.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Σκάκι - Νικόλαος Κάλας




Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό
παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σ’ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.



Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Του Κορνήλιου το φάντασμα – Δημήτριος Καμπούρογλου





Ὁ Κορνήλιος, ἦτον ἕνας γέρων Ζακυνθινός, Γραμματικὸς τοῦ Ἰωάννου Παπαρρηγοπούλου, Γενικοῦ Προξένου τῆς Ρωσσίας καὶ ἀπὸ τοὺς σημαντικωτέρους Ἀγωνιστάς.
Ἦτο μικρόσωμος, ἰσχνὸς καὶ ὠχρὸς· εἶχε τρόπους εὐγενικούς· ἦτο φιλόκαλος, εὐαίσθητος καὶ εὐτράπελος· εἶχε ζωηρὰν φαντασίαν·ἦτο μανιακὸς διὰ τὴν μουσικήν. Δὲν μπορεῖ νὰ τὸν πῇ κανεὶς παράξενον, οὔτε ἰδιότροπον, μόνον ποῦ ἀνάβ' εὔκολα.
Τὸ κάτω χεῖλι του − ἐπειδὴ τοὔλειπαν τὰ περισσότερά του δόντια − ἔμπαινε πρὸς τὰ μέσα. Τὸ σαγόνι του ἦτο σουβλερόν.
Εἶχε ψιλὴν φωνὴν τοῦ οὐρανίσκου. Τὸ σῖγμα τὸ ἐπρόφερε σἂν ch, καὶ τὸ λάμδα μὲ τὸν λάρυγγα. Διατηροῦσε τὴν Ζακυνθινὴν προφορὰν ἀμετάβλητον. Φοροῦσε μαῦρο πλατὺ σουρτοῦκον μὲ μακρυὰ μανίκια, ἔτσι ποῦ νὰ μπορῇ νὰ κρύβῃ τὰ χέρια του εὔκολα καὶ γιὰ τὸ κρύο καὶ γιὰ τὰ χειροπιασίματα τῶν ὀχληρῶν. Τὰ κολλάρα του ἦσαν μεγάλα, φαρδιὰ καὶ γυριστά, ὅπως ὅλων τοῦ καιροῦ ἐκείνου, μὲ μαῦρον πλατὺν καὶ μακρὺν λαιμοδέτην, ποῦ τὸν ἔφερνε πολλὲς βόλτες στὸν λαιμὸν του, καὶ ὕστερα τὸν παρουσίαζε μπροστά, δένοντας ἕνα φοβερὸν κόμπον.
Τὸ κεφάλι του ὁ Κορνήλιος τὤχωνε μέσα εἰς ἕνα μαῦρον πλατὺ ῥούσικον κασκέτον μὲ κεραμίδι γυρισμένον πρὸς τὰ κάτω.
Ἂν καὶ δὲν εἶχε − μπορεῖ καὶ νὰ μὴν τοῦ εἶχε πιὰ μείνῃ − φωνήν, ἐτραγουδοῦσε ἀρκετὰ καλά, ἀφοῦ δὲν ἐφαλτσάριζε καὶ ᾐσθάνετο τί ἔλεγε. Ἔπαιζε κιθάραν καλούτσικα. Ἦτο θεοξούριστος.
Ὅταν οἱ ἄλλοι ὡμιλοῦσαν, αὐτός, ἀφοῦ δὲν μποροῦσε νὰ κάμῃ ἀλλιῶς, ἐπρόσεχεν, ἀπὸ εὐγένειας, ἢ καὶ ἀπὸ ἐνδιαφέρον ἀνθρώπου ποῦ ἔτυχε νὰ μὴ τὸν ἀπασχολῇ τότε ἄλλη σκέψις· ἀλλὰ δὲν προσπαθοῦσε νὰ καταλάβῃ καλὰ καλὰ τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας. Διὰ τοῦτο πολλὲς φορὲς ἐξεστόμιζε κἄτι ἀπορίας, ποῦ εἶχαν μοναδικὴν ἐλαφρότητα. Ὅσες δὲ φορὲς ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ ὡρισμένην ἀπάντησιν, ἐπανελάμβανε δύο φορὲς τὴν ἐρώτησιν ποῦ τοῦ ἔκαμαν, καὶ ὕστερ' ἀπαντοῦσε μὲ ἐπιτυχίαν. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι εἶχε κρίσιν, ἀλλὰ δὲν τὴν μετεχειρίζετο.
Νὰ ἕνα κλασικὸν ἀλήθεια παράδειγμα κρίσεως ποῦ ἐλίμναζε.
Ὁ γέρων Ἄγγελος Σωτηριανὸς Γέροντας διηγεῖτο μίαν ἡμέραν, ὅτι στὰ 21, τὴν ὥραν ποῦ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δυὸ Δημογέροντας τῶν Ἀθηνῶν, τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν πήγαιναν νὰ τὸν φυλακίσουν στὴν Ἀκρόπολιν ἀπάνω, διὰ νὰ τὸν παλουκώσουν ἅμα θὰ ἔλθῃ ὁ Ὀμὲρ Βρυώνης, ἕνας φανατικὸς Τοῦρκος τὸν ἐπυροβόλησεν. Ὁ Γέροντας ἔτυχε τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ γυρίσῃ τὸ κεφάλι του διὰ νὰ ἰδῇ κἄτι, καὶ δὲν τὸν πῆρε ἡ σφαῖρα, ποῦ πέρασε σφυρίζοντας ἀπ' ταὐτιά του.
− Κάλλιο νὰ σἔπαιρνε. Εἶπεν ἔξαφνα τότε ὁ Κορνήλιος.
− Γιατὶ τόση καλωσύνη Κύριε Κορνήλιε;
−Παρὰ τὸ παλ−λούκι; …
− Μὰ τὸ παλοῦκι τὸ γλύτωσα, ἀφοῦ μὲ βλέπεις ζωντανό.
− Τὸ παλ−λοῦκι τὸ γλύτωσες, ἀφοῦ σὲ βλέπω ζωντανό… τὸ παλ−λοῦκι τὸ γλύτωσες, ἀφοῦ σὲ βλέπω ζωντανὸ… Ἆ ναί, βέβαια, δίκῃο ἔχεις.
Ὁ Κορνήλιος ἦτο τακτικώτατος καὶ τυπικώτατος σὲ ὅλα του· τόσον, ποῦ ἂν ἔγραφες τὸ πρόγραμμα μιᾶς του ἡμέρας θὰ εἶχες τὸ πρόγραμμα τῆς ζωῆς του.
Κάθε μέρα πήγαινε στὸ ἀρχοντικὸν τοῦ Σωτηριανοῦ διὰ νὰ περάσῃ τὴν βραδειά του· ἐφρόντιζε μάλιστα καὶ ἐκανόνιζε τὸ ρολόϊ του μὲ τὸ ρολόϊ τοῦ σπιτιοῦ, ποῦ ἔδειχνε τὴς ὧρες ποῦ περνοῦν ἀπάνω ἀπ' τὸ τζάκι τοῦ μεγάλου δωματίου, ὥστε μὲ τὰ τελευταῖα κτυπήματά του τῶν 8, ἠκουετο ἕνα κρρ… στὴν πόρτα, καὶ ἐπρόβαλλεν ἡ κεφαλὴ τοῦ Κορνηλίου.
− Καλη῾σπέρα σας! …
Ἡ ἐμφάνισίς του ἐζωντάνευε τότε τὰ πάντα.
Κίνησης, εὐθυμία, γέλια καὶ τραγοῦδι, ἕως τὰς ἕνδεκα τῆς νυκτὸς.
Πολλὲς φορὲς τὸν πείραζαν τὸν καϋμένον τὸν Κορνήλιον, χωρὶς ὅμως νὰ τοῦ ἐλαττώσουν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀγάπην ποῦ τοῦ εἶχαν. Αὐτὸς συνήθως γελοῦσε καὶ ἄλλες φορὲς πάλιν, ἔκαμνε πῶς δὲν καταλάβαινε, γιατὶ ἡ ἀγαθότης του δὲν εἶχεν ὅρια.
Θέλετε ἄλλο; Τῆς κιθάρας του, τῆς ἀχώριστης συντρόφισσας τῆς ζωῆς του, καμμιὰ φορὰ κατώρθωναν τὰ παιδιὰ τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς ἔτριβαν τὰ κλειδιὰ μὲ σαποῦνι· ὅταν δὲ προσπαθοῦσε νὰ τὴν χορδίσῃ καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν πῶς ηὗρε τὸ σωστὸν σημεῖον τοῦ τόνου, ἄφινε τὸ κλειδί, ἐγύριζε τοῦτο ἀντιστρόφως μὲ ὁρμὴν καὶ βοὴν καὶ ἡ χορδὴ ἐχαλαρώνετο.
− Σκάσε διάολε! … περιωρίζετο νὰ πῇ καὶ ξανάρχιζε πάλιν.
Μιὰ χρονιὰ ὅμως, τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων − παράξενον πρᾶγμα − ὁ Κορνήλιος δὲν ἐφάνη. Ὁ γέρων Ἄγγελος ἀνησύχησε πολύ.
− Παιδιά· πρωῒ−πρωῒ νὰ πᾶτε νὰ δῆτε τί γίνεται ὁ Κορνήλιος. Δίχως ἄλλο ἄρρωστος θὰ εἶναι.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν τὰ παιδιὰ ἔφεραν τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ Κορνήλιος ἦτον ὀλίγον συναχωμένος καὶ δὲν ἐβγῆκε ἀπ' τὸ σπίτι του. Ἔφτασε καὶ ἡ 30 Δεκεμβρίου. Ὁ Κορνήλιος δὲν ἐφάνη.
Νὰ καὶ ἡ παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς. Ὅλοι οἱ συγγενεῖς ἤρχισαν νὰ μαζεύωνται στοῦ παπποῦ τὸ σπίτι.
Μαζὶ μ' αὐτοὺς ἦλθε κ' ἕνας παλαιὸς φίλος τοῦ σπιτιοῦ, μελαχροινός, αἱματώδης, μὲ ζωηρὰ μάτια καὶ παχειὰ χείλη.
Θὰ ἔτρωγαν ὅλοι ἐκεῖ καὶ τὰ μεσάνυκτα θὰ ἔκοβαν τὴν πήττα.
Στὴν ἄκρην τοῦ καναπὲ καθότανε ἀκίνητος ὁ γέρων Ἄγγελος, μὲ τὰ πόδια του ἀπάνω σ' ἕνα σκαμνάκι. Ἀπὸ τὸν καιρὸν ποῦ τὸν ἔκλεισαν οἱ Τοῦρκοι, μὲ τὰ σίδερα στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια, μέσα στὸν Κουλᾶ τῶν Προπυλαίων − ποῦ ἦτο συγχρόνως καὶ ἀποθήκη ἅλατος − καὶ ἀπὰ τ' ἄλλα βάσανα τοῦ Ἀγῶνος, εἶχε πάθει ἀπὸ ποδάγραν. Πολὺ δύσκολα περπατοῦσε καὶ πονοῦσε πάντα, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἔχασε τὴν εὐθυμίαν του.
Σήμερα ὅμως ἦτο μεγλαγχολικός.
− Τί ἔχεις πατέρα; Τὸν ἐρωτᾷ ἕνα παιδί του.
− Τί νἄχω παιδιά! … Ἂν δὲν ἔρθῃ καὶ σήμερα ὁ Κορνήλιος ἄνοστα θὰ περάσωμε. Ἔχω ἀνησυχία κι' ὅλας γιὰ τὴν ὑγεία του. Δὲν ξαναπήγατε, εὐλογημένα καὶ σεῖς, νὰ ἰδῆτε τί κάνει.
− Κορνήλιος… Ποιὸς Κορνήλιος; … ἐρωτᾷ ὁ φίλος. Γιὰ τὸ γέρο γραμματικὸ τοῦ Παπαρρηγοπούλου μιλᾶτε;
− Ναί … τί τρέχει;…
− Ἄκουσα πῶς πέθανε· λέει ξερὰ ξερά. Μπορεῖ ὅμως νὰ εἶχαν καὶ λάθος. Ἂν καὶ μοῦ φαίνεται πῶς εἶμαι καλὰ πληροφορημένος.
− Πέθανε! … Τί λὲς χριστιανέ; … λίγο συνάχι εἶχε. Τὰ παιδιὰ πῆγαν καὶ τὸν εἶδαν. Πάντα τέτοιες εἰδήσεις μᾶς φέρνεις! … Τοῦ λέγει ὁ πιὸ εἰλικρινὴς τῆς συντροφιᾶς.
− Συνάχι ξεσυνάχι λοιπόν… πέθανε!
− Δὲν ξέρεις τί λές! τοῦ λέγει ὁ πιὸ αὐθάδης.
Ὁ καλὰ πληροφορημένος ἐρεθίζεται τώρα.
− Λοιπόν, ἐγὼ ἤθελα νὰ σᾶς τὸ πῶ μὲ τρόπο, γιατί ξέρω πῶς τὸν ἀγαπᾶτε. Ἀφοῦ ὅμως εἶμαι καὶ ψεύτης, μάθετε πῶς ἥμουνα καὶ στὴν κηδεία του σήμερα τὸ πρωΐ!
Θρῆνος γενικὸς τότε.
Ὁ παπποῦς συνῆλθε πρῶτος καὶ ἔλαβε τὸν λόγον.
− Ἂν δὲν ἦταν χρονιάρικη μέρα σήμερα, θὰ σᾶς ἔλεγα νὰ πᾶμε στὴς κάμαρές μας· ἡ πίκρα μοῦ βάρυνε τὸ στῆθος· τὸ κεφάλι μου θέλει νἀκουμπήσῃ κἄπου. Ὑπομονὴ ὅμως παιδιά. Νὰ καθήσωμε στὸ τραπέζι νὰ παίξωμε ὕστερα καὶ κἄτι, γιὰ νὰ περάσῃ ἡ ὥρα, καὶ νὰ κόψωμε καὶ τὴν πήττα μας τὰ μεσάνυχτα γιὰ τὸ καλό. Αὔριο τὸν κλαῖμε. Εἶδαν ἐμένα τὰ μάτια μου δυστυχήματα καὶ δυστυχήματα! … Ἦτον καλὸς καὶ πιστὸς φίλος· γλυκὸς καὶ σωστὸς ἄνθρωπος· καλὸς πατριώτης. Δὲ θὰ σᾶς τὸ συχωρέσω ποῦ ἕξη μέρες τώρα δὲν πήγατε νὰ τὸν δῆτε τί κάνει. Ὑπομονὴ ὅμως· ὅ,τι ἔγεινε, ἔγεινε. Σφουγγίστε πιὰ τὰ μάτια σας. Δὲ θέλω νὰ βλέπω κλαμμένους, μέρα ποῦνε σήμερα. Ἀκοῦτε;…
Καὶ διὰ νὰ τοὺς εὐθυμήσῃ ἤρχισε νὰ τοὺς διηγῆται διάφορα ἀνέκδοτα.
Τὸ τελευταίον ἀνέκδοτον μάλιστα ἦτο τοῦ Κορνηλίου.
Ἡ συντροφιὰ διὰ σήμερα τοὐλάχιστον παρηγορήθη.
Σὲ λίγο τὸ ρολόγι ἤρχισε νὰ κτυπᾷ … μία, δύο, τρεῖς…
− Ὀκτὼ ἡ ὥρα παιδιά! Ἡ ὥρα τοῦ μακαρίτη! Ἔ, καὶ νἀκούγαμε τώρα κρ… ρ… ρ… τὴν πόρτα! «Καλὴ ῾σπέρα σας»…
− Οὔ εὐλογημένε! παρεμβαίνει μὲ θυμὸν ἡ ἀρχόντισσά του· πάντα τέτοιος ἤσουν. Δὲ χρωστᾷς νὰ πῇς ἕναν καλὸ λόγο, μέρα μάλιστα ποὖναι σήμερα…
Τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως: κρ..ρ..ρ.. ἀκούεται ἡ πόρτα, καὶ προβάλλει ἡ κεφαλὴ τοῦ Κορνηλίου…
− Καλὴ ῾σπέρα σας…
Ὅπου φύγῃ φύγῃ ὅλοι.
Πρῶτος ἔδωσε τὸ σύνθημα τῆς φυγῆς ἐκεῖνος, ποῦ ἠκολούθησε τὴν κηδείαν του!…
Τὸ δωμάτιον ἄδειασε.
Ὁ γέρων Ἄγγελος, ὁ μόνος ποῦ δὲν μποροῦσε νὰ φύγῃ, ἤρχισε νὰ σταυροκοπιέται:
− «Κύριε ὅπλον κατὰ τοῦ διαβόλου τὸν Σταυρόν σου ἡμῖν δέδωκας»! …
−Κα−λὲ τί πάθετε; !!! … Φωνάζει μὲ ἔκπληξίν του ὁ Κορνήλιος καὶ πλησιάζει τὸν παπποῦ:
− Κύριε Ἄγγελε! ; ; τί πάθετε ! ! ; …
Καὶ ὁ γέρων Ἄγγελος, κυττάζοντάς τον μέσ' ἀπ' τὰ ὁλόπυκνα φρύδια του ἀπαντᾷ μὲ φωνὴν βαθειὰν καὶ βραχνήν:
− Ζῇς … Κορνήλιε; ! …
− Ἂν ζῶ λέει !! ;;; Ἔ με! … ὁλάκερος.
Ὁ παπποῦς τώρα μόλις μπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὰ γέλια.
− Πήγαινε, Κορνήλιε, μέσα μόνος σου. Πιάσε ἕνα φίλο μας, ποῦ θὰ τὸν βρῆς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀπ' τὸ σουρτοῦκο· φέρε μού τον ἐδῶ, καὶ ὕστερα σοῦ λέω τί πάθαμε.



Δημήτριος Καμπούρογλου
Διηγήματα
Εκδόσεις Κολλάρος 1915


Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Hλιοβασίλεμα - Charles Bukowski



Κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.
ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως.
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται.
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ' τ ́αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.
θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος
θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;
όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ'αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν
και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα'χουν απομακρύνει απ' το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,
ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται...

Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Ο ΜΥΣΤΗΣ Ο ΜΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ



Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ξέραμε τι ακριβώς ισχυρίζονταν οι σιμωνιανοί για την ωραία Ελένη. Η θρησκευτική αυτή ομάδα, όπως και πολλές άλλες, εξελίχθηκε παράλληλα με το χριστιανισμό. Θεμελιωτής της ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο Σίμων από τη Σαμάρεια, τον οποίο μνημονεύουν οι Πράξεις των Αποστόλων (8:9-24). Ο θρησκευτικός αυτός ηγέτης είχε ήδη πλούσια δράση στον τόπο του και πολλούς οπαδούς πριν να διασταυρωθεί με τους μαθητές του Ιησού. Κάποια στιγμή δέχτηκε, μαζί με την ομάδα του, το χριστιανικό βάπτισμα αλλά οι φιλοδοξίες του τον ώθησαν, καθώς φαίνεται, να ακολουθήσει και πάλι τον δικό του, ξεχωριστό δρόμο.
Ο Σίμων, σύμφωνα με χριστιανικές μαρτυρίες του δεύτερου αιώνα, υπήρξε ιδιαιτέρως δημοφιλής στον τόπο της καταγωγής του. Στα δόγματά του όμως μυήθηκαν και ορισμένοι αλλοεθνείς – προφανώς Έλληνες και Ρωμαίοι. Το θρησκευτικό κίνημα του οποίου ηγήθηκε σημείωσε αρκετές επιτυχίες και μετά το θάνατό του. Από νωρίς βρέθηκε σε μεγάλη σύγκρουση με το χριστιανισμό. Η αναμέτρηση των σιμωνιανών με τους χριστιανούς είναι γνωστή από διάφορες πηγές, κυρίως όμως μέσα από μιαν ευφάνταστη μυθολογία που προσέλαβε, κάποια στιγμή, παντελώς εξωπραγματικές διαστάσεις. Η μυθολογία θέλει ως επίκεντρο της σύγκρουσης τη Ρώμη και εμφανίζει ως κύριο αντίπαλο του Σίμωνα τον απόστολο Πέτρο.
Στο μέσον του τρίτου αιώνα, η μάχη είχε μάλλον κριθεί. Ο Ωριγένης υποστήριζε ότι στην εποχή του οι οπαδοί του Σίμωνα δεν ήταν περισσότεροι από τριάντα σε όλη την οικουμένη – και αυτοί σχεδόν όλοι συγκεντρωμένοι γύρω από την Παλαιστίνη. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν ίσως υπερβολικός. Στην αρχή του τέταρτου αιώνα υπήρχαν ακόμα αρκετοί σιμωνιανοί ώστε να δημιουργούν προβλήματα στους ορθόδοξους χριστιανούς. Η ιστορική τους πορεία είχε πάντως φτάσει στο τέλος της.
Η ανάμνηση του Σίμωνα δεν έσβησε εύκολα. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς που ασχολήθηκαν με ζητήματα δόγματος, συνέχισαν τη σκιαμαχία για αρκετούς αιώνες. Μνημονεύουν συνήθως των Σίμωνα ως Πατέρα όλων των αιρέσεων, και του αποδίδουν διαστροφή της ορθής διδασκαλίας, ανηθικότητα και μαγγανεία. Πάντως, παρά τους ισχυρισμούς τους, από τις πληροφορίες που παραθέτουν προκύπτει σαφώς ότι οι σιμωνιανοί δεν ήταν ακριβώς χριστιανική αίρεση αλλά ανεξάρτητη θρησκευτική ομάδα. Αυτό το κατανόησε πλήρως ο Ωριγένης. Οι σιμωνιανοί δεν αναγνώριζαν τον Ιησού ως υιό θεού. Ο Σίμων κατά συνέπεια δεν ήταν αιρετικός. Ήταν ένας μύστης.
Όλες οι πληροφορίες για τον Σίμωνα προέρχονται από χριστιανούς που ήταν δηλωμένοι εχθροί του. Ανεξάρτητες μαρτυρίες από οπαδούς δικούς του ή ουδέτερους παρατηρητές δεν έχουν σωθεί. Ορισμένοι μελετητές προσπαθούν κατά καιρούς να διακρίνουν πίσω από τις περιγραφές των αντιπάλων του την πραγματική του διδασκαλία. Φαίνεται πολύ πιθανό ότι η διδαχή του διέθετε βάθος και συνοχή. Είναι όμως σχεδόν αδύνατο να αποκατασταθεί πλέον επαρκώς και να γίνει κατανοητή στο σύνολό της. Οι αντίπαλοί του προτίμησαν να συκοφαντήσουν το πρόσωπο παρά να αντιπαρατεθούν στη διδασκαλία. Από ό,τι φαίνεται άλλωστε, ούτε οι ίδιοι γνώριζαν πολλά για το περιεχόμενό της, μολονότι κυκλοφορούσαν βιβλία των οπαδών του. Στην ιστορία ο Σίμων δεν παραδόθηκε ως μύστης αλλά ούτε και ως αξιόλογος αιρετικός. Παραδόθηκε ως μάγος.

Οι αντιαιρετικοί συγγραφείς επέμεναν ότι ο Σίμων συνοδευόταν στις περιοδείες του από την Ελένη. Επρόκειτο, καθώς υπογράμμιζαν, για μια κοινή πόρνη από την Τύρο της Φοινίκης. Την είχε εξαγοράσει ο Σίμων και την εμφάνιζε ως το πρόβατον το απολωλός, αλλά και ως πνεύμα άγιον. Στην προσπάθειά τους να την δυσφημίσουν, ορισμένοι συγγραφείς την παρουσιάζουν, εκτός από πόρνη, και ως κρυφή ερωμένη του Σίμωνα. Το πολεμικό ύφος και η ποικιλία των παραλλαγών συσκοτίζουν τη σχετική διδασκαλία των σιμωνιανών. Αφήνουν πάντως να διαφανεί, κάπως, η σημασία την οποία οι οπαδοί του Σίμωνα απέδιδαν στο μύθο της Ελένης.
Σύμφωνα με βάσιμες μαρτυρίες, οι σιμωνιανοί είχαν κατασκευάσει και προσκυνούσαν εικόνες του Σίμωνα και της Ελένης. Στον Σίμωνα έδιναν τη μορφή του Δία και στην Ελένη τη μορφή της Αθηνάς. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς θεωρούσαν την πρακτική αυτή ειδωλολατρική. Την ίδια εποχή ωστόσο, διάφορες χριστιανικές ομάδες είχαν ήδη αρχίσει να κατασκευάζουν εικόνες του Ιησού, του Πέτρου, του Παύλου, και του Ιωάννη.
Μια εκδοχή θέλει την Ελένη και τον Σίμωνα να ξεκινούν τη σταδιοδρομία τους ως μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Παραδοξότερη πάντως, και ίσως για αυτό πιο ενδιαφέρουσα, είναι η συνηθέστερη εκδοχή που θέλει την Ελένη να ταυτίζεται με τη θρυλική ηρωίδα του Τρωικού πολέμου. Οι χριστιανοί συγγραφείς που επαναλαμβάνουν τον ισχυρισμό δηλώνουν ότι τον παρέλαβαν από τους σιμωνιανούς. Με δεδομένο ότι δεν τους χρησίμευε ιδιαιτέρως στην πολεμική τους, μπορούμε να δεχτούμε ότι πράγματι δεν τον επινόησαν οι ίδιοι.
Ο σιμωνιανός μύθος για την ωραία Ελένη είναι συγκεχυμένος. Κοινό στοιχείο στις διάφορες παραλλαγές είναι η αναφορά στο κάλλος της γυναίκας και ο ρόλος της στη σύγκρουση Ελλήνων και Τρώων – αλλά και γενικότερα, των Ελλήνων με τους βαρβάρους. Μέσα από διαδοχικές «μετενσωματώσεις» ή μεταμορφώσεις, η Ελένη κινήθηκε από τον υψηλότερο ουρανό σε άλλους ουρανούς, και τέλος έφτασε στη γη. Πήρε τη μορφή της ωραίας βασίλισσας και προκάλεσε τον γνωστό πόλεμο. Την ίδια στιγμή πάντως που οι Έλληνες τη διεκδικούσαν έξω από τα τείχη της Τροίας, οι Τρώες κατείχαν μόνο την εικόνα της. Η πραγματική Ελένη κατοικούσε με τον ύψιστο Θεό. Στο τέλος, οι δυνάμεις του κόσμου την υποδούλωσαν και την εγκατέστησαν δέσμια στο πορνείο της Τύρου. Για την απολύτρωσή της κατέβηκε από τους ουρανούς ο Σίμων, εξασφαλίζοντας έτσι τη σωτηρία όλων των ανθρώπων.

Υπάρχει ένας διάφανος συμβολισμός στον σιμωνιανό μύθο. Η Ελένη εκπροσωπούσε το κάλλος του ελληνικού πολιτισμού. Η γοητεια της αντιπροσώπευε την ακαταμάχητη έλξη της ελληνικής σοφίας. Κάθε ομορφιά ενέχει ωστόσο κινδύνους. Οι Τρώες είχαν κάποτε καταστραφεί για να κατακτήσουν ένα αδειανό πουκάμισο. Ο Σίμων ισχυριζόταν ότι μπορούσε να απελευθερώσει τη σοφία των Ελλήνων για χάρη της ανθρωπότητας. Με τις ιουδαϊκές του καταβολές ήταν σε θέση να διακρίνει το ζωογόνο πνεύμα της από το γοητευτικό της ένδυμα, και να οδηγήσει τους οπαδούς του στις μακρινές, πανανθρώπινες ρίζες. Οι φιλοσοφικές επεξεργασίες των μετενσαρκώσεων του πρόσφεραν τα εννοιολογικά εφόδια. Η δική του επίγεια και εφήμερη παρουσία ήταν έκφανση μιας προαιώνιας, ανολοκλήρωτης κοσμογονίας.
Ορισμένοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς δίνουν την εντύπωση ότι κατανόησαν το συμβολισμό. Στη διδαχή του Σίμωνα και άλλων αιρετικών έβλεπαν ωστόσο την απόλυτη πλάνη. Πίστευαν ότι η Ελένη είχε ασκήσει τη γοητεία της και ότι είχε μετατρέψει τους θαυμαστές της σε μαθητευόμενους μάγους. Εκκινώντας από τη σοφία των βαρβάρων, τους οποίους εκπροσωπούσαν οι Ιουδαίοι, οι αιρετικοί είχαν υποδουλωθεί στη σοφία των Ελλήνων. Το κάλλος της Ελένης τους είχε ξεγελάσει. Επρόκειτο για μια κοινή πόρνη και δεν χρειαζόταν ένας πόλεμος γαι να κατακτηθεί. Αρκούσε να πληρώσει κανείς λίγα νομίσματα στον προαγωγό της.
Οι δάσκαλοι του ορθόδοξου χριστιανισμου ήταν βιαιότατοι στην κριτική τους επειδή απειλούνταν και οι ίδιοι από την σοφία των Ελλήνων. Ήταν και αυτοί μαγνητισμένοι από το κάλλος της Ελένης. Για να προφυλαχθούν, λοιπόν, εμφανίζονταν εχθρικότεροι έναντι των Ελλήνων από ό,τι πράγματι ήταν. Όπως και ο ίδιος ο Σίμων, οι μεγάλοι εκκλησιαστικοί πατέρες είχαν πάντα τη βεβαιότητα ότι μπορούσαν να αντλήσουν από τη σοφία του ελληνισμού χωρίς να κάνουν παραχωρήσεις στα δόγματά τους. Τις υπερβολές τις έβλεπαν πάντα στους Έλληνες.
Στο μύθο των σιμωνιανών, οι χριστιανοί απάντησαν με έναν άλλο μύθο. Κατασκεύασαν μια ιστορία αναμέτρησης του Σίμωνα του Μάγου με τον συνονόματό του Σίμωνα Πέτρο. Το σκηνικό στήθηκε στη Ρώμη. Τριγύρω συνέρρεαν τα πλήθη. Η σύγκρουση δύο γιγάντων είχε ως τραγική κατάληξη την πανωλεθρία του μάγου. Από τον ουρανό όπου πετούσε με τη συνεργία δαιμόνων, ο Σίμων τσακίστηκε στη γη. Ζήτησε από τους φίλους του να τον θάψουν και υποσχέθηκε να αναστηθεί σε τρεις μέρες. Αλλά κανείς δεν τον ξανάδε. Ορισμένοι ισχυρίζονταν ότι αυτοκτόνησε.

Κάποιος χριστιανός συγγραφέας σκέφτηκε να δώσει στο μύθο του Σίμωνα πιο ολοκληρωμένη μορφή. Έγραψε ένα εκτενές μυθιστόρημα, με αναζητήσεις και περιπέτειες, όπως απαιτούσαν οι συμβάσεις της εποχής. Ήρωας του μυθιστορήματος ήταν ο Κλήμης, μαθητής του αποστόλου Πέτρου. Μέσα στο αφήγημα εμφανίζεται και ο πατέρας του Κλήμη, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Φαύστος, καθώς και τα αδέλφια του, ο Φαυστίνος και ο Φαυστινιανός.
Η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο συνονόματους συνεχιζόταν χωρίς σαφή κατάληξη. Διαπιστώνοντας το αδιέξοδο, ο Πέτρος αποφάσισε να καταδώσει τον Σίμωνα στις ρωμαϊκές αρχές ως μάγο. Η μαγεία καταδικαζόταν με θάνατο και έτσι η επικίνδυνη διδασκαλία θα τερματιζόταν με τη φυσική εξόντωση του εισηγητή της. Περιπλανώμενος και παραπλανημένος, ο Σίμων αντιλήφθηκε την παγίδα. Για να διαφύγει έλαβε με τις μαγγανείες του τη μορφή του Φαύστου, δίνοντας στο γέρο τη δική του. Ο Πέτρος κατάφερε πάντως να αξιοποιήσει το τέχνασμα και να δυσφημίσει τον αντίπαλό του. Η αναμέτρηση κατακυρώθηκε υπέρ του αποστόλου.
Στην πραγματικότηταο μάγος δεν χάθηκε από το πρόσωπο της γης, όπως ισχυρίζονταν οι αντίπαλοί του. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν τον είδαν βεβαίως να εμφανίζεται ξανά, τον είδαν όμως οι οπαδοί του. Πως αλλιώς να ερμηνεύσουμε το γεγονός της επιβίωσης των σιμωνιανών τουλάχιστον έως τον τέταρτο αιώνα;
Ο Σίμων εκμεταλλεύτηκε πάντως και άλλες ευκαιρίες ή μετενσαρκώσεις. Στο τέλος του μυθιστορήματος είχε ακόμα τη μορφή του μελαγχολικού αριστοκράτη Φαύστου και σκέφτηκε, καθώς φαίνεται, ότι μπορούσε να συνεχίσει τον ανήσυχο δρόμο του. Ο γιος του Φαύστου, ο Κλήμης, έχοντας σπουδάσει τα ελληνικά γράμματα, περιπλανήθηκε στη Μεσόγειο, αναζητώντας τον Θεό και την αλήθεια. Κάποια στιγμή φλερτάρισε με την ιδέα της νεκρομαντείας και οδηγήθηκε στην Αίγυπτο. Ύστερα πήγε στην Παλαιστίνη όπου γνώρισε τον Πέτρο, πριν καταλήξει τοπικός ηγέτης στη χριστιανική κοινότητα της Ρώμης. Θεωρώντας πιθανότατα τον εαυτό του γνήσιο συνεχιστή της οικογένειας, ο Σίμων, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, στράφηκε και αυτός στις σπουδές και τις έρευνες, μελετώντας αστρονομία, μεταφυσική και μαγεία.
Τον 16ο αιώνα πίστεψε πως είχε έρθει η στιγμή να κάνει πάλι την εμφάνισή του. Λίγα χρόνια αργότερα, το1587 εκδόθηκε στα γερμανικά ένα νέο μυθιστόρημα που προσπαθούσε να αφηγηθεί την ιστορία του. Το διάβασε ο Βρετανός δραματουργός Μάρλοου και το απαθανάτισε σχεδόν αμέσως στο γνωστό θεατρικό του έργο Δόκτωρ Φάουστους. Από μια λαϊκή εκδοχή του θεατρικού έργου που παιζόταν με μαριονέτες, την υπόθεση πληροφορήθηκε και ο Γκαίτε, ο οποίος ξεκίνησε το 1773 την δική του αναμέτρηση με το θρύλο.
Παρά τα πολλά χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, ο ήρωας διατηρούσε ακόμα βασικά χαρακτηριστικά του αρχαίου μάγου. Ανάμεσα σε άλλα, μεταχειριζόταν κάθε μέσον, πετούσε στους ουρανούς και αναζητούσε την ομορφιά και την αλήθεια. Τόσο στην εκδοχή του Μάρλοου όσο και του Γκαίτε διατηρεί τον πόθο του για την ωραία Ελένη. Δεν ξέρω γιατί αλλά στην εκδοχή του Τόμας Μανν η ωραία Ελένη παραμένει ανώνυμη – ο ήρωας του μυθιστορήματος την αποκαλεί Εσμεράλδα. Εξακολουθεί να είναι πάντως μια σαγηνευτική και επικίνδυνη πόρνη. Ταυτοχρόνως πηγή μοναδικής ή μάλλον δαιμονικής έμπνευσης.
Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Τόμας Μάνν εμφανίζει τον ήρωά του, μετά την ερωτική του εμπειρία με την Εσμεράλδα, να αναφωνεί Δεήθητε υμείς υπέρ εμού – και μάλιστα στα παλαιά γερμανικά του Λούθηρου. Με τα ίδια ακριβώς λόγια ολοκληρώνει την εμφάνισή του ο Σίμων στις Πράξεις των Αποστόλων (8:24). Αν κρίνουμε από την τροπή που πήραν τα πράγματα, ο Πέτρος δεν είχε προσευχηθεί για τον αντίπαλό του. Τον άφησε να περιπλανιέται από αιώνα σε αιώνα και από τη μία μετενσάρκωση στην άλλη.


___________________
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Πληροφορίες για τον Σίμωνα, μετά από τις Πράξεις, δίνει πρώτος ο Ιουστίνος στην πρώτη Απολογία του. Ο Ιουστίνος πάντως δεν ισχυρίζεται ότι ο Σίμων πήγε ποτέ στη Ρώμη, μολονότι μπορεί να έδωσε την εντύπωση αυτή που αποτέλεσε τη βάση όλης της μεταγενέστερης μυθολογίας. Στη Ρώμη πρωτοεμφανίζεται ο Σίμων στις απόκρυφες Πράξεις Πέτρου. Ο Ωριγένης αναφέρεται στους σιμωνιανούς σταο σύγγραμμά του Κατά Κέλσου 1.57, 5.62, 6.11. Τον τέταρτο αιώνα ο Ευσέβιος δίνει την εντύπωση ότι υπήρχαν ακόμα σιμωνιανοί (Εκκλησιαστική ιστορία 2.1, 13). Για εικόνες του Σίμωνα και της Ελένης πρώτος κάνει λόγο προς το τέλος του δεύτερου αιώνα ο Ειρηναίος στο πρώτο βιβλίο του συγγράμματός του Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως. Ο μόνος εκκλησιαστικός συγγραφέας που γνώριζε το περιεχόμενο ενός σιμωνιανού βιβλίου με τίτλο Μεγάλη Απόφασις, είναι ο Ιππόλυτος. Το αναφέρει στο έκτο βιβλίο του έργου του. Έλεγχος κατά πασών αιρέσεων. Συμπληρωματικές πληροφορίες δίνει ο Επιφάνιος στο Πανάριον 21-2 και άλλοι. Ο Σίμων εμφανίζεται ως μαθητής του Βαπτιστή στο μυθιστορηματικό σύγγραμμα Κλήμεντος των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή, γνωστό στη σύγχρονη φιλολογία ως Κλήμεντος, Ομιλίαι. Η ίδια ιστορία διασώζεται και σε λατινική παραλλαγή που είναι γνωστή ως Recognitiones.
Μεταξύ άλλων μια σύνθεση της διδασκαλίας του Σίμωνα με σχολαστική έρευνα των πηγών επιχείρησε από θεοσοφική σκοπιά ο G.R.S. Mead το 1892. Την πρώιμη χρήση εικόνων στις χριστιανικές κοινότητες εξετάζω στο άρθρο μου «Η πρώιμη χριστιανική εικονογραφία και τα πορτραίτα Φαγιούμ» στο Φ.Ι. Κακριδής, Ι. Τουλουμάκος, Ο. Τσαγκαράκης, Γ. Μ. Σηφάκης (επιμέλεια), Κτερίσματα: Φιλολογικά μελετήματα αφιερωμένα στον Ιωάννη Σ. Καμπίτση (1938-1990) Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2000. Τις εκδόσεις και το περιεχόμενο των λεγόμενων Κλημεντίων συγγραμμάτων παρουσιάζω στον β’ τόμο των Αποκρύφων χριστιανικών κειμένων που πρόκειται να εκδώσει σύντομα ο Ιωάννης Καραβιδόπουλος. Με τη σύγκρουση Σίμωνα και Πέτρου ασχολούμαι στο άρθρο μου «The holy man and the sorcerer or How to distinguish between good and evil in early Christianity» που πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά Συμποσίου του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας. Για τον Δόκτορα Φάουστους του Christopher Marlowe ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί τη μετάφραση του Κλείτου Κύρου, εκδ. Αγρα, 1990. και για τον Φάουστ του Γκαίτε τη μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη εκδ. Γαβριηλίδη 2001.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ
ΑΠΟΚΡΥΦΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ 2002

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Β´Ὁ Ἡδονικὸς Ἐλπήνωρ - Γιῶργος Σεφέρης



Τὸν εἶδα χτὲς νὰ σταματᾶ στὴν πόρτα
κoιτῶ ἀπὸ τὸ παράθυρό μου θἄ᾿ταν
ἑφτὰ περίπου μιὰ γυναίκα ἦταν μαζί του.
Εἶχε τὸ φέρσιμο τοῦ Ἐλπήνορα, λίγο πρὶν πέσει
νὰ τσακιστεῖ, κι ὅμως δὲν ἦταν μεθυσμένος.
Μιλοῦσε πολὺ γρήγορα, κι ἐκείνη
κοίταζε ἀφηρημένη πρὸς τοὺς φωνογράφους-
τὸν ἔκοβε καμιὰ φορὰ νὰ πεῖ μία φράση
κι ἔπειτα κοίταζε μ᾿ ἀνυπομονησία
ἐκεῖ ποὺ τηγανίζουν ψάρια- σὰν τὴ γάτα.
Αὐτὸς ψιθύριζε μ᾿ ἕνα ἀποτσίγαρο σβηστὸ στὰ χείλια:
- Ἄκουσε ἀκόμη τοῦτο. Στὸ φεγγάρι
τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν κάποτε σὰν τὸ καλάμι
ἀνάμεσα σὲ ζωντανοὺς καρποὺς — τ᾿ ἀγάλματα-
κι ἡ φλόγα γίνεται δροσερὴ πικροδάφνη,
ἡ φλόγα ποὺ καίει τὸν ἄνθρωπο, θέλω νὰ πῶ.
- Εἶναι τὸ φῶς... ἴσκιοι τῆς νύχτας...
- Ἴσως ἡ νύχτα ποὺ ἄνοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινὸς κόρφος, καὶ σὲ γέμισε ἄστρα
κόβοντας τὸν καιρό.
Κι ὅμως τ᾿ ἀγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τὸν πόθο
στὰ δυό, σὰν τὸ ροδάκινο κι ἡ φλόγα
γίνεται φίλη μὰ στὰ μέλη κι ἀναφιλητὸ
κι ἔπειτα φύλλο δροσερὸ ποὺ παίρνει ὁ ἄνεμος-
λυγίζουν γίνουνται ἀλαφριὰ μ᾿ ἕνα ἀνθρώπινο βάρος.
Δὲν τὸ ξεχνᾶς.
- Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
-Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις;
θέλω νὰ πῶ μὲ τὰ σπασμένα μέλη τους,
μὲ τὴν ἀλλοτινὴ μορφή τους ποὺ δὲ γνώρισες
κι ὅμως τὴν ξέρεις.
Ὅπως ὅταν
στὰ τελευταῖα τῆς νιότης σου ἀγαπήσεις
γυναίκα ποὺ ἔμεινε ὄμορφη, κι ὅλο φοβᾶσαι,
καθὼς τὴν κράτησες γυμνὴ τὸ μεσημέρι,
τὴ μνήμη ποὺ ξυπνᾶ στὴν ἀγκαλιά σου-
φοβᾶσαι τὸ φιλὶ μὴ σὲ προδώσει
σ᾿ ἄλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
ποὺ ὡστόσο θὰ μποροῦσαν νὰ στοιχειώσουν
τόσο εὔκολα τόσο εὔκολα καὶ ν᾿ ἀναστήσουν
εἴδωλα στὸν καθρέφτη, σώματα ποὺ ἦταν μία φορὰ-
τὴν ἡδονή τους.
Ὅπως ὅταν
γυρίζεις ἀπ᾿ τὰ ξένα καὶ τύχει ν᾿ ἀνοίξεις
παλιὰ κασέλα κλειδωμένη ἀπὸ καιρὸ
καὶ βρεῖς κουρέλια ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσες
σὲ ὄμορφες ὧρες, σὲ γιορτὲς μὲ φῶτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, ποὺ ὅλο χαμηλώνουν
καὶ μένει μόνο τὸ ἄρωμα τῆς ἀπουσίας
μιᾶς νέας μορφῆς.
Ἀλήθεια, τὰ συντρίμμια
δὲν εἶναι ἐκεῖνα- ἐσὺ ῾σαι τὸ ρημάδι-
σὲ κυνηγοῦν μὲ μία παράξενη παρθενιὰ
στὸ σπίτι στὸ γραφεῖο στὶς δεξιώσεις
τῶν μεγιστάνων, στὸν ἀνομολόγητο φόβο τοῦ ὕπνου-
μιλοῦν γιὰ περιστατικὰ ποὺ θὰ ἤθελες νὰ μὴν ὑπάρχουν
ἢ νὰ γινόντουσαν χρόνια μετὰ τὸ θάνατό σου,
κι αὐτὸ εἶναι δύσκολο γιατί...
-Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
Καληνύχτα.
-... γιατὶ τ᾿ ἀγάλματα δὲν εἶναι πιὰ συντρίμμια,
εἴμαστε ἐμεῖς. Τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν ἀλαφριὰ ... καλή-
νύχτα.
Ἐδῶ χωρίστηκαν. Αὐτὸς ἐπῆρε
τὴν ἀνηφόρα ποὺ τραβάει κατὰ τὴν Ἄρκτο
κι αὐτὴ προχώρεσε πρὸς τὸ πολύφωτο ἀκρογιάλι
ὅπου τὸ κύμα πνίγεται στὴ βοὴ τοῦ ραδιοφώνου:



Γιῶργος Σεφέρης 
Κίχλη 
Εκδόσεις Ίκαρος 1947