.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

76ο Χορικό - Jack Kerouac


 
Ένας τύπος ρωτάει
Δεν είναι καλύτερα να μην τους ξυπνήσουμε
Ώστε να μην μάθουν
Πως ονειρεύονται;
Είναι καλύτερα να τους ξυπνήσουμε
γιατί
ονειρεύονται.
Καλύτερα δεν είναι να μην τους ξυπνήσουμε
αφού δεν γνωρίζουν
πως ονειρεύονται; 
Ποιος, όχι, ποιος είπε πως
εγώ ονειρευόμουν;
Εσύ το ‘πες, ποιος είπε, πως εγώ λέω 
Ότι ονειρεύεσαι; 
Το ψέμα είναι ένα καλοστημένο ονειρικό
Φάντασμα
«Συνέχισε, βρίσκεσαι σ’ ένα μακρύ όνειρο,
Αυτό έχω να σου πω.» (Μπιλ)

Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς

Κυριακή 24 Ιουλίου 2022

Ο ΣΑΚΕΣΠΗΡΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ – Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Eκτιμώ περισσότερον τας παρατηρήσεις των μεγάλων ανδρών παρά τα συμπεράσματά των. Oι μεγαλοφυείς νόες παρατηρούσι μετ’ ακριβείας και ασφαλείας· όταν δε μας εκθέσωσι τα υπέρ και τα κατά ενός ζητήματος δυνάμεθα ημείς να ποιήσωμεν το συμπέρασμα. Διατί όχι αυτοί; θα με ερωτήσωσιν. Aπλώς διότι δεν έχω πολλήν πεποίθησιν περί της απολύτου αξίας ενός συμπεράσματος. Aπό τα αυτά διδόμενα εγώ σχηματίζω τοιαύτην κρίσιν και άλλος άλλην· είναι δε δυνατόν να ήναι αμφότεραι εναντίαι και αμφότεραι ορθαί καθ’ όσον αφορά έκαστον άτομον, διότι υπαγορεύονται υπό των ιδιαιτέρων μας περιστάσεων και ιδιοσυγκρασιών ή συμμορφούνται προς αυτάς.
Δεν εννοώ με αυτά να καταστήσω τους συγγραφείς αναποφασίστους όλως διόλου. Tο τοιούτο θα ήτο υπερβολή. Θέλω μόνον να είπω ότι δεν αγαπώ την υπερβολικήν δογματικότητα.
Tα άνω έγραψα ως εισήγησιν ωραιοτάτων στίχων του Σακεσπήρου περί ζωής, ους ανέγνωσα προ ολίγων ημερών και εν οις ο συγγραφεύς μάς λέγει πολλά χωρίς οριστικώς να μας επιβάλλη τι.
Eν τω δράματι Measure for Measure, ο Kλαύδιος, Bιενναίος ευπατρίδης, είναι καταδικασμένος εις θάνατον, ιερομόναχος δέ τις (ο οποίος είναι αυτός ο δουξ της Bιέννης μετημφιεσμένος) ζητεί να τον παρηγορήση παριστών το μάταιον της ζωής:
ΔOYΞ (μετημφιεσμένος). Eλπίζεις έτι να σοι απονέμη χάριν ο Άγγελος;
(O Άγγελος είναι άρχων εις ον ο δουξ κατά την απουσίαν του ενεπιστεύθη την εξουσίαν.)
KΛAYΔIOΣ     Tο μόνον φάρμακον των δυστυχών
     είν’ η ελπίς. Eλπίζω όθεν έτι
     να ζήσω, κ’ είμαι έτοιμος διά
     τον θάνατον.
ΔOYΞ          Tον θάνατον μελέτα
     μόνον· και είτ’ αυτόν ή την ζωήν
     λάβης, αμφότερα θα σοι φανώσιν
     ηδύτερα. Tην πλανεράν ζωήν
     όπως σοι λέγω προσαγόρευσον.
     «Eάν σε χάσω θέλω χάσει τι,
     όπερ ζητούσι να φυλάξωσιν
     άφρονες μόνον. Eίσ’ αδύνατος
     πνοή (η δούλη των ελαφροτέρων
     μεταβολών της ατμοσφαίρας) ήτις
     την κατοικίαν εν η διαμένεις
     ως τύραννος ανηλεώς μαστίζεις.
     Eίσαι ο γέλως του θανάτου, ον
     πάσαι σου αι προσπάθειαι κ’ οι κόποι
     συντείνουν ν’ αποφύγης, κ’ εν τοσούτω
     πάντοτε τρέχεις προς απάντησίν του.
     Eυγένειαν δεν έχεις· άπασαι
     αι ιδιότητές σου θεραπείας
     τυγχάνουσιν από απόλυτον
     ευτέλειαν. Aνδρείαν δεν κατέχεις
     διότι ερπετού ποταπωτάτου
     τρέμεις το δηλητήριον. H μόνη
     ανάπαυσίς σου ην ακαταπαύστως
     ζητείς και προκαλείς είναι ο ύπνος,
     και εν τοσούτ’ ο θάνατος σ’ εμπνέει
     φόβον δεινόν ― ενώ δεν είναι άλλο
     ή το αυτό. Aτομικότητα
     δεν έχεις· συντηρείσ’ από μυρίας
     ύλας ας ο κονιορτός γεννά.
     Kαι θετική δεν είσαι, αλλαγάς
     λαμβάν’ η φυσιογνωμία σου
     με την σελήνην αλλοκότους. Πλούτον
     αν έχης, πάλιν πένης είσαι,
     διότι όπως όνος ου η ράχις
     κύπτει υπό χρυσού φορτίον μέγα
     φέρεις τους δυσκινήτους θησαυρούς σου
     μέχρι συντόμου διαστήματος
     και σ’ ελαφρώνει ο θάνατος. Oυδένα
     φίλον πιστόν ευρίσκεις· ως αυτά
     τα σπλάγχνα σου εισέτι άτινα
     πατέρα σ’ ονομάζουσι, το πλάσμα
     αυτού του σώματός σου, καταρώνται
     τον αδρανή κατάρρουν, την αργήν
     ποδάγραν διά την βραδύτητα
     μεθ’ ης σε τελειώνουν. Oύτε νέος,
     ούτε πρεσβύτης είσαι ― χαυνωμένος
     αμφότερ’ ονειρεύεσ’ ως εν ύπνω
     απογευματινώ. Διότ’ η φίλη
     νεότης σου παρέρχεται ταχέως
     κ’ εις το παραλυμένον γήρας φθάνεις.
     Eάν δε τότε είσαι πλούσιος
     και γέρων, ούτε ζωτικότητα
     έχεις, ουδέ αισθήματα, ουδέ
     ρώμην, ουδ’ ωραιότητα δι’ ων
     να ήν’ ευχάριστος ο πλούτος σου».
     Λοιπόν τι έχει αύτη η ζωή
     όπερ σ’ ελκύει έτι; Kαι εν τούτοις
     κρύπτει ακόμη η ζωή μυρίους
     θανάτους, τον δε θάνατον φοβείσαι
     όστις αυτούς άπαντας εξισοί.
 
O Kλαύδιος διά την στιγμήν φαίνεται παρηγορηθείς τελείως και απαντά:
     Tας ταπεινάς ευχαριστίας μου
     δεχθήτε. Tην ζωήν ζητών, ως βλέπω,
     θηρεύω θάνατον, κ’ εν τω θανάτω
     ζωήν ευρίσκω. Tο λοιπόν ελθέτω!
H παρηγορία όμως αύτη διαρκεί ολίγον. Mετά τινας στιγμάς παρουσιάζεται η αδελφή του Kλαυδίου Iσαβέλλα, ήτις τω λέγει ότι πρέπει να προετοιμασθή διά τον θάνατον, διότι αι παρά τω Διοικητή προσπάθειαί της απέβησαν μάταιαι, ή μάλλον αυτή τας θεωρεί ματαίας διότι προκρίνει μυρίους θανάτους και δι’ εαυτήν και διά τον αδελφόν της παρά να παραδεχθή τον άτιμον όρον τον προταθέντα υπό του Διοικητού ― χάριν υπέρ του αδελφού αντί της τιμής της αδελφής. Πλήρης αγανακτήσεως διηγείται εις τον αδελφόν της τα κατά την συνέντευξίν της μετά του Διοικητού, αλλά μετ’ ανησυχίας βλέπει ότι δεν τω προξενούσι την εντύπωσιν ην περιέμενε. Tουναντίον ο Kλαύδιος, όστις προ μικρού περιεφρόνει την ζωήν, αντί να αρνηθή πάσαν τοιαύτην θυσίαν εκ μέρους της αδελφής, ακουμβά επί της προταθείσης ελπίδος ως ναυαγών επί συντετριμμένου ξύλου και παρακαλεί και εξορκίζει αυτήν να τον σώση αντί πάσης θυσίας. Aλοίμονον! πού είναι τώρα εκείνοι οι ωραίοι λόγοι του υποτιθεμένου ιερομονάχου περί της «πλανεράς ζωής» ην οι άφρονες μόνον «ζητούσι να φυλάξωσιν», η «αδύνατος πνοή ήτις την κατοικίαν εν η διαμένει ως τύραννος ανηλεώς μαστίζει», ο «γέλως του θανάτου ον πάσαι της αι προσπάθειαι κ’ οι κόποι συντείνουν ν’ αποφύγη κ’ εν τοσούτω πάντοτε τρέχει προς απάντησίν του»; Φευ, οι καλοί εκείνοι λόγοι απήλθον πολύ, πολύ μακράν· ελησμονήθησαν ολοτελώς· απέθανον ζήσαντες τον σύντομον βίον, δύο, τριών στιγμών, πασών των φιλοσοφικών παραμυθιών ― και ο απηλπισμένος Kλαύδιος, όστις βλέπει ήδη το μέλαν φάσμα του θανάτου ενώπιόν του, προτείνει απονενοημένην ικεσίαν υπέρ ζωής, υπέρ ζωής ακόμη και ατίμου και μεστής αισχύνης. H αδελφή του τω παριστάνει το αισχρόν, το αδύνατον της λυτρώσεώς του, αλλά η φωνή της λογικής και της τιμής δεν φθάνει πλέον μέχρι της τεθορυβημένης εκείνης ψυχής εις την οποίαν, πλήρη του τρόμου του Aγνώστου, πάσαι αι συνθήκαι των ανθρώπων φαίνονται μικραί, φαίνονται ανόητοι. Kατ’ αρχάς προσπαθεί διά τινων ανισχύρων επιχειρημάτων να πείση την αδελφήν, αλλά τάχιστα περιφρονεί αυτά και προσέρχεται εις την απλήν, την μόνην, την αληθή λογικήν του ανθρώπου του οποίου δύει η τελευταία ημέρα ―Φρικτός είναι ο θάνατος, λέγει.
IΣABEΛΛA.     Kαι μυσαρά ζωή κατησχυμμένη.
KΛAYΔIOΣ.     Aλλ’ όμως ν’ αποθάνη τις! και να
     υπάγη εις το άγνωστον να κείται
     εν τη ψυχρά αναισθησία και
     να σήπεται· και να μεταβληθή
     εις άμορφον πηλόν η ζώσα φύσις!
     Tο πνεύμα να παραδοθή εις ρεύμα
     πύρινον, ή εις ύλην παγετώδη,
     σκληράν· ή εις ανέμους αοράτους
     να σπρώχνεται και να ταλαιπωρήται
     υπό τυφλής, αεικινήτου βίας,
     ολόγυρα της κρεμασμένης σφαίρας,
     ή, των χειρίστων χείριστον, να γίνη ―
     ως φαντασία αχαλίνωτος
     και ύποπτος εικάζει κάποτε ―
     σκιά τυραννουμένη, γοερώς
     θρηνούσα! Ω, την φρίκην υπερβαίνει!
     H επιπονωτέρα ύπαρξις
     και η μυσαρωτέρα ην πικραίνουν
     γήρας, πενία, φυλακή και νόσος,
     είναι φαιδρός παράδεισος προς όσα
     από τον θάνατον φοβούμεθα.
Oυδέ επίλογον χρειάζονται αι δύο αύται περικοπαί του Σακεσπήρου, ουδέ κρίσεις. O μέγας δραματουργός μάς παρέστησε την ματαιότητα της ζωής και την αξίαν αυτής, και χωρίς να ορίση τίποτε, χωρίς να αποφασίση, μας άφισεν άφθονον ύλην να σκεφθώμεν και να κρίνωμεν.
Mία μόνη παρατήρησις επιβάλλεται. Oι φόβοι του Kλαυδίου θα φανώσιν ίσως μεσαιωνικοί. Oι αόρατοι άνεμοι, οίτινες σπρώχνουσι και ταλαιπωρούσι τα πνεύματα ολόγυρα της κρεμασμένης σφαίρας, ίσως κάμωσί τινας να μειδιάσωσιν. Aλλά δεν πρόκειται περί του είδους των ενδοιασμών του Kλαυδίου· πρόκειται περί της υπάρξεως των ενδοιασμών αυτής καθ’ εαυτής. H ιδέα του τέλους, αναμφιβόλως, παρουσιάζεται με φόβητρα διαφορετικά εις τον νουν του ανεπτυγμένου ανθρώπου. Άλλα φαντάσματα αντανακλώσι τας απαισίους των μορφάς εν τω κατόπτρω της ψυχής του. Oυχ ήττον όμως σκιαί και φόβοι ―ει και άλλης φύσεως― περιβάλλουσι και πλανώσι το πεφωτισμένον πνεύμα του, ως δεισιδαίμονες σκιαί και φόβοι βασανίζουσι το σκοτεινόν πνεύμα του Kλαυδίου.
Hμείς οι Έλληνες έχομεν την ματαιότητα ή την φιλοτιμίαν να θέλωμεν πάντοτε να φέρωμεν εις όλα και τους ’δικούς μας μέσα. Eν μέρει επηρεαζόμενος υπό της έξεως αυτής, εν μέρει παροτρυνόμενος υπό της αναλογίας σκέψεως θα κλείσω το άρθρον μου αντιγράφων ολίγας γραμμάς από ένα Nεκρικόν Διάλογον του Λουκιανού:
Διογ. … Tούτον ουν τον υπέργηρων ερέσθαι βούλομαι. Tι δακρύεις τηλικούτος αποθανών; τι αγανακτείς, ω βέλτιστε, και ταύτα γέρων αφιγμένος; ήπου βασιλεύς τις ήσθα;
Πτω. Oυδαμώς.
Διογ. Aλλά σατράπης;
Πτω. Oυδέ τούτο.
Διογ. Άρα ουν επλούτεις, είτα ανιά σε το πολλήν τρυφήν απολιπόντα τεθνάναι;
Πτω. Oυδέν τοιούτον, αλλ’ έτη μεν εγεγόνειν αμφί τα ενενήκοντα, βίον δε άπορον από καλάμου και ορμιάς είχον ες υπερβολήν πτωχός ων άτεκνός τε και προσέτι χωλός και αμυδρόν βλέπων.
Διογ. Eίτα τοιούτος ων ζην ήθελες;
Πτω. Nαι· ηδύ γαρ ην το φως και το τεθνάναι δεινόν και φευκτέον.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΠΥΡΟΣ 1995

Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

[ Αδέλφια Μουσουμάνοι δεν ξέρω τι να κάνω] - Jalal al-Din Rumi



Αδέλφια Μουσουμάνοι δεν ξέρω τι να κάνω.
Δεν ξέρω τι να πω.
Δεν είμαι Χριστιανός ούτε Εβραίος.
Δεν είμαι Μουσουλμάνος ούτε και Ινδουιστής.
Δεν είμαι Βουδιστής μήτε και Σούφι.
Δεν είμαι και διόλου Ζεν.
Δεν έχω μια θρησκεία ή παράδοση.
Δεν είμαι απ ́ την ανατολή μήτε τη δύση
Ούτε από τη θάλασσα ούτε κι απ ́ τα βουνά.
Δεν είμαι στοιχειωμένος ή αιθέριος
Αλλά δεν είμαι ούτε και φυσικός.
Δεν είμαι οντότητα και δεν υπάρχω
Ούτε σ’ αυτόν μηδέ στον κόσμο τον επόμενο.
Δεν έρχομαι από την Εύα τον Αδάμ
ή κάποιαν άλλη ιστορία.
Ο τόπος μου είναι άτοπος
χνάρι δεν έχει το χνάρι μου.
Ούτε σώμα ούτε ψυχή.
Ανήκω στον Αγαπημένο.
Είδα τους δυο κόσμους σ’ έναν και γνωρίζω
τον πρώτο και τον τελευταίο
που αναπνέει μ’ ανθρώπινη πνοή.

Jalal al-Din Rumi 
Μετάφραση Βίκος Ναχμίας

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΛΕΠΑΘΕΙΑ - Roman Podolny



— Μας δίνετε την υπόσχεση ότι δε θα χρησιμοποιήσετε τις γνώσεις που αποκτήσατε σε βάρος οποιουδήποτε ατόμου ή της κοινωνίας σαν σύνολο;
— Το υπόσχομαι.
Το δωμάτιο ήταν πνιγερό. Μύριζε φρέσκο τυπογραφικό μελάνι Ο αξύριστος, κουρασμένος άντρας από την έδρα απάγγελνε το καθιερωμένα τυπικά με μιαν άτονη, θαμπή φωνή. Ήταν φανερό ότι σκεφτόταν κάτι άλλο. Ο Σεργκέι έκανε πως δεν τα πρόσεχε όλο αυτά. Σήμερα Θα πετύχαινε το σκοπό του, σήμερα θα μάθαινε!
Είχε περάσει όλες τις απαιτούμενες εξετάσεις, η επιθυμία του είχε κηρυχτεί θεμιτή. Όσο για τη συμπεριφορά των υπαλλήλων του εργαστηρίου σε σχέση με τις βοηθητικές τους δουλειές, δεν τον ένοιαζε αρκεί μονάχα να τις εκτελούσαν.
— Μας δίνετε το λόγο σας να μην αποκαλύψετε ποτέ, σε καμιά περίπτωση τα γεγονότα που ίσως μάθετε μέσω της χρήσης του μηχανισμού;
— Υπόσχομαι.
— Θυμάστε ότι. το μηχάνημα θα δουλεύει επί μισή ακριβώς ώρα από τη στιγμή που θα τεθεί σε λειτουργία, πράγμα που κάνει αναγκαίο τον πολύ ακριβή υπολογισμό της επιλογής της κατάλληλης στιγμής;
— Το θυμάμαι.
— Εκείνο που μου απομένει να κάνω είναι να συμμορφωθώ στο τελευταίο σημείο των κανόνων, δίνοντάς σας το μηχάνημα για προσωρινή χρήση ακούστηκε, σε τόνο έσχατης ανίας, η φωνή του εργαστηρίου. Θα το δοκιμάσω σε σας. Προβλέπεται τρίλεπτη δοκιμή.
Ο άνθρωπος σηκώθηκε, πήρε ένα καφετί κασκέτο από μια κρεμάστρα στον τοίχο, το φόρεσε, κάθισε κι έγειρε προς τη ράχη της καρέκλας.
Η μυρωδιά της μπογιάς δυνάμωσε. Ο Σεργκέι αισθάνθηκε ένα κύμα ζέστης να μουσκεύει στον ιδρώτα όλο του το σώμα. Το πρόσωπο του ανθρώπου στην άλλη άκρη του τραπεζιού έγινε ακόμη πιο επίσημο και άχρωμο απ’ ότι ήτανε πριν, αν αυτό ήτανε δυνατό. Την ίδια στιγμή, έγνεψε στον Σεργκέι. Μετά, έβγαλε το κασκέτο και του το άπλωσε.
— Ξέρετε να το χειρίζεστε; Καλή τύχη! Μην ξεχνάτε ότι πρέπει να μας δώσετε μία σύντομη έκθεση, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα. Οι κανονισμοί είναι κανονισμοί.

* * *

Αχά! Ταξίδευε με το ίδιο τρόλεϊ και σήμερα, το κορίτσι που παρακολουθούσε για τουλάχιστον 6 μήνες. κάθε εργάσιμη μέρα, και για απόσταση έντεκα στάσεων του τρόλεϊ, χωρίς να βρίσκει ποτέ το θάρρος να της πιάσει κουβέντα. Ντρεπόταν πολύ. Θεωρούσε τον εαυτό του μάλλον συμπαθητικό, αλλά φοβόταν ότι το κορίτσι θα μπορούσε να μη συμμερίζεται τα γούστο του. Και θα ήταν ανυπόφορο να του πει: «Παράτα με ήσυχη, ζώον!». Τώρα θα διάβαζε τις σκέψεις της και θα μάθαινε…
Ο Σεργκέι την πλησίασε με κόπο, διασχίζοντας ολόκληρο το διάδρομο. Ευτυχώς, δεν ήταν ώρα αιχμής. Σταμάτησε μισό βήμα από το κορίτσι, σήκωσε το χέρι του ως το κασκέτο όπου κρυβόταν το τηλεπαθητικό μηχάνημα Ζούμπκωφ ΤΑ 35 ST και γύρισε το διακόπτη που είχε τη μορφή κουμπιού στην κορυφή του κασκέτου.
— Παλαβέ!, άκουσε μια ελαφρά αλλαγμένη, μαλακή φωνή, που ως τώρα την ήξερε μόνο από τις ζωηρές κουβέντες: «Δώστε μπροστά το εισιτήριο, σας παρακαλώ!»
Άκου παλαβέ! Νάτος, με κοιτάζει πάλι. Τι ωραίο πρόσωπο που έχει! Γιατί αυτά τα ομορφόπαιδα να είναι τέτοιοι χοντράνθρωποι; Αν ήταν ο Σλάβα Γκλαζύτσεφ Θα είχε από καιρό…
— Συγγνώμη, παρακαλώ, άκουσε ξαφνικά μια άλλη φωνή ο Σεργκέι και χάρηκε καταλαβαίνοντας πως ήταν δική του. Συγγνώμη, παρακαλώ, πηγαίνουμε με το ίδιο τρόλεϊ εδώ και έξι μήνες και μου φαίνεται πως ήρθε η ώρα να γνωριστούμε
— Έξι μήνες; Στο ίδιο τρόλεϊ! Δεν το ήξερα…, ακούστηκε ή φωνή της κοπέλας, καθόλου φιλική. Αλλά, το παραλλαγμένο αντίγραφό της αλλιώς ακουγόταν και άλλα έλεγε: «Μπράβο! Αποφάσισε επιτέλους να κάνει το πρώτο βήμα. Ωραία!.
— Μάλιστα, ακριβώς έξι μήνες. Δεν είναι αρκετός χρόνος
— Ξέρετε, δε συνηθίζω να πιάνω γνωριμίες στα τρόλεϊ. (Είναι επίμονος, μ’ αρέσει αυτό).
— Ναι, αλλά εδώ πρόκειται για εξαιρετική περίπτωση.
— Φοβάμαι ότι δεν είναι καθόλου εξαιρετική για σας. Το ‘χετε, φαίνεται, συνήθεια να πλευρίζετε ξένα κορίτσια. (Θεέ μου, τι βλακείες λέω! Ζηλεύω, μήπως; Σε παρακαλώ, μη μ’ ακούς. Μου αρέσεις. Βάλε το χέρι σου γύρω από τον ώμο μου και πες ότι σήμερα δεν πρέπει να κατεβούμε σε διαφορετικές στάσεις).
— Σήμερα δεν πρέπει να κατεβούμε συ διαφορετικές στάσεις.
— Άκου να σου πω, Δον Ζουάν της συγκοινωνίας, πάρε αμέσως το χέρι σου από τον ώμο μου γιατί αλλιώς θα φας ένα μπάτσο κατάμουτρα. (Μπράβο θράσος! Αλλά το χέρι του είναι τόσο ευχάριστα ζεστό και βαρύ. Γιατί να κοροϊδεύω τον εαυτό μου;).
— Σας δυσαρέστησε πραγματικά τόσο πολύ το άγγιγμά μου;
— Φυσικά, όχι, είπε η γλυκιά φωνή. Η αυστηρή σώπαινε. Η κοπέλα προχώρησε αποφασιστικά προς την μπροστινή έξοδο και βγήκε στην επόμενη στάση μόλις άνοιξε η πόρτα (Νάτος! Τώρα θα προσβληθεί. Όχι! Ζήτω! Βγήκε μετά από μένα. Τώρα Θα μου ζητήσει συγγνώμη. Γιατί όμως; Καλύτερα να ‘λεγε μόνο ότι ξέρει πως μου αρέσει…).
— Άκου, κοπέλα μου, δε θα σου ζητήσω συγγνώμη. Ξέρω ότι σ’ αρέσω κι εγώ.
— Θα φωνάξω αστυφύλακα!
Η γλυκιά φωνή χάθηκε κι αυτή που ακούστηκε δεν ήταν απλώς αυστηρή, ήταν απειλητική. Το χειρότερο ήταν ότι η κοπέλα έφευγε τρέχοντας.
Ο Σεργκέι σταμάτησε αμήχανος. Ύστερα από είκοσι βήματα, η κοπέλα άρχισε να περπατάει πιο αργά. Ακούστηκε πάλι η τρυφερή φωνή: Αχ, τι βλάκας που είμαι! Γιατί τον έδιωξα; Καλή ανατροφή σου λένε μετά. Μήπως με ακολουθεί ακόμη; Θα του φερθώ αλλιώς,
— Όχι, είπε ο Σεργκέι σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του και γυρίζοντας το κουμπί του κασκέτου.
— Όχι δε Θα το κάνεις!

* * *

— Απογοητευμένος;
Η φωνή του ανθρώπου πίσω από το γραφείο δεν είχε τώρα τίποτε το επίσημο. Και ‘μεις απογοητευτήκαμε στην εποχή μας. Θεωρούσαμε πως το πιο σημαντικό ήταν το τι σκεφτόταν κάποιος. Όχι, νεαρέ μου, πολύ πιο σημαντικό είναι αυτό που κάνει κάποιος. Μην ταράζεσαι. Καλύτερα να χαίρεσαι που δεν κάνουμε πάντα ό,τι  σκεφτόμαστε. Πάρε για παράδειγμα αυτή τη στιγμή: Θα ήθελες να μου δόσεις ένα γερό χέρι ξύλο. Αλλά δε θα το κάνεις, έτσι δεν είναι; Και μην ψάχνεις να δεις αν φοράω τηλεπαθητική συσκευή. Είναι αρκετά εύκολο να μαντέψεις τι σκέφτεται κανείς. Τι θα κάνει, ιδού η απορία!
— Ιδού η απορία, επανέλαβε ο Σεργκέι.



ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΦΩΣ
Σοβιετικά Διηγήματα Επιστημονικής Φαντασίας
Μετάφραση Θανάσης Παπαρήγας
Επιμέλεια κειμένου Νίκος Σαραντάκος
Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή 1986

Κυριακή 3 Ιουλίου 2022

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ «ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ» - Eckhart Tolle



Μια άλλη πλευρά του συναισθηματικού πόνου που αποτελεί εγγενές μέρος του εγωικού νου είναι μια βαθιά αίσθηση έλλειψης ή ατέλειας, μια αίσθηση μη πληρότητας. Σε κάποιους ανθρώπους αυτό είναι συνειδητό, σε άλλους ασυνείδητο. Αν είναι συνειδητό, εκδηλώνεται με ένα ανησυχητικό και μόνιμο αίσθημα απαξίας και ανεπάρκειας. Αν είναι ασυνείδητο, γίνεται αισθητό έμμεσα, σαν μια έντονη επιθυμία και ανάγκη. Και στις δύο περιπτώσεις οι άνθρωποι μπαίνουν συχνά σε μια ψυχαναγκαστική επιδίωξη να ικανοποιήσουν το εγώ και σε μια αναζήτηση πραγμάτων με τα οποία θα ταυτιστούν για να  γεμίσουν αυτή την τρύπα που αισθάνονται μέσα τους.
Έτσι, πασχίζουν να αποκτήσουν περιουσία, χρήματα, επιτυχία, εξουσία, αναγνώριση ή μια ιδιαίτερη σχέση, βασικά για να μπορέσουν να νιώσουν καλύτερα για τον εαυτό τους, να νιώσουν πλήρεις. Όμως ακόμα κι όταν τα αποκτούν όλα αυτά, σύντομα ανακαλύπτουν ότι η τρύπα είναι ακόμα εκεί, ότι δεν έχει πάτο. Τότε βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί δεν μπορούν πια να εξαπατούν τον εαυτό τους.  Ή, μάλλον, μπορούν, αλλά τους είναι όλο και πιο δύσκολο.
Όσο ο εγωικός νους κυβερνάει τη ζωή σου, δεν μπορείς να είσαι πραγματικά ήσυχος. Δεν μπορείς να είσαι ήρεμος ή ικανοποιημένος, παρά μόνο για σύντομα διαλείμματα, όταν αποκτάς αυτό  που θέλεις, όταν ένας πόθος σου έχει μόλις εκπληρωθεί. Το εγώ ταυτίζεται με εξωτερικά πράγματα. Χρειάζεται να δέχεται υπεράσπιση και να τρέφεται συνεχώς. Οι πιο κοινές ταυτίσεις του εγώ έχουν να κάνουν με τα υπάρχοντά σου, με τη δουλειά που κάνεις, με την κοινωνική θέση και αναγνώριση, τη  γνώση  και την παιδεία, την εξωτερική εμφάνιση, τις ιδιαίτερες ικανότητες, τις σχέσεις, την προσωπική και οικογενειακή ιστορία, τα συστήματα πεποιθήσεων, και συχνά επίσης με πολιτικές εθνικιστικές, φυλετικές, θρησκευτικές και άλλες συλλογικές ταυτίσεις. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είσαι εσύ.
Σου φαίνεται τρομακτικό αυτό; Ή μήπως σε ανακουφίζει που το μαθαίνεις; Αργά ή γρήγορα, θα χρειαστεί να τα εγκαταλείψεις όλα αυτά. Ίσως ακόμα να σου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψεις, και σίγουρα δε σου ζητάω να πιστέψεις ότι η ταυτότητά σου δεν μπορεί να βρεθεί σε οποιοδήποτε από αυτά τα πράγματα. Θα μάθεις μόνος σου την αλήθεια αυτού που σου λέω. Θα τη μάθεις την τελευταία στιγμή, όταν θα νιώθεις το θάνατο να πλησιάζει. Ο θάνατος σε απογυμνώνει από όλα αυτά που δεν είσαι εσύ. Το μυστικό της ζωής είναι «να πεθάνεις πριν πεθάνεις» - και να ανακαλύψεις ότι δεν υπάρχει θάνατος.


Eckhart Tolle
Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΤΩΡΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΡΕΝΑ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ 2010