Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CARLOS CASTANEDA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CARLOS CASTANEDA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

Το σκαθάρι και ο θάνατος – Carlos Castaneda



...Την άλλη μέρα προχώρησα βαθύτερα στα ανατολικά βουνά. Αργά το απόγευμα, έφτασα σ’ ένα πιο ψηλό επίπεδο οροπέδιο. Για μια στιγμή νόμισα πως είχα ξανάρθει εκεί. Κοίταξα γύρω μου προσπαθώντας να προσανατολιστώ, αλλά δεν μπόρεσα ν’ αναγνωρίσω κανένα από τα γύρω βουνά. Αφού διάλεξα προσεχτικά ένα κατάλληλο μέρος στην άκρη μιας γυμνής βραχώδους περιοχής, κάθισα να ξεκουραστώ. Ένιωθα πολύ ζεστά και γαλήνια εκεί. Άνοιξα την νεροκολοκύθα μου για να φάω κάτι, αλλά ήταν αδειανή. Ήπια λίγο νερό. Ήταν ζεστό και μπαγιάτικο. Σκέφτηκα πως δεν μου έμενε τίποτε άλλο να κάνω από το να γυρίσω στο σπίτι του Δον Χουάν και άρχισα ν’ αναρωτιέμαι αν θα ‘πρεπε να πάρω το δρόμο της επιστροφής αμέσως. Ξάπλωσα μπρούμυτα κι ακούμπησα το κεφάλι στο μπράτσο μου. Δεν ένιωθα άνετα και χρειάστηκε ν’ αλλάξω θέση πολλές φορές ώσπου τέλος βρέθηκα να κοιτάζω τη δύση. Ο ήλιος είχε ήδη κατέβει χαμηλά. Τα μάτια μου ήταν κουρασμένα. Κοίταξα στο έδαφος μπροστά μου και είδα ένα μεγάλο μαύρο σκαθάρι. Είχε προβάλλει πίσω από μια πέτρα κι έσπρωχνε ένα βώλο κοπριάς δύο φορές μεγαλύτερο από τον δικό του όγκο. Παρακολούθησα τις κινήσεις του για πολλή ώρα. Το έντομο δεν φαινόταν να νοιάζεται για την παρουσία μου και συνέχισε να σπρώχνει το φορτίο του πάνω από πέτρες, ρίζες, ρωγμές κι ανωμαλίες του εδάφους. Απ’ ό,τι μπορούσα να ξέρω το έντομο δεν είχε επίγνωση της παρουσίας μου, αλλά ξαφνικά μου πέρασε η σκέψη ότι δεν μπορούσα να είμαι εντελώς βέβαιος γι’ αυτό. Η σκέψη αυτή προκάλεσε μια σειρά από λογικές εκτιμήσεις σχετικά με τη φύση του κόσμου των εντόμων σε αντίθεση με τον δικό μας. Το σκαθάρι κι εγώ βρισκόμαστε στον ίδιο κόσμο, αλλά ο κόσμος αυτός δεν ήταν προφανώς όμοιος και για τους δυό μας. Απορροφήθηκα να το  παρακολουθώ και θαύμαζα την τεράστια δύναμη που του ήταν αναγκαία για να σέρνει το φορτίο του πάνω απ’ τις πέτρες και τα κοιλώματα του εδάφους.
Παρακολούθησα το έντομο για πολλή ώρα και ξαφνικά αντιλήφθηκα τη σιωπή που βασίλευε γύρω μου. Μονάχα ο αέρας σφύριζε απαλά μέσα από τα φύλα και τα κλαδιά του θαμνότοπου. Σήκωσα το κεφάλι μου και γυρίζοντας προς τ’ αριστερά, μ’ ένα γρήγορο και ενστικτώδη τρόπο, το μάτι μου συνέλαβε μια αχνή σκιά, κάτι σαν κυμάτισμα πάνω σε μια πέτρα λίγα μέτρα μακρυά μου. Στην αρχή δεν έδωσα προσοχή, αλλά κατόπιν συνειδητοποίησα πως το κυμάτισμα βρισκόταν στ’ αριστερά μου. Γύρισα πάλι προς το μέρος του απότομα και διέκρινα καθαρά μια σκιά πάνω στην πέτρα. Είχα την παράξενη εντύπωση πως η σκιά γλίστρησε αμέσως προς τα κάτω και πως το χώμα την απορρόφησε όπως απορροφάει το στυπόχαρτο μια σταλαγματιά μελάνη. Ένα ρίγος διέτρεξε τη ράχη μου. Μου πέρασε η σκέψη ότι αυτός που παρακολουθούσε εμένα και το σκαθάρι ήταν ο θάνατος. 
Έστρεψα πάλι το βλέμμα προς το έντομο, αλλά δεν μπόρεσα να το βρω. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να είχε φτάσει στον προορισμό του και είχε αφήσει το φορτίο του να γλιστρήσει μέσα σε κάποια τρύπα του εδάφους που ήταν η φωλιά του. Ακούμπησα το σαγόνι μου πάνω σε μια λεία πέτρα.
Ξαφνικά το σκαθάρι πρόβαλε από μια βαθειά τρύπα και σταμάτησε λίγους πόντους μακρύτερα από το πρόσωπό μου. Φαινόταν να με κοιτάζει και για μια στιγμή ένιωσα ότι είχε αντιληφθεί την παρουσία μου, πιθανόν με τον τρόπου που είχα αντιληφθεί κι εγώ την παρουσία του θανάτου μου. Ανατρίχιασα. Το σκαθάρι κι εγώ δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί τελικά. Ο θάνατος, σαν σκιά μας παρακολουθούσε και τους δύο πίσω από ένα βράχο. Με κατέλαβε μια χαρούμενη έξαψη. Το σκαθάρι κι εγώ είμαστε ίδιοι. Κανένας μας δεν ήταν καλύτερος από τον άλλο. Ο θάνατός μας μάς εξίσωνε.
Ο ενθουσιασμός και η χαρά  με κατέκλυσαν τόσο πολύ που άρχισα να κλαίω. Ο Δον Χουάν είχε δίκιο. Είχε δίκιο σε όλα. Ζούσα σε ένα πολύ μυστηριώδη κόσμο κι όπως όλοι οι άνθρωποι ήμουν κι εγώ ένα μυστήριο ον· κι όμως δεν ήμουν σημαντικότερος από ένα σκαθάρι…

