Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα RAY BRADBURY. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα RAY BRADBURY. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Η Ιπτάμενη Μηχανή - RAY BRADBURY


Ήταν στα 400 π.Χ. Ο αυτοκράτορας Γιουάν είχε το θρόνο του πλάι στο Μέγα Σινικό Τείχος, κι η γη είχε πρασινίσει απ' τη βροχή κι ετοιμαζόταν για το θερισμό, ειρηνικά, κι οι άνθρωποι μες στο βασίλειο του δεν ήταν ούτε ευτυχείς ούτε θλιμμένοι.
Νωρίς το πρωί, την πρώτη μέρα της πρώτης βδομάδας του δεύτερου μήνα του καινούργιου χρόνου, ο αυτοκράτορας Γιουάν έπινε τσάι και ζεσταινόταν, όταν ένας υπηρέτης φάνηκε να τρέχει προς τη μεριά του, περνώντας μες απ' τα κόκκινα και γαλάζια τούβλα που χώριζαν τον κήπο, και φωνάζοντας: «Βασιλιά μου, βασιλιά μου θαύμα!»
«Ναι, είναι ένα θαύμα», είπε ο αυτοκράτορας: «Ο αέρας σήμερα φυσάει απαλά».
«Όχι, όχι, εννοώ θαύμα!» είπε ο υπηρέτης και υποκλίθηκε.
«Κι αυτό το τσάι μες στο στόμα μου, είναι πραγματικά ένα θαύμα».
«Όχι, όχι Μεγαλειότατε».
«Άσε με τότε να μαντέψω... Για να δούμε: ανέτειλε ο ήλιος χαρίζοντας μας μια καινούργια μέρα Η, κάτι άλλο: η θάλασσα είναι γαλάζια. Αυτό είναι το ωραιότερο απ' όλα τα θαύματα».
«Μεγαλειότατε, ένας άνθρωπος πετάει!»
«Πως;» έκανε ο αυτοκράτορας.
«Τον είδα στον αέρα! Ένας άνθρωπος που πετάει με φτερά. Άκουσα κάποια φωνή απ' τον ουρανό, κι όταν κοίταζα ψηλά, τον είδα! Ένας δράκοντας στους ουρανούς μ' έναν άνθρωπο στο στόμα του, ένας δράκοντας από χαρτί και μπαμπού, στο χρώμα του ήλιου και της πρασινάδας».
«Είναι νωρίς ακόμα», είπε ο αυτοκράτορας, «ξύπνησες, και δε συνήλθες απ' τ' όνειρο που έβλεπες».
«Είναι νωρίς, αλλά εγώ το είδα αυτό που είδα! Έλα μαζί μου, και θα το δεις κι εσύ».
«Κάθισε κοντά μου», είπε ο αυτοκράτορας: «Πιες λίγο τσάι. Πρέπει να 'ναι κάτι παράξενο, αν αληθεύει. Ένας άνθρωπος που πετά... Πρέπει να 'βρεις χρόνο να το σκεφτείς, όπως κι εγώ πρέπει να βρω το χρόνο να προετοιμαστώ για το θέαμα».
Ήπιανε τσάι.
«Σε παρακαλώ», είπε τέλος ο υπηρέτης, «έλα, αλλιώς θα τόνε χάσουμε απ' τα μάτια μας».
Ο αυτοκράτορας σηκώθηκε βυθισμένος σε σκέψεις: «Τώρα μπορείς να μου δείξεις ό,τι είδες».
Βάδισαν μέσα στον κήπο, περνώντας πλάι από 'να λιβάδι σκεπασμένο με γρασίδι, ανέβηκαν σ' ένα μικρό γιοφύρι μες από μια πυκνή συστάδα δέντρων κι ανέβηκαν στο μικρό λόφο.
«Νάτος!» είπε ο υπηρέτης.
Κι ο αυτοκράτορας κοίταζε ψηλά στον ουρανό.
Κι εκεί στον ουρανό, γελώντας από τόσο ύψος που μόλις και μπορούσες να τον ακούσεις, ένας άνθρωπος! Ένας άνθρωπος ντυμένος με ελαφρό χαρτί και λεπτό καλάμι — τα φτερά του — και με μια πανέμορφη κίτρινη ουρά, πετούσε ολόγυρα κι έμοιαζε θεόρατο πουλί, το πιο μεγάλο μες στο βασίλειο των πουλιών, κι έμοιαζε με νιογέννητο δράκοντα σε μια πανάρχαιη γη από δράκους.
«Πετάω! Πετάω!» τους φώναξε από ψηλά ο άνθρωπος μέσα στο δροσερό αγέρι του πρωινού.
«Σε βλέπουμε! Σε βλέπουμε!» χειρονομούσε ο υπηρέτης.
Ο αυτοκράτορας Γιουάν δε σάλεψε. Κοίταζε τώρα το μεγάλο Σινικό Τείχος που αναδυόταν μες απ' τη μακρινή καταχνιά των πράσινων λόφων, κι έπαιρνε σχήμα και μορφή, και γινόταν εκείνο το περίφημο πετρόφιδο, που κουλουριάζονταν με μεγαλοπρέπεια και χανόταν βαθιά σ' ολόκληρη τη χώρα. Κείνο το υπέροχο τείχος που τους είχε προστατέψει αιώνες τώρα από τις εχθρικές ορδές, και διατηρούσε την ειρήνη για πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Είδε την πόλη, που φώλιαζε πλάι σ' ένα ποτάμι και σ' ένα δρόμο και σ' ένα λόφο, κι άρχιζε να ξυπνά.
«Πες μου», είπε στον υπηρέτη, «είδανε κι άλλοι αυτόν τον ιπτάμενο άνθρωπο;»
«Είμαι ο μόνος που τον είδε Μεγαλειότατε», είπε ο υπηρέτης, χαμογελώντας και γνέφοντας προς τον ουρανό.
Ο αυτοκράτορας κοίταζε συλλογισμένος τα ουράνια για ένα λεπτό, κι έπειτα είπε, «Πες του να κατεβεί. Τον θέλω».
«Έι, κατέβα κάτω! Ο αυτοκράτορας θέλει να σου μιλήσει !» φώναξε ο υπηρέτης, κάνοντας χωνί τα χέρια του στο στόμα.
Ο αυτοκράτορας κοίταζε γύρω του, παντού, καθώς ο ιπτάμενος άνθρωπος έκανε κάθετη βουτιά στον πρωινό αέρα. Είδε ένα γεωργό στα χωράφια του, που κοίταζε κι αυτός στον ουρανό. Ο αυτοκράτορας σημείωσε την τοποθεσία όπου στεκόταν ο γεωργός.
Ο Ιπτάμενος άνθρωπος πάτησε στο χώμα μ' ένα θρόισμα από ανάμικτο ήχο χαρτιού και λεπτού ξύλου. Πλησίασε περήφανα τον αυτοκράτορα, βαδίζοντας άτσαλα μες στην εξάρτηση του, και τέλος υποκλίθηκε μπροστά στο γηραλέο άνθρωπο.
«Τι είν' αυτό που έκανες;» ρώτησε ο αυτοκράτορας.
«Πέταξα στον ουρανό Μεγαλειότατε», απάντησε αυτός.
«ΤΙ ε ι ν' αυτό που έκανες;» ξαναρώτησε ο αυτοκράτορας.
«Σάς είπα Μεγαλειότατε!» φώναξε ο άνθρωπος πουλί.
«Δε μου είπες απολύτως τίποτα!» Ο αυτοκράτορας άπλωσε τώρα το λεπτό χέρι του ν' αγγίζει το όμορφο χαρτί και την απάνω όψη της συσκευής που έμοιαζε μ' αρματωσιά πουλιού. Μύριζε δροσιά και ανοιχτό αέρα.
«Δεν είναι όμορφο Μεγαλειότατε;»
«Ναι, πολύ όμορφο».
«Είναι το μοναδικό στον κόσμο!» χαμογέλασε ο άνθρωπος: «Κι εγώ είμ' ο εφευρέτης».
«Το μοναδικό στον κόσμο είπες;»
«Τ' ορκίζομαι!»
«Ποιος άλλος το ξέρει;»
«Κανείς. Ούτε η γυναίκα μου η ίδια, που με περνάει για τρελό, τρελό για δέσιμο. Νόμιζε ότι ετοιμαζόμουν να φτιάξω ένα χαρταετό. Εγώ σηκώθηκα τη νύχτα κι ανέβηκα ψηλά στα βράχια. Κι όταν άρχισε να φυσά η πρωινή αύρα και βγήκε ο ήλιος, συγκέντρωσα το θάρρος μου Μεγαλειότατε και πήδηξα απ' τα βράχια. Πέταξα! Η γυναίκα μου, πάντως, δεν το ξέρει».
«Τόσο το καλύτερο γι' αυτήν», είπε ο αυτοκράτορας. «Θα 'ρθεις μαζί μου».
Και ξαναγύρισαν στο παλάτι. Ο ήλιος τώρα έλαμπε ολόκληρος στον ουρανό, κι η ατμόσφαιρα ήταν πλημμυρισμένη στο δροσιστικό άρωμα του χόρτου. Αυτοκράτορας, υπηρέτης, και άνθρωπος πουλί, στάθηκαν στη μέση του τεράστιου κήπου.
Ο αυτοκράτορας χτύπησε δυο φορές τα χέρια του: «Έ, εσείς φρουροί!»
Κι οι φρουροί φτάσανε τρέχοντας.
«Συλλάβετέ τον!» και τους έδειξε τον άνθρωπο πουλί.
Ο άνθρωπος πουλί βρέθηκε άξαφνα ανάμεσα στα χέρια τους.
«Φωνάξτε το δήμιο», είπε τώρα ο αυτοκράτορας.
«Τι σημαίνει αυτό;» ξεφώνισε ο άνθρωπος, πανικόβλητος. «Τι έχω κάνει;» Κι άρχισε να κλαίει, κι η όμορφη χάρτινη συσκευή έβγαλ' ένα ψιθυρισμό σαν παράπονο.
«Αυτός ο άνθρωπος κατασκεύασε μια ορισμένη μηχανή», είπε ο αυτοκράτορας, «κι ωστόσο μας ρωτά τι έχει κάνει. Ο ίδιος δεν το ξέρει. Δεν ξέρει γιατί τη δημιούργησε, και σε τι θα χρησιμέψει. Κι αυτό είν' απαραίτητο να το ξέρει όταν δημιουργεί κανείς κάτι».
Ο δήμιος έφτασε τρέχοντας μ' ένα κοφτερό πελέκυ που έλαμπε ασημένιο στον ήλιo. Στάθηκε εκεί, με τα γυμνά, μπρατσωμένα του χέρια έτοιμα. Το πρόσωπο του ήταν μια γαλήνια άσπρη μάσκα.
«Μια στιγμή», είπε ο αυτοκράτορας. Στράφηκε σ' ένα κοντινό τραπεζάκι. Πάνω στο τραπεζάκι ήτανε τοποθετημένο ένα μηχάνημα που το 'χε κατασκευάσει ο ίδιος. Ο αυτοκράτορας ξεκρέμασε ένα μικρό χρυσό κλειδί απ' το λαιμό του. Έβαλε το κλειδί στη μικροσκοπική ντελικάτη μηχανή κι άρχισε να την κουρδίζει. Έπειτα άφησε τη μηχανή να λειτουργήσει.

Ήταν ένας κήπος από μέταλλο και ζαφείρια. Όταν την έβαζες μπροστά, πουλιά κελαηδούσαν σε μικροσκοπικά μετάλλινα δέντρα, λύκοι ξεχύνονταν μέσα σε κουκλίστικα δάση, και μικροσκοπικά ανθρωπάκια έτρεχαν εδώ κι εκεί, σε ήλιο και σε σκιά, κάνοντας αέρα με τοσοδούτσικες βεντάλιες, ακούγοντας να κελαηδούν μικρά σμαραγδένια πουλιά πλάι σε απίθανα μικρές αλλά κουδουνιστές δροσοπηγές.
«Δεν είναι όμορφο;» είπε ο αυτοκράτορας: «Αν με ρωτούσες τι είν' αυτό εδώ που δημιούργησα, θα μπορούσα να σου απαντήσω μια χαρά. Δημιούργησα πουλιά που κελαηδούν, έφτιαξα δάση που ψιθυρίζουν. Έβαλα ανθρώπους να περπατούν μέσα σ' αυτά τα σκιερά δάση, και να χαίρονται τα φύλλα, και να χαίρονται τη σκιά και το κελάηδημα των πουλιών. Αυτό θα σου απαντούσα ότι δημιούργησα».
«Μα κι εγώ Μεγαλειότατε, ώ Θεέ μου !» ικέτεψε ο άνθρωπος πουλί, γονατιστός, και δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπο του: «Κάτι παρόμοιο έκανα κι εγώ ! Βρήκα την ομορφιά. Πέταξα μέσα στον πρωινό αγέρα. Είδα από κει ψηλά τα σπίτια να κοιμούνται, είδα τα περιβόλια! Οσμίστηκα τον αέρα της θάλασσας, είδα την ίδια τ η θάλασσα, μπορώ να πω, πέρα απ' τους λόφους, από κει ψηλά που ήμουν. Και βούτηξα μες στον αέρα σαν πουλί. Ό, δεν μπορώ να σου πω τι όμορφα που 'ναι εκεί ψηλά, στον ουρανό, με τον άνεμο να σε χαϊδεύει από παντού, με τον άνεμο να σε παρασέρνει σαν πούπουλο βεντάλιας, δεν μπορώ να σου πω πόσο όμορφα μυρίζει ο ουρανός την αυγή! Και πόσο λεύτερος νιώθει ο άνθρωπος! Κι αυτό είν' όμορφο Μεγαλειότατε, κ ι αυτό!»
«Ναι», είπε θλιμμένα ο αυτοκράτορας: «Ξέρω πως πρέπει να 'ναι αλήθεια. Γιατί κι εγώ ένιωσα την καρδιά μου να σκιρτάει μαζί σου εκεί ψηλά, κι αναρωτήθηκα: πως να 'ναι άραγε; Πώς νιώθεις εκεί πάνω; Πώς φαίνονται από κει ψηλά οι λίμνες και τα ποτάμια; Πώς τα παλάτια μου κι οι υπηρέτες; Σα μυρμήγκια; Και πως οι μακρινές πολιτείες που δεν έχουν ακόμα ξυπνήσει;»
«Τότε λυπήσου με!»
«Υπάρχουν όμως φορές», είπε ο αυτοκράτορας, ακόμα πιο θλιμμένος, «που πρέπει να χάνει κανείς μια τόση δα μικρή ομορφιά αν θέλει να κρατήσει αυτή τη λίγη ομορφιά που έχει κιόλας. Δε φοβάμαι εσένα συγκεκριμένα, φοβάμαι κάποιον άλλο άνθρωπο».
«Ποιόν άλλο;»
«Κάποιον που, βλέποντας εσένα να πετάς, θα φτιάξει κι αυτός κάτι παρόμοιο με ελαφρό χαρτί και καλάμι. Μα κείνος ο άλλος θα "χει πρόσωπο κακό, και καρδιά μοχθηρή, κι η ομορφιά θα 'ναι φευγάτη. Αυτό τον άνθρωπο φοβούμαι».
«Μα γιατί; Γιατί;»
«Ποιος λέει ότι, μια μέρα, ένας τέτοιος άνθρωπος ακριβώς, με μια τέτοια συσκευή από χαρτί και καλάμι, δε θα πετάξει στον ουρανό για να ρίξει θεόρατες πέτρες πάνω στο Μεγάλο Σινικό Τείχος;» είπε ο αυτοκράτορας.
Κανείς δε σάλεψε. Κανείς δεν είπε ούτε μια λέξη.
«Πάρτου το κεφάλι», είπε ο αυτοκράτορας.
Ο δήμιος στριφογύρισε το ασημένιο πελέκυ του.
«Να κάψετε και το χαρταετό, και το κορμί του εφευρέτη, και να θάψετε τις στάχτες όλες μαζί», ξανάπε ο αυτοκράτορας.
Οι υπηρέτες αποσύρθηκαν για να εκτελέσουν τη διαταγή.
Ο αυτοκράτορας στράφηκε στον πιστό του υπηρέτη που είχε δει τον άνθρωπο να πετάει: «Κράτα το στόμα σου κλειστό. Ήταν όλα ένα όνειρο, ένα πολύ λυπητερό και όμορφο όνειρο. Κι εκείνος ο γεωργός στο χωράφι του, που τον είδε κι αυτός να πετάει, πέστου ότι θα πληρωθεί αδρά για να το θεωρήσει όνειρο. Αν βγει μια λέξη από το στόμα σας, κι εσύ κι ο γεωργός θα πεθάνετε στη στιγμή».
«Είσαι σπλαχνικός Αυτοκράτορα!»
«Όχι, όχι σπλαχνικός», είπε ο γέρος βασιλιάς. Πέρα απ' τον τοίχο του κήπου είδε τους φρουρούς να καίνε κείνο το όμορφο πράγμα από καλάμι και χαρτί. Η μυρωδιά του πλημμύρισε την πρωινή ατμόσφαιρα. Είδε κατάμαυρο τον καπνό να υψώνεται στον ουρανό: «Όχι, όχι σπλαχνικός. Πανικόβλητος μόνο, και τρομοκρατημένος». Είδε τους φρουρούς να σκάβουν ένα μικρό λάκκο για να θάψουνε τις στάχτες: «Τι είναι η ζωή ενός μόνο ανθρώπου μπροστά στη ζωή εκατομμυρίων; Πρέπει να παρηγορηθώ μ' αυτή τη σκέψη».
Ξεκρέμασε το χρυσό κλειδί άπ’ το λαιμό του, και κούρδισε ακόμα μια φορά τον όμορφο κουκλίστικο κήπο. Και στάθηκε ατενίζοντας τη γη, πέρα στο Μεγάλο Τείχος, ατενίζοντας την ήσυχη πολιτεία, τα πράσινα λιβάδια, τους ποταμούς και τα ρυάκια. Αναστέναζε. Ο κουκλίστικος κήπος, με τον κρυφό και ντελικάτο μηχανισμό του, μπήκε μπροστά. Κουκλίστικοι άνθρωποι περπατούσαν στο δάσος, κουκλίστικες αλεπούδες χοροπηδούσαν στα ξέφωτα που ήταν πλημμυρισμένα ήλιο, κι άστραφτε η όμορφη γούνα τους, κι ανάμεσα απ' τα μικροσκοπικά δέντρα, υψώνονταν μικρές φωνούλες, αρμονικοί κελαηδισμοί, και λαμπερά, γαλάζια και κίτρινα χρώματα που πετούσαν, πετούσαν και πλημμύριζαν τον κουκλίστικο ουρανό.
«Θεέ μου!» είπε ο αυτοκράτορας κλείνοντας τα μάτια του: «Κοίταξε τα πουλιά! Κοίταξε τα πουλιά!»


RAY BRADBURY
To Δ του Διαστήματος
Μετάφραση από τα αγγλικά: ΦΩΝΤΑΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΑντιΚοσμοι 1975

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Αντίο κι αποχαιρετισµός - RAY BRADBURY

Χρόνια πολλά για τα γενέθλιά σου.
Εύχομαι και ελπίζω, να απομένει πολύς ακόμη χρόνος απ’ αυτόν που σου έχει δοθεί.
Και να τον χειριστείς σωστά.
Παρείσακτος

