Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Edward Bulwer Lytton. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Edward Bulwer Lytton. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΒΡΙΛ – EDWARD BULWER LYTTON


Ι

Η θρησκεία αυτής της φυλής έχει δύο αλλόκοτα χαρακτηριστικά: πρώτον, όλοι πιστεύουν στο δόγμα της και δεύτερον, όλοι εφαρμόζουν τις αρχές που απορρέουν από αυτό το δόγμα. Οι Βρίλ-για λατρεύουν τον ένα θείο Δημιουργό και Συντηρητή του σύμπαντος. Πιστεύουν ότι μια από τις ιδιότητες της βριλ, που διαπερνά και διαποτίζει τα πάντα, είναι να μεταβιβάζει στην πηγή της ζωής και της νοημοσύνης κάθε σκέψη που συλλαμβάνει ένα ζωντανό πλάσμα. Δεν πιστεύουν πως η ιδέα της Θεότητας είναι έμφυτη. Ωστόσο, λένε, ότι από όσα πλάσματα είχαν τη δυνατότητα να μελετήσουν, ο Αν (άνθρωπος) είναι το μοναδικό που είναι προικισμένο με την ικανότητα να συλλαμβάνει αυτή την ιδέα, καθώς και τον ειρμό της σκέψης που συνεπάγεται. Υποστηρίζουν πως αυτή η δυνατότητα είναι ένα προνόμιο που δεν μπορεί να χορηγήθηκε μάταια και πως για αυτό η προσευχή κι η ευχαριστία ευαρεστούν το θείο Δημιουργό και είναι απαραίτητα για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη του ανθρωπίνου όντος. Προσεύχονται δημόσια όσο και κατ’ ιδίαν. Καθώς, φυσικά, δε με θεωρούσαν μέλος της φυλής τους, δε μου επέτρεπαν την είσοδο στο κτίριο ή ναό όπου τελούν τη δημόσια λατρεία. Με πληροφόρησαν, όμως, ότι η λειτουργία είναι εξαιρετικά σύντομη και απαλλαγμένη από τελετουργικά στοιχεία. Αποτελεί δόγμα για τους Βριλ-για ότι, η εστίαση που απαιτεί η ένθερμη προσευχή ή η ολοκληρωτική απόσυρση από τον έξω κόσμο, δεν είναι δυνατό να διατηρηθεί από τον ανθρώπινο νου για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα σε δημόσιο χώρο και ότι κάθε τέτοια απόπειρα οδηγεί στο φανατισμό ή την υποκρισία. Κατ’ ιδίαν προσεύχονται είτε μόνοι τους, είτε μαζί με τα μικρά παιδιά της οικογένειας.
Λένε, ότι στην αρχαιότητα υπήρχαν πάμπολλα βιβλία με στοχασμούς γύρω από τη φύση της Θεότητας και τους τρόπους πίστης ή λατρείας, που υποτίθεται, ότι οδηγούσαν σε τόσο έντονες κι οργισμένες αντιπαραθέσεις, που όχι μόνο διατάρασσαν τη γαλήνη της κοινότητας και δίχαζαν ακόμα και τις πιο αγαπημένες οικογένειες αλλά, στην πορεία της συζήτησης των ιδιοτήτων της Θεότητας, έφθασαν να αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη του Θείου ή, ακόμα χειρότερα, άρχισαν να Του αποδίδουν τα πάθη και τις αδυναμίες των αντιδικούντων. «Διότι», είπε ο οικοδεσπότης μου, «όταν ένα πεπερασμένο πλάσμα όπως ο Αν, που αδυνατεί να ορίσει το Απεριόριστο, προσπαθεί να αντιληφθεί την ιδέα της Θεότητας, το μόνο που καταφέρνει είναι να υποβιβάζει τη Θεότητα στα μέτρα του». Έτσι, τους επόμενους αιώνες οι θεολογικές συζητήσεις, αν και δεν απαγορεύονταν, αποτρέπονταν τόσο επίμονα που τελικά εξέλειψαν εντελώς.
Οι Βρίλ-για πιστεύουν σε μια μελλοντική κατάσταση ύπαρξης, πιο ευτυχισμένη και τελειότερη από τη σημερινή. Αν οι αντιλήψεις τους περί ανταμοιβής και τιμωρίας χαρακτηρίζονται από εξαιρετική ασάφεια, αυτό οφείλεται, πιθανόν, στο γεγονός ότι αυτά τα στοιχεία είναι άγνωστα στην κοινωνία τους. Δεν υπάρχουν εγκλήματα, κατά συνέπεια ούτε και τιμωρίες, ενώ όλοι έχουν κατακτήσει το ίδιο ηθικό επίπεδο, έτσι που κανένας Αν δε θεωρείται πιο ηθικός από τον άλλο. Αν κάποιος τύχει να υπερτερεί σε κάποια αρετή, κάποιος άλλος υπερτερεί εξίσου σε μιαν άλλη. Αν κάποιος έχει κάποιο ελάττωμα, τότε κάποιος άλλος έχει το αντίστοιχο δικό του. Γεγονός είναι ότι, χάρη στον εκπληκτικό τρόπο ζωής τους, είναι τόσο σπάνιοι οι πειρασμοί που είναι καλοί (σύμφωνα πάντα με τις δικές τους αντιλήψεις περί καλοσύνης) μόνο και μόνο επειδή ζουν και αναπνέουν. Οι ιδέες τους σχετικά με τη συνέχιση της ζωής, ακόμα και για το φυτικό κόσμο, είναι αρκετά παράξενες, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης στο επόμενο κεφάλαιο.

ΙΙ

Αν και, όπως προανέφερα, οι Βρίλ-για αποθαρρύνουν κάθε θεωρητική συζήτηση γύρω από τη φύση του Υπέρτατου Όντος, τρέφουν από κοινού μια πεποίθηση, η οποία πιστεύουν ότι λύνει το μεγάλο πρόβλημα της ύπαρξης του κακού, που τόση σύγχυση προκαλεί στους φιλόσοφους του επάνω κόσμου. Πιστεύουν, λοιπόν, ότι όπου Εκείνος χορήγησε μια φορά την πνοή της ζωής, όσο αμυδρή κι αν μοιάζει, όπως στα φυτά, η ζωή αυτή ποτέ δε χάνεται. Περνά σε καινούργιες, πιο εξελιγμένες μορφές ύπαρξης, όχι όμως σε τούτο τον πλανήτη (σε αυτό το σημείο η πίστη τους διαφέρει από τη γνωστή διδασκαλία της μετεμψύχωσης). Το έμβιο πλάσμα διατηρεί συναίσθηση της ταυτότητάς του, έτσι που η περασμένη του ζωή συνδέεται με την επόμενη και έχει συνείδηση της προοδευτικής ανόδου του στην κλίμακα της ευτυχίας. Λένε, μάλιστα, ότι δίχως αυτή τη θεωρία, αδυνατούν, με τα φώτα της ανθρώπινης νόησης με την οποία είναι προικισμένοι, να διακρίνουν την τέλεια δικαιοσύνη, που αποτελεί συνισταμένη του Πάνσοφου και του Πανάγαθου. Τρεις είναι, λένε, οι αιτίες της αδικίας: έλλειψη σοφίας στην αντίληψη περί δικαίου, έλλειψη αγαθότητας στην επιθυμία του, έλλειψη δύναμης στην εκπλήρωση του. Ωστόσο, καθεμία από τούτες τις ελλείψεις είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Πάνσοφου και Πανάγαθου και του Παντοδύναμου. Προσθέτουν ότι παρ’ όλο που και στην παρούσα ζωή η σοφία, η αγαθότητα και η δύναμη του Υπέρτατου Όντος διαφαίνονται αρκετά καθαρά, ώστε να τις αναγνωρίζουμε, η δικαιοσύνη που απορρέει από τούτες τις ιδιότητες επιβάλλει την αναγκαιότητα μιας άλλης ζωής, όχι μόνο για τον άνθρωπο, μα για όλα τα έμβια πλάσματα των κατώτερων εξελίξεων. Τόσο στο ζωικό, όσο και στο φυτικό βασίλειο, βλέπουμε συχνά κάποιο πλάσμα, από περιστάσεις πέρα από τον έλεγχο του, να βρίσκεται σε πολύ μειονεκτικότερη θέση από τους γείτονές του – το ένα πλάσμα να πέφτει θύμα του άλλου. Ακόμα και ένα φυτό μπορεί να καταστραφεί πρώιμα από κάποια αρρώστια, ενώ το διπλανό του να είναι υγιές και δυνατό και να ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του δίχως την παραμικρή δυσκολία. Υποστηρίζουν, λοιπόν, ότι η θεώρηση εκείνη, που θέλει τη Θεότητα να δρα μόνο μέσω γενικών νόμων, αποτελεί εσφαλμένη απόδοση ανθρώπινων αδυναμιών στο Υπέρτατο Ον, αμαυρώνοντας έτσι τη θεμελιώδη καλοσύνη της Γενεσιουργού Αιτίας. Θεωρούν ακόμα πιο σκληρόκαρδη και ανόητη εκείνη την αντίληψη περί Πανάγαθου, που απορρίπτει περιφρονητικά κάθε θεώρηση δικαίου για τις μυριάδες μορφές ζωής, όπου Εκείνος εμφύσησε την πνοή της ζωής και θέλει τη δικαιοσύνη αποκλειστικό προνόμιο του Αν. Για το θείο Ζωοδότη δεν υπάρχει μικρό και μεγάλο. Εάν δεχθούμε ότι κανένα πλάσμα ικανό να συναισθάνεται τη ζωή και τα βάσανά της, όσο ταπεινό κι αν είναι, δε χάνεται με το πέρασμα των αιώνων. Ότι όσα υποφέρει εδώ, από τη στιγμή της γέννησής του μέχρι τη μετάβασή του σε μιαν άλλη μορφή ζωής, διαρκούν, συγκριτικά με την αιωνιότητα, όσο το κλάμα του νεογέννητου μπρος στο σύνολο της ζωής του ανθρώπου. Αν, ακόμα, υποθέσουμε ότι τούτο το ζωντανό πλάσμα διατηρεί κατά τη μετάβασή του συναίσθηση της ταυτότητάς του (γιατί δίχως τη συναίσθηση αυτή δε θα είχε συνείδηση της εξέλιξής του) τότε, παρά το γεγονός ότι η απονομή της θείας δικαιοσύνης είναι πέρα από τα όρια της αντίληψής μας, μπορούμε, ωστόσο, να καταλήξουμε πως είναι ενιαία και συμπαντική και όχι μερική και διαφορετική κατά περίπτωση, όπως θα ήταν εάν δρούσε σύμφωνα μόνο με γενικούς και δευτερογενείς νόμους. Γιατί η δικαιοσύνη που απορρέει από την τέλεια σοφία που τη συλλαμβάνει, την τέλεια αγάπη που την επιθυμεί και την τέλεια δύναμη που την εκπληρώνει μόνο τέλεια μπορεί να είναι.
Όσο αλλόκοτη κι αν μοιάζει, νομίζω ότι τούτη η πεποίθηση των Βρίλ-για αντικατοπτρίζει τη φιλοσοφία του πολιτικού τους συστήματος, που ενώ επιτρέπει διάφορες διαβαθμίσεις πλούτου, εγκαθιδρύει, ωστόσο, απόλυτη ταξική ισότητα, εξαιρετική λεπτότητα στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών και ευαισθησία προς κάθε δημιούργημα, που το γενικό καλό δεν επιβάλλει την εξόντωσή του. Κι αν οι αντιλήψεις τους, σχετικά με την ηθική αποζημίωση ενός βασανισμένου εντόμου ή ενός λουλουδιού, που το χτύπησε η αρρώστια, φαντάζουν στα μάτια μας εξωφρενικές, τουλάχιστον δεν μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε κακόβουλες. Ίσως, μάλιστα, θα έπρεπε να μας γεμίζει αισιοδοξία το γεγονός ότι μια τόσο φωτεινή πεποίθηση για την ανείπωτη καλοσύνη του Δημιουργού, τρύπωσε εκεί, όπου ποτέ δεν έφτασαν οι ακτίνες των υλικών φωστήρων, στα βάθη των αβύσσων της γης, τούτη η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση πως οι γενικοί νόμοι, βάσει των οποίων εκδηλώνεται η θεία βούληση, δεν επιτρέπουν την αδικία ή το κακό, και άρα είναι αδύνατο να γίνουν κατανοητοί, δίχως να λαμβάνεται υπόψη η δράση τους σε ολάκερη τη σφαίρα του χώρου και του χρόνου. Και αφού, όπως θα έχω την ευκαιρία να καταδείξω στη συνέχεια, το νοητικό επίπεδο και το κοινωνικό σύστημα τούτης της υπόγειας φυλής, συμπεριλαμβάνουν και εναρμονίζουν μεγάλες και φαινομενικά αντικρουόμενες φιλοσοφικές διδασκαλίες και θεωρίες, που κατά καιρούς εμφανίστηκαν, συζητήθηκαν, απορρίφθηκαν και αργότερα αναδύθηκαν εκ νέου μεταξύ των διανοούμενων και των ονειροπόλων του πάνω κόσμου, ίσως θα μπορούσα να κλείσω τούτη την αναφορά σχετικά με την πίστη των Βρίλ-για, ότι δηλαδή η αυτοσυνείδητη ή νοήμων ζωή, τόσο των κατώτερων πλασμάτων, όσο και του ανθρώπινου όντος είναι άφθαρτη, μ’ ένα απόσπασμα από το έργο του διακεκριμένου ζωολόγου, του Λουίς Αγκασίζ, που διάβασα μόλις πρόσφατα, πολλά χρόνια αφότου κατέγραψα τούτες τις αναμνήσεις από το ταξίδι μου στον κόσμο των Βρίλ-για και που τώρα οργανώνω σε μια πιο συστηματική καταγραφή: «Οι σχέσεις μεταξύ των εμβίων όντων θα έπρεπε από καιρό να είχαν θεωρηθεί σαφής απόδειξη πως οι ζωντανοί οργανισμοί δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα της άμεσης επέμβασης ενός σκεπτόμενου νου. Αυτό το γεγονός συνηγορεί εμφατικά υπέρ της ύπαρξης, σε κάθε ζωντανό πλάσμα, μιας άυλης αρχής, όμοια με εκείνη που η υπεροχή και τα ανώτερα χαρίσματά της εξυψώνουν τον άνθρωπο πολύ πιο πάνω από τα ζώα. Η ύπαρξη αυτής της αρχής είναι αναμφισβήτητη και όπως και αν την ονομάσουμε – αίσθημα, νόηση ή ένστικτο – εκδηλώνει σε όλα τα έμβια όντα μια σειρά φαινομένων που σχετίζονται στενά μεταξύ τους. Σε τούτη την αρχή οφείλονται όχι μόνον οι ανώτερες εκδηλώσεις του νου, αλλά ακόμα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που διαφοροποιούν τους ζωντανούς οργανισμούς μεταξύ τους. Η πλειονότητα των επιχειρημάτων που συνηγορούν υπέρ της αθανασίας του ανθρώπου ισχύουν, εξίσου, για την ύπαρξη τούτης της αρχής σε όλα τα έμβια όντα. Χρειάζεται, μήπως, να τονίσω το μέγεθος της τραγικής απώλειας που θα συνιστούσε για τον άνθρωπο η στέρηση στη μέλλουσα ζωή, της σημαντικής πηγής ψυχαγωγίας, αλλά και νοητικής και ηθικής βελτίωσης που του προσφέρει η ενατένιση της αρμονίας του ζωικού και του φυτικού βασιλείου; Νομίζω πως το όραμα της πνευματικής εναρμόνισης των συνδυασμένων βασιλείων και όλων των κατοίκων τους ενώπιον του Δημιουργού τους, αποτελεί την ύψιστη θεώρηση του παράδεισου». Πραγματεία περί ταξινόμησης. Κεφ. Xvii, σελ. 97-99.


