Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nick Cave. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nick Cave. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Η κηδεία της Λίμπι Μανρό – Nick Cave



Μια απλή τελετή για τη Λίμπι Μανρό γίνεται στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Πόρτσντεϊλ. Ο Μπάνι και ο Μπάνι Τζούνιορ στέκονται στην εκκλησία με το κεφάλι σκυμένο. Φοράνε τα ολοκαίνουρια μαύρα κοστούμια που ο Μπάνι βρήκε κρεμασμένα δίπλα δίπλα στην κατά τ' άλλα άδεια ντουλάπα στην κρεβατοκάμαρά του. Η απόδειξη που ανακάλυψε στην τσέπη του σακακιού μαρτυρούσε ότι η Λίμπι είχε αγοράσει τα κοστούμια από το Τοπ Σοπ στην πλατεία Τσόρτσιλ δύο μέρες πριν από την αυτοκτονία. Άραγε τι σήμαινε αυτό;
Κάθε μέρα αποκαλύπτεται και κάποιο νέο, πιο περίεργο και πιο θλιβερό στοιχείο σχετικά με τον θάνατο της Λίμπι. Μια γειτόνισσα είπε ότι είχε δει τη Λίμπι να καίει κάποια χαρτιά και να τα πετά απ' το μπαλκόνι δύο μέρες πριν πεθάνει. Αποδείχτηκε ότι ήταν τα ερωτικά γράμματα που της είχε στείλει ο Μπάνι προτού παντρευτούν. Βρήκε μερικά αποκαΐδια κάτω από τη σκάλα μαζί με σύριγγες και προφυλακτικά. Τι την είχε πιάσει; Μάλλον είχε αποτρελαθεί.
Ο ασπρουλιάρης, θηλυπρεπής πατέρας Μάιλς, μ' ένα σύννεφο άσπρων μαλλιών να περιβάλλει το κρανίο του, εκφωνεί τον επικήδειο λόγο σιγοψιθυρίζοντας και ο Μπάνι αναγκάζεται να τεντώσει τον λαιμό του για να τον ακούσει. Αναφέρεται στη Λίμπι ως «μια γυναίκα γεμάτη ζωή και αγαπητή σε όλους» και αργότερα ως «ανιδιοτελή και υπέρμετρα γενναιόδωρη», χωρίς να θίξει ούτε μια φορά την πάθησή της και τον επακόλουθο τρόπο που επέλεξε για να φύγει, όπως προσέχει ο Μπάνι, αλλά λέγοντας απλώς ότι «πήγε πρόωρα να συναντήσει τους αγγέλους».
Ο Μπάνι κοιτά στα πεταχτά τους παρευρισκόμενους και σε μια σειρά στην άλλη άκρη της εκκλησίας βλέπει στιμωγμένες κάποιες λιγοστές φίλες της Λίμπι.
Η Πάτσι «Αρνητική Ενέργεια» Πάρκερ ρίχνει κάθε τόσο ενοχοποιητικά βλέμματα στον Μπάνι. Όχι ότι περίμενε τίποτα καλύτερο. Η Πάτσι Πάρκερ δεν συμπάθησε ποτέ τον Μπάνι και δεν χάνει ευκαιρία να του το υπενθυμίζει. Η Πάτσι είναι κοντή, με υπερανεπτυγμένα οπίσθια και, προκειμένου να αντισταθμίσει το μικρό της ανάστημα, συνήθως φορά ψηλά τακούνια στα μικροσκοπικά της πόδια. Ότνα ερχόταν να επισκεφτεί τη Λίμπι, διέσχιζε τον διάδρομο με πρόστυχα και αποφασιστικά βηματάκια, θυμίζοντας στον Μπάνι ένα απ' τα τρία γουρουνάκια, μάλλον εκείνο που έχτισε το σπιτάκι του με τούβλα. Πρόκειται για ιδιαίτερα πετυχημένο χαρακτηρισμό, καθώς κάποτε, σε έξαλλη κατάσταση εξαιτίας κάποιου χυδαίου σχολίου που τον άκουσε τυχαία να κάνει για την κινούμενη ψωλαρπάχτρα Σόνια Μπερνς από το διαμέρισμα 12, είχε αποκαλέσει τον Μπάνι λύκο. Ο Μπάνι υπέθεσε ότι αναφερόταν στον λύκο των κινουμένων σχεδίων, εκείνον με τη γλώσσα ως το πάτωμα και τα γουρλωμένα μάτια, και η αλήθεια είναι ότι το είχε εκλάβει ως κοπλιμέντο. Κάθε φορά που την έβλεπε έπαιζε όλη τη σκηνή «θα φυσήξω δυνατά μέχρι να γκρεμίσω την καλύβα σου». Ο Μπάνι σκέφτεται να βγάλει τη γλώσσα και να γουρλώσει τα μάτια, αλλά συνειδητοποιεί, μάλλον με ικανοποίηση, ότι στ' αρχίδια του.
Δίπλα στην Πάτσι Πάρκερ, απ' ό,τι βλέπει ο Μπάνι, στέκεται η Ρεμπέκα Μπέρεσφορντ, στην οποία η Λίμπι αναφερόταν διαρκώς ως «η μεγαλύτερη αδερφή που δεν είχα ποτέ», «η αδερφή ψυχή» και «η καλύτερη φίλη στον κόσμο». Η Ρεμπέκα Μπέρεσφορντ έπαψε να μιλά στον Μπάνι πριν από χρόνια, ύστερα από ένα περιστατικό κατά τη διάρκεια ενός μπάρμπεκιου στην παραλία του Ρότιντιν στο οποίο εμπλέκονταν ένα μισογεμάτο μπουκάλι μπλε Σμιρνόφ, ένα άψητο λουκάνικο, η δεκαπεντάχρονη κόρη της και μια σοβαρή παρερμηνεία ορισμένων ενδείξεων. Αυτό οδήγησε σε έναν σάλο που ακομα κι ένας ολόκληρος χρόνος μεταμέλειας δεν μπόρεσε να εκτονώσει. Τελικά κατέληξαν στη σιωπηλή συμφωνία ότι η αμοιβαία απαξία ήταν η μόνη λύση. Τέλος πάντων. Η Ρεμπέκα Μπέρεσφορντ αγριοκοιτάζει λοξά τον Μπάνι απ'την άλλη άκρη της εκκλησίας.
Δίπλα της βρίσκεται η πραγματικά σέξι Έλεν Κλέιμορ, που επίσης ρίχνει απειλητικές ματιές στον Μπάνι, αλλά ο Μπάνι καταλαβαίνει ότι δεν το κάνει με την καρδιά της αφού είναι φανερό ότι ψάχνεται. Δεν πρόκειται για εντύπωση, αλλά για πραγματικό γεγονός. Η Έλεν Κλέιμορ φορά στενό, μαύρο τουίντ ταγέρ που κάνει κάτι παλαβό στα βυζιά της, τους δίνει έναν αέρα μιλιταριστικό, τα κάνει να μοιάζουν με τορπίλες, ενώ τονίζει εξωπραγματικά τα εκρηκτικά κωλομέρια της. Η Έλεν Κλέιμορ στέλνει τέτοιου είδους σήματα στον Μπάνι εδώ και χρόνια και ο Μπάνι παίρνει βαθιά ανάσα κι επιτρέπει στον εαυτό του να δεχτεί την αύρα της σαν μέντιουμ ή πνευματιστής ή κάτι τέτοιο. Αφήνει τη φαντασία του να οργιάσει και για εκατομμυριαστή φορά διαπιστώνει ότι δεν έχει φαντασία, οπότε σκέφτεται το αιδοίο της. Το θαυμάζει για απροσδιόριστο διάστημα. Το βλέπει να αιωρείται μπροστά στα μάτια του σαν θείο όραμα, διαισθάνεται πόσο θαυμαστο είναι και νιώθει τον πούτσο του να σκληραίνει σαν λυγισμένο πηρούνι ή σαν ραβδί ραβδοσκόπου ή μοχλό από καζανάκι – δεν μπορεί ν' αποφασίσει τι απ' όλα.
Κατόπιν ακούει έναν συριστικό ήχο πίσω του και γυρίζοντας βλέπει τη μητέρα της Λίμπι, την κυρία Πένιγκτον, να τον κοιτά κατάματα μ' ένα βλέμμα όλο φρίκη και φανερό μίσος. Μάλιστα, φτάνει στο σημείο να του δείξει τα δόντια της. Μ' έπιασε επ' αυτοφώρω – σκέφτεται ο Μπάνι – και κατεβάζει το κεφάλι για να προσευχηθεί.
