.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021

Αυλίδα – Σχόλιο – Έκτωρ Κακναβάτος



ἔστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας…
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Σου ’λαχε να δεις τέτοιαν απανεμιά πριν το χαμό
όπως η γόμωση μες στην οβίδα;
Κάποιος ρωτούσε: για πού θα κινούσανε τα πλοία;
Γιατί κατάπεσε ο άνεμος;
Γιατί σα χίμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της
τον είπαν πετεινό;
Πού τηνε σφάξανε;

Οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι που
μέσα στη χούφτα νύχτωνε το κόλλυβο
Το σκυλί ακόμα καίγονταν αυτοπυρπολημένο
Στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες· είπαν:
Η ψυχή της που έφευγε
Και τότες - χίλιοι ταύροι -
από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε
ούριος άνεμος
- Αχαιοί, στα πλοία…

Αν όχι τίποτα άλλο, κι αν σακατεύτηκαν
κι αν δεν έμεινε σανίδα απ’ τα καράβια
κι αν η Τροία
καὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιο
αν όλα πήγαν κατ’ ανέμου
τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε
να ’ναι αλάθητος ο λόγος σου
να ’σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη

Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται ποινική παρακαμπτήριος
για αθλιότητες δεδοξασμένων.

Έκτωρ Κακναβάτος
Ποιήματα (1943–1987)
Εκδόσεις Άγρα 2010

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΨΕΥΤΟΛΟΧΙΑ- FERNANDO PESSOA



Η μάχη, σκληρή και μεγάλη, έλαβε τέλος με τη νίκη … των επιδρομέων. Ηρεμία, ως και κάποια πλήξη έπεσε πάνω στους εισβολείς. Ο επιζών  λοχίας του πέμπτου λόχου τεντώθηκε στη σκιά του δέντρου. 
Είπαν στον λοχία, που ήξερε από φιλοτελισμό, ότι στο σπίτι στην πλαγιά, που είχε μισογκρεμιστεί από τους βομβαρδισμούς, αλλά δεν είχε καεί, έπρεπε να υπήρχε μια συλλογή γραμματοσήμων. Η ευκολία του πράγματος ήταν τέτοια ώστε ξύπνησε στην καρδιά του λοχία το κατάλοιπο του κλέφτη που υπάρχει σε όλους μας και που απλώς κοιμάται γιατί η αστυνομία δεν κοιμάται. Ήταν κουρασμένος, αλλά, κουβαλώντας στον ώμο το  τουφέκι του, πήγε μόνος του μέχρι το σπίτι που του έδειξαν. Ήταν όλα έρημα. Οι άνθρωποι είχαν φύγει εκτός απ’ αυτούς που είχαν πεθάνει.
Ένιωσε να τον κυριεύει η τρομακτική τρέλα του να βλέπεις καθαρά.
Η ανθρώπινη πραγματικότητα των οικιακών αντικειμένων τον έπιασε από τον λαιμό. Η ραπτομηχανή που, στη γωνιά της, είχε γλυτώσει απ’ όλα, σαν να τον κοίταζε πότε προσεχτικά και πότε απρόσεχτα.
Είδε με κάθε λεπτομέρεια, στις σπασμένες καρέκλες, τα αδιόρατα, πολύ επιμελημένα, διαφορετικά μπαλωματάκια, στην ψάθα του καθίσματος και της πλάτης και πίσω από αυτά είδε την αγάπη στα οικιακά αντικείμενα που με δυό-τρία χτυπήματα είχαν γίνει  άχρηστα για ένα απροσδιόριστο μέλλον. 
Ένα παιδικό ζακετάκι, πολύ μικρό, ήταν πεσμένο στο πάτωμα. Θα πρέπει να ήταν κρεμασμένο στην πλάτη της καρέκλας που κειτόταν δίπλα. Το παιδί ήταν αυτό το παιδάκι των δυό-τριών χρόνων που κειτόταν, σαν την καρέκλα κι αυτό, πάνω στο ξεραμένο αίμα, ανάμεσα στις ακαταστασίες του κήπου. Σήκωσε το ζακετάκι και το εξέτασε με το βλέμμα και την αφή. Είδε την κεντημένη με προσοχή γατούλα στην αριστερή μεριά, το περίγραμμα με κόκκινο μεταξωτό σιρίτι, με μαύρο τα μάτια. Πέρασε το χέρι πάνω στη φόδρα, έμοιαζε σαν από μετάξι, μισοδιάφανη, και οι επιμελημένες βελονιές, με τις οποίες η φόδρα ήταν ραμμένη στο ζακετάκι, τράβηξαν το προσεχτικό και υποταγμένο βλέμμα του.
Ξαφνικά του  ήρθε η ιδέα ενός είδους εξαγοράς – μιας εξαγοράς έστω …
Σαν ένα είδος ανθρώπινης θυσίας στην ίδια του τη συγκίνηση.
Έπαψε να χαμογελά, γιατί δεν ήταν δυνατόν με την κάννη του όπλου στο στόμα να αγγίζει τα δόντια του και το στόμιό της να πιέζει τον ουρανίσκο του.
Χαμογέλασε μόνο με τα μάτια, από την ανάγκη του αποχαιρετισμού. Το  χέρι του πίεζε τη σκανδάλη, πιάστηκε στην ασφάλεια. Πέρασε μια άπειρη στιγμή.
Κοίταξε προσεχτικά το όπλο. Έκλεισε τα μάτια σαν κάποιος που βλέπει ένα ωραίο όνειρο. Ύστερα, με παγερό αντίχειρα, πίεσε αδιάφορος τη  σκανδάλη.
Πότε άραγε ήταν τρελός – στην αποστασιοποιημένη διαύγεια της μάχης ή στην ταραγμένη διαύγεια αυτών των σκέψεων.

