Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Michel Houellebecq. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Michel Houellebecq. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Η μοναδική απόλαυση – Michel Houellebecq



Μόνο μετά το θάνατο του Φοξ (σκύλου) απέκτησα πραγματικά εξαντλητική επίγνωση των παραμέτρωντου αδιεξόδου. Ο καιρός άλλαζε γρήγορα, η ζέστη δεν θα αργούσε να καθίσει πάνω στη νότιο Ισπανία. Νέες κοπέλες ξεγυμνωμένες, άρχιζαν να μαυρίζουν, τα Σαββατοκύριακα κυρίως, στην παραλία κοντά στο σπίτι και άρχισα να νιώθω να αναγεννιέται, αδύναμη και χαύνη, όχι ακριβώς επιθυμία – γιατί η λέξη μου φαίνεται ότι προϋποθέτει μια ελάχιστη πίστη στην πιθανότητα υλοποίησής της – αλλά η ανάμνηση, το φάντασμα αυτού που θα μπορούσε να ήταν επιθυμία. Έβλεπα να σχεδιάζεται το προφίλ της cosa mentale, του ύστατου μαρτυρίου, και εκείνη τη στιγμή μπόρεσα επιτέλους να πω ότι κατανόησα. Η σεξουαλική απόλαυση δεν ήταν μόνο ανώτερη, σε λεπτότητα και βιαιότηα, από όλες τις άλλες απολαύσεις που περιλαμβάνει η ζωή. Δεν ήταν απλώς η μοναδική απόλαυση που δεν συνοδεύεται από καμία βλάβη του οργανισμού, αλλά αντίθετα συνεισφέρει στη διατήρησή του σε υψηλότατο επίπεδο ζωτικότητας και δύναμης. Ήταν η μοναδική απόλαυση, στην πραγματικότητα ο μοναδικός στόχος της ανθρώπινης ύπαρξης και όλες οι άλλες – είτε συνδέονται με πλούσιες τροφές, τον καπνό, τα αλκοολούχα ή τα ναρκωτικά – δεν ήταν παρά αντισταθμίσματα μηδαμινά και απονενοημένα, μίνι αυτοκτονίες που δεν είχαν το κουράγιο να πουν το όνομά τους, απόπειρες να καταστραφεί ταχύτερα ένα σώμα που δεν είχε πλέον πρόσβαση στη μοναδική απόλαυση. Η ανθρώπινη ζωή, λοιπόν, ήταν οργανωμένη με τρομακτικά απλό τρόπο, και για καμιά εικοσαριά χρόνια, μέσα από σενάρια και τα σκετς μου, το μόνο που έκανα ήταν να γυρίζω γύρω από μια πραγματικότητα που θα μπορούσα να εκφράσω με λίγες φράσεις. Η νεότητα ήταν η εποχή της ευτυχίας, η μοναδική της εποχή. Διάγοντας βίο τεμπέλικο και απαλλαγμένο από ανησυχίες, περιστασιακά απασχολημένοι με τις σπουδές που ελάχιστα τους απορροφούσαν, οι νέοι μπορούσαν να αφοσιωθούν άνευ ορίων, ελεύθερα, στην αγαλλίαση των σωμάτων τους. Μπορούσαν να παίζουν, να χορεύουν, να αγαπούν, να πολλαπλασιάζουν τις απολαύσεις. Μπορούσαν να φεύγουν, πολύ νωρίς τα ξημερώματα, από ένα πάρτι παρέα με σεξουαλικούς συντρόφους που είχαν επιλέξει, για να ατενίσουν τη μελαγχολική ουρά των υπαλλήλων που πήγαιναν στη δουλειά τους. Ήταν το άλας της γης, και τα πάντα τους ήταν δυνατά. Αργότερα, όταν δημιουργούσαν οικογένεια, έχοντας εισέλθει στον κόσμο των ενηλίκων, θα γνώριζαν τους μπελάδες, το μόχθο, τις ευθύνες, τις δυσκολίες της ύπαρξης. Θα έπρεπε να πληρώνουν φόρους, να υποτάσσονται σε διοικητικές διατυπώσεις, χωρίς να σταματούν να παρακολουθούν, ανίσχυροι και ντροπιασμένοι, την ανεπανόρθωτη κατάπτωση, αργή αρχικά, ύστερα ολοένα και πιο γρήγορη, του σώματός τους. Πάνω απ’ όλα θα έπρεπε να συντηρήσουν παιδιά σαν θανάσιμους εχθρούς μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, θα έπρεπε να τα κανακεύουν, να τα τρέφουν, να ανησυχούν με τις αρρώστιες τους, να διασφαλίζουν τα απαραίτητα για την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία τους, και αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στα ζώα, αυτό δεν θα είχε συγκεκριμένη διάρκεια, θα έμεναν μέχρι το τέλος σκλάβοι των απογόνων τους, ο καιρός της χαράς θα είχε περάσει για τα καλά, θα έπρεπε να συνεχίσουν να πασχίζουν μέχρι το τέλος, μέσα στον πόνο και στα αυξανόμενα προβλήματα υγείας, μέχρι να αχρηστευτούν πια και να τους ρίξουν στα αζήτητα, σαν ενοχλητικούς και άχρηστους γέροντες. Τα παιδιά τους σε ανταπόδοση δεν θα τους είναι καθόλου ευγνώμονα, αντίθετα μάλιστα οι προσπάθειές τους, όσο πεισματώδεις και να είναι, δεν θα θεωρηθούν ποτέ επαρκείς, οι ίδιοι θα θεωρούνται μέχρι το τέλος, απλώς και μόνο επειδή είναι γονείς, ένοχοι. Αυτή η επώδυνη ζωή, σημαδεμένη από την ντροπή, θα εξοστρακίσει ανελέητα οποιαδήποτε χαρά. Μόλις θελήσουν να πλησιάσουν το σώμα των νέων, θα τους καταδιώξουν, θα τους απορρίψουν, θα τους γελοιοποιήσουν, θα τους ντροπιάσουν, και στις μέρες μας όλο και συχνότερα θα τους ρίχνουν στη φυλακή. Το φυσικό σώμα των νέων, το μόνο επιθυμητό αγαθό που ήταν ποτέ σε θέση να παράγει ο κόσμος, προοριζόταν αποκλειστικά για χρήση από νέους, και η μοίρα των γέρων ήταν να δουλεύουν και να πάσχουν. Αυτή ήταν η πραγματική έννοια της αλληλεγγύης μεταξύ γενεών: συνίσταται σε ένα απλό και ξεκάθαρο ολοκαύτωμα κάθε γενιάς προς όφελος αυτής που καλείται να την αντικαταστήσει, βάναυσο ολοκαύτωμα, παρατεταμένο, που δεν συνοδεύεται από καμία παρηγοριά, καμία ανακούφιση, καμία αποζημίωση, ούτε υλική ούτε συναισθηματική.
Είχα προδώσει. Είχα εγκαταλείψει τη γυναίκα μου όταν έμεινε έγκυος, είχα αρνηθεί να ενδιαφερθώ για τον γιο μου, είχα μείνει αδιάφορος μπροστά στο θάνατό του. Είχα αρνηθεί την αλυσίδα, είχα σπάσει τον αέναο κύκλο της αναπαραγωγής των βασάνων, και αυτή θα μπορούσε να ήταν η μόνη ευγενική χειρονομία, η μοναδική πράξη αυθεντικής εξέγερσης, την οποία θα μπορούσα να επικαλεστώ στο τέλος μιας μέτριας ζωής, παρά τον επιφανειακά καλλιτεχνικό της χαρακτήρα. Μάλιστα κοιμόμουν, αν και για λίγο καιρό, με μια κοπέλα που είχε την ηλικία που θα μπορούσε να είχε ο γιος μου. Σαν την αξιοθαύμαστη Ζαν Καλμάν, που για ένα διάστημα υπήρξε η μακροβιότερη γυναίκα στον κόσμο και τελικά πέθανε στα εκατόν είκοσι δύο, και η οποία, στις βλακώδεις ερωτήσεις των δημοσιογράφων: «Ελάτε, Ζαν, δεν πιστεύετε ότι θα ξαναδείτε την κόρη σας; Δεν πιστεύετε ότι υπάρχει κάτι μετά;» απαντούσε άκαμπτα, με μια εκπληκτική ευθύτητα: «Όχι. Τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα. Και δεν θα ξαναδώ την κόρη μου, γιατί η κόρη μου είναι νεκρή», συγκρατούσα ως το τέλος, τα λόγια της και τη στάση της απέναντι στην αλήθεια. Επιπλέον, είχα αποτίσει φόρο τιμής στη Ζαν Καλμάν στο παρελθόν, σε ένα σκετς που επικαλούνταν τη συγκλονιστική της μαρτυρία: «Είμαι εκατόν δέκα έξι ετών και δεν θέλω να πεθάνω.». κανείς δεν είχε καταλάβει εκείνη την εποχή ότι εφάρμοζα την ειρωνεία του σωσία. Μετάνιωνα με εκείνη την παρανόηση, μετάνιωνα κυρίως που δεν είχα επιμείνει περισσότερο, που δεν είχα τονίσει αρκετά ότι η μάχη της ήταν η μάχη της ανθρωπότητας ολόκληρης, ότι κατά βάθος ήταν η μόνη που άξιζε να δοθεί. Σίγουρα η Ζαν Καλμάν είχε πεθάνει, η Έστερ τελικά με εγκατέλειψε και η βιολογία, γενικότερα, είχε ξαναποκτήσει τα δικαιώματά της. Ωστόσο, αυτό γινόταν ερήμην μας, ερήμην μου, ερήμην της Ζαν, δεν είχαμε παραδοθεί, μέχρι το τέλος αρνηθήκαμε να συνεργαστούμε και να επικυρώσουμε ένα σύστημα που επινοήθηκε για να μας καταστρέψει.


Michel Houellebecq
Η Δυνατότητα Ενός Νησιού
Μετάφραση Λίνα Σιπητάνου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας 2006

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

H. P. Lovecraft – Για την επέτειο της γέννησης του (20/08/1890) – Και οι αισθήσεις σας φορείς ανείπωτων ακροτήτων – Michel Houellebecq



Η εγκατάλειψη και ο θάνατος δημιουργούσαν μια πολύ βαριά
ατμόσφαιρα, ενώ η ψαρίλα ήταν σχεδόν αβάσταχτη.
Ο κόσμος βρωμάει. Πτωμαΐνη ανάκατη με ψαρίλα. Αίσθηση αποτυχίας, αηδιαστικός εκφυλισμός. Ο κόσμος βρωμάει. Δεν υπάρχουν φαντάσματα κάτω από την οιδαλέα σελήνη. Μόνο πρησμένα, τυμπανιαία, μαύρα πτώματα, έτοιμα να σκορπίσουν την μπόχα με τον εμετό τους.
Να αγγίξεις τον άλλον; Ούτε λόγος. Εμπειρία ανόσια, βδελυρή. Τα ζωντανά πλάσματα έχουν ένα δέρμα πρησμένο από φριχτές πληγές, που εκκρίνει τα κακοφορμισμένα υγρά του. Έχουν απομυζητικά πλοκάμια, αρπακτικά χέρια, αλύπητα δόντια, που αποτελούν μια διαρκή απειλή. Τα ζωντανά πλάσματα, με το μιαρό σωματικό τους σφρίγος. Άμορφος και εμετικός αναβρασμός, δύσοσμη Νέμεσις ημιαμβλωμένων χιμαιρών. Ιεροσυλία.
Η όραση μας προσφέρει κάποιες φορές τον τρόμο, κάποιες άλλες την εκστατική απόδραση σε τόπους παραμυθένιους. Αλίμονο όμως, έχουμε πέντε αισθήσεις. Και οι υπόλοιπες κάνουν ότι μπορούν για να μας πείσουν ότι το σύμπαν είναι πράγματι αηδιαστικό.

Λένε συχνά ότι οι ήρωες του Λάβκραφτ, που, κυρίως στα “μεγάλα κείμενα”, διακρίνονται δύσκολα ο ένας από τον άλλον, αποτελούν προβολές του ίδιου του Λάβκραφτ. Είναι σίγουρο. Με την προϋπόθεση ότι εννοούμε την “προβολή” με έναν απλουστευτικό τρόπο. Είναι προβολές της πραγματικής προσωπικότητας του Λάβκραφτ με τον ίδιο περίπου τρόπο που μια επίπεδη επιφάνεια μπορεί να είναι η ορθογώνια γεωμετρική προβολή ενός τρισδιάστατου σχήματος. Ο γενικός τύπος των ηρώων του είναι αναγνωρίσιμος. Φοιτητές ή καθηγητές σε κάποιο πανεπιστήμιο της Νέας Αγγλίας – κατά προτίμηση στο Πανεπιστήμιο του Μισκατόνικ. Ειδικοί στην ανθρωπολογία ή στη λαογραφία, κάποτε στην πολιτική οικονομία ή στη μη ευκλείδεια γεωμετρία. Διακριτικοί και επιφυλακτικοί, με πρόσωπα μακρόστενα και οστεώδη. Άνθρωποι που εξ επαγγέλματος και εξ ιδιοσυγκρασίας είναι περισσότερο ταγμένοι στις απολαύσεις του πνεύματος. Συγκροτούν ένα σχήμα, ένα πορτρέτο-ρομπότ. Και συνήθως δεν γνωρίζουμε τίποτα περισσότερο από αυτό.
Τούτα τα εναλλάξιμα και επίπεδα πρόσωπα δεν ήταν οι αρχικές επιλογές του Λάβκραφτ. Τα νεανικά του έργα προσπαθούν να απεικονίσουν κάθε φορά και έναν διαφορετικό αφηγητή, με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον, μια προσωπική ιστορία, ακόμη και μια ψυχολογία... Κάποιες φορές ο ήρωας αυτός είναι ποιητής ή κάποιος με ποιητική διάθεση. Εμπνεύσεις αυτού του τύπου όμως θα οδηγήσουν τον Λάβκραφτ σε κάποιες από τις πλέον αναμφισβήτητες αποτυχίες του.
Μόνο σταδιακά θα αναγνωρίσει πόσο ανώφελη του είναι κάθε ψυχολογική διαφοροποίηση. Οι ήρωές του δεν την χρειάζονται. Αρκεί ο αισθητηριακός τους εξοπλισμός να δουλεύει καλά. Η μόνη πραγματική λειτουργία που επιτελούν είναι ουσιαστικά, η αντίληψη.
Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ο εσκεμμένα επίπεδος χαρακτήρας των ηρώων του είναι ένας από τους παράγοντες που ενισχύουν την πειστική δύναμη του αφηγηματικού του σύμπαντος. Κάθε χαρακτηρολογικό γνώρισμα που θα ήταν υπερβολικά αδρό θα ψεύτιζε τη μαρτυρία τους, θα της αφαιρούσε κάτι από τη διαφάνειά της. Θα μας έβγαζε από την περιοχή του υλικού τρόμου για να μας γυρίσει σ' αυτήν του ψυχολογικού τρόμου. Κι ο Λάβκραφτ δεν έχει διάθεση να μας περιγράψει ψυχώσεις, αλλά αποκρουστικές πραγματικότητες.
Βέβαια, οι ήρωές του χρησιμοποιούν συνεχώς τη ρητορική εκείνη συνήθεια με την οποία οι συγγραφείς φανταστικών ιστοριών προκαταλαμβάνουν τους αναγνώστες τους, λέγοντας ότι αυτό που διαβάζουν δεν είναι παρά ένας απλός εφιάλτης, αποκύημα μιας φαντασίας που πυρακτώθηκε από την ανάγνωση κάποιων ασεβών βιβλίων. Είναι όμως κάτι που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού δεν τους πιστεύουμε ούτε για μια στιγμή.

Καθώς οι αποτρόπαιες αντιλήψεις τους προσβάλλουν, οι ήρωες του Λάβκραφτ, συμπεριφέρονται ως βουβοί, ακίνητοι, παντελώς ανίκανοι, αποσβολωμένοι παρατηρητές. Θα προτιμούσαν να φύγουν ή να βυθιστούν στη νάρκη μιας σπλαχνικής λιποθυμίας. Τίποτα τέτοιο. Μένουν καθηλωμένοι στη θέση τους, ενώ γύρω τους ο εφιάλτης στήνει το σκηνικό του, ενώ οι οπτικές, ακουστικές, οσφρητικές, απτικές αντιλήψεις πολλαπλασιάζονται και αναπτύσσονται στο ρυθμό ενός αποκρουστικού κρεσέντο.
Η λογοτεχνία του Λάβκραφτ σημασιοδοτεί με έναν ακριβή και ανησυχητικό τρόπο την περίφημη φράση “διασάλευση όλων των αισθήσεων”. Λίγοι άνθρωποι θεωρούν, για παράδειγμα, απαίσια και αποκρουστική τη μυρωδιά που έχει το ιώδιο των φυκιών. Εκτός, φυσικά, απ' αυτούς που έχουν διαβάσει τη Σκιά πάνω από το Ινσμουθ. Με τον ίδιο τρόπο, είναι δύσκολο να αντικρίσεις ήρεμα ένα βατραχοειδές αφότου έχει διαβάσει ΧΦΛ. Όλα αυτά είναι πράγματα που υποβάλλουν σε πραγματική δοκιμασία όσους διαβάζουν εντατικά το έργο του.

Η μετατροπή των συνηθισμένων αντιλήψεων σε μια ανεξάντλητη πηγή εφιαλτών είναι το διακύβευμα κάθε συγγραφέα φανταστικών ιστοριών. Ο Λάβκραφτ το πετυχαίνει με έναν εκπληκτικό τρόπο, περνώντας τις περιγραφές του με ένα στρώμα αφελούς εκφυλισμού, πράγμα που αποτελεί ένα απαραγνώριστα δικό του χαρακτηριστικό. Τελειώνοντας τις νουβέλες του, αφήνουμε πίσω εκείνους τους καθυστερημένους και ημιάμορφους μιγάδες που ενδημούν σ' αυτές, εκείνα τα ανθρωποειδή με το αργόσυρτο και χαλαρό βάδισμα, το τραχύ και οστρακόμορφο δέρμα, τα πλατιά και ανοιγμένα ρουθούνια, τη σφυριχτή ανάσα. Αργά ή γρήγορα θα επιστρέψουν στη ζωή μας.

Μέσα στο λαβκραφτιανό σύμπαν ιδιαίτερη θέση έχουν οι ακουστικές αντιλήψεις. Ο ΧΦΛ δεν εκτιμούσε καθόλου τη μουσική, ενώ οι σχετικές προτιμήσεις του δεν πήγαιναν πέρα από τις οπερέτες των Γκίλμπερτ και Σάλλιβαν. Μέσα στις ιστορίες του όμως δείχνει μια ακοή οξυμένη σε βαθμό επικίνδυνο. Αν ένας ήρωας, την ώρα που βάζει τα χέρια του μπροστά σας πάνω στο τραπέζι, αφήσει να ακουστεί ένα πιπίλισμα, τότε σίγουρα βρίσκεστε σε μια νουβέλα του Λάβκραφτ. Το ίδιο όταν διακρίνετε στο γέλιο του έναν κακαριστό ήχο ή κάτι παράξενο σαν τριγμό εντόμου. Η υποχονδριακή ακρίβεια με την οποία ο ΧΦΛ συνθέτει το σάουντρακ των αφηγημάτων του παίζει σίγουρα βασικό ρόλο στην επιτυχία των πλέον τρομακτικών απ' αυτά. Δεν θέλω να αναφερθώ μόνο στη Μουσική του Έριχ Ζανν, όπου, κατ' εξαίρεση, η μουσική προκαλεί από μόνη της τον κοσμικό τρόμο, αλλά και σε άλλες νουβέλες, όπου, με τη διακριτική εναλλαγή των οπτικών και των ακουστικών αντιλήψεων, με την προσέγγισή τους και, παραδόξως, με την ξαφνική απομάκρυνσή τους, βυθιζόμαστε αναπότρεπτα σε μια αφόρητη αγωνία.

Να, για παράδειγμα, μια περιγραφή από το Φυλακισμένος με τους Φαραώ, έλασσον έργο, γραμμένο κατά παραγγελία του θαυματοποιού Χάρρυ Χουντίνι, όπου περιέχονται όμως μερικά από τα πιο όμορφα δείγματα της λεκτικής αμετροέπειας του ΧΦΛ:

Έξαφνα, την προσοχή μου τράβηξε κάτι που είχα ακούσει υποσυνείδητα πριν ακόμη μπορέσω να το αντιληφθώ συνειδητά: βαθιά μέσα από τα έγκατα της γης έφταναν κάποιοι ρυθμικοί και καθαροί θόρυβοι, πρωτάκουστοι για μένα. Διαισθητικά κατάλαβα ότι ήταν πανάρχαιοι και τελετουργικοί. Οι γνώσεις μου στην αιγυπτιολογία με βοήθησαν να καταλάβω ότι παράγονταν από όργανα όπως η φλογέρα, η σαμβύκη, το σείστρο και το τύμπανο. Ο ρυθμός τούτης της διαπεραστικής, βομβίζουσας, κροταλίζουσας και κρουστής μουσικής μου μετέδωσε ένα φρικιαστικό συναίσθημα ισχυρότερο απ' ό,τι φοβερότερο υπάρχει σε τούτο τον κόσμο, ένα συναίσθημα που δεν είχε να κάνει μόνο μ' εμένα προσωπικά και ήταν κάτι σαν οίκτος για τον πλανήτη μας, που κρύβει στα έγκατά του τόσο πολύ τρόμο, όσο αυτός που καταλάβαινα ότι υπήρχε πίσω από τούτη την πανική κακοφωνία.
Οι ήχοι δυνάμωναν κι έδειχναν να πλησιάζουν. Ας δώσουν όλοι οι θεοί του σύμπαντος μαζί να μην ξανακούσω τίποτα παρόμοιο. Το αλλόκοτο και αρχέγονο ποδοβολητό ακουγόταν όλο και πιο δυνατά, καθώς τα όντα πλησίαζαν. Το φοβερό ήταν ότι τόσο διαφορετικοί τρόποι βαδίσματος συνταιριαζόταν απόλυτα στην ομαδική τους πορεία. Όλα αυτά τα τερατογεννήματα θα πρέπει να εξασκούνταν επί χιλιάδες χρόνια για να μπορούν να περπατούν μ' αυτόν τον τρόπο. Περπατούσαν, παρέλαζαν, νυχοπατούσαν, κούτσαιναν, ποδοκροτούσαν σέρνονταν, χοροπηδούσαν, κι όλα τούτα με τη συνοδεία αυτού του φριχτά παράταιρου ήχου που έβγαινε από τα δαιμονικά τους όργανα. Τότε άρχισα να τρέμω...

Το απόσπασμα αυτό δεν εκφράζει κάποιον παροξυσμό. Στο συγκεκριμένο στάδιο της νουβέλας δεν έχει συμβεί, κυριολεκτικά, τίποτα. Τούτα τα όντα που ποδοκροτούν, έρπουν και χοροπηδούν θα εξακολουθήσουν να πλησιάζουν. Τελικά, θα τα δείτε.
Αργότερα, κάποιες νύχτες, την ώρα που όλοι κοιμούνται, θα πιάσετε τον εαυτό σας να προσπαθεί να ακούσει το “αλλόκοτο ποδοβολητό που ακουγόταν όλο και πιο δυνατά, καθώς τα όντα πλησίαζαν”. Μην εκπλαγείτε. Αυτό επιδίωκε και ο συγγραφέας.


Michel Houellebecq
Χ. Φ. ΛΑΒΚΡΑΦΤ:
ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ”