Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Αναμνήσεις – Hermann Hesse



Στην πλαγιά τα ρείκια ανθίζουν
Η αφάνα δοκιμάζει στα γεώδη την αμφίεσή της
Ποιος, αλήθεια, γνωρίζει ήδη από σήμερον πως
Θα δοκιμάσει εκ νέου τα νέα του πράσινα το δάσος
Τον ερχόμενο Μάη;

Ποιος, αλήθεια, γνωρίζει ή δη από σήμερον αν
Του κότσυφα το άσμα και του κούκου το κάλεσμα
Έστω και μία φορά θα ηχήσουν ξανά;
Είναι βέβαιο ότι ήταν τόσος σαγηνευτικός ο ήχος τους
Που δυσκόλως θα ξεχασθεί.

Εις το δάσος αυτή την εορτή  της δύσης της καλοκαιρινής
Η πανσέληνος φωτίζει τα βουνά από ψηλά απόκοσμα
Ποιος δύναται να τα αποτυπώσει και να μην χαθούν
Που έχουν όλα, άπαντα, ήδη βουλιάξει στον θάνατο.

Και δεν θ’ αργήσει η ώρα που ούτε εσένα ούτε εμένα
Θα βρεθεί άνθρωπος να πει ότι μας γνώρισε, ότι μας θυμάται
Θα κατοικούν άλλοι θνητοί εδώ
Δεν θα λείπουμε σε κανέναν.

Επιθυμούμε τον Έσπερο
Και το πρώτο της νυκτός νεφέλωμα να περιμένουμε.
Δεν θα αργήσουμε να γνωρίσουμε την ανθοφορία και το τέλος της
Εις του Θεού τον Μέγα Κήπο.

Hermann Hesse
Ωριμάζοντας Γινόμαστε Όλο και Νεότεροι
Μετάφραση από τα Γερμανικά Γιώτα Λαγουδάκου
Απόδοση Ποιημάτων Βασίλης Καλαμάρας
Εκδόσεις Καστανιώτη 2001

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Τι είναι πραγματικά ένας ζωντανός άνθρωπος; - ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ



Για να διηγηθώ τη ζωή μου, πρέπει να ξεκινήσω από τα πολύ παλιά χρόνια. Αν μου ήταν μπορετό, έπρεπε να πάω πολύ πίσω, ώς τα πρώτα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας κι ακόμα πιο μακριά, στις ίδιες τις ρίζες της καταγωγής μου.
Οι λογοτέχνες, όταν γράφουν μυθιστορήματα, φροντίζουν να φαίνονται σαν θεοί και πιστεύουν πως μπορούν την κάθε ανθρώπινη ιστορία να την εξετάζουν και να την περιγράφουν με όλες τις λεπτομέρειες και συνάμα να την παρουσιάζουν με τέτοιο τρόπο, που μόνο ο Θεός θα μπορούσε να τη διηγηθεί, χωρίς σκοτεινά σημεία και με όλα τα ουσιαστικά γνωρίσματα. Κάτι τέτοιο δεν μπορώ να το κάνω, όπως άλλωστε και οι λογοτέχνες πολύ λίγο το καταφέρνουν. Αλλά η ιστορία μου είναι πολύ πιο σημαντική από την ιστορία ενός οποιουδήποτε άλλου λογοτέχνη. Γιατί είναι μια ιστορία πέρα για πέρα δική μου. Πρόκειται για την ιστορία ενός πραγματικού, ζωντανού και μοναδικού ανθρώπου, κι όχι για έναν πλαστό, υποτιθέμενο ή ιδανικό ήρωα. Σήμερα λιγότερο από κάθε άλλη φορά ξέρουμε τι είναι πραγματικά ένας ζωντανός άνθρωπος. Έτσι φτάνουμε στο σημείο να εξοντώνουμε κατά μάζες τους ανθρώπους, που ο καθένας τους αποτελεί μια πολύτιμη και μοναδική προσπάθεια της φύσης. Αν δεν ήμασταν άνθρωποι, με ανεπανάληπτη προσωπικότητα, τότε θα αρκούσε μια σφαίρα να μας εξαφανίσει από τη γη, χωρίς να υπάρχει κανένα νόημα να διηγείται κανείς ιστορίες. Κάθε άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα άτομο, αλλά κάτι το ανεπανάληπτο, το ιδιαίτερο πέρα για πέρα, το πάντοτε σπουδαίο και αξιοσημείωτο κέντρο, όπου διασταυρώνονται τα φαινόμενα του κόσμου, με ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο χαρακτήρα. Γι' αυτό ακριβώς η ιστορία του κάθε ανθρώπου είναι σπουδαία, αιώνια, θεία. Γι' αυτό ο κάθε άνθρωπος, όσο ζει και εκπληρώνει τη θέληση της φύσης, είναι άξιος θαυμασμού και κάθε προσοχής. Στον καθένα μορφοποιείται το πνεύμα, στον καθένα πάσχει η δημιουργία, στον καθένα σταυρώνεται κι ένας λυτρωτής.
Λίγοι ξέρουν σήμερα τι είναι ο άνθρωπος. Πολλοί όμως το νιώθουν και πεθαίνουν πιο εύκολα, όπως κι εγώ πιο εύκολα θα πεθάνω στην ώρα μου, αφού τελειώσω την ιστορία αυτή.
Δεν μπορώ να ονομάσω τον εαυτό μου πολύξερο. Ήμουν ένας ερευνητής και εξακολουθώ ακόμα να είμαι, αλλά δεν ψάχνω την αλήθεια στα αστέρια και τα βιβλία. Αρχίζω να αφουγκράζομαι το αίμα που κυλά μουρμουριστά μέσα στο σώμα μου. Η δική μου ιστορία δεν είναι ευχάριστη ούτε γλυκειά και αρμονική, όπως είναι οι κατασκευασμένες ιστορίες. Φαίνεται να γεύεται το άλογο στοιχείο και τη σύγχυση, την τρέλα και το όνειρο, όπως είναι η ζωή όλων των ανθρώπων που δεν θέλουν να πουν ψέματα.
Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι ένας δικός του δρόμος, η προσπάθεια για την εύρεση ενός δρόμου, η διαίσθηση πως κάπου υπάρχει ένα μονοπάτι. Κανένας άνθρωπος δεν μπόρεσε να γίνει αυτό που ήθελε ο ίδιος. Όλοι προσπαθούν να γίνουν κάτι, άλλος στα τυφλά, άλλος στα φανερά, ο καθένας όπως μπορεί. Ο καθένας φέρνει μαζί του ως το τέλος τα υπολείμματα από τη γέννησή του, τις μεμβράνες και το κέλυφος του αυγού ενός αρχέτυπου κόσμου. Πολλοί δεν γίνονται ποτέ άνθρωποι, παραμένοντας βατράχια, σαύρες, μυρμήγκια. Άλλοι πάλι στο πάνω μέρος είναι άνθρωποι και στο κάτω είναι ψάρια. Αλλά ο καθένας είναι η πορεία της φύσης για τη μορφοποίηση του ανθρώπου. Σε όλους μας είναι κοινές οι ρίζες και οι μάνες. Προερχόμαστε από την ίδια άβυσσο. Αλλά ο καθένας επιδιώκει τον δικό του σκοπό, βγαίνοντας μέσα από τα βάθη της με προσπάθεια και ορμή. Μπορούμε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον, αλλά ο καθένας ξέρει μόνο ο ίδιος να εξηγήσει τον εαυτό του.



ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ
ΝΤΕΜΙΑΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΑΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΦΕΛΗ

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Ο καλός αδελφός μας ο θάνατος – ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


Νωρίς το πρωί μιας καλοκαιριάτικης μέρας δίψασα στο κρεβάτι μου και σηκώθηκα για να πάω στην κουζίνα, όπου υπήρχε πάντα ένα κανάτι με δροσερό νερό. Για να φτάσω στην κουζίνα έπρεπε να περάσω από το υπνοδωμάτιο των γονιών μου, όπου πρόσεξα ότι η μητέρα μου αναστέναζε παράξενα. Πλησίασα το κρεβάτι της, αλλά δεν με είδε ούτε απάντησε. Αναστέναζε βαθιά και ξερά, τρομαγμένη, κούνησε τα βλέφαρά της και το πρόσωπό της πήρε ένα υποκύανο, χλωμό χρώμα. Αυτό δε με τρόμαξε ιδιαίτερα παρόλο που φοβήθηκα κάπως. Έπειτα όμως είδα τα δύο χέρια πάνω στο σεντόνι, ακίνητα και άβουλα, όπως δεν είναι κανενός ζωντανού τα χέρια. Ξέχασα τη δίψα μου, γονάτισα δίπλα στο κρεβάτι, ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο μέτωπο της άρρωστης κι αναζήτησα το βλέμμα της. Όταν συνάντησε το δικό μου ήταν καλό και χωρίς πόνο μα κόντευε να σβήσει. Δεν σκέφτηκα ότι έπρεπε να ξυπνήσω τον πατέρα, που κοιμόταν εκεί δίπλα βαριανασαίνοντας. Έμεινα έτσι γονατισμένος κάπου δύο ώρες κι έβλεπα τη μητέρα μου να υπομένει το θάνατο. Τον υπόφερε σιωπηλά, σοβαρά και γενναία, όπως ταίριαζε στη φύση της και μου έδωσε το καλό παράδειγμα.
Το μικρό δωμάτιο ήταν σιωπηλό και γέμιζε σιγά σιγά με το φως του πρωινού που προχωρούσε. Το σπίτι και το χωριό κοιμόταν, κι εγώ ετοιμαζόμουνα να συνοδέψω με τη σκέψη μου τη ψυχή ενός ετοιμοθάνατου, περνώντας πάνω από το σπίτι, το χωριό, τη λίμνη και τις βουνοκορφές στη ψυχρή ελευθερία του καθαρού πρωινού ουρανού. Δεν ένιωθα μεγάλο πόνο, γιατί ήμουνα γεμάτος απορία και δέος, που έπρεπε να παρακολουθήσω ένα μεγάλο αίνιγμα να βρίσκει τη λύση του και το δαχτυλίδι μιας ζωής να κλείνει μ' ένα ελαφρό τρεμούλιασμα. Αλλά και η χωρίς παράπονο γενναιότητα της μητέρας που έφευγε ήταν τόσο υπέροχη, που μια δροσερή, καθαρή αχτίδα από την αίγλη της έπεσε και στη δική μου ψυχή.
Το γεγονός ότι ο πατέρας κοιμόταν δίπλα, ότι δεν υπήρχε ιερέας, ότι την ψυχή που επέστρεφε στην πατρίδα της δεν θα τη συνόδευαν ούτε μυσταγωγίες, ούτε προσευχές, δεν μου έκανε καμιά εντύπωση. Ένιωθα μόνο την ανατριχιαστική πνοή μιας αιωνιότητας να πλημμυρίζει το σκοτεινό δωμάτιο και να ανακατεύεται με την ύπαρξή μου.
Τις τελευταίες στιγμές, ενώ τα μάτια είχαν σβήσει κιόλας, φίλησα για πρώτη φορά στη ζωή μου το κρύο, μαραμένο στόμα της μητέρας μου. Και τότε η απόμακρη ψυχράδα της επαφής με πλημμύρισε με ξαφνική φρίκη, κάθησα στην άκρη του κρεβατιού κι ένιωθα το ένα μεγάλο δάκρυ μετά το άλλο να τρέχει αργά και δισταχτικά πάνω στα μάγουλα, το πηγούνι και τα χέρια μου.
Έπειτα από λίγο ξύπνησε ο πατέρας, με είδε να κάθομαι στο κρεβάτι και με ρώτησε, ζαλισμένος από τον ύπνο, τι συμβαίνει. Ήθελα να του απαντήσω, αλλά δεν μπορούσα να πω τίποτα, βγήκα από το δωμάτιο, πήγα σαν σε όνειρο στην κάμαρά μου και έβαλα αργά και ασυναίσθητα τα ρούχα μου. Σε λίγο εμφανίστηκε ο γέρος.
“Η μητέρα πέθανε”, μου είπε. “Το ήξερες;”
Έγνεψα ναι.
“Γιατί μ' άφησες να κοιμάμαι; Και να μην είναι παππάς! Που να...”. Και ξεστόμισε μια βαριά κατάρα.
Κάτι άρχισε να πονάει μέσα στο κεφάλι μου, σαν να είχε σπάσει κάποια αρτηρία.
Πήγα κοντά του, τον έπιασα από τα χέρια – μπρος μου ήταν μικρό παιδί σε δύναμη – και τον κοίταξα στο πρόσωπο. Δεν μπορούσα να μιλήσω, αλλά ο πατέρας μου σώπασε σαν να πνίγηκε, κι όταν έπειτα από λίγο πήγαμε στη μητέρα, η δύναμη του θανάτου τον κυρίεψε και κείνον κι έκανε το πρόσωπό του απόμακρο και τελετουργικό. Έσκυψε πάνω στη νεκρή κι άρχισε να κλαίει πολύ σιγά, παιδικά, σχεδόν σαν πουλί, με ψηλούς αδύναμους τόνους. Εγώ βγήκα για να πάω την είδηση στους γείτονες. Μ' άκουσαν χωρίς να με ρωτήσουν τίποτα, αλλά μου έδωσαν το χέρι και πρόσφεραν τη βοήθειά τους στο ορφανεμένο σπιτικό μας. Κάποιος πήρε το δρόμο για το μοναστήρι, για να φέρει έναν ιερέα, κι όταν γύρισα στο σπίτι μια γειτόνισσά ήταν κιόλας στο στάβλο μας και τάιζε την αγελάδα.
Ήρθε ο σεβασμιότατος, ήρθαν κι όλες σχεδόν οι γυναίκες του τόπου κι όλα έγιναν σωστά και με ακρίβεια, λες και γίνονταν από μόνα τους, ακόμα και το φέρετρο ετοιμάστηκε χωρίς τη βοήθειά μας, και για πρώτη φορά είδα τόσο καθαρά πόσο καλό είναι να βρίσκεσαι στον τόπο σου στις δύσκολες στιγμές και ν' ανήκεις σε μια μικρή, σταθερή κοινότητα. Την άλλη μέρα μπορεί ν' αναγκαζόμουνα να το σκεφτώ βαθυτερα αυτό.
Όταν το φέρετρο ευλογήθηκε και κατέβηκε στο χώμα, κι εξαφανίστηκε το παράξενο κοπάδι των μελαγχολικά παλιομοδίτικων, σκληρών κυλινδρικών καπέλλων, ακόμα και κείνο που ανήκε στο γέρο μου, για να γυρίσει το καθένα στο κουτί ή στο ράφι του, μια αδυναμία κυρίεψε το φτωχό μου πατέρα. Άρχισε ξαφνικά να λυπάται μόνος του τον εαυτό του και μου παράστησε με βιβλικά κατά το πλείστον, ρητά τη δυστυχία του τώρα που είχε θάψει τη γυναίκα του και θα αναγκαζόταν να χάσει και το γιο του, να τον δει να φεύγει στα ξένα. Η ρητορία του δεν είχε τέλος. Τον άκουγα τρομαγμένος κι ήμουν σχεδόν έτοιμος να του υποσχεθώ ότι θα έμενα μαζί του.
Εκείνη τη στιγμή, ενώ ήμουνα έτοιμος να απαντήσω, έγινε κάτι παράξενο. Σ' ένα και μόνο δευτερόλεπτο παρουσιάστηκαν όλα όσα είχα σκεφτεί, επιθυμήσει κι ελπίσει ολόψυχα από μικρός, μαζεμένα μπρος σ' ένα εσωτερικό μάτι, που είχε ανοίξει ξαφνικά. Είδα μεγάλα, ωραία έργα να με περιμένουν, βιβλία που έπρεπε να διαβάσω και βιβλία που έπρεπε να γράψω. Άκουσα το νοτιά να φεύγει κι είδα μακρινές, μακάριες θάλασσες κι ακροποταμιές που ακτινοβολούσαν τα χρώματα του νότου. Είδα ανθρώπους με έξυπνα, πνευματώδη πρόσωπα να περνούν και όμορφες, ευγενικές γυναίκες, είδα δρόμους που έφευγαν, περάσματα που διέσχιζαν τις Αλπεις και σιδηροδρόμους που περνούσαν βιαστικά μέσα από χώρες, τα είδα όλα ταυτόχρονα, αλλά διέκρινα καθαρά και το καθένα μόνο του και πίσω απ' όλα αυτά είδα την ασύνορη απεραντοσύνη ενός καθαρού ορίζοντα, που τον έσχιζαν ταξιδιάρικα σύννεφα. Να μαθαίνεις, να δημιουργείς, να παρατηρείς, να ταξιδεύεις – όλη η πληρότητα της ζωής άστραψε μ' ένα φευγαλέο ασημένιο βλέμμα μπρος στα μάτια μου και μέσα μου κάτι σκίρτησε πάλι όπως στα παιδικά μου χρόνια, ξυπνώντας στην ψυχή μου μια ασυναίσθητα έντονη λαχτάρα για τη μεγάλη απλοχωριά του κόσμου.
Έμεινα σιωπηλός και άφησα τον πατέρα μου να μιλάει κούνησα μόνο το κεφάλι και περίμενα ώσπου η ορμή κόπασε. Αυτό δεν έγινε πριν από το βράδι και τότε του ανακοίνωσα τη σταθερή μου απόφαση να σπουδάσω και ν' αναζητήσω τη μελλοντική μου πατρίδα στο βασίλειο του πνεύματος, χωρίς να ζητήσω καμιά υποστήριξη από μέρους του. Δεν με πίεσε άλλο, με κοίταξε μόνο θλιμμένα κουνώντας το κεφάλι του. Γιατί κατάλαβε και κείνος πως από δω και μπρος θα 'παιρνα το δρόμο μου και γρήγορα θα γινόμουνα εντελώς ξένος στη ζωή του. Σήμερα, καθώς θυμήθηκα γράφωντας εκείνη τη μέρα, ξαναείδα τον πατέρα μου, έτσι όπως καθόταν εκείνο το βράδι στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Το τραχύ, έξυπνο χωριάτικο κεφάλι του έστεκε ακίνητο πάνω στο δυνατό λαιμό, τα κοντά του μαλλιά είχαν αρχίσει ν' ασπρίζουν και στα σκληρά, αυστηρά χαρακτηριστικά του ο δυνατός του αντρισμός πάλευε με την οδύνη και τα γεράματα που έρχονταν.
........................................................................................................................
...............................................................................................................................
.......................................................................................................................................
Και τώρα έχει σειρά η εποχή εκείνη της ζωής μου που ήταν φαινομενικά πιο δραστήρια και πιο ποικίλη από τις προηγούμενες κι όπως και να 'χει το πράγμα, είδε να γεννιέται κι ένα μικρό μυθιστόρημα της μόδας. Θα ' πρεπε όμως να διηγηθώ πως διορίστηκα συντάκτης σε μια γερμανική εφημερίδα. Πως έδωσα μεγάλη ελευθερία στην πέννα και στο βρωμόστομά μου και τι βάσανα και νουθεσίες μου στοίχισε αυτή η ελευθερία, πως απόχτησα φήμη κρασοπατέρα, και τελικά πως παράτησα τη θέση μου ύστερα από δηλητηριώδεις διαπραγματεύσεις, και δέχτηκα να με στείλουν ανταποκριτή στο Παρίσι. Πως τριγύριζα σαν ατσιγγάνος σ' αυτόν τον καταραμένο τόπου όπου τεμπέλιαζα και κάπνιζα σε διάφορα μέρη ένα δυνατό καπνό. Δε θα ήταν δειλία από μέρους μου αν κορόιδευα χαιρέκακα κάποιους βρωμιάρηδες που συγκαταλέγονται στους αναγνώστες μου και παρέλειπα αυτό το σύντομο διάστημα. Ομολογώ ότι έκανα το ένα λοξοδρόμημα μετά το άλλο, είδα κάθε λογής βρωμιές και χώθηκα μέσα. Από τότε έχασα κάθε διάθεση για το ρομαντισμό των μποέμ, και θα μου επιτρέψετε να σταθώ σ' ότι καθαρό και καλό υπήρχε στη ζωή μου και να αφήσω κατά μέρος εκείνο τον χαμένο καιρό.
Ένα βράδυ καθόμουνα μονάχος και σκεφτόμουνα μήπως θα 'πρεπε να εγκαταλείψω όχι μόνο το Παρίσι, αλλά και την ίδια τη ζωή. Και τότε, η σκέψη μου έκανε για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, μια αναδρομή στη ζωή μου και συλλογίστηκα πως θα έχανα πολλά.
Αλλά τότε ήρθε ολοζώντανη στη μνήμη μου μια μέρα που είχε περάσει και είχε ξεχαστεί από καιρό – ήταν νωρίς, ένα καλοκαιριάτικο πρωινό, εκεί στα βουνά της πατρίδας, και 'γω ήμουν γονατισμένος δίπλα σ' ένα κρεβάτι που πάνω του κειτόταν η μητέρα μου, που πάλευε με το θάνατο. Τρόμαξα και ντράπηκα, που είχα τόσο καιρό να θυμηθώ εκείνο το πρωινό. Οι ανόητες σκέψεις της αυτοκτονίας έσβησαν. Γιατί πιστεύω πως κανένας σοβαρός άνθρωπος, που δεν έχει ακόμα ολότελα παραστρατήσει, δεν είναι ικανός να πάρει ο ίδιος τη ζωή του, όταν έχει παρακολουθήσει μια γερή και καλή ζήση να σβήνει. Ξαναείδα τη μητέρα μου να πεθαίνει. Είδα πάλι στο πρόσωπό της τη σιωπηλή, σοβαρή διεργασία του θανάτου, που του έδινε ευγένεια. Φαινόταν αυστηρός ο θάνατος, αλλά και δυνατός και καλωσυνάτος, σαν προσεκτικός πατέρας, που ξαναφέρνει το παιδί του, πίσω εκεί από όπου το είχε σκάσει.
Και ξαναθυμήθηκα ότι ο θάνατος είναι ο έξυπνος και καλός μας αδελφός, που ξέρει ποια είναι η κατάλληλη στιγμή, και που πρέπει να τον περιμένουμε με εμπιστοσύνη. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω πως η οδύνη, οι απογοητεύσεις και η μελαγχολία δεν έγιναν για να μας κάνουν στρυφνούς, ανάξιους και αναξιοπρεπείς, αλλά για να μας ωριμάζουν και να μας μεταμορφώνουν.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ
ΠΗΤΕΡ ΚΑΜΕΝΤΣΙΝΤ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΠΑΞΙΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Αδελφέ Θάνατε - Herman Hesse

Και σε μένα θα 'ρθεις μια φορά, δε με ξεχνάς,
Κι έτσι τέλος παίρνει το βάσανο, την αλυσίδα σπας.

Ξένος και μακρινός ακόμα φαίνεσαι, θάνατε αγαπητέ,
Σαν ένα κρύο αστέρι στέκεσαι, πάνω απ' τη χρεία μου αδελφέ.

Κάποτε θα 'ρθεις όμως και θα 'σαι γεμάτος φωτιά.
Ελα, αγαπητέ δικός σου είμαι, πάρε με, εδώ είμαι να.

Μετάφραση Ντίνος Κούγκουλος

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Η αιωνιότητα – ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


...«Είσαι λοιπόν δυστυχισμένος; Ησουν πάρα πολύ τότε που δεν μπορούσες να γυρίσεις σπίτι, γιατί σε περίμενε το ξυράφι».
«Οχι Ερμίνα, δεν είναι έτσι. Ομολογώ πως κάποτε ήμουν πολύ δυστυχισμένος. Αλλά ήταν μια ανόητη και άγονη δυστυχία».
«Γιατί λοιπόν;»
«Γιατί είχα εκείνη την αγωνία μπροστά στο θάνατο, που ωστόσο τον επιθυμούσα! Η δυστυχία που χρειάζομαι και επιθυμώ, είναι διαφορετική. Πρέπει να πονώ με πόθο και να προσπαθώ με θέληση. Αυτό είναι δυστυχία ή ευτυχία που περιμένω».
«Σε καταλαβαίνω. Σ’ αυτό είμαστε αδέρφια. Αλλά τι έχεις εναντίον της ευτυχίας, που βρήκες μαζί με τη Μαρία; Γιατί δεν είσαι ευτυχισμένος;
«Οχι δεν έχω τίποτα εναντίον της ευτυχίας αυτής, τη θέλω και νιώθω ευγνωμοσύνη. Είναι ωραία σα μια φωτόλουστη μέρα ύστερα από καλοκαιρινή βροχή. Αλλά νιώθω πως δεν θα διαρκέσει. Κι αυτή η ευτυχία είναι άγονη. Δίνει ευχαρίστηση, αλλά η ευχαρίστηση δεν είναι για μένα καμία τροφή. Κοιμάται ο Λύκος της Στέπας, χορταίνει. Αλλά δεν είναι καμία ευτυχία, για να φέρει το θάνατο».
«Πρέπει λοιπόν να πεθάνεις, Λύκε της Στέπας;»
«Πιστεύω, ναι. Είμαι πολύ ευχαριστημένος με την ευτυχία μου, μπορώ ακόμα να υποφέρω για λίγο. Αλλά αν η ευτυχία μου δώσει μια ώρα καιρό, να ξυπνήσω και να νιώσω λαχτάρα, τότε δε θα επιθυμώ να κρατήσω αυτή την ευτυχία, αλλά να ξαναπονέσω, μόνο πιο όμορφα και λιγότερο ελεεινά από ό,τι πρώτα. Λαχταρώ τον πόνο που θα με προετοιμάσει να πεθάνω».
Η Ερμίνα με κοίταζε τρυφερά στα μάτια, με ένα σκοτεινό βλέμμα, που εμφανίστηκε ξαφνικά. Λαμπρά, φοβερά μάτια! Αργά, ψάχνοντας τις λέξεις, προσπαθώντας να τις τοποθετήσει σωστά είπε τόσο σιγανά, που έπρεπε να καταβάλω προσπάθεια, για να την ακούσω:
«Θέλω να σου πω σήμερα κάτι, που το ξέρω από καιρό κι εσύ το ξέρεις επίσης, αλλά ίσως δεν το είπες ακόμα στον εαυτό σου. Θα σου πω τώρα τι ξέρω για μένα, για σένα, για τη μοίρα μας. Εσύ, Χάρυ, ήσουν ένας άνθρωπος γεμάτος χαρά και πίστη, πάντοτε στα αχνάρια του μεγάλου και του αιώνιου, χωρίς να είσαι ευχαριστημένος με τα ωραία και τα μικρά. Αλλά όσο η ζωή ξυπνούσε, και σε έφερνε στον εαυτό σου, τόσο πιο μεγάλη γινόταν η ανάγκη σου, τόσο πιο βαθιά βούλιαζες στον πόνο, τη δειλία και την απελπισία, μέχρι το λαιμό, κι όλα όσα είχες γνωρίσει, αγαπήσει και σεβαστεί σαν ωραία και άγια, κι ολόκληρη η πρώτη σου πίστη στον άνθρωπο και τις υψηλές μας τάσεις, δε μπορούσε να σε βοηθήσει κι έγινε κάτι χωρίς αξία, κομματιάστηκε. Η πίστη σου δε μπορούσε να βρει πια αέρα να αναπνεύσει. Και ο πνιγμός είναι ένας σκληρός θάνατος. Δεν είναι έτσι Χάρυ; Είναι η μοίρα σου;»
Ενευσα πολλές φορές κι έδειξα πως συμφωνούσα.
«Είχες μια εικόνα για τη ζωή, μια πίστη, μια απαίτηση, ήσουν έτοιμος για πράξεις, πόνους και θυσίες. Και ξαφνικά παρατήρησες πως ο κόσμος μιαμιά πράξη και καμιά θυσία και τα παρόμοια δεν απαιτούσε από σένα, πως η ζωή δεν είναι ένα ηρωικό ποιήμα με ρόλους ηρώων και τα παρόμοια, αλλά μια καλή αστική φωλιά όπου κανείς με το φαγητό, το πιοτό, τις πλεχτές κάλτσες, τα παιχνίδια και τη μουσική είναι ευχαριστημένος. Κι όποιος επιθυμεί κάτι αντίθετο, τον ηρωισμό και την ομορφιά, το σεβασμό των μεγάλων ποιητών ή των αγίων, τότε γίνεται τρελός και ένας ιππότης, όπως ο Δον Κιχώτης. Ωραία. Και σε μένα συνέβη το ίδιο, αγαπητέ μου φίλε! Ημουν ένα κορίτσι, προικισμένο με πολλά χαρίσματα, προορισμένο για μια υψηλή ζωή, υψηλές απαιτήσεις και ανώτερες αποστολές. Μπορούσα να αναλάβω μια μεγάλη τύχη, να γίνω η γυναίκα ενός βασιλιά, η ερωμένη ενός επαναστάτη, η αδερφή ενός εφευρέτη, η μητέρα ενός μάρτυρα. Και η ζωή μου επιφύλαξε την τύχη να γίνω με πόνο μια καλλιεργημένη πόρνη! Ετσι ήρθαν για μένα τα πράγματα. Για λίγο καιρό ήμουν απαρηγόρητη και συνέχεια γύρευα την ενοχή μέσα μου. Η ζωή, σκέφτηκα, τελικά έχει πάντοτε το δίκιο, κι αφού η ζωή διακωμώδησε τα ωραία σχέδιά μου, φαίνεται πως τα όνειρά μου ήταν ανόητα κι εγώ είχα το άδικο. Αλλά οι σκέψεις αυτές δε με βοηθούσαν. Κι επειδή είχα καλά μάτια και αφτιά κι ήμουν λίγο περίεργη, είδα τη λεγόμενη ζωή με περισσότερη ακρίβεια, τους γνωστούς και τους γείτονες, πενήντα και περισσότερους ανθρώπους, τη μοίρα τους και τα βάσανά τους, και τότε, Χάρυ, είδα πως τα όνειρά μου ήταν σωστά, χίλιες φορές σωστά, όπως τα δικά σου. Αλλά η ζωή, η πραγματικότητα, αυτή είχε άδικο. Το ότι μια γυναίκα, του δικού μου χαρακτήρα, δε βρήκε καμιά άλλη εκλογή παρά μια γραφομηχανή σε κάποια υπηρεσία, για να κερδίζει λίγα χρήματα χωρίς νόημα, ή για να μπορέσει να παντρευτεί ή να γίνει ένα είδος πόρνης, αυτό ήταν τόσο σωστό, όπως ακριβώς ένας άνθρωπος, όπως εσύ, έρημος, φοβισμένος και απελπισμένος έπρεπε να αρπάξει το ξυράφι. Σε μένα, η αθλιότητα ήταν περισσότερο υλική και ηθική, ενώ σε σένα πνευματική. Ο δρόμος όμως ήταν ο ίδιος. Νομίζεις πως δεν μπορώ να καταλάβω τον φόβο σου μπροστά στο φοξ-ροτ, την αντίθεσή σου προς τα μπαρ και τα χορευτικά κέντρα, την αντίδρασή σου προς τα μπαρ και τα χορευτικά κέντρα, τηνα αντίδρασή σου προς τη μουσική τζαζ κι όλα τα άλλα μικροπράγματα; Σε καταλαβαίνω πολύ καλά, κι επίσης την αηδία σου μπροστά στην πολιτική, τη λύπη σου για τα φλύαρα και ανεύθυνα καμώματα των κομμάτων, του τύπου, την απελπισία σου για τον πόλεμο, αυτόν που έγινε και αυτόν που θα γίνει, για τον τρόπο που σκέφτεται κανείς σήμερα, διαβάζει, οικοδομεί, κάνει μουσική, οργανώνει γιορτές, διαμορφώνει εκπαίδευση! Δίκοι έχεις. Λύκε της Στέπας, χίλιες φορές δίκιο, και εντούτοις πρέπει να καταστραφείς. Είσαι γι’ αυτό τον απλό, άνετο, τόσο λίγο ευχαριστημένο κόσμο πολύ απαιτητικός και πεινασμένος, σε ξερνά, είσαι γι’ αυτόν μια πολύ μεγάλη διάσταση. Οποιος σήμερα θέλει να ζήσει και να ‘ναι ευχαριστημένος από τη ζωή, δεν πρέπει να ‘ναι ένας άνθρωπος όπως εγώ και εσύ. Οποιος θέλει αντί για θόρυβο μουσική, αντί για ευχαρίστηση χαρά, αντί για χρήμα ψυχή, αντί για φασαρία, γνήσια εργασία, αντί για παιχνίδια γνήσιο πάθος, γι’ αυτόν ο ωραίος αυτός κόσμος δεν είναι καμιά πατρίδα...»
Κοίταζε το πάτωμα και συλλογιζόταν.
«Ερμίνα» φώναξα τρυφερά, «αδελφή μου, πόσο ωραία μάτια έχεις! Και όμως μου έμαθες το φοξ-ροτ! Αλλά τι εννοείς, πως άνθρωποι, όπως εμείς, άνθρωποι με μια μεγάλη διάσταση, δε μπορούν να ζήσουν εδώ; Αυτό συμβαίνει μόνο σήμερα; Ή πάντοτε ήταν έτσι;»
«Δεν ξέρω. Θέλω, για την τιμή του κόσμου, να δεχτώ, πως είναι απλώς ο σημερινός κόσμος, είναι απλώς μια αρρώστια, μια στιγμιαία δυστυχία. Οι αρχηγοί εργάζονται επίμονα και πετυχημένα για τον επόμενο πόλεμο, ενώ εμείς οι υπόλοιποι χορεύουμε φοξ-ροτ, κερδίζουμε χρήματα και τρώμε ζαχαρωτά. Σε μια τέτοια εποχή πρέπει να βλέπουμε έτσι τον κόσμο. Πιστεύουμε πως οι προηγούμενοι καιροί ήταν καλύτεροι και ότι θα έρθουν καλύτεροι καιροί, πλουσιότεροι, προοδευτικότεροι, βαθύτεροι. Αλλά αυτό το πράγμα εμάς δε μας ωφελεί. Κι ίσως πάντοτε έτσι γινόταν...»
«Πάντοτε έτσι λοιπόν, όπως σήμερα; Πάντοτε ήταν έτσι λοιπόν, όπως σήμερα; Πάντοτε ήταν ένας κόσμος για πολιτικούς, αισχροκερδείς, υπηρέτες και αβροδίαιτους; Κανένας αέρας για ανθρώπους;»
«Δεν ξέρω, κανείς δεν το ξέρει. Είναι επίσης αδιάφορο. Αλλά τώρα σκέφτομαι, φίλε μου, τον αγαπημένο σου, για τον οποίο πολλές φορές μου διηγήθηκες πολλά και μου διάβασες γράμματα, ο Μότσαρτ. Πως ήταν τα πράγματα στην εποχή του; Ποιός κυβερνούσε τον κόσμο στην εποχή του; Ποιός ήταν η αφρόκρεμα, η εξουσία κι έδινε τον τόνο στη ζωή; Ο Μότσαρτ ή οι επιχειρηματίες; Ο Μότσαρτ ή οι κοινοί άνθρωποι; Και πως πέθανε και κηδεύτηκε; Κι έτσι νομίζω πως πάντοτε γινόταν και θα γίνεται. Κι αυτό, που στα σχολεία ονομάζουν παγκόσμια ιστορία, κι αυτό, που οφείλει κανείς να αποστηθίσει για τη μόρφωση, με όλους τους ήρωες, τις μεγαλοφυίες, τις μεγάλες πράξεις και τα αισθήματα, όα αυτά είναι απλώς μια απάτη, που εφευρέθηκε από τους δασκάλους, για σκοπούς παιδαγωγικούς και για να έχουν τα παιδιά, στην ηλικία τους, να ασχολούνται με κάτι. Πάντοτε λοιπόν έτσι γινόταν κι έτσι θα γίνεται. Ο χρόνος και ο κόσμος, το χρήμα και η δύναμη ανήκει στους μικρούς και ρηχούς, και στους άλλους, τους πραγματικούς ανθρώπους δεν ανήκει τίποτα, μόνο ο θάνατος».
«Τίποτα άλλο λοιπόν;»
«Και όμως η αιωνιότητα».
«Εννοείς το όνομα, τη φήμη μετά το θάνατο;»
«Οχι μικρέ μου λύκε, όχι τη φήμη. Μήπως έχει και καμιά αξία; Και πιστεύεις πως όλοι οι πραγματικά γνήσιοι και ολοκληρωμένοι άνθρωποι γίνονται φημισμένοι κι όλος ο κόσμος μετά το θάνατό τους τους γνωρίζει;»
«Οχι, φυσικά όχι».
«Η φήμη λοιπόν δεν είναι τίποτα. Η φήμη υπάρχει μόνο για την εκπαίδευση και είναι μια υπόθεση των δασκάλων. Η φήμη λοιπόν δεν είναι τίποτα. Αλλά αυτό που ονομάζω αιωνιότητα. Οι ευσεβείς τη λένε βασιλεία Θεού. Σκέφτομαι πως όλοι εμείς οι άνθρωποι, που έχουμε πολλές απαιτήσεις, λαχτάρες και μια μεγάλη διάσταση, δε θα μπορούσαμε να ζήσουμε, αν δεν υπήρχε, εκτός από το χρόνο, η αιωνιότητα, και αυτή είναι η βασιλεία των γνήσιων ανθρώπων. Σ’ αυτή ανήκει η μουσική του Μότσαρτ και η ποίηση του μεγάλου σου ποιητή, ανήκουν οι άγιοι, που έκαναν θαύματα, που μαρτύρησαν κι έδωσαν στους ανθρώπους ένα μεγάλο παράδειγμα. Αλλά ανήκει επίσης στην αιωνιότητα η εικόνα εκείνης της γνήσιας μέρας, η δύναμη κάθε γνήσιου αισθήματος, κι αν ακόμα κανείς δεν τα ξέρει αυτά, ούτε τα βλέπει ούτε τα περιγράφει ούτε τα φυλάει για τον κόσμο, που μένει μετά τον θάνατο, για την επερχόμενη γενιά. Στην αιωνιότητα δεν υπάρχουν επερχόμεενες γενιές, αλλά μόνο σύγχρονοι άνθρωποι».
«Εχεις δίκιο», είπα.
«Οι ευσεβείς» συνέχισε συλλογισμένη, «τα ξέρουν όλα αυτά. Γι’ αυτό παρουσιάζουν τους αγίους κι αυτό το ονομάζουν κοινωνία αγίων. Οι άγιοι, αυτοί είναι οι γνήσιοι άνθρωποι, οι μικρότεροι αδερφοί του Χριστού. Βρισκόμαστε, όσο ζούμε, στο δρόμο τους με κάθε καλή πράξη, με κάθε γενναία σκέψη, με κάθε αγάπη. Η κοινωνία των αγίων, που παραστάθηκε νωρίτερα από τους ζωγράφους, σε ένα χρυσό ουρανό, αστραφτερό, ωραίο και ειρηνικό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που πριν ονόμασα αιωνιότητα. Ειναι η βασιλεία έξω από το χρόνο και τα φαινόμενα. Εκεί ανήκουμε, εκεί βρίσκεται η πατρίδα μας, προς τα εκεί στρέφεται η ψυχή μας, Λύκε της Στέπας, και γι’ αυτό θα ιδωθούμε μετά το θάνατό μας. Εκεί θα ξαναβρείς τον Γκαίτε σου, τον Νοβάλις, τον Μοτσαρτ κι εγώ τους αγίους μου, τον Χριστόφορο, που πρώτα ήταν γεμάτοι αμαρτίες. Η αμαρτιά μπορεί να γίνει ένας δρόμος προς την αγιότητα. Η αμαρτία και η διαφθορά. Ισως γελάς, αλλά συχνά σκέφτομαι πως ίσως και ο φίλος μου Πάμπλο είναι ένας κρυφός άγιος. Αχ, Χαρυ, πρέπει να περάσουμε τόση βρομιά και ανοησία, για να φτάσουμε στο σπίτι μας! Και δεν έχουμε κανένα να μας οδηγήσει. Ο μοναδικός οδηγός μας είναι η νοσταλγία».
Τα τελευταία της λόγια τα είπε πολύ σιγανά, και τώρα στο δωμάτιό μου έγινε πάλι ησυχία. Ο ήλιος έδυε κι έκανε τα χρυσά γράμματα στις ράχες των βιβλίων της βιβλιοθήκης μου να λαμπυρίζουν. Πήρα το κεφάλι της Ερμίνας στα χέρια μου, τη φίλησα στο μέτωπο και ακούμπησα το μάγουλο στο μάγουλό της, αδερφικά, έτσι μείναμε μια στιγμή. Θα προτιμούσα να είχα μείνει έτσι και ποτέ να μην έφευγα από κείνη τη θέση. Αλλά έτσι και ποτέ να μην έφευγα από κείνη τη θέση. Αλλά γι’ αυτή τη νύχτα, την τελευταία πριν από το μεγάλο χορό, μου είχε υποσχεθεί η Μαρία τη συντροφιά της.
Σαν πήγαινα όμως στη Μαρία, δε σκεφτόμουν αυτήν, αλλά ό,τι μου είχε πει η Ερμίνα. Ολα εκείνα, σκέφτηκα, ίσως δεν ήταν δικές της σκέψεις, αλλά δικές μου, που τις είχε διαβάσει φωτεινά και τις είχεε αναπνεύσει κι έπειτα μου τις ξανάδωσε, ώστε να ξαναπάρουν μια νέα μορφή. Για την αιωνιότητα, που μου μίλησε, της ήμουν εκείνη την ώρα ευγνώμων. Τη χρειαζόμουν πολύ, χωρίς αυτή δε μπορούσα ούτε να ζήσω ούτε να πεθάνω. Το άγιο υπερπέραν, το άχρονο, ο κόσμος των αιωνίων αξιών, της θείας φύσης σήμερα ξαναδωρήθηκε σε μένα από τη φίλη μου και τη δασκάλα μου στο χορό. Επρεπε να σκεφτώ το όνειρο του Γκαίτε, την εικόνα του γέρου σοφού, που τον είχα κοροϊδέψει τόσο απάνθρωπα και είχα νιώσει το αθάνατο χωρατό του. Τώρα για πρώτη φορά καταλάβαινα το γέλιο του Γκαίτε, το γέλιο των αθανάτων. Αυτό το γέλιο ήταν χωρίς αντικείμενο, ήταν μόνο φως, φωτεινότητα, ήταν αυτό που έμενε, όταν ένας γνήσιος άνθρωπος, ανάμεσα από πόνους, διαφθορά, πλάνες, πάθη και παρεξηγήσεις, περνούσε στην αιωνιότητα κι έμπαινε ορμητικά στον κοσμικό χώρο. Και η «αιωνιότητα» δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η απολύτρωση από το χρόνο, ήταν κατά κάποιο τρόπο η επιστροφή στην αθωότητα, η μεταμόρφωση για άλλη μια φορά στο χώρο.
Γύρεψα τη Μαρία στο ρεστοράν, όπου τρώγαμε συνήθως τα βράδια, αλλά δεν είχε έρθει ακόμα. Κάθισα σ’ ένα ήσυχο συνοικιακό ταβερνάκι, περιμένοντας στο στρωμένο τραπέζι, με το μυαλό μου πάντοτε στην συνομιλία που είχα με την Ερμίνα. Ολες αυτές οι σκέψεις, που αναδύθηκαν ανάμεσά μας, μου φαίνονταν τόσο βαθιά εμπιστευτικές, τόσο γνώριμες από παλιά, σα να είχαν δημιουργηθεί από τη δική μου μυθολογία και το δικό μου κόσμο των εικόνων! Οι αθάνατοι, όπως ζούσαν απομακρυσμένοι στον άχρονο χώρο, είχαν γίνει εικόνα και η κρυστάλλινη αιωνιότητα, σαν αιθέρας, τους είχε περιβάλλει με την ψυχρή με την αστρική και αστραφτερή χαρά. Από που όλα αυτά μου ήταν τόσο οικεία; Σκεφτόμουν κι έρχονταν κομμάτια μέσα μου από τη μουσική του Μότσαρτ και του Μπαχ και παντού σ’ αυτή τη μουσική αισθανόμουν αυτή την ψυχρή, αστρική φωτεινότητα να λάμπει, να αιωρείται αυτή η καθαρότητα του αιθέρα. Ναι, αυτό ήταν, αυτή η μουσική ήταν σαν παγωμένος χρόνος στο χώρο, και πάνω της αιωρούνταν, κατά άπειρη φορά, υπερανθρώπινη χαρά, ένα αιώνιο θείο χαμόγελο. Ω ναι, με όλα αυτά ταίριαζε πετυχημένα ο γέρος Γκαίτε του ονείρου μου! Και ξαφνικά άκουσα αυτό το ανεξιχνίαστο γέλιο γύρω μου, άκουσα τους αθάνατους να γελούν. Κάθισα μαγεμένος γύρεψα το μολύβι μου από την τσέπη του γιλέκου μου, γύρεψα χαρτι, βρήκα τον κατάλογο μπροστά μου, τον γύρισα κι έγραψα στο πίσω μέρος στίχους, που μια άλλη μέρα τους ξαναβρήκα στην τσέπη μου. Ηταν οι εξής:

Οι αθάνατοι
Συνέχεια από τις κοιλάδες της γης
Αναβλύζει με ορμή ο πόθος της ζωής,
Άγρια ανάγκη, μεθυσμένη αφθονία,
Αιμάτινη οσμή από χιλιάδες στερνά νεκρόδειπνα,
Σπασμός της όρεξης, επιθυμία χωρίς τέλος,
Χέρια δολοφόνων, τοκογλύφων, ικετών,
Ενα σμάρι ανθρώπινο, μαστιγωμένο με αγωνία και επιθυμίες
Βγάζει οσμή πνιγερή και σαπισμένη, ωμή και ζεστή,
Αναπνέει ευτυχία κι έναν άγριο οργασμό,
Καταβροχθίζει τις σάρκες του και τρέφεται με αυτές,
Κυοφορεί πολέμους και την υψηλή τέχνη,
Στολίζει με φαντασίωση το φλογισμένο χαμαιτυπείο,
Καταβροχθίζει και κατατρώγει και πορεύεται
Μέσα από εκθαμβωτικά πανηγύρια του παιδικού του κόσμου,
Που ξαναγεννιέται για τον καθένα από τα κύματα,
Όπως άλλοτε για τον καθένα ξεπέφτει σε μια καλύβα.

Εμείς αντίθετα συναντηθήκαμε
Στην παγερότητα του αστραφτερού αιθέρα,
Δεν ξέρουμε ούτε μέρες ούτε ώρες,
Δεν υπάρχει άντρας ούτε γυναίκα, νέος και γέρος.
Οι αμαρτίες σας και οι αγωνίες σας,
Τα εγκλήματά σας και φουντωμένοι σας πόθοι
Είναι θέαμα για μας, όπως οι τροχιές των ήλιων,
Κάθε μοναδική μέρα είναι για μας η πιο μεγάλη.
Γαλήνιοι σκύβουμε στην ταραγμένη ζωή σας,
Γαλήνιοι ατενίζουμε τα άστρα που γυρίζουν,
Αναπνέουμε το χειμώνα του κοσμικού χώρου,
Είμαστε φίλοι με το δράκο του ουρανού,
Παγερή κι αμετάβλητη είναι η αιώνια ύπαρξή μας,
Παγερό και φωτεινό σαν άστρο είναι το αιώνιο γέλιο μας.

Επειτα ήρθε η μαρία κι ύστερα από ένα χαρούμενο γέυμα πήγαμε στο μικρό μας δωμάτιο...

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ
Ο Λύκος της Στέπας
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΑΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

ΣΙΝΤΑΡΤΑ – ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ

Ο Γκοβίντα είπε: “Αγαπάς πάντα την ειρωνεία, μου φαίνεται, Σιντάρτα. Σε πιστεύω και ξέρω πως δεν ακολούθησες κανένα δάσκαλο. Αλλά δεν έχεις ανακαλύψει εσύ ο ίδιος, αν όχι μια διδαχή, μερικές γνώσεις, μερικές εμπειρίες, που σου ανήκουν και σε βοηθούν να ζεις; Αν ήθελες να μου πεις κάτι γι' αυτές, θα μου 'δινες μεγάλη χαρά”.

Ο Σιντάτρα είπε: “Ναι, είχα σκέψεις και βιώματα που και που. Ενιωσα κάποτε, για μια ώρα ή μια μέρα, τη γνώση μέσα μου όπως νιώθει κανείς τη ζωή μέσα στην καρδιά του. Ηταν μερικές σκέψεις, μα μου είναι δύσκολο να τις μοιραστώ μαζί σου. Δες Γκοβίντα μου, αυτή είναι μια από τις σκέψεις που ανακάλυψα: η σοφία δεν μεταδίδεται. Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα”.
“Αστειεύεσαι;” ρώτησε ο Γκοβίντα.
“Δεν αστειεύομαι. Λέω αυτό που ανακάλυψα. Μπορεί να μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί απ' αυτήν, να κάνει μ' αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να τη διδάξει. Αυτό ήταν που υποψιαζόμουνα καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτό ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους. Εχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερή μου σκέψη. Ακουσέ τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό! Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και περιβληθεί με λόγια είναι πάντα μονόπλευρη. Μονόπλευρα είνα όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα. Οταν ο Φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας για τον κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σανσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση. Δεν μπορεί κανείς να κάνει αλλιώς, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι' αυτόν που θέλει να διδάξει. Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος. Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σανσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός. Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό. Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό. Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε έιναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και τη μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό”.
“Πως αυτό;” ρώτησε φοβισμένα ο Γκοβίντα.
“Ακουσε καλά, αγαπημένε, άκουσε καλά! Ο αμαρτωλός που είμαι και που είσαι κι εσύ, είναι αμαρτωλός, αλλά θα γίνει κάποτε πάλι Βράχμαν, θα κατακτήσει τη Νιρβάνα, θα γίνει Βούδας – και δες τώρα: αυτό το “κάποτε” είναι πλάνη, είναι μόνο ένα σύμβολο! Ο αμαρτωλός δεν βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί στο Βούδα, δεν υπόκειται σε εξέλιξη, παρόλο που η σκέψη μας δεν μπορεί να συλλάβει αλλιώς τα πράγματα. Οχι, μέσα στον αμαρτωλό υπάρχει, βρίσκεται τώρα κιόλας, σήμερα, ο μελλοντικός Βούδας, το μέλλον του είναι ήδη παρόν, πρέπει να τιμάς σ' αυτόν, σ' εσένα, στον καθένα, τον δημιουργούμενο, τον πιθανό, τον κρυμμένο Βούδα. Ο κόσμος; φίλε Γκοβίντα, δεν είναι ατελής, ούτε πρέπει να τον βλέπουμε σ' έναν αργό δρόμο προς την τελειότητα: όχι, είναι σε κάθε στιγμή τέλειος, κάθε αμαρτία φέρνει μέσα της τη χάρη, όλα τα μικρά παιδιά έχουν μέσα τους το γέρο, όλα τα νήπια το θάνατο, όλοι οι ετοιμοθάνατοι την αιώνια ζωή. Δεν είναι δυνατό για κανέναν να δει πόσο έχει προχωρήσει στο δρόμο του ο άλλος. Ο Βούδας περιμένει μέσα στο ληστή και στον παίκτη των ζαριών, μέσα στο βραχμάνο προσμένει ο ληστής. Η βαθιά συγκέντρωση χαρίζει τη δυνατότητα να σταματήσει κανείς το χρόνο, να δει συγχρόνως, όλη την περασμένη, την τωρινή και τη μελλοντική ζωή, και τότε είναι όλα καλά, όλα τέλεια, είναι όλα Βράχμαν. Γι' αυτό μου φαίνονται καλά όλα όσα υπάρχουν, ο θάνατος μου φαίνεται σαν ζωή, η αμαρτία σαν αγιότητα, η εξυπνάδα σαν ανοησία. Ολα πρέπει να είναι έτσι, όλα χρειάζονται μόνο την επιδοκιμασία μου, μόνο την προθυμία μου, τη γεμάτη αγάπη κατανόησή μου. Ολα είναι καλά έτσι για μένα, τίποτα δεν μπορεί να με βλάψει. Εμαθα από το κορμί κι από την ψυχή μου πως χρειαζόμουνα πολύ την αμαρτία, χρειαζόμουνα τη φιληδονία, την προσπάθεια να αποκτήσω πράγματα, τη ματαιοδοξία, όπως χρειαζόμουν τη βαθιά απελπισία, για να μάθω να εγκαταλείψω την αντίσταση, για να μάθω ν' αγαπάω τον κόσμο, για να μάθω να μην τον συγκρίνω πια μ' οποιονδήποτε από τους κόσμους που είχα επιθυμήσει ή που είχα φανταστεί, μ' ένα είδος τελειότητας που είχα σκεφτεί εγώ, αλλά να τον αφήνω όπως είναι, και να τον αγαπάω και να του ανήμω με ευχαρίστηση. Αυτές, Γκοβίντα, είναι μερικές από τις σκέψεις, που μου ήρθαν στο νου”.
Ο Σιντάρτα έσκυψε, σήκωσε μια πέτρα από το έδαφος και τη ζύγισε στο χέρι. “Αυτό εδώ”, είπε παίζοντας, “είναι μια πέτρα, και μπορεί να γίνει σε μια ορισμένη στιγμή γη, κι από γη θα γίνει φυτό ή ζώο ή άνθρωπος. Παλιότερα θα έλεγα: Αυτή η πέτρα είναι μόνο πέτρα, δεν έχει αξία, ανήκει στον κόσμο της μάγια: αλλά επειδή μπορεί να γίνει στον κύκλο των μεταμορφώσεων και πνεύμα, γι' αυτο της δίνω κι αυτής αξία. Ισως να σκεφτόμουνα έτσι παλιότερα. Σήμερα όμως σκέφτομαι: Αυτή η πέτρα είναι και ζώο, είναι και Θεός, είναι και Βούδας, την αγαπώ και την τιμώ όχι επειδή θα μπορούσε να γίνει κάποτε τούτο ή εκείνο, αλλά επειδή είναι από καιρό και για πάντα όλα – κι ακριβώς γι' αυτό, επειδή είναι πέτρα, επειδή μου φαίνεται σαν πέτρα τώρα και σήμερα, γι' αυτό την αγαπώ και βλέπω αξία και νόημα σε κάθε φλέβα της, σε κάθε της κοίλωμα, στο κίτρινο, στο γκρίζο, στη σκληρότητα, στον ήχο που βγάζει όταν τη χτυπάω, στην ξηρότητα ή την υγρασία της επιφάνειάς της. Υπάρχουν πέτρες που μοιάζουν σαν λάδι ή σαν σαπούνι, κι άλλες σαν φύλλα, άλλες σαν άμμος, και καθεμιά είναι ξεχωριστή και προσεύχεται το Ομ με το δικό της τρόπο, καθεμιά είναι Βράχμαν, είναι όμως ταυτόχρονα κι εξίσου πέτρα, είναι σαν λάδι, σαν σαπούνι, κι αυτό ακριβώς μου αρέσει, μου φαίνεται υπέροχο και άξιο λατρείας. Αλλά ας μην πω περισσότερα γι' αυτό. Οι λέξεις δεν κάνουν καλό στη μυστική σημασία, όλα γίνονται κάπως διαφορετικά όταν μιλήσει κανείς γι' αυτά, όλα παραπονιούνται λίγο, φαίνονται λίγο τρελά – ναι, ακόμα κι αυτό ειναι πολύ καλό και μου αρέσει πολύ, συμφωνώ να ηχεί πάντα στον άλλο σαν τρέλα αυτό που είναι ο θησαυρός και η σοφία ενός ανθρώπου”.
Ο Γκοβίντα άκουγε σιωπηλά.
“Γιατί μου το είπες αυτό για την πέτρα;” ρώτησε διστακτικά, ύστερα από μια παύση.
“Εγινε χωρίς πρόθεση. Ή μάλλον εννοούσα ότι αγαπάω την πέτρα και τον ποταμό, κι όλα αυτά τα πράγματα που βλέπουμε και μπορούμε να διδαχτούμε απ' αυτά. Μπορώ ν' αγαπήσω μια πέτρα Γκοβίντα, κι ένα δέντρο ή ένα κομμάτι φλοιού. Είναι πράγματα αυτά Γκοβίντα, και τα πράγματα μπορεί κανείς να τ' αγαπήσει. Τις λέξεις όμως δεν μπορώ να τις αγαπήσω. Γι' αυτό δεν έχουν καμία αξία για μένα οι διδαχές. Δεν έχουν ούτε σκληρότητα, ούτε μαλακότητα, ούτε χρώματα, ούτε κόχες, ούτε μυρωδιά, ούτε γεύση, δεν έχουν παρά μόνο λέξεις. Ισως αυτό είναι που σε εμποδίζει να βρεις τη γαλήνη, ίσως να είναι οι πολλές λέξεις. Γιατί ακόμα κι η λύτρωση και η αρετή, ακόμα και η σανσάρα και η Νιρβάνα είναι μόνο λέξεις, Γκοβίντα. Δεν υπάρχει κανένα πράγμα που θα μπορούσε να είναι Νιρβάνα. Υπάρχει μόνο η λέξη Νιρβάνα”.
Ο Γκοβίντα είπε: “Δεν είναι μόνο η λέξη Νιρβάνα, φίλε. Είναι μια σκέψη”.
Ο Σιντάρτα συνέχισε: “Μια σκέψη, ας είναι κι έτσι. Πρέπει να σου το ομολογήσω, αγαπημένε: δεν βρίσκω μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις σκέψεις και τις λέξεις. Για να μιλήσω ανοιχτά, δεν έχω μεγάλη υπόληψη ούτε στις σκέψεις. Εχω περισσότερη υπόληψη στα πράγματα.
“Εδώ π.χ., σ' αυτό το πέραμα, ένας άνθρωπος ήταν προκάτοχος και δάσκαλός μου. Ένας άγιος ανθρωπος, που πίστευε μερικά χρόνια μόνο στον ποταμό, σε τίποτ' άλλο: είχε καταλάβει πως η φωνή του ποταμού του μιλούσε, μάθαινε απ' αυτή, εκείνη τον εκπαίδευε και τον δίδασκε, ο ποταμός του φαινόταν Θεός. Πολλά χρόνια πέρασαν χωρίς να μάθει ότι κάθε άνεμος, κάθε σύννεφο, κάθε πουλί, κάθε χρυσοκάνθαρος είναι εξίσου θεϊκός κι ότι ξέρει και μπορεί να διδάξει τόσα πολλά όσα και ο λατρεμένος του ποταμός. Οταν όμως πήγε στα δάση αυτός ο άγιος, τα ήξερε όλα, ήξερε πολύ περισσότερα απ' ό,τι εσυ κι εγώ, χωρίς δασκάλους, χωρίς βιβλία, μόνο γιατί είχε πιστέψει στον ποταμό”.
Ο Γκοβίντα είπε: “Είναι όμως κάτι πραγματικό αυτό που ονομάζεις “πράγμα”, είναι κάτι υπαρκτό; Δεν είναι μόνο δόλος της μάγια, μόνο εικόνα και φαινόμενο; Η πέτρα σου, το δέντρο, ο ποταμός σου- είναι πραγματικότητα όλ' αυτά;”
“Ούτε αυτό δεν με σκοτίζει πολύ”, είπε ο Σιντάρτα. “Αν τα πράγματα είναι απλώς φαινόμενα, τότε έιμαι κι εγώ φαινόμενο, κι έτσι είναι όμοιά μου. Αυτό είναι που τα κάνει τόσο αγαπητά και αξιοσέβαστα για μένα, το ότι είναι όμοιά μου. Γι' αυτό μπορώ να τ' αγαπήσω. Κι αυτή είναι μια διδαχή που θα σε κάνει να γελάσεις: μου φαίνεται, Γκοβίντα, ότι το σπουδαιότερο απ' όλα είναι η αγάπη. Μπορεί να είναι αποστολή των μεγάλων στοχαστών να παρατηρούν τον κόσμο, να τον εξηγούν ή και να τον περιφρονούν. Αλλά το μόνο που έχω να κάνω εγώ είναι να μπορώ ν' αγαπάω τον κόσμο, να μην τον περιφρονώ, να μην τον μισώ ούτε κείνον ούτε τον εαυτό μου, να μπορώ να βλέπω τον κόσμο, τον εαυτό μου κι όλα τα πλάσματα με θαυμασμό και δέος”.
“Το καταλαβαίνω αυτό”, είπε ο Γκοβίντα. “Αλλά αυτό ακριβώς ονόμασε απάτη εκείνος, ο Φωτισμένος. Επιτρέπει την ευμένεια, την επιείκεια, τον οίκτο, την υπομονή, αλλά όχι την αγάπη. Μας έχει απαγορέψει να δένουμε την καρδιά μας στην αγάπη των επιγείων”.
“Το ξέρω”, είπε ο Σιντάρτα. Το χαμόγελό του ακτινοβολούσε σαν χρυσάφι. “Το ξέρω Γκοβίντα. Αλλά δες, βρισκόμαστε ακριβώς στη μέση του δάσους των απόψεων, της διαμάχης των λέξεων. Γιατί δεν μπορώ να το αρνηθώ, τα λόγια μου για την αγάπη έρχονται σε αντίθεση, σε φαινομενική αντίθεση με τα λόγια του Γκοτάμα. Γι' αυτό ακριβώς έχω τόσο μεγάλη δυσπιστία για τις λέξεις, επειδή ξέρω ότι αυτή η αντίθεση είναι πλάνη. Ξέρω πως συμφωνώ με τον Γκοτάμα. Πως θα μπορούσε Εκείνος να μη γνωρίζει την αγάπη; Εκείνος, που είδε την ανθρώπινη ύπαρξη σ' όλη της την παροδικότητα, σ' όλη τη μηδαμινότητά της, αγάπησε τόσο πολύ τους ανθρώπους, που αφιέρωσε μια ολόκληρη, μακριά, επίμονη ζωή για να τους βοηθήσει, για να τους διδάξει! Και σ' εκείνον, σ' εκείνον το μεγάλο δάσκαλο, τα πράγματα έχουν για μένα μεγαλύτερη αξία από τις λέξεις, οι πράξεις κι η ζωή του από τους λόγους του, οι κινήσεις τους χεριού του μου φαίνονταν σημαντικότερες από τις απόψεις. Δεν βλέπω το μεγαλείο του σε λόγους και σε σκέψεις, το μεγαλείο του το βρισκω μόνο στην πράξη και στη ζωή”.
Οι δύο ηλικιωμένοι άντρες έμειναν πολλή ώρα σιωπηλοί...

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ 
ΣΙΝΤΑΡΤΑ Ενα ινδικό παραμύθι
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΠΑΞΙΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