Το αγόρι σηκώνει τα μάτια στον πατέρα του κι έπειτα κοιτά την κυρία Πέτινγκτον και της χαμογελά και σηκώνει το χέρι γνέφοντας ελαφρά και θλιμμένα. Η γιαγιά του τον κοτά και κουνά το κεφάλι της όλο οργή και θλίψη, κι ένας μεγάλος λυγμός εγκαταλείπει το στήθος της. Ο σύζυγός της, ένας εμφανίσιμος άντρας που πριν από ένα χρόνο έπαθε εγκεφαλικό και τώρα βρίσκεται καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι, ανασηκώνει το χέρι του που συσπάται και το ακουμπά στο χέρι της απελπισμένης συζύγου του.
Ξαφνικά, ο πατέρας Μάιλς μιλάει «για όσους έμειναν πίσω» και όταν αναφέρει τον «στοργικό σύζυγό» της Λίμπι, ο Μπάνι νομίζει ότι ακούει καθαρά ένα βογκητό απ' το εκκλησίασμα – μια αποδοκιμασία κι ένα σφύριγμα για τον κακό της υπόθεσης. Σκέφτεται ότι ίσως και να το φαντάζεται, αλλά για κάθε ενδεχόμενο αλλάζει στάση, γυρνώντας τους την πλάτη σε μια προσπάθεια να προστατευτεί απ' τη συλλογική περιφρόνηση, και κοιτάζει τον τοίχο.
Όταν ανοίγει τα μάτια, την προσοχή του τραβάει μια αγιογραφία της Παρθένου με το Θείο Βρέφος αγκαλιά. Από κάτω υπάρχει μια λακαρισμένη ταμπέλα που γράφει Μαντόνα και Βρέφος, πράγμα που τον κάνει να κλείσει τα μάτια, να σκύψει ξανά το κεφάλι και να σκεφτεί τη Μαντόνα και το ξυρισμένο (κατά πάσα πιθανότητα) μουνί της κι ότι σε μια συνέντευξή της είχε διαβάσει ότι της άρεσε να σκαμπιλίζουν τον γυμνασμένο απ' τη γιόγκα πισινό της.
Πίσω απ' όλες αυτές τις φαντασιώσεις ακούει το σιγανό μουρμουρητό του επικήδειου λόγου για τη γυναίκα του και ξαφνικά διαισθάνεται έντονα ότι επίκειται η παρουσία της και, εντελώς αλλόκοτα, η προσωπική του καταδίκη. Δεν αντέχει άλλο.
«Περίμενε εδώ», ψιθυρίζει στον γιό του.
Ο Μπάνι κινείται πλάγια φεύγοντας απ' το στασίδι και, με το κεφάλι σκυμμένο, γλιστράει εκτός εκκλησίας. Διασχίζει τον περίβολο με το γρασίδι και φτάνει στις δημόσιες τουαλέτες, σε ένα μικρό κτίσμα από τούβλο, στη σκιά ενός απίστευτου φοίνικα. Ακουμπά το κεφάλι στον τοίχο του διαχωριστικού, που είναι γεμάτος γκράφιτι, και τραβάει μαλακία. Παραμένει στην ίδια θέση για κάποιο διάστημα, έπειτα κοπανάει συνοφρυωμένος το αυτόματο μηχάνημα χαρτιού, σκουπίζεται και βγαίνει.
Με το βλέμμα στραμμένο κάτω, στέκεται μπροστά στο ανακλαστικό τετράγωνο από ανοξείδωτο ατσάλι που είναι βιδωμένοστον τοίχο πάνω απ' τον νιπτήρα. Ύστερα από λίγο βρίσκει το κουράγιο να σηκώσει το κεφάλι και να κοιταχτεί. Περιμένει ότι στον βρόμικο καθρέφτη θα αντικρίσει κανέναν αγριάνθρωπο με χαλαρό σαγόνι που του τρέχουν τα σάλια και εκπλήσσεται ευχάριστα όταν διαπιστώνει πως αναγνωρίζει το πρόσωπο που τον κοιτά – ζεστό, τρυφερό, με τα λακκάκια του. Χαϊδεύει την κερωμένη μπούκλα του και χαμογελά στον εαυτό του. Πλησιάζει στον καθρέφτη. Ναι, εδώ είναι – η ακαταμάχητη και απροσδιόριστη γοητεία. Ολίγον τι στραπατσαρισμένη και τσακισμένη, αυτό είναι σίγουρο, αλλά ποιος θα περίμενε κάτι διαφορετικό;
Έπειτα, κοιτάζοντας προσεχτικότερα, βλέπει και κάτι άλλο να τον κοιτά μέσα απ' τον καθρέφτη. Πλησιάζει ακόμα περισσότερο. Κάτι θλιμένο έχει εγκατασταθεί στο πρόσωπό του το οποίο, όπως παρατηρεί έκπληκτος, προσθέτει στον γενικό μαγνητισμό του. Στο βλέμμα του υπάρχει μια ένταση που δεν υπήρχε πριν – ένα τραγικό φως -, η οποία νιώθει ι του παρέχει ανείπωτη δυναμική, και χαρίζει στον καθρέφτη ένα θλιμμένο χαμόγελο όλο συναίσθημα, μένοντας έκπληκτος μπροστά στη νεόκοπη έλξη που ασκεί. Προσπαθεί να θυμηθεί κανέναν διάσημο που να δέχτηκε κάποιο τραγικό χτύπημα της μοίρας και να βγήκε απ' την όλη περιπέτεια πιο γοητευτικός, αλλά δεν του 'ρχεται κανείς. Αυτό τον κάνει να αισθάνεται σούπερ δυνατός, έξτρα ικανός και υπεράνθρωπος, όλα μαζί ταυτόχρονα.
Όμως πάνω απ' όλα ο Μπάνι νιώθει δικαιωμένος. Παρά τα όσα έχουν συμβεί, το άστρο του λάμπει. Νιώθει έτοιμος να αντιμετωπίσει την άγρια περιφρόνηση της εκκλησίας που είναι γεμάτη εξοργισμένες γυναίκες. Μάλιστα, σκέφτεται μήπως τραβήξει άλλη μια μαλακία επιτόπου στον νιπτήρα. Χώνει ένα Λάμπερτ & Μπάτλερ στο στόμα, το ανάβει και σαν τρομπέτα ξεφυσά ένα σύννεφο καπνού στην αντανάκλασή του.
Αμέσως μετά προσέχει ότι οι σκιές πίσω του έχουν αρχίσει να αιμορραγούν και να θολώνουν και να αλλάζουν θέση. Μοιάζουν να μεγαλώνουν και να προσλαμβάνουν χαρακτηριστικά που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, δεν τους αποδίδονται, λες και τον πλησιάζουν απ' τον κόσμο των πνευμάτων. Ο Μπάνι έχιε την απρόσμενη αίσθηση ότι πρόκειται να πεθάνει – όχι απαραίτητα σήμερα, αλλά σύντομα – και προβληματίζεται συνειδητοποιώντας ότι, κατά κάποιο τρόπο, αυτό τον ανακουφίζει. Νιώθει ενστικτωδώς ότι οι σκιές ανήκουν στους νεκρούς που αναδιατάσσονται, παραμερίζοντας για να του κάνουν χώρο.
Νιώθει να του κόβονται τα γόνατα και γέρνει πίσω το κεφάλι κοιτώντας το ταβάνι. Παρατηρεί έναν λευκό όγκο πορώδους λάσπης στην πέρα γωνία με τα διαχωριστικά, με όγκο και σχήμα ανθρώπινης καρδιάς. Έπειτα από λίγο ο Μπάνι συνειδητοποιεί ότι κοιτά μια σφηκοφωλιά, που είναι ζωντανή και βουΐζει δυσοίωνα. Οι σφήκες ετοιμάζονται – σκέφτεται. Θυμάται τη φλεγόμενη Δυτική Προβλήτα και το αίμα του παγώνει και σκέφτεται – τα μαυροπούλια κάνουν κύκλους. Κλείνει τα μάτια και για κλάσματα του δευτερολέπτου φαντάζεται μαι σειρά από επικίνδυνες και ζοφερές εικόνες – αεροπλάνα πέφτουν απ' τον ουρανό. Μια αγελάδα γεννάει ένα φίδι. Κόκκινο χιόνι. Μια χιονοστιβάδα σιδηρών παρθένων. Ένα αιδίο με την τρύπα σφραγισμένη. Έναν φαλλό σε σχήμα μανιταριού βόμβας – και ο Μπάνι ανατριχιάζει, τσεκάρει τα δόντια του στον καθρέφτη και σκέφτεται – ρε φίλε, πως μου 'ρθε τώρα αυτό;
Στρώνει τα μαλλια'του, χτυπώντας ελαφρά με τα χέρια, έπειτα εκσφενδονίζει το τσιγάρο στη σφηκοφωλιά και βγαίνει απ' τις τουαλέτες σε μια βροχή από σπίθες.
Καθώς διασχίζει το γρασίδι με τις πικραλίδες, βλέπει τον Μπάνι Τζούνιορ καθισμένο στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Το αγόρι έχει βγάλει το σακάκι του και το έχει ρίξει πάνω στο κεφάλι του.
«Εσύ είσαι Μπάνι Αλάνι;» λέει ο Μπάνι κοιτώντας δεξιά κι αριστερά.
«Ναι», λέει το αγόρι κοφτά.
«Γιατί δεν είσαι μέσα;», ρωτάει ο Μπάνι.
«Όλοι έχουν φύγει εδώ και ώρες. Πήγαν στο νεκροταφείο. Εσύ που ήσουν;»
Ο Μπάνι κοιτά το ρολόι του και, νιώθοντας να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, αναρωτιέται πόση ώρα ήταν στην τουαλέτα.
«Το κάλεσμα της φύσης», λέει ο Μπάνι. «Έλα. Πάμε».
«Τι;» λέει το αγόρι.
«Διάολε αν έβγαζες το σακάκι απ' το κεφάλι σου θα μπορούσες να μ' ακούσεις», λέει ο Μπάνι. «Νιώθω σαν να μιλάω σε μανιτάρι».
Ο Μπάνι Τζούνιορ βγάζει το σακάκι από πάνω του και κοιτά συνοφρυωμένος τον πατέρα του. Τα μάτια του είναι κατακόκκινα, με μια ροζ κρούστα γύρω τους.
Μπαμπά, με πονάνε τα μάτια μου απ' τον ήλιο».
«Έλα, μια χαρά θα 'σαι. Μπες στο αμάξι. Έχουμε αργήσει», λέει ο Μπάνι διασχίζοντας ήδη το γρασίδι κατευθυνόμενος προς το Πούντο. Ο Μπάνι τζούνιορ ακολουθεί τον πατέρα του.
Μπαίνουν σ' ένα εκτυφλωτικό κίτρινο Πούντο, που είναι γεμάτο πιτσιλιές από τις κουτσουλιές των γλάρων, και ο Μπάνι βάζει μπρος και βγαίνει στην κίνηση του απομεσήμερου.
«Θεέ μου, κάνει ζέστη», λέει ο Μπάνι, και πατέρας και γιός κατεβάζουν τα τζάμια τους.
Ο Μπάνι κοπανά το ραδιόφωνο και ακούγεται μια έξτρα αυταρχική γυναικεία φωνή.
«Σούπερ», λέει εκείνος.
«Τι;» ρωτά το αγόρι.
«Η ώρα της γυναίκας».
«Αλήθεια, μπαμπά;»
«Είναι εκπαιδευτικό», λέει ο Μπάνι αυξάνοντας την ένταση.
Το αγόρι επιτρέπει στον αέρα που μπουκάρει απ' το παράθυρο να του χαϊδέψει το πρόσωπο.
«Δεν αισθάνομαι πολύ καλά», λέει και κλείνει τα μάτια.
Ο Μπάνι Τζούνιορ ακούει τον μπαμπά του να λέει «Μια χαρά είσαι, Μπάνι Αλάνι», κι αυτο τον κάνει να αισθανθεί καλύτερα, αφού όλοι γνωρίζουν πως το να μην ξέρεις αν θα είσαι εντάξει συχνά είναι ό,τι χειρότερο όταν δεν αισθάνεσαι καλά. Κρατά τα μάτια κλειστά και ακούει ραδιόφωνο. Ακούει μια κυρία να μιλά για τη σεξουαλικοποίηση ή κάτι παρόμοιο των παιδιών μέσω της διαφήμησης. Αρχίζει να μιλά για τις κούκλες τύπου Μπάρμπι, και ειδικά για μια καινούρια ονόματι Μπρατζ που μοιάζει λες και μόλις έκανε σεξ ή πήρε ένα σωρό ναρκωτικά ή κάτι τέτοιο. Όταν η φωνή λέει «Κλέβουν την παιδική ηλικία των παιδιών μας», ακούει τον πατέρα του να επαναλαμβάνει τη φράση κι έπειτα να τη λέει ξανά λες και την αποθηκεύει στη μνήμη του. Νιώθει το αυτοκίνητο να κόβει ταχύτητα, να τρίζει και να στριγκλίζει ώσπου σταματά.
