειχνε έτσι να παραπέμπει στη δημιουργία του κόσμου από τον ουράνιο Πατέρα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Ο Ωριγένης απαντά στις κατηγορίες του εθνικού Κέλσου που χλεύασε την τέχνη του Ιησού στο έκτο βιβλίο του Κατά Κέλσου. Η ρήση του Ιησού από το Κατά Θωμάν ευαγγέλιο είναι αριθμημένη στις περισσότερες σημερινές εκδόσεις ως 31η. Για το ευαγγέλιο αυτό, εκτός από τις εκδόσεις των αποκρύφων που μνημονεύω στη Σημείωση του πρώτου κεφαλαίου, συμβουλεύτηκα και την έκδοση του Bentley Layton, The Gnostic Scriptures, Λονδίνο 1987. Πληροφορίες για τη μαθητεία του Ιησού στην τέχνη του μαραγκού, πέρα από το Πρωτευαγγέλιον Ιακώβου, δίνει το σύγγραμμα Θωμά Ισραηλίτου φιλοσόφου, ρητά εις τα παιδικά του Κυρίου. Γιατην τεκτονική τέχνη του Ιησού, ο Ιουστίνος κάνει λόγο στο σύγγραμμά του Διάλογος προς Τρύφωνα 88. Το γνωστικό παράθεμα είναι από το Κατά Φίλιππον ευαγγέλιο 80 (74). Αντιγράφω από τη μετάφραση του Κωνσταντίνου Μωραΐτη, Αθήνα 1997.
Την αραμαϊκή υπόθεση γύρω από την έννοια του τέκτονα την έχει προτείνει ο Geza Vermes στη μελέτη του Jesus the Jew: A Historian's Reading of the Gospels, Λονδίνο 1973. Τα υπόλοιπα είναι δικές μου υποθέσεις.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ
ΑΠΟΚΡΥΦΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

ΕΚΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ 2004