Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

Τὸ καλοκαίρι ἐπέρασε... - Νίκος Καββαδίας



Τώρα τὸ καλοκαίρι πάει ... ἐπέρασε ...
Κ ̓ εἶνε καιρὸς νὰ φύγουμε γιὰ πέρα.
Δυὸ μῆνες ἐπεράσαμε ἔτσι ἄσκοπα
ἂν κ ̓ εἴχαμε πολλὲς ἰδέες στὸ νοῦ μας.

Ἐκεῖνα ποὺ σκεφθήκαμε δὲν κάναμε
καὶ πάντα τ ̓ ἀναβάλαμε γιὰ τ ̓ αὔριο
γιὰ κάποιαν κάθε μέρα γράμμα ἐγράφαμε
ποὺ ὅμως αὐτὴ δὲν τόλαβεν ἀκόμα.

Σὲ ναυτικὲς ταβέρνες ἐκαθήσαμε
σὲ γέρους πλάϊ ποὺ λέγαν ἱστορίες
καὶ ποὺ συχνά, σιγὰ μᾶς ἐσυμβούλευαν
μὲ λόγια ποὺ πιὰ τἄχαμε ξεχάσει.

Σὲ πανηγύρια πήγαμε χωριάτικα
ψηλὰ σὲ ρημοκλήσια γκρεμισμένα
κι ἐπιάσαμε μαντήλι καὶ χορέψαμε
μὲ παληκάρια, καὶ παιδοῦλες νιές.

Πολλὲς φορὲς τ ̓ ἀγέρι μᾶς ἐκοίμισε
μέσα σὲ βάρκα ... κάτω ἀπ ̓ ἕνα δέντρο
κι ἐκάναμ ̓ ἕναν ὕπνο τόσον ἥσυχο
ἔτσι μακρὺ ... σὰ νἄχαμε πεθάνει ...

Καὶ τ ̓ αὔριο ποτὲ δὲν ἐσκεφθήκαμε
οὔτε καὶ τὴ ν ἡμέρα τῆς φυγῆς μας.
... Τώρα τὸ πλοῖο μᾶς παίρνει. Πέρα τὸ ἄγνωστο
ἢ τρικυμίες!, οἱ μπόρες! ...

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ 13.09.1928

Δημοσιεύτηκε στὸ Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας στὶς 21 Ὀκτωβρίου 1928, ἀρ. φύλλου 153, σελίδα 3.

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Μαύρη λίστα - Νίκος Καββαδίας






Εἶναι κάτι μεσόκοποι καπεταναῖοι Ἐγγλέζοι,
ποὺ φάγανε τὰ νιάτα τους στὶς γέφυρες ἀπάνω,
σὲ βάρδιες ἐξαντλητικές, κοιτώντας τὰ φανάρια,
σὲ θεωρίες παράξενες γιὰ στίγματα, γιὰ μήκη,
ποὺ ὅλη στὸ νοῦ τους κλείσανε τὴ ναυτικὴ ἐπιστήμη.
Μὰ θὲς ἀπὸ τὴν κούραση ἢ ἀπ᾿ τὸ πολὺ ποὺ ἐπίναν
ἔπεσαν ἔξω, τὸ μεγάλο δίπλωμα τοὺς πῆραν,
στὴ «Μαύρη Λίστα» γράφτηκαν κι ἕνα χαρτὶ τοὺς δώσαν,
ἕνα χαρτὶ ποὺ δίνουνε μονάχα στοὺς λοστρόμους.
Καὶ τότε αὐτοί, ἀπὸ κούραση κι ἀπὸ πικρία γιομάτοι,
στὶς πολιτεῖες τους μείνανε καὶ δὲν ἑξαναφύγαν.



Ξέρω κάτι μεσόκοπους Ἐγγλέζους καπετάνιους,
ἀλκολικούς, μὲ τὶς χρυσὲς ποὺ σχίστηκαν στολές τους,
ποὺ ὅλη τὴ μέρα μὲς στὰ μπὰρ γυρίζουνε καὶ πίνουν,
τσίκλα μασᾶν, αἰσχρολογοῦν, φωνάζουν, φτύνουν χάμω,
μὰ σὰν βραδιάσει κι ἀρχινᾶν νὰ φεύγουν τὰ καράβια,
κάνοντας μέσα στὰ νερὰ τοῦ λιμανιοῦ μπρὸς πίσω,
βγαίνουν αὐτοὶ καὶ κρίνουνε μὲ πεῖσμα τὶς μανοῦβρες.
Πολλὲς φορὲς μαλώνουνε, παίζουν γροθιὲς καὶ βγάζουν
κάτι μαχαίρια ναυτικὰ τοῦ Σέφιλντ σκουριασμένα.
χτυπιοῦνται καὶ πεθαίνουνε πάνω σὲ μπάλες κάμποτ
ἢ σὲ τσουβάλια ἀπ᾿ τὸ Penang μπαχαρικὰ γιομάτα.



Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ - Νίκος Καββαδίας


Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
-μια γριά σ' ένα πολύβοο καφενείο-
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Πούσι - Νίκος Καββαδίας




Επεσε το πούσι αποβραδίς
-- το καραβοφάναρο χαμένο --
κ' έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μές στην τιμονιέρα να με δείς.

Κάτασπρα φοράς κ' έχεις βραχεί,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυό του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία· θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κ' είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ηρθες να με δεις κι όμως δε μ' είδες
έχω απ' τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ' απ' τις Εβρίδες.

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Αρμίδα - ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ' αυτό θα φύγετε και σείς,
είναι φορτωμένο με χασίς
κ' έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

Μήνες τώρα που 'χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο που να πάμε στο Περού 
το φορτίο θα το 'χουμε καπνίσει.

Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένα γέρος ήλιος μας κοιτά 
και μας κλείνει που και που το μάτι.

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
-που να ξοδεύτηκαν τόνοι χίλιοι;
μας προσμένουν πίπες αδειανές 
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

Ξεχασμένο τ' άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλωριά Γοργόνα μια βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

Κι έπειτα στις ξερές του Ακορά
τσούρμο τ' άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.