Carlos Castaneda
Ταξίδι στο Ιξτλάν
Μετάφραση Άγγελος Μαστοράκης
Εκδόσεις Καστανιώτη 1978  


Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Οι εχθροί του ανθρώπου της γνώσης – Carlos Castaneda


«Ζήτησα από τον Δον Χουάν να μου εξηγήσει τι εννοούσε λέγοντας άνθρωποι της γνώσης.
-Άνθρωπος της γνώσης είναι εκείνος που έχει ακολουθήσει με συνέπεια το δύσκολο δρόμο της μάθησης, είπε. Ένας άνθρωπος που χωρίς να βιάζεται αλλά και χωρίς να ξεστρατίζει έχει προχωρήσει όσο μπορεί στο ξεδιάλυμα των μυστικών της δύναμης και της γνώσης.
-Μπορεί ο καθένας να γίνει άνθρωπος της γνώσης;
-Όχι, δεν μπορεί ο καθένας.
-Τι πρέπει να κάνει κανείς για να γίνει άνθρωπος της γνώσης;
-Πρέπει να προκαλέσει σε αναμέτρηση και να νικήσει τους τέσσερις φυσικούς εχθρούς του.
Το να γίνεις άνθρωπος της γνώσης δεν έχει καμιά μονιμότητα. Στ' αλήθεια κανείς ποτέ δεν ΕΙΝΑΙ άνθρωπος της γνώσης. Μάλλον κάποιος ΓΙΝΕΤΑΙ άνθρωπος της γνώσης για μια πολύ σύντομη στιγμή, αφού νικήσει τους τέσσερις φυσικούς εχθρούς του.
...........
Όταν κάποιος αρχίσει να μαθαίνει, ποτέ δεν έχει ξεκαθαρισμένους στόχους. Οι επιδιώξεις του είναι λαθεμένες, οι προθέσεις του ακαθόριστες. Ελπίζει σε ανταμοιβές που ποτέ δεν θα υλοποιηθούν κι αυτό γιατί δεν ξέρει τίποτε από τις ταλαιπωρίες της μάθησης.
Σιγά σιγά αρχίζει να μαθαίνει' λίγο λίγο στην αρχή κι έπειτα ολο και περισσότερο. Και οι σκέψεις του αλληλοσυγκρούονται. Τα πράγματα που μαθαίνει δεν είναι ποτέ αυτά που είχε στο νου του ή αυτά που φανταζόταν κι έτσι αρχίζει να φοβάται. Η μάθηση ποτέ δεν είναι αυτό που περιμένεις. Κάθε βήμα της μάθησης είναι ένας νέος άθλος και ο φόβος που νιώθει αρχίζει να μεγαλώνει ανελέητα και πεισματικά. Ο σκοπός του μετατρέπεται σε πεδίο μάχης.
Κι έτσι έχει συναντήσει τον πρώτο από τους φυσικούς του εχθρούς. Το φόβο! Ένα εχθρό τρομακτικό, ύπουλο και δυσκολοκατάκτητο. Παραφυλάει κρυμμένος σε κάθε στροφή του δρόμου, ενεδρεύοντας, περιμένοντας. Και αν ο άνθρωπος, τρομοκρατημένος από την παρουσία του το βάλει στα πόδια, ο εχθρός του θα έχει βάλει ένα τέλος στην αναζήτησή του.
-Τι συμβαίνει στον άνθρωπο που τα παρατάει απ' το φόβο το;
-Δεν παθαίνει τίποτε εκτός του ότι ποτέ δε θα μάθει. Ποτέ δε θα γίνει άνθρωπος της γνώσης. Θα καταντήσει πιθανόν ένας θρασύδειλος ή ένας άκακος, φοβισμένος άνθρωπος. Όπως και να καταλήξει όπως ο άνθρωπος αυτός θα είναι νικημένος. Ο πρώτος του εχθρός θα έχει βάλει μια για πάντα ένα τέλος στους πόθους του.
-Και τι πρέπει να κάνει για να ξεπεράσει το φόβο του;
-Η απάντηση είναι πολύ απλή. Δεν πρέπει να τα παρατήσει. Πρέπει να αψηφήσει το φόβο του και ενάντια σ' αυτόν να συνεχίζει να προχωράει ολοένα και πιο μπροστά. Να είναι εντελώς φοβισμένος και παρόλ' αυτά να μη σταματήσει. Αυτός είναι ο κανόνας! Και θα 'ρθει η στιγμή που ο πρώτος εχθρός θα υποχωρήσει. Ο άνθρωπος αρχίζει να αισθάνεται σίγουρος για τον εαυτό του. Ο σκοπός του γίνεται πιο σταθερός. Η μάθηση παύει να είναι κάτι το τρομακτικό.
