Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα WALT WHITMAN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα WALT WHITMAN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Μαΐου 2024

ΚΑΘΟΜΑΙ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΖΩ ΕΞΩ - WALT WHITMAN

Κάθομαι και παρακολουθώ όλες τις λύπες του κόσμου όλη την καταπίεση και τη ντροπή,

Ακούω μυστικά σπασμωδικά αναφιλητά από νέους ανθρώπους σε αγωνία με τον εαυτό τους γεμάτοι τύψεις ύστερα από τις πράξεις που έκαναν,

Βλέπω την μητέρα μέσα σε μίζερη ζωή εγκαταλειμμένη απ’ τα παιδιά της, να πεθαίνει, παραμελημένη, έρημη, απελπισμένη,

Βλέπω τη σύζυγο να την κακομεταχειρίζεται ο άντρας της, βλέπω το δόλιο ξελογιαστή νέων γυναικών,

Διακρίνω τους πόνους της ζήλιας και της χωρίς ανταπόδοση αγάπης που προσπαθεί να κρυφτεί, βλέπω επάνω στη γη αυτά τα θεάματα,

Βλέπω αυτούς που δουλεύουν για πόλεμο, λιμό, τυραννία, βλέπω μάρτυρες και φυλακισμένους,

Παρατηρώ στη θάλασσα έναν όλεθρο, παρατηρώ τους ναυτικούς να ρίχνουν σωρούς που θα ‘πρεπε να καταστρέφονται για να διατηρηθεί ό,τι έχει απομείνει απ’ τους οργανισμούς της.

Παρατηρώ ότι οι ασήμαντοι και ξεπεσμένοι ρίχνονται από άτομα αλαζονικά επάνω σε εργάτες, σε φτωχούς κι επάνω στους νέγρους,

Όλα αυτά – όλη την αθλιότητα και την δίχως τέλος αγωνία καθισμένος παρακολουθώ.

Βλέπω, ακούω και σιωπώ.
                                                                                                                      1860

Άγγλοι και Αμερικανοί Ποιητές
1850 – 1995
Κείμενα βιογραφιών, επιλογή και
μετάφραση ποιημάτων Άλκης Τσελέντης
Εκδόσεις Δωδώνη 1999

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Το τραγούδι του εαυτού μου – Song of Myself – Walt Whitman

 
(Αποσπάσματα όπως ακούστηκαν στην – πολύ ιδιαίτερη – ταινία του σκηνοθέτη Edson Oda, Nine Days)
Have you ever reckon'd the earth much?
Spend this day And night with me
And you shall possess the origin
Of all poems
I...
I celebrate myself
And sing myself
And what I assume you shall assume
For every atom belonging to me
As good belongs to you 
I loafe and invite my soul 
I lean and I loafe at my ease 
Observing a spear 
Of summer grass 
My tongue 
Every atom of my blood 
Born here 
From parents born here 
And their parents the same 
As their parents the same 
I, now 37 years old And in perfect health begin 
Hoping to cease not till death 
The smoke of my breath Echoes 
Ripples 
Buzz'd whispers 
Love-root 
Silk-thread 
Crotch and vine 
My inspiration and respiration 
The passing of air and blood 
Through my lungs 
The sound of the belch'd words of my voice 
Loos'd to the eddies of the wind 
A few light kisses 
A few embraces 
The reaching around of arms 
The play of the light 
And shade on the trees 
As the supple boughs wag 
The delight alone 
Or the rush of the streets 
Or along the fields and hill-sides 
The feeling of health 
The full-noon trill 
The song of me 
Rising from bed and greeting the sun 
Hey, sun 
Sun 
Sun, sun, sun 
Sun, sun, sun 
Sun, sun 
The last scud of sun holds back for me 
It flings my likeness after the rest 
And as true as any on the shadow'd wilds 
It coaxes me to the vapor  And the dusk 
I depart as air 
I effuse my flesh in eddies 
And drift it in lacy jags 
And to die 
Is different 
Than any one supposed And luckier 
I bequeath myself to the dirt 
To grow from the grass I love 
If you want me again 
Look for me under your boot-soles 
You will hardly know who I am Or what I mean 
But I shall be good health
To you nevertheless 
Failing to fetch me at first 
Keep encouraged 
Missing me one place 
Search another 
I stop someplace 
Waiting for you 

Thank you.

********

Σου φαίνεται πολύ πλατιά η γη;
Μείνε αυτή τη μέρα
και τη νύχτα μαζί μου
και θα γίνει δική σου η πηγή
όλων των ποιημάτων.
Υμνώ τον εαυτό μου
και τραγουδώ τον εαυτό μου
Και ό,τι παραδέχομαι κι εσύ θα το παραδεχτείς.
Γιατί κάθε μόριο που μου ανήκει, ανήκει και σ’ εσένα.
Την ψυχή μου αβίαστα καλώ,
σκύβω αβίαστα και νωχελικά
εστιάζοντας σε μία λόγχη
θερινής χλόης,
η γλώσσα μου,
κάθε μόριο από το αίμα μου.
Γεννημένος εδώ
από γονείς γεννημένους εδώ,
όπως κι οι γονείς τους, όπως κι οι γονείς των γονιών τους.
Στα τριάντα εφτά μου χρόνια και με υγεία τέλεια ξεκινώ
ελπίζοντας να μη σταματήσω μέχρι τον θάνατό μου.
Ο αχνός της ίδιας της ανάσας μου,
αντίλαλοι,
σιγανά βουίσματα
ρίζα του έρωτα
μεταξωτή κλωστή,
διχάλα και κληματαριά.
Εκπνοή και εισπνοή,
το διάβα του αίματος και του αέρα
μέσα στα πνευμόνια μου.
Ο ήχος της φωνής μου
που εξαπολύει τις λέξεις μου μέσα στους στροβιλισμούς του ανέμου.
Λίγα ανάλαφρα φιλιά,
λίγα αγκαλιάσματα,
μπράτσα περασμένα γύρω από ώμους,
το παιχνίδισμα του φωτός
και της σκιάς στα δέντρα καθώς δονούνται τα λυγερά κλαδιά.
Η τέρψη στη μοναξιά
μέσα στον πυρετό των δρόμων
ή πέρα σε λιβάδια και σε λοφοπλαγιές,
Η αίσθηση της υγείας,
οι τρίλιες του καταμεσήμερου
το τραγούδι του εαυτού μου
καθώς σηκώνομαι από το κρεβάτι για να προϋπαντήσω τον ήλιο.
Γεια σου, ήλιε.
ήλιε, ήλιε ήλιε...
Η τελευταία ουριοδρόμηση της μέρας με περιμένει,
εκσφενδονίζει τη μορφή μου στα εναπομείναντα
κι αληθινά σαν εκείνα στις ισκιωμένες ερημιές
με παρασύρει στην άχνη
και τη σκοτεινιά.
Απέρχομαι σαν τον αέρα.
Σκορπίζω το σώμα μου στους στροβίλους,
και το παρασύρω σε δαντελωτές αιχμές βράχων.
Το να πεθαίνεις
είναι διαφορετικό
από αυτό που φανταζόταν ο καθένας,
και πιο καλότυχο.
Κληροδοτώ τον εαυτό μου στο χώμα να φυτρώσω από τη χλόη που αγαπώ.
Αν με θέλεις πάλι
ψάξε με κάτω από τα πέλματα των παπουτσιών σου.
Δύσκολα θα μάθεις ποιος είμαι ή τι εννοώ,
Αλλά για σένα θα είμαι πλησμονή υγείας παρόλα αυτά.
Αν αποτύχεις να με βρεις στην αρχή, μην αποθαρρύνεσαι.
Αν με χάσεις σε κάποιο σημείο,
ψάξε σε άλλο.
Σταματώ κάπου
και σε περιμένω.

Σε ευχαριστώ.


Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Φαντασιώσεις στην ακρογιαλιά – Walt Whitman



Από παιδί ακόμη είχα μια φαντασίωση, μια επιθυμία: να γράψω κάτι, ένα ποίημα ίσως, για την ακρογιαλιά – αυτή τη γεμάτη υποδηλώσεις διαχωριστική γραμμή, συνάμα όμως και σημείο επαφής, σταυροδρόμι, όπου σμίγουν δύο στοιχεία: το στερεό με το υγρό. Αυτό το κάτι, το περίεργο και φευγαλέο (όπως αναμφίβολα, γίνονται στο τέλος όλες οι αντικειμενικές μορφές για το υποκειμενικό πνεύμα), που σημαίνει πολύ περισσότερα απ’ όσα μας δείχνει εκ πρώτης όψεως, όσο μεγαλόπρεπη κι αν είναι η όψη αυτή. Που ανακατεύει το πραγματικό με το ιδεώδες, με τρόπο που το ένα γίνεται μέρος του άλλου. Για ώρες και μέρες στο Λονγκ Άιλαντ της νιότης μου αλλά κι αργότερα, όταν άρχισα να αντρώνομαι, είχα στοιχειώσει με την παρουσία μου τις παραλίες του Ρικαουέι ή του Κόνι Άιλαντ, ή πέρα στ’ ανατολικά τις παραλίες του Χάμπτον και το Μόντοκ. Μια φορά στο Μόντοκ ήτανε (πλάι στον παλιό φάρο, με θέαμα μοναδικό τα ξεσπάσματα της θάλασσας προς κάθε κατεύθυνση ως εκεί που έφτανε το μάτι μου), θυμάμαι πολύ καλά ότι ένιωσα πως πρέπει μια μέρα να γράψω ένα βιβλίο με θέμα αυτό το υγρό, μυσταγωγικό στοιχείο. Έπειτα, αναθυμάμαι πως μου ήρθε η ιδέα ότι, αντί για ένα ξεχωριστό λυρικό, επικό ή φιλολογικό εγχείρημα, η ακροθαλασσιά θα έπρεπε να είναι μια αόρατη επίδραση, ένας διάχυτος μετρητής και ευεργέτης για μένα, μες στη σύνθεσή μου. (Μια μικρή συμβουλή για νέους συγγραφείς. Δεν είμαι βέβαιος ότι δεν ακολούθησα ασυναίσθητα τον ίδιο κανόνα και για άλλες δυνάμεις επιρροής εκτός από τις θάλασσες και τις παραλίες – αποφεύγοντας στη μέση οποιασδήποτε προσπάθειας να τις υμνήσω ποιητικά, ως κάτι το πολύ μεγάλο για να του δώσω μορφή –, πολύ ικανοποιημένος σε περίπτωση που μπορούσα να δείξω με έμμεσο τρόπο ότι συναντηθήκαμε και γίναμε ένα, έστω και για μια φορά, που ήταν όμως αρκετή. Ότι έχουμε πράγματι απορροφήσει ο ένας τον άλλον και καταλάβει ο ένας τον άλλον).
Υπάρχει ένα όνειρο, μια εικόνα, που για χρόνια ερχόταν αθόρυβα μπροστά μου κατά διαστήματα (κάποτε αρκετά μεγάλα, αλλά οπωσδήποτε πάνω στην ώρα) και πιστεύω πραγματικά ότι, όσο κι αν είναι αποκύημα της φαντασίας μου, έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την πρακτική πλευρά της ζωής μου, οπωσδήποτε τα γραπτά μου, που τα διαμόρφωσε και τα χρωμάτισε. Δεν είναι τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από μια λωρίδα ατέλειωτης άσπρης και καφετιάς αμμουδιάς. Άλλοτε σκληρή, άλλοτε πάλι απαλή, φαρδιά, με τον ωκεανό αιώνια και μεγαλόπρεπα να κυλάει πάνω της, τη μια με σιγανό συγκρατημένο σάρωμα, με σούσουρο και σφύριγμα κι αφρούς την άλλη, με πάμπολλα μπαμ και μπουμ σαν της γκρανκάσας. Τούτη η σκηνή, τούτη η εικόνα εδώ και χρόνια εμφανίζεται μπροστά μου. Καμιά φορά ξυπνώ τη νύχτα. Την ακούω και τη βλέπω ολοκάθαρα.


ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ - ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
ΤΟΜΟΣ 1ος (16ος – 19ος αιώνας)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ 2004

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

ΜΙΑ ΑΘΟΡΥΒΗ ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΗ ΑΡΑΧΝΗ - WALT WHITMAN

Μια αθόρυβη υπομονετική αράχνη,
Πρόσεχα αυτήν καθώς στεκόταν μόνη πάνω σ' ένα μικρό κάβο,
Πρόσεχα πως εξερευνούσε το άδειο αχανές περιβάλλον,
Πετούσε από μέσα της μπροστά της λεπτά νήματα, νήματα, νήματα,
Ξετυλίγοντας τα συνεχώς, πάντα ακούραστη στην εκτόξευσή τους.

Κι εσύ ω ψυχή μου όπου στέκεσαι,
Περιτριγυρισμένη, αποσπασμένη, σ' απέραντους ωκεανούς διαστήματος,
Αδιάκοπα ονειροπολώντας, ριψοκινδυνεύοντας, πετώντας, ψάχνοντας τις σφαίρες για να τις ενώσεις.
Εως ότου η γέφυρα που θα χρειαστείς να σχηματιστεί, έως ότου η εύπλαστη άγκυρα να βαστάξει,
Εως ότου η κλωστή του ιστού της αράχνης σε τινάξει κάπου, ν' αρπαχτείς ω ψυχή μου.

Μετάφραση ΑΛΚΗ ΤΣΕΛΕΝΤΗ