EDWARD BULWERLYTTON
Η ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΦΥΛΗ
Ο Μύθος της Κούφιας Γης
Μετάφραση Νατάσα Βαρσάκη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 2000


Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΑΡΒΑΚΗ – Edward BulwerLytton



...Ο Αιγύπτιος κοιμήθηκε ασυνήθιστα βαθιά το προηγούμενο βράδυ. Μα όσο πλησίαζε το ξημέρωμα, ο ύπνος του ταράχτηκε από παράξενα, ανήσυχα όνειρα που χαράχτηκαν βαθιά μέσα του – ακόμα περισσότερο, επειδή χρωματίζονταν από την ιδιότυπη φιλοσοφία του.
Είδε πως βρισκόταν στα έγκατα της γης κι ότι ήταν μόνος σε μια τεράστια σπηλιά. Το άντρο στηριζόταν σε κολοσσιαίες κολόνες από τραχύ, αρχέγονο βράχο που χάνονταν ψηλά στο αχανές σκοτάδι, ένα σκοτάδι που καμιά ακτίνα της ημέρας ποτέ δεν είδε. Στα διάκενα ανάμεσα στις κολόνες υπήρχαν τεράστιοι τροχοί, οι οποίοι στροβιλίζονταν ασταμάτητα με εκκωφαντικό βρόντο. Μόνο στα πλάγια, δεξιά κι αριστερά, δεν υπήρχαν τροχοί ανάμεσα στις κολόνες. Τούτα τα ανοίγματα εκτείνονταν σε στοές. Δεν ήταν ολότελα σκοτεινές αλλά φωτίζονταν αχνά από κινούμενες κι ακανόνιστες φωτιές που αιωρούνταν, άλλοτε έρποντας (όπως έρπει το φίδι), πάνω στο ακανόνιστο και υγρό έδαφος κι άλλοτε πηδώντας άγρια πέρα-δώθε κι εξακοντίζονταν απ' τη μια πλευρά στην άλλη μέσα στο αχανές σκοτάδι διαγράφοντας τρελά τόξα. Τη μια χάνονταν ξαφνικά και την άλλη, το ίδιο ξαφνικά, ξεσπούσαν σε εκρήξεις δεκαπλάσιες σε φωτεινότητα και δύναμη από πριν. Κι ενώ κοιτούσε θαμπωμένος τη στοά στα αριστερά του, διέκρινε λεπτές, αχνές, αέρινες μορφές να έρχονται προς το μέρος όπου στεκόταν. Φτάνοντας στη μεγάλη αίθουσα, άρχισαν να ανυψώνονται και χάνονταν, όπως χάνεται ο καπνός, στο απροσμέτρητο ύψος από πάνω.
Στράφηκε προς την άλλη πλευρά τρομαγμένος – και τι να δει! Από το σκοτάδι ψηλά κατέβαιναν γρήγορα άλλες, παρόμοιες σκιές, που ορμούσαν βιαστικά κατά μήκος της στοάς στα δεξιά, σα να υπάκουαν ακούσια σε κάποιο αόρατο ρεύμα. Τα πρόσωπα τούτων των φαντασμάτων ήταν πιο ευδιάκριτα από 'κείνα που έβγαιναν απ' τη στοά στα αριστερά του. Κάποια πρόδιδαν χαρά κι άλλα λύπη – κάποια είχαν μια έντονη έκφραση προσδοκίας κι ελπίδας κι άλλα έμοιαζαν να κατατρύχονται απερίγραπτα από φρίκη και τρόμο. Κι έτσι συνέχιζαν να περνούν, γρήγορα και ακατάπαυστα, μέχρι που τα μάτια του θόλωσαν και θαμπώθηκαν απ' το στρόβιλο της διαρκώς μεταβαλλόμενης αλληλουχίας όντων που ωθούνταν σε κίνηση από μια δύναμη που δεν ήταν δική τους.
Ο Αρβάκης έστρεψε το βλέμμα του αλλού και διέκρινε, σε ένα απόμερο σημείο της αίθουσας, τη γιγάντια μορφή μιας τιτάνισσας καθισμένης πάνω σε ένα σωρό από κρανία που έγνεθε ένα χλωμό και λευκόγκριζο υφάδι. Είδε πως το υφάδι συνδεόταν με τους αμέτρητους τροχούς, σα να καθοδηγούσε την κίνησή τους. Ένιωσε τα πόδια του να κινούνται από κάποια άγνωστη δύναμη προς τη γυναικεία μορφή και να συνεχίζουν μέχρι που τον έφεραν μπροστά της, πρόσωπο με πρόσωπο. Η όψη της τιτάνισσας ήταν σοβαρή, ήρεμη και όμορφα γαλήνια. Έμοιαζε σαν το πρόσωπο κάποιου κολοσσιαίου αγάλματος της σφίγγας των προγόνων του. Κανένα πάθος, κανένα ανθρώπινο συναίσθημα δε διατάρασσε το συλλογισμένο, αρυτίδωτο μέτωπό της. Η όψη της δεν πρόδιδε ούτε θλίψη, ούτε χαρά, ούτε μνήμη, ούτε προσδοκία. Ήταν απαλλαγμένη από όλα εκείνα που μπορεί να νιώσει η καρδιά του ανθρώπου. Η ομορφιά της έκρυβε το μυστικό των μυστικών, προκαλούσε δέος μα όχι φόβο. Ήταν η ενσάρκωση της ύψιστης ανωτερότητας. Ο Αρβάκης ένιωσε τη φωνή να βγαίνει από τα χείλη του δίχως την παρέμβαση της δικής του θέλησης. Και η φωνή αυτή ρώτησε:
«Ποια είσαι και ποιο είναι το έργο σου;»
«Είμαι Εκείνο που παραδέχεσαι», απάντησε, δίχως να σταματήσει τη δουλειά του το πανίσχυρο φάντασμα. «Το όνομά μου είναι ΦΥΣΗ! Αυτοί εδώ είναι οι τροχοί του κόσμου και το χέρι μου τους καθοδηγεί για χάρη της ζωής των όλων».
«Και τι», ρώτησε η φωνή του Αρβάκη, «είναι αυτές οι στοές, που έτσι παράξενα και σπασμωδικά φωτισμένες, εκτείνονται κι από τις δυο μεριές ως το σκοτάδι της αβύσσου;»
«Αυτό», απάντησε η τιτάνισσα-μητέρα, «που είδες αριστερά είναι η στοά των Αγέννητων. Οι σκιές που φτερουγίζουν προς τα πάνω για να βγουν στον κόσμο είναι οι ψυχές που αναδύονται από τη μακριά αιωνιότητα της ύπαρξης στο προκαθορισμένο τους προσκύνημα στη γη. Εκείνο που είδες στα δεξιά, όπου μπαίνουν οι σκιές που κατεβαίνουν από πάνω, εξίσου άγνωστη και σκοτεινή, είναι η στοά των Νεκρών!»
«Έτσι εξηγούνται», είπε η φωνή του Αρβάκη, «οι περιπλανώμενες φωτιές, που φωτίζουν τόσο έντονα το σκοτάδι. Μα φουντώνουν απλώς, δεν αποκαλύπτουν
«Θλιβερέ ανόητε της ανθρώπινης γνώσης! Οραματιστή των άστρων κι επίδοξε εξηγητή της καρδιάς και της πηγής των πάντων! Αυτά τα φώτα δεν είναι παρά η ανταύγεια της γνώσης που παραχωρήθηκε στη Φύση για να επιτελέσει το έργο της, για να ιχνηλατεί τόσο από το παρελθόν κι από το μέλλον όσο χρειάζεται για να προνοεί στα σχέδιά της. Κρίνε, λοιπόν, ανδρείκελο καθώς είσαι, τι φώτα σου επιφυλάσσονται εσένα!»
Ο Αρβάκης αισθάνθηκε να τρέμει καθώς έκανε την επόμενη ερώτηση: «Γιατί βρίσκομαι εδώ;»
«Εξαιτίας της διαίσθησης της ψυχής σου – της πρόγνωσης του επερχόμενου θανάτου σου – της σκιάς της μοίρας σου που εκτείνεται στην αιωνιότητα καθώς κατέρχεται απ' τη γη».
Πριν προλάβει να απαντήσει ο Αρβάκης ένιωσε έναν ορμητικό αέρα να κατεβαίνει στη σπηλιά, σαν τους άνεμους κάποιου γιγάντιου θεού. Τον σήκωσε απ' το έδαφος και τον στροβίλισε ψηλά σαν φύλλο σε φθινοπωρινή καταιγίδα. Είδε τον εαυτό του ανάμεσα στα Φαντάσματα των Νεκρών, να τρέχει μαζί τους στο σκοτάδι. Κι εκεί που μάταια πάλευε αδύναμα κι απεγνωσμένα ενάντια στην ακατανίκητη δύναμη, είδε τον αέρα να παίρνει μια αδιόρατη μορφή – ένα φασματικό περίγραμμα με φτερούγες και νύχια αετού, με μέλη που αιωρούνταν σε ακαθόριστη απόσταση στον αέρα και μάτια που, αυτά τα είδε καθαρά κι ολοζώντανα μπροστά του, κάρφωναν παγερά κι ανελέητα τα δικά του.
«Τι είσαι εσύ;» ρώτησε πάλι η φωνή του Αιγύπτιου.
«Είμαι Εκείνο που παραδέχεσαι», απάντησε το φάντασμα με ένα βροντερό γέλιο, «και το όνομά μου είναι Ανάγκη».
«Που με πας;»
«Στο άγνωστο».
«Στην ευτυχία ή στον πόνο;»
«Ό,τι έσπειρες, θα θερίσεις».
«Όχι, απαίσιο πλάσμα! Αν είσαι ο Κύριος της Ζωής, σ' εσένα οφείλονται τα λάθη μου, όχι σε εμένα».
«Εγώ δεν είμαι παρά η πνοή του Θεού!» απάντησε ο πανίσχυρος αγέρας.
«Τότε η γνώση μου είναι μάταιη!» βόγγηξε ο Αρβάκης.
«Ο αγρότης δεν τα βάζει με τη μοίρα όταν, σπέρνοντας γαϊδουράγκαθα, δε σοδιάζει στάρι. Εσύ έσπειρες εγκλήματα. Μην κατηγορείς τη μοίρα, αν δε θερίσεις τη σοδιά της αρετής».
Ξαφνικά η σκηνή άλλαξε. Ο Αρβάκης βρέθηκε σε ένα μέρος γεμάτο ανθρώπινα οστά! Ανάμεσά τους ήταν ένα κρανίο. Και αυτό το κρανίο, παρότι διατηρούσε πάντοτε τη σκελετωμένη μορφή του, άρχισε να παίρνει σιγά-σιγά, με τον αλλόκοτο, μπερδεμένο τρόπο των ονείρων, το πρόσωπο του Απεκίδη. Ένα μικρό σκουλήκι ξεπρόβαλε από το χαμογελαστό σαγόνι και σύρθηκε μέχρι τα πόδια του Αρβάκη. Προσπάθησε να το πατήσει και να το συντρίψει, μα αυτό έγινε μακρύτερο και μεγαλύτερο με την απόπειρά του. Φούσκωσε και μεγάλωσε, μέχρι που έγινε ένα τεράστιο φίδι. Τυλίχτηκε γύρω από τα μέλη του Αρβάκη και του τσάκισε τα κόκαλα, υψώνοντας συνάμα τα άγρια μάτια και το φαρμακερό σαγόνι του στο πρόσωπό του. Μάταια σφάδαζε. Άρχισε να στεγνώνει, να στραγγίζει, να μαραίνεται, αγωνιζόταν ν' ανασάνει, ένιωθε να γκρεμίζεται στο θάνατο. Και τότε μια φωνή ακούστηκε απ' το ερπετό, που διατηρούσε πάντοτε την όψη του Απεκίδη, μια φωνή που βούιξε στ' αυτιά του.
«Το θύμα σου είναι ο κριτής σου! Το σκουλήκι που θέλησες να συντρίψεις γίνεται το φίδι που σε καταβροχθίζει!»
Με μια κραυγή οργής, πόνου κι απεγνωσμένης αντίστασης ο Αρβάκης ξύπνησε. Τα μαλλιά του είχαν σηκωθεί όρθια. Το μέτωπό του ήταν καταϊδρωμένο – τα μάτια του γουρλωμένα και γυάλινα απ' τον τρόμο. Το δυνατό σώμα του έτρεμε σαν του μωρού, κάτω απ' την αγωνία του ονείρου. Ξύπνησε – περιμάζεψε τις δυνάμεις του και δόξασε τους θεούς που δεν πίστευε – που όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα όνειρο. Έστρεψε το βλέμμα γύρω του και είδε το φως της αυγής μέσα από το μικρό, ψηλό παράθυρό του. Αγαλλίασε, χαμογέλασε...



Edward Bulwer – Lytton
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΠΟΜΠΗΙΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΑΤΑΣΣΑ ΒΑΡΣΑΚΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 2007

Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

Ο Κάτοικος του Κατωφλίου – Edward Bulwer Lytton


Cernis, custodia qualis vestibulo sedeat?
Facies quae linima servet?
(Διακρίνεις ποιός θυρωρός κάθεται μέσα στον προθάλαμο;
Τι πρόσωπο παρατηρεί το κατώφλι;)
Αινειάδα, lib. vi. 754

Νύκτα βαθιά. Τα πάντα αναπαύονται μέσα στο παλιό κάστρο. Τα πάντα είναι ξέπνοα κάτω από τα μελαγχολικά αστέρια. Έφθασε η ώρα. Ο Μενζούρ με την ασκητική του σοφία – ο Μενζούρ, ο εχθρός του έρωτα – ο Μενζούρ, του οποίου ο οφθαλμός θα διαβάσει την καρδιά σου και θα σου αρνηθεί τα μυστικά που σου υποσχέθηκε, επειδή το ηλιόλουστο πρόσωπο της Φυλλίδας διαταράσσει την άζωη σκιά την οποίαν αποκαλεί “γαλήνη” - ο Μενζούρ λοιπόν έρχεται αύριο!
Εκμεταλεύσου την νύκτα! Φυλάξου από το φόβο! Ή τώρα ή ποτέ! Έτσι γενναίος! Γενναίος, παρ' όλα σου τα σφάλματα. Με σταθερό παλμό το χέρι σου ξεκλειδώνει γι' άλλη μια φορά την απαγορευμένη πόρτα!
Ο Γκλύντον τοποθέτησε τη λυχνία επάνω στο τραπέζι, δίπλα στο βιβλίο, το οποίο ήταν ακόμη ανοικτό. Γύριζε τα φύλλα ένα- ένα, χωρίς να μπορεί να αποκρυπτογραφήσει το νόημα, ώσπου έφθασε στο ακόλουθο εδάφιο:
Τότε όταν ο μαθητής έχει μυηθεί και προετοιμασθεί καταλλήλως, ας ανοίξει το παράθυρο, ας ανάψει τις λυχνίες κι ας λούσει τους κροτάφους του με το ελιξήριο. Ας προσέξει να μη βιασθεί να καταπιεί το πτητικό και φλογερό πνεύμα. Εάν το δοκιμάσει, χωρίς προηγουμένως να έχει συνηθίσει τον οργανισμό του στο ποτό της εκστάσεως μέσω επανειλλημένων εισπνοών, δεν θα γνωρίσει την ζωή, αλλά τον θάνατο!
Δεν μπορούσε να διεισδύσει περισσότερο στις οδηγίες. Ο κώδικας άλλαζε και πάλι. Κοίταξε γύρω στο δωμάτιο. Το σεληνόφως έμπαινε σιωπηλό μέσα από το δικτυωτό καθώς το χέρι του άνοιγε το παράθυρο. Και έμοιαζε – καθώς έλουζε το πάτωμα και πλημμύριζε τους τοίχους – σαν παρουσία κάποιας φασματικής και πένθιμης Δυνάμεως.
Τοποθέτησε τις μυστικές λυχνίες (εννέα τον αριθμό) γύρω από το κέντρο του δωματίου και τις άναψε μία – μία. Μια φλόγα με γαλάζιες και ασημένιες αποχρώσεις ξεπήδησε από την κάθε μια και φώτισε το δωμάτιο με μια γαλήνια αλλ' εκθαμβωτική λάμψη.
Τώρα όμως το φως αυτό γινόταν ολοένα πιο αμυδρό, καθώς ένα λεπτό γκρίζο σύννεφο, σαν ομίχλη, γέμισε αργά το δωμάτιο. Ενα παγερό ρίγος διαπέρασε την καρδιά του Εγγλέζου και σύντομα τον κατέλαβε μια θανατερή κρυάδα. Διαισθανόμενος ενστικτωδώς τον κίνδυνο, τρίκλισε – με μεγάλη δυσκολία, αφού τα μέλη του έμοιαζαν βαριά και άκαμπτα σαν πέτρα – μέχρι εκείνα τα ράφια όπου βρίσκονταν οι κρυστάλλινες φιάλες. Εισέπνευσε τους ατμούς με βιασύνη κι ένιψε τους κροτάφους του με το σπινθηροβόλο υγρό. Η ίδια αίσθηση σφρίγους, νεότητας και χαράς και αιθέριας ελαφρότητας, που είχε νοιώσει το πρωί, μονομιάς αντικατέστησε τη νεκρική ακαμψία που τον είχε καταλάβει προηγουμένως. Στάθηκε με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του, ορθός και άφοβος, για να δει τι θα επακολουθήσει.
Τώρα η ομίχλη είχε αποκτήσει την πυκνότητα και την υφή ενός συννέφου χιονοπτώσεως. Οι δε λυχνίες την διαπερνούσαν σαν αστέρια. Αρχισε να διακρίνει καθαρά κάποια σχήματα, που το περίγραμμά τους έμοιαζε με της ανθρώπινης μορφής, να γλυστρούν αργά και να περιστρέφωνται μέσα στο σύννεφο. Έδειχναν άψυχα. Τα σώματά τους ήσαν διαφανή και συστέλλοντο ή διαστέλλοντο, σαν τις σπειρες ερπετού. Καθώς κινούντο με μεγαλοπρέπεια, άκουσε έναν χαμηλής εντάσεως θόρυβο, σαν το φάντασμα να ταυτιζόταν με τη φωνή. Έναν θόρυβο που το κάθε ον δεχόταν από τα υπόλοιπα και αντηχούσε με τη σειρά του. Ηταν ένας ήχος χαμηλής εντάσεως, μουσικός, που έμοιαζε σαν ψαλμωδία κάποιας ανέκφραστης γαλήνιας χαράς.
Καμία από αυτές τις οπτασίες δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία. Η σφοδρή του λαχτάρα να τις πλησιάσει, να σχετισθεί μαζί τους, να κάνει κι αυτός εκείνες τις αιθέριες κινήσεις ευτυχίας – διότι αυτή την εντύπωση του έδιναν – τον ώθησε να απλώσει τα χέρια του και να προσπαθήσει να φωνάξει. Αλλά μόνον ένας άναρθρος ψίθυρος κατόρθωσε να περάσει από τα χείλη του. Οι κινήσει και ο μουσικός ήχος συνέχιζαν σαν ο θνητός να μη βρισκόταν εκεί. Αργά αιωρούντο γύρω – γύρω και ανέβαιναν ψηλά, ώσπου – με την ίδια μεγαλοπρεπή τάξη – γλύστρησαν μέσα από το πλέγμα του παραθύρου και χάθηκαν στο σεληνόφως.
Τότε, καθώς τα μάτια του τις ακολουθούσαν, το παράθυρο σκοτείνιασε από την εμφάνιση κάποιου “πράγματος” δυσδιάκριτου σε πρώτη ματιά, το οποίο όμως αμέσως μετέβαλλε μυστηριωδώς την πρότερη ευδαιμονία σε άφατη φρίκη. Βαθμηδόν το “πράγμα” αυτό σχηματοποιήθηκε μπροστά του. Ηταν σαν ένα ανθρώπινο κεφάλι, καλυμμένο με σκοτεινό πέπλο, μέσα από το οποίο έλαμπαν δύο μάτια με μια δαιμονική λάμψη που πάγωνε το μεδούλι των οστών του. Κανένα άλλο χαρακτηριστικό του προσώπου δεν διακρινόταν. Μόνον εκείνα τα αφόρητα μάτια.
Ο τρόμος που ένοιωθε – και τον οποίον ήδη θεωρούσε ανυπόφορο – έγινε χίλιες φορές πιο έντονος όταν αυτό το Φάσμα γλυστρησε αργά μέσα στο δωμάτιο. Καθώς προχωρούσε, άγησε πίσω του το σύννεφο. Οι ζωηρές λυχνίες χλώμιασαν και τρεμόπαιζαν ασταμάτητα στην παρουσία του. Η μορφή του ήταν επίσης καλυμμένη με πέπλο, αλλ' έμοιαζε περισσότερο γυναικεία παρά ανδρική. Η κίνησή του δεν εμιμείτο την ανθρώπινη, αλλά σερνόταν σαν ένα τεράστιο, δύσμορφο ερπετό. Τελικά κουλουριάσθηκε δίπλα στο τραπέζι επάνω στο οποίο ήταν ανοιγμένος ο ευμεγέθης τόμος και προσήλωσε το βλέμμα του μέσα στο θαμπό τέμπλο επάνω στον απερίσκεπτο τελετουργό.
Και η πιο απόκοσμη φαντασία μοναχού ή ζωγράφου του Βορρά δεν θα είχε κατορθώσει να απεικονίσει την όψη της θανάσιμης μοχθηρίας που απεκάλυπταν τα μάτια εκείνου του δαίμονα. Ολόκληρη η μορφή του, που έμοιαζε με λάρβα, ήταν σκοτεινή, καλυμμένη, σαν σαβανωμένη. Όμως εκείνο το πύρινο βλέμμα – το τόσο έντονο, χλωμό και συγχρόνως τόσο ζωντανό – είχε κάτι το σχεδόν ανθρώπινο μέσα στο παράφορο μίσος και τον εμπαιγμό που εξέφραζε. Κάτι που έδειχνε ότι η ζοφερή Φρίκη δεν ήταν ολωσδιόλου πνευματική, αλλά μετείχε και της ύλης. Και μάλιστα σε βαθμό επαρκή ώστε ν' αποτελεί επίφοβο και θανάσιμο εχθρό για τις υλικές μορφές.
Μέσα στη φοβερή αγωνία του, ο Γκλυντον είχε κολλήσει στον τοίχο, με όλες τις τρίχες του ανορθωμένες και με τα μάτια γουρλωμένα να ατενίζει εκείνο το φοβερό βλέμμα. Και τότε το Είδωλο του μίλησε. Κι ήταν μάλλον η ψυχή του παρά τα αυτιά του που κατανόησαν τις λέξεις.
-Εισήλθες στην περιοχή του απροσμέτρητου. Είμαι ο Κάτοικος του Κατωφλίου. Τι θέλεις από μένα; Γιατί μένεις σιωπηλός; Με φοβάσαι; Δεν είμαι η αγαπημένη σου; Δεν απαρνήθηκες για μένα τις απολαύσεις του γένους σου; Επιθυμείς τη Σοφία; Κατέχω τη Σοφία αμέτρητων εποχών. Φίλησε με, θνητέ μου εραστή!
Κι η Φρίκη σύρθηκε κοντά του. Και ακόμα πιο κοντά του! Ήλθε δίπλα του κι ένοιθε την ανάσα της στο πρόσωπό του! Με μια κραυγή έπεσε στο έδαφος αναίσθητος. Όταν συνήλθε, αργά το μεσημέρι της επομένης ημέρας, άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι βρισκόταν στο κρεββάτι του, με έναν ολόλαμπρο ήλιο να ξεχύνεται μέσα από το παράθυρό του, και τον Πάλολο να κάθεται δίπλα του και να γυαλίζει την καραμπίνα του σφυρίζοντας μια μελωδία της Καλαβρίας.


Edward Bulwer Lytton
ΖΑΝΟΝΙ
Μια Ροδοσταυρική Ιστορία
Πρώτη Μετάφραση στην Ελληνική
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