Όταν φτάσει η χαρούμενη αυτή στιγμή μπορεί ο άνθρωπος να πει χωρίς διασταγμό πως νίκησε τον πρώτο φυσικό του εχθρό.
-Αυτό συμβαίνει αμέσως Δον Χουάν ή σιγά σιγά;
-Γίνεται σιγά σιγά και όμως ο φόβος συντρίβεται ξαφνικά και γρήγορα.
-Ναι αλλα δεν θα ξανανιώσει φόβο ο άνθρωπος αν του συμβεί κάτι το καινούργιο;
-Όχι. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος θα κατανικήσει το φόβο ελευθερώνεται απ' αυτόν για την υπόλοιπη ζωή του, γιατί στη θέση του φόβου αποκτά τη διαύγεια, μια καθαρότητα σκέψης που σβήνει το φόβο. Τότε πλέον ο άνθρωπος γνωρίζει τις επιθυμίες του. Τότε ξέρει να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Μπορεί να προβλέπει τα επόμενα βήματα της μάθησης και καταλαβαίνει το καθετί ξεκάθαρα. Τότε ο άνθρωπος νιώθει πως τίποτε δεν του είναι κρυφό.
Και να που συναντά το δεύτερο εχθρό του: Τη διαύγεια! Η διαύγεια της σκέψης, η τόσο δύσκολο να αποκτηθεί, μπορεί να εξαφανίζει το φόβο αλλά σε δεσμεύει.
Υποχρεώνει τον άνθρωπο να μην αμφιβάλλει ποτέ για τον εαυτό του. Του δίνει τη βεβαιότητα πως μπορεί να κάνει ό,τι θέλει γιατί διακρίνει ξεκάθαρα το καθετί. Και είναι άφοβος γιατί είναι βέβαιος. Τίποτε δεν τον σταματάει γιατί είναι ξεκάθαρος. Αλλά όλ' αυτά είναι λάθος' λες και κάτι λείπει. Αν υποχωρήσει σ' αυτή την απατηλή δύναμη, έχει υποταχθεί στο δεύτερο εχθρό του και έχει χειριστεί άσχημα τη μάθηση. Θα βιάζεται εκεί που πρέπει να δείχνει υπομονή ή θα αργοπορεί περιμένοντας εκεί που πρέπει να βιαστεί. Κι έτσι θα ασχολείται αδέξια με τη μάθηση μέχρι να καταλήξει ανήμπορος να μάθει οτιδήποτε άλλο.
-Τι γίνεται ο άνθρωπος που νικιέται μ' αυτό τον τρόπο Δον Χουάν; Πεθαίνει;
-Όχι, δεν πεθαίνει. Ο δεύτερος εχθρός του έχει βάλει τέρμα στην προσπάθειά του να γίνει ένας άνθρωπος της γνώσης. Αντί γι' αυτό ο άνθρωπος μπορεί να γίνει ένας ζωηρός πολεμιστής ή γελωτοποιός. Κι όμως η διαύγεια που τόσο ακριβά πλήρωσε ποτέ δε θα μετατραπεί σε φόβο ή ασάφεια. Όσο ζει το μυαλό του θα είναι ξεκάθαρο, αλλά δε θα μάθει κι ούτε ποτέ θα ποθήσει κατιτί.
-Ναι, αλλά τι πρέπει να κάνει για να αποφύγει την ήττα;
-Πρέπει να κάνει ό,τι ακριβώς έκανε και με το φόβο. Πρέπει ν' αψηφίσει τη διαύγεια της σκέψης του και να τη χρησιμοποιήσει μόνο για να αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Πρέπει να περιμένει υπομονετικά και να υπολογίζει με προσοχή από πριν, κάθε καινούργια κίνηση. Και πάνω απ' όλα πρέπει να έχει πάντα στο μυαλό του πως αυτή η καθαρότητα είναι σχεδόν λάθος. Και θα 'ρθει κάποια στιγμή που θα καταλάβει πια πως η διαύγεια αυτή δεν ήταν παρά μια κηλίδα μπρος στα μάτια του. Έτσι θα έχει νικήσει το δεύτερο εχθρό του και θα έχει φτάσει εκεί που τίποτε δε μπορεί να τον βλάψει πια. Δε θα έχει κάνει λάθος. Αυτή θα είναι η πραγματική δύναμη.
Σ' αυτό το σημείο θα ξέρει πως η δύναμη που επιζητούσε τόσο καιρό είναι επιτέλους δική του. Μ' αυτή μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Η θέλησή του είναι νόμος. Καταλαβαίνει τα πάντα γύρω του. Αλλά συνάντησε κιόλας τον τρίτο εχθρό του. Τη δύναμη.

Η δύναμη είναι ο πιο ισχυρός από τους εχθρούς του. Και φυσικά το πιο εύκολο πράγμα είναι να της παραδοθεί. Γιατί πέρα απ' όλα αυτά ο άνθρωπος είναι στ' αλήθεια ακατανίκητος. Διατάζει' αρχίζει με το να εκτίθεται σε υπολογισμένους κινδύνους και φτάνει στο σημείο να φτιάχνει νόμους, γιατί στ' αλήθεια είναι πια κυρίαρχος.
Ένας άνθρωπος όταν έχει φτάσει σ' αυτό το στάδιο σπάνια αντιλαμβάνεται πως ο τρίτος εχθρός του τον πλησιάζει για να του επιτεθεί. Και ξαφνικά χωρίς καν να το καταλάβει, έχει χάσει στα σίγουρα πια τη μάχη. Ο εχθρός του τον έχει μεταβάλλει σε ένα σκληρό και ιδιότροπο άτομο.
-Τη δύναμή του τη χάνει;
-Όχι, ποτέ δεν πρόκειται να χάσει ούτε τη διαύγεια ούτε τη δύναμή του.
-Τι θα τον ξεχωρίζει τότε από ένα άνθρωπο της γνώσης;
-Ένας άνθρωπος που νικιέται από τη δύναμη, πεθαίνει χωρίς να μάθει ποτέ πως να τη χρησιμοποιεί. Η δύναμη δεν είναι τίποτε άλλο από ένα βάρος πάνω στη μοίρα του. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν εξουσιάζει τη ζωή του και δεν ξέρει που και πότε να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του.
-Είναι μια ήττα από αυτούς τους εχθρούς τελειωτική;
-Και βέβαια είναι τελειωτική. Απ' τη στιγμή που ένας άνθρωπος κατανικηθεί από κάποιον απ' αυτούς τους εχθρούς δε μπορεί να κάνει τίποτε.
-Για παράδειγμα είναι δυνατόν ο άνθρωπος που έχει νικηθεί από τη δύναμη να μπορέσει να δει το λάθος του και να διορθώσει τη συμπεριφορά του;
-Όχι. Από τη στιγμή που θα υποκύψει τελείωσε μια για πάντα.
-Ναι, αλλά τι συμβαίνει αν τυφλωθεί προσωρινά από τη δύναμη και αργότερα την απαρνηθεί;
-Αυτό σημαίνει πως ο αγώνας του συνεχίζεται. Αυτό σημαίνει πως προσπαθεί ακόμα να γίνει άνθρωπος της γνώσης. Ένας άνθρωπος είναι νικημένος μόνο όταν δεν προσπαθεί πια, μόνο όταν έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του.
-Μα τότε Δον Χουάν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του στο φόβο για χρόνια και τελικά να τον κατακτήσει;
-Όχι. Αυτό δε μπορεί να συμβεί. Αν υποχωρήσει μπροστά στο φόβο ποτέ δε θα τον νικήσει, γιατί θα στραφεί μακριά απ'τη μάθηση και δε θα ξαναδοκιμάσει. Αλλα αν κυκλωμένος απ' το φόβο του, προσπαθεί επί χρόνια να μάθει, είναι αναπόφευκτο πως θα τον κατακτήσει γιατί ποτέ δε θα έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του στο φόβο.
-Πως μπορεί να νικήσει τον τρίτο του εχθρό(δύναμη), Δον Χουάν;
-Πρέπει προμελετημένα να τον προκαλέσει ανοιχτά. Πρέπει να φτάσει στο σημείο να συνειδητοποιήσει πως η δύναμή που φαινομενικά κατέκτησε δεν είναι στην πραγματικότητα ποτέ κτήμα του. Πρέπει πάντοτε να κινείται μέσα στα όριά του και να καταλάβει πως η διαύγεια της σκέψης του και η δύναμη, χωρίς τον έλεγχο πάνω στον εαυτό του, είναι κάτι παραπάνω από λάθος. Θα φτάσει σε ένα σημείο που όλα θα βρίσκονται υπό έλεγχο. Τότε θα ξέρει πως και πότε θα χρησιμοποιήσει τη δύναμή του. Και έτσι θα έχει νικήσει και τον τρίτο εχθρό του.
Τότε ο άνθρωπος θα βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού του για τη γνώση κι έτσι στα ξαφνικά χωρίς καμιά προειδοποίηση θα συναντήσει τον τελευταίο από τους εχθρούς του. Τα γηρατειά! Αυτός ο αντίπαλος που ποτέ δε θα μπορέσει να νικήσει απόλυτα αλλά μόνο να τον απωθήσει για λίγο.
Αυτή είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δεν έχει πια άλλους φόβους, ούτε αυτή την ανυπόμονη καθαρότητα της σκέψης. Αυτή είναι η στιγμή που όλη η δύναμή του ελέγχεται απόλυτα αλλά όμως αυτή είναι και η στιγμή που νιώθει μια ακατανίκητη επιθυμία να ξεκουραστεί. Αν παραδοθεί εντελώς σ' αυτή του την επιθυμία να αναπαυτεί και να ξεχάσει, αν παραδοθεί στην κούραση θα έχει χάσει τον τελευταίο γύρο του και ο εχθρός του θα τον έχει κατατροπώσει και θα τον καταντήσει ένα αδύναμο γέρικο πλάσμα. Η επιθυμία του να αποσυρθεί θα παραμερίσει όλη του τη διαύγεια, τη δύναμη και τη γνώση.
Αλλά αν ο άνθρωπος πετάξει από πάνω του την κούρασή του και ζήσει ακολουθώντας μέχρι το τέλος τη μοίρα του, τότε, μπορεί να ονομαστεί άνθρωπος της γνώσης έστω και μόνο γι' αυτή τη μικρή χρονική στιγμή. Τότε που θα καταφέρει να απωθήσει τον τελευταίο ανίκητο εχθρό του. Αυτή η στιγμή της διαύγειας, της δύναμης και της γνώσης αρκεί».

Carlos Castaneda
Η διδασκαλία του Δον Χουάν
Μετάφραση: Άγγελος Μαστοράκης
Εκδόσεις Καστανιώτη 1977

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Περί θανάτου – Carlos Castaneda


1.Ο πολεμιστής σκέφτεται το θάνατό του όταν τα πράγματα γύρω του γίνονται ομιχλώδη. Το μόνο που ταράζει την ψυχή μας είναι η ιδέα του θανάτου.

2.Ο θάνατος είναι παντού. Ο θάνατος μπορεί να είναι τα φώτα ενός αυτοκινήτου στην κορυφή ενός λόφου, πέρα μακριά. Μπορεί να παραμένουν ορατά για λίγο και έπειτα να χαθούν στο σκοτάδι λες και τα σάρωσε ένα φτυάρι – μόνο για λίγο όμως, γιατί σύντομα θα ξαναφανούν στην κορυφή ενός άλλου λόφου, για να χαθούν και πάλι.
Αυτά είναι τα φώτα πάνω στην κεφαλή του θανάτου. Ο θάνατος τα φοράει σαν καπέλο και έπειτα αρχίζει να καλπάζει, κερδίζοντας έδαφος, πλησιάζοντάς μας όλο και περισσότερο. Μερικές φορές σβήνει τα φώτα του. Όμως ο θάνατος δεν σταματά ποτέ.

3.Κάθε ψήγμα γνώσης που μετατρέπεται σε δύναμη εκπορεύεται από το θάνατο. Ο θάνατος συνεισφέρει με το έσχατο άγγιγμα. Και ότι αγγίζει ο θάνατος πράγματι μετατρέπεται σε δύναμη.

4.Μόνο η σκέψη του θανάτου προσφέρει στον πολεμιστή την ανεξαρτησία που θα του επιτρέψει να εγκαταλείψει τον εαυτό του μπροστά σε οτιδήποτε. Ξέρει ότι ο θάνατός του τον παραμονεύει και δε θα του δώσει το χρόνο να αγκιστρωθεί σε κάτι, κι έτσι λοιπόν δοκιμάζει, χωρίς λαχτάρα, τα πάντα.

5.«Ο θάνατος είναι ένας στρόβιλος. Ο θάνατος είναι ένα λαμπερό σύννεφο πέρα στον ορίζοντα. Ο θάνατος είμαι εγώ που σου μιλάω. Ο θάνατος είσαι εσύ και το σημειωματάριό σου. Ο θάνατος είναι τίποτα. Τίποτα! Είναι εδώ, κι ωστόσο δεν είναι».

6.Ο θάνατος είναι ο μόνιμος σύντροφός μας. Βρίσκεται πάντοτε στα αριστερά μας και πίσω μας, σε απόσταση τόση όση ενός τεντωμένου χεριού, και είναι ο μόνος σοφός σύμβουλος του πολεμιστή. Όποτε αισθάνεται ότι όλα πάνε στραβά και πρόκειται να εκμηδενιστεί, μπορεί να στραφεί προς το θάνατό του και να τον ρωτήσει αν τα πράγματα έχουν έτσι στ' αλήθεια. Ο θάνατός του θα του πει ότι κάνει λάθος. Ότι τίποτα δεν έχει πραγματική σημασία εκτός από το άγγιγμά του. Ο θάνατός του θα του πει: «Δε σε έχω αγγίξει ακόμα».

7.Σε έναν κόσμο όπου ο θάνατος είναι κυνηγός δεν υπάρχει χρόνος για τύψεις ή αμφιβολίες. Υπάρχει μονάχα χρόνος για αποφάσεις. Δεν έχει σημασία ποιες είναι αυτές οι αποφάσεις. Τίποτα δεν μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο σοβαρό από οτιδήποτε άλλο. Σε έναν κόσμο όπου ο θάνατος είναι ο κυνηγός δεν υπάρχουν μικρές ή μεγάλες, σημαντικές ή ασήμαντες αποφάσεις. Υπάρχουν μόνο αποφάσεις που παίρνει ο πολεμιστής μπροστά στον αναπόφευκτο θάνατό του.

8.Ο πολεμιστής πρέπει να εστιάζει την προσοχή του στον κρίκο που συνδέει τον ίδιο με το θάνατό του. Χωρίς τύψεις, λύπη ή ανησυχία, πρέπει να εστιάζει την προσοχή του στο γεγονός ότι δεν έχει αρκετό χρόνο και έτσι αφήνει τις πράξεις του να ακολουθούν ανάλογη ροή. Πρέπει να επιτρέπει σε καθεμία από τις πράξεις του να είναι η τελευταία του μάχη πάνω στη γη. Μόνο κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις οι πράξεις του θα φέρουν μέσα τους την ενάρετη δυναμή τους. Αλλιώς, για όσο ζει, θα είναι οι πράξεις ενός ανόητου.

9.«Ο θάνατός μας περιμένει, και αυτή η πράξη που τελούμε τώρα μπορεί να είναι η τελευταία μας μάχη πάνω στη γη. Την ονομάζω μάχη γιατί είναι ένας αγώνας. Οι περισσότεροι άνθρωποι ακολουθούν μια διαδοχή πράξεων χωρίς αγώνα ή σκέψη. Αντίθετα, ο πολεμιστής-κυνηγός υπολογίζει καθετί που κάνει. Και, εφόσον διαθέτει βαθιά γνώση του θανάτου του, βαδίζει με σύνεση, λες και κάθε πράξη του είναι η τελευταία του μάχη. Μόνο ένας ανόητος θα αδυνατούσε να συλλάβει το πλεονέκτημα του πολεμιστή-κυνηγού έναντι των συνανθρώπων του. Ο πολεμιστής-κυνηγός αντιμετωπίζει την τελευταία του μάχη με το σεβασμό που της αρμόζει. Είναι φυσικό λοιπόν, κάνοντας την τελευταία του πράξη πάνω στη γη, να δώσει τον καλύτερό του εαυτό. Είναι πιο ευχάριστο έτσι. Αμβλύνει το φόβο του».

10.Ο πολεμιστής είναι μόνο ένας άνθρωπος, ένας ταπεινός άνθρωπος. Δεν μπορεί να αλλάξει το πεπρωμένο του θανάτου του. Αλλά το άμεμπτο πνεύμα του, το οποίο έχει αποθηκεύσει δύναμη έπειτα από αφάνταστες δυσκολίες, μπορεί σίγουρα να αναβάλει το θάνατό του για μια στιγμή, και η στιγμή αυτή αρκεί για να του επιτρέψει να αγαλλιάσει για τελευταία φορά ανακαλώντας τη δύναμή του. Μπορούμε να πούμε ότι αυτή είναι μια χειρονομία που επιφυλάσσει ο θάνατος σε όσους έχουν άμεμπτο πνεύμα.

11.Ο πολεμιστής θεωρεί τον εαυτό του ήδη νεκρό, κι έτσι δεν έχει τίποτα να χάσει. Το χειρότερο του έχει ήδη συμβεί, άρα είναι αγνός και νηφάλιος. Κρίνοντάς τον από τις πράξεις του ή από τα λόγια του, κανείς δε θα υποπτευόταν ότι έχει δει τα πάντα.

12.Ο πολεμιστής πεθαίνει δύσκολα. Ο θάνατός του πρέπει να παλέψει για να τον πάρει. Ο πολεμστής δεν παραδίδει τον εαυτό του στο θάνατο τόσο εύκολα.

13.Ο θάνατος είναι αναπόσπαστο στοιχείο της υποχρέωσης να πιστέψεις. Χωρίς την επίγνωση του θανάτου, όλα είναι κοινά, τετριμμένα. Μόνο και μόνο επειδή ο θάνατος τον παραμονεύει, ο πολεμιστής οφείλει να πιστέψει ότι ο κόσμος είναι ένα ανεξιχνίαστο μυστήριο. Το γεγονός ότι οφείλει να πιστέψει κάτω από τέτοιες προϋποθέσεις εκφράζει την ενδόμυχη προτίμηση του πολεμιστή.

14.Η ολότητα της ύπαρξής μας είναι πολύ παράξενη υπόθεση. Χρειαζόμαστε μόνο έαν πολύ μικρό μέρος της για να εκπληρώσουμε ακόμα και τους πιο περίπλοκους στόχους της ζωής μας. Ωστόσο, όταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε μαζί με την ολότητα της ύπαρξής μας.

15.Όταν ένας πολεμιστής αποφασίζει να αναλάβει δράση, θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να πεθάνει. Αν είναι προετοιμασμένος να πεθάνει, δεν πρέπει να υπάρχουν κακοτοπιές, ανεπιθύμητες εκπλήξεις ή περιττές ενέργειες. Όλα θα πρέπει να έρχονται σιγά σιγά στη θέση τους, επειδή δεν προσδοκά τίποτα.

16.Η δύναμη που κυβερνά το πεπρωμένο όλων των ανθρώπινων όντων ονομάζεται Αετός, όχι επειδή είναι αετός ή έχει σχέση με τον αετό, αλλά επειδή εμφανίζεται στο μάτι του ενορατικού σαν ένας πελώριος κατάμαυρος αετός, που στέκεται ψηλά, φτάνοντας στο άπειρο.
Ο Αετός καταβροχθίζει την επίγνωση όλων των πλασμάτων που, καθώς τη μια στιγμή είναι ζωντανά πάνω στη γη και την άλλη έχουν πεθάνει, έχουν γλιστρήσει στο ράμφος του Αετού, σαν ένα σμήνος από πυγολαμπίδες, για να συναντήσουν αυτό απ' όπου εκπορεύτηκαν, το λόγου που είχαν κάποτε ζωή. Ο Αετός αποσυνθέτει αυτές τις μικροσκοπικές φλόγες, τις λειαίνει, όπως ένας βυρσοδέψης τεντώνει ένα κομμάτι δέρμα, κι έπειτα τις καταβροχθίζει. Γιατί ο Αετός τρέφεται με την επίγνωση.

17.Το να περάσεις στην ελευθερία δε σημαίνει αιώνια ζωή με την κοινώς αποδεκτή έννοια – δε σημαίνει, δηλαδή, ότι ζεις για πάντα. Σημαίνει μάλλον ότι οι πολεμιστές μπορούν να διατηρήσουν την επίγνωσή τους, η οποία συνήθως μας εγκαταλείπει τη στιγμή του θανάτου. Τη στιγμή της μετάβασης, το σώμα στην ολότητά του φλέγεται από γνώση. Κάθε κύτταρο αποκτά την ίδια στιγμή επίγνωση του εαυτού του και της ολότητας του σώματος.

18.Για έναν ενορατικό η αλήθεια είναι ότι όλα τα ανθρώπινα όντα αγωνίζονται για να πεθάνουν. Αυτό που σταματάει το θάνατο είναι η επίγνωση.

19.Το χειρότερο που θα μπορούσε να μας συμβεί είναι ότι πρέπει να πεθάνουμε, και από τη στιγμή που αυτό είναι ήδη το αναπόφευκτο πεπρωμένο μας, είμαστε ελεύθεροι. Αυτοί που έχουν χάσει τα πάντα δεν έχουν πια τίποτα να φοβηθούν.

20.Ο πολεμιστής σκέφτεται μόνο τα μυστήρια της επίγνωσης. Αυτό που έχει σημασία είναι το μυστήριο. Είμαστε ζωντανά όντα. Πρέπει να πεθάνουμε και να εγκαταλείψουμε την επίγνωσή μας. Όμως, αν μπορούσαμε να το αλλάξουμε αυτό, έστω και στο ελάχιστο, τι μυστήρια θα μας περίμεναν... Τι μυστήρια!

21.Ο άνθρωπος κατέχει απροσμέτρητες δυνάμεις. Ο θάνατος υπάρχει μόνο επειδή τον έχουμε σκοπεύσει από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Ο σκοπός του θανάτου μπορεί να παραταθεί μετατοπίζοντας το σημείο συναρμογής.

22.Στον κόσμο της καθημερινότητας, οι αποφάσεις ή τα λόγια κάποιου μπορούν πολύ εύκολα να ανακληθούν. Το μόνο οριστικό πράγμα του κόσμου της καθημερινότητας είναι ο θάνατος. Στον κόσμο των σαμάνων, από την άλλη, ο φυσιολογικός θάνατος μπορεί να ανακληθεί, όχι όμως και τα λόγια των σαμάνων. Στον κόσμο των σαμάνων οι αποφάσεις δεν μπορούν να αλλάξουν ή να αναθεωρηθούν. Από τη στιγμή που έχουν ληφθεί, ισχύουν για πάντα.


Carlos Castaneda
Ο ΤΡΟΧΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (αποσπάσματα από τα 8 πρώτα βιβλία του)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΛΟΦΩΛΙΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΙΒΑΝΗ – ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 1999



Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΑΓΟΥΑΛ – Carlos Castaneda



Η δύναμη που κυβερνάει τη μοίρα όλων των ζωντανών όντων ονομάζεται Αετός, όχι γιατί είναι ένας αετός ή έχει σχέση με αετό, αλλα γιατί στον οραματιστή εμφανίζεται σαν ένας τεράστιος κατάμαυρος αετός, που στέκεται ορθός, όπως στέκεται ένας αετός, και το ύψος του φτάνει στο άπειρο.
Καθώς ο οραματιστής κοιτάζει αυτή τη μαυρίλα που είναι ο Αετός, τέσσερις λάμψεις φωτός του αποκαλύπτουν με τι μοιάζει ο Αετός. Η πρώτη λάμψη, που είναι σαν κεραυνός, βοηθάει τον οραματιστή να διακρίνει το περίγραμμα του σώματος του Αετού. Υπάρχουν κομμάτια λευκότητας που μοιάζουν σαν τα φτερά και τα νύχια ενός αετού. Μια δεύτερη αστραπή αποκαλύπτει το φτεροκόπημα, μια μαυρίλα που δημιουργεί άνεμο και μοιάζει σαν φτερά αετού. Με την τρίτη αστραπή φωτός ο οραματιστής αντικρίζει ένα διαπεραστικό, μη ανθρώπινο μάτι. Και η τέταρτη και τελευταία λάμψη αποκαλύπτει τι κάνει ο Αετός.
Ο Αετός καταβροχθίζει την επίγνωση όλων των πλασμάτων που, ενώ ένα λεπτό πριν ζούσαν στη γη, τώρα είναι νεκρά και ανεβαίνουν μέχρι το ράμφος του Αετού, σαν ένα ατέλειωτο σμήνος από πυγολμπίδες, για να συναντήσουν τον κύριό τους, το λόγο που είχαν ζωή. Ο Αετός ξεχωρίζει αυτές τις λεπτές φλόγες, τις απλώνει, όπως ένας βυρσοδέψης απλώνει μια προβιά, και ύστερα τις καταβροχθίζει, γιατί η επίγνωση είναι η τροφή του αετού.
Ο Αετός, αυτή η δύναμη που κυβερνάει το πεπρωμένο όλων των ζωντανών πραγμάτων, αντανακλά παρόμοια και ταυτόχρονα όλα αυτά τα ζωντανά πράγματα. Δεν υπάρχει, επομένως τρόπος να παρακαλέσει ο άνθρωπος τον Αετό, να ζητήσει χάρες, ή να ελπίζει για εύνοια. Το ανθρώπινο μέρος του Αετού είναι πολύ ασήμαντο για να παρακινήσει το σύνολο.
Μόνο από τις πράξεις του Αετού μπορεί ο οραματιστής να καταλάβει τι θέλει. Ο Αετός αν και δεν παρασύρεται από τις περιστάσεις κανενός ζωντανού πράγματος, έχει παραχωρήσει ένα δώρο σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Το καθένα απ' αυτά, με τον δικό του τρόπο και δικαίωμα, έχει τη δύναμη, αν το επιθυμεί, να κρατήσει τη φλόγα της επίγνωσης. Έχει τη δύναμη να μην υπακούσει στις διαταγές να πεθάνει και να καταβροχθιστεί. Σε κάθε ζωντανό πράγμα έχει παραχωρηθεί η δύναμη, αν το επιθυμεί, να αναζητήσει ένα άνοιγμα προς την ελευθερία και να περάσει μέσα απ' αυτό. Για τον οραματιστή που βλέπει το άνοιγμα και για τα πλάσματα που περνάνε μέσα απ' αυτό, είναι φανερό ότι ο Αετός παραχώρησε αυτό το δώρο προκειμένου να διαιωνίσει την επίγνωση.
Για τον σκοπό της καθοδήγησης των ζωντανών πραγμάτων προς αυτό το άνοιγμα, ο Αετός δημιούργησε το Ναγουάλ. Το Ναγουάλ είναι μια διπλή ύπαρξη στην οποία έχει αποκαλυφτεί ο νόμος. Το Ναγουάλ – είτε υπάρχει με τη μορφή ενός ανθρώπινου όντος, ενός ζώου, ενός φυτού ή οτιδήποτε άλλου ζωντανού πράγματος – με τη δύναμη της διπλότητας του ωθείται να αναζητήσει αυτό το κρυμμένο πέρασμα.
Το Ναγουάλ έρχεται σε ζεύγη, αρσενικό και θηλυκό. Ένας διπλός άντρας και μια διπλή γυναίκα γίνονται Ναγουάλ μόνο όταν στον καθένα απ' αυτούς έχει αποκαλυφτεί ο νόμος, και ο καθένας τους τον έχει κατανοήσει και τον έχει αποδεχτεί πλήρως.
Στα μάτια του οραματιστή ένας άντρας – Ναγουάλ ή μια γυναίκα – Ναγουάλ παρουσιάζονται σαν ένα φωτεινό αυγό με τέσσερα μέρη. Αντίθετα από το κοινό ανθρώπινο ον που έχει μόνο δύο πλευρές, μια αριστερή και μια δεξιά, το Ναγουάλ έχει την αριστερή πλευρά του χωρισμένη σε δύο τμήματα, και τη δεξιά πλευρά του παρόμοια χωρισμένη στα δύο.
Ο Αετός δημιούργησε τον πρώτο άντρα και την πρώτη γυναίκα – Ναγουάλ σαν οραματιστές και αμέσως τους τοποθέτησε στον κόσμο για να δουν. Τους παραχώρησε ακόμα τέσσερις θηλυκούς πολεμιστές που ήταν διώκτες, τρεις αρσενικούς πολεμιστές και έναν αρσενικό αγγελιοφόρο, τους οποίουε έπρεπε να θρέψουν να ανυψώσουν και να οδηγήσουν στην ελευθερία.
Οι θηλυκοί πολεμιστές ονομάζονται οι τέσσερις κατευθύνσεις, οι τέσσερις γωνίες του τετραγώνου, οι τέσσερις διαθέσεις, οι τέσσερις άνεμοι, οι τέσσερις διαφορετικές θηλυκές προσωπικότητες που υπάρχουν στην ανθρώπινη φυλή.
Η πρώτη είναι η ανατολή. Ονομάζεται τάξη. Είναι αισιόδοξη, εύθυμη, ήρεμη, επίμονη σαν μια σταθερή αύρα.
Η δεύτερη είναι ο βορράς. Ονομάζεται δύναμη. Είναι πολυμήχανη, απότομη, άμεση, ανθεκτική σαν ένας σκληρός άