Ξέρουμε πράγματι ότι η έννοια της
ανθρωπότητας που περιλαμβάνει, χωρίς
διάκριση φυλής ή πολιτισμού, όλες τις
μορφές του ανθρωπίνου είδους, εμφανίσθηκε
πολύ αργά και είχε περιορισμένη διάδοση.
Ακόμη κι εκεί που φαίνεται να έχει φθάσει
στο ψηλότερο σημείο της ανάπτυξής της,
δεν είνια διόλου σίγουρο – όπως
αποδεικνύει η σύγχρονη ιστορία – πως
έχει ριζώσει και είναι προφυλαγμένη
από τα διφορούμενα και τις επαναστροφές.
Όμως για μεγάλα τμήματα του ανθρωπίνου
είδους και για μια περίοδο δεκάδων
χιλιετιών, η έννοια αυτή φαίνεται να
είναι εντελώς ανύπαρκτη. Η ανθρωπότητα
σταματά στα όρια της φυλής, της γλωσσικής
ομάδας ή καμιά φορά και του χωριού. Σε
τέτοιο μάλιστα σημείο προχωρεί η τάση
αυτή, ώστε πολλοί από τους πληθυσμούς
που ονομάζουμε πρωτόγονους
αυτοπροσδιορίζονται μ’ ένα όνομα που
σημαίνει τους «ανθρώπους» (ή καμιά φορά
– να πούμε με περισσότερη διακριτικότητα;
– τους «καλούς», τους «εξαιρετικούς»,
τους «πλήρεις»), υπονοώντας κατ’ αυτόν
τον τρόπο ότι οι άλλες φυλές, ομάδες ή
χωριά δεν μετέχουν σ’ αυτές τις ανθρώπινες
ιδιότητες (ή ακόμη και στην ανθρώπινη
φύση), αλλά αποτελούνται το πολύ πολύ
από «κακούς», «πιθήκους της γης» ή «αυγά
ψείρες»... Με το να εξοβελίζουμε από την
ανθρωπότητα εκείνους που φαίνονται οι
πιο «άγριοι» ή οι πιο «βάρβαροι»
εκπρόσωποί της, δεν κάνουμε τίποτε άλλο
από το να δανειζόμαστε απ’ αυτούς έναν
από τους τυπικούς τους τρόπους σκέψης.
Βάρβαρος είναι πρώτα απ’ όλα όποιος
πιστεύει στη βαρβαρότητα.
(Απόσπασμα από το Φυλή και Ιστορία.
Περιλαμβάνεται στον πρόλογο του βιβλίου
Άγρια Σκέψη)
Ο
τρόπος σκέψης των λαών που συνήθως,
αλλά και λανθασμένα, ονομάζουμε
«πρωτόγονους» – ας τους περιγράψουμε
καλύτερα σαν λαούς «χωρίς γραφή», γιατί
νομίζω πως αυτός είναι ο παράγοντας που
τους διακρίνει από εμάς – έχει ερμηνευθεί
με δύο διαφορετικούς τρόπους, που και
οι δύο κατά τη γνώμη μου είναι εξίσου
λανθασμένοι. Ο πρώτος τρόπος ήταν εκείνος
που θεώρησε ένα τέτοιο τρόπο σκέψης σαν
μια χονδροειδέστερης ποιότητας σκέψη,
και στη σύγχρονη ανθρωπολογία το
παράδειγμα που μου έρχεται αμέσως στο
μυαλό είναι το έργο του Malinowski. Πρέπει
αμέσως να πω ότι διατηρώ γι' αυτόν τον
μεγαλύτερο σεβασμό και τον θεωρώ ένα
πολύ μεγάλο ανθρωπολόγο, και δεν περιφρονώ
καθόλου τη συμβολή του. Αλλά παρόλα αυτά
υπήρχε στον Malinowski το αίσθημα πως η σκέψη
των λαών που μελετούσε – και, μιλώντας
γενικά, η σκέψη όλων των λαών που δεν
έχουν γραφή και οι οποίοι αποτελούν το
θέμα της ανθρωπολογίας – καθοριζόταν,
η και καθορίζεται, από τις βασικές
ανάγκες της ζωής. Αν γνωρίζετε πως ένας
λαός, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός,
καθορίζεται από τις στοιχειώδεις ανάγκες
της επιβίωσης – την εξασφάλιση των
μέσων συντήρησης, την ικανοποίηση των
σεξουαλικών ορμών και ούτω καθεξής –
τότε μπορείτε να εξηγήσετε τους
κοινωνικούς θεσμούς αυτού του λαού, τις
πίστεις του, τη μυθολογία του, και όλα
τα σχετικά. Αυτή η πολύ διαδεδομένη
αντίληψη στην ανθρωπολογία τοποθετείται
κάτω από το όνομα του φονξιοναλισμού
(λειτουργισμού).
Ο
άλλος τρόπος ερμηνείας δεν θεωρεί τόσο
πολύ τη σκέψη των λαών εκείνων ένα
κατώτερο είδος σκέψης, αλλά ένα θεμελιώδες
διαφορετικό είδος σκέψης. Παράδειγμα
αυτής της προσέγγισης αποτελεί το έργο
του Levy-Bruhl, ο οποίος θεώρησε πως η βασική
διαφορά ανάμεσα στην «πρωτόγονη» σκέψη
– βάζω πάντα τη λέξη «πρωτόγονος» μέσα
σε εισαγωγικά – και στη σύγχρονη σκέψη
είναι ότι η πρώτη καθορίζεται εντελώς
από συγκινησιακές και μυστικές
παραστάσεις. Έτσι, ενώ του Malikowski η
αντίληψη βασίζεται στη λειτουργικότητα,
η άλλη αντίληψη βασίζεται στη συγκίνηση
και το συναίσθημα. Και αυτό που εγώ
προσπάθησα να τονίσω είναι πως στην
πραγματικότητα η σκέψη των λαών που δεν
έχουν γραφή είναι, ή μπορεί σε πολλές
περιπτώσεις να είναι, από το ένα μέρος
ανιδιοτελής – και αυτό αποτελεί μια
διαφορά σε σχέση με την αντίληψη του
Malikowski – και, από το άλλο μέρος, διανοητική
– πράγμα που αποτελεί μια διαφορά σε
σχέση με την άποψη του Levy-Bruhl.
Αυτό
που προσπάθησα να δείξω στον Τοτεμισμό
σήμερα και την
Άγρια Σκέψη
είναι ότι εκείνοι οι λαοί που συνήθως
τους θεωρούμε δέσμιους της ανάγκης να
μη πεινάσουν και να εξακολουθούν να
μπορούν να επιβιώνουν μέσα σε πολύ
σκληρές συνθήκες, αυτοί οι λαοί είναι
απόλυτα ικανοί να σκεφτούν ανιδιοτελώς.
Παρακινήθηκαν, δηλαδή, από μια ανάγκη
ή επιθυμία να κατανοήσουν τον κόσμο που
τους περιέβαλλε, τη φύση και την κοινωνία
τους. Από την άλλη μεριά, για να πετύχουν
αυτόν το σκοπό, ακολουθούν διαδικασίες
και χρησιμοποιούν μέσα νοητικά, ακριβώς
όπως ένας φιλόσοφος, ή ακόμη, μέχρι ένα
βαθμό, ένας επιστήμονας θα χρησιμοποιούσαν.
Αυτή είναι η βασική μου υπόθεση.
Θα
ήθελα να διαλύσω μια παρεξήγηση τώρα
αμέσως. Λέγοντας ότι ένας τρόπος του
σκέπτεσθαι είναι ανιδιοτελής και
διανοητικός, δεν εννοώ καθόλου ότι
ισοδυναμεί με το επιστημονικό σκέπτεσθαι.
Φυσικά παραμένει διαφορετικός γιατι ό
σκοπός του είναι να πετύχει με τα
συντομότερα δυνατά μέσα μια γενική
κατανόηση του σύμπαντος – και όχι μόνο
μια γενική, αλλά μια ολική κατανόηση.
Είναι, δηλαδή, ένας τρόπος του σκέπτεσθαι
που αναγκαστικά συνεπάγεται ότι εάν
δεν κατανοούμε τα πάντα τότε δεν εξηγούμε
τίποτε. Είναι ακριβώς το αντίθετο από
αυτό που κάνει το επιστημονικό σκέπτεσθαι
που προχωρά βήμα προς βήμα προσπαθώντας
να δώσει εξηγήσεις για πολύ περιορισμένα
φαινόμενα, και μετά συνεχίζοντας με
άλλα είδη φαινομένων, και ούτω καθεξής.
Όπως έχει πει ήδη ο Ντεκάρτ, το επιστημονικό
σκέπτεσθαι είχε ως σκοπό να διαιρέσει
τη δυσκολία σε τόσο πολλά μέρη όσο ήταν
απαραίτητο για να βρεθεί η λύση.
Έτσι,
αυτή η φιλοδοξία του πρωτόγονου νου για
το ολοκληρωτικό είναι εντελώς διαφορετική
από τις διαδικασίες του επιστημονικού
σκέπτεσθαι. Φυσικά, η μεγάλη διαφορά
βρίσκεται στο γεγονός, ότι αυτή η
φιλοδοξία δεν πραγματοποιείται. Γινόμαστε
ικανοί μέσω του επιστημονικού σκέπτεσθαι
να πετύχουμε μια κυριαρχία πάνω στη
φύση – δεν χρειάζεται να επιμείνω σ'
αυτό το σημείο, είναι αρκετά προφανές
– ενώ αντίθετα ο μύθος δεν κατορθώνει
να δώσει στον άνθρωπο περισσότερη υλική
δύναμη πάνω στο περιβάλλον. Εντούτοις
δίνει στον άνθρωπο, και τούτο είναι
σημαντικό, την ψευδαίσθηση ότι μπορεί
να κατανοήσει το σύμπαν και ότι πράγματι
το κατανοεί. Πρόκειται, φυσικά, μόνο για
μια ψευδαίσθηση.
Θα
'πρεπε, όμως, να σημειώσουμε ότι ως
επιστήμονες χρησιμοποιούμε ένα πολύ
περιορισμένο ποσό της διανοητικής μας
δύναμης. Χρησιμοποιούμε ό,τι απαιτείται
από το επάγγελμά μας, την απασχόλησή
μας, ή την ειδική κατάσταση στην οποία
έχουμε εμπλακεί σε μαι δεδομένη στιγμή.
Έτσι, εάν κάποιος εμπλακεί επί είκοσι
και περισσότερα χρόνια στον τρόπο που
οι μύθοι και τα συγγενικά συστήματα
λειτουργούν, τότε χρησιμοποιεί αυτό το
μέρος της νοητικής του δύναμης. Αλλά
δεν μπορούμε να ζητάμε καθένας από εμάς
να δείχνει ενδιαφέρον για τα ίδια ακριβώς
πράγματα. Έτσι, καθένας από εμάς
χρησιμοποιεί ένα ορισμένο ποσό της
νοητικής του δύναμης ανάλογα και με
αυτό το οποίο χρειάζεται ή τον ενδιαφέρει.
Σήμερα
χρησιμοποιούμε και λιγότερη και
περισσότερη από τη διανοητική μας
ικανότητα από ό,τι κάναμε στο παρελθόν.
Και δεν πρόκειται, επίσης, ακριβώς για
το ίδιο είδος διανοητικής ικανότητας.
Για παράδειγμα, χρησιμοποιούμε σε
σημαντικό βαθμό λιγότερο μέρος από τις
αισθητηριακές μας αντιλήψεις. Όταν
έγραφα την πρώτη μορφή των Μυθολογικών,
αντιμετώπισα ένα πρόβλημα που για μένα
ήταν εξαιρετικά μυστηριώδες. Φαίνεται
ότι υπήρξε μια συγκεκριμένη φυλή που
μπορούσε να δει τον πλανήτη Αφροδίτη
με το φως της μέρας, κάτι που για μένα
θα ήταν εντελώς αδύνατο και απίστευτο.
Ρώτησα του επαγγελματίες αστρονόμους.
Μου απάντησαν, φυσικά, ότι δεν είναι
δυνατό, αλλά, όμως, όταν ξέρουμε την
ποσότητα του φωτός που εκπέμπεται από
την Αφροδίτη κατά τη διάρκεια της ημέρας,
δεν μας φαίνεται ακατανόητο που μερικοί
άνθρωποι μπορούσαν κάτι τέτοιο. Αργότερα
κοίταξα σε παλιές πραγματείες περί
ναυσιπλοΐας που ανήκουν στον δικό μας
πολιτισμό και όχι στην περιοχή της
«πρωτόγονης» σκέψης, και από κει μέσα
φαίνεται ότι ναυτικοί εκείνων των καιρών
μπορούσαν με τέλειο τρόπο να δουν τον
πλανήτη μέσα σε πλήρες φως της μέρας.
Πιθανώς θα μπορούσαμε και εμείς επίσης
να το καταφέρουμε αν είχαμε εξασκημένο
μάτι.
Το
ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τη γνώση μας
για τα φυτά ή τα ζώα. Λαοί που δεν έχουν
αναπτύξει τη γραφή κατέχουν μαι φανταστικά
ακριβή γνώση του περιβάλλοντός τους
και των πλουτοπαραγωγικών τους πηγών.
Όλες αυτές τις ιδιότητες τις έχουμε
χάσει, αλλά δεν τις έχουμε χάσει για το
τίποτα. Τώρα, για παράδειγμα, είμαστε
ικανοί να οδηγούμε αυτοκίνητο χωρίς να
συγκρουόμαστε κάθε στιγμή, ή είμαστε
ικανοί το βράδυ ν' ανοίξουμε την τηλεόραση
ή το ραδιόφωνο. Αυτό συνεπάγεται μιαν
εξάσκηση των διανοητικών ικανοτήτων
που οι «πρωτόγονοι» δεν διαθέτουν γιατί
δεν την χρειάζονται. Νομίζω πως, με τις
δυνατότητες που έχουν, θα μπορούσαν να
αλλάξουν την ποιότητα του νου τους, αλλά
αυτό δεν θα τους χρειαζόταν για το είδος
της ζωής που έκαναν και τη σχέση που
είχαν με τη φύση. Δεν μπορούμε να
αναπτύξουμε όλες τις διανοητικές
ικανότητες που ανήκουν στο ανθρώπινο
είδος μονομιάς. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε
μόνο ένα τμήμα, και αυτό το τμήμα ποικίλλει
ανάλογα με τον πολιτισμό.
Είναι
πιθανώς ένα από τα πολλά συμπεράσματα
της ανθρωπολογικής έρευνας ότι παρ'
όλες τις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα
στα διάφορα τμήματα του ανθρωπίνου
είδους, ο ανθρώπινος νους είναι παντού
ένας και ο αυτός και διαθέτει τις ίδιες
ικανότητες. Αυτό νομίζω είναι κοινά
αποδεκτό.
Δεν
νομίζω ότι οι πολιτισμοί προσπάθησαν
συστηματικά ή μεθοδικά να διαφοροποιηθούν
ο ένας από τον άλλον. Το γεγονός είναι
ότι για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια οι
άνθρωποι δεν ήταν πολυάριθμοι πάνω στη
γη. Μικρές ομάδες ζούσαν σε απομόνωση,
έτσι ώστε ήταν φυσικό να αναπτύξουν
δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και
να διαφοροποιηθούν μεταξύ τους. Αυτό
δεν ήταν ο σκοπός τους. Ήταν μάλλον το
απλό αποτέλεσμα των συνθηκών που
επικρατούσαν για ένα εξαιρετικά μεγάλο
χρονικό διάστημα.
Τώρα,
δεν θα 'θελα να νομίσετε ότι τούτο είναι
αυτό καθαυτό επιζήμιο και ότι αυτές οι
διαφορές θα έπρεπε να εξαφανιστούν.
Γεγονός, βέβαια, είναι ότι οι διαφορές
είναι εξαιρετικά γόνιμες. Ακριβώς μέσω
της διαφοράς είναι που η πρόοδος έχει
επιτελεστεί. Αυτό που μας απειλεί ακριβώς
τώρα είναι πιθανώς αυτό που μπορούμε
να ονομάσουμε υπερεπικοινωνία – δηλαδή
η τάση να γνωρίζουμε σε ένα σημείο του
κόσμου με ακρίβεια τι συμβαίνει σε όλα
τα άλλα μέρη του κόσμου. Ένας πολιτισμός
για να αποκτήσει ιδιαιτερότητα και να
δημιουργήσει κάτι, πρέπει αυτός και οι
φορείς του να πειστούν για την πρωτοτυπία
τους κι ακόμα, μέχρι ένα βαθμό, για την
υπεροχή τους πάνω στους άλλους. Αλλ'
όμως κάτω από συνθήκες υποεπικοινωνίας
είναι που ένας πολιτισμός μπορεί να
δημιουργήσει οτιδήποτε. Σήμερα
απειλούμαστε από την προοπτική να
γίνουμε μόνο καταναλωτές, ικανοί να
καταναλώνουμε οτιδήποτε από οποιοδήποτε
σημείο του κόσμου και από οποιονδήποτε
πολιτισμό, χάνοντας όμως κάθε πρωτοτυπία.
Μπορούμε
εύκολα τώρα να φανταστούμε μια εποχή
που θα υπάρξει μόνο ένας τεχνικός και
πνευματικός πολιτισμός πάνω σε ολόκληρη
την επιφάνεια της γης. Εγώ δεν πιστεύω
ότι αυτό θα συμβεί, γιατί υπάρχουν πάντα
σε λειτουργία αντιθετικές τάσεις – από
τη μια προς την ομοιογένεια κι από την
άλλη προς νέες διακρίσεις. Όσο περισσότερο
ένας πολιτισμός γίνεται ομοιογενής,
τόσο πιο πολύ γίνονται εμφανείς εσωτερικές
τάσεις διαχωρισμού και ό,τι κερδίζεται
στο ένα επίπεδο χάνεται αμέσως στο άλλο.
Αυτό αποτελεί μια προσωπική γνώμη, με
το νόημα ότι δεν έχω καμιά σαφή απόδειξη
για τη λειτουργία αυτής της διαλεκτικής.
Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πως η
ανθρωπότητα μπορεί πραγματικά να ζήσει
χωρίς κάποια εσωτερική ανομοιότητα.
Ας
εξετάσουμε τώρα ένα μύθο από τον δυτικό
Καναδά με θέμα το σαλάχι που προσπαθεί
να δαμάσει ή να εξουσιάσει τον Νότιο
Άνεμο και που το κατορθώνει. Είναι μια
ιστορία για μια εποχή που προηγήθηκε
της εμφάνισης του ανθρώπου πάνω στη γη,
δηλαδή για μια εποχή κατά την οποία ζώα
και άνθρωποι στην πραγματικότητα δεν
διακρίνονταν. Τα ζωντανά πλάσματα ήταν
μισοανθρώπινα και μισοζωώδη. Όλα ήταν
φοβερά ενοχλημένα από τους ανέμους,
επειδή οι άνεμοι, και ειδικά οι δυσμενείς
άνεμοι, φυσούσαν όλο τον καιρό, κάνοντας
γι' αυτά αδύνατο το ψάρεμα και το μάζεμα
των οστρακόδερμων στις ακτές. Έτσι,
αποφάσισαν πως έπρεπε να πολεμίσουν
τους ανέμους και να τους αναγκάσουν να
φέρονται περισσότερο κόσμια. Έγινε μια
εκστρατεία στην οποία διάφορα ανθρωπόζωα
ή ζωοάνθρωποι έλαβαν μέρος, ανάμεσα στα
οποία και το σαλάχι που έπαιξε ένα
σημαντικό ρόλο στη σύλληψη του Νότιου
Άνεμου. Ο Νότιος Άνεμος ελευθερώθηκε
μόνο αφού υποσχέθηκε να μη φυσά όλο τον
καιρό, αλλά μονάχα πότε-πότε, ή σε
ορισμένες περιόδους. Από τότε μόνο σε
ορισμένες περιόδους του έτους, ή μια
μέρα από τις δύο, φυσά ο Νότιος Άνεμος.
Και κατά το υπόλοιπο διάστημα οι άνθρωποι
μπορούν να αφοσιωθούν στις δραστηριότητές
τους.
Η
ιστορία αυτή, φυσικά, δεν συνέβη ποτέ.
Αλλά αυτό που πρέπει να κάνουμε δεν
είναι να ικανοποιηθούμε με την ιδέα πως
αυτό είναι καθαρά παράλογο ή πως είναι
μόνο ένα φαντασιωτικό πλάσμα του μυαλού
μέσα σε ένα είδος παραληρήματος. Πρέπει
να το αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα
και να θέσουμε στον εαυτό μας τα ερωτήματα:
γιατί το σαλάχι και γιατί ο Νότιος
Άνεμος;
Αν
παρατηρήσετε με πολλή προσοχή το μυθικό
υλικό ακριβώς έτσι όπως έχει παρουσιαστεί,
τότε θα διακρίνετε πως το σαλάχι ενεργεί
χάρη σε κάποια πολύ συγκεκριμένα
χαρακτηριστικά, τα οποία είναι δύο
ειδών. Το πρώτο είναι πως το σαλάχι είναι
ένα ψάρι όπως όλα τα επίπεδα ψάρια, λείο
από κάτω και αδρό στη ράχη. Και η άλλη
ικανότητα, που του επιτρέπει να διαφεύγει
με πολλή επιτυχία όταν πρέπει να
αντιμετωπίσει άλλα ζώα, είναι πως το
σαλάχι φαίνεται πολύ πλατύ όταν το
βλέπουμε από πάνω ή από κάτω, και
εξαιρετικά λεπτό όταν το βλέπουμε από
το πλάι. Κάποιος που το κυνηγά ίσως
νομίζει πως είναι πολύ εύκολο να ρίξει
ένα βέλος και να σκοτώσει ένα σαλάχι
επειδή είναι τόσο πλατύ. Αλλά μόλις το
βέλος κατευθυνθεί προς αυτό, το σαλάχι
μπορεί ξαφνικά να στραφεί ή να γλυστρήσει
και να δείξει μόνο την πλάγια όψη του
που, φυσικά, είναι αδύνατο να την σκοπεύσει
κανείς. Και με αυτό τον τρόπο διαφεύγει.
Έτσι, ο λόγος που έχει επιλεγεί σε αυτόν
το μύθο το σαλάχι είναι γιατί αυτό
αποτελεί ένα ζώο που, θεωρημένο είτε
από τη μια είτε από την άλλη άποψη, είναι
ικανό να δίνει – ας το πούμε με τους
όρους της κυβερνητικής – μόνο μια «ναι»
και μια «όχι» απάντηση. Είναι ικανό για
δύο καταστάσεις που είναι ασυνεχείς,
και η μια είναι θετική, και η άλλη είναι
αρνητική. Η λειτουργία που έχει το σαλάχι
μέσα στο μύθο είναι – αν και, φυσικά,
δεν θα ήθελα να επεκτείνω υπερβολικά
την παρομοίωση – όμοια με των στοιχείων
στους σύγχρονους υπολογιστές που μπορούν
να χρησιμοποιηθούν για να λύσουν πολύ
δύσκολα προβλήματα αθροίζοντας μια
σειρά από «ναι» και «όχι» απαντήσεις.
Ενώ,
λοιπόν, είναι φανερά λανθασμένο και
αδύνατο από εμπειρική άποψη ένα ψάρι
να μπορεί να τα βάλει με έναν άνεμο, από
μια λογική άποψη μπορούμε να καταλάβουμε
γιατί εικόνες δανεισμένες από την
εμπειρία είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν
με ένα τέτοιο τρόπο. Αυτή είναι η
πρωτοτυπία της μυθικής σκέψης – να
παίζει το ρόλο της εννοιακής σκέψης:
ένα ζώο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί
όπως αυτό που θα αποκαλούσα δυαδικός
τελεστής*, μπορεί να έχει, από μια λογική
άποψη, μια σχέση με ένα πρόβλημα που
είναι επίσης πρόβλημα δυαδικό. Αν ο
νότιος άνεμος φυσά κάθε μέρα του έτους,
τότε η ζωή είναι αδύνατη για τον άνθρωπο.
Αλλά αν φυσά κάθε δεύτερη μέρα – «ναι»
ή μια μέρα, «όχι» η άλλη μέρα, και ούτω
καθεξής – τότε γίνεται δυνατό ένα είδος
συμβιβασμού ανάμεσα στις ανάγκες του
ανθρώπου και στις συνθήκες που επικρατούν
στο φυσικό κόσμο.
Έτσι,
από μια λογική άποψη, υπάρχει μια
συγγένεια ανάμεσα σε ένα ζώο σαν το
σαλάχι και στο είδος του προβλήματος
που ο μύθος προσπαθεί να λύσει. Η ιστορία
αυτή δεν είναι αληθής από επιστημονική
άποψη, αλλά θα μπορούσαμε να καταλάβουμε
αυτή την ιδιότητα του μύθου μόνο σε μια
εποχή που η κυβερνητική και οι υπολογιστές
έκαναν την εμφάνισή τους στον κόσμο της
επιστήμης και μας έδωσαν τη δυνατότητα
να κατανοήσουμε τις δυαδικές λειτουργίες
που είχαν ήδη τεθεί σε χρήση με ένα πολύ
διαφορετικό τρόπο σε σχέση με συγκεκριμένα
αντικείμενα ή όντα από τη μυθική σκέψη.
Σύμφωνα με αυτά δεν υπάρχει στην
πραγματικότητα ένα είδος διάστασης
ανάμεσα στη μυθολογία και στην επιστήμη.
Είναι η παρούσα κατάσταση της επιστημονικής
σκέψης αυτή που μας δίνει την ικανότητα
να κατανοήσουμε τι υπάρχει μέσα σε αυτό
το μύθο και που στεκόμασταν μπροστά του
εντελώς τυφλοί πριν εξοικειωθούμε με
την ιδέα των δυαδικών λειτουργιών.
Δεν
θα ήθελα, να νομίσετε πως βάζω την
επιστημονική εξήγηση στην ίδια θέση με
τη μυθική εξήγηση. Αυτό που θα έλεγα
είναι πως το μεγαλείο και η υπεροχή της
επιστημονικής εξήγησης δεν βρίσκεται
μόνο στις πρακτικού και διανοητικού
χαρακτήρα επιτεύξεις της επιστήμης,
αλλά, στην πραγματικότητα – γεγονός
άλλωστε του οποίου όλο και πιο πολύ
γινόμαστε μάρτυρες – βρίσκεται στο ότι
η επιστήμη γίνεται ικανή να εξηγήσει
όχι μόνο την ίδια την εγκυρότητά της
αλλά επίσης και ό,τι υπήρξε μέχρις ενός
βαθμού έγκυρο στη μυθολογική σκέψη.
Αυτό που είναι σημαντικό είναι το γεγονός
πως όλο και περισσότερο ενδιαφερόμαστε
για την ποιοτική άποψη, και πως η επιστήμη,
που είχε μια καθαρά ποσοτική προοπτική
από τον δέκατο έβδομο μέχρι τον δέκατο
ένατο αιώνα, αρχίζει να ενσωματώνει και
τις ποιοτικές απόψεις της πραγματικότητας.
Αυτό, αναμφίβολα, θα μας κάνει ικανούς
να κατανοήσουμε πολλά στοιχεία που
υπάρχουν στη μυθολογική σκέψη και που
στο παρελθόν είχαμε την τάση να τα
διαγράφουμε με την αιτιολογία πως δεν
είχαν νόημα ή πως ήταν παράλογα. Αυτή η
νέα τάση της επιστήμης θα μας οδηγήσει
στην πίστη πως ανάμεσα στη ζωή και στη
σκέψη δεν υπάρχει το απόλυτο χάσμα που
είχε γίνει δεκτό σαν γεγονός από τον
φιλοσοφικό δυισμό του δέκατου έβδομου
αιώνα. Αν φτάσουμε στο σημείο να πιστέψουμε
πως ό,τι λαμβάνει χώρα μέσα στον νου
μας δεν είναι κάτι ουσιωδώς και θεμελιωδώς
διαφορετικό από το βασικό φαινόμενο
της ίδιας της ζωής, και αν μετά οδηγηθούμε
στο αίσθημα πως δεν υπάρχει εκείνου του
είδους το χάσμα, που είναι αδύνατο να
γεφυρωθεί, ανάμεσα στον άνθρωπο από το
ένα μέρος και σε όλα τα άλλα ζωντανά
πλάσματα – όχι μόνο ζώα, αλλά επίσης
και φυτά – από το άλλο, τότε ίσως θα
επιτύχουμε πολύ περισσότερη σοφία, από
όση νομίζουμε πως είμαστε ικανοί να
αποκτήσουμε.
Για τους επιστήμονες, η αυγή και το
λυκόφως είναι η επανάληψη του ίδιου
φαινόμενου, οι Έλληνες είχαν επίσης την
ίδια γνώμη αφού τα προσδιόριζαν με την
ίδια λέξη που έπαιρνε διαφορετική χροιά
ανάλογα με το αν ήταν βράδυ ή πρωί. Αυτή
η σύγχυση εκφράζει ξεκάθαρα την κυρίαρχη
φροντίδα για θεωρητικά επινοήματα και
μαρτυρεί μια απόλυτη αδιαφορία για τον
συγκεκριμένο χαρακτήρα των πραγμάτων.
Θα μπορούσε, ίσως, να θεωρηθεί σαν δυνατή
η μετατόπιση ενός οποιουδήποτε σημείου
της γης, με μια αδιαίρετη κίνηση, στη
διαχωριστική γραμμή, μεταξύ της ζώνης
όπου συγκεντρώνονται οι ηλιακές ακτίνες
και αυτής που χάνονται για να ξαναγυρίσουν
ύστερα. Όμως στην πραγματικότητα τίποτε
δεν είναι πιο διαφορετικό από το βράδυ
και το πρωί. Η ανατολή του ήλιου είναι
ένα προανάκρουσμα, η δύση του μια έναρξη
που εμφανίζεται στο τέλος αντί στην
αρχή όπως στις παλιές όπερες. Το πρόσωπο
του ήλιου προαναγγέλει τις στιγμές που
θα επακολουθήσουν, σκοτεινό και πελιδνό
όταν οι πρώτες ώρες του πρωινού θα είναι
βροχερές, ρόδινο ξάστερο και απαλό όταν
θα έχει λιακάδα. Όμως τη συνέχεια της
ημέρας η αυτή δεν την προδικάζει. Κάνει
μόνο μια μετεωρολογική πρόβλεψη και
λέει: θα βρέξει ή θα κάνει καλό καιρό.
Αλλά το ηλιοβασίλεμα διαφέρει. Πρόκειται
για μια παράσταση με αρχή, μέση και
τέλος. Αυτό το θέαμα προσφέρει ένα είδος
εικόνας σε σμίκρυνση από τις μάχες, τους
θριάμβους και τις ήττες που διαδέχτηκαν
η μια την άλλη, στη διάρκεια των δώδεκα
ωρών, με αργό ρυθμό και κατανοητό τρόπο.
Η αυγή δεν είναι παρά η αρχή της ημέρας,
το λυκόφως, μια επανάληψή της.
Να γιατί οι άνθρωποι προσέχουν το
ηλιοβασίλεμα περισσότερο από την ανατολή
του ηλίου. Η αυγή αποτελεί μια ένδειξη
πρόσθετη στις ενδείξεις του θερμομέτρου,
του βαρομέτρου και – για τους λιγότερο
πολιτισμένους – των φάσεων της σελήνης,
του πετάγματος των πουλιών ή των
παλιρροϊκών ρευμάτων. Ενώ το ηλιοβασίλεμα
τους εμπνέει γιατί μεταβάλλει σε
μυστηριώδεις σχηματισμούς τις περιπέτειες
του ανέμου, του κρύου, της ζέστης ή της
βροχής, μέσα στις οποίες παραδέρνει το
σώμα τους. Έπειτα οι αμυδρά διαγραφόμενοι
αστερισμοί ανταποκρίνονται γι’ αυτούς,
σε κάποια θρησκευτικά πιστεύω. Όταν ο
ουρανός αρχίζει να φωτίζεται από το
φέγγος του δειλινού (όπως σε μερικά
θέατρα οι απότομοι φωτισμοί της ράμπας
αναγγέλουν, αντί για τα τρία συνηθισμένα
κτυπήματα, την έναρξη του έργου) ο χωρικός
που περπατάει στο μονοπάτι στέκεται
για λίγο, ο ψαράς συγκρατεί τη βάρκα του
και ο άγριος, που κάθεται κοντά σε μια
φωτιά που τρεμοσβήνει, χαμηλώνει το
βλέμμα. Η θύμηση είναι μεγάλη ηδονή για
τον άνθρωπο, αλλά μόνο όταν συνοδεύεται
από τη μνήμη εκείνη που δεν αναπαράγει
τα γεγονότα με την ακρίβεια που έγιναν,
γιατί στους ανθρώπους αρέσει να θυμούνται
τα περασμένα, λίγοι όμως θα δέχονταν να
τα ξαναζήσουν με όλους τους κόπους και
τους πόνους. Η ανάμνηση είναι η ίδια η
ζωή αλλά με μια άλλη ποιότητα. Γι’ αυτό
όταν ο ήλιος γέρνει προς τη στιλπνή και
ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, όμοιος
με τον οβολό ενός ουράνιου φιλάργυρου,
ή όταν ο δίσκος του τέμνει την κορυφή
των βουνών σαν ένα σκληρό φύλλο με
πριονωτές άκρες, ο άνθρωπος έχει, μέσα
σε μια σύντομη φαντασμαγορία, την
εξαιρετική αποκάλυψη των αδιαφανών
δυνάμεων, των νεφών και των αστραπών
των οποίων στο βάθος του εαυτού του και
σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, είχε
αόριστα διακρίνει τις σκοτεινές
συγκρούσεις.
Έπρεπε λοιπόν να γίνουν αιματηροί αγώνες
μέσα στις ψυχές. Γιατί η ηρεμία που
επικρατούσε στις εξωτερικές καιρικές
συνθήκες δεν δικαιολογούσε καμιά
ατμοσφαιρική υπερβολή. Τίποτε δεν είχε
σημαδέψει αυτή τη μέρα. Κατά τις 4 το
απόγευμα – τότε ακριβώς που ο ήλιος
έχοντας διαγράψει το μισό της διαδρομής
του, χάνει ήδη την καθαρότητά του αλλά
όχι ακόμα και τη λάμψη του, και που όλα
διαλύονται σ’ ένα βαρύ χρυσωμένο φως
που φαίνεται να συσσωρεύτηκε επίτηδες
για να καλύψει κάποια προετοιμασία –
ο Mendoza άλλαξε κατεύθυνση.
Η ζέστη έμοιαζε να μεγαλώνει στην
παραμικρή αναταραχή, που προκαλεί μια
ελαφριά θαλασσοταραχή, γιατί η
διαγραφόμενη, με την αλλαγή της κατεύθυνσης
καμπύλη, ήταν τόσο λίγο αισθητή που
μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα ανεπαίσθητο
δυνάμωμα του κουνήματος του βαποριού.
Κανείς άλλωστε δεν έδειξε να το πρόσεξε,
γιατί η γεωμετρική αλλαγή πορείας δεν
γίνεται καθόλου αντιληπτή σ’ ένα ταξίδι
με πλοίο στο πέλαγος, αφού δεν υπάρχει
κανένα τοπίο που να μαρτυρεί για την
αργή μετάβαση από το ένα γεωγραφικό
πλάτος στο άλλο, για το πέρασμα από τις
ισόθερμες ζώνες και από τις βροχομετρικές
καμπύλες. Πενήντα χιλιόμετρα γήινου
δρόμου μπορούν να δώσουν την εντύπωση
αλλαγής πλανήτη, αλλά 3.000 χιλιόμετρα
ωκεανού παρουσιάζουν ένα αμετάβλητο
πρόσωπο, τουλάχιστον για το μη ασκημένο
μάτι. Καμιά φροντίδα δρομολογίου, και
προσανατολισμού, καμιά γνώση για τις
αόρατες αλλά παρούσες πίσω από τον
στρογγυλεμένο ορίζοντα χώρες, τίποτε
απ’ όλα αυτά δεν φαινόταν να ταράζει
το πνεύμα των ταξιδιωτών. Έμοιαζαν
φυλακισμένοι μέσα σε στενά τοιχώματα
για έναν αριθμό ημερών καθορισμένο από
πριν, όχι γιατί είχαν να καλύψουν κάποια
απόσταση αλλά για να αισθανθούν μάλλον
εξαγνισμένοι από το προνόμιο του να
έχουν μεταφερθεί από το ένα άκρο της
γης στο άλλο, χωρίς να έχουν κάνει γι’
αυτό την παραμικρή σωματική προσπάθεια.
Εντελώς αποβλακωμένοι από τα τεμπέλικα
πρωινά στο κρεβάτι και τα χορταστικά
γεύματα, που εδώ και καιρό, είχαν παύσει
να αποτελούν μια αισθησιακή απόλαυση
και γίνονταν μια προκαθορισμένη
διασκέδαση (κι όταν ακόμα παρατεινόταν
πέρα από τα συνηθισμένα) που μοναδικό
της σκοπό είχε να γεμίσει τα κενά των
ημερών.
Πέρα απ’ αυτά, τίποτε δεν μαρτυρούσε
την προσπάθεια που απαιτούσε όλη αυτή
η μετακίνηση. Βέβαια όλοι γνώριζαν ότι
στο βάθος αυτού του μεγάλου κουτιού
βρίσκονταν οι μηχανές και κάποιοι
άνθρωποι που τις έκαναν να λειτουργούν.
Αλλά δεν τους ενδιέφεραν οι επισκέψεις
και οι ταξιδιώτες δεν εκδήλωναν την
επιθυμία να πάνε να τους δουν, όσο για
τους αξιωματικούς του πληρώματος δεν
είχαν καμιά διάθεση να επιδεικνύουν
τους μεν στους δε και αντίστροφα. Έτσι
δεν απέμενε παρά να περιφέρεται κανείς
στους εξωτερικούς χώρους του πλοίου
όπου η δουλειά του μοναχικού ναύτη που
μπογιάτιζε βιαστικά μια ανεμοδόχο, οι
μελετημένες χειρονομίες των καμαρότων
με τα φθαρμένα μπλε ρούχα τους, που
μετέδιδαν μια αίσθηση υγρασίας στο
διάδρομο των πρώτων θέσεων, ήταν και οι
μοναδικές κινήσεις που μαρτυρούσαν για
ένα θαλασσινό ταξίδι μιλίων, του οποίου
μάντευε κανείς το ρυθμικό κύλισμα από
τον αόριστο παφλασμό των κυμάτων κάτω
από τη σκουριασμένη καρίνα του πλοίου.
Στις 17 και 40’ ο ουρανός , στα δυτικά,
έμοιαζε να έχει κλείσει από ένα σύνθετο
οικοδόμημα εντελώς οριζόντιο από κάτω,
όμοιο με την επιφάνεια της θάλασσας από
την οποία φαινόταν να αποσπάται με την
παρεμβολή μιας χονδρής και αόρατης
κρυστάλλινης πλάκας, διαγράφοντας ένα
παράδοξο σε ύψος σχήμα που κάλυπτε τον
ορίζοντα. Στην κορυφή του κρέμονταν
αναρτημένα μέχρι το ζενίθ, ανατρέποντας
έτσι το νόμο της βαρύτητας, ασταθή
διαγράμματα με ραβδώσεις που τα έκαναν
να μοιάζουν με σύννεφα και που θα ήταν,
αν δεν ήταν τα ίδια τα σύννεφα που τους
έμοιαζαν σε ότι έχει σχέση με τη στιλπνή
και στρογγυλή επιφάνεια ενός σκαλιστού
και επιχρυσωμένου ξύλου. Αυτός ο
συγκεχυμένος σωρός που κάλυπτε τον
ήλιο, ξεχώριζε με τα σκοτεινά του χρώματα
και τις σπάνιες λάμψεις, εκτός από το
επάνω τμήμα του απ’ όπου ξεπετάγονταν
σπινθήρες.
Πιο ψηλά ακόμα στον ουρανό, κίτρινες
ανταύγειες απλώνονταν με νωχελικούς
ελιγμούς, σχεδόν άυλες μέσα σ’ αυτό το
δίχτυ από φως.
Ακολουθώντας τη βόρεια κατεύθυνση του
ορίζοντα, έβλεπε κανείς το κύριο μοτίβο
να λεπταίνει και να χάνεται μέσα στα
σύννεφα. Όμως πίσω του, πολύ μακριά, μια
ολοφώτεινη γραμμή διαγραφόταν στην
κορυφή. Στην πλευρά την πιο κοντινή στον
ήλιο – που παρέμενε αόρατος – το φως
στόλιζε αυτές τις ανάγλυφες παραστάσεις
με δυνατά σε χρώμα τελειώματα. Πιο
βόρεια, τα αποτυπώματα εξαφανίζονταν
και δεν υπήρχε πια παρά η ίδια γραμμή
θαμπή και επίπεδη που σβηνόταν στη
θάλασσα.
Στα νότια η ίδια γραμμή συνεχιζόταν
αλλά στεφανωμένη από μεγάλες συννεφένιες
πλάκες, που κείτονταν όμοιες με κοσμολογικά
μνημεία από πέτρες στις καπνισμένες
κορυφές του στερεώματος.
Όταν γύριζε κανείς ανοιχτά την πλάτη
στον ήλιο και κοιτούσε την ανατολή,
διέκρινε επιτέλους δύο σωρούς, τον έναν
πάνω στον άλλον, από σύννεφα απλωμένα
κατά μήκος και που ξεχώριζαν από ένα
είδος σκιάς, που δημιουργούσε η αντανάκλαση
των ηλιακών ακτίνων στο βάθος, όπου
διαγράφονταν στρογγυλεμένα σχήματα
όμοια με τεράστιους μαστούς και κοιλιές
αλλά που δεν έπαυαν να είναι ανάλαφρα
και σεντεφένια από τις ροζ, μωβ και
ασημένιες αντανακλάσεις.
Τον ίδιο χρόνο, πίσω από τους ουράνιους
ύφαλους που έφραζαν τη Δύση, ο ήλιος
προχωρούσε αργά. Σε κάθε καινούργια
πτώση του, κάποια από τις ακτίνες του
διαπερνούσε την αδιαφανή μάζα ή άνοιγε
ένα πέρασμα από δρόμους που η χάραξή
τους έκοβε το εμπόδιο σε κυκλικούς
τομείς διαφορετικούς στο μέγεθος και
στη χρωματική ένταση. Κατά καιρούς, το
φως χανόταν σαν μια γροθιά που είχε
κλείσει ένα συννεφένιο γάντι και που
δεν άφηνε πια πέρασμα παρά σ’ ένα ή δυο
δάχτυλα που τεντώνονταν προς τα έξω
γεμάτα λάμψη, ή σαν ένα χταπόδι από
φλόγες που προχωρούσε έξω από τα
συννεφένια σπήλαια δημιουργώντας μια
νέα φωτεινή αντανάκλαση.
Υπάρχουν δύο ολότελα ξεχωριστές φάσεις
σ’ ένα ηλιοβασίλεμα. Στην πρώτη ο ήλιος
είναι αρχιτέκτονας, στη δεύτερη (καθώς
οι ακτίνες του φθάνουν πια αντανακλώμενες
και όχι απ’ ευθείας) μετατρέπεται σε
ζωγράφο. Από τη στιγμή που χάνεται πίσω
από τον ορίζοντα, το φως χαμηλώνει
δίνοντας έτσι διέξοδο σε όλο και πιο
σύνθετους χρωματικούς συνδυασμούς.
Γιατί αν το δυνατό φως της μέρας περιορίζει
τη φαντασία, όμως μεταξύ της μέρας και
της νύχτας υπάρχει θέση για μια
αρχιτεκτονική τόσο φανταστική όσο και
εφήμερη. Τη νύχτα πάλι όλα αυτά τα σχήματα
διαλύονται σαν ένα μαγικό χρωματιστό
παιχνίδι.
Στις 17 και 45’ ακριβώς σχηματίστηκε η
πρώτη φάση. Ο ήλιος ήταν ήδη χαμηλά χωρίς
να έχει ακόμα αγγίξει τον ορίζοντα. Όμως
βγαίνοντας μέσα από τα νέφη, έσπασε σαν
κρόκος αυγού γεμίζοντας φως τα σχήματα
πάνω στα οποία έμοιαζε να είναι καρφωμένος.
Αλλά το δυνατό αυτό φως υποχώρησε
σύντομα. Τότε όλα τριγύρω έγιναν θολά
και στο κενό που δημιουργήθηκε στη μέση
και που συνόρευε από κάτω με τον ωκεανό
και από πάνω με τα σύννεφα, μπόρεσε
κανείς να διακρίνει μια οροσειρά νεφών,
αόρατη στο εκθαμβωτικό φως που δέσποζε
πριν από λίγο, αλλά ευδιάκριτη και
σκοτεινή τώρα. Ταυτόχρονα από επίπεδη
που ήταν στην αρχή άρχισε να αποκτά
όγκο. Έτσι τα μικρά αυτά σταθερά στο
σχήμα και μαύρα συννεφένια αντικείμενα
περιπλανιόνταν, όμοια με αργόσχολους
μετανάστες, μέσα από μια φαρδιά πλάκα
στους τόνους του κόκκινου που –
εγκαινιάζοντας τη φάση των χρωμάτων –
ανέβαινε αργά από τον ορίζοντα προς τον
ουρανό.
Σιγά-σιγά οι σκούροι όγκοι του βραδιού
υποχώρησαν. Η μάζα, που στη διάρκεια της
μέρας κάλυπτε τη δυτική πλευρά του
ουρανού, έγινε όμοια μ’ ένα σφυρήλατο
μετάλλινο φύλλο στη φλόγα μιας χρυσής
φωτιάς που μετατράπηκε διαδοχικά σε
ρόδινη και σε βυσινιά. Μέσα της
στροβιλίζονταν ποικιλόμορφα σύννεφα
γεμάτα λάμψη που χάνονταν σιγά-σιγά
καθώς ανέβαιναν στο στερέωμα. Τότε
αναρίθμητα συννεφένια δίχτυα κάλυψαν
τον ουρανό. Έμοιαζαν σπαρμένα σε όλες
τις κατευθύνσεις: οριζόντια, λοξά,
κάθετα, γεμάτα ελιγμούς. Η βαθμιαία
πτώση των ακτίνων του ήλιου (όμοια μ’
ένα δοξάρι γερμένο ή ισιωμένο έτσι, που
μόλις να αγγίζει διαφορετικές χορδές),
δημιουργούσε μια χρωματική κλίμακα
ξεχωριστή και αυθαίρετη, θα έλεγε κανείς,
για κάθε ακτίνα. Κάθε δίχτυ πρόσφερε
την καθαρότητα, την ακρίβεια και την
εύθραυστη ακαμψία ενός γυάλινου νήματος,
μόνο που αυτό δε διαρκούσε πολύ, σαν η
ύλη του, ζεσταμένη πάρα πολύ από την
έκθεση σ’ έναν όλο φλόγες ουρανό, άρχιζε
σιγά-σιγά να διαλύεται. Σκουραίνοντας
στο χρώμα και χάνοντας την ατομικότητά
του λέπταινε τόσο στο άπλωμα του μέχρι
που εξαφανιζόταν από τη σκηνή, παραχωρώντας
τη θέση του σ’ ένα καινούργιο φρεσκοπλεγμένο
δίχτυ. Στο τέλος δεν υπήρχαν πια παρά
συγκεχυμένοι και ακαθόριστοι χρωματισμοί
σαν μια κούπα με χρωματικά υγρά
διαφορετικής πυκνότητας τοποθετημένα
το ένα πάνω στο άλλο, που άρχιζαν σιγά-σιγά
να αναμιγνύονται παρά τη φαινομενική
τους σταθερότητα.
Μετά απ’ αυτό, δύσκολα μπορούσε κανείς
να παρακολουθήσει ένα θέαμα που έμοιαζε
να επαναλαμβάνεται με εναλλαγές λεπτών
και καμιά φορά δευτερολέπτων σε
απομακρυσμένα σημεία του ουρανού. Στα
ανατολικά, την ώρα που ο ήλιος από την
αντίθετη πλευρά έτεμνε τον ορίζοντα,
έβλεπε κανείς να αναφαίνονται απότομα,
πολύ ψηλά και σε τόνους μωβ του οξειδίου,
σύννεφα μέχρι τότε αόρατα. Η σκηνή
εξελίχτηκε γρήγορα, πλουτίστηκε από
λεπτομέρειες και αποχρώσεις, έπειτα
όλα άρχισαν να χάνονται σε μια πλάγια
κίνηση από τα δεξιά προς τα αριστερά
σαν κάποιος να τα σκούπιζε μ’ ένα τρόπο
αργό αλλά σταθερό. Μετά από ελάχιστο
χρονικό διάστημα δεν υπήρχε παρά ο
ξάστερος, στο μπλε χρώμα του σχιστόλιθου
ουρανός, που άρχιζε να ροδίζει έτσι όπως
διακρινόταν πάνω από συννεφένιες
επάλξεις.
Από την πλευρά του ήλιου μια καινούργια
φωτεινή γραμμή έλαμπε πιο ψηλά από την
προηγούμενη, που είχε γίνει ακαθόριστη
και συμπαγής σαν από τσιμέντο. Όταν οι
κόκκινες ανταύγειες της άρχισαν να
σβήνουν τότε οι χρωματικές ποικιλίες
του Ζενίθ, που δεν είχαν ακόμα παίξει
το ρόλο τους, απέκτησαν αργά όγκο. Χρυσές
και απαστράπτουσες στη βάση τους,
γίνονταν καστανές και μωβ στην κορυφή
τους. Ταυτόχρονα η σύνθεσή τους έγινε
ορατή σαν μέσα από μικροσκόπιο: διέκρινε
κανείς χίλιες μικρές λεπτές συρμάτινες
κλωστές όμοιες μ’ ένα σκελετό που
συγκρατούσε τις παχουλές φόρμες τους.
Τώρα οι απ’ ευθείας από τον ήλιο ακτίνες
είχαν εξαφανιστεί. Στον ουρανό δεν
υπήρχαν πια παρά διάχυτα ρόδινα και
κίτρινα χρώματα στους τόνους της γαρίδας,
του σολωμού, του λιναριού, του άχυρου.
Όμως κι αυτά σιγά-σιγά έσβησαν. Το ουράνιο
τοπίο ξαναγεννιόταν σε μια χρωματιστή
κλίμακα λευκών, μπλε και πράσινων. Όμως
μικρές γωνιές του ορίζοντα απολαμβάνουν
ακόμα μια εφήμερη και ανεξάρτητη ζωή.
Στα αριστερά ένα αδιόρατο πέπλο επικύρωνε
σαν από καπρίτσιο κάποιους μυστήριους
και ακαθόριστους χρωματισμούς στο
πράσινο που σιγά-σιγά έγιναν βαθυκόκκινοι,
σκουροκόκκινοι, μωβ και μαύροι, μέχρι
που έφθασαν να μοιάζουν με ζωγραφικά
σχέδια από κάρβουνο πάνω σ’ ένα σπυρωτό
χαρτί. Από πίσω το πρασινοκίτρινο χρώμα
του ουρανού θύμιζε εκείνο των Άλπεων,
ενώ η γραμμή που είχε χάσει τη λάμψη της
διακρινόταν πάντα στον ορίζοντα. Στα
δυτικά του ουρανού μικρές χρυσές
οριζόντιες ραβδώσεις λαμπύριζαν για
λίγο ακόμα, αλλά στο βορρά είχε πια
σχεδόν νυχτώσει: οι συννεφένιες επάλξεις
σε μεγέθη τεράστιων μαστών δεν πρόσφεραν
παρά ασπρίζουσες καμπύλες σ’ ένα λευκό
σαν από ασβέστη ουρανό.
Τίποτε δεν είναι πιο μυστηριώδες από
τον τρόπο, ίδιο πάντα αλλά και απρόβλεπτο,
με τον οποίο η νύχτα διαδέχεται την
ημέρα. Το σημάδι της εμφανίζεται ξαφνικά
στον ουρανό μ’ ένα αίσθημα αβεβαιότητας
και αγωνίας. Κανείς δεν θα μπορούσε να
προβλέψει τη μορφή, κάθε φορά διαφορετική,
που η νύχτα θα πάρει για να εμφανιστεί.
Μια ανεξιχνίαστη αλχημεία κατορθώνει
να μετατρέψει κάθε χρώμα στο συμπληρωματικό
του, ενώ το ίδιο αποτέλεσμα στην παλέτα
επιτυγχάνεται όπως είναι γνωστό, με τη
χρήση διαφορετικού, κάθε φορά, σωληνάριου.
Όμως για τη νύχτα δεν υπάρχουν αξεπέραστοι
χρωματικοί συνδυασμοί, γιατί ξέρει να
εξαπατά το κοινό της: δεν θα έβρισκα
τίποτε το παράξενο στον ουρανό που
γίνεται από ροζ πράσινος αν είχα προσέξει
ότι μερικά σύννεφα έγιναν ζωηρά κόκκινα,
κάνοντας έτσι, από αντίθεση, να φαίνεται
πράσινος ένας πολύ ροζ ουρανός, αλλά σε
μια τόσο διακριτική απόχρωση που δεν
μπορούσε να ανταγωνιστεί σε ένταση την
οξύτητα του κόκκινου, που παρ’ όλα αυτά
πέρασε απαρατήρητο, ίσως γιατί η μετάβαση
από το χρυσό στο κόκκινο προκαλεί
μικρότερη έκπληξη από τη μετάβαση του
ροζ στο πράσινο. Η νύχτα είχε λοιπόν
κατορθώσει να εισβάλει με δόλο.
Έτσι οι ζεστοί στους τόνους του χρυσού
και της πορφύρας, χρωματισμοί, με την
πτώση της νύκτας, άλλαζαν στο αρνητικό
τους και γίνονταν άσπροι και γκρίζοι.
Πάνω από τη θάλασσα, η νυχτερινή πλάκα
αποκάλυψε σιγά-σιγά ένα θαλασσινό τοπίο,
τεράστια οθόνη από σύννεφα, όμοια στο
μακρόστενο σχήμα τους με παράλληλες
χερσονήσους, σαν μια επίπεδη ακτή που
προεκτείνει τα αμμώδη βέλη της μέσα στη
θάλασσα, ορατή από αεροπλάνο που πετά
χαμηλά, σε πλάγια κλίση. Αυτή την
ψευδαίσθηση την έκαναν εντονότερη οι
τελευταίες ανταύγειες από το φως της
μέρας πάνω στα συννεφένια αυτά σημεία
που η ανάγλυφη όψη τους θύμιζε – σε
άλλες ώρες – στέρεους βράχους. Τώρα
όμως ο ήλιος φαινόταν σαν να μη μπορούσε
πια να δουλέψει την από σκίες και φως
γλυπτική του πάνω σε πορφύρες και
γρανίτες αλλά σε εύθραυστες συννεφένιες
ουσίες, διατηρώντας το ίδιο πάντα στυλ
μέσα στην πτώση του.
Μέσα απ’ αυτά τα σύννεφα τα όμοια στη
σύνθεσή τους με παράλιο τοπίο, καθώς ο
ουρανός καθάριζε σιγά-σιγά, έβλεπε
κανείς να διαγράφονται παραλίες,
λιμνοθάλασσες, πλήθος νησάκια και ξέρες
που είχαν κατακλυσθεί από τον σε πλήρη
αδράνεια ουράνιο ωκεανό, όπως επίσης
φιόρδς και λίμνες στο εσωτερικό. Γιατί
ο ουρανός που περιέβαλε αυτή τη δαντελένια
ακτή με τρόπο που θύμιζε ωκεανό, αφού ο
ίδιος δίνει το χρώμα του στη θάλασσα
που το αντανακλά, έκανε τον ουράνιο αυτό
πίνακα να ανασυγκροτεί ένα μακρινό
τοπίο πάνω στο οποίο ο ήλιος θα πλάγιαζε
πάλι. Άλλωστε αρκούσε γι’ αυτό μια
προσεκτική ματιά στη θάλασσα: δεν ήταν
πια η φλογερή πλάκα του μεσημεριού, ούτε
η ελαφρά ρυτιδωμένη επιφάνεια του
απογεύματος. Οι σχεδόν οριζόντιες πια
ακτίνες της μέρας δεν φώτιζαν παρά
κυματάκια, που βρίσκονταν κοντά τους,
αφήνοντας κατασκότεινη την υπόλοιπη
επιφάνεια. Το νερό έπαιρνε έτσι μια
ανάγλυφη όψη με σκιές καθαρές και
σταθερές σαν από μέταλλο. Κάθε διαφάνεια
είχε εξαφανιστεί.
Τότε η νύχτα διαδέχτηκε το βράδυ μ’ ένα
τρόπο συνηθισμένο, αλλά, όπως πάντα,
ανεξιχνίαστο και στιγμιαίο. Έτσι όλα
άλλαξαν. Πρώτα στο αδιαφανές τμήμα του
ουρανού στον ορίζοντα, έπειτα από πάνω,
στις μελανοκίτρινες αποχρώσεις που
γίνονταν μπλε προς το Ζενίθ, όπου
διαλύονταν τα τελευταία σύννεφα της
μέρας. Πολύ γρήγορα δεν απόμειναν πια
παρά χλωμές και αδύνατες σκιές, φορείς
ενός χωρίς φως διάκοσμου σε μια σκηνή,
όπου όταν τελειώσει η παράσταση,
αποκαλύπτει κανείς ξαφνικά τη φτώχεια,
το εύθραυστο, και τον εφήμερο χαρακτήρα
μιας «πραγματικότητας» που δεν ήταν
παρά μια ψευδαίσθηση βασισμένη σε κάποια
φωτιστική απάτη ή σ’ ένα οπτικό παιχνίδι.
Όπως πριν από λίγο ζούσαν και μεταβάλλονταν
κάθε λεπτό, έτσι τώρα έμοιαζαν παγωμένα
σ’ ένα αμετακίνητο και θλιβερό σχήμα,
στο μέσον του ουρανού, όπου θα έσβηναν
σε λίγο από το ανερχόμενο σκοτάδι.
Ανάμεσα στα ιερά τους σύμβολα, οι
Διόσκουροι των Ελλήνων είχαν κι ένα
φυτό, το Σίλφιον, στο οποίο οι αρχαίοι
απέδιδαν εξαιρετικές ιδιότητες. Από τη
Λιβύη, όπου ευδοκιμούσε σε άγρια
κατάσταση, έφερναν ολόκληρα φορτία, τα
οποία κατανάλωναν σαν τροφή ή προόριζαν
για ποικίλες φαρμακευτικές χρήσεις. Το
θεωρούσαν ιδιαίτερα πολύτιμο. Όταν ο
Καίσαρας άρπαξε το δημόσιο Θησαυρό της
Ρώμης, βρήκε μέσα τεράστιες διατηρημένες
ποσότητες από το Σίλφιον. Από τον ΣΤ΄
μ.Χ. αιώνα, τουλάχιστον, η συλλογή του
φυτού στα εδάφη όπου φύτρωνε ελεύθερα
(δεν μπόρεσε ποτέ να καλλιεργηθεί),
άρχισε να υπακούει σε αυστηρούς κανόνες.
Όταν, προς το τέλος του Α΄ π.Χ. αθώνα, οι
ντόπιοι διοικητές χαλάρωσαν τον έλεγχό
τους, από αμέλεια ή από συμφέρον, το
είδος, που είχε υποστεί κατάχρηση,
εξαφανίστηκε σε πενήντα περίπου χρόνια.
Στην αρχή της χριστιανικής περιόδου,
οι Ρωμαίοι δεν το γνώριζαν πια, αλλά το
είχαν ακουστά.
Το Σίλφιον δεν ήταν το ιαματικό Πευκέδανον,
γνωστό στην Ευρώπη, όπου χρησιμοποιείτο
από την αρχαιότητα, αλλά σύμφωνα με τον
I. Hahn, ήταν
κατά πάσα πιθανότητα ένα πευκεδανοειδές
ή, εν πάση περιπτώσει, ένα σκιαδηφόρο
συγγενικού τύπου, που παρήγαγε ρετσίνι.
Πίσω από τη δοξασία που συνδέει το
Σίλφιον με τους Διόσκουρους, δεν υπάρχει,
ίσως, τίποτα άλλο από μια αναφορά στο
πέρασμα των δύο ηρώων από την Κυρήνη,
πόλη από όπου εξαγόταν το φυτό (εκτός
κι αν αυτή η επίσκεψη επινοήθηκε, για
να ενισχυθεί η ίδια η δοξασία). Και θα
μας απασχολήσει, από την άποψη του
ανέκδοτου, η ενδιαφέρουσα επαναχρησιμοποίηση
του όρου Silphium, που ξανάγινε
διαθέσιμος (αφού δεν ήταν γνωστό ποιο
φυτό προσδιόριζε παλαιότερα), για να
ονομάσει στην επιστημονική γλώσσα ένα
αμερικανικό φυτό που εκκρίνει γόμα
(κοινά του ονόματα: Rosinweed,
CompassPlant).
Χωρίς να το ξέρει ο Linne
αναπαρήγαγε, με αυτή του την περιορισμένη
στην ονοματολογία* επιλογή, εκείνη που
έκαναν οι Ινδιάνοι, επιλέγοντας ένα
συγγενικό γένος του φυτού, προικισμένο
με τις ίδιες ιδιότητες, για ν’
αντικαταστήσουν στις ιεροτελεστίες
τους το Πευκεδανοειδές που απουσίαζε
από τα εδάφη τους. Υπαινιγμός ζωηρός,
που υπονοεί ότι η σκιά του Σιλφίου
τριγυρίζει, ίσως, ακόμα, σε τούτα τα
μέρη…
Τέλος, αν έχουμε πάντα κατά νου, τόσο τη
διατροφική, όσο και τη μαγική και
θρησκευτική αξία που αποδίδεται, στο
βορειοδυτικό τμήμα της Βορείου Αμερικής,
στα Πευκεδανοειδή (διαφορετικά και αυτά
από το Peucedanumofficinale,
L.), την υποχρεωτική χρήση
ενός τέτοιου Σκιαδηφόρου φυτού ή του
αμερικανικού που προαναφέρθηκε, για
την τελετουργική προετοιμασία του
πρώτου σολομού και, κυρίως, την εξομοίωση
από την ιθαγενή σκέψη των διδύμων με
σολομούς, δε θ’ αποφύγουμε να δοκιμάσουμε
κάποια έκπληξη. Πολύ δε περισσότερο,
που, σύμφωνα με του Kwakiutl,
μασώντας και φτύνοντας τους σπόρους
του Peucedanum, απομάκρυνε
κανείς τα θαλάσσια τέρατα, ενώ, σύμφωνα
με τους Thompson, σταματούσε
τον άνεμο και την καταιγίδα. Ιδιότητες,
δηλαδή, που απέδιδαν και οι αρχαίοι
στους Διόσκουρους. Στη Βόρειο Αμερική,
η χρήση ρητινοφόρων φυτών για την
τελετουργική μαγειρική εξηγείται
πιθανόν με την σιωπηρή αναφορά στην
αρχέγονη φωτιά. Και οι αρχαίοι συσχέτιζαν
τους Διόσκουρους με τη φωτιά και, κάτι
που είναι πολύ γνωστό, με τους φωτεινούς
μετεωρίτες.
Η φαινομενική συνοχή όλων αυτών των
πραγμάτων θα μας έδινε την εντύπωση
πως, για κάποιους λόγους που μας
διαφεύγουν, στον Αρχαίο και το Νέο Κόσμο
συνέδεαν, κατά τον ίδιο τρόπο, ορισμένα
Σκιαδηφόρα με τους διδύμους. Χωρίς
αμφιβολία, πρόκειται εδώ για μια
οφθαλμαπάτη. Και οι απάτες, όμως, έχουν
τη χάρη τους, γι’ αυτό και συγχωρούμαστε
που ανταποκριθήκαμε με ευαισθησία, αν
και γνωρίζουμε πως να ξεκόβουμε από
κάτι τέτοια, με τρόπο σταθερό.
Θα ήταν δυνατό, σε σπάνιες περιπτώσεις,
τούτο το δυναμικό εργαλείο της
στρουκτουραλιστικής ανάλυσης να
καταφέρει να περάσει τα όρια του στενού
κόσμου που μας περιβάλλει και να διακρίνει
στα πέρατα του ουρανού της μυθολογίας
αυτό που θα ονομάζαμε, δανειζόμενοι τον
όρο από το αστροφυσικό λεξιλόγιο,
ιδιάζοντα σημεία: Ούτε και τα ιδιάζοντα
σημεία έχουν περισσότερη σχέση με τις
επιφανειακές ομοιότητες, με τις οποίες
ικανοποιείτο η παλιά συγκριτική
μυθολογία, από όση έχουν τα μυστηριώδη
αντικείμενα όπως αποκαλύπτονται από
τα ραδιοτηλεσκόπια, με τα ουράνια σώματα
που παρατηρούσαν με γυμνό μάτι οι πρώτοι
αστρονόμοι.
Μπροστά σε πράγματα σαν κι αυτά που
επικαλούμαι, οι συνηθισμένες κατηγορίες
της σκέψης κλονίζονται. Δεν ξέρουμε πια
για τι ψάχνουμε: για μια πρωτόγονη
κοινότητα, όσο φτωχά και να είναι τα
ίχνη που θα μπορούσαν να το πιστοποιήσουν;
Ή για μια δομή, περιορισμένη από τις
συνεχείς γενικεύσεις σε τόσο αβέβαια
πλαίσια, που δεν ελπίζουμε ποτέ να τη
συλλάβουμε; Εκτός και αν η αλλαγή κλίμακας
μας επιτρέπει ν’ αντιληφθούμε κάποια
πλευρά του ηθικού κόσμου, όπου όπως μας
λένε οι φυσικοί για το απείρως μεγάλο
και το απείρως μικρό, ο χώρος, ο χρόνος
και η δομή συγχέονται. Ένας κόσμος, στην
αδρή ύπαρξη του οποίου θα έπρεπε να
περιοριστούμε, εγκαταλείποντας κάθε
φιλοδοξία να τον διαβούμε.
____________________________
*«[…] το αληθινό silphium,
το όνομα του οποίου, αδίκως, ίσως, έδωσε
ο Linnaeus σ’ ένα
γένος της οικογένειας των Κορυμβοφόρων
που προερχόταν από τη Λουιζιάνα, καθώς
είχε τα φύλλα κοντά το ένα στο άλλο και
κατά τον ίδιο τρόπο ενωμένα στη βάση
τους (DictionnairedesSciencesnaturelles
[…] parplusieursprofesseursdesjardinsduroi κλπ. Τόμος XLIX,
λ. “Silphium”,
Paris-Strasburg,
Levrault, 1827). Μήπως,
όμως, δεν υπήρχε και κάποια αμφιβολία
ως προς την ορολογία, στη σκέψη των
Ινδιάνων, ανάμεσα στα Σκιαδηφόρα του
γένους Peucedanum=Lomatium
και ένα τέτοιο φυτό, συγγενές του γένους
Silphium (πρβλ. ανωτ.
σημείωση της σελ. 136):
Οι Omaha και οι
Ponca, Ινδιάνοι με
γλώσσα Siouan,
εγκαταστημένοι στην περιοχή του Μισσούρι,
έτρεφαν μεγάλο σεβασμό για ένα από τα
είδη του (Silphiumlacinatum, L.).
Απέφευγαν να κατασκηνώνουν στα μέρη
που φύτρωνε το φυτό, γιατί, όπως πίστευαν,
έπεφταν συχνά εκεί κεραυνοί. Αντίθετα,
πίστευαν ότι μπορούσαν να τους απομακρύνουν
με τον καπνό της φωτιάς, που άναβαν από
τις ξερές ρίζες του. Οι Winnebago
της περιοχής των Μεγάλων Λιμνών
χρησιμοποιούσαν το Silphiumperfoliatum σαν εμετικό,
με σκοπό τον τελετουργικό εξαγνισμό
τους.
Ταξιδευτής στους μύθους που ενώνουν την ανθρωπότητα
Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009
Ο πατέρας της σύγχρονης ανθρωπολογίας, ο «αστρονόμος των ανθρώπινων αστερισμών», ο στοχαστής που με το έργο του θρυμμάτισε μια και καλή τα στεγανά του δυτικού κόσμου για τον «πρωτόγονο άνθρωπο», ένα από τελευταία ακμαία πνεύματα, ο Γάλλος φιλόσοφος Κλοντ Λεβί-Στρος, έσβησε μεταξύ Σαββάτου και Κυριακής.
Στα περσινά 100ά του γενέθλια η Γαλλία τον τίμησε με εντυπωσιακές εκδηλώσεις. Το ίδιο και πολλές άλλες χώρες του κόσμου. Ο ίδιος ήταν ένας αποτραβηγμένος, μοναχικός άνθρωπος Στα περσινά 100ά του γενέθλια η Γαλλία τον τίμησε με εντυπωσιακές εκδηλώσεις. Το ίδιο και πολλές άλλες χώρες του κόσμου. Ο ίδιος ήταν ένας αποτραβηγμένος, μοναχικός άνθρωπος Ηταν 101 ετών. Τον θάνατό του ανακοίνωσε χθες η Γαλλική Ακαδημία. Την ίδια μέρα τάφηκε στη Λινιερόλ της Κοτ-ντ-Ορ, όπου είχε το εξοχικό του.
Ο Στρος, έτη φωτός μπροστά από την εποχή του, επηρέασε όσο λίγοι τις σύγχρονες αντιλήψεις για την κοινωνία και τον πολιτισμό. Εισηγητής του στρουκτουραλισμού στην ανθρωπολογία, κατόρθωσε να συλλάβει, όχι θεωρητικά αλλά από την αυτοψία πρωτόγονων φυλών, τα κοινά μοτίβα συμπεριφοράς και σκέψης σε διαφορετικές κοινωνίες. Η κεντρική ιδέα της έρευνάς του συνοψίζεται στη φράση: «Ο κόσμος ξεκίνησε χωρίς τον άνθρωπο και θα τελειώσει χωρίς αυτόν».
Σε εποχές που η κυρίαρχη άποψη ήθελε τις πρωτόγονες κονωνίες να στερούνται φαντασίας και λογικής, ο Λεβί-Στρος εκκινώντας από τη μελέτη του σε φυλές της Βραζιλίας απέδειξε ότι οι αυτόχθονες δεν ζούσαν απλά για να ικανοποιήσουν βασικές, ζωώδεις ανάγκες τους, αλλά ότι πάσχιζαν να κατανοήσουν την προέλευσή τους. Ηταν ο ουμανιστής που τόλμησε να φέρει σε διάλογο αλλά και ρήξη τους πολιτισμούς. Δεν φοβήθηκε να αμφισβητήσει τον Δυτικό. «Με αηδιάζει», τόνιζε «η βρωμιά που ξερνά η Δύση στα μούτρα της ανθρωπότητας». Τον τρομοκρατούσε ο «μαζικός πολιτισμός» των μοντέρνων κοινωνιών μας. Και δεν έκρυβε από νωρίς και τη μεγάλη αγωνία του για την εξαφάνιση πρωτόγονων φυλών. «Από το 1900 ώς το 1950 πάνω από 90 φυλές και 15 γλώσσες εξαφανίστηκαν στη Βραζιλία μόνο», σημείωνε έντρομος.
Γιος φτωχού Εβραίου ζωγράφου
Γενέθλια πόλη του είναι οι Βρυξέλλες (γενν. 1908). Γιος Εβραίου ζωγράφου που έβγαζε τα προς το ζην με το ζόρι, θα μετακομίσει δύο ετών οικογενειακώς στη Γαλλία. Στη Σορβώννη θα σπουδάσει Νομική και Φιλοσοφία. Εργάζεται για λίγο ως καθηγητής σε Λύκειο.
Η ζωή του και οι διανοητικοί προσανατολισμοί του μπαίνουν σε ένα νέο δρόμο όταν το 1935 γίνεται μέλος γαλλικής πολιτιστικής αποστολής στη Βραζιλία. Στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο σπουδάζει εθνολογία. Στο τέλος της ακαδημαϊκής χρονιάς, παίρνει την απόφαση να ζήσει για μια περίοδο μαζί με τη γυναίκα του στο Μάτο Γκρόσο, στην περιοχή των Ινδιάνων Καντουβέο και Μπορόρο. Εκεί (1935 έως 1939) θα ξεκινήσει η μεγάλη περιπέτεια της εθνογραφικής έρευνάς του, που θα επανατοποθετήσει τους ορίζοντες της επιστήμης της Εθνολογίας.
«Βρισκόμουν σε κατάσταση πνευματικής υπερδιέγερσης», θυμόταν. «Ενιωθα να ξαναζώ τις περιπέτειες των πρώτων περιηγητών του 16ου αιώνα. Ανακάλυπτα τον Νέο Κόσμο και όλα μού φαίνονταν μυθικά, τα τοπία, τα ζώα, τα φυτά...».
Ξεσπά ο πόλεμος και γυρνά το 1939 στη Γαλλία για να μετάσχει σ' αυτόν. Εβραϊκής καταγωγής ων, μετά την κατάληψη της Γαλλίας από τους ναζί, θα καταφύγει στη Νέα Υόρκη. Η Υπηρεσία Αμερικανικής Εθνολογίας ξεκινούσε τότε τη σύνταξη του «Εγχειριδίου των Ινδιάνων της Λατινικής Αμερικής». Τον καλεί να συνεργαστεί. Στην Αμερική συνδέεται με τον Μπρετόν, τον Ντισάν, τον Μαξ Ερνστ. Καταλυτική υπήρξε, ωστόσο, η σχέση του με τον Ρώσο Γιάκομπσον που βοήθησε στη διαμόρφωση του θεωρητικού περιβλήματος του δομισμού.
Επιστρέφει στο Παρίσι το 1948 και παίρνει το διδακτορικό του από τη Σορβώννη. Θέματα των διατριβών του είναι: «Οικογένεια και κοινωνική ζωή των Ινδιάνων Ναμπικουαρά» και «Στοιχειώδεις δομές της Συγγένειας». Η δεύτερη, όπου υποστήριζε ότι η συγγένεια βασιζόταν στη σχέση-συμμαχία ανάμεσα σε δύο οικογένειες (όταν γυναίκες από τη μία οικογένεια παντρεύονταν άνδρες από την άλλη), εκδόθηκε και θεωρήθηκε από τα σημαντικότερα έργα για τη συγγένεια από ανθρωπολογική σκοπιά. Για τον ρόλο που αποδίδει στη γυναίκα μέσα στις κοινωνικές δομές επαινέθηκε από τη Σιμόν ντε Μποβουάρ.
Ποιητικά ταξίδια σε Αμαζόνιο
Ευρέως γνωστός, πέρα από τα όρια των ακαδημαϊκών κύκλων, θα γίνει το 1955, εκδίδοντας το περίφημο έργο του «Θλιμμένοι Τροπικοί», αυτή την εκπληκτική ταξιδιωτική μυθιστορία της εμπειρίας του ως εξόριστου, με φιλοσοφικούς στοχασμούς και εθνογραφικές αναλύσεις για τους λαούς του Αμαζονίου, που ενθουσίασε και τον Ζορζ Μπατάιγ.
Το 1958 εκδίδεται η «Δομική Ανθρωπολογία», που έκανε αίσθηση στους φιλοσοφικούς, κοινωνιολογικούς και ιστορικούς κύκλους. Ακολούθησαν τα επίσης εμβληματικά «Ο τοτεμισμός σήμερα» και «Η άγρια σκέψη», για τους περισσότερους το σημαντικότερο έργο του, με το οποίο ξεκινά, τρόπον τινά, η μόδα του στρουκτουραλισμού. Εξ ου τις δεκαετίες του '60 και του '70 το όνομά του συνδέεται με αυτά των Φουκό και Λακάν. Το βιβλίο τον έφερε σε δημόσια αντιπαράθεση με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ. Από το 1964 ώς το 1971 εκδόθηκαν οι τέσσερις τόμοι των «Μυθολογικών».
Πολλά από τα βιβλία του μοιάζουν με χάρτες μιας διαστρικής γεωμετρίας, γεμάτα με τύπους που ανακαλούν μαθηματικές τεχνικές και μαυρόασπρες φωτογραφίες με σκαμμένα πρόσωπα και εξωτικά τελετουργικά, τις οποίες τράβηξε την περίοδο των ταξιδιών του σε φυλές του Αμαζονίου. Το 1973 εκλέχθηκε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Στην ομιλία της τελετής αναγόρευσής του είχε πει: «Οταν περνάει κανείς τη ζωή του μελετώντας τις τελετουργίες μακρινών λαών δεν έχει λόγο να μη σέβεται τις τελετουργίες της κοινωνίας μέσα στην οποία γεννήθηκε και στην οποία ζει».
Ο Στρος, πατέρας δυο γιων μετά από τρεις γάμους, ήταν μέχρι το περασμένο Σαββατοκύριακο κάτοικος του 16ου διαμερίσματος, του πιο μεγαλοαστικού της γαλλικής πρωτεύουσας, για το οποίο δήλωνε «μου προκαλεί αφόρητη πλήξη». *
Είχε πει το 2005: «Παρατηρώ τις καταστροφές που γίνονται. Την τρομακτική εξαφάνιση ζωντανών ειδών, είτε είναι ζώα είτε φυτά -αλλά και το ίδιο το γεγονός ότι το ανθρώπινο είδος ζει σε ένα καθεστώς εσωτερικής δηλητηρίασης. Σκέφτομαι το παρόν και τον κόσμο, στον οποίο τελειώνω τις μέρες μου. Και, ειλικρινά, δεν τον αγαπώ αυτόν τον κόσμο»
Κυκλοφορούν τα βιβλία του
«Θλιμμένοι Τροπικοί» («Χατζηνικολή», 1979), «Αγρια σκέψη» («Παπαζήσης», 1977), «Ο δρόμος της μάσκας» («Χατζηνικολή», 1981), «Ανθρωπολογία και μύθος» (2 τόμοι, «Καρδαμίτσας», 1990 και 1991), «Ο μύθος του Λύγκα» («Γκοβόστης», 1994), «Κοιτάζω, ακούω, διαβάζω» («Γκοβόστης», 1996), «Μνήμες μακρινές και πρόσφατες» («Ολκός», 1998), «Το ωμό και το μαγειρεμένο» («Αρσενίδης», 2001), «Από μέλι από στάχτη» («Αρσενίδης», 2002), «Φυλή και Ιστορία. Φυλή και πολιτισμός» («Πατάκης», 2003), «Εξ αποστάσεως» («Αρσενίδης», 2003).