Μα φυσικά και θα 'φευγε. ∆εν υπήρξε τίποτ' άλλο να κάνει. Η ώρα περνούσε, το ρολόι έτρεχε ακράτητο, και είν' αλήθεια, ο δρόµος που θα 'παιρνε ήταν πολύ µακρύς. Η βαλίτσα του ήταν έτοιµη, τα παπούτσια του γυαλισµένα, τα µαλλιά του χτενισµένα. Είχε πλύνει προσεχτικά τ' αφτιά του, και το µόνο που του απόµενε ήταν να κατεβεί τις σκάλες, να βγει απ' την εξώπορτα και να πάρει το δρόµο κατά πάνω, προς στο µικρό σταθµό της πόλης, όπου το τραίνο θα σταµατούσε µόνο γι' αυτόν. Έπειτα, το Φόξ Χίλλ, αυτή η µικρή πολιτεία του Ιλλινόις, θα χανόταν βαθιά στο παρελθόν του. Και θα συνέχιζε αυτός, ίσως για την Αιόβα, ίσως για το Κάνσας, ίσως ακόµα και για την Καλιφόρνια. Έvα µικρό παιδί, δώδεκα µόλις χρόνων, µ' ένα πιστοποιητικό γεννήσεως στη βαλίτσα του για να δείχνει πως είχε γεννηθεί σαραντατρία χρόνια πριν.
«Γουίλλι!» φώναξε κάποια φωνή από κάτω, απ' τις σκάλες.
«Ναι!» απάντησε αυτός και σήκωσε τη βαλίτσα του. Μές στον καθρέφτη του γραφείου του είδε ένα πρόσωπο καµωµένο από µαγιάτικα σπερδούκλια κι από µήλα απριλιάτικα, κι απ' το ζεστό το γάλα κάποιου
καλοκαιριάτικου πρωινού. Κι εκεί, σ' αυτό το πρόσωπο, βρισκόταν όπως πάντα το βλέµµα του αγγέλου και της αθλιότητας, που δε θα άλλαζε ποτέ, όσα χρόνια θα βάσταγε η ζωή του.
«Πέρασε η ώρα!» φώναζε η γυναίκα από κάτω.
«Είµαι έτοιµος!» και κατέβηκε τα σκαλιά, χαµογελώντας. Στο σαλόνι κάθονταν η Άννα και ο Στηβ µε πεντακάθαρα ρούχα.
«Να 'µαι λοιπόν!» φώναξε ο Γουίλλι στην πόρτα του σαλονιού.
Η Άννα κοίταζε σα να 'ταν έτοιµη να κλάψει: «Θεέ µου, δεν είναι δυνατό να µας εγκαταλείψεις Γουίλλι».
«Τα στόµατα του κόσµου...» είπε ήρεµα ο Γουίλλι, «άνοιξαν γι' άλλη µια φορά, Έζησα εδώ µαζί σας τρία χρόνια. Μα όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να µιλάνε, ξέρω πως είναι ώρα να φορέσω τα παπούτσια µου και ν' αγοράσω ένα εισιτήριο για το τραίνο».
«Είναι τόσο παράξενα όλα.. ∆εν καταλαβαίνω. Τόσο ξαφνικά!» είπε η Άννα: «Γουίλλι, θα µάς λείψεις πολύ».
«Θα σας γράφω κάθε Χριστούγεννα. Βοηθείστε µε! Εσείς να µη µου γράφετε καθόλου».
«Ήταν... ήταν µεγάλη χαρά και ικανοποίηση», είπε ο Στήβ, καθισµένος εκεί, µιλώντας µε δυσκολία: «Είναι κρίµα που έπρεπε να τελειώσει όλο αυτό. Είναι κρίµα που αναγκάστηκες να µας µιλήσεις για τον εαυτό σου. Κρίµα και πάλι κρίµα να µην µπορείς να µείνεις».
«Είστε οι πιο σπουδαίοι γονείς που είχα ποτέ», είπε ο Γουίλλι, τέσσερα πόδια ύψος, µε άτριχα µάγουλα και το φως του ήλιου στο πρόσωπο του.
Έπειτα απ' αυτό η Άννα άφησε το κλάµα της να ξεσπάσει. «Γουίλλι, Γουίλλι». Και κάθισε, κι έδειχνε πως ήθελε µ' όλη της την καρδιά να τον κρατήσει, µα που φοβόταν πια να το κάνει. Τον κοίταζε µε σπαραγµό και κατάπληξη, και τα χέρια της άδεια, µην ξέροντας πως να του φερθεί.
«∆εν είναι εύκολο να φύγω», είπε ο Γoυίλλι: «Θα συνηθίσετε. Θέλετε να µείνω. Αλλά δεν ωφελεί. Προσπάθησα να το κάνω µια φορά, όταν οι άνθρωποι είχαν αρχίσει πια να υποψιάζονται. «Ανήκουστο! Φοβερό!» λέγαν οι άνθρωποι: «Κι όλα αυτά τα χρόνια να παίζει µε τ' αθώα
παιδιά µας», έλεγαν, «και µεις να µην το µυριστούµε! Φοβερό!» είπαν. Και τελικά αναγκάστηκα να φύγω από την πόλη κάποια νύχτα. ∆εν είναι εύκολο. Ξέρετε πολύ καλά πόσο σάς αγαπώ και τους δυό. Σάς ευχαριστώ για τα τρία υπέροχα χρόνια που µου χαρίσατε».
Προχώρησαν όλοι προς την εξώπορτα: «Γουίλλι, πού θα πας;»
«∆εν ξέρω. Όπου µε βγάλει η άκρη. Αρχίζω να ταξιδεύω κι όταν
βρίσκω µια πόλη όµορφη και πράσινη, κατεβαίνω».
«Θα ξανάρθεις άραγε ποτέ;»
«Ναι», είπε σοβαρά µε την ψιλή του φωνούλα: «Σε είκοσι χρόνια πάνω κάτω, όταν αρχίσει να φαίνεται στο πρόσωπο µου. Όταν γίνει αυτό, θα κάνω µια µεγάλη µεγάλη βόλτα, και θα επισκεφτώ όλες τις µητέρες και τους πατέρες που πέρασαν απ' τη ζωή µου».
Στέκονταν τώρα στη δροσερή καλοκαιρινή βεράντα, ανήµποροι να προφέρουν τα τελευταία λόγια. Ο Στήβ κοίταζε επίµονα την κορυφή µιας λεύκας: «Με πόσους άλλους έµεινες ως τώρα Γουίλλι; Πόσοι σε υιοθέτησαν;»
Ο Γουίλλι υπολόγισε µέσα του, µε φανερή ευδιαθεσία: «Έµεινα θαρρώ σε πέντε πόλεις, κοντά σε πέντε αντρόγυνα, και πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που άρχισα την περιπλάνηση µου».
«Ώστε δεν µπορούµε να σε κρατήσουµε», είπε ο Στήβ: «Ας είναι. Τουλάχιστον είχα κοντά µου ένα για τριανταέξη µήνες. Είναι καλύτερο αυτό, παρά να µην είχα κανένα».
«Και τώρα...» είπε ο Γουίλλι και φίλησε γρήγορα την Άννα. Άρπαξε τη βαλίτσα του, και πήρε ν' ανεβαίνει τα δρόµο µέσα στο πράσινο µεσηµεριάτικο φώς, κάτω απ' τα δέντρα, ένα πολύ µικρό παιδί πραγµατικά, που δε γύρισε πίσω του να κοιτάξει, παρά έτρεχε µε βήµα σταθερό.
Έπαιζαν τα παιδιά στο διαµαντένιο πράσινο πάρκο τη στιγµή πού περνούσε ο Γουίλλι. Στάθηκε για λίγο στη σκιά της βελανιδιάς, και τα κοίταζε που πετούσαν ψηλά, µέσα στη χλιαρή καλοκαιρινή ατµόσφαιρα την κάτασπρη σαν από χιόνι µπάλα του µπαίηζ µπώλ, είδε και τη σκιά της µπάλας να πετάει πάνω από το γρασίδι σα µαύρο πουλί, είδε τα χέρια τους ν' ανοίγουν αδηφάγα σα στόµατα για ν' αρπάξουν κείνο το ευκίνητο κοµµάτι καλοκαιριού, που τώρα φάνταζε σαν πράξη σπουδαία να το πιάσεις στα χέρια σου. Οι φωνές των παιδιών χαλούσαν τον κόσµο. Η µπάλα κατέβηκε από ψηλά κι έπεσε πάνω στο γρασίδι, στον Γουίλλι κοντά.
Ξεπρόβαλλε τώρα κάτω απ' τις σκιές των δέντρων κουβαλώντας την µπάλα προς τα µπρος, και συλλογίστηκε τα τελευταία τρία χρόνια που πέρασε εδώ, και συλλογίστηκε τα πέντε πριν άπ1 αυτά, κι όλα τ' άλλα πιο πριν, ως τη χρονιά που ήταν πραγµατικά έντεκα χρονών, και δώδεκα και δεκατέσσερα, κι άκουγε τις φωνές να λένε: «Τι συµβαίνει κυρία µου µε τον Γουίλλι;» «Κυρία Β., δε µεγαλώνει λοιπόν ο Γουίλλι;« «Γουίλλι, βλέπω καπνίζεις πούρα τελευταίως!» Οι ήχοι αυτοί έσβηναν µες στο καλοκαιριάτικο φως και το χρώµα. Κι η φωνή της µητέρας του: «Ο Γουίλλι κλείνει σήµερα τα είκοσιένα!» Και χιλιάδες φωνές που έλεγαν: «Να ξανάρθεις γιέ µου. Όταν κλείσεις τα δεκαπέντε, να ξανάρθεις. Ίσως τότε να σου βρούµε και καµιά δουλιά».

Στήλωσε τα µάτια του στην µπάλα που κρατούσε µε τα τρεµάµενα χέρια του, σάµπως να 'ταν η ίδια η ζωή του, µια ατελεύτητη σφαίρα από χρόνια, που γύριζε κι όλο γύριζε κι ολο γύριζε, µα πάντα σχεδόν που οδηγούσε προς τα πίσω, στη µέρα που γιόρταζε τα δώδεκα χρόνια του. Άκουσε τα παιδιά που έρχονταν τρέχοντας προς το µέρος του. Ένιωσε ότι του έκρυβαν τον ήλιο, κι ότι µεγάλωσαν στο µεταξύ έτσι που τόνε κύκλωναν απ' όλες τις µεριές.
«Γουίλλι! Πού πας;» και κλωτσούσαν τη βαλίτσα του.
Πόσο ψηλοί του φάνηκαν µπρος στον ήλιο! Τους τελευταίους µήνες, φαίνεται πως ο ήλιος πέρασε ένα χέρι πάνω απ' τα κεφάλια τους, τους έγνεψε, κι ήτανε σα να χύθηκε στο πρόσωπο τους µέταλλο ζεστό. Ήταν χρυσές, ψιλόλιγνες καραµέλες, που τους τραβούσε ψηλά στον ουρανό µια πελώρια έλξη, παιδιά στα δεκατρία, στα δεκατέσσερα, που κοίταζαν από ψηλά τον Γουίλλι, χαµογελώντας, µα που ωστόσο είχαν αρχίσει να τον άγνοούν. Αυτό είχε αρχίσει τέσσερις µήνες πριν.
«∆ιαλέξτε τις πλευρές! Ποιος θέλει τον Γουίλλι;»
«Ά, ο Γουίλλι είναι µικρός. ∆εν παίζουµε µε νιάνιαρα».
Κι έτρεχαν µπρος του, τον άφηναν, τραβηγµένοι απ' το φεγγάρι κι απ' τον ήλιο κι από τις εποχές που άλλαζαν, φύλλα και άνεµος, κι αυτός να 'ναι δώδεκα χρονών, και να µην είναι πια ένας απ' αυτούς. Κι οι άλλες φωνές να ξαναρχίζουν πάνω στο παλιό, φοβερά οικείο, και παγερό ρεφραίν: «Στήβ, θα 'κανες καλά να του αρχίσεις βιταµίνες του παιδιού». «Άννα, είστε κοντοί λοιπόν στο σόι σας;» Κι η παγερή γροθιά να µαλάζει και πάλι την καρδιά σου, και να ξέρει ότι οι ρίζες θα 'πρεπε να ξαναβγούν στο φως έπειτ' από τόσα όµορφα χρόνια µε τους «ανθρώπους».
«Γουίλλι, πού πάς;»
Ο Γουίλλι τίναξε το κεφάλι του. Βρέθηκε πάλι κυκλωµένος απ' τα πανύψηλα σαν πύργους παιδιά που συνωστίζονταν γύρω του ρίχνοντας θεόρατη τη σκιά τους, γίγαντες θαρρείς που έσκυβαν να πιουν νερό από κάποια δροσοπηγή.
«Φεύγω για λίγες µέρες... Πηγαίνω να δώ ένα ξάδερφο µου...»
«Ά!» Υπήρχε κάποια µέρα, πριν ένα χρόνο, που θα τους ένοιαζε πραγµατικά πάρα πολύ. Μα τώρα, υπήρχε µόνο περιέργεια για τη βαλίτσα του, η γοητεία που άσκούσαν πάνω τους τραίνα και ταξίδια κι απόµακροι τόποι.
«Τι θα λέγατε για ένα διπλό στα γρήγορα;» είπε ο Γουίλλι.
Φάνηκαν αναποφάσιστοι για µια στιγµή, αλλά µετά, µιας και το καλούσε η περίσταση, δέχτηκαν. Τότε, ο Γουίλλι πετούσε τη σάκα του και ξανοιγόταν τρέχοντας στο γρασίδι. Η άσπρη µπάλα του µπέηζ µπώλ
τιναζότανε στον ήλιο, ψηλά, πέρα απ' τις ηλιοκαµένες κι άσπρες φιγούρες τους, στο µακρινό λιβάδι, και ξανά ψηλά στον ήλιο, χυµώντας µπροστά, όµοια καθώς η ζωή που έρχεται και φεύγει µ' ένα απαρέκκλητο σχέδιο. Πότε έδω, πότε εκεί! Ο κύριος και η κυρία Ρόµπερτ Χάνλον, Κρήκ Μπέντ, στα 1932, το πρώτο ζευγάρι, το πρώτο αντρόγυνο, η πρώτη χρονιά! Πότε εδώ, πότε εκεί! Χένρυ και Άλις Μπόλτς, Αιόβα, στα 1935! Κι η µπάλα του µπέηζ µπώλ να πετάει. Οι Σµίθ, οι Ήτονς, οι Ρόµπινσονς! 1939! 1945! Ο σύζυγος κι η σύζυγος, ο σύζυγος κι η σύζυγος, δίχως παιδιά, δίχως παιδιά, δίχως παιδιά! Ένα χτύπηµα σε τούτη την πόρτα, ένα χτύπηµα σε κείνη.
«Με συγχωρείτε. Τ' όνοµα µου είναι Γουίλλιαµ. ∆εν ξέρω αν...»
«Θές ένα σάντουιτς; Πέρασε µέσα, κάθισε. Από που έρχεσαι, παιδί µου;»
Το σάντουιτς, το ψηλό ποτήρι µε το κρύο γάλα, το χαµόγελο, η συγκατάνευση, η άνετη αβίαστη κουβέντα...
«Ταξίδευες παιδί µου; Από που το 'σκασες;»
«∆εν το 'σκασα από πουθενά».
«Μήπως είσαι ορφανό παιδί µου;»
Κι άλλο ποτήρι γάλα.
«Έµείς αγαπούσαµε πάντοτε τα παιδιά. Πάντοτε θέλαµε ένα παιδί. Μα δεν το καταφέραµε ποτέ. Ποτέ δε µάθαµε γιατί. Θα 'ταν από κείνα τα γνωστά... Τι να πεις! Βραδιάζει παιδί µου. ∆ε νοµίζεις πως θα 'πρεπε τώρα να γυρίσεις σπίτι;»
«∆εν έχω σπίτι».
«Ένα παιδί σαν εσένα; Αστειεύεσαι βέβαια. Η µητέρα σου θ' ανησυχεί».
«∆εν έχω σπίτι, ούτε γονείς στον κόσµο... ∆εν ξέρω αν... αν θα µπορούσα να κοιµηθώ εδώ απόψε».
«Τι να σου πω παιδί µου... δεν ξέρω... Ποτέ δε σκεφτήκαµε να...» έλεγε ο σύζυγος.
«Έχουµε κοτόπουλο γι' απόψε», έλεγε η σύζυγος: «Είµαστε τρεις. Μας φτάνει και µας περισσεύει...»
Και τα χρόνια να κυλούν, να πετούν και να φεύγουν, οι φωνές, τα πρόσωπα, κι οι άνθρωποι, κι η ίδια πάντα πρώτη συνοµιλία. Η φωνή της Έµιλυ Ρόµπινσον, καθιστή καθώς ήταν στην κουνιστή πολυθρόνα της, στο σκοτάδι της καλοκαιριάτικης νύχτας, την τελευταία εκείνη νύχτα που έµενε µαζί της, τη νύχτα που ανακάλυψε το µυστικό του, που του είπε:
«Κοιτάζω τα προσωπάκια των παιδιών και συλλογιέµαι. Κι
ορισµένες φορές σκέφτοµαι, τι ντροπή, τι θλίψη να κοπούν κάποια µέρα όλ' αυτά τα λουλούδια, να σβήσουν κάποια στιγµή όλες αυτές οι ζωηρές φωτιές. Τι ντροπή όλ' αυτά τα παιδιά που βλέπεις στο σχολείο, που τα βλέπεις να τρέχουν στους δρόµους, τι ντροπή να πρέπει να ψηλώνουν και ν' άσκηµαίνουν, να γεµίζουν ρυτίδες και ν' ασπρίζουν ή να φαλακραίνουν και, τέλος, να µην αποµένει απ' αυτά τίποτ' άλλο από 'να σακί γεµάτο κόκαλα, µια ανάσα ασθµατική, και να πεθαίνουν και να θάβονται. Όταν τ' ακούω να γελούν, δεν µπορώ να πιστέψω ότι θ' ακολουθήσουν ποτέ τον ίδιο δρόµο µε µένα, ότι θα φτάσουν εδώ που είµαι εγώ. Κι ωστόσο, α υτ ό το δρόµο ακολουθούν! Θυµάµαι πάντα το ποίηµα του Γουέρντσγουερθ: «Οταν δια µιας είδα ένα πλήθος, Ένα πλήθος από χρυσούς άσφόδελους, Πλάι στη λίµνη, κάτω απ' τα δέντρα, Να φτερουγίζουν και να χορεύουν κάτω απ' τα δέντρα». Να τι σκέφτοµαι για τα παιδιά, όσο σκληρά κι αν είναι καµιά φορά, όσο πρόστυχα όπως ξέρω πως µπορεί να 'ναι, µα που δε δείχνουν ακόµα την προστυχιά γύρω απ' τα µάτια τους, ή µ έ σ α στα µάτια τους, που δεν τα 'χει ακόµα κυριέψει η κούραση. Είναι τόσο παράφορα για τα καθετί, τόσο ζωηρά! Αυτό είναι που δε βρίσκω στους ηλικιωµένους, η παραφορά, η ζωηράδα πού στέρεψε, η δροσιά που χάθηκε, κι απόµεινε η ζωή τους ένα ξεραµένο ρυάκι. Μ' αρέσει κάθε µέρα να κοιτάζω το σχολείο που σχολάει. Είναι σάµπως να πετάει κανείς έξω στο δρόµο ένα µπουκέτο λουλούδια. Τι νιώθεις άραγε Γουίλλι; Τι νιώθεις που θα µείνεις παιδί σ' όλη σου τη ζωή, για πάντα; Πού θα µοιάζεις µ' ασηµένιο φύλλο, µε δυόσµο; Είσαι άραγε ευτυχισµένος; Είσαι τόσο ευτυχισµένος όσο δείχνεις;»
Η µπάλα ήρθε σφυρίζοντας από το γαλάζιο ουρανό, χτύπησε το χέρι του σαν ένα µεγάλο κίτρινο έντοµο. Την έκλεισε στην αγκαλιά του σα να 'θελε να τη νανουρίσει, κι άκουσε τη µνήµη του να λέει:
«∆ούλεψα µ' ό,τι µπορούσα. Όταν πέθαναν οι δικοί µου, και ανακάλυψα πως δε θα µπορούσα πουθενά να βρώ δουλιά σα µεγάλος, άρχισα να γυρνώ στα πανηγύρια. Ζητούσα δουλιά σε καρναβάλια, µα εκείνοι γελούσαν. "Παιδί µου", έλεγαν, "εσύ δεν είσαι νάνος. Ακόµα κι αν είσαι πάντως, µοιάζεις µε µικρό παιδί! Εµείς ζητάµε νάνους που να 'χουν το πρόσωπο του νάνου. Λυπάµαι, παιδί µου, λυπάµαι". Έτσι, έφυγα απ' το σπίτι και ξεκίνησα: τι ήµουν; Ήµουν ένα παιδί. Έµοιαζα µε παιδί, µιλούσα σαν παιδί. Μπορούσα λοιπόν να συνεχίσω να είµαι. Ήταν ανώφελο να το καταπολεµήσω. Ήταν ανώφελο να κλαίω και να χτυπιέµαι. Μα τι µπορούσα να κάνω; Ποια δουλιά να βρώ; Που θα µε δέχονταν; Κι όταν µια µέρα είδα κείνο τον άνθρωπο στο εστιατόριο να κοιτάζει τις φωτογραφίες που του 'δειχνε κάποιος άλλος τις φωτογραφίες των παιδιών του, "Μακάρι να 'χα κι εγώ παιδιά", είχε πει. "Μακάρι να 'χα παιδιά". Και κουνούσε διαρκώς το κεφάλι του. Εγώ καθόµουν λίγο πιο εκεί, τρώγοντας ένα λουκάνικο. Κι άξαφνα πάγωσα! Άπό κείνη ακριβώς τη στιγµή κατάλαβα τι θα 'ταν από δώ και πέρα η ζωή µου. Επιτέλους, είχα βρει δουλιά. Υπήρχε
δουλιά και για µένα. Θα έκανα ευτυχισµένους ανθρώπους µοναχικούς, ανθρώπους έρηµους. Θα µουνα διαρκώς απασχοληµένος. Θα το 'ριχνα στο παιχνίδι. Παιχνίδι διαρκώς, παιχνίδι για πάντα. Το 'ξερα. Έπρεπε πάντα να παίζω. Και πότε πότε να πηγαίνω σε θελήµατα. Μπορεί καµιά φορά να χρειαζόταν να κλαδέψω κανένα περιβόλι. ∆εν ήταν δύσκολη δουλιά. Κάθε άλλο. Όλο κι όλο που θα 'χα να κάνω, ήταν να γίνω κάποιας µητέρας γιος, η περηφάνια κάποιου πατέρα. Στράφηκα προς τον άνθρωπο που 'χε µιλήσει πιο πριν. «Συγνώµη», είπα. Και του χαµογέλασα...
«Μα Γουίλλι», του 'χε πει παλιά, πολύ παλιά, η κυρία Έµιλυ, «δεν ένιωσες ποτέ µονάχος; ∆ε λαχτάρησες ποτέ πράγµατα που λαχταρούν οι µεγάλοι;»
«Αυτό το καταπολέµησα µοναχός µου», είπε ο Γουίλλι. «Είµαι παιδί, ένα µικρό παιδί. Αυτό είπα στον εαυτό µου. Θα πρέπει να ζώ στον κόσµο που ζει κι ένα παιδί, θα πρέπει να διαβάζω παιδικά βιβλία, να παίζω παιχνίδια που παίζουν τα παιδιά, ν' αποκοπώ απ' οτιδήποτε άλλο. ∆εν µπορώ να 'µαι και τα δυό. Άρχισα να 'µαι ένα µονάχα πράγµα: νέος! Παιδί! Κι έπαιξα µ' αυτό τον τρόπο. Ω, δεν ήταν εύκολο. Υπήρχαν φορές που...»
Μα δε συνέχισε. Βυθίστηκε στη σιωπή.
«Κι η οικογένεια που σε έπαιρνε κοντά της; ∆ε µάθαινε ποτέ;»
«Όχι. Αν τους το 'λεγα θα καταστρέφονταν όλα. Τους έλεγα πως είµαι ένας δραπέτης. Τους άφηνα να ελέγξουν κάθε επίσηµη πληροφορία, ν' απευθύνονται στην αστυνοµία. Έπειτα, µιας και δεν ήµουν καταχωρηµένος πουθενά, τους έβαζα την ιδέα να µε υιοθετήσουν. Κι αυτό ήταν το καλύτερο, αρκεί µονάχα να µην το µάντευαν ποτέ. Μα έπειτα, έπειτα από τρία, πέντε χρόνια, το µάντευαν. Όλο και κάποιος ταξιδιώτης θα περνούσε. Ταξιδιώτης η... κάποιος που θα µ' είχε δει στα καρναβάλια. Τέλειωναν όλα τότε. Έπρεπε πάντα να τελειώνουν».
«Αραγε είσαι ευτυχισµένος; Νιώθεις καµιά χαρά που έµεινες παιδί σαράντα τόσα χρόνια;»
«Αυτά έχει η ζωή. Έτσι δε λένε; Κι όταν κάνεις ευτυχισµένους άλλους ανθρώπους, τότε είσαι κι εσύ σχεδόν ευτυχισµένος. Αυτή τη δουλιά έπρεπε να κάνω και την κάνω. Πάντως, σε λίγα χρόνια, θα µπω στο δεύτερο στάδιο της παιδικής µου ηλικίας. Όλοι οι πυρετοί θα µε αφήσουν, κι όλα εκείνα που δεν κατόρθωσα να πραγµατοποιήσω. Τα πιο πολλά µου όνειρα... Ίσως τότε να µπορέσω να ξεκουραστώ και να παίξω το ρόλο ως το τέλος».
Έριξε την µπάλα για τελευταία φορά και βγήκε απ' την ονειροπόληση. Έπειτα έτρεξε να πάρει τη βαλίτσα του. Τόµ, Μπίλ, Τζαίηµυ, Μπόµπ, Σάµ... µουρµούριζαν τα χείλη του τα ονόµατα τους. Και κείνα στέκονταν αµήχανα και τάν κοιτούσαν καθώς τους έσφιγγε ταχέρια,
«Τι είν' αυτά Γουίλλι; Στο κάτω κάτω δε φεύγεις για την Κίνα η το Τιµπουκτού. Έτσι δεν είναι;»
«Έτσι δεν είναι;» Ο Γουίλλι δε σάλευε.
«Άντε λοιπόν. Θα σε δούµε την άλλη βδοµάδα!»
«Αντίο...»
Και πήρε το δρόµο ακόµα µια φορά, κρατώντας τη βαλίτσα του στο χέρι, κοιτάζοντας τα δέντρα, κι έφευγε, αφήνοντας πίσω του εκείνα τα παιδιά κι εκείνο το δρόµο όπου είχε ζήσει, και καθώς έστριβε σε µια γωνιά άκουσε το τραίνο να σφυρίζει. Έτρεξε κατά κει.
Το τελευταίο πράγµα που είδε και άκουσε ήταν µια άσπρη µπάλα που τιναζόταν ψηλά, στο ύψος της στέγης, και ξαναγύριζε, πίσω µπρος, πίσω και µπρος, και δυό φωνές που χαλούσαν τον κόσµο καθώς η µπάλα τιναζόταν πότε ψηλά, πότε στα πλάγια, πότε µπροστά για να χυθεί στον ουρανό, κι ήταν σα δυό φωνές πουλιών που πετούσαν και χάνονταν στο µακρινό νότο.
Ξηµέρωνε. Η γεύση της οµίχλης, η µυρωδιά του κρύου σίδερου µε τη χαλύβδινη οσµή που γέµιζε το τραίνο, µια νύχτα ολόκληρη να ταξιδεύει και το κορµί του να τραντάζεται, και τα κόκαλα του να πονούν, κι η γεύση του ήλιου πέρα απ' τον ορίζοντα, τον ξύπνησαν, κι είδε από ψηλά τη θέα µιας µικροσκοπικής πολιτείας πού σηκωνόταν κείνη την ώρα απ' τον ύπνο. Φώτα που πλησίαζαν, φωνές ψιθυριστές που µιλούσαν, κι ένα κόκκινο σινιάλο που κουνιότανε πίσω µπρος, πίσω µπρος µέσα στην παγερή ατµόσφαιρα. Υπήρχε εκείνη η σιγή του ύπνου όπου οι ήχοι αποκτούν µια διαύγεια και αναδύονται γυµνοί, µοναχικοί και σκληροί. Ένας χαµάλης περνούσε εκεί κοντά, µια σκιά µες στις σκιές.
«Κύριε!» είπε ο Γουίλλι.
Ο χαµάλης κοντοστάθηκε.
«Ποια πόλη είν' αυτή;» ψιθύρισε το παιδί στο σκοτάδι.
«Η Βάλλεϋβιλ».
«Πόσους κατοίκους έχει;»
«∆έκα χιλιάδες. Γιατί ρωτάς; Εδώ θα κατεβείς;»
«Φαντάζει πράσινη...» είπε ο Γουίλλι και κοίταξε έξω την πόλη, στο κρύο πρωινό, ώρα πολλή: «Φαντάζει όµορφη και ήσυχη», είπε τέλος.
«Παιδί µου», είπε ο χαµάλης, «ξέρεις π ο υ πάς;»
«Εδώ ερχόµουν...» είπε ο Γουίλλι, και σηκώθηκε ήσυχα µέσα στο ήρεµο και παγερό πρωινό που µύριζε σίδερο, µέσα στη σκοτεινιά του τραίνου, µ' ένα ανεπαίσθητο θρόισµα.
«Ελπίζω να ξέρεις τι σου γίνεται», είπε ο χαµάλης.
«Μάλιστα κύριε», είπε ο Γουίλλι: «Ξέρω τι µου γίνεται». Κα! κατέβηκε. Χώθηκε στη σκοτεινή πλευρά της αίθουσας, διέσχισε το διάδροµο και βγήκε στο παγερό ξηµέρωµα που ήταν τυλιγµένο σε µια άχλύ από καπνό και ατµό. Πίσω του, ερχόταν ο χαµάλης κουβαλώντας τη βαλίτσα του. Στάθηκε. Κοίταξε πρώτα το χαµάλη, κι έπειτα το µαύρο, χαλύβδινο περίγραµµα του τραίνου στα λιγοστά άστρα που απόµεναν.
Το τραίνο έβγαλε ένα τεράστιο βρυχηθµό, σα θρήνο.
Οι χαµάληδες φώναζαν σ' όλο το µήκος της γραµµής, τα βαγόνια ξεκόλλησαν, κι ο δικός του χαµάλης έσκυβε και χαµογελούσε στο παιδί, σε κείνο το µικρό αγόρι, το µικρό αγόρι εκεί κάτω µε τη µεγάλη βαλίτσα, που του φώναζε ακριβώς τη στιγµή που ξανασφύριζε το τραίνο.
«Τι;» φώναζε ο χαµάλης, κι έκανε χωνί το χέρι του στο αφτί του.
«Θέλω να µου ευχηθείς καλή τύχη!» φώναζε ο Γουίλλι.
«Την καλύτερη παιδί µου», φώναζε κι ο χαµάλης σκύβοντας, κι όλο χαµογελώντας: «Την καλύτερη αγόρι µου!»
«Ευχαριστώ!» είπε ο Γουίλλι µες στον τεράστιο σαµατα του τραίνου, µες στον ατµό και το θόρυβο.
Κοίταζε το τραίνο ως τη στιγµή που χάθηκε τελείως απ' τα µάτια του. ∆ε σάλεψε καθόλου δσην ώρα κυλούσε τα βαγόνια του για να βγει απ' το σταθµό. Στεκόταν ήσυχο, ένα µικρό δωδεκάχρονο παιδί, πάνω στην παλιά ξύλινη αποβάθρα, και µόνο έπειτα από τρία ολόκληρα λεπτά στράφηκε επιτέλους για ν' αντικρίσει τους άδειους δρόµους από κάτω.
Τότε, κι ένώ ξεπρόβαλλε ο ήλιος, άρχισε να περπατάει γρήγορα, προς την καινούργια πόλη, πολύ γρήγορα σα να 'θελε να ζεσταθεί.



RAY BRADBURY
To ∆ του ∆ιαστήµατος
Τίτλος πρωτοτύπου: S is for Space
Μετάφραση από τα αγγλικά:ΦΩΝΤΑΣ ΚΟΝ∆ΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΑντιΚοσµοι 

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Ο Πεζοπόρος - RAY BRADBURY


Κείνο που γέµιζε χαρά τον κύριο Μήντ, κείνο που τον ξετρέλαινε, ήταν να µπαίνει µέσα σε κείνη τη σιγή που ήταν η πόλη στις οχτώ, τις οµιχλώδεις νύχτες του Νοέµβρη, ν' ακούει υπόκωφα τα βήµατα του πάνω σε κείνα τα τσιµεντένια πεζοδρόµια, και να βαδίζει µε τα χέρια στις τσέπες περνώντας µες από κάθε είδους σιωπή. Θα στεκότανε στη γωνιά κάποιας διασταύρωσης και θα κοίταζε µακριά, προς τις τέσσερις κατευθύνσεις, στις φεγγαρολουσµένες λεωφόρους, λίγο πριν αποφασίσει ποιό δρόµο θ' ακολουθούσε. Όµως, αυτό, στην πραγµατικότητα, δεν είχε σηµασία. Ήταν µονάχος σ' αυτό τον κόσµο του 2053 µ.Χ. και αποφάσιζε, µονάχος όπως πάντα, να περιπλανηθεί µέσα στους δρόµους. Ξεκινούσε λοιπόν, στέλνοντας µπρος του σχήµατα και µορφές από παγωµένο αέρα που έβγαιναν απ' τα πλεµόνια του σαν καπνός από πούρο.
'Ορισµένες φορές διέσχιζε µίλια ολόκληρα, ώρες πολλές, και µόνο τα µεσάνυχτα γύριζε σπίτι. Και µες στην περιπλάνηση του, παρατηρούσε τα µικρά σπίτια µε σκοτεινά τα παράθυρα τους, κι είχε την αίσθηση πως περπατούσε ανάµεσα σε νεκροταφείο όπου κι η πιο αδιόρατη λάµψη από µια πυγολαµπίδα, θα µπορούσε ν' αντιφεγγίσει το τρέµισµά της πίσω από τα παράθυρα. Άξαφνα, γκρίζες σκιές, εκτοπλάσµατα, έπαιρναν σχήµα πάνω στους εσωτερικούς τοίχους των δωµατίων, όπου η κουρτίνα δεν είχε ακόµα τραβηχτεί κόντρα στη νύχτα.
Κι άλλοτε πάλι, ψίθυροι και µουρµουρητά φτάναν στ' αφτιά του από 'να παράθυρο ακόµη ανοιχτό, σε κάποιο κτίριο που έµοιαζε µε τάφο.
Ο κύριος Μήντ σταµατούσε, σήκωνε το κεφάλι του, αφουγκραζόταν, κοίταζε, κι άρχιζε πάλι να περπατάει αθόρυβα πάνω στο σκληρό καλντερίµι.
Πριν από καιρό, είχε τη σοφή έµπνευση ν' αλλάξει τα παπούτσια του και να φορέσει λαστιχένια όποτε αποφάσιζε να περιπλανηθεί στη νύχτα, επειδή τα σκυλιά, κατά διαστήµατα, τον παίρναν από πίσω µε γαυγητά και φωνές όταν φορούσε παπούτσια µε σκληρό τακούνι, και τότε υπήρχε κίνδυνος ν' ανάψουν τα φώτα ένα ένα, και πρόσωπα να έµφανιστούν στα παράθυρα, κι όλος ο δρόµος να ξαφνιαστεί µ' αυτό το πέρασµα της µηχανικής σιλουέτας, να ξαφνιαστεί µε το πέρασµα του στ' άπόβραδα του Νοέµβρη.
Απόψε ειδικά, άρχισε την περιπλάνησή του παίρνοντας µια κατεύθυνση προς τα δυτικά, προς την αθέατη θάλασσα. Υπήρχε στην ατµόσφαιρα κάτι σαν ευεργετική, κρυστάλλινη πάχνη. Έκοβε τη µύτη κι έκανε τα πλεµόνια σου να καίγονται µέσα σου, σα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μπορούσες να νιώθεις το παγερό φώς να τρεµοπαίζει, κι όλα τα κλαδιά να γεµίζουν µε αόρατο χιόνι. Άκουγε µε αγαλλίαση το αδιόρατο τρίξιµο των λαστιχένιων παπουτσιών του που πατούσαν πάνω στα φθινοπωρινά φύλλα, κι έβγαζε ένα παγωµένο ήσυχο σφύριγµα µες απ' τα δόντια του, σκύβοντας πότε πότε για να µαζέψει κάποιο φύλλο καθώς περνούσε, και να δει, να εξετάσει το άποσκελετωµένο σχήµα του στο σπάνιο φώς που έπεφτε απ' τις λιγοστές κολόνες του δρόµου, γεµίζοντας τα πλεµόνια του µε τη σάπια µυρωδιά του.
«Έ, σεις εκεί!» ψιθύριζε σε κάθε σπίτι καθώς περνούσε πότε απ' τη µια πλευρά, πότε απ' την άλλη. «Τι δείχνει απόψε το Κανάλι 4, το Κανάλι 7, το Κανάλι 9; Πού πάνε οι καουµπόυδες, που καλπάζουν; Τι ώρα θα βγει το Ιππικό; Μα βέβαια, το Ιππικό των Ηνωµένων
Πολιτειών. Τι ώρα θα βγει να τρέξει σε βοήθεια απ' τον απέναντι λόφο;»
Ο δρόµος ήταν σιωπηλός, κι ατέλειωτος και άδειος. Μόνο η σκιά του αργοσάλευε, σα σκιά γερακιού καταµεσής στην εξοχή. Αν έκλεινε τα µάτια του κι έµενε ακίνητος, παγωµένος, µπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του στο κέντρο µιας άδεντρης, παγερής, δίχως πνοή ανέµου έρηµης Αριζόνας, δίχως σπίτια, σ' ακτίνα χιλιάδων χιλιοµέτρων, µε µόνη συντροφιά του κείνη την ξεραµένη κοίτη ποταµών, τους δρόµους.
«Τι δείχνει τώρα η τηλεόραση;» ρωτούσε τα σπίτια, κοιτάζοντας το ρολόι του: «Οχτώµισυ έ; Είναι η ώρα για τη γνωστή ντουζίνα εγκλήµατα! Είναι µήπως η ώρα των σταυρόλεξων και των αίνιγµάτων; Καµιά ρεβύ µήπως;»
Τι ήταν τώρα αυτό που άκουσε; Ήτανε µήπως ψίθυρος από πνιχτό γέλιο; Ένας ψίθυρος που ερχόταν από 'να κάτασπρο σπίτι. Κοντοστάθηκε για µια στιγµή, αλλά συνέχισε το δρόµο του όταν δεν έγινε τίποτ' άλλο. Σκόνταψε τώρα σ' ένα ιδιαίτερα ανώµαλο σηµείο του πεζοδροµίου. Το τσιµέντο χανόταν κάτω από λουλούδια και γρασίδι. ∆έκα χρόνια τώρα που περιπλανιόταν, νυχθηµερόν, διασχίζοντας χιλιάδες χιλιόµετρα µε τα πόδια,
δε συνάντησε ποτέ ούτε έναν άνθρωπο να περπατάει, έστω και µια φορά, σ' όλο αυτό το διάστηµα.
Κι έφτασε τώρα σε µια διασταύρωση απ’ όπου ξεκινούσαν τρεις αρτηρίες, µια διασταύρωση βυθισµένη στη νυχτερινή σιγή. Ήτανε µια διασταύρωση που έκοβε στα δυό την πόλη. Εδώ, ολόκληρη τη µέρα, βασίλευε ένα χάος, µια ανήκουστη βουή από αυτοκίνητα, µε ανοιχτά τα πρατήρια βενζίνης, µια τεράστια οχλοβοή εντόµων κι ένας αγώνας ασταµάτητος για µια θέση, καθώς τ' αυτοκίνητα, µ' εξαγριωµένες τις εξατµίσεις τους, µόλις κι άγγιζαν την άσφαλτο καθώς χύνονταν ακράτητα προς το σπίτι, µακριά, στΙς αποµακρυσµένες συνοικίες. Μα τούτη τη στιγµή, ακόµα κι αυτοί οι δηµόσιοι δρόµοι, µοιάζανε σα στεγνά ποτάµια το καλοκαίρι, πέτρινα, µε την κοίτη στο φως, στη φεγγαριάτικη ανταύγεια της νύχτας.
Γύρισε πίσω και µπήκε σε µια πάροδο. Θα 'κάνε ένα µεγάλο κύκλο και θα γύριζε στο σπίτι του. Βρισκόταν σχεδόν στη γειτονιά του, όταν πέσαν απάνω του οι προβολείς: Μια κωνική δέσµη φωτός από 'να µοναχικό αυτοκίνητο. Στάθηκε σα µαγεµένος θαρρείς, σα ζωάκι της νύχτας που ζαλίζεται απ' το φως, καθηλώνεται, κι έπειτα έλκεται προς την πηγή του.
«Μην κουνηθείς!» ήρθε στ' αφτιά του η µεταλλική φωνή: «Μείνε εκεί που είσαι. Ακίνητος».
Κοκάλωσε επί τόπου ο Μήντ.
«Ψηλά τα χέρια!»
«Μα...», πήγε να πει.
«Ψηλά τα χέρια, αλλιώς πυροβολούµε!»
Ήταν η αστυνοµία φυσικά, αλλά τι σπάνιο, τι απίστευτο! Σε µια πόλη τριών εκατοµµυρίων, υπήρχε µόνο ένα αστυνοµικό αυτοκίνητο. Άπό πέρυσι κιόλας, απ' το 2.052, τη χρονιά των εκλογών, η αστυνοµική δύναµη είχε περικοπεί κι είχε περιοριστεί από τρία αυτοκίνητα σε ένα. Το έγκληµα ήταν κάτι ανύπαρκτο. ∆εν υπήρχε τώρα ανάγκη για αστυνοµική προστασία, εκτός απ' αυτό το µόνο και µοναδικό αυτοκίνητο που περιπλανιόταν ατέλειωτα και άσκοπα µέσα στους άδειους δρόµους.
«Όνοµα!» είπαν απ' το αστυνοµικό αυτοκίνητο µ' ένα µεταλλικό πρόσταγµα. Ο κύριος Μήντ δεν µπορούσε να ξεχωρίσει τους αστυνοµικούς. Το έντονο φώς τόνε τύφλωνε.
«Λέοναρντ Μήντ», είπε ο Μήντ.
«Πιό δυνατά!»
«Λέοναρτ Μήντ!»
«Επάγγελµα».
«Θα µπορούσε κανείς να µε ονοµάσει συγγραφέα».
«Αυτό δεν είναι επάγγελµα», είπαν απ' το αστυνοµικό αυτοκίνητο, κι ήταν σα να µονολογούσε το αύτοκίνητο. Το φως τόνε κρατούσε καρφωµένο, σα µουσειακό δείγµα, βελόνα που µπήγεται στο στήθος.
«∆εν αποκλείεται». Είχε χρόνια να γράψει ο Λέοναρντ Μήντ. ∆εν υπήρχανε πια ούτε περιοδικά ούτε βιβλία. Τα πάντα τώρα περιορίζονταν µέσα σε κείνα τα σπίτια που έµοιαζαν µε τάφους, τη νυχτερινή τούτη ώρα. Έτσι σκεφτόταν ο Λέοναρντ Μήντ ακολουθώντας τη φαντασία του. Σ' αυτούς τους τάφους, τους κακοφωτισµένους απ' το φώς της τηλεόρασης, όπου οι άνθρωποι κάθονταν σα νεκροί, µε τα γκρίζα η πολύχρωµα φώτα της συσκευής ν' αγγίζουν τα πρόσωπα τους, αλλά τους ίδιους ποτέ.
«Ανεπάγγελτος», είπε η φωνογραφική φωνή, συρίζοντας: «Τι γυρεύετε έξω τέτοια ώρα;»
«Βγήκα να περπατήσω», είπε ο Λέοναρντ Μήντ.
«Να περπατήσετε!»
«Απλώς να περπατήσω», είπε αυτός, µα κιόλας ένιωθε να τόνε λούζει κρύος ιδρώτας.
«Να περπατήσετε, απλώς να περπατήσετε;»
«Μάλιστα κύριε».
«Να πάτε που; Για ποιο λόγο;»
«Να πάρω αέρα. Να δώ».
«Τή διεύθυνση σας!»
«Οδός Σαίντ Τζαίηµς αριθµός 11».
«Άφού υπάρχει αέρας στο σπίτι σας κύριε Μήντ. Έχετε το αιρ κοντίσιον».
«Μάλιστα».
«Κι έχετε και τηλεόραση στο σπίτι σας για να βλέπετε».
«Όχι, δεν έχω».
«Όχι;» κι ακούστηκε κάτι σαν αδιόρατος µηχανικός τριγµός που, αυτός καθαυτός, ακουγόταν σαν κατηγορητήριο.
«Είστε παντρεµένος κύριε Μήντ;»
«Όχι».
«Ανύπαντρος», ακούστηκε η αστυνοµική φωνή πίσω απ' την πύρινη λάµψη. Το φεγγάρι έλαµπε κατακάθαρο, φηλά, ανάµεσα στ' αστέρια, και τα σπίτια ήταν γκρίζα και σιωπηλά.
«Κανείς δε µε ήθελε», είπε µ' ένα χαµόγελο ο Μήντ. «Να µιλάτε µόνο όταν σας δίνουµε την άδεια».
Ο Λέοναρντ Μήντ περίµενε µέσα στην παγερή νύχτα.
«Ωστε βγήκατε απλώς να περπατήσετε κύριε Μήντ».
«Μάλιστα».
«∆εν εξηγήσατε όµως για ποιο σκοπό».
«Εξήγησα. Βγήκα να πάρω αέρα, να δώ, άπλως να περπατήσω».
«Αυτό το κάνετε συχνά;»
«Κάθε βράδυ εδώ και αρκετά χρόνια».
Το αστυνοµικό αυτοκίνητο είχε σταµατήσει στη µέση ακριβώς του δρόµου. Το µηχανικό του λαρύγγι κάτι µουρµούριζε σιγά.
«Αυτά λοιπόν κύριε Μήντ», είπε.
«Τελειώσαµε;» ρώτησε αυτός ευγενικά.
«Ναι...» είπε η φωνή. ∆εν πρόφτασε ο κύριος Μήντ ν' αναστενάξει, κι ακούστηκε ένας κρότος. Ήταν η πίσω πόρτα του αστυνοµικού αυτοκινήτου που 'χε ανοίξει διάπλατα:
«Περάστε».
«Περιµένετε µια στιγµή, δεν έκανα τίποτε».
«Περάστε».
«∆ιαµαρτύροµαι!»
«Κύριε Μήντ!»
Βάδισε προς τα κει σαν ένας άνθρωπος που µέθυσε άξαφνα. Περνώντας µπρος απ' το πάρ µπρίζ του αυτοκινήτου κοίταξε µέσα. Και, όπως το περίµενε, δεν υπήρχε κανείς στο πρώτο κάθισµα, δεν υπήρχε κανείς σ' ολόκληρο το αυτοκίνητο.
«Περάστε».
Άγγιζε µε το χέρι του την πόρτα και κοίταξε µέσα, στην πίσω θέση. Κι η πίσω θέση ήτανε κάτι σα µικρό κελί, µια µικρή σκοτεινή φυλακή κλεισµένη µε κάγκελα. Μύριζε καινούργιο ατσάλι. Μύριζε έντονα αντισηπτικό. Μύριζε µέταλλο, καθαριότητα και σκληράδα. ∆εν υπήρχε τίποτα απαλό µέσα κει.
«Αν είχατε βέβαια µια σύζυγο για άλλοθι», είπε η ατσάλινη φωνή: «Αλλά. . .»
«Πού θα µε πάτε;»
Το αυτοκίνητο κόµπιασε για λίγο, η µάλλον έβγαλε ένα ανεπαίσθητο κροτάλισµα, σα να µπήκε µπροστά µια αθόρυβη τροχαλία, κι ήταν σα να ζητούσε οδηγίες από κάπου, έτσι που έριχνε σε µια σχισµή, κάτω από ηλεκτρικά µάτια, κάτι διάτρητες κάρτες: «Στο Ψυχιατρικό Κέντρο Ερευνών για εξέταση, προκειµένου να εντοπιστούν τα αίτια των οπισθοδροµικών σας τάσεων».
Ο Λέοναρντ Μήντ µπήκε στο αυτοκίνητο. Η πόρτα έκλεισε µαλακά. Το αστυνοµικό αυτοκίνητο κυλούσε τώρα µέσα στις άδειες λεωφόρους της νύχτας, φωτίζοντας το δρόµο του µε χαµηλωµένα τα φανάρια του.
Έπειτα από λίγο πέρασαν µπροστά από ένα σπίτι σε κάποιο δρόµο, ένα µοναδικό σπίτι σε µια ολόκληρη πολιτεία σπιτιών που είχαν σβήσει τα φώτα τους, µα τούτο εδώ ειδικά είχε όλα τα ηλεκτρικά του φώτα αναµµένα, κάθε παράθυρο ήταν και µια κίτρινη ηχηρή φωταψία, τετράγωνο και ζεστό µέσα στο παγερό σκοτάδι.
«Αυτό είναι το σπίτι µου», είπε ο Λέοναρντ Μήντ.
Κανείς δεν του απάντησε.
Το αυτοκίνητο κατέβαινε µέσα στους άδειους δρόµους που έµοιαζαν µε ξεραµένες κοίτες ποταµών, χανόταν µακριά, αφήνοντας πίσω του τους άδειους δρόµους µε τα άδεια πεζοδρόµια, κι ήχος κανείς, και κίνηση καµιά δεν ξανακούστηκε σ' όλη την υπόλοιπη παγερή αυτή νύχτα του Νοέµβρη.




RAY BRADBURY
To ∆ του ∆ιαστήµατος
Τίτλος πρωτοτύπου: S is for Space
Μετάφραση από τα αγγλικά: ΦΩΝΤΑΣ ΚΟΝ∆ΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΑντιΚοσµοι






Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Η ευωδιά της Σαρσαπαρίλλα – Ρέυ Μπράντμπερυ

Τρεις μέρες τώρα, όλο το πρωί και το απόγευμα, ο κύριος Ουίλλιαμ Φιντς στεκόταν ήσυχα στη σκοτεινή και γεμάτη ρεύματα σοφίτα. Επί τρεις ολόκληρες μέρες στα τέλη του νοέμβρη στεκόταν μόνος εκεί, νιώθοντας τις απαλές γκρίζες νιφάδες του Χρρόνου να πέφτουν από τον απέραντο γκρίζο παγερό ουρανό, σιωπηλά, μαλακά, στρώνοντας τη στέγη και πασπαλίζοντας τις μαρκίζες. Στεκόταν εκεί, με τα μάτια κλειστά. Τις ατέλειωτες ανήλιαγες μέρες η σοφίτα κλυδωνίζονταν σε θάλασσες ανέμων, με τα κόκαλά της να τρίζουν και την αρχαία σκόνη να πέφτει από τα δοκάρια της, τα σκεβρωμένα σανίδια και τα κουφώματα. Ηταν σαν μια βροχή αναστεναγμών και πόνων ολόγυρά του, εκεί όπου στεκόταν μυρίζοντας τις ντελικάτες στεγνές ευωδιές και νιώθοντας τις συγκινήσεις των παλιών πραγμάτων. Α...Α...
Στήνοντας αφτί από το κάτω πάτωμα, η Κόρα, η γυναίκα του, δεν τον άκουγε να βηματίζει, να κινείται ή να σαλεύει. Φανταζόταν μόνο ότι άκουγε την ανάσα του, να εισπνέει και να εκπνέει αργά, σαν ένα σκονισμένο φυσερό εκεί πάνω στη σοφίτα, ψηλή στο ανεμοδαρμένο σπίτι.
«Ανοησίες!» μουρμούρησε.
Οταν ο άντρας της κατέβηκε για φαγητό το απομεσήμερο της τρίτης μέρας, χαμογέλασε στους γυμνούς τοίχους, στα ξεφτισμένα πιάτα, στα γρατζουνισμένα ασημικά, ακόμη και στη γυναίκα του!
«Τι καμώματα είναι αυτά;» ρώτησε εκείνη.
«Εχω κέφι, αυτό ειν’ όλο. Απίθανο κέφι!» γέλασε. Φαινόταν σχεδόν μεθυσμένος από χαρά. Ξεχείλιζε από μια ασυγκράτητη, ζεστή έξαψη που ήταν φανερό ότι δυσκολευόταν να κρύψει. Η γυναίκα του σούφρωσε τα φρύδια της.
«Τι είναι αυτή η μυρωδιά;»
«Μυρωδιά; Μυρωδιά; Τι μυρωδιά;» κούνησε το ψαρόμαλλο κεφάλι του πέρα δώθε.
«Μου θυμίζει σαρσαπαρίλλα». Η γυναίκα του οσμίστηκε τον αέρα καχύποπτα. «Ναι αυτό είναι!»
«Α, δεν μπορεί!» Η ξέφρενη ευτυχία του χάθηκε απότομα σαν τα λόγια της να την είχαν κόψει με το μαχάιρι. Φαινόταν αποσβολωμένος, ανήσυχος, και ξαφνικά πολύ επιφυλακτικός.
«Που ήσουν σήμερα το πρωί;» τον ρώτησε.
«Ξέρεις ότι καθάριζα τη σοφίτα».
«Ονειροβατούσες με τις παλιατζούρες. Δεν άκουσα κανένα θόρυβο. Μπορεί και να μην ήσουν καν στη σοφίτα. Τι είναι πάλι αυτό;» του έδειξε με το χέρι.
«Για δες! Πως βρέθηκαν αυτά εδώ;» αναρωτήθηκε εκείνος σαν να μονολογούσε.
Κοίταξε τα δυό μαύρα μετάλλινα κλιπ ποδηλάτου που στερέωναν τα στενά μπατζάκια στους κοκαλιάρικους αστραγάλους του.
«Τα βρήκα στη σοφίτα», απάντησε στον εαυτό του. Θυμάσαι όταν βγαίναμε μαζί στο χαλικόστρωτο δρόμο τα πρωινά με το διπλό μας ποδήλατο, Κόρα, τότε που το καθετί είχε φρεσκάδα και νιότη;»
«Αν δεν τελειώσεις με τη σοφίτα σήμερα, θ’ ανέβω εγώ επάνω και θα τα πετάξω όλα έξω».
«Α, όχι!» Φώναξε ανήσυχα ο άντρας της. «Εχω το καθετί έτσι όπως το θέλω!»
Τον κοίταξε ψυχρά.
«Κόρα», της είπε ενώ έτρωγε το φαγητό του, νιώθοντας πιο χαλαρωμένος και ξαναβρίσκοντας κάτι από τον αρχικό του ενθουσιασμό, «ξέρεις τι είναι οι σοφίτες; Είναι χρονομηχανές με τις οποίες οι γεροξεκούτηδες σαν κι εμένα μπορούν να ταξιδέψουν σαράντα χρόνια πίσω, τότε που το καλοκαίρι κρατούσε όλη τη χρονιά και τα παιδιά έκαναν εφόδους στα καροτσάκια των παγωτατζήδων. Θυμάσαι την αίσθηση στη γλώσσα σου; Κρατούσες τον πάγο στο μαντήλι σου και ήταν σαν να πιπίλιζες τη γεύση του λινού και του χιονιού συνάμα».
Η Κόρα έκανε μια νευρική κίνηση. Δεν είναι αδύνατο, συλλογιζόταν εκείνος μισοκλείνοντας τα μάτια του, προσπαθώντας να το δει και να το αναπλάσει. Σκέψου τι είναι μια σοφίτα! Η ίδια της η ατμόσφαιρα είναι χρόνος. Ανήκει σε άλλες μέρες, στις προνύμφες και τις χρυσαλλίδες μιας άλλης εποχής. Ολα τα συρτάρια του παλιού γραφείου είναι μικρά φέρετρα όπου χίλια χτες περιμένουν εκτεθειμένα για λαϊκό προσκύνημα. Α, η σοφίτα είναι ένας σκοτεινός, φιλικός τόπος, γεμάτος χρόνο. Και αν σταθείς στο κέντρο της, στητός και ντούρος, αν μισοκλείσεις τα μάτια σου, και αναπολήσεις... αναπολήσεις πολύ, και μυρίσεις το Παρελθόν... αν απλώσεις τα χέρια σου κι αγγίξεις τα Περασμένα, ε, τότε...
Κοντοστάθηκε, καταλαβαίνοντας ότι μερικές από αυτές τις σκέψεις του είχαν ξεφύγει και τις είχε πει μεγαλόφωνα. Η Κόρα έτρωγε νευρικά γοργά.
«Λοιπόν, δε θα ήταν ενδιαφέρον», τη ρώτησε κοιτάζοντας τη χωρίστρα στα μαλλιά της, «αν το Ταξίδι στο Χρόνο ήταν εφικτό; Και ποιό θα ήταν το καταλληλότερο, το πιο ιδανικό μέρος γι’ αυτό από μια σοφίτα σαν τη δική μας, ε;»
«Δεν ήταν πάντοτε καλοκαίρι τον παλιό καιρό», παρατήρησε εκείνη. «Απλώς φταίνε οι τρελές αναπολήσεις σου. Θυμάσαι μονάχα τα καλά και ξεχνάς τα άσχημα. Δεν ήταν πάντοτε καλοκαίρι τότε».
«Μιλώντας μεταφορικά, Κόρα, ναι ήταν».
«Δεν ήταν».
«Να τι θέλω να πω», της ψιθύρισε συνεπαρμένα, σκύβοντας μπροστά σαν να ήθελε να δει καλύτερα την εικόνα που ζωγράφιζε ο νους του στον άδειο τοίχο της τραπεζαρίας. «Αν οδηγούσες το μονόκυκλό σου προσεκτικά ανάμεσα στα χρόνια, ισορροπώντας με τα χέρια ανοιχτά, προσεκτικά, πολύ προσεκτικά, αν το οδηγούσες από χρόνο σε χρόνο, μένοντας μια βδομάδα στο 1909, μια μέρα στο 1900, ένα μήνα ή ένα δεκαπενθήμερο κάπου αλλού, στο 1905 ή το 1898, θα μπορούσες να ζεις στο καλοκαίρι για όλη σου τη ζωή».
«Μονόκυκλο;»
«Ξέρεις, ένα από εκείνα τα ψηλά, μονοθέσια ποδήλατα με μια ρόδα που χρησιμοποιούν με τόση δεξιοτεχνία οι ζογκλέρ στο τσίρκο. Ισορροπία, τέλεια ισορροπία είναι το μόνο που χρειάζεται για να μην πέσεις, να στροβιλίζεις τα λαμπερά μπαλάκια στον αέρα, όμορφα, ψηλά, ένα φως, μια λάμψη, ένα αστραποβόλημα, μια έκρηξη φαντασμαγορικών χρωμάτων, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, πράσινα, άσπρα, χρυσαφιά... Ολους να τους στριφογυρίζεις ψηλά στον αέρα, ολόγυρά σου, ταυτόχρονα, σχεδόν δίχως ν’ αγγίζουν τα χέρια σου, ιπτάμενος... κι εσύ, να χαμογελάς ανάμεσά τους. Ισορροπία, Κόρα, το παν είναι η ισορροπία».
«Ανοησίες», έκανε εκείνη. «Ανοησίες και πάλι ανοησίες!»
Ο άντρας της ανέβηκε τ’ ατέλειωτα κρύα σκαλοπάτια για τη σοφίτα, τουρτουρίζοντας.
Υπήρχαν νύχτες του χειμώνα που ξυπνούσε νιώθοντας τα κόκαλά του σαν πορσελάνη, με ψυχρές νότες ν’ αντηχούν στ’ αυτιά του, με παγοκρύσταλλα να διαπερνούν τα νεύρα του κάτω από ένα βάναυσο φως, σαν άσπρα παγερά πυροτεχνήματα που έσκαζαν κι έπεφταν σαν φλογερές χιονονιφάδες στη σιωπηλή χώρα του υποσυνειδήτου του. Ενιωθε παγωμένος, ανείπωτα παγωμένος, και θα χρειάζονταν καμιά εικοσαριά ατέλειωτα καλοκαίρια, με τους πράσινους πυρσούς και τους μπρούτζινους ήλιους τους για να τον ζεστάνουν και να τον λευτερώσουν λιώνοντας τη χειμωνιάτικη φυλακή του. Ηταν ολόκληρος ένα πελώριο ανούσιο κομμάτι εύθραυστου πάγου, ένας χιονάνθρωπος που άπλωνε να κοιμηθεί κάθε βράδυ, γεμάτος από το κομφετί των ονείρων, μέσα σε δίνες κρυστάλλων και ανεμοζάλης. Κι απ’ έξω βασίλευε ο αιώνιος χειμώνας, μια πελώρια μολυβένια πρέσα που κατέβαζε βαριά την άχρωμη πλάκα του ουρανού, λιώνοντας τους ανθρώπους σαν σταφύλια, αποστραγγίζοντας από μέσα τους το χρώμα, τη λογική, την ύπαρξη. Μονάχα τα παιδιά έμεναν ανέπαφα. Αυτά γλιστρούσαν με τα έλκηθρα και τα σκι τους στις αστραφτερές πλαγιές των λόφων που αντικαθρέφτιζαν τη βαριά σιδερένια πλάκα η οποία χαμήλωνε αδυσώπητα πάνω από την πόλη, με την κάθε μέρα και την κάθε ατέλειωτη νύχτα που περνούσε.
Ο κύριος Φιντς σήκωσε την πόρτα της καταπακτής της σοφίτας. Ομως εκεί, εκεί στη σοφίτα ήταν το κάτι άλλο! Η σκόνη του καλοκαιριού στοβιλιζόταν γύρω του. Ο αέρας της σοφίτας τρεμόπαιζε από τα λιοπύρια που είχαν ξεμείνει από άλλες εποχές. Αθόρυβα, ο κύριος Φιντς έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Και άρχισε να χαμογελά.

Στο πατάρι επικρατούσε σιγαλιά σαν τη γαλήνη πριν από καταιγίδα. Κατά διαστήματα η Κόρα Φιντς άκουγε τον άντρα της να σιγοψυθιρίζει, να μουρμουρίζει κάτι εκεί πάνω.
Στις πέντε το απόγευμα, τραγουδώντας το Νησί των Χρυσών Ονείρων, ο κύριος Φιντς πέταξε ένα ολοκαίνουργιο ψάθινο καπέλο στο κρεμαστάρι της πόρτας της κουζίνας. «Μπου!» έκανε κεφάτα.
«Κοιμόσουνα όλο το απόγευμα;» γρύλισε η γυναίκα του. «Σου φώναξα τέσσερις φορές και δεν πήρα καμία απάντηση.»
«Κοιμόμουν;» Το συλλογίστηκε, γέλασε, και μετά σκέπασε το στόμα με το χέρι του. «Μπορεί και να κοιμόμουν».
Ξαφνικά η γυναίκα του τον πρόσεξε. «Θεέ και Κύριε!» φώναξε. «Που τα βρήκες αυτά τα ρούχα;» Φορούσε ένα κόκκινο ριγέ σακάκι, με άσπρο ψηλό κολάρο και κρεμ παντελόνι. Η μυρωδιά από το ψαθάκι του ήταν σαν μια θημωνιά φρέσκου σανού που τη στριφογυρίζεις στον αέρα.
«Τα βρήκα σ’ ένα παλιό μπαούλο».
Η γυναίκα του οσμίστηκε τον αέρα. «Δε μου μυρίζουν ναφθαλίνη. Αυτά φαίνονται ολοκαίνουργια».
«Α, όχι!» βιάστηκε να τη διαβεβαιώσει εκείνος. Φαινόταν αμήχανος και νευρικός καθώς τα μάτια της περιεργάζονταν τη φορεσιά του.
«Τούτα δεν είναι αποκριάτικα ρούχα», του παρατήρησε η γυναίκα του.
«Ε, καλά! Δεν μπορεί να διασκεδάσει και λίγο ένας άνθρωπος;»
«Και σάμπως έκανες και τίποτε άλλο στη ζωή σου;» του πέταξε εκείνη, βροντώντας την πόρτα του φούρνου. «Ενώ εγώ έμενα στο σπίστι πλέκοντας, μάρτυράς μου ο Θεός, εσύ θα ήσουνα κάτω στο μαγαζί, κάνοντας τα γλυκά μάτια στις κυράτσες».
«Δε θα ήταν ωραία να κάναμε έναν κυριακάτικο περίπατο όπως παλιά, εσύ με το μεταξωτό παρασόλι σου και το μακρύ σου φόρεμα να θροϊζει απαλά, και μετά να καθίσουμε σ’ εκείνες τις σιδερένιες καρέκλες στο ζαχαροπλαστείο απολαμβάνοντας τον αέρα όπως μύριζε κάποτε; Γιατί άραγε τα ζαχαροπλαστεία δε μυρίζουν πια όπως παλιά; Και να παραγγείλουμε δύο αναψυκτικά σαρσαπαρίλλα για τους δυό μας, και ύστερα να πάμε με το Φορντάκι μας του 1910 στην Προβλήτα του Χάνναχαν για να τσιμπήσουμε κάτι και ν’ ακούσουμε την μπάντα του δήμου; Πως σου φαίνεται;»
«Το φαγητό είναι έτοιμο. Αντε βγάλε αυτά τα καρναβαλίστικα από πάνω σου».
«Αν μπορούσες να κάνεις μια ευχή και να ξαναβγείς μια βόλτα σ’ εκείνα τα δεεντρόφυτα δρομάκια που υπήρχαν πριν μας πνίξουν τ’ αυτοκίνητα, θα την έκανες;» επέμεινε εκείνος, κοιτάζοντας τη διαπεραστικά.
«Εκείνοι οι παλιοί δρόμοι ήταν όλο σκόνη. Γυρίζαμε σπίτι καταλερωμένοι σαν εξερευνητές της Αφρικής». Η γυναίκα του σήκωσε ένα βάζο από ζάχαρη και το κούνησε. «Σήμερα το πρωί είχα σαράντα δολάρια εδώ, και τώρα λείπουν! Μη μου πεις ότι πήγες κι αγόρασες αυτά τα ρούχα από κανένα μαγαζί γι’ αποκριάτικα. Είναι καινούργια, του κουτιού. Αποκλείεται να τα ξετρύπωσες από κανένα μπαούλο!»
«Ξέρεις...» άρχισε να της λέει εκείνος.
Η γυναίκα του τον έψελνε για καμιά ώρα, αλλά ο κύριος Φιντς δεν κατάφερνε να βρει το κουράγιο να πει τίποτα. Ο άνεμος του Νοέμβρη τράνταζε το σπίτι και, καθώς εκείνη μιλούσε, τα χιόνια του χειμώνα άρχισαν πάλι να πέφτουν από τον παγερό γκρίζο ουρανό. «Απάντησέ μου!» του φώναξε. «Τρελάθηκες και χαραμίζεις έτσι τα λεφτά μας αγοράζοντας ρούχα που δε φοριούνται πια;»
«Η σοφίτα...» άρχισε πάλι να της λέει εκείνος.
Η γυναίκα του τον παράτησε απότομα και πήγε να καθήσει στο σαλόνι.
Το χιόνι έπεφτε πυκνό τώρα. Ηταν ένα κρύο και σκοτεινό βράδυ του Νοέμβρη. Τον άκουσε να ανεβαίνει τη φορητή σκάλα, αργά, προς τη σοφίτα και να μπαίνει σ’ εκείνο το σκονισμένο χώρο των άλλων εποχών, στο μαύρο χώρο των θεατρικών φορεσιών και του Χρόνου, σ’ έναν κόσμο εντελώς αλλιώτικο από τον άλλο από κάτω.
Ο κύριος Φιντς έκλεισε την πόρτα πίσω του. Το αναμμένο κλεφτοφάναρό του ήταν αρκετή συντροφιά. Ναι, εδώ υπήρχε όλος ο Χρόνος αιχμαλωτισμένος σ’ ένα χάρτινο γιαπωνέζικο καθάριο νερό του μυαλού του, σε όμορφα λουλούδια και ανοιξιάτικες αύρες, σε πράγματα πιο μεγάλα από τη ζωή. Το κάθε συρτάρι του παλιού γραφείου, ανοίγοντας, μπορεί ν’ αποκάλυπτε μέσα του παλιές θειάδες και ξαδέρφια και γιαγιάδες σκεπασμένους όλους από τη σκόνη. Ναι, ο Χρόνος βρισκόταν εδώ. Μπορούσες να τον ακούσεις ν’ ανασαίνει, ένα ατμοσφαιρικό ρολόι αντί για μηχανικό.
Τώρα το σπίτι από κάτω ήταν τόσο μακρινό όσο κάποια χαμένη μέρα στο παρελθόν. Μισόκλεισε τα μάτια του και κοίταξε στην κάθε γωνιά της σοφίτας. Κάτι σαν προσμονή πλανιόταν στην ατμόσφαιρα.
Εδώ, στον πρισματικό πολυέλαιο, κρύβονταν ουράνια τόξα και αυγές και μεσημέρια λαμπερά σαν νέα ποτάμια που κυλούσαν αδιάκοπα πίσω στο χρόνο. Το φως του φαναριού του έπεσε πάνω τους και τα ζωντάνεψε. Τα ουράνια τόξα ξεπήδησαν για να πλημμυρίσουν τις σκιές με χρώματα, χρώματα σαν φτερά πουλιών, σαν φράουλες και σαν μεστωμένα σταφύλια, χρώματα σαν φέτες λεμονιού και σαν τον ουρανό όταν διαλύονταν τα σύννεφα αφήνοντας να φανεί το γαλάζιο. Και η σκόνη του παταριού ήταν ένα αναμμένο θυμίαμα που μαζί του καιγόταν κι ο χρόνος, και το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να κοιτάξεις στις φλόγες του. Ηταν στ’ αλήθεια μια μεγάλη μηχανή του Χρόνου τούτη η σοφίτα, το ήξερε, το ένιωθε, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Και αν άγγιζες κάποια κρυστάλλινα πρίσματα εδώ, κάποια πόμολα πόρτας εκεί, αν έξαινες τα κρόσσια από τα παλιά χαλιά, ανάδευες λίγο τη σκόνη, άνοιγες κλειδωνιές από σεντούκια και φύσαγες με το φυσερό του ακορντεόν μέχρι να σηκωθούν τα μάτια σου οι στάχτες από χίλιες αρχαίες φωτιές... αν, πράγματι, έπαιζες με το παλιό αυτό όργανο, με αυτή τη ζεστή μηχανή, αν άγγιζες τα πλήκτρα, τα κουμπιά και το κάθε του εξάρτημα, ε, τότε, τότε, τότε!...
Απλωσε τα χέρια του να ενορχηστρώσει, να διευθύνει τη μουσική, ν’ αυτοσχεδιάσει φιοριτούρες. Υπήρχαν μελωδίες στο μυαλό του, στο κλειστό στόμα του... και άρχισε να παίζει τη μεγάλη μηχανή, το βροντερό σιωπηλό όργανο, μπάσο, τενόρο, σοπράνο, σιγά, δυνατά, ώσπου τελικά μια νότα τον συγκλόνισε τόσο που αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια του!

Γύρω στις οκτώ εκείνο το βράδυ η γυναίκα του τον άκουσε να τη φωνάζει, «Κόρα!» Ανέβηκε πάνω να δει τι την ήθελε. Είδε το κεφάλι του να ξεπροβάλλει από την πόρτα της καταπακτής, με το πρόσωπο χαμογελαστό. Της κούνησε το καπέλο του.
«Αντίο Κόρα».
«Τι θες να πεις;» του φώναξε κείνη.
«Το συλλογίστηκα καλά τρεις μέρες τώρα, και σου λέω αντίο».
«Κατέβα από κει πάνω ηλίθιε!»
«Σήκωσα πεντακόσια δολάρια από την τράπεζα χθες. Το σκεφτόμουνα καιρό, ξέρεις. Και μετά, όταν συνέβη, καταλαβαίνεις... Κόρα...» Της άπλωσε με θέρμη το χέρι του. «Για τελευταία φορά, θέλεις να έρθεις μαζί μου;»
«Στη σοφίτα; Κατέβα από κείνη τη σκάλα Ουίλλιαμ! Αλλιώς θ’ ανέβω εγώ και θα σε βγάλω κουτρουβαλητό από αυτό το βρόμικο μέρος!»
«Πηγαίνω στην Προβλήτα του Χάνναχαν για ένα πιάτο μύδια», της απάντησε εκείνος. «Και θα ζητήσω από την μπάντα να παίξει τον Κόλπο στο φεγγαρόφωτο. Αχ; Έλα μαζί μου, Κόρα». Της έγνεψε απλώνοντας το χέρι του.
Εκείνη έμεινε ασάλευτη κοτάζοντας το καλοσυνάτο πρόσωπό του που την κοιτούσε ερωτηματικά. «Αντίο», της είπε τελικά.
Της κούνησε το χέρι τρυφερά, πολύ τρυφερά. Υστερα το πρόσωπό του χάθηκε. Το ψαθάκι του δεν φαινόταν πια.
«Ουίλλιαμ!» έσκουξε η γαυναίκα του.
Η σοφίτα παρέμεινε σκοτεινή και σιωπηλή. Ξεφωνίζοντας, η Κόρα έτρεξε να φέρει μια καρέκλα και ανέβηκε πάνω για να φτάσει ως την καταπακτή και να σκαρφαλώσει σ’ εκείνο το σκοτάδι που μύριζε κλεισούρα. Φώτισε μ’ ένα φανάρι ολόγυρα. «Ουίλλιαμ! Ουίλλιαμ!».
Ο σκοτεινός χώρος ήταν άδειος. Ενας χειμωνιάτικος άνεμος τράνταζε το σπίτι.
Τότε πρόσεξε ότι το αντικρινό, δυτικό παράθυρο της σοφίτας ήταν μισάνοιχτο.
Πλησίασε σκοντάφτοντας. Δίστασε για μια στιγμή, κρατώντας την ανάσα της. Υστερα το άνοιξε δισταχτικά. Η φορητή σκάλα ήταν στερεωμένη από την έξω μεριά, οδηγώντας κάτω στη στέγη της βεράντας.
Η Κόρα πισωπάτησε μακριά από το παράθυρο. Εξω από το ανοιχτό πλαίσιο οι μηλιές ήταν ανθισμένες σε κάποιο καλοκαιριάτικο δειλινό του Ιούλη. Αχνά, απόμακρα, άκουσε εκρήξεις από πυροτεχνήματα και βεγγαλικά. Στ’ αυτιά της έφταναν γέλια και μακρινές φωνές. Φωτοβολίδες έσκαζαν στο ζεστό αέρα, γλυκα, κόκκινες άσπρες και μπλέ, που μετά έσβηναν αργά.
Εκλεισε απότομα το παράθυρο και στάθηκε εκεί εμβρόντητη. «Ουίλλιαμ!» ψιθύρισε.
Το χειμωνιάτικο φως του Νοέμβρη περνούσε από το άνοιγμα της καταπακτής στο δάπεδο της σοφίτας πίσω της. Σκύβοντας από ψηλά είδε το χιόνι να ψιθυρίζει στα παγωμένα τζάμια κάτω, σ’ εκείνο το νοεμβριάτικο κόσμο όπου θα ξόδευε τα υπόλοιπα τριάντα χρόνια της ζωής της.
Δεν ξαναζύγωσε στο παράθυρο. Σταθηκε ασάλευτη εκεί, μόνη μέσα στη σκοτεινή σοφίτα, μυρίζοντας τη μοναδική μυρωδιά που δε φαινόταν να χάνεται. Πλανιόταν στην ατμόσφαιρα σαν φιλικό χαμόγελο, σαν στεναγμός ικανοποίησης για όνειρα που εκπληρώθηκαν, πήρε μια βαθιά, πολύ βαθιά ανάσα.
Ηταν η παλιά, η γνώριμη, η αξέχαστη ευωδιά της σαρσαπαρίλλα.

ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS 7

ΟΙ "ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ" ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. 
ΤΟ ΣΥΝΙΣΤΩ ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΑ. 
ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΣ