.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 30 Απριλίου 2023

Και όμως κινείται – Αντώνης Φωστιέρης

 
Πεζός διασχίζω το φως
Σηκώνοντας ένα σακούλι απουσίας:
εμένα.
Περνάω τοπία και πόλεις
Μιλάω μ’ ανθρώπους κλειστούς
Που ακούραστα σκαλίζουνε
την άγνωστη ύπαρξή τους
στον αέρα
Οι μέρες να γυρνάνε τις σελίδες
Αχνές, σα φύλλα κρεμμυδιού
Κεντρίζοντας δάκρυα.
Πότε ξημέρωσε πρώτη φορά στα μάτια μου;
Χοντρά, κωφάλαλα τα πράγματα
Υποστηρίζουνε πεισματικά ένα σχήμα
Και μόνο η μουσική με τα ρευστά της κύματα
Υψώνει την άμορφη μοίρα
Στην πιο τιμημένη στιγμή της:
το ίσως.

Α, πόσο αντίδικη μνήμη ο χρόνος
Σα δείχνει γελοίο το κλάμα
Την έξαρση μάταιη
Και νικητή αναδεικνύει ξανά την προδοσία
Καλώντας την κίνηση!

Αυτό θυμηθείτε για λίγο
Αυτό οι μαθητές της φθοράς
Μες στο φως:
Πως λιώνει από μέσα το πρόσωπο
Πως
το  τώρα αλλοιώνει τα πάντα
Και πως
σα μελάνι συμπάθειας μένει
Μια στάλα το απύθμενο
αίσθημα.

Κυριακή 23 Απριλίου 2023

Τρία ποιήματα – Νικόλαος Κάλας


1
Άθεος μονάχα ο Ερμαφρόδιτος
του κήπου των Γραμμάτων
«Ειμί ο ων». Πρεσβεύει
πως το καλόν είναι ασθένεια του 
κακού
κι ότι καταπολεμιέται
απ’ τους αλχημιστές του λόγου
από πλανόδιους ταχυδακτυλουργούς
κι άλλους πεπλανωμένους
σε μια διασταύρωση τέμνει
η τύχη την ιστορία
σε άλλη την αγάπη.
Έτσι ξαναγεννιέται η Ελευθερία.

2
Απροσδόκητος ο σχηματισμός αυτής της νέας μορφής
με αξέχαστην εικόνα. Παρατηρώ ένα φαινόμενο
δίχως να καταφύγω στη νοσταλγία
το ποίημα δεν ακούει ούτε βλέπει
ξαναδιαβάζεται. Το νυν λειτουργεί καλύτερα
όταν δεν μυθολογεί κι αποκαλύφτει σχίσματα
ελευθερίας κι αγάπης αναγέννηση.

3
Πόσο μου θυμίζει η Μύκονος αυτής της κάρτας
την Μύκονο της προπολεμικής μου ζωής.
Είναι ο εαυτός μου που δυσαναλογεί. Επέστρεψα
στραμμένος προς το μέλλον. Στο επόμενο σαρανταοκτάωρο
διαλήψεων και παραλήψεων ίσως συμπεριληφθούν ευρήματα

Οι τουριστικές τετραχρωμίες ανεμοσκορπίζονται
το πρόστυχο πληθαίνει κι εξαλείφεται
το επάξιον είναι του σκανδάλου.

Κυριακή 16 Απριλίου 2023

Θρησκεία ή Οδηγός των Παιδιών για την Γνώση – Ezra Pound

Τι είναι Θεός;
Θεός είναι μια αιώνια κατάσταση του νου.
Τι είναι φαύνος;
Ο φαύνος είναι ένα απλό δημιούργημα.
Τι είναι νύμφη;
Η νύμφη είναι ένα απλό δημιούργημα.
Πότε ένας θεός αποκαλύπτεται;
Όταν οι καταστάσεις του νου παίρνουν μορφή.
Πότε ένας άνθρωπος γίνεται θεός;
Όταν μπαίνει σε μια από αυτές τις καταστάσεις του νου.
Ποια είναι η φύση των μορφών με τις οποίες αποκαλύπτεται ένας θεός;
Είναι ποικίλες αλλά διατηρούν σταθερά ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Είναι όλες οι αιώνιες καταστάσεις του νου θεοί;
Θεωρούμε ότι είναι.
Είναι όλες οι διαρκείς καταστάσεις του νου θεοί;
Δεν είναι.
Με ποια χαρακτηριστικά αναγνωρίζουμε τις θεϊκές μορφές;
Με την ομορφιά.
Κι αν οι μορφές που μας παρουσιάζονται δεν είναι όμορφες;
Τότε είναι δαίμονες.
Κι αν είναι αλλόκοτες:
Ίσως είναι καλά πνεύματα.
Ποια είναι τα είδη της γνώσης;
Υπάρχει άμεση γνώση και γνώση εξ ακοής.
Έχει καμιά αξία η γνώση εξ ακοής;
Έχει κάποια αξία.
Ποια είναι η σημαντικότερη γνώση εξ ακοής;
Η σημαντικότερη γνώση εξ ακοής είναι οι παραδόσεις των θεών.
Σε τι χρησιμεύουν οι παραδόσεις αυτές;
Μας λένε να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά.
Με ποιο τρόπο αποκαλύπτονται οι θεοί;
Με μορφή και χωρίς μορφή.
Σε τι εμφανίζονται όταν παίρνουν μορφή;
Στην αίσθηση της γνώσης.
Μπορούν όταν παίρνουν μορφή, να εμφανιστούν σε ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αίσθηση της όρασης;
Μπορούμε να πετύχουμε μια αίσθηση της παρουσίας τους σαν να στέκονται πίσω μας.
Και στην περίπτωση αυτή μπορούν να αποκτούν μορφή;
Ίσως αισθανόμαστε ότι αποκτούν σίγουρα μορφή.
Υπάρχουν ονόματα για τους θεούς;
Οι θεοί έχουν πολλά ονόματα. Είναι τα ονόματα που χρησιμοποιούνται στην παράδοση.
Είναι βλαβερή η χρήση αυτών των ονομάτων;
Δεν είναι κακό να καταλαβαίνουμε τους θεούς από τα ονόματά τους.
Πως θα μπορούσε να καταλάβει κάποιος ένα θεό από τ’ όνομά του;
Καλύτερα να καταλάβει το θεό από τη μορφή του, ή με την αίσθηση της γνώσης κι αφού τον καταλάβει μ’ αυτό τον τρόπο, να σκεφτεί τ’ όνομά του ή τι μπορεί να είναι ένας θεός.
Γνωρίζουμε πόσοι θεοί υπάρχουν;
Οι άνθρωποι πρέπει να είναι ευχαριστημένοι μ’ ένα λογικό αριθμό.
Ποιοι είναι οι θεοί αυτής της λατρείας;
Ο Απόλλων και, κατά κάποιο τρόπο, ο Ήλιος, η Άρτεμη σε κάποιες φάσεις της κι επίσης, η θεά των  Κυθήρων.
Σε ποιους άλλους θεούς, σε αρμονία ή σε συνάφεια μ’ αυτή τη λατρεία, ταιριάζει να προσφέρουμε θυμίαμα;
Στην Κόρη και στη Δήμητρα, στους Λάρητες επίσης και στις Ορειάδες, και σε ορισμένα απλά δημιουργήματα.
Με τι ταιριάζει να ευχαριστούμε τις θεότητες αυτές και τα άλλα δημιουργήματα;
Ταιριάζει να τους ευχαριστούμε και να τους τρέφουμε με άνθη.
Τους χρειάζονται τέτοιες τροφές;
Θα ήταν ανόητο να το πιστεύαμε. Πάντως, είναι καλός οιωνός το γεγονός ότι πρέπει να τους ευχαριστούμε για να εμφανίζονται.
Έχουν εφαρμογή αυτά τα πράγματα στην Ανατολή;
τούτη η λατρεία προορίζεται για τη Δύση.
Μετάφραση - Εισαγωγή Αναστάσης Βιστωνίτης
[Το μικρό αυτό κείμενο σε στίχους, γραμμένο το 1918, αντιπροσωπευτικό των παγανιστικών καταβολών του Πάουντ, έχει αξία κατά τούτο. Πέρα από το παιχνιδιάρικο και ελαφρώς προκλητικό ύφος του (τα «παιδιά» εδώ δεν είναι παιδιά αλλά οι καθηγητές Πανεπιστημίου που δίδασκαν αρχαίες γλώσσες και Ιστορία των παλιών πολιτισμών) δίνει μερικά πολύ σημαντικά κλειδιά για την πρώιμη ποιητική περίοδο του Πάουντ, από την πρώτη του συλλογή «A Lume Spento», (Βενετία 1908), ως τα «Lustra», (1916). Δυστυχώς ο Πάουντ παραμένει στη χώρα μας ουσιαστικά αμετάφραστος. Πάντως, το κείμενο αυτό καθαυτό έχει την αξία του και δεν πρέπει να του δώσει κανείς διαφορετικές διαστάσεις απ’ αυτές που είχε στο νου του ο ίδιος ο ποιητής, όταν ένα χρόνο μετά, έγραφε στο περιοδικό «The New Age», τον Αύγουστο του 1919: «Στο διάβολο η θρησκεία. Ομολογεί την έσχατη ανικανότητά της τη μέρα που καίει τον πρώτο της αιρετικό»].
Περιοδικό Η Λέξη 
Τεύχος 1 Γενάρης 1981


Κυριακή 9 Απριλίου 2023

Το πάλεμα - Ανδρέας Καρκαβίτσας

Κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάβη Νούσα, το πάλεμα είχαν για ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη, όταν μπορούσανε ν’ αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονταν όλοι νέοι και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του αφέντη κι έτσι διαλαλούσε ο κήρυκας:
- Ακούστε, χωριανοί, κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλεύει ο Μήτρος Μπούρας με το γιο του τάδε!... Κερνάει τ’ αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!...
Μια φορά όμως δεν είπε το γιο του τάδε. Είπε το Διονύση Χάλη.
Ο Μήτρος Μπούρας ήταν χωριανός και τον ήξεραν όλοι. Όλοι γνώριζαν της χήρας τον ακριβογιό και τον αρρεβωνιαστικό της Σμάλτως, της λεβεντονιάς. Ήταν πρώτος στο πάλεμα και κανείς δεν αποτολμούσε να βγει στ’ αλώνι μαζί του. Κι ήταν για τούτο καύχημα του χωριού και ζωντανή ντροπή όλων των άλλων περίγυρα.
Μα ο Διονύσης Χάλης ήταν απ’ άλλο σύνορο, από τις Σοφάδες πέρα και κανείς δεν τον ήξερε. Ακουστά είχαν μόνον πως είναι φοβερός παλαιστής και ταίρι δεν έχει στον κάμπο το Λαρισινό και της Καρδίτσας τον κάμπο. Τον είδαν οι φρόνιμοι γερόντοι κι ανατρίχιασαν. Τον είδαν τα παλικάρια και λύθηκαν τα γόνατά τους. Πάει το χωριό τους· την πήρε την ντροπή!
- Μάνα μου! ψιθύρισε κι η Σμάλτω η λεβεντονιά.
Και χλώμιανε σαν το κερί!
Χτυπούν τα τούμπανα και φυσούν οι καραμούζες. Αναταράζεται η γη κι ο αέρας πασίχαρος διαλαλεί τον λαμπρόν αγώνα. Κι εμπρός, ανάμεσα στ’ αλώνι που σχημάτισε στρογγυλοκαθισμένος ο λαός, φαίνονται οι δυο παλαιστές γυμνοί, ολόγυμνοι. Μονάχα το κοντό πέτσινο βρακί, στη μέση δεμένο κομποθηλιά, σκεπάζει τ’ αμελέτητα. Μα χύνονται από κάτω λαχταριστά τα μηριά κι οι στρογγυλοί αρμοί των γονάτων κι οι άτζες μεστωμένες και οι τορνευτοί αστράγαλοι και τα καμαρωτά ποδάρια τους. Κι απάνω φαίνονται τα στήθη μάρμαρο κι οι ρώγες των βυζών χαλκοκόκκινες κάθονται στα γλυπτά στέρνα κι απλώνονται ζερβόδεξα καμαρωτοί οι ώμοι, και στα χυτά λαιμοτράχηλα πυργώνεται το κεφάλι σμιλευτό, με τα κατσαρά μαλλιά και το μουστάκι στριμμένο. Τα μπράτσα σιγοτρεμάμενα φανερώνουν τα χαλυβένια μούσκουλα και τα νεύρα τ’ αλύγιστα.
Έρχονται στ’ αλώνι και χαιρετούν ευγενικά το λαό δυο παλαιστές. Κάποιος χύνει από τη στάμνα λάδι στη χούφτα τους. Και κείνοι αλείφουν με το λάδι τα στήθη, τα μπράτσα, τα λαιμοτράχηλα, τα μηριά, ως κάτω στα στραγάλια. Αλείφουν ακόμη και το πέτσινο βρακί τους. Έπειτα, με τα χέρια ριμένα κάτω, σκάνε τα δάχτυλα τους τρανταχτά:
- Κραπ!... κραπ κραπ!...
Και προβαίνουν, ένας από τη μια μεριά κι άλλος από την άλλη, αργοκίνητοι, βεργολυγιστοί, με βήμα ελαφρό και μεγαλόπρεπο, με το σώμα τεντωμένο, που λες τώρα θα ψηλώσουν στον ουρανό. Αδιάφοροι στο σαχλολόγο παλιόκοσμο, στρέφουν τα μάτια κάτω στον πράσινο κάμπο κι αντίπερα στα γαλανά βουνά της Γκούρας, σαν σταυραϊτοί που διαλέγουν τη βουνοκορφή, να βρούνε ποθητή συντρόφισσα. Κι έπειτα μ’ έν’ άλλο κραπ!... κραπ κραπ!..., γυρίζουν αντιμέτωποι και ρίχνουν ράθυμα αλλά βαριά τα χέρια ένας στον ώμο τ’ αλλουνού και κοιτάζονται άγρια, πεισμωμένα.
- Σ’ έφαγα!
- Σ’ έφαγα!...
Μα αντί να φαγωθούν, παραιτεί ένας τον άλλον και μ’ ένα κραπ! κραπ κραπ!... σύγκαιρο, αρχίζουν πάλι την αντίθετη περιστροφή τους, με το ίδιο βάδισμα και το ίδιο κόρδωμα.
Τα τούμπανα χτυπούν, φυσούν οι καραμούζες κι ο αέρας πασίχαρος διαλαλεί στα τετραπέρατα τον λαμπρόν αγώνα.
- Τώρα δεν έχει χωρατά!
- Όχι δεν έχει χωρατά!...
Οι δυο παλαιστές αρπαχτήκανε στα χέρια. Έπαψαν τα χωρατά και τα ευγενικά χάδια. Οι δυο λέοντες που παίζανε πριν και χαδεύονταν ξαπλωμένοι στη χλωρωσιά, κάτω από τον ανοιξάτικο ήλιο και δαγκώνονταν άκακα και γλείφονταν τρυφερά, άναψαν τώρα. Μπορεί ο πράσινος τάπητας, ο ζεστός ήλιος ίσως, κέντησε το λαθροκρυμμένο στην ψυχή τους πάθος και πέφτουν μανιωμένοι ένας στον άλλον. Ανήμερη κοχλάζει η ψυχή τους· σπίθες πετούν τα μάτια τους. Δεν έχουνε πια λύπη ούτ’ έλεος! Αρπαγμένοι από τους ώμους, στυλώνουν τα πόδια τους στη γη, καμαρώνουν τα κορμιά και στέκουν ακίνητοι. Το πρόσωπό τους ήσυχο, δεν δείχνει καθόλου την αγωνία της ψυχής, ούτε των νεύρων την προσπάθεια. Κοιτάζουν μόνον, αντίθετα κοιτάζουν με τα μάτια τους τ’ ανοιχτά και λες πως κοιτάζουν, πως ψαχουλεύουν τον ορίζοντα, να ιδούν και να μετρήσουν σε ποιον κάμπο ή σε ποια θάλασσα θα σφεντονίσουν τον αντίπαλό τους.
- Δεν έχει χωρατά!
- Όχι τώρα δεν έχει χωρατά!...
Άξαφνα όμως να που ξεριζώθηκαν τα δυο κορμόδεντρα! Ο Χάλης γονάτισε, με το ένα πόδι στη γη στρωμένο· τ’ άλλο λυγισμένο στο γόνατο. Και με τα ατσαλένια μπράτσα κολλητά στη μέση του Μπούοα, πάσχει να τον φέρει κοντά του, να τον λυγίσει, να τον γκρεμίσει σωρό κουβάρι από πάνω του. Μα εκείνος σκυφτός, κάθετ’ απάνω του και τον βαραίνει με το βάρος του, έτοιμος να τον ρίξει τ’ ανάσκελα, να βάλει τη ράχη του στο χώμα. Έτσι μόνον θα σημαδευτεί η νίκη του.
Ο λαός περίγυρα καθισμένος, ολόρθος είτε σκυφτός· οι νέοι κι οι γέροι· οι νιες κι οι γριές· τ’ ανήλικα παιδιά σερνικοθήλυκα, κοιτάζουν τους παλαιστές με τρόμο. Είναι αληθινά εκείνος ο γονατιστός, ο Διονύσης ο Χάλης ο Σοφαδίτης! Κι είναι ο άλλος ο σκυφτός απάνω του ο Μήτρος Μπούρας, ο χωριανός τους! Παλεύουν αλήθεια, άνθρωποι με κρέας και κόκαλα, εργάτες του χωραφιού σαν κι αυτούς και σαν κι αυτούς φτωχοί και κακόμοιροι; Ή μην είναι δράκοι των παραμυθιών και παλεύουν για της βασιλοπούλας τα κάλλη; Ή μην τάχα είναι ο Διγενής του τραγουδιού ο ήρωας, και παλεύει το Χάρο για τη ζωή του; Δεν είναι, όχι, δράκοι· δεν είναι ούτε ο Διγενής κι ο Χάρος. Είναι οι δυο χωριάτες ολοζώντανοι, ο Χάλης ο περίφημος κι ο Κράπας ο θαυμαστός. Δεν παλεύουν για τα κάλλη της βασιλοπούλας ούτε για την ακριβή ζωή. Παλεύουν κι αγωνίζονται για να τιμήσουν τ’ όνομα και το χωριό τους.
Ο Μήτρος Μπούρας απάνω στον αντίπαλό του ξαπλωμένος βαρύς με τα πόδια τυλιγμένα στα πόδια εκεινού, με τα χέρια κολλημένα στα λαιμοτράχηλά του, βλέπει γύρω το λαό, τους χωριανούς του να του γνεύουν θαρρετά, να τον συμβουλεύουν να κρατεί καλά, χάμω να τον γκρεμίσει στο χώμα. Βλέπει αγνάντια τη λεβεντονιά, να χαμηλώνει κατακόκκινη τα μάτια και να σιγοτρέμει σαν καλάμι από τη λαχτάρα. Βλέπει κι ανάμεσα στα σκέλια του, κάτω από τα παλαμοδάχτυλά του το Διονύση Χάλη ξεθεωμένον, να σπαράζει σαν το σφαχτό κάτω από το γόνατο του μακελάρη και γελά με τον ανώφελον αγώνα του. Τον βλέπει να στριφογυρίζει σαν σερπετό, να πασπατεύει στο γλιστερό κορμί του, στα μηριά μέσα, στις άντζες κάτω κι απάνω στις μασκάλες, στους ώμους και τα λαιμοτράχηλα. Κάπου ζητούν να πιάσουν, να γατζώσουν τα χέρια, να λυγίσουν το κορμί, είτε να συνεπάρουν κομμάτι ζωντανό από κρέατα και κόκαλα. Μάταια όμως αγωνίζονται! Πώς κατάντησες, καημένε Σοφαδίτη! Τι θα γίνει τώρα τ’ όνομα το ξακουσμένο στη Λάρισα και στα Τρίκαλα μέσα;
Ο Μήτρος Μπούρας γελά κι αναπαύεται. Δεν προσμένει παρά κατάλληλη στιγμή που μ ένα επιδέξιο ανασήκωμα, θα στείλει τη ράχη του να φάει χώμα, να δείξει ολοφάνερα τη νίκη του. Γελά κι αναπαύεται και δεν προσέχει τα επίβουλα πασπατέματα του εχτρού ανάμεσα στα σκέλια του.
- Αχ! ακούστηκε άξαφνα φοβερό.
Πάραυτα σώπησε το τούμπανο και βουβάθηκαν Οι καραμούζες, λες και νέκρα πλάκωσε τη πλάση. Όχι, δεν πλάκωσε νέκρα την πλάση. Ο Μήτρος Μπούρας κείτεται βαρύς στο χώμα και βογκομαχά σαν πληγωμένο αγριοδάμαλο.
- Αχ! εβγήκε κι από το στόμα της Σμάλτως. Και τώρα κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλεμα έχουν για ξεφάντωμα τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη, όταν μπορούν ν’ αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονται όλοι νέοι και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του αφέντη κι έτσι διαλαλεί ο κήρυκας:
- Ακούστε, χωριανοί κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλεύει ο τάδες με τον τάδε!... Κερνάει τ’ αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!... Μα μην ξεχνάτε και το πάθημα του Μήτρου Μπούρα!…
Ανδρέας Καρκαβίτσας
Παλιές Αγάπες
Εκδόσεις Δαμιανός 1986

Κυριακή 2 Απριλίου 2023

Οδυσσέας - Ulysses - ALFRED TENNYSON



Λίγο το κέρδος, για έναν ράθυμο βασιλιά
Στην ήρεμη αυτή κόχη, μέσα στις άγονες
ξέρες, δίπλα σε γερασμένη γυναίκα.
Όλο να μοιράζω άνισους νόμους,
Σε μια άγρια ράτσα,
Που αποθηκεύει, τρώει και κοιμάται
Και καθόλου δε με νιώθει.
Δεν μπορώ να ησυχάσω από το ταξίδι:
Την ζωή θα πιω μέχρι τελευταίας σταγόνας:
Όλες τις φορές που περίσσεια απόλαυσα,
περίσσεια υπέφερα, τόσο με αυτούς που μ’ αγαπάνε
όσο και μόνος, στα ακρογιάλια, και όταν οι άνεμοι
τάραζαν το μαύρο πέλαγος: Απέκτησα όνομα:
Γιατί πάντα περιπλανιέμαι με πεινασμένη καρδιά.
Πολλά έχω δει και μάθει, πόλεις ανθρώπων
και ήθη, κλίματα, συμβούλια, κυβερνήσεις,
Εγώ δεν ήμουν τελευταίος, αλλά τιμημένος από όλους
Και ήπια την ευχαρίστηση της μάχης
με τους συντρόφους μου, Μακριά,
Στους κάμπους της ανεμοδαρμένης Τροίας.
Είμαι κομμάτι από όλα όσα έχω συναντήσει.
Ωστόσο η εμπειρία είναι μια αψίδα, μέσα από το άνοιγμά της
λάμπει ο αταξίδευτος κόσμος, τα σύνορα του οποίου
σβήνονται για πάντα, μόλις πλησιάζω.
Πόσο βαρετό να διακόπτεις, και να φτάνεις στο τέρμα!
Να σκουριάζεις αστίλβωτος, να μην λάμπεις από την χρήση!
Σαν να ήταν ζωή να αναπνέεις μόνο! Η ζωές συσσωρεύονται,
Η μια πάνω στην άλλη, είμαστε όλοι τόσο μικροί,
και από μένα τον ένα λίγα μένουν:
Όμως κάθε ώρα που σώζεται από την αιώνια σιωπή,
Κάτι περισσότερο είναι, κομιστής νέων πραγμάτων.
Και αχρείο θα ήταν, αν για 3 ήλιους
αποθηκεύσω και θησαυρίσω τον εαυτό μου,
αυτό το γκρίζο πνεύμα που λαχταράει
να ακολουθήσει την γνώση, όπως ένα πεφταστέρι
πέρα από το τελευταίο όριο της ανθρώπινης σκέψης.

Αυτός είναι ο γιός μου, ο δικός μου Τηλέμαχος
Στο οποίο αφήνω το νησί και το σκήπτρο,
Πολυαγαπημένος από μένα, επιφορτισμένος με το έργο αυτό,
Με σύνεση ξέρει τον λαό να ηρεμεί,
Και να του δείχνει το καλό και το χρήσιμο.
Άμεμπτος είναι, στο κέντρο της σφαίρας
των κοινών υποχρεώσεων, προορισμένος να μην αποτύχει
Όταν χρειάζεται, τρυφεράδα και την πρέπουσα λατρεία
Στους θεούς του σπιτιού θα απονείμει,
Όταν θα λείπω. Εκείνος στην δουλειά του κι εγώ στην δική μου.
Εκεί βρίσκεται το λιμάνι. Το καράβι σηκώνει πανιά
Εκεί σκοτεινιάζει η μαύρη ανοιχτή θάλασσα. Οι ναυτικοί μου,
Ψυχές δοκιμασμένες και πολύπαθες, μαζί μου έχουν σκεφτεί
Και εύθυμα καλωσόριζαν την αστραπή και την λιακάδα
Και αντιστάθηκαν με ελεύθερη καρδιά και ελεύθερο το μέτωπο
Μα εσείς κι εγώ έχουμε γεράσει
Όμως ούτε η τιμή ούτε ο κόπος λείπουν από τα γεράματα.
Ο θάνατος τα σβήνει όλα. Μα πριν το τέλος
Ευγενικό έργο ακόμη μπορεί να γίνει,
Όχι ανάρμοστα, ούτε προσπαθώντας τους θεούς να παραβγούμε
Το φώτα αρχίζουν να σπινθηρίζουν από τα βράχια,
Χλομιάζει η μακρόσυρτη μέρα, το αργό φεγγάρι σκαρφαλώνει,
Το βαθύ μουγκρίζει με πολλές φωνές. Ελάτε φίλοι μου,
Δεν είναι πολύ αργά για να ψάξετε έναν καινούργιο κόσμο.
Σπρώξτε το καράβι κι αφού τις θέσεις σας πάρετε,
Χτυπάτε τις βουερές αυλακιές του νερού,
Κι ίσα κρατάτε την πορεία για τον σκοπό μου,
Πέρα από την δύση του ήλιου κι από όπου,
Βυθίζονται τα δυτικά αστέρια, μέχρι να πεθάνω.
Υπάρχει πάντα η περίπτωση να μας ξεβράσουν
Του νερού τα βάραθρα στην ευτυχισμένη νήσο
Τον μέγα Αχιλλέα εκεί θα συναντήσουμε.
Πολλά έχουμε πράξει, πολλά ακόμη
απομένουν για να πράξουμε,
Δεν είμαστε πια οι δυνατοί που τις παλιές ημέρες
Μπορούσαμε ουρανό και γη να κινήσουμε,
όμως είμαστε ό,τι είμαστε:
Με ήρεμη ψυχική διάθεση, ηρωικές καρδιές
Αποδυναμωμένοι από τον χρόνο και την μοίρα,
μα με δυνατή θέληση, Για να παλέψουμε,
Να αναζητήσουμε, να βρούμε, και να μην υποχωρήσουμε.
                                                                                                       Μετάφραση Σ. Ανδρουλάκης

***

It little profits that an idle king,
By this still hearth, among these barren crags,
Match'd with an aged wife, I mete and dole
Unequal laws unto a savage race,
That hoard, and sleep, and feed, and know not me.
I cannot rest from travel: I will drink
Life to the lees: All times I have enjoy'd
Greatly, have suffer'd greatly, both with those
That loved me, and alone, on shore, and when
Thro' scudding drifts the rainy Hyades
Vext the dim sea: I am become a name;
For always roaming with a hungry heart
Much have I seen and known; cities of men
And manners, climates, councils, governments,
Myself not least, but honour'd of them all;
And drunk delight of battle with my peers,
Far on the ringing plains of windy Troy.
I am a part of all that I have met;
Yet all experience is an arch wherethro'
Gleams that untravell'd world whose margin fades
For ever and forever when I move.
How dull it is to pause, to make an end,
To rust unburnish'd, not to shine in use!
As tho' to breathe were life! Life piled on life
Were all too little, and of one to me
Little remains: but every hour is saved
From that eternal silence, something more,
A bringer of new things; and vile it were
For some three suns to store and hoard myself,
And this gray spirit yearning in desire
To follow knowledge like a sinking star,
Beyond the utmost bound of human thought.

This is my son, mine own Telemachus,
To whom I leave the sceptre and the isle,—
Well-loved of me, discerning to fulfil
This labour, by slow prudence to make mild
A rugged people, and thro' soft degrees
Subdue them to the useful and the good.
Most blameless is he, centred in the sphere
Of common duties, decent not to fail
In offices of tenderness, and pay
Meet adoration to my household gods,
When I am gone. He works his work, I mine.
There lies the port; the vessel puffs her sail:
There gloom the dark, broad seas. My mariners,
Souls that have toil'd, and wrought, and thought with me—
That ever with a frolic welcome took
The thunder and the sunshine, and opposed
Free hearts, free foreheads—you and I are old;
Old age hath yet his honour and his toil;
Death closes all: but something ere the end,
Some work of noble note, may yet be done,
Not unbecoming men that strove with Gods.
The lights begin to twinkle from the rocks:
The long day wanes: the slow moon climbs: the deep
Moans round with many voices. Come, my friends,
'T is not too late to seek a newer world.
Push off, and sitting well in order smite
The sounding furrows; for my purpose holds
To sail beyond the sunset, and the baths
Of all the western stars, until I die.
It may be that the gulfs will wash us down:
It may be we shall touch the Happy Isles,
And see the great Achilles, whom we knew.
Tho' much is taken, much abides; and tho'
We are not now that strength which in old days
Moved earth and heaven, that which we are, we are;
One equal temper of heroic hearts,
Made weak by time and fate, but strong in will
To strive, to seek, to find, and not to yield.