Fernando Pessoa
Περί Θανάτου και Άλλων Μυστηρίων
Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα
Εκδόσεις Gutenberg 2020

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021

Γιόγκα κατά το σύστημα Πατανζάλι - Paramahansa Yogananda


 
Το Γιόγκα κατά το σύστημα Πατανζάλι, είναι γνωστόν ως το σύστημα «των οκτώ δρόμων». Ο γιόγκι ο  οποίος θα αφοσιωθή στην εξάσκησι  και στην εφαρμογή των κανόνων  του Πατανζάλι, θα προχωρήση βαθμηδόν και κατά στάδια. Οι πρώτες βαθμίδες, δηλαδή τα πρώτα καθήκοντα είναι τα εξής:

1) Yama = ηθική συμπεριφορά. Δηλαδή να αποφεύγη  κανείς να προκαλή βλάβην ή ενόχλησι στον πλησίον, να μη ψεύδεται, να μη  κλέπτη, να έχη εγκράτεια και να κατανικά το μίσος, την  έχθρα και την επιθυμία εκδικήσεως.

2) Niyama = να είναι κανείς καθαρός το σώμα και την σκέψι, να έχη αυτοκυριαρχία, εγκαρτέρησι, αφοσίωσι στο Θεό, και να καταγίνεται στη μελέτη των θρησκευτικών.

Εν συνεχεία είναι:

3) Asana  = οι διάφορες στάσεις του σώματος  και ειδικές σωματικές ασκήσεις που υποβοηθούν την αυτοσυγκέντρωσι για διαλογισμούς και στοχασμούς, όπως π.χ. η ευθυτενής στάσις της σπονδυλικής στήλης.

4) Pranayama = επαφή με την «κοσμική ενέργεια» και διοχέτευσις της κοσμικής αυτής ενεργείας. (Prana) εντός του σώματος, δι’ αναπνευστικών κινήσεων και ειδικών τρόπων αναπνοής.

5) Pratyahara = διακοπή της επικοινωνίας με τον εξωτερικό  κόσμο, δηλαδή ατονία, αδράνεια ή κατάργησις της λειτουργίας των σωματικών αισθήσεων.

Τα τελευταία στάδια της τελικής καταρτίσεως ενός γιόγκι είναι:

6) Dharana = συγκέντρωσις του πνεύματος προς μίαν και μόνη σκέψι.

7) Dhyana = αυτοσυγκέντρωσις, διαλογισμοί και στοχασμοί που προκαλούν και φέρουν το «Shamadhi», δηλαδή την κατάστασι του «Υπερσυνειδήτου».

Ο τελικός σκοπός της προσπαθείας του γιόγκι που ακολουθεί την άσκησι και την εφαρμογή του συστήματος  αυτού «των οκτώ δρόμων» είναι να φθάσει εις το:

8) Kaivalya = δηλαδή στην έννοια και το συναίσθημα του Απολύτου, στην κατάστασι που ο άνθρωπος συλλαμβάνει την Αλήθεια, πέρα από κάθε πνευματική άποψι ή υπόδειξι.

Paramahansa Yogananda
Αυτοβιογραφία ενός Γιογκι
Μετάφραση Ιωάννης Δ. Βορρές
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021

Πρώτη γεύση από αίμα – James Ellroy



Την Παρασκευή 10 Ιουνίου του 1964 άρχιζε το μουσικό αφιέρωμα του σταθμού KRLA σε παλιές  χρυσές  επιτυχίες. Οι δύο συνωμότες που έκαναν ανίχνευση στο χώρο όπου θα γινόταν η «απαγωγή» άνοιξαν τέρμα το φορητό ραδιόφωνό τους για να πνίξουν τη φασαρία από τα ηλεκτρικά πριόνια, τα σφυριά και τους λοστούς. O σαματάς από την ανακαίνιση της αίθουσας στον τρίτο όροφο και η μουσική των Fleetwood ρίχτηκαν στη μάχη για την εξασφάλιση της ηχητικής υπεροχής.
O Λάρι «Μπέρντμαν» Κρεγκ είχε κολλήσει το ραδιόφωνο στο αυτί του. Του προξενούσε κατάπληξη που όλα αυτά τα μαστορέματα γίνονταν μόλις μία βδομάδα πριν κλείσει το σχολείο για το καλοκαίρι. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο Gary U.S. Bonds βγήκε στα ραδιοκύματα τραγουδώντας: «Τελείωσε επιτέλους το σχολείο και χαίρομαι που πέρασα την τάξη». O Λάρι έπεσε στο πλαστικό δάπεδο, πάνω στα πριονίδια, και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Μπορεί να έκλεινε το σχολείο, αλλά ο ίδιος δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει την τάξη, παρ’ όλα αυτά στ’ αρχίδια του, δεν έδινε μία. Κυλιόταν χάμω αδιαφορώντας για το χνουδάτο μοβ πουκάμισο Sir Guy που είχε σουφρώσει πρόσφατα.
O Nτέλμπερτ «Γουάιτι» Χέινς είχε αρχίσει να αηδιάζει και να του τη δίνει κανονικά. O Μπέρντμαν ή ήταν ψυχάκιας ή παρίστανε τον ψυχάκια, που πάει να πει πως το τσιράκι του μια ζωή ήταν πιο έξυπνος απ’ αυτόν, που πάει να πει ότι γελούσε σε βάρος του. O Γουάιτι περίμενε να σταματήσει ο Λάρι τα γέλια, και τότε ακούμπησε τις παλάμες του κάτω σαν να έκανε πουσάπς και σηκώθηκε. Ήξερε τι θ’ ακολουθούσε – ένα κατεβατό από πρόστυχα σχόλια για τα πουσάπς που έκανε πάνω από τη Ρούθι Ρόζενμπεργκ, και πώς ο Λάρι θα την έβαζε να του πάρει πίπα ενώ θα ήταν κρεμασμένος από τους κρίκους στο γυμναστήριο των κοριτσιών.
Το γέλιο του Λάρι ξεθύμανε και άνοιξε το στόμα του να μιλήσει. Αλλά ο Γουάιτι δεν τον άφησε να φτάσει μέχρι εκεί. Του άρεσε η Ρούθι και δεν γούσταρε ν’ ακούει να βρίζουν τα καλά κορίτσια. Έστριψε τη μύτη της μπότας του ανάμεσα στις ωμοπλάτες του Λάρι, στο σημείο που ήξερε ότι ο πόνος ήταν δυνατός σαν ηλεκτρική εκκένωση. O Λάρι τσίριξε και πετάχτηκε όρθιος, σφίγγοντας το ραδιόφωνο πάνω στο στήθος του.
«Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό».
«Όχι, αλλά το έκανα» είπε ο Γουάιτι. «Μπορώ και διαβάζω το μυαλό σου, ψυχάκια. Τάχα μου ψυχάκια. Γι’ αυτό μην πεις κακά λόγια για τα καλά κορίτσια. Με το κωλόπαιδο είπαμε να τα βάλουμε, όχι με τα καλά κορίτσια».
O Λάρι συγκατένευσε. O Γουάιτι τον είχε βάλει σ’ ένα πολύ σημαντικό σχέδιο, κι αυτό αρκούσε για να του περάσει ο θυμός για το χτύπημα. Πήγε στο πιο κοντινό παράθυρο, κοίταξε έξω και σκέφτηκε τον ποιητή με τα μαλακά δερμάτινα μοκασίνια του, τα πουλοβεράκια του με τους ρόμβους, το στιλάκι του ομορφόπαιδου και την ποιητική του επιθεώρηση, που την τύπωνε πάνω από το φωτογραφείο στην Αλβαράντο, εκεί όπου ζούσε, σκουπίζοντας κάθε μέρα το μαγαζί με αντάλλαγμα τροφή και στέγη.
Η Ποιητική Επιθεώρηση του Γυμνασίου Μάρσαλ. Σαχλά, αδελφίστικα ποιήματα. Ξενέρωτες ερωτικές μαλακίες που όλοι ήξεραν ότι ήταν αφιερωμένες σ’ εκείνη την ψηλομύτα Ιρλανδέζα που είχε έρθει στο σχολείο με μετεγγραφή από τις καλόγριες και στις κρυόκωλες ψηλομύτες σκύλες της ποιητικής αυλής της. Και φαρμακερές επιθέσεις σ’ αυτόν, στον Γουάιτι και σε όλους τους σωστούς ντόπιους μαθητές του Μάρσαλ. Τη φορά που ο Λάρι είχε φτιαχτεί με κόλλα και είχε πετάξει μια μολότοφ στο «Folk Song Club», η Επιθεώρηση είχε μνημονεύσει το επεισόδιο δημοσιεύοντας ένα σκίτσο του με φόρμα καταδρομέα και ένα αδυσώπητο τετράστιχο:

Ένας παλικαράς καινούργιος εμφανίστηκε,
τον λένε Μπέρντμαν και για γράμματα ποτέ του
δεν σκοτίστηκε.
Όπλα του η ύπουλη επίθεση και η ψευτομαγκιά του,
και σίγουρα δεν στέκει και πάρα πολύ στα καλά του.

O Γουάιτι την είχε πατήσει πολύ χειρότερα. Όταν είχε σπάσει στο ξύλο τον Μπιγκ Τζον Καφετζιάν σε έναν τίμιο καβγά στη Θολωτή Αυλή, ο σαχλαμάρας αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος της Επιθεώρησης και ένα «επικό» ποίημα που περιέγραφε το συμβάν, αποκαλούσε τον Γουάιτι «θλιβερό σκουπίδι και άθλιο λευκό προβοκάτορα», και τελείωνε με μια πρόβλεψη για το μέλλον του, με τη μορφή επιτάφιου ύμνου:

Καμιά νεκροψία ποτέ δεν θα δείξει
αυτό που η μαύρη καρδιά του βαθιά έχει κρύψει·
το μίσος κι ο τρόμος βασιλεύουν
στο μεγάλο κενό πίσω απ’ τα μπράτσα που παλεύουν.

O Λάρι είχε προθυμοποιηθεί να πάρει μια γρήγορη εκδίκηση για τον Γουάιτι, κάνοντας χάρη και στον εαυτό του ταυτόχρονα. Άλλον έναν καβγά ή μια μολότοφ, είχε πει ο υπεύθυνος Αρρένων, και θα έτρωγε οριστική αποβολή – και μόνο στη σκέψη ότι τέρμα το σχολείο, ο Λάρι κατουριόταν πάνω του από τη χαρά του. Αλλά ο Γουάιτι είχε απορρίψει την ιδέα της γρήγορης εκδίκησης λέγοντας: «Όχι, παραείναι εύκολο. O αλήτης πρέπει να υποφέρει όπως εμείς. Μας έκανε ρεζίλι σε όλο το σχολείο. Θα του το ανταποδώσουμε και με το παραπάνω».


Έτσι καταστρώθηκε το σχέδιο να τον ξεβρακώσουν, να τον μαυρίσουν στο ξύλο, να του μπογιατίσουν τα γεννητικά όργανα και να τον ξυρίσουν. Τώρα, αν όλα πήγαιναν καλά, είχε φτάσει η στιγμή. O Λάρι κοίταξε τον Γουάιτι που σχεδίαζε με το δάχτυλο σβάστικες στο ψιλό πριονίδι. Στο ραδιόφωνο τελείωσε η διασκευή του «Come go with me» από τους Del-Vikings κι άρχισαν οι ειδήσεις, που σήμαινε ότι η ώρα ήταν τρεις. Ένα λεπτό αργότερα ακούστηκαν τα ξεφωνητά των μαστόρων, και ο Λάρι τούς παρακολούθησε να μαζεύουν τα σύνεργα και τα ηλεκτροκίνητα εργαλεία τους και να την κοπανάνε του σκοτωμού από την κεντρική εσωτερική σκάλα, αφήνοντάς τους μόνους στο σχολείο να περιμένουν τον ποιητή.
O Λάρι ξεροκατάπιε και σκούντησε τον Γουάιτι κάπως φοβισμένα, μήπως και τον ενοχλούσε στο αθόρυβο καλλιτεχνικό του έργο.
«Είσαι σίγουρος ότι θα ’ρθει; Κι αν ψυλλιαστεί ότι είναι ψεύτικο το σημείωμα;»
O Γουάιτι σηκώθηκε από το πάτωμα, τον κοίταξε κι έριξε μια κλοτσιά στη μισάνοιχτη μεταλλική πόρτα μιας εντοιχισμένης ντουλάπας, ξεκολλώντας την από τους μεντεσέδες της.
«Θα έρθει. Σημείωμα από την ιρλανδέζα γκόμενα; Σίγουρα θα νομίσει ότι είναι ραβασάκι για ερωτικό ραντεβού. Χαλάρωσε. Έβαλα την αδερφή μου και το ’γραψε. Ροζ χαρτί αλληλογραφίας, κοριτσίστικο γράψιμο. Μόνο που δεν θα είναι ερωτικό το ραντεβού. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, ε πατριωτάκι;»
O Λάρι κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Καταλάβαινε.
Oι συνωμότες περίμεναν αμίλητοι, ο Λάρι ονειροπολώντας και ο Γουάιτι ψαχουλεύοντας τα παρατημένα ντουλάπια των μαθητών μήπως και βρει τίποτα αφημένο μέσα. Με το που άκουσαν βήματα αποκάτω τους, στο διάδρομο του δεύτερου ορόφου, ο Λάρι τράβηξε από μια χαρτοσακούλα του μπακάλη ένα βαμβακερό σώβρακο, ενώ από την τσέπη του έβγαλε ένα σωληνάριο πολύ δυνατή κόλλα. Άδειασε όλο το σωληνάριο στο σώβρακο, κι ύστερα κόλλησε με την πλάτη στα εντοιχισμένα ντουλάπια που ήταν πιο κοντά στο κεφαλόσκαλο. O Γουάιτι μαζεύτηκε δίπλα του, με ένα ξεσκονόπανο τυλιγμένο στη δεξιά του γροθιά.
«Αγαπημένη;»
Προηγήθηκε η ψιθυριστή, διστακτική φωνή, και ακολούθησαν τα βήματα, που έμοιαζαν να γίνονται όλο και πιο τολμηρά όσο ανέβαιναν προς το κεφαλόσκαλο του ορόφου. O Γουάιτι μετρούσε από μέσα του. Όταν υπολόγισε ότι ο ποιητής είχε φτάσει σε απόσταση που μπορούσε να τον πιάσει με τα χέρια του, έκανε πέρα τον Λάρι και κόλλησε στον τοίχο, ακριβώς δίπλα στο τελευταίο σκαλοπάτι.
«Αγάπη μου;»
O Λάρι άρχισε να γελάει, και τότε ο ποιητής κοκάλωσε με το ένα πόδι στο επόμενο σκαλοπάτι και το χέρι του πάνω στην κουπαστή της σκάλας. O Γουάιτι βούτηξε αυτό το χέρι και το τράβηξε με δύναμη προς τα πάνω, ρίχνοντας τον ποιητή μπρούμυτα στα δύο τελευταία σκαλοπάτια. Τράβηξε πάλι με φόρα, και μετά χαλάρωσε την πίεση ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε για να βρεθεί ο ποιητής γονατισμένος στο πάτωμα, στην κορυφή της σκάλας.
Όταν ο αντίπαλός του σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε με ένα ανήμπορο, παρακλητικό βλέμμα, ο Γουάιτι τον κλότσησε στο στομάχι, κι όταν άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα τον τράβηξε και τον σήκωσε όρθιο.
«Τώρα, Μπέρντμαν!» στρίγκλισε ο Γουάιτι.
O Λάρι τύλιξε το μουλιασμένο στην κόλλα σώβρακο γύρω από το στόμα και τα ρουθούνια του ποιητή, και το κράτησε εκεί ώσπου το τρέμουλο έγινε γουργούρισμα και το δέρμα στους κροτάφους από ροζ κόκκινο κι έπειτα μπλε, κι ο ποιητής άρχισε να αγκομαχάει πασχίζοντας ν’ αναπνεύσει.
O Λάρι χαλάρωσε την πίεση κι έκανε πίσω, αφήνοντας το σώβρακο να πέσει στο πάτωμα. O ποιητής σηκώθηκε όρθιος σπαρταρώντας, έγειρε προς τα πίσω κι έσκασε πάνω στη μισάνοιχτη πόρτα ενός ντουλαπιού. O Γουάιτι έμεινε στη θέση του, με τις γροθιές σφιγμένες, και παρακολουθούσε τον ποιητή που σφάδαζε χωρίς να μπορεί να πάρει ανάσα.
«Τον σκοτώσαμε» ψιθύριζε. «Γαμώ το Θεό μου, τον σκοτώσαμε».
O Λάρι είχε πέσει στα γόνατα και σταυροκοπιόταν κάνοντας προσευχές, όταν ο ποιητής κατάφερε τελικά να ρουφήξει αέρα μ’ ένα από τα αγκομαχητά του. Τον έβγαλε φτύνοντας μαζί κι έναν τεράστιο σβόλο από πηγμένη κόλλα και φλέματα, κι άρχισε να ψελλίζει στριγκά:
«Σκ... σκ... σκ... σκουλήκι!».
O ποιητής ξεστόμισε τη λέξη μαζί με την πρώτη ανάσα που πήρε. Το χρώμα του άρχισε να ξαναγίνεται κανονικό και ανασηκώθηκε αργά στα γόνατα.
«Σκουλήκι! Λευκό σκουπίδι, απόβρασμα, σκουλήκι! Ηλίθιε, άσχημε, κακέ, ανήθικε!»
O Γουάιτι Χέινς έβαλε τα γέλια καθώς τον πλημμύρισε η ανακούφιση. O Λάρι Κρεγκ ανάσαινε με ξερά αναφιλητά, από ανακούφιση κι αυτός, και τα χέρια του που ήταν σταυρωμένα σε προσευχή σφίχτηκαν σε γροθιές. Το γέλιο του Γουάιτι έγινε υστερικό. O ποιητής, όρθιος τώρα, έστρεψε όλη του την οργή σ’ αυτόν:
«Ανδρείκελο, κουρδιστέ δρυοκολάπτη! Καμιά γυναίκα δεν πρόκειται να σ’ αγγίξει ποτέ! Τα κορίτσια που ξέρω εγώ γελάνε όλα μ’ εσένα και το ανύπαρκτο πουλί σου! Χωρίς πουλί δεν έχει σεξ!».
O Γουάιτι φούντωσε κι άρχισε να τρέμει. Σήκωσε το δεξί του πόδι κι έριξε μια κλοτσιά με όλη του τη δύναμη στα γεννητικά όργανα του ποιητή. O ποιητής ούρλιαξε κι έπεσε στα γόνατα.
«Άνοιξε το ραδιόφωνο!» φώναξε ο Γουάιτι. «Τέρμα!»


O Λάρι υπάκουσε. O ήχος των Beachboys πλημμύρισε το διάδρομο, και ο Γουάιτι άρχισε στις κλοτσιές και στις μπουνιές τον ποιητή, που, πεσμένος στο πάτωμα και κουλουριασμένος σε εμβρυακή στάση, δεν έλεγε να σταματήσει να μουρμουρίζει «Σκουλήκι! Σκουλήκι!», ενώ τα χτυπήματα έπεφταν βροχή.
Όταν το πρόσωπο και τα χέρια του ποιητή είχαν πια καλυφθεί με αίμα, ο Γουάιτι έκανε πίσω για να απολαύσει την εκδίκησή του. Κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του για να σερβίρει στον ποιητή μια ζεστή και υγρή χαριστική βολή, και διαπίστωσε ότι του είχε σηκωθεί. Το πρόσεξε και ο Λάρι, και κοίταξε τον αρχηγό του μήπως κι έπαιρνε μια ιδέα για το τι υποτίθεται ότι θα γινόταν τώρα. Ξαφνικά ο Γουάιτι τρομοκρατήθηκε. Κοίταξε κάτω, τον ποιητή, που βόγκηξε πάλι «Σκουλήκι!» κι έφτυσε ένα ρυάκι αίμα πάνω στη στρατιωτική μπότα του με την ατσάλινη ενίσχυση στη μύτη. Τότε ο Γουάιτι κατάλαβε τι σήμαινε η στύση του, γονάτισε δίπλα στον ποιητή, του έβγαλε το κοτλέ Levi’s και το μποξεράκι αποκάτω, κι έπεσε άγαρμπα πάνω του πλακώνοντάς τον. O ποιητής ούρλιαξε, μόνο μία φορά, όταν μπήκε μέσα του. Μετά, κατά έναν περίεργο τρόπο, η ανάσα του σταθεροποιήθηκε σε κάτι σαν ειρωνικό γέλιο. O Γουάιτι τελείωσε, τραβήχτηκε και κοίταξε τον σοκαρισμένο Λάρι για υποστήριξη. Για να τον διευκολύνει, ανέβασε κι άλλο την ένταση του ραδιοφώνου, κάνοντας ένα τραγούδι του Έλβις Πρίσλεϊ να ακουστεί σαν στριγκό θρηνητικό ουρλιαχτό. Ύστερα στάθηκε παραδίπλα και παρακολούθησε το τσιράκι του να συγκατατίθεται στην τελική του πρόταση.


Τον άφησαν εκεί, ανίκανο για δάκρυα και χωρίς τη θέληση να αισθανθεί τίποτα πέρα από την κενότητα της συντριβής του. Πάνω που πήγαιναν να φύγουν, στο ραδιόφωνο άρχισε να παίζει το «Cathy’s Clown» των Everly Brothers. Γέλασαν και οι δύο, και ο Γουάιτι του έριξε μια τελευταία κλοτσιά.
O ποιητής έμεινε πεσμένος εκεί μέχρι που σιγουρεύτηκε ότι το προαύλιο του σχολείου ήταν τελείως έρημο. Σκεφτόταν την αληθινή αγάπη του και φανταζόταν ότι τώρα ήταν μαζί του, με το κεφάλι γερμένο στο στήθος του, να του λέει πόσο πολύ της άρεσαν τα σονέτα που έγραφε γι’ αυτήν.
Τελικά σηκώθηκε όρθιος. Δυσκολευόταν να περπατήσει. Σε κάθε βήμα ένας καυτός πόνος τού τρυπούσε τα σωθικά κι ανέβαινε ως το στήθος του. Ψηλάφισε το πρόσωπό του. Ήταν καλυμμένο με μια κολλώδη κρούστα που πρέπει να ήταν αίμα. Το έτριψε μανιασμένα με το μανίκι του, ώσπου από τα γδαρσίματα άρχισε να κυλάει φρέσκο αίμα πάνω στο λείο δέρμα. Αυτό τον έκανε να αισθανθεί καλύτερα, και το γεγονός ότι δεν είχε βγάλει ούτε ένα δάκρυ τον έκανε να αισθανθεί ακόμα πιο καλά.
Εκτός από κάτι σκόρπιες ομάδες παιδιών που περιφέρονταν παίζοντας κυνηγητό, το μεγάλο προαύλιο ήταν έρημο, και ο ποιητής το διέσχισε με αργά, οδυνηρά βήματα. Σιγά σιγά άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ένα ζεστό υγρό κυλούσε στο εσωτερικό των ποδιών του. Σήκωσε το δεξί μπατζάκι του παντελονιού του και είδε ότι η κάλτσα του είχε μουσκέψει από αίμα ανάκατο μ’ ένα ασπριδερό πράγμα. Έβγαλε τις κάλτσες του και τράβηξε κουτσαίνοντας προς την Αψίδα της Δόξας, μια στοά με μαρμάρινη επένδυση στους τοίχους, όπου μνημονεύονταν όλες οι προηγούμενες τάξεις αποφοίτων του σχολείου. O ποιητής σκούπισε με τα δύο ματωμένα βαμβακερά σφουγγάρια που κρατούσε στις χούφτες του τις μασκότ, που απεικόνιζαν από τους Αθηναίους του ’63 μέχρι τους Δελφιείς του ’31 στο τέρμα. Βαδίζοντας ξυπόλυτος, κερδίζοντας δύναμη κι αποφασιστικότητα με κάθε νέο βήμα, πέρασε από τη νότια πύλη του σχολείου και βγήκε στην Γκρίφιθ Παρκ Μπούλεβαρντ, με το μυαλό του ξέχειλο από ασύνδετα αποσπάσματα ποίησης και στίχους γεμάτους συναίσθημα – όλα για κείνην.
Βλέποντας το ανθοπωλείο στη γωνία των Γκρίφιθ Παρκ και Χαϊπέριον, κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο προορισμός του. Ατσάλωσε τη θέλησή του για ανθρώπινη επαφή, μπήκε στο μαγαζί και διάλεξε δώδεκα κόκκινα τριαντάφυλλα για να σταλούν σε μια διεύθυνση που την ήξερε απέξω, αλλά δεν την είχε επισκεφτεί ποτέ. Πήρε και μια λευκή κάρτα να βάλει μαζί, όπου έγραψε κάποιους συλλογισμούς του για τον έρωτα τον χαραγμένο στο αίμα. Πλήρωσε τον ανθοπώλη, που του χαμογέλασε και τον διαβεβαίωσε ότι τα λουλούδια του θα παραδίδονταν σε μία ώρα το πολύ.
O ποιητής βγήκε ξανά στο δρόμο και διαπίστωσε ότι ήθελε ακόμα δύο ώρες για να χαθεί το φως της μέρας κι ότι δεν είχε πουθενά να πάει. Αυτό τον τρόμαξε, και για να σταματήσει να φοβάται τόσο προσπάθησε να συνθέσει μια ωδή στο φως της μέρας που χάνεται. Προσπάθησε, προσπάθησε, αλλά το μυαλό του δεν έλεγε να συντονιστεί, κι ο φόβος του έγινε τρόμος, και τότε έπεσε στα γόνατα αποζητώντας με λυγμούς μια φράση ή μια λέξη που θα τα έκανε πάλι όλα εντάξει.



James Ellroy
Αίμα στο Φεγγάρι
Μετάφραση Γωγώ Αρβανίτη
Εκδόσεις Μεταίχμιο 2006