«Φτάσαμε», λέει ο Μπάνι. «Είσαι εντάξει;» Ακούει ένα τρέμουλο εκνευρισμού στη φωνή του πατέρα του – όχι απέναντί του, μάλλον αλλά απέναντι σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Μπάνι Τζούνιορ ανοίγει τα μάτια και χαρίζει στον μπαμπά του ένα σφιγμένο χαμόγελο. Βγαίνουν μαζί από το Πούντο και κατεβαίνουν το χαλικόστρωτο μονοπάτι ως τη μικρή ομάδα ανθρώπων που έχει συγκεντρωθεί γύρω απ' το σημείο που θα αποτελέσει τον τελικό τόπο ανάπαυσης της μητέρας του. Ο Μπάνι και ο Μπάνι Τζούνιορ χώνονται ανάμεσα στον κόσμο και, μουρμουρίζοντας δικαιολογίες, καταλήγουν δίπλα στον τάφο.


Nick Cave
Ο Θάνατος του Μπάνι Μανρό
Μετάφραση Αντώνης Καλοκύρης
Εκδόσεις Τόπος 2009




















Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Pussy Lover – Nick Cave



Ο Μπάνι γυρίζει το κλειδί στη μίζα και το κίτρινο Φίατ Πούντο ζωντανεύει βγάζοντας μια σειρά αρρωστημένους ήχους. Μια ανεπαίσθητη ενοχή, αν μπορούσες να την πεις έτσι, ένα βασανιστικό σάστμα επειδή είναι ήδη 12:15 κι ακόμα δεν είχε πάει στο σπίτι, έρπει στις παρυφές του μυαλού του. Έχει μια αμυδρή, ανησυχητική ανάμνηση ότι η Λίμπι ήτνα ιδιαίτερα αναστατωμένη το προηγούμενο βράδυ, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί για ποιο λόγο, κι άλλωστε η μέρα είναι όμορφη και ο Μπάνι αγαπάει τη γυναίκα του.
Ως επιβεβαίωση της ακατάσχετης αισιοδοξίας του Μπάνι, οι ένδοξες πρώτες μέρες της σχέσης τους εξακολουθούν να επηρεάζουν το παρόν, με αποτέλεσμα να μην έχει σημασία πόσα σκατά συνοδεύουν τον έγγαμο βίο, καθώς όποτε ο Μπάνι σκέφτεται τη γυναίκα του ο κώλος της είναι πάντα πιο σφιχτός, τα βυζιά της θυμίζουν τορπίλες, ενώ διαθέτει ακόμα αυτό το κοριτσίστικο γελάκι κι εκείνα τα χαρούμενα μάτια στο χρώμα της λεβάντας. Μια φούσκα χαράς σκάει στο στομάχι του, καθώς φεύγει από το πάρκιν και βγαίνει στη μεγαλειώδη λιακάδα δίπλα στη θάλασσα. Η μέρα είναι όμορφη και, ναι, αγαπάει τη γυναίκα του.
Ο Μπάνι ελίσσεται με το Πούντο στην κίνηση του Σαββατοκύριακου και καταλήγει στην παραλιακή και, λιποθυμώντας σχεδόν από χαρά, τη βλέπει – την παραληρηματική παρωδία του καλοκαιριού που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του.
Παρέες σχολιαρόπαιδων με τα πόδια-ψαλίδια και τρυπημένους αφαλούς, κορίτσια τίγκα στη φίρμα που κάνουν τζόγκιν, ευτυχισμένους κωλαράδες φιλόζωους με τα σκυλιά τους, ζευγάρια που συνουσιάζονται στ' αλήθεια στο καλοκαιρινό γρασίδι, μουνιά που λιάζονται στην παραλία κάτω από σωρείτες με ερωτικά σχήματα, ένα σωρό γαμάτες κοπέλες έτοιμες για όλα – μικρές, μεγάλες, μαύρες, λευκές, νεαρές, γριές, του τύπου “δώσε μου ένα λεπτό και θα βρω που έχεις την ελίτσα σου”, λαχταριστές ανύπαντρες μητέρες, στητά χαρωπά βυζιά από γκομενίτσες με αποτριχωμένους μηρούς, γυναίκες που μόλις επέστρεψαν απ' την παραλία με την πλάτη σημαδεμένη από τα βότσαλα -και γαμώ τις καταστάσεις, ρε φίλε, σκέφτεται ο Μπάνι-, ξανθιές, μελαχρινές και πρασινομάτες κοκκινομάλλες που δεν μπορείς παρά να τις ερωτευτείς, και ο Μπάνι κόβει ταχύτητα, ενώ το Πούντο σέρνεται, και κατεβάζει το τζάμι.
Ο Μπάνι χαιρετά μαι τύπισσα νερωτική με τη γυμναστική που έχει iPod και ειδική φόρμα απορρόφησης κραδασμών, και μάλλον τον χαιρετά κι εκείνη. Ένα μαύρο γκομενάκι που αναπηδά στο γρασίδι πάνω σε μια κίτρινη φουσκωτή μπάλα (ρισπέκτ). Μια ημίγυμνη μαθήτρια με γαμησιάτικη μελανιά σε μέγεθος μπισκότου στη βάση της πλάτης, που, ως εκ θαύματος, αποδεικνύεται ότι πρόκειται για τατουάζ σε σχήμα κορδέλας ή φιόγκου - “σε συσκευασία δώρου”, φωνάζει ο Μπάνι. “Απίστευτο!” - κι έπειτα αλυχτά σαν λύκος βλέποντας μια ολόγυμνη τύπισσα που το έχει εντελώς ξυρισμένο, αλλά κατόπιν προσεχτικότερης παρατήρησης συνειδητοποιεί ότι στην πραγματικότητα φορά στρινγκ στο χρώμα του δέρματος που εφαρμόζει ανατομικά όσο ένα περίβλημα λουκάνικου. Χαιρετά ένα τρίο Αμαζόνων θεών με βαρβάτα μπούτια και μποτάκια που παίζουν βόλεϊ χρησιμοποιώντας μια παραφουσκωμένη μπάλα (τον χαιρετάνε κι εκείνες, σαν σε αργή κίνηση). Ο Μπάνι κορνάρει όταν βλέπει ένα ζευγάρι αναπάντεχα καυτές πιτσιρίκες λεσβίες, που του απαντάνε με κωλοδάχτυλα και εκείνος γελά και τις φαντάζεται να το κάνουν ζωσμένες με ψεύτικους πούτσους. Κι έπειτα βλέπει ένα στραβοκάννικο κορίτσι με κοτσίδες να γλείφει ένα κοκκινομπλέ ριγέ γλυφιτζούρι. Μια κοπέλα ντυμένη με κάτι απροσδιόριστο που την κάνει να μοιάζει λες κι έχει χωθεί στο δέρμα μιας ιριδίζουσας πέστροφας. Έπειτα μια νταντά ή κάτι τέτοιο που σκύβει πάνω από ένα καρότσι και φαίνεται το έντονα λευκό σημάδι απ' το βρακάκι της, κι ο Μπάνι ξεφυσά μέσα απ' τα δόντια του και βαράει την κόρνα. Έπειτα προσέχει μια θλιμμένη, βαρυκόκαλη υπάλληλο γραφείου που έχει απομακρυνθεί απ' την παρέα των κοριτσιών και περπατά κάνοντας οχτάρια στο γρασίδι, μεθυσμένη, μόνη και χαμένη, μ' ένα μπλουζάκι που γράφει “ΤΣΙΡΙΖΩ ΣΑΝ ΓΟΥΡΟΥΝΙ”, κουβαλώντας ένα μεγάλο, φουσκωτό πέος. Ο Μπάνι τσεκάρει το ρολόι του, το σκέφτεται, αλλά συνεχίζει τον δρόμο του. Βλέπει μια περίεργη γκόμενα με βέλο και μπικίνι που κάθεται σε μαξιλαράκι βικτοριανού τύπου κι έπειτα χαιρετά ένα νόστιμο πρεζόνι που μοιάζει πολύ με την Αβρίλ Λαβίν (ίδιο μαύρο αϊλάινερ), καθισμένο σε μια στοίβα τεύχη του Μπιγκ Ίσιου* στην είσοδο του ετοιμόρροπου κτιρίου Έμπασι. Σηκώνεται κι αρχίζει να τον πλησιάζει σέρνοντας τα πόδια της, σκελετωμένη, με τεράστια δόντια και μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια που θυμίζουν πάντα, κι έπειτα ο Μπάνι συνειδητοποιεί ότι δεν είναι πρεζόνι αλλά διάσημο μοντέλο στο απόγειο της δόξας του που του διαφεύγει τ' όνομά του, κι αυτό κάνει τον πούτσο του ν' αναπηδήσει στο εσώρουχό του, αλλά έπειτα, κοιτώντας προσεχτικότερα, συνειδητοποιεί ότι τελικά είναι πρεζόνι και έτσι συνεχίζει τον δρόμο του, αν και όλοι όσοι ασχολούνται με αυτά τα πράγματα γνωρίζουν, καλύτερα απ' οτιδήποτε άλλο, ότι τα πρεζόνια κάνουν τις καλύτερες πίπες (οι πουτάνες που παίρνουν κρακ, τις χειρότερες). Ο Μπάνι ανοίγει το ραδιόφωνο, ακούγεται η επιτυχία της Κάιλι Μινόγκ “Spinning Around” και δεν πιστεύει στην τύχη του και νιώθει ένα σχεδόν απεριόριστο κύμα ηδονής όταν ξεκινά ο πνιχτός, περιπαικτικός ήχος των πλήκτρων και η Κάιλι ξεφωνίζει την οργιαστική ωδή της στον σοδομισμό, κι εκείνος σκέφτεται το χρυσό, καυτό σορτσάκι της Κάιλι, εκείνες τις υπέροχες επιχρυσωμένες σφαίρες, που του θυμίζουν πως καβαλούσε τα μεγάλα, ασπρισμένα κωλομέρια της Ρίβερ της σερβιτόρας, με το στομάχι του γεμάτο λουκάνικα και αβγά, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, κι αρχίζει να τραγουδά τους στίχους, “Στριφογυρίζω, φύγε απ' τη μέση, ξέρω ότι με νιώθεις αφού έτσι σ' αρέσει”, και το τραγούδι μοιάζει ν' ακούγεται από τα παράθυρα όλων των αυτοκινήτων σ' όλο τον κόσμο και το μπιτάκι βαράει με γαμώ τις εντάσεις. Κατόπιν βλέπει μια παρέα κοντόχοντρων γυναικών, απ' αυτές που χασομεράνε στα εμπορικά κέντρα, με τα αυτάρεσκα παχάκια και το ξεραμένο κραγιόν τους, μια πιθανότατα καυτή μουσουλμάνα καλυμμένη τελείως με μπούργκα (ω ρε φίλε, σκέτη αμαρτία από την Αραβία) κι έπειτα μια αφίσα που διαφημίζει τα γαμημένα τα Ουόντερμπρα ή κάτι τέτοιο κι εκείνος λέει “γες!” και στρίβει απότομα κορνάροντας, αλλάζοντας κατεύθυνση, κατεβαίνοντας την Τέταρτη Λεωφόρο, ενώ έχει ήδη αρχίσει να ξεβιδώνει το καπάκι ενός δείγματος κρέμας χεριών. Παρκάρει και τον παίζει, μ' ένα μεγάλο, ευτυχισμένο χαμόγελο στα χείλη, και ξεφορτώνεται μια δόση σπέρμα σε μια κάλτσα γεμάτη ξεραμένα χύσια που φυλάει κάτω από το κάθισμα.
“Ουάου!” λέει ο Μπάνι και ο ντιτζέι στο ράδιο λέει “Η Κάιλι Μινόγκ -μην μου πείτε ότι δεν λατρεύετε το σορτσάκι της!” και ο Μπάνι λέει “Ω, ναι!” και στρίβει ξανά το Πούντο προς την κίνηση και διανύει τα δέκα λεπτά δρόμο ως το διαμέρισμά του στο Γκρέισον Κορτ του Πόρτσντεϊλ, συνεχίζοντας να χαμογελά και να γελά και ν' αναρωτιέται αν η γυναίκα του η Λίμπι θα γούσταρε να το κάνουν όταν θα έφτανε στο σπίτι.


________ 
*Big Issue: Εβδομαδιαίο περιοδικό που γράφεται και πωλείται από άστεγους. Ξεκίνησε από τη Βρετανία (όπου αρκετές πόλεις διαθέτουν τοπική έκδοση), αλλά πλέον υπάρχει και σε άλλες χώρες. Μέρος των χρημάτων κρατούν οι πωλητές και το υπόλοιπο πηγαίνει στο ίδρυμα "The Big Issue", που προσφέρει υπηρεσίες στους άστεγους.

NICK CAVE
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΝΙ ΜΟΝΡΌ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΠΟΣ