.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

Το Άσμα του Ναρκίσσου – ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΑΝΑΓΡΑΣ

Υπό τας δροσεράς σκιάς, παρά τας μινυριζούσας πηγάς και το παραρρέον ρεύμα, ο λευκός νάρκισσος ορθοί το λιγυρόν του στέλεχος και κατοπτρίζει ως άλλοτε την κομψήν κεφαλήν.
Κοσμήσατε με νάρκισσον τα στήθη σας. Είνε το σύμβολον της αιωνίας νεότητος.
Απέθανε νέος!

***

Αι αβραί στεφάναι του κλίνουσιν αύθισ επί των πρασίνων στελεχών, και ο χρυσούς του οφθαλμός ψάλλει το χαίρε εις τον κόσμον.
Ως άλλοτε εις τας όχθας του πατρώου Κηφισσού, εράται του ιδίου κάλλους και φθίνει επ’ αυτώ.
Ας ψάλλωμεν τον Νάρκισσον…
Απέθανε νέος!

***

Υπό την αντικρύ συστάδα, η Ηχώ περιαλγής τείνει το ους εναγώνιον, προσέχουσα εις τα ψιθυρίσματα του δάσους.
Πλην εκείνος πλέον δεν απαντά.
ο Κηφισσός εκοίμισε περίλυπος το τέκνον των ερώτων του, και τα σιωπηλά ύδατα φυλάττουσι ζηλότυπα το μυστικόν.
Ο Νάρκισσος ηράσθη και απέθανε.
Ευτυχείς όσοι, ως αυτός, φίλτατοι εις τας ωραίας και τους θεούς, θνήσκουσι νέοι.

***

Εκ των ιμέρων του αρμονικού κορμού ετράφησαν  τα λευκά πέταλα, το άρωμα του σβεσθέντος έρωτος εχύθη επ’ αυτών, και η ωχρά του κεφαλή έκλινε πάλιν επί το ύδωρ.

***

Ας ψάλλωμεν τον Νάρκισσον.
Εις την παραίσθησιν του ονείρου του, αγαπά έτι και αναμένει… Δεν ημαύρωσαν τα ιδεώδη του ύλης απέχθεια, ούτε κόρου απόγνωσις  και γήρατος ρυτίδες!
Εις την επάνθησιν της θεοειδούς ήβης του, έκλεισε τα λαμπρά βλέμματα, και εζήτησεν αλλαχού ιδανικά και ελπίδας.
Είνε το άσμα της αιωνίας παρθενίας και αγνότητος…
Ας ψάλλωμεν το άσμα του Ναρκίσσου!…

***

Οι χειμώνες εναλλάσσουσι τα φθινόπωρα, τα φθινόπωρα εναλλάσσουσι τα φρύγη του θέρους, κ’ εκείνος αιωνίως ερά και ποθεί…
Οι ανθήρες της καρδίας του προτείνονται πάντοτε ανυπόμονοι, και τα παρθενικά πέταλα υποστρώνουσι πάντοτε τας λευκάς αρμονίας των, ετοιμάζοντα μάτην νυμφικάς παστάδας.
Αλλ’ ο Υμεναίος δεν τονίζει επιθαλάμια δι’ αυτόν!

***

Παρά τας όχθας του πατρικού Κηφισσού ο περικαλλής έφηβος πλανάται περιώδυνος, κύπτων πάντοτε επί την ιδίαν μορφήν.
Δεν θα παύση ποτέ αγαπών και στενάζων!
Τα ωχρά άνθη ταλαντεύουσιν άνωθεν των σιωπηλών υδάτων τας στεφάνας των, και υπό τας μυστικάς συστάδας η Ηχώ καλεί γοερά…

***

Κοσμήσατε τα στήθη σας με Νάρκισσον!
Το άσμα του είνε γλυκύ και τρυφερόν!
Ας ψάλλωμεν το άσμα του Ναρκίσσου!


Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

Πληγές της αγάπης - Federico García Lorca



Αυτό το φως, τούτη η φωτιά που κατατρώει.

Τούτο το σταχτί τοπίο που με τυλίγει.

Τούτος ο πόνος για μια και μόνη ιδέα.

Τούτη η αγωνία τ’ ουρανού, του κόσμου, της ώρας.


Τούτος ο θρήνος του αίματος που στολίζει

λύρα δίχως παλμό πια, φευγαλέο δαυλό.

Τούτο το βάρος της θάλασσας που με χτυπά.

Τούτος ο σκορπιός που μου φωλιάζει στο στήθος.


Είναι στεφάνι του έρωτα, κλινάρι πληγωμένου,

όπου δίχως ύπνο ονειρεύομαι την παρουσία σου

μέσα στο ρημαδιό του στήθους μου βουλιαγμένο.


Και μόλο που ψάχνω την καμπύλη της φρόνησης

μού προσφέρει η καρδιά σου κοιλάδα απλωμένη

με φαρμάκι και πάθος γνώσης πικρής.



Federico García Lorca

Έντεκα Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα

Μετάφραση Μάγια-Μαρία Ρούσσου

Εκδόσεις Ελεγεία 2008

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2021

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ – ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ

Είναι αδύνατο στον άνθρωπο να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι φυσική απόληξη της εξατομικευμένης ζωής είναι ο οριστικός αφανισμός της, ο θάνατος. Από τότε που ξύπνησε ο νους του και έθεσε το πρόβλημα, δοκίμασε όλους τους τρόπους, για να εξαλείψει ή να μαλακώσει αυτή την καταθλιπτική σκέψη που ύστερα από ορισμένη ηλικία κάνει αφόρητα πικρή τη γεύση της ύπαρξης – του κάκου! Όσο και να προσπάθησαν μάγοι  και προφήτες, ποιητές και παραμυθάδες, ονειροπόλοι και φιλόσοφοι να του δώσουν την  ελπίδα ότι η ζωή, με τη μία μορφή ή με την άλλη, συνεχίζεται και πέρ’ από τον τάφο, ότι μπορεί μάλιστα (αν φανεί φρόνιμος) να είναι και καλύτερη από την  επίγεια, αυτός εξακολουθεί (όπως ομολογεί και ο υμνωδός της Εκκλησίας) «να θρηνεί και να οδύρεται όταν εννοήσει τον θάνατο». Που σημαίνει όχι όταν «καταλάβει» το θάνατο, γιατί  αυτός ήταν και μένει  ακατάληπτος, αλλά όταν τον «βάλει στο νου του». Πως όμως μπορεί να μη τον «εννοήσει», αφού από τη στιγμή που αισθάνεται το τι γίνεται γύρω του, βλέπει να φεύγουν από τον κόσμο τα αγαπημένα του πρόσωπα, το ένα ύστερ’ από το άλλο, χωρίς ν’ αφήνουν πίσω τους τίποτ’ άλλο παρά αναμνήσεις και θλίψη που κι αυτή σιγά-σιγά σβήνει; Παραμυθία λοιπόν δεν υπάρχει, και μόνο θρήνος και οδυρμός μπροστά στο επικείμενο, στο αναπόδραστο τέρμα της πορείας.
Λάθος, αποφαίνεται ένας αρχαίος σοφός. Δεν είναι – λέγει – καθαυτό ο  θάνατος που μας φέρνει  την απόγνωση, αλλά ο φόβος του θανάτου. Ο φόβος όμως αυτός είναι αστήριχτος, ανόητος. Τι φοβούμαστε ότι θα πάθουμε; τίποτα δεν παθαίνουμε από το θάνατο όσο ζούμε, και όταν πεθάνουμε, δεν θα αισθανόμαστε τίποτα. Ώστε… μόνο ο μωρός έχει τέτοιο φόβο! Το τέχνασμα είναι πονηρό και δεν πείθει κανένα. Τι τρέμουμε; Τη διακοπή της συνέχειας, το κενό, την ανυπαρξία. Τη στέρηση ενός αγαθού που γνωρίζουμε: της ζωής. Επομένως και αντικείμενο έχει  ο φόβος μας, και εμείς υπάρχουμε για να τον αισθανόμαστε. Φυσικά, είμαστε (άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο) οπλισμένοι για την άμυνα. Σπάνια σκεπτόμαστε το θάνατο, και όταν ένα περιστατικό μας τον θυμίσει, μηχανευόμαστε διάφορους τρόπους – ένας είναι οι «ανειλημμένες υποχρεώσεις», άλλος οι «ανεξάντλητες φιλοδοξίες» μας – για να τον ξεχάσουμε. Και πάντοτε υπάρχει ένα «άλλοθι» για να καθησυχάζουμε την ψυχή μας: των άλλων το θάνατο συλλογιζόμαστε και υποφέρουμε (όσο επιτρέπει η ευαισθησία μας), όχι το δικό μας. Πάντοτε βρίσκει ευκαιρίες ο εγωισμός για να θριαμβεύει.
Πολλοί ισχυρίζονται ότι φταίει η παιδεία μας (η ανατροφή, η εκπαίδευση, η παράδοση, οι θεσμοί μας κτλ.) που τρέμουμε το θάνατο. Έπρεπε – λέγουν – από την τρυφερή μας ηλικία να διδαχτούμε και να ασκηθούμε έτσι ώστε να εμποτιστούμε με την ιδέα ότι  ο θάνατος είναι κάτι φυσικό και αυτονόητο, μια φάση της ίδιας της ζωής, και μάλιστα ευπρόσδεκτη όπως η ανάπαυση ύστερα από το μόχθο, ο ύπνος ύστερ’ από τον κάματο της ημέρας. Το πνεύμα όμως του πολιτισμού μας δεν μας αφήνει να παραδεχτούμε αυτή την απλή λύση. Επειδή η επιστήμη και η τεχνική μας κατάφεραν να δαμάσουν τόσες πανίσχυρες φυσικές δυνάμεις και να τις θέσουν στην υπηρεσία των αναγκών και της ματαιοδοξίας μας, θεωρούμε το θάνατο ατυχία ή συμφορά, ένα είδος αρρώστιας που δεν κατορθώσαμε ακόμα, αλλά οπωσδήποτε θα μπορέσουμε να τη γιατρέψουμε, και για τούτο τρέμουμε μήπως  μας βρει το κακό και δεν προλάβουμε να σωθούμε. Όσο μάλιστα προχωρεί η ηλικία μας και διαβάζουμε στις στατιστικές ότι κάθε χρόνο ανεβαίνει στις αναπτυγμένες χώρες ο μέσος όρος της ζωής, τόσο περισσότερο αγωνιούμε – σαν εκείνους που βλέπουν ότι θα χάσουν ένα βέβαιο κέρδος, επειδή είναι αναγκασμένοι να αποχωρήσουν πριν από την κλήρωση του λαχείου…
Δεν είμαι βέβαιος ότι είναι δικαιολογημένο το παράπονο τούτο κατά του πολιτισμού μας. Πρώτα, γιατί με την αρχή της «εντροπίας» η επιστήμη μας έχει αποδείξει ότι κάθε αποδεσμευόμενη ενέργεια, καθώς μετασχηματίζεται, υπόκειται αναπότρεπτα στη φθορά και τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την ανάλωσή της. Επομένως ο θάνατος δεν είναι δυνατόν να νικηθεί με μέσα φυσικά. Και άδικα κατηγορούμε την παιδεία μας ότι μας τρέφει με φρούδες ελπίδες. Το αντίθετο μπορούμε να της προσάψουμε: ότι αρνιέται πεισματικά να μας παρηγορήσει. Έπειτα (όσο γνωρίζω) κανένας από τους μεγάλους πολιτισμούς της ιστορίας δεν κατάφερε να πείσει τον άνθρωπο να μη φοβάται το θάνατο, αλλά όταν τον βλέπει να πλησιάζει, ν’ ανοίγει την αγκαλιά του να τον υποδεχτεί. Ορισμένοι το επιδίωξαν, με σοφούς πραγματικά τρόπους. Οι Αιγύπτιοι λ.χ. πίστεψαν ότι, αν διατηρήσουν τα υλικά κατάλοιπα της προσωπικής ζωής, το αποσκελετωμένο σώμα, η συνέχεια εξασφαλίζεται. Και πέτυχαν αυτή τη δύσκολη συντήρηση. Έπαψαν άραγε με το κατόρθωμα τούτο να φοβούνται το θάνατο και να θρηνούν τους νεκρούς των; Οι Αρχαίοι Έλληνες για να παραμυθήσουν της ψυχές των πεθαμένων και να ενθαρρύνουν τους ζωντανούς, έστελναν στον Άδη και τους θεούς των. Γλύτωσαν με τούτο από την οδύνη του θανάτου; Οι επιτύμβιες στήλες του Κεραμεικού έχουν διαιωνίσει τη μελαγχολία τους. Εμείς οι Χριστιανοί επί αιώνες τώρα ανατρεφόμαστε με την επαγγελία της αιωνιότητας, με την προσδοκία μιας πέρ’ από  τον τάφο ζωής. Γίναμε άραγε, με αυτή την υπόσχεση και την αναμονή, φίλοι με το θάνατο; Δεν τον τρέμουμε; Δεν οδυρόμαστε, όταν πλήξει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο; (Πρακτικοί όπως σε όλα τους οι Εβραίοι δεν αναφέρουν πουθενά στις Γραφές τους την αθανασία της ψυχής. Τις αμοιβές και τις ποινές για τα έργα τους σε τούτο τον κόσμο τις περιμένουν και τις αποδέχονται, όχι στον άλλο).
Πως αισθάνονται οι άλλοι λαοί, οι λεγόμενοι «πρωτόγονοι» δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Λέγεται ότι μερικοί απ’ αυτούς (στην Πολυνησία λ.χ.) πανηγυρίζουν με τραγούδι και χορούς όταν ένας δικός τους λύνεται από τα δεσμά της ζωής. Έχω  ακούσει και αυτήν εδώ την ιστορία: Σε μια κλινική του Λονδίνου ο πατέρας και η μητέρα ενός βαριά άρρωστου νέου (ανήκαν στην κίτρινη φυλή) παρακολουθούσαν με θλίψη και αγωνία τους πόνους του. Μια μέρα φάνηκαν στο διάδρομο γελαστοί και χαρούμενοι. Οι σύνοικοι νόμισαν ότι ο άρρωστος πέρασε πια την κρίση και έτρεξαν να τους συγχαρούν. Εκείνοι εξήγησαν ότι πραγματικά είναι πολύ  ευχαριστημένοι: ο γιος τους είχε πεθάνει και είναι τώρα ευτυχής… Ήταν μήπως οπαδοί του Βούδα και πίστευαν ότι θάνατος, ως βήμα προς την ανυπαρξία, είναι αληθινή λύτρωση; Ή είχαν απλώς ανακουφιστεί που τερματίστηκε επιτέλους το μαρτύριο του παιδιού τους; Και τα δύο είναι πιθανά. Αλλά θα δεχτώ ότι ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. η απόλυτη ηρεμία με την οποία οι ερημίτες και οι ασκητές του Χριστιανισμού αντιμετωπίζουν το θάνατο ως επιστροφή στους κόλπους του Θεού) αποτελούν αξιοθαύμαστα φαινόμενα. Είναι όμως εξαιρέσεις, και όχι ο κανόνας. Ο φόβος του θανάτου έχει  βαθιές τις ρίζες του μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Οι απελπισμένες προσπάθειες, που έγιναν και γίνονται για να τον διαλύσουν ή να τον απαλύνουν, αποδείχνουν πόσο βασανιστικό και επίμονο είναι τούτο το άγχος. 
Δοκιμάστηκε πρώτα ο θρησκευτικός μύθος. (Έχω ήδη στους αναγνώστες μου  διευκρινίσει με ποιο νόημα χρησιμοποιώ τούτο τον όρο). Κορυφαίες διάνοιες γοητεύτηκαν ή προβληματίστηκαν από τα σύμβολά του. Ένας ορθολογιστής σαν τον τραγικό ποιητή Ευριπίδη δεν διστάζει να διατυπώσει την απορία (σε ένα απόσπασμά του που μας διασώθηκε): «μήπως η ζωή είναι θάνατος, και ο θάνατος ζωή;» Μήπως πεθαίνουμε την ώρα που γεννιόμαστε, και αρχίζουμε να ζούμε πραγματικά όταν πεθαίνουμε; Ο διονυσιακός μύθος και η συνέχεια της επικοινωνίας, η εναλλαγή της επίγειας με την υποχθόνια ύπαρξη, όπως την αποκάλυπταν στους μυημένους οι Ελευσίνιες τελετουργίες, βρίσκονται φανερά πίσω από το εναγώνιο τούτο  ερώτημα. Ο Πλάτων θα είναι σαφέστερος και πιο κατηγορηματικός. Η αληθινή σοφία, διακηρύττει με το στόμα του Σωκράτη των  διαλόγων του, είναι «μελέτη θανάτου». Και μελέτη εδώ σημαίνει άσκηση, γύμνασμα. Με άλλους λόγους: σοφός είναι εκείνος που γυμνάζεται πως να νεκρώσει το σώμα του, να αχρηστέψει τα όργανα της πλάνης, τις αισθήσεις, για να αφήσει το πνεύμα του ελεύθερο να υψωθεί στον υπερουράνιο τόπο των απόλυτων όντων και των αυθεντικών αξιών. Με την έννοια αυτή ο φυσικός θάνατος είναι μια καλή τύχη: λύτρωση από τα δεσμά του ψεύδους και της απάτης.
Ύστερ’ από το θρησκευτικό μύθο επιχείρησε και ο φιλοσοφικός λόγος να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με την ιδέα του θανάτου. Το πρόβλημα τώρα μεταφέρεται από τη μεταφυσική στην  ψυχολογική σφαίρα. Όχι το «που» μας πηγαίνει ο θάνατος (σε μιαν άλλη ύπαρξη, ή στην ανυπαρξία;) αλλά το «πως» θα απαλλαγούμε από το άγχος του, είναι το πρόβλημα που έχει να λύσει ο φιλόσοφος. Και θα το λύσει άμα συνειδητοποιήσει ότι ο φόβος είναι μια αλλοίωση, ένα πάθος της ψυχής που γεννιέται και διατηρείται από την αμάθεια και τον παραλογισμό. Ο άνθρωπος με φρόνηση πρέπει να εξαλείψει τα πάθη από την ψυχή του, να φτάσει στην «απάθεια» που είναι η ευδαιμονία. Και τούτο θα το επιτύχει αν οξύνει το πνεύμα του για να το κάνει ικανό να διαλύει τις δεισιδαιμονίες. Στη ζωή ερχόμαστε (έλεγαν οι αρχαίοι στωικοί, ένας Επίκτητος λ.χ. ή ένας Σενέκας) χωρίς τη θέλησή μας. Στο χέρι μας όμως είναι να την εγκαταλείψουμε, εάν ζυγίζοντάς την, όπως όλα τα νομιζόμενα αγαθά, τη βρούμε λειψή: οδυνηρή ή ασυμβίβαστη με την αξιοπρέπειά μας. Τίποτα δεν έχουμε να χάσουμε απ’ αυτή την εκούσια έξοδο. Απεναντίας θα κερδίσουμε, αφού θα απαλλαγούμε από ένα ενοχλητικό ή προσβλητικό βάρος. Ο σοφός που θεωρεί την ανθρώπινη ύπαρξη απ’ αυτή  τη σκοπιά, δεν μπορεί πλέον να φοβάται το θάνατο. Τον βλέπει σαν απλή μετάβαση από μιαν εφήμερη μορφή του είναι σε μιαν άλλη εξίσου εφήμερη. Από τις δύο αυτές παραδοσιακές (στο δυτικό πολιτισμό) λύσεις ποια άραγε να βρίσκεται σήμερα πλησιέστερα προς το αίσθημα και τη σκέψη μας; Στο ερώτημα τούτο ο καθένας ας δώσει την προσωπική του απάντηση. Εκείνο που κατά τη γνώμη μου χαρακτηρίζει περισσότερο τη στάση της εποχής μας απέναντι στο θέμα που συζητούμε, είναι η δραματική (και κωμική κάποτε) προσπάθεια του σύγχρονου ανθρώπου να απωθήσει στα παρασκήνια του συνειδητού την εικόνα του θανάτου, να σωθεί από τον εφιάλτη του με τη φυγή. Διώχνει από τη σκέψη του την ιδέα της μοιραίας φθοράς και νομίζει ότι θα πάψει να υπάρχει γι’ αυτόν  το πρόβλημα της  άμα επινοήσει και εφαρμόσει αποτελεσματικές μεθόδους για να εξασφαλίσει την ευθανασία, να κάνει ανώδυνη την έξοδο από τη ζωή. Διάβασα τελευταία, μεταφρασμένες στη γλώσσα μας, μερικές συγκλονιστικές σελίδες από ένα αφήγημα του A. Huxley («Θαυμαστός καινούργιος κόσμος», μεταφ. Βας. Λ. Καλαντζή, βλ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου «Νεοελληνικά» εκδ. Παπαζήση). Η σκηνή σε ένα πρωτότυπο ίδρυμα, οργανωμένο με επιστημονική τελειότητα για να κάνει ευχάριστο τον επικείμενο θάνατο υπερηλίκων και ανίατα αρρώστων: αναπαυτικά κρεβάτια, εγκαταστάσεις που προσφέρουν ευφρόσυνα οράματα και αρώματα, φάρμακα που εξασφαλίζουν την αναισθησία στους πόνους και βυθίζουν τους ετοιμοθάνατους σε τερπνά όνειρα, ατμόσφαιρα ευθυμίας – σα να μη συμβαίνει τίποτα. Αυτή την ώρα ένας θλιμμένος νέος επισκέπτεται την ψυχορραγούσα μητέρα του, ένα σμάρι ζωηρών  παιδιών επισκέπτεται και αναστατώνει παίζοντας το θάλαμο, για να εξοικειωθεί με το φαινόμενο του θανάτου… Η διαφορά του πνευματικού μας κλίματος είναι ολοφάνερη: η έγνοια μας σήμερα είναι όχι τι θα απογίνουμε μετά το θάνατο, αλλά πως θα πεθάνουμε ανώδυνα και ευχάριστα, πως θα διαβούμε τα σύνορα της ζωής με όλες τις ανέσεις. Εκεί όπου άλλοτε  η θρησκεία προσπαθούσε να μας βοηθήσει με την πίστη, και η φιλοσοφία με τη λογική, ο πολιτισμός μας προσφέρεται να μας καθησυχάσει με την υπόσχεση ενός «τεχνητού παράδεισου». Κάθε εποχή (θα συμφωνήσετε) έχει το δικό της ύφος, το ίδιο σε όλες τις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών πρώτης ανάγκης – από το κομμωτήριο ως τον προθάλαμο του νεκροταφείου…
Παραφράζοντας το σωκρατικό «γνώθι σαυτόν» ένας εστεμμένος φιλόσοφος, ο Μάρκος Αυρήλιος, δίνει στον πάντοτε διστακτικό (από οκνηρία; από δειλία;) άνθρωπο τη συμβουλή «ένδον σκάπτε». Ας τον ακούσουμε και ας σκάψουμε βαθιά μέσα μας για να ανακαλύψουμε τον «άνθρωπο», αυτό το παράδοξο και μοναδικό στον πλανήτη μας δίποδο που μόλις χάραξε στην κοιλότητα του κρανίου του η πρώτη ακτίνα της σκέψης, δεν έστερξε να συνθηκολογήσει με τη μοίρα του και να παραδεχτεί το κενό της ανυπαρξίας, αλλά έθεσε την απαίτησή του χώνοντας ένα όρθιο λιθάρι στο λάκκο όπου έθαψε τον αγαπημένο του νεκρό. Από την ώρα εκείνη, την τόσο μακρινή, τη χαμένη στον ορίζοντα της προϊστορίας, τέθηκε το πρόβλημα των ορίων της ύπαρξης. Και τέθηκε με ανθρώπινους όρους: ως φόβος θανάτου και ως ελπίδα της αθανασίας. Έχουμε άλλωστε και μια πρόσθετη απόδειξη, πολύ πλησιέστερη: από τη συμβολική γλώσσα όλων των μεγάλων θρησκειών δεν λείπουν δύο εικόνες, η θανή και η ανάσταση. Γίνεται να εξαφανίσει ο άνθρωπος αυτά τα αρχέτυπα από τα βάθη της συνείδησής του, χωρίς να θέσει σε δεινό κίνδυνο την ίδια την ανθρωπιά του; Εδώ καταλήγει σε τελευταίαν ανάλυση το πρόβλημά μας.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ
ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ 1982

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Το τραγούδι του εαυτού μου – Song of Myself – Walt Whitman

 
(Αποσπάσματα όπως ακούστηκαν στην – πολύ ιδιαίτερη – ταινία του σκηνοθέτη Edson Oda, Nine Days)
Have you ever reckon'd the earth much?
Spend this day And night with me
And you shall possess the origin
Of all poems
I...
I celebrate myself
And sing myself
And what I assume you shall assume
For every atom belonging to me
As good belongs to you 
I loafe and invite my soul 
I lean and I loafe at my ease 
Observing a spear 
Of summer grass 
My tongue 
Every atom of my blood 
Born here 
From parents born here 
And their parents the same 
As their parents the same 
I, now 37 years old And in perfect health begin 
Hoping to cease not till death 
The smoke of my breath Echoes 
Ripples 
Buzz'd whispers 
Love-root 
Silk-thread 
Crotch and vine 
My inspiration and respiration 
The passing of air and blood 
Through my lungs 
The sound of the belch'd words of my voice 
Loos'd to the eddies of the wind 
A few light kisses 
A few embraces 
The reaching around of arms 
The play of the light 
And shade on the trees 
As the supple boughs wag 
The delight alone 
Or the rush of the streets 
Or along the fields and hill-sides 
The feeling of health 
The full-noon trill 
The song of me 
Rising from bed and greeting the sun 
Hey, sun 
Sun 
Sun, sun, sun 
Sun, sun, sun 
Sun, sun 
The last scud of sun holds back for me 
It flings my likeness after the rest 
And as true as any on the shadow'd wilds 
It coaxes me to the vapor  And the dusk 
I depart as air 
I effuse my flesh in eddies 
And drift it in lacy jags 
And to die 
Is different 
Than any one supposed And luckier 
I bequeath myself to the dirt 
To grow from the grass I love 
If you want me again 
Look for me under your boot-soles 
You will hardly know who I am Or what I mean 
But I shall be good health
To you nevertheless 
Failing to fetch me at first 
Keep encouraged 
Missing me one place 
Search another 
I stop someplace 
Waiting for you 

Thank you.

********

Σου φαίνεται πολύ πλατιά η γη;
Μείνε αυτή τη μέρα
και τη νύχτα μαζί μου
και θα γίνει δική σου η πηγή
όλων των ποιημάτων.
Υμνώ τον εαυτό μου
και τραγουδώ τον εαυτό μου
Και ό,τι παραδέχομαι κι εσύ θα το παραδεχτείς.
Γιατί κάθε μόριο που μου ανήκει, ανήκει και σ’ εσένα.
Την ψυχή μου αβίαστα καλώ,
σκύβω αβίαστα και νωχελικά
εστιάζοντας σε μία λόγχη
θερινής χλόης,
η γλώσσα μου,
κάθε μόριο από το αίμα μου.
Γεννημένος εδώ
από γονείς γεννημένους εδώ,
όπως κι οι γονείς τους, όπως κι οι γονείς των γονιών τους.
Στα τριάντα εφτά μου χρόνια και με υγεία τέλεια ξεκινώ
ελπίζοντας να μη σταματήσω μέχρι τον θάνατό μου.
Ο αχνός της ίδιας της ανάσας μου,
αντίλαλοι,
σιγανά βουίσματα
ρίζα του έρωτα
μεταξωτή κλωστή,
διχάλα και κληματαριά.
Εκπνοή και εισπνοή,
το διάβα του αίματος και του αέρα
μέσα στα πνευμόνια μου.
Ο ήχος της φωνής μου
που εξαπολύει τις λέξεις μου μέσα στους στροβιλισμούς του ανέμου.
Λίγα ανάλαφρα φιλιά,
λίγα αγκαλιάσματα,
μπράτσα περασμένα γύρω από ώμους,
το παιχνίδισμα του φωτός
και της σκιάς στα δέντρα καθώς δονούνται τα λυγερά κλαδιά.
Η τέρψη στη μοναξιά
μέσα στον πυρετό των δρόμων
ή πέρα σε λιβάδια και σε λοφοπλαγιές,
Η αίσθηση της υγείας,
οι τρίλιες του καταμεσήμερου
το τραγούδι του εαυτού μου
καθώς σηκώνομαι από το κρεβάτι για να προϋπαντήσω τον ήλιο.
Γεια σου, ήλιε.
ήλιε, ήλιε ήλιε...
Η τελευταία ουριοδρόμηση της μέρας με περιμένει,
εκσφενδονίζει τη μορφή μου στα εναπομείναντα
κι αληθινά σαν εκείνα στις ισκιωμένες ερημιές
με παρασύρει στην άχνη
και τη σκοτεινιά.
Απέρχομαι σαν τον αέρα.
Σκορπίζω το σώμα μου στους στροβίλους,
και το παρασύρω σε δαντελωτές αιχμές βράχων.
Το να πεθαίνεις
είναι διαφορετικό
από αυτό που φανταζόταν ο καθένας,
και πιο καλότυχο.
Κληροδοτώ τον εαυτό μου στο χώμα να φυτρώσω από τη χλόη που αγαπώ.
Αν με θέλεις πάλι
ψάξε με κάτω από τα πέλματα των παπουτσιών σου.
Δύσκολα θα μάθεις ποιος είμαι ή τι εννοώ,
Αλλά για σένα θα είμαι πλησμονή υγείας παρόλα αυτά.
Αν αποτύχεις να με βρεις στην αρχή, μην αποθαρρύνεσαι.
Αν με χάσεις σε κάποιο σημείο,
ψάξε σε άλλο.
Σταματώ κάπου
και σε περιμένω.

Σε ευχαριστώ.


Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Αναμνήσεις – Hermann Hesse



Στην πλαγιά τα ρείκια ανθίζουν
Η αφάνα δοκιμάζει στα γεώδη την αμφίεσή της
Ποιος, αλήθεια, γνωρίζει ήδη από σήμερον πως
Θα δοκιμάσει εκ νέου τα νέα του πράσινα το δάσος
Τον ερχόμενο Μάη;

Ποιος, αλήθεια, γνωρίζει ή δη από σήμερον αν
Του κότσυφα το άσμα και του κούκου το κάλεσμα
Έστω και μία φορά θα ηχήσουν ξανά;
Είναι βέβαιο ότι ήταν τόσος σαγηνευτικός ο ήχος τους
Που δυσκόλως θα ξεχασθεί.

Εις το δάσος αυτή την εορτή  της δύσης της καλοκαιρινής
Η πανσέληνος φωτίζει τα βουνά από ψηλά απόκοσμα
Ποιος δύναται να τα αποτυπώσει και να μην χαθούν
Που έχουν όλα, άπαντα, ήδη βουλιάξει στον θάνατο.

Και δεν θ’ αργήσει η ώρα που ούτε εσένα ούτε εμένα
Θα βρεθεί άνθρωπος να πει ότι μας γνώρισε, ότι μας θυμάται
Θα κατοικούν άλλοι θνητοί εδώ
Δεν θα λείπουμε σε κανέναν.

Επιθυμούμε τον Έσπερο
Και το πρώτο της νυκτός νεφέλωμα να περιμένουμε.
Δεν θα αργήσουμε να γνωρίσουμε την ανθοφορία και το τέλος της
Εις του Θεού τον Μέγα Κήπο.

Hermann Hesse
Ωριμάζοντας Γινόμαστε Όλο και Νεότεροι
Μετάφραση από τα Γερμανικά Γιώτα Λαγουδάκου
Απόδοση Ποιημάτων Βασίλης Καλαμάρας
Εκδόσεις Καστανιώτη 2001

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Η λογική της υποψίας: συνωμοσιολογικές συλλήψεις - Pierre-André Taguieff

Πίσω από τα μυστικά που ξεσκεπάζονται φανταζόμαστε ότι υπάρχουν μυστικά ακόμα πιο βαθιά κρυμμένα, υποπτευόμαστε ότι κάθε «αποκάλυψη» που κάνουν τα Μέσα κρύβει αλήθειες βαθύτερα θαμμένες και πιο τρομακτικές. Ένας από τους σπουδαίους σκοπούς του Διαφωτισμού ήταν να περιορίσει, ή και να εξαλείψει, ό,τι κρυμμένο ή απόκρυφο υπήρχε στη γνώση για τα πράγματα και τους ανθρώπους. Σκοπός του ήταν να μη μένει πια τίποτα κρυφό, να ξεσκεπάζονται τα πάντα, θέτοντας ως δεδομένο ότι τα πάντα είναι αποκαλύψιμα. Για τους προπαγανδιστές του ορθολογισμού, τους στρατευμένους ή πολιτικοποιημένους καρτεσιανούς του 18ου αιώνα, το ζήτημα ήταν όχι μόνο να ξεμπερδεύουν με τα μυστικά, αλλά και να καταργήσουν το μυστήριο. Το ουτοπικό τους πρόγραμμα να γίνει κάθε πράγμα ορατό πραγματοποιήθηκε ιστορικά μεταστρεφόμενο στο αντίθετό του: αντί να εξαφανιστεί, το μυστήριο απλώς υποχώρησε, ενώ ταυτόχρονα το αόρατο συνέχιζε να αποτελεί τον ίσκιο του ορατού, διπλασιάζοντας κατά κάποιον τρόπο το πεδίο του ορατού. Παράλληλα, το αόρατο το κατοικούσαν πλάσματα απειλητικά, κακοπροαίρετα όντα που δρούσαν δήθεν από κοινού για λόγους ανομολόγητους. Κοντολογίς, το καινούριο αόρατο, που γέννησε η απόπειρα του ορθολογισμού να καταργήσει το αόρατο, δεν ανήκε πια στην τάξη του υπεραισθητού. Το φαντασιακό της «μυστικής εταιρείας», το γεμάτο από ομάδες «συνενόχων», «κομπάρσων» ή «έμπιστων», τους οποίους συνδέουν συμφωνίες και σχέδια ή προγράμματα δράσης είναι ενδεικτικό για κάτι τέτοιο. Από εδώ και πέρα το αόρατο δεν ήταν πια απολύτως απρόσιτο: όσο καλά φυλαγμένα κι αν ήταν τα μυστικά της «μυστικής εταιρείας», μπορούσε πάντα να τα διαβλέψει κανείς και να τα φέρει στην επιφάνεια. Το υπερβατικό ενυπήρχε πια στο υπαρκτό, το «επέκεινα» το εντόπιζες πια στο «ένθεν» του αντιλήψιμου, στα κατώγια, στις πίσω αυλές ή στα κατακάθια της κοινωνίας που εκκοσμικευόταν και εξορθολογιζόταν. Η αόρατη πραγματικότητα, όμως, δεν βρισκόταν μονάχα στον πυθμένα του κοινωνικού συστήματος, αλλά προβαλλόταν και στις ανώτερες σφαίρες της πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής εξουσίας. Αυτή η φανταστική προβολή, που εμπλέκεται σε όλους τους συνωμοσιολογικούς τρόπους θέασης των πραγμάτων κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, στηρίζεται σε δύο αξιώματα: 1) η αληθινή εξουσία είναι κρυφή και 2) η αληθινή εξουσία έχει τη δύναμη να κρύβει την αλήθεια ή να σκεπάζει την πραγματικότητα. Εν ολίγοις, αυτό που κάθε εξουσία μάς επιτρέπει να δούμε ή να διαβλέψουμε αποκρύπτει το πραγματικό και αληθινό της πρόσωπο, εξαπατώντας έτσι τους πολίτες, λες και είναι στη φύση της εξουσίας να ψεύδεται και να εξαπατά. Οι ανησυχητικές κρυφές δραστηριότητες μοιάζουν τότε να κατανέμονται εξίσου επάνω (πρόκειται για την κρυμμένη όψη της εξουσίας, τα κρυφά ανώτερα κέντρα όπου δρουν οι «αόρατοι Κυβερνήτες») και κάτω (οι «μυστικές εταιρείες» που τις λένε ανατρεπτικές και οι πραγματικοί Αρχηγοί τους). Έτσι είναι εφικτό να κατασκευαστεί διανοητικά μια μεγάλη σκευωρία, την οποία και καλύπτει άκρα μυστικότητα: οι «αόρατοι Κυβερνήτες» και οι «άγνωστοι Ανώτεροι» συμμαχούν για να κυριαρχήσουν στον κόσμο.
Αν η φαντασία είναι, πρώτα απ’ όλα, η ικανότητα να ερμηνεύει κανείς τα σημεία και τις αθέατες αντιστοιχίες τους, η ικανότητα να αποκρυπτογραφεί τα ιερογλυφικά του κόσμου, μια γιγάντια διεργασία της φαντασίας άρχισε στα χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση - τη μεγάλη ανατροπή μέσα από κρυμμένες αιτίες και κακόβουλες προθέσεις, λες και η αλληλουχία των γεγονότων που την παρήγαγαν να ήταν απλώς η πραγμάτωση ενός προγράμματος δράσης το οποίο είχε επιμελώς προετοιμαστεί και κρατηθεί μυστικό. Η ιδέα της σκευωρίας εισχωρούσε στο πεδίο των έγκυρων ιδεολογιών, ενώ το απόκρυφο εισορμούσε ξανά μέσα από τις «αποκρυφιστικές επιστήμες», οι οποίες ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα είχαν βαφτιστεί «αποκρυφισμός».
Αν αληθεύει, σύμφωνα με τη λογική υπόθεση του Claude Lefort, ότι τη νεότερη δημοκρατία χαρακτηρίζει μια θεμελιώδης καινοτομία, η αποϊεροποίηση της εξουσίας, η οποία εμφυσά αβεβαιότητα και απροσδιοριστία εκεί όπου θριάμβευε κάποτε η απολυτότητα του θεμελίου,(7) το άτομο στη δημοκρατική κοινωνία φαντάζεται το μέλλον και χάνει την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια που του παρείχε η «θρησκεία της προόδου»,μην μπορώντας πια να ξεφύγει από την ανησυχία την οποία επιβάλλει το όραμα ενός απρόβλεπτου μέλλοντος.(8) Καθώς ανοίγονται δυνατότητες, το αίσθημα της πολυπλοκότητας και η αντίληψη της αδυναμίας προβλεπτικότητας οξύνονται, βαθαίνοντας την ανησυχία. Καθόσον οι νεότερες δημοκρατικές κοινωνίες είναι κοινωνίες πλουραλιστικές, όπου διασαλεύονται τα κριτήρια της βεβαιότητας, οι ατομικές και συλλογικές επιλογές γίνονται αποφασιστικής σημασίας τόσο στο επίπεδο της πολιτικής όσο και στο επίπεδο της ηθικής δράσης. Στην εποχή της αβεβαιότητας οι πολίτες είναι καταδικασμένοι να είναι ελεύθεροι. Τις επιλογές τους δεν τις υπαγορεύουν πια εξ ουρανού επιταγές. Η νεότερη πλουραλιστική δημοκρατία, θέτοντας ως κανόνα την αόριστη αναρώτηση για τον εαυτό της, το νόημα και την αξία της, απελευθέρωσε τις διαβρωτικές δυνάμεις της αμφιβολίας. Ασφαλώς, οι Νεότεροι επινόησαν στρατηγήματα για να ελέγχουν την αμφιβολία. Η αμφιβολία, όμως, έδειξε επαρκώ ς ότι μπορούσε να ξεφεύγει από το φίμωτρο της «μεθοδικής αμφιβολίας». Εντούτοις, η υπερβολική αμφιβολία, που επεκτείνεται σε κάθε τομέα, είναι ό,τι αφαιρεί από το ορθολογικά σκεπτόμενο (raisonneur)(9) άτομο κάθε λόγο ύπαρξης επιτρέποντας στον μηδενισμό να αναδυθεί.(10)
Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν απόλυτα θεμέλια για να δώσουν νόημα στη δράση, ο πειρασμός να αφεθούμε στη λογική της υποψίας είναι μεγάλος. Από την αβεβαιότητα την οποία δεν θέλουμε να παραδεχτούμε γεννιέται η υποψία, που πρέπει να τη νοήσουμε ως ερώτημα ή αναρώτηση για τις αιτίες των ανθρώπινων συμφορών: Ποιος κρύβεται από πίσω; Ποιοι είναι οι υπεύθυνοι; Η υποψία, όμως, έχει την τάση να είναι αόριστη, απεριόριστη και ακαθόριστη. Χωρίς τέρμα και χωρίς σύνορα. Λόγω του αγχογόνου χαρακτήρα της ωθεί τους φιλύποπτους στην αναζήτηση σφαιρικών και οριστικών απαντήσεων που δίνουν τέλος στην κάθε αμφιβολία. Μια πιθανή, και για πολλούς ικανοποιητική, απάντηση είναι το ότι οι συμφορές της ανθρωπότητας οφείλονται σε συνωμοσίες ή σε μια μεγάλη συνωμοσία. Όλα εξηγούνται επιτέλους και τα πνεύματα ηρεμούν μπροστά στη βεβαιότητα που προσφέρει η προφάνεια της συνωμοσίας. Τα πνεύματα, όμως, μπορεί και να εξάπτονται: η πίστη σε συνωμοσίες σημαίνει ταυτόχρονα πίστη στη δυνατότητα να σταματήσουν, όταν επιτέλους κάποιος τις φανερώσει, όταν κάποιος ξεσκεπάσει το κρυφό σχέδιο των συνωμοτών και αποκαλύψει τα πρόσωπά τους. Έτσι τελικά αμυνόμαστε έναντι της απειλής ή και εξαλείφουμε τις πηγές της. Η καταφυγή στην ιδέα της συνωμοσίας επιτρέπει, επομένως, σε όσους τη διακηρύσσουν ως δόγμα, να γνωρίζουν «την αιτία των συμφορών τους», ενώ ταυτόχρονα τους εγγυάται ότι μπορούν αντιδράσουν, να αντιταχθούν μάλιστα στη διαβολική αιτία - αν, βέβαια, προσδιορίσουν και κατονομάσουν δημοσίως τους υπεύθυνους ή τους ενόχους. Στην ιδεολογία της συνωμοσίας θα αναγνωρίσουμε μια λειτουργία γνωστική (παρέχει «γνώση» όσον αφορά τους υπεύθυνους για το Κακό) και μια λειτουργία πρακτική ή πραγματιστική (μας δίνει τα μέσα να εξαλείψουμε με τρόπο μαγικό τις συμφορές του κόσμου). Εκτός αυτού, το δόγμα της συνωμοσίας εξαλείφει τη μη προβλεψιμότητα της Ιστορίας: δίνει εύκολα την αίσθηση ότι μπορούμε να ελέγχουμε το παρόν, να προβλέπουμε το μέλλον και να ξεσκεπάζουμε τις παγίδες του μέλλοντος με βάση μια δήθεν γνώση των βαθύτερων αιτίων στην πορεία του κόσμου. Ύψιστη ψευδαίσθηση, ασφαλώς, αλλά πραγματική αίσθηση ότι υπάρχει η δυνατότητα για διανοητικό έλεγχο της ακολουθίας των γεγονότων. Η ιδέα της συνωμοσίας αποτελεί ισχυρό μέσο για να προκόψει ξανά βεβαιότητα σε μια εποχή από την οποία η βεβαιότητα λείπει σε όλα τα επίπεδα - της σκέψης, της δράσης και της δημιουργίας.
Από τη σκοπιά των κυβερνώντων, οι συνωμοσίες είναι καταρχάς εγχειρήματα ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης: η κατεξοχήν ανατρεπτική συνωμοσία στους νεότερους χρόνους είναι η επαναστατική συνωμοσία για την κατάκτηση της εξουσίας. Πρόκειται για συνωμοσία της οποίας οι πρωταγωνιστές αποτελούν μέλη μιας δραστήριας μειονότητας. Από τη σκοπιά, όμως, των μειονοτήτων που συνωμοτούν, οι συνωμοσίες είναι συνωμοσίες καταστολής που οργανώνει η υπάρχουσα εξουσία, γιατί η εξουσία μοιραία οργανώνει ενάντια στην απειλή αντι-συνωμοσίες στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας». Τα παιχνίδια της συνωμοσίας είναι παιχνίδια ανατροπής και αντι-ανατροπής («καταστολής») με στόχο την εξουσία - παιχνίδια που ανοίγουν τον ολέθριο ακένωτο ασκό της ανταγωνιστικής πάλης. Ο πολιτικός κόσμος εντός του οποίου βρίσκονται ερριμένοι οι πολίτες των νεότερων πλουραλιστικών κοινωνιών μπορεί, επομένως, να χαρακτηριστεί συνοπτικά «μακιαβελικός» εφόσον διέπεται από συγκρουόμενες δυνάμεις και από αντίρροπα συμφέροντα με κεντρικό διακύβευμα την εξουσία. Η πίστη στο κοινό καλό δεν αποτελεί πια θεμέλιο της πολιτικής δράσης, είναι παρούσα μόνο στα ρητορικά τεχνάσματα των νεότερων δημαγωγών, που νοιάζονται μονάχα για την κατάκτηση ή τη διατήρηση της εξουσίας με κάθε μέσο. Τίποτα δεν συνδέει πια τα μέλη της πολιτικής κοινωνίας πέρα από τις ανταγωνιστικές και συγκρουσιακές διαδράσεις μέσα σε έναν χώρο αξιολογικώς επίπεδο: οι μιμητικές ενέργειες εγωιστικών φορέων, οι οποίοι παρακινούνται από τα αλληλοαποκλειόμενα συμφέροντά τους, έρχονται να αντικαταστήσουν την ενοποιητική αναφορά σε μια δέσμη κοινών αξιών. Τα καλέσματα για υπέρβαση, για ό,τι δηλαδή υπερβαίνει τους συσχετισμούς δυνάμεων, ηχούν ως κενά λόγια. Τα υψηλά ιδανικά και οι ωραίες φράσεις είναι απλώς εργαλεία στον αγώνα για την εξουσία και μέσα για εξαπάτηση. Αυτός ακριβώς είναι ο κόσμος που περιγράφουν τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, εν μέρει προϊόν λογοκλοπής ενός διαλόγου στην κόλαση μεταξύ Μακιαβέλι και Μοντεσκιέ(11), διαλόγου ο οποίος μας βάζει σε σκέψεις και όπου μόνον οι λόγοι που αποδίδονται στον Μακιαβέλι εκφράζονται διά στόματος του «Σοφού της Σιών»: ο «Σοφός» απευθύνεται στους ομοίους του και παρουσιάζει συνοπτικά την άποψή τους για τον κόσμο και το κατακτητικό τους πρόγραμμα.(12) Το πρόγραμμα αυτό υπερβαίνει τα όρια του κλασικού μακιαβελισμού: δεν σταματάει στην κατάληψη της κρατικής εξουσίας, αλλά αποβλέπει στη διακυβέρνηση του κόσμου. Η υπερβολική έκταση του κατακτητικού σχεδίου αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του πλαστογραφήματος όπου συντήκονται ο νεότερος μύθος της παγκόσμιας συνωμοσίας και η «ρεαλιστική» ή «απομαγευμένη» θεώρηση της πολιτικής που κληροδότησε ο Μακιαβέλι στους Νεότερους. Τον χώρο της πολιτικής καταλαμβάνουν πια εξ ολοκλήρου οι ποικίλες εκδοχές άσκησης της βίας και οι τακτικές της πανουργίας. Τα ηθικά θεμέλια της πολιτικής δράσης υποσκάπτονται, η υπερβατική φύση του Νόμου εκλείπει. Κάθε εξουσία γίνεται επίφοβη μα και άδικη. Ο κόσμος γεμίζει κακοποιές δυνάμεις για τις οποίες κανείς δεν πιστεύει ότι μπορούν να ελεγχθούν από τους θεματοφύλακες του Καλού.
Πρόκειται για κόσμο που φοβίζει. Το αόρατο που τρομοκρατεί επιστρέφει με τις καταστροφές και τις σφαγές της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεόντειων Πολέμων, που μοιάζουν να στερούνται νοήματος και τις οποίες ακολουθούν άλλες επαναστάσεις και άλλοι πόλεμοι. Το βιβλίο του αβά Barruel προσφέρει εκ των υστέρων την πιο εύκολα αφομοιώσιμη εξήγηση: επρόκειτο για συνωμοσία Ιακωβίνων, μασόνων και ιλλουμινιστών. Είναι οι πρώτες εμπειρίες του νεότερου κόσμου για το τι γίνεται υπό τη σκέπη των μεγάλων και υψηλών ιδεών (ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, ανεξιθρησκεία, πρόοδος): επινοούνται ο απόλυτος εχθρός και οι εξολοθρευτικοί πόλεμοι. Αυτές οι εμπειρίες επαναλαμβάνονται κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και συνεπώς μετά ακολουθούν τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών για να εξηγήσουν δήθεν τα πάντα. Το ουσιαστικό είναι να κατανοηθούν τα γεγονότα σφαιρικά. Αυτοί οι φόβοι, αυτοί οι τρόμοι ή οι αγωνίες, που συνδέονται με την είσοδο σε μια νεωτερικότητα που φοράει το μυθικό έστω πέπλο της ατελεύτητης προόδου, αποτυπώνονται στο φανταστικό. Το λογοτεχνικό αυτό είδος το γεννάει η ρομαντική αντίδραση στον εξορθολογισμό του κόσμου και παράλληλα ο αποκρυφισμός, η νεότερη εκδοχή του εσωτερισμού κατά τον 19ο αιώνα.(13) Με τα λογοτεχνικά και εικαστικά του μοτίβα(14) εκφράζει αισθητικά τις ανθρώπινες ανησυχίες και προσδίδει ποιητική διάσταση στην αβεβαιότητα. Η επιστημονική φαντασία τρόμου, που αρχίζει να εμφανίζεται στα τέλη του ίδιου αιώνα, θα προσθέσει τα δικά της ψευδοεπιστημονικά σκοτάδια στα αντιεπιστημονικά σκοτάδια του φανταστικού.
Οι πολίτες των δημοκρατικών κοινωνιών βρίσκονται έτσι μπροστά σε ένα θεμελιώδες δίλημμα: να επιλέξουν την αβεβαιότητα, να επιλέξουν την επιλογή, διατρανώνοντας έτσι -μέσα σε κλίμα άβολο- την ελευθερία τους, ή να κάνουν τα πάντα για να ακυρώσουν την αβεβαιότητα, καταφεύγοντας σε μια απόλυτη βεβαιότητα η οποία, όσο καθησυχαστική κι αν είναι, αποτελεί αναπόφευκτα αυταπάτη. Όσοι επιλέγουν να επιλέγουν και να ενεργούν εντός της αβεβαιότητας, χωρίς να καταφεύγουν στον κόσμο των ξαναζεσταμένων δογμάτων, επιτελούν πράξεις τις οποίες μπορούμε να χαρακτηρίσουμε «ηθικές». Για να λέμε την αλήθεια, η διάκριση ανάμεσα σε πολιτική και ηθική σβήνει μέσα στη δράση όπου ιδανικά στρατεύεται η θέληση του πολίτη και εκδηλώνεται η ελευθερία του. Αντί να αποτελεί εμπόδιο για την ηθική πράξη, η αβεβαιότητα φαίνεται να συνιστά όρο δυνατότητάς της. Ακολουθώντας τον John Dewey, ορισμένοι θα υποθέσουν ότι το ηθικό ερώτημα αναδύεται σε ιδιαίτερες καταστάσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από τον κλονισμό των συνηθισμένων μας πίστεων και τη συνακόλουθη αβεβαιότητα, καταστάσεις όπου στο υποκείμενο προσφέρονται παράλληλα πιθανές δυνατότητες. Αποτέλεσμα η σύγκρουση. Ο Dewey τόνισε ακριβώς αυτή τη βασική για την ηθική πράξη διάσταση, την οποία χαρακτήριζε ως «το στοιχείο αβεβαιότητας και σύγκρουσης που προσιδιάζει σε όποια κατάσταση μπορεί να ονομαστεί ηθική με
την κυριολεκτική σημασία του όρου».(15)
Το να δέχεσαι ότι υπάρχει κάτι αβέβαιο ή και κάτι απροσδιόριστο ή αδύνατον να το γνωρίσεις, το να αναγνωρίζεις ότι τα γεγονότα συνδέονται με μια λογική του συμπτωματικού και του πιθανού και όχι με μια λογική του αναγκαίου, και, τέλος, το να παραδέχεσαι ότι υπάρχει κάτι απρόβλεπτο καταστρέφει το δόγμα της ιστορικής αναγκαιοκρατίας, που βασίζεται στην ιδέα της ορθολογικής βεβαιότητας, η οποία με τη σειρά της θεμελιώνει το δόγμα της γνώσης ως δυνάμει εξουσίας. Το να παίρνει κανείς στα σοβαρά ταυτόχρονα το πολύπλοκο, το τυχαίο, την αβεβαιότητα και τη μη προβλεψιμότητα σημαίνει καταρχάς ότι παραδέχεται κάποια μη γνώση («δεν ξέρουμε»). Σημαίνει επίσης ότι αναγνωρίζει πως ο αποπροσανατολισμένος άνθρωπος είναι χωρίς πυξίδα, χωρίς σημεία αναφοράς. Σημαίνει, τέλος, ότι ξέρει πως δεν είναι τα πάντα κατορθωτά, πως η ανθρώπινη επιθυμία για έλεγχο συγκρούεται με κάτι ανεξέλεγκτο. Να τι πρέπει να αναγνωρίσουμε. Αυτή, όμως, η θαρραλέα αναγνώριση των ορίων δεν μας οδηγεί άραγε, στην πράξη, να διαπιστώνουμε και να έχουμε κατά νου ότι ενδέχεται να μη βρούμε το νόημα της Ιστορίας ή μάλλον ότι οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε την έλλειψη νοήματός της, με ή χωρίς νοσταλγία; Το 1916, στην αρχή του έργου του για τη θεωρία του μυθιστορήματος, ο Lukács δεν έκρυβε τη νοσταλγία του για μια ανθρώπινη ύπαρξη τακτοποιημένη με βάση ευανάγνωστα κανονιστικά πρότυπα και αυταπόδεικτες αξίες: «Ευτυχισμένοι οι καιροί που μπορούν να διαβάζουν στον έναστρο ουρανό τον χάρτη των δρόμων οι οποίοι τους ανοίγονται και τους οποίους πρέπει να ακολουθήσουν!»(16) Όσοι πιστεύουν στη συνωμοσία είναι στην πραγματικότητα νοσταλγοί της κατανόησης του κόσμου. Βρίσκουν ένα ανεστραμμένο υποκατάστατο «έναστρου ουρανού» μέσα στα σκοτάδια και τα υπόγεια της Ιστορίας. Μπορούν να ανασυστήσουν μέσα από τα αμφίβολα αρχεία των συνωμοτικών ομάδων τον διαβολικό χάρτη των κακών δρόμων που πρέπει ακριβώς να μην ακολουθήσουν και νιώθουν τη διφορούμενη απόλαυση να μπορούν να στηλιτεύουν, να καταγγέλλουν, να καταδικάζουν στο όνομα του Καλού.

___________________________ 
7. Για τη «διάλυση των σημείων αναφοράς της βεβαιότητας» που συνεπάγεται «η αντιεξουσιαστική ιδέα» της νεότερης δημοκρατίας, βλ. Lefort, 1986. σσ. 25-29.
8. Βλ. Taguieff, 2000, σσ. 93-137, 382-403, και 2004a, σσ. 27 κ.ε., 259 κ.ε.
9. «Σκεπτόμενο με συλλογισμούς» (ratiocinateur)j έλεγε ο Hegel.
10. Για το ζήτημα του μηδενισμού, το οποίο εννοείται ότι δεν μπορώ να προσεγγίσω σοβαρά εδώ, βλ. Souche-Dagues, 1996· Rosen, 1995· Taguieff, 2000, κεφάλαια 1-2, 6-7.
11. Dialogue aux Enfers entre Machiavel et Montesquieu. Πρόκειται, βέβαια, για το περίφημο έργο του Maurice Joly (Joly, 1854/1987).
12. Bλ. την κριτική μελέτη για τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών (Taguieff, 2004b, σσ. 427-473), όπου υποδεικνύονται, με συρραφή παραθεμάτων, τα «μακιαβελικά» δάνεια τα οποία αντλεί ο πλαστογράφος από τον Διάλογο του Maurice Joly.
13. Βλ. Viatte, 1928 και 1942· Wilson (Colin). 1973, τόμ. 2. σσ. 5-50 και 2003, σσ. 415-456· Faivre, 1986 και 1996.
14. Βλ. ιδίως Brion, 1968 (1961)· Vax, 1965- Caillois, 1965· Todorov, 1970-1976· Trousson, 1987.
15. Dewey, 1994, σ. 156.
16. Lukács, 1989, σ. 19.
Pierre-André Taguieff
ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ 
ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ, ΕΞΤΡΕΜΙΣΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΡΑΣΤΑΘΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ 2010

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021

Αραχνοΰφαντο λόγο πλέκουν στον ουρανό – ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ



Αραχνοΰφαντο λόγο  πλέκουν στον ουρανό
τ’ ανεμοδαρμένα κλωνάρια της Πενσυλβανίας
στο σχεδιάγραμμά τους διαβάζω το άγνωστον.
Νησιώτης ποτισμένος στο σεληνόφως λιοδέντρων
επαναστάτης, μετανάστης, επαγγέλλομαι
τον ονειροκρίτη. Μελετώ Μάγους 
τον van Eyck και τον Bosch, τον Breton
και τον Duchamp. Χαιρετώ άθεους Βουδιστές
του Colorado, αναρχικούς κι αιρετικούς.
Γιορτάζω το ηλιοστάσιον και την επέτειο
κάθε Κομμούνας. Σέβομαι τη σκιά του Άθωνα
τις πυραμίδες, την Αφροδίτη.
Χάνομαι στο πλήθος, ξαναβρίσκω τον εαυτό μου
στις αρτηρίες της Βαβυλώνας
στην παλάμη του μέλλοντος.

Μανχάταν 1977
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ
ΟΔΟΣ ΝΙΚΗΤΑ ΡΑΝΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ 2007 (3η ΕΚΔΟΣΗ)

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2021

Από που προέρχεται η Γαλλική γλώσσα – Fulcanelli



… οι παλιοί δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν κατά τη σύνταξη των διατριβών τους κύρια την ερμητική καβάλα, την οποία αποκαλούσαν επίσης γλώσσα των πουλιών, γλώσσα των θεών, χαρούμενη επιστήμη ή χαρούμενη γνώση. Με αυτόν τον τρόπο ήταν ικανοί να κρύβουν από τους ασεβείς τις αρχές της επιστήμης τους επενδύοντάς τες με έναν καβαλιστικό μανδύα. Αυτό είναι ένα αναμφισβήτητο και πολύ γνωστό γεγονός. Μα αυτό που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν γενικά είναι ότι η γλώσσα από την οποία οι συγγραφείς δανείζονταν τους όρους τους είναι τα αρχαία ελληνικά, γλώσσα μητρική σύμφωνα με την πλειονότητα των μαθητών του  Ερμή. Ο λόγος για τον οποίο δεν παρατηρούμε την καβαλιστική επέμβαση  οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι τα γαλλικά προέρχονται άμεσα από τα ελληνικά. Συνεπώς όλες οι λέξεις που επιλέχτηκαν στη γαλλική γλώσσα για να καθορίσουν ορισμένα μυστικά έχουν τις ελληνικές ορθογραφικές ή φωνητικές αντιστοιχίες τους και αρκεί να γνωρίζουμε τις τελευταίες για να ανακαλύψουμε αμέσως το ακριβές, επανατοποθετημένο νόημα των πρώτων. Διότι αν τα γαλλικά είναι πράγματι ελληνικά στη βάση τους, το νόημά τους τροποποιήθηκε στο πέρασμα των αιώνων καθώς απομακρύνονταν από την πηγή τους και αυτό πριν ακόμη υποβληθούν στην ριζική μεταμόρφωση της Αναγέννησης, παρακμής κρυμμένης κάτω από το όνομα μεταρρύθμιση.
Η παράθεση κρυμμένων  ελληνικών λέξεων κάτω από γαλλικούς αντίστοιχους όρους όμοιας χροιάς, μα με περισσότερο ή λιγότερο φθαρμένο νόημα, επιτρέπει στον ερευνητή να εισχωρήσει εύκολα στις ενδόμυχες σκέψεις των δασκάλων και του δίνουν το κλειδί για το ερμητικό ιερό. Αυτό είναι το μέσο που έχουμε χρησιμοποιήσει κατά το υπόδειγμα των αρχαίων και στο οποίο θα καταφεύγουμε συχνά κατά την ανάλυση των συμβολικών έργων  που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας.
Χωρίς αμφιβολία πολλοί φιλόλογοι δεν μοιράζονται την ίδια γνώμη με μας και θα παραμείνουν πεπεισμένοι,  μαζί με τον περισσότερο κόσμο, ότι η γαλλική γλώσσα είναι λατινικής προέλευσης, μόνο και μόνο επειδή έλαβαν αυτή την αρχική θεωρία στα θρανία του σχολείου. Εμείς οι ίδιοι πιστεύαμε και για πολύ καιρό δεχόμασταν αυτό που διδασκόταν από τους δασκάλους μας ως την έκφραση της αλήθειας. Μόνο αργότερα ερευνώντας τις αποδείξεις για αυτή τη συμβατικά αποδεκτή προέλευση, έπρεπε να αναγνωρίσουμε την ματαιότητα των προσπαθειών μας και να απορρίψουμε το λάθος που γεννήθηκε από την κλασσική προκατάληψη. Σήμερα τίποτε δεν μπορεί  να υπονομεύσει την πίστη μας, επιβεβαιωμένη πολλές φορές από την επιτυχία που αποκτήθηκε στην τάξη των υλικών φαινομένων και των επιστημονικών αποτελεσμάτων. Γι’ αυτό και βεβαιώνουμε αποφασιστικά, χωρίς  να αρνούμαστε την εισαγωγή λατινικών στοιχείων στη γλώσσα μας από τη ρωμαϊκή κατάκτηση, ότι η γλώσσα μας είναι  ελληνική, ότι είμαστε Έλληνες, ή πιο συγκεκριμένα Πελασγοί.
Στους υποστηρικτές του νεολατινισμού όπως οι Gaston Paris, Littre, Menage, αντιτίθενται σήμερα οξυδερκέστεροι δάσκαλοι, με ανοιχτό και ελεύθερο πνεύμα, όπως οι Hins, J. Lefbvre, Louis de Fourcaud, Granier de Cassagnac, ηγούμενος Espagnolle (J.- I. Dartois) κ.ά. Και παίρνουμε εκούσια θέση δίπλα τους γιατί ξέρουμε ότι, παρά τα προφανή, είδαν δίκαια, έκριναν σωστά και ακολουθούν τον απλό και ευθύ δρόμο της αλήθειας, τον μόνο ικανό στο να οδηγήσει σε μεγάλες ανακαλύψεις. 
«Το 1872, γράφει ο J.- I. Dartois(1), ο Granier de Cassagnac, σε ένα θαυμάσια μελετημένο και με ευχάριστο στυλ έργο με τίτλο: Ιστορία της προέλευσης της γαλλικής γλώσσας, υπέδειξε την κενολογία της νεολατινικής άποψης, η οποία υποκρίνεται πως αποδεικνύει ότι τα γαλλικά είναι εξελιγμένα λατινικά. Έδειξε ότι αυτή δεν ήταν υποστηρίξιμη, ότι σοκάρει την Ιστορία, την κοινή λογική και ότι, τελικά η γλώσσα μας την αρνείται(2)… Μερικά χρόνια αργότερα, ο M. Hins απέδειξε με τη σειρά του, σε μια πολύ καλά τεκμηριωμένη εργασία που δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό της Γλωσσολογίας, ότι όλα τα έργα του νεολατινισμού  μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε μόνο μια συγγένεια των αποκαλούμενων νεολατινικών γλωσσών με τα λατινικά και όχι μια άμεση σύνδεσή  τους με αυτά. Τελικά ο J. Lefebvre, σε δύο αξιοθαύμαστα και πολυδιαβασμένα άρθρα, δημοσιευμένα τον Ιούνιο του 1892 στο περιοδικό «Nouvelle Revue», συνέτριψε τη νεολατινική άποψη από την αρχή ως το τέλος αποδεικνύοντας ότι ο ηγούμενος Espanoglle στο βιβλίο του «Η προέλευση των  γαλλικών» είχε δίκιο, ότι η γλώσσα μας, όπως είχε μαντέψει ο μεγαλύτερος λόγιος του  16ου αιώνα, ήταν ελληνική και ότι η ρωμαϊκή κυριαρχία στην Γαλατία κάλυψε τη γλώσσα μας με ένα μόνο λεπτό στρώμα λατινικών, χωρίς να αλλάξει με κανένα τρόπο το πνεύμα της. Ο συγγραφέας προσθέτει περαιτέρω: «τι θα μας έλεγε ο νεολατινισμός αν του ζητούσαμε να μας εξηγήσει πως οι Γαλάτες, οι οποίοι ήταν τουλάχιστον επτά εκατομμύρια κάτοικοι, μπορούσαν να ξεχάσουν την εθνική τους γλώσσα και να μάθουν μια άλλη, ή μάλλον να αλλάξουν τη λατινική γλώσσα σε γαλατική γλώσσα, πράγμα που είναι πιο δύσκολο, πως οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι, που στην πλειοψηφία τους δεν μιλούσαν λατινικά και είχαν τοποθετηθεί σε οχυρωμένα στρατόπεδα χωρισμένα μεταξύ τους με απέραντες εκτάσεις, ήταν παρόλα αυτά ικανοί να γίνουν δάσκαλοι των γαλατικών φυλών και να τους διδάξουν την γλώσσα της Ρώμης, πραγματοποίησαν δηλαδή με τους Γαλάτες ένα θαύμα που οι άλλες ρωμαϊκές λεγεώνες δεν ήταν ικανές να πραγματοποιήσουν πουθενά αλλού, ούτε στην Ασία, ούτε στην Ελλάδα, ούτε στα Βρετανικά νησιά, πως τελικά οι Βάσκοι και οι Βρετόνοι πέτυχαν να διατηρήσουν τις γλώσσες τους, ενώ οι γείτονές τους, οι κάτοικοι της Bearn, Maine και Anjou έχασαν την δική τους και εξαναγκάστηκαν να μιλούν λατινικά;» Αυτή η ένσταση είναι τόσο σοβαρή, ώστε ανέλαβε να την απαντήσει ο Gaston Paris, κεφαλή της σχολής του νεολατινισμού. «Εμείς οι νεολατινιστές, λέει κατ’ ουσίαν, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να λύσουμε τις δυσκολίες που μπορούν να εγείρουν η λογική και η ιστορία. Μας ενδιαφέρει μονο το φιλολογικό γεγονός και αυτό το γεγονός δεσπόζει της ερώτησης, εφόσον αποδεικνύει, από μόνο του, τη λατινική καταγωγή των γαλλικών, ιταλικών και  ισπανικών». «...Σίγουρα», απαντά ο Lefebvre, «το φιλολογικό γεγονός θα ήταν αποφασιστικό αν ήταν ορθό και δεόντως εδραιωμένο, αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Με όλες τις δυνατές λεπτότητες του κόσμου, ο νεολατινισμός δεν καταφέρνει στην πραγματικότητα παρά μόνο να διαπιστώνει αυτή την τετριμμένη αλήθεια, ότι υπάρχει μια αρκετά μεγάλη ποσότητα λατινικών λέξεων στη γλώσσα μας. Αυτό όμως δεν έχει αμφισβητηθεί ποτέ από κανέναν».
Όσο για το φιλολογικό γεγονός που επικαλέστηκε μα με κανένα τρόπο δεν απέδειξε ο Gaston Paris, προσπαθώντας να αιτιολογήσει την άποψή του, ο J.I. Dartois δείχνει την ανυπαρξία του, βασισμένος πάνω στα έργα του Petit- Radel. «Στο υποτιθέμενο λατινικό φιλολογικό γεγονός», γράφει, «μπορούμε να αντιτάξουμε το αποδεδειγμένο ελληνικό φιλολογικό γεγονός. Αυτό το νέο φιλολογικό γεγονός, το μόνο αληθινό, το μόνο αποδείξιμο, είναι κεφαλαιώδους σημασίας, εφόσον αποδεικνύει χωρίς αμφιβολία ότι οι φυλές που εποίκισαν τη δυτική Ευρώπη  ήταν αποικίες Πελασγών και αυτό επιβεβαιώνει η όμορφη ανακάλυψη του Petit-Radel. Γνωρίζουμε ότι ο ταπεινόφρων λόγιος παρουσίασε το 1802 ενώπιον του Ινστιτούτου μια αξιοσημείωτη εργασία, με σκοπό να αποδείξει ότι τα πολυεδρικά μεγαλιθικά μνημεία που βρίσκονται στην Ελλάδα, Ιταλία και Γαλλία, ακόμα και στην καρδιά της Ισπανίας και τα οποία αποδίδονταν  στους Κύκλωπες ήταν έργα των Πελασγών. Αυτή η απόδειξη έπεισε το Ινστιτούτο  και καμιά αμφισβήτηση δεν έχει εγερθεί από τότε για την προέλευση αυτών των μνημείων. Η γλώσσα των Πελασγών ήταν τα αρχαϊκά Ελληνικά, που αποτελούντο κυρίως από την αιολική και τη δωρική διάλεκτο και είναι ακριβώς αυτή η μορφή των ελληνικών που συναντάμε παντού στη Γαλλία, ακόμα και στην παριζιάνικη αργκό».

________________________ 
1.  J.- I. Dartois, Le Neo-latinisme (Ο Νεολατινισμός) Παρίσι, Societe des Auteurs-Editeurs 1909, σελ. 6
2. «Τα λατινικά, σύνθεση αδιάντροπη των στοιχειωδών γλωσσών της Ασίας, ένας απλός  όμως γλωσσολογικός ενδιάμεσος, ένα είδος κουρτίνας τραβηγμένης μπροστά από την σκηνή του κόσμου, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας εκτεταμένος δόλος, ευνοούμενος από ένα φωνητικό σύστημα διαφορετικό από το δικό μας, που κάλυπτε τις κλοπές του και που θα πρέπει να δημιουργήθηκε, σύμφωνα με τον Allia, κατά τη διάρκεια της κατοχής της φυλής των Senons (390-345 π.Χ.)». A. Champrosay, Les Illumines de Cabarose, Παρίσι, 1920, σελ. 54.


Fulcanelli
Οι Φιλοσοφικές Οικίες
Μετάφραση Ιωάννης Σωτηριάδης
Εκδόσεις Διμελή 2018

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

Πουλιά του Προύθου - Ανδρέας Εμπειρίκος,

1
 Ἡ κρᾶσις τῆς λυσίκομου παιδίσκης
Μεταβιβάζει τὴν αἰθρία
Στὸ πλήρωμα τοῦ ταξειδιοῦ.

2
Τὸ βλύσμα τῆς εὐχῆς
Τὸ ράπισμα τοῦ περασμένου
Ἀλληλουχία ποδισμένων καραβιῶν
Μέσα σε φωτεινὲς λεκάνες μὲ ἀνεμῶνες.

3
Τῆς φύσεως τὰ δόρατα
Μπροστὰ στὴ σάρκα τῶν ἱππέων
Κλώθουν κατάστηθα τὸ μέγα
Βιβλίο τῆς ἀκηλίδωτης μανίας.

4
Ἡ λῆξις εἶναι μιὰ ἑσπέρα
Στὰ χόρτα της τὸ διάστημα στενεύει.

5
Μετὰ τὴν ὀμορφιά της
Στέκει καὶ παρατηρεῖ τοὺς θαυμαστάς.

6
Ἔμφυτη ἡ κλίσις τῶν γυμνῶν ἀνθρώπων
Ἡ ὀπτασία τῆς σιγῆς μοιάζει μὲ κάκτους
Ποὺ στέκουν ἐμπρὸς σὲ κύπελλο γιομάτο.

7
Χάρτης ἀμέριμνος
Καὶ σπόγγος ἑορτῆς
Πηγαίνουν κ' ἔρχονται μὲ τεντωμένα τόξα.

8
Φεύγουν οἱ νουνεχεῖς δρομάδες
Τὰ βήματά τους εἶναι πολίχνες ἀνομβρίας.

9
Ὁ σπῖνος ποὺ μᾶς περιμένει
Εἶναι συνάμα τρυγητὴς.

10
Θὰ πάρω μέσ' στὰ δίχτυα μου τὴ βάρκα
Ποὺ θὰ μὲ φέρῃ σήμερα κοντά σου.

11
Ἡ θερμὴ λειτουργία
Τώρα ἐκπέμπει τολύπες.

12
Τοῦ φλοίσβου τὰ ψηλὰ βουνὰ
Κεχριμπαρένια ἀλόγατα
Στὸ βάθος μιᾶς σακκούλας.

13
Ὑπάρχουν ἄνθη ποὺ μοιάζουνε μὲ χέρια
Τὰ δάχτυλά τους ψαύουν κ' εὐωδιάζουν.

14
Ἡ θάλασσα κρυφομιλᾶ καὶ πλέχει
Καμιὰ φορὰ σηκώνεται κι' οὐρλιάζει
Μὰ πάντοτα τὰ ὕδατά της παραμένουν
Θάλασσα τῆς θαλάσσης.

15
Οἱ λογισμοὶ τῆς ἡδονῆς εἶναι πουλιὰ
Ποὺ νύχτα-μέρα διασχίζουν τὸν ἀέρα.

16
Εἶναι τὰ βλέφαρά μου διάφανες αὐλαῖες
Ὅταν τἀνοίγω βλέπω ἐμπρός μου ὅ,τι κι' ἄν τύχει
Ὅταν τὰ κλείνω βλέπω ἐμπρός μου ὅ,τι ποθῶ.
Ανδρέας Εμπειρίκος
Ενδοχώρα (1934-1937)
Εκδόσεις Αγρα

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

Η Αιωνιότητα Εναντίον της Αθανασίας - Hannah Arendt

Ότι οι διάφοροι τρόποι ενεργής ανάμιξης στα πράγματα τού κόσμου τούτου, από τη μια μεριά, και η καθαρή σκέψη, που αποκορυφώνεται στην ενατένιση, από την άλλη, μπορεί να αντιστοιχούν σε δύο εντελώς διαφορετικά κεντρικά ανθρώπινα ενδιαφέροντα, έχει γίνει κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο φανερό από τότε πού «οι άνθρωποι της σκέψης και οι άνθρωποι τής πράξης άρχισαν να παίρνουν διαφορετικούς δρόμους»,(16) δηλαδή από την εμφάνιση της πολιτικής σκέψης με την σωκρατική σχολή. Εντούτοις, όταν οι φιλόσοφοι ανακάλυψαν —και, μολονότι δεν μπορεί να αποδειχτεί, είναι πιθανόν ότι η ανακάλυψη αυτή έγινε από τον ίδιο τον Σωκράτη—, ότι η πολιτική σφαίρα δεν ικανοποιεί αυτονόητα όλες τις ανώτερες δραστηριότητες του ανθρώπου, υπέθεσαν αμέσως, όχι πώς ανακάλυψαν κάτι διαφορετικό πέρα από το ήδη γνωστό, άλλα πώς είχαν βρει μια ανώτερη αρχή για να αντικαταστήσουν την αρχή που διείπε την πόλιν. Ο συντομότερος, αν και κάπως πρόχειρος τρόπος να δείξει κανείς αυτές τις δύο διαφορετικές και ως ένα βαθμό συγκρουόμενες αρχές, είναι να ξαναφέρει στο νου του τη διαφορά μεταξύ αθανασίας και αιωνιότητας.
Η αθανασία σημαίνει αντοχή στον χρόνο, ζωή αθάνατη πάνω σ’ αυτή τη γη και σ’ αυτόν τον κόσμο όπως έχει δοθεί, σύμφωνα με την ελληνική αντίληψη, στη φύση και στους ολύμπιους θεούς. Πάνω σ’ αυτό το υπόβαθρο πού σχημάτιζε η αιώνια ανακυκλούμενη ζωή της φύσης και η αθάνατη και αγέραστη ζωή των θεών βρίσκονταν οι θνητοί άνθρωποι, οι μόνοι θνητοί μέσα σ’ έναν αθάνατο, αλλά όχι αιώνιο κόσμο, αντιμέτωποι με την αθάνατη ζωή των θεών τους, αλλά όχι κάτω από την εξουσία ενός αιώνιου Θεού. Αν πιστέψουμε τον 'Ηρόδοτο, η διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά φαίνεται να υπήρξε εντονότατη για την ελληνική αυτοσυνειδησία πριν από το εννοιολογικό εγχείρημα των φιλοσόφων και συνεπώς πριν από τις ειδικά ελληνικές εμπειρίες του αιωνίου που αποτελούν τη βάση αυτού του εγχειρήματος. Ο 'Ηρόδοτος, πραγματευόμενος τις ασιατικές μορφές λατρείας και πίστης σ’ έναν αόρατο Θεό, αναφέρει σαφώς ότι συγκρινόμενοι με αυτόν τον υπερβατικό Θεό (καθώς θα λέγαμε σήμερα) πού βρίσκεται πέραν του χρόνου, πέραν της ζωής και πέραν του κόσμου, οι ελληνικοί θεοί είναι ανθρωποφυείς, δηλ. έχουν την ίδια φύση, και όχι μόνο την ίδια μορφή, με τον άνθρωπο.(17) Το ενδιαφέρον των Ελλήνων για την αθανασία γεννήθηκε από την εμπειρία τους με την αθάνατη φύση και τούς αθάνατους θεούς πού περιέβαλλαν την ατομική ζωή των θνητών ανθρώπων. Βαλμένη μέσα σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα ήσαν αθάνατα, η θνητότητα έγινε η επίσημη σφραγίδα της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι άνθρωποι είναι «οι θνητοί», τα μόνα θνητά πράγματα στην επικράτεια του υπαρκτού, διότι αντίθετα προς τα ζώα δεν υπάρχουν απλώς και μόνο ως μέλη ενός είδους που εξασφαλίζει την αθανασία της ζωής του με την τεκνοποιία.(18) Η θνητότητα των ανθρώπων έγκειται στο γεγονός πώς η ατομική ζωή, διαθέτοντας ένα αναγνωρίσιμο ιστορικό από την ζωή μέχρι τον θάνατο, ξεπερνά την βιολογική. Η ατομική αυτή ζωή διακρίνεται απ’ όλα τα άλλα πράγματα χάρη στην ευθύγραμμη πορεία τής κίνησής της, η οποία, μπορούμε να πούμε, τέμνει πέρα για πέρα την κυκλική κίνηση της βιολογικής ζωής. Αυτό είναι η θνητότητα: η κίνηση πάνω σ’ ευθεία γραμμή μέσα σ’ έναν κόσμο όπου το κάθε τι κινείται, αν κινείται καθόλου, σε κυκλική φορά.
Η αποστολή και το ενδεχόμενο μεγαλείο των θνητών έγκειται στην ικανότητά τους να παράγουν πράγματα —έργα, πράξεις και λόγους(19)—, τα οποία θα άξιζε να είναι και, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, είναι διατηρήσιμα αιωνίως, ούτως ώστε χάρη σε τούτα οι θνητοί να μπορούν να βρίσκουν θέση σ’ έναν κόσμο όπου το κάθε τι είναι αθάνατο έκτος από τούς ίδιους. Με την δυνατότητά τους να πραγματοποιούν αθάνατα έργα, με την ικανότητά τους να αφήνουν άφθαρτα ίχνη πίσω τους, οι άνθρωποι, παρά την ατομική τους θνητότητα, επιτυγχάνουν μια δική τους αθανασία και αποδείχνονται μέτοχοι μιας «θείας» φύσης. Η διάκριση μεταξύ ανθρώπου και ζώου διέπει ως και το ίδιο το ανθρώπινο είδος: μόνο οι άριστοι, αυτοί πού αναδεικνύονται σταθερά οι καλύτεροι (το αριστεύειν είναι ρήμα για το όποιο δεν υπάρχει ισοδύναμο σε καμμιά άλλη γλώσσα) και «προτιμούν αθάνατη φήμη και όχι θνητά πράγματα», είναι πραγματικά άνθρωποι. Οι άλλοι, αρκούμενοι σ’ όποιες απολαύσεις θα τούς προσφέρει η φύση, ζουν και πεθαίνουν όπως τα ζώα. Αυτή ήταν ακόμη η αντίληψη του Ηρακλείτου,(20) αντίληψη που δύσκολα θα συναντήσει κανείς σε φιλόσοφο μετά τον Σωκράτη.
Για το πρόβλημα το δικό μας δεν έχει μεγάλη σημασία εάν ο ίδιος ο Σωκράτης ή ο ίδιος ο Πλάτων ανακάλυψαν ή όχι το αιώνιο ως αυθεντικό κέντρο μιας αυστηρά μεταφυσικής σκέψης. Βαρύνει πολύ υπέρ του Σωκράτη το γεγονός ότι μόνο αυτός μέσα στους μεγάλους στοχαστές —μοναδικός απ’ αυτή την άποψη, όπως κι από πολλές άλλες— δεν φρόντισε ποτέ να καταγράψει τις σκέψεις του. Διότι είναι φανερό πως, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να γνοιάζεται ένας στοχαστής για την αιωνιότητα, τη στιγμή πού αποφασίζει να γράψει τούς στοχασμούς του παύει να τον απασχολεί κατά κύριο λόγο η αιωνιότητα και στρέφει την προσοχή του στο ν’ αφήσει μερικά ίχνη τους. Έχει μπει στον χώρο τής vita activa και έχει επιλέξει τον δικό της τρόπο διάρκειας και ενδεχόμενης αθανασίας. Ένα είναι βέβαιο: μόνο στον Πλάτωνα η μέριμνα για το αιώνιο και η ζωή του φιλοσόφου θεωρούνται ότι βρίσκονται σε εγγενή αντίφαση και σύγκρουση με την προσπάθεια για την κατάκτηση της αθανασίας με τον τρόπο ζωής του πολίτη, τον πολιτικόν βίον.
Το φιλοσοφικό βίωμα του αιωνίου, το όποιο κατά τον Πλάτωνα ήταν άρρητον και κατά τον ’Αριστοτέλη άνευ λόγου, για να εννοιοποιηθεί αργότερα στο παράδοξο nunc stans, δεν μπορεί να εμφανιστεί παρά έξω από τον χώρο των ανθρώπινων υποθέσεων και έξω από το πλήθος των ανθρώπων, όπως ξέρουμε από τον μύθο του Σπηλαίου στην Πολιτεία του Πλάτωνα, όπου ο φιλόσοφος, έχοντας απελευθερωθεί από τα δεσμά πού τον έδεναν με τούς συνανθρώπους του, φεύγει από τη σπηλιά σε κατάσταση απόλυτης «ενικότητας», μπορούμε να πούμε, χωρίς να συνοδεύεται ούτε να ακολουθείται από άλλους. Αν σε πολιτική γλώσσα το να πεθαίνει κανείς σημαίνει ότι «παύει να βρίσκεται μεταξύ των ανθρώπων», η εμπειρία του αιωνίου είν’ ένα είδος θανάτου, και το μόνο πού την χωρίζει από τον πραγματικό θάνατο είναι πώς δεν μπορεί να είναι αιώνια διότι κανένα ζωντανό πλάσμα δεν μπορεί να την αντέξει για απεριόριστο χρόνο. Και αυτό ακριβώς χωρίζει την vita contemplativa από την vita activa στην μεσαιωνική σκέψη.(21) Έχει όμως αποφασιστική σημασία ότι η εμπειρία της αιωνιότητας, σε αντιδιαστολή με την εμπειρία τής αθανασίας, δεν αντιστοιχεί και δεν μπορεί να μετασχηματισθεί σε κανενός είδους δραστηριότητα, αφού ακόμη και η δραστηριότητα της σκέψης, που επιτελείται μέσα σ’ ένα υποκείμενο διαμέσου των λόγων, είναι ολοφάνερα όχι μόνο ανεπαρκής για να αποδώσει την αιωνιότητα, αλλά θα μπορούσε να διακόψει και να καταστρέψει την ίδια την εμπειρία της.
Θεωρία ή «ενατένιση» είναι η λέξη που δόθηκε στην εμπειρία του αιωνίου, σε αντιδιαστολή προς όλες τις άλλες στάσεις, οι όποιες το πολύ-πολύ μπορεί να συμμετέχουν στην αθανασία. Η ανακάλυψη του αιωνίου από τούς φιλοσόφους ενδέχεται να βοηθήθηκε από την πολύ δικαιολογημένη αμφιβολία τους σχετικά με τις πιθανότητες αθανασίας ή ακόμη και διάρκειας που είχε ή πόλις. Και η δυσάρεστη έκπληξη αυτής της ανακάλυψης μπορεί να υπήρξε τόσο συγκλονιστική, ώστε να περιφρονήσουν κάθε προσπάθεια αθανασίας ως ματαιότητα και ματαιοδοξία, παίρνοντας έτσι βέβαια θέση ξεκάθαρης αντίθεσης προς την αρχαία πόλη-κράτος και την θρησκεία πού την ενέπνεε. Ωστόσο η τελική υπερίσχυση της μέριμνας για την αιωνιότητα πάνω σε όλα τα είδη επιθυμίας για αθανασία δεν οφείλεται στην φιλοσοφική σκέψη. Η πτώση της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας απέδειξε ολοκάθαρα πως κανένα έργο θνητών χειρών δεν μπορεί να είναι αθάνατο, και συνοδεύτηκε από την εμφάνιση του κηρύγματος για μιαν αιώνια ατομική ζωή που πήρε την θέση της ως η αποκλειστική θρησκεία του Δυτικού ανθρώπου. Και η μια και η άλλη έκαναν μάταιη και περιττή κάθε προσπάθεια γήινης αθανασίας. Και σε τέτοιο βαθμό τα κατάφεραν να κάνουν την vita activa και τον πολιτικόν βίον υπηρέτες τής ενατένισης, ώστε ακόμη και η εμφάνιση του κοσμικού στοιχείου στη νεότερη εποχή και η συνακόλουθη αντιστροφή της παραδοσιακής ιεραρχίας μεταξύ πράξης και ενατένισης δεν μπόρεσαν να διασώσουν από την λήθη την προσπάθεια εκείνη για αθανασία, η οποία υπήρξε η πηγή και το κέντρο τής Vila activa.
___________________________________ 
16. Βλ. F. Μ. Cornford, 'Plato’s Commonwealth’, Unwritten philosophy (1950), σελ. 54 : «Ο θάνατος του Περικλή και ο Πελοποννησιακός Πόλεμος σημαδεύουν την Ιστορική στιγμή οπού οι άνθρωποι της σκέψης και οι άνθρωποι της πράξης άρχισαν να παίρνουν διαφορετικούς δρόμους, προορισμένους ν’ αποκλίνουν ολοένα περισσότερο μεταξύ τους μέχρι του σημείου όπου ο στωικός σοφός παύει να είναι πολίτης τής χώρας του και γίνεται πολίτης του κόσμου».
17. Ο Ηρόδοτος (I, 131), έχοντας αναφέρει ότι οι ΙΙέρσες δεν είχαν «αγάλματα, ούτε ναούς, ούτε βωμούς, άλλα αυτά τα θεωρούσαν ανόητα καμώματα», συνεχίζει εξηγώντας πώς «δεν πιστεύουν, όπως οι Έλληνες, ότι οι θεοί είναι ανθρωποφυείς, ανθρώπινης φύσεως», ή, μπορούμε να προσθέσουμε, ότι θεοί και άνθρωποι έχουν την ίδια φύση. Βλ. επίσης Πινδάρου, Νέμεα, VI.
18. Βλ. Ψευδοαριστοτέλους, Οικονομικά, 1343 b 24: Η φύση εξασφαλίζει την διαιώνιση του είδους με την ανακύκληση [περίοδος), αλλά δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ίδια διαιώνιση στο άτομο.  Η ίδια σκέψη, ότι «για τα έμψυχα όντα, ζωή είναι η ύπαρξη», εμφανίζεται στο Περί Ψυχής, 415 b 13.
19. Ή ελληνική γλώσσα δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στις λέξεις «works» [έργα] και «deeds» [πράξεις], αλλά χρησιμοποιεί και στις δύο περιπτώσεις την λέξη έργα προκειμένου να δηλώσει κάτι αρκετά ανθεκτικό στον χρόνο ώστε να διαρκέσει και αρκετά σπουδαίο ώστε να το θυμόμαστε. Μόνο από την στιγμή πού οι φιλόσοφοι, ή μάλλον οι σοφιστές, άρχισαν να κάνουν τις «ατέρμονες διακρίσεις» τους και να διακρίνουν ανάμεσα στο ποιείν και στο πράττειν, άρχισαν να καθιερώνονται ευρύτερα τα ονόματα ποιήματα και πράγματα (βλ. Πλάτωνος, Χαρμίδης, 163). 'Ο Όμηρος δεν γνωρίζει ακόμη την λέξη πράγματα, ή όποια στον Πλάτωνα (τα των ανθρώπων πράγματα) αποδίδεται θαυμάσια με αυτό πού λέμε «ανθρώπινες υποθέσεις» και ενέχει τις συμπαραδηλώσεις της σκοτούρας και της ματαιότητας. Στον 'Ηρόδοτο τα πράγματα μπορεί να έχουν την ίδια εννοιακή απόχρωση (πρβλ. π.χ. I, 155).
20. 'Ηράκλειτος, άπόσπ. Β 29 (Diels, Fragmente der Vorsokraliker [4η εκδ., 1922]).
21.  In vita activa fix i perm anere possum us; in contemplativa autem intenla menle m anere nullo modo valemus (Άκινάτης, Summa theologica, II,2,181,4).
HANNAH ARENDT
Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ (VITA ACTIVA)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ – ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ 1986

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Ο Θάνατος του Λύκου – Alfred de Vigny

 

I

Στην πύρινη σελήνη απάνω διάβαινε η συννεφιά
Θυμίζοντας την κάπνα που αναδίνει η πυρκαγιά,
Ενώ, στον ορίζοντα, το δάσος απλωνόταν σκοτεινό.
Καθώς πορευόμασταν αμίλητοι στο χορτάρι το νωπό,
Μες στις φτέρες τις ψηλές και την ερείκη τη φουντωτή,
Ξάφνου, κάτω από έλατα που θυμίζουν μιαν άλλη γη,
Αντικρίσαμε ίχνη από νύχια που ’χαν αφήσει
Κάποιοι λύκοι ταξιδευτές που ’χαμε ιχνηλατήσει.
Αφουγκραστήκαμε, με κρατημένη την αναπνοή
Και με βήμα σ’ αναμονή. –Μήτε τα δάση μήτε η γη
Δεν σκόρπιζαν στους αγέρες τουλάχιστον μια πνοή·
Μόνο του πένθιμου ανεμοδείκτη η ουράνια κραυγή·
Σαν ο άνεμος πιο πάνω από τη γη υψωνόταν,
Μόνο πύργους μοναχικούς με τα πόδια αισθανόταν,
Και οι πέρα βελανιδιές, κόντρα στα βράχια γερμένες,
Στους αγκώνες φάνταζαν πως ξάπλωναν κοιμισμένες.
Μήτε ένα θρόισμα συνεπώς, ώσπου, ιχνεύοντας και πάλι,
Ο γηραιότερος κυνηγός, έσκυψε το κεφάλι,
Ξάπλωσε καταγής και έριξε στην άμμο μια ματιά·
Σύντομα, εκείνος που ως τώρα πάντα έκρινε ορθά,
Δήλωσε σιγανά πως τα χνάρια ετούτα τα νωπά
Προμήνυαν το βάδισμα και τα νύχια τα αιχμηρά
Δυο ενήλικων λύκων συντροφιά με τα δυο τους τα μικρά.
Συνεπώς κινήσαμε όλοι τα μαχαίρια μας μπροστά,
Και, κρύβοντας των τουφεκιών την ολόλευκή τους λάμψη,
Τ’ αργόσυρτό μας βήμα τις κλάρες έκανε στην άκρη.
Τρεις κοντοστάθηκαν, κι εγώ, ψάχνοντας τι αντικρίζουν,
Άξαφνα παρατηρώ δυο μάτια να λαμπυρίζουν,
Και, πέρα, διακρίνω τη σβελτάδα τεσσάρων μορφών
Να χορεύουν στη φεγγαράδα εν μέσω ερεικών,
Όπως κάνουν κάθε μέρα, με πάταγο μπροστά μας,
Σαν έρχεται ο αφέντης, τα όλο χαρά σκυλιά μας.
Όμοια ήταν η μορφή τους, όμοιος και ο χορός·
Όμως του Λύκου τα παιδιά παιχνίδιζαν σιωπηλώς,
Ξέροντας πως δυο βήματα πιο κει, κοιμούνται ελαφρά,
Εντός των τειχών, της ανθρώπινης έχθρας τα πυρά.
Ο πατέρας ήταν άγρυπνος, και πιο πέρα, σ’ ένα δεντρί,
Η λύκαινά του αναπαυόταν όπως η σμιλευτή
Των Ρωμαίων η λατρευτή, που με τον χνουδωτό κόρφο
Θήλασε δυο ημίθεους, τον Ρωμύλο και τον Ρώμο.
Ο Λύκος ήρθε κι έκατσε, με τα δυο πόδια τεντωμένα,
Από τα γαμψά τους νύχια μες στην άμμο βυθισμένα.
Έκρινε πως ηττήθηκε, μιας κι αιφνιδίως εγκλωβίστηκε,
Η φωλιά του εντοπίστηκε κι η φυγή του αποκλείστηκε·
Άρπαξε τότε με το μουσούδι του το φλογισμένο,
Απ’ τον ασθμαίνοντα λαιμό έναν σκύλο ξεθαρρεμένο,
Κι ούτε που χαλάρωσε τα ατσάλινα σαγόνια του,
Παρά τις τουφεκιές που διατρυπούσαν τα λαγόνια του,
Παρά τα, σαν τανάλια, μαχαίρια μας τα αιχμηρά,
Που βυθίζονταν σταυρωτά στα πλατιά του σωθικά,
Μέχρι που ήρθε η στιγμή το σκυλί το στραγγαλισμένο,
Στα πόδια του να πέσει, πριν απ’ αυτόν ξεψυχισμένο.
Ο Λύκος τότε το παρατά κι ύστερα προς εμάς κοιτά.
Τα μαχαίρια βρίσκονταν ακόμα στο στέρνο του βαθιά,
Καρφώνοντάς τον στη χλόη μες στα αίματα πνιγμένο,
Από τουφέκια μισοφέγγαρου θανάτου πλαισιωμένο.
Δεν σταματά να κοιτά μα στη συνέχεια ξαπλώνει,
Ενώ γλείφει το αίμα που στο μουσούδι του απλώνει,
Και, χωρίς καν ν’ αναρωτηθεί για τη βίαιη τροπή,
Κλείνοντας τα μεγάλα του μάτια, πεθαίνει δίχως κραυγή.

II

Στ’ αδειανό μου τουφέκι το μέτωπό μου απόθεσα,
Κι άρχισα να συλλογιέμαι, μα να με πείσω δεν μπόρεσα
Τη Λύκαινα και τα λυκόπουλά του να καταδιώξω·
Κι, ενώ τον ανέμεναν, τη σκέψη δεν έλεγα να διώξω
Πως χωρίς τους δυο γιους, η όμορφη και σκυθρωπή χήρα
Θα τον συντρόφευε στη μεγάλη του δοκιμασία·
Μα το καθήκον τής μάνας ήταν να τα σώσει, ώστε
Την αντοχή ενάντια στην πείνα να μεταδώσει, ώστε
Ποτέ να μην καταπατήσουν της πόλης τη συμφωνία,
Που συνήψε ο άνθρωπος με τα ζώα σε δουλεία
Που κυνηγούν υπό έλεγχο, για να ’χουν μιαν εστία,
Κείνα που στο δάσος και στον βράχο έχουν εξουσία.

III

Αχ! σκέφτηκα, παρά το σπουδαίο μας τίτλο, Άνθρωποι,
Ντρέπομαι τόσο για ’μάς, που είμαστε τόσο άτολμοι!
Πώς ν’ αποχωρούμε απ’ τη ζωή κι όλα της τα δεινά,
Μόνον εσείς το γνωρίζετε καλά, ζώα θαυμαστά!
Αν δεις τι υπήρξες στη γη και ποια η κληροδοσία,
Η σιωπή έχει ουσία· τα υπόλοιπα, είν’ όλα αδυναμία.
-Ω! σ’ ένιωσα στο πετσί μου, σένα άγριε ταξιδευτή,
Το ύστατο βλέμμα σου στην καρδιά μου μπήχτηκε καρφί!
Έλεγε: «Αν μπορείς, προσπάθησε ν’ ανέλθει η ψυχή,
Παραμένοντας, μ’ επιμονή, φιλομαθής και λογική,
Στην ύψιστη κορφή τής περηφάνιας της στωικής,
Που, στα δάση γεννημένος, ήμουν ο πρώτος αλπινιστής.
Στεναγμός, κλάμα, προσευχή, φαντάζουν όλα τους οκνά.
Τέλεσε το μακρύ και βαρύ σου έργο δυναμικά
Στον δρόμο που η μοίρα θέλησε να σε προσκαλέσει,
Κι όπως εγώ, υπέφερε, πέθανε δίχως να πεις λέξη».

Μετάφραση: Βίκυ Βασιλάτου

πηγή: https://frear.gr/?p=15436

La mort du loup - Alfred de Vigny
I

Les nuages couraient sur la lune enflammée
Comme sur l'incendie on voit fuir la fumée,
Et les bois étaient noirs jusques à l'horizon.
Nous marchions sans parler, dans l'humide gazon,
Dans la bruyère épaisse et dans les hautes brandes,
Lorsque, sous des sapins pareils à ceux des Landes,
Nous avons aperçu les grands ongles marqués
Par les loups voyageurs que nous avions traqués.
Nous avons écouté, retenant notre haleine
Et le pas suspendu. -- Ni le bois, ni la plaine
Ne poussait un soupir dans les airs ; Seulement
La girouette en deuil criait au firmament ;
Car le vent élevé bien au dessus des terres,
N'effleurait de ses pieds que les tours solitaires,
Et les chênes d'en-bas, contre les rocs penchés,
Sur leurs coudes semblaient endormis et couchés.
Rien ne bruissait donc, lorsque baissant la tête,
Le plus vieux des chasseurs qui s'étaient mis en quête
A regardé le sable en s'y couchant ; Bientôt,
Lui que jamais ici on ne vit en défaut,
A déclaré tout bas que ces marques récentes
Annonçaient la démarche et les griffes puissantes
De deux grands loups-cerviers et de deux louveteaux.
Nous avons tous alors préparé nos couteaux,
Et, cachant nos fusils et leurs lueurs trop blanches,
Nous allions pas à pas en écartant les branches.
Trois s'arrêtent, et moi, cherchant ce qu'ils voyaient,
J'aperçois tout à coup deux yeux qui flamboyaient,
Et je vois au delà quatre formes légères
Qui dansaient sous la lune au milieu des bruyères,
Comme font chaque jour, à grand bruit sous nos yeux,
Quand le maître revient, les lévriers joyeux.
Leur forme était semblable et semblable la danse ;
Mais les enfants du loup se jouaient en silence,
Sachant bien qu'à deux pas, ne dormant qu'à demi,
Se couche dans ses murs l'homme, leur ennemi.
Le père était debout, et plus loin, contre un arbre,
Sa louve reposait comme celle de marbre
Qu'adoraient les romains, et dont les flancs velus
Couvaient les demi-dieux Rémus et Romulus.
Le Loup vient et s'assied, les deux jambes dressées
Par leurs ongles crochus dans le sable enfoncées.
Il s'est jugé perdu, puisqu'il était surpris,
Sa retraite coupée et tous ses chemins pris ;
Alors il a saisi, dans sa gueule brûlante,
Du chien le plus hardi la gorge pantelante
Et n'a pas desserré ses mâchoires de fer,
Malgré nos coups de feu qui traversaient sa chair
Et nos couteaux aigus qui, comme des tenailles,
Se croisaient en plongeant dans ses larges entrailles,
Jusqu'au dernier moment où le chien étranglé,
Mort longtemps avant lui, sous ses pieds a roulé.
Le Loup le quitte alors et puis il nous regarde.
Les couteaux lui restaient au flanc jusqu'à la garde,
Le clouaient au gazon tout baigné dans son sang ;
Nos fusils l'entouraient en sinistre croissant.
Il nous regarde encore, ensuite il se recouche,
Tout en léchant le sang répandu sur sa bouche,
Et, sans daigner savoir comment il a péri,
Refermant ses grands yeux, meurt sans jeter un cri.

II

J'ai reposé mon front sur mon fusil sans poudre,
Me prenant à penser, et n'ai pu me résoudre
A poursuivre sa Louve et ses fils qui, tous trois,
Avaient voulu l'attendre, et, comme je le crois,
Sans ses deux louveteaux la belle et sombre veuve
Ne l'eût pas laissé seul subir la grande épreuve ;
Mais son devoir était de les sauver, afin
De pouvoir leur apprendre à bien souffrir la faim,
A ne jamais entrer dans le pacte des villes
Que l'homme a fait avec les animaux serviles
Qui chassent devant lui, pour avoir le coucher,
Les premiers possesseurs du bois et du rocher.

III

Hélas ! ai-je pensé, malgré ce grand nom d'Hommes,
Que j'ai honte de nous, débiles que nous sommes !
Comment on doit quitter la vie et tous ses maux,
C'est vous qui le savez, sublimes animaux !
A voir ce que l'on fut sur terre et ce qu'on laisse
Seul le silence est grand ; tout le reste est faiblesse.
- Ah ! je t'ai bien compris, sauvage voyageur,
Et ton dernier regard m'est allé jusqu'au coeur !
Il disait : " Si tu peux, fais que ton âme arrive,
A force de rester studieuse et pensive,
Jusqu'à ce haut degré de stoïque fierté
Où, naissant dans les bois, j'ai tout d'abord monté.
Gémir, pleurer, prier est également lâche.
Fais énergiquement ta longue et lourde tâche
Dans la voie où le Sort a voulu t'appeler,
Puis après, comme moi, souffre et meurs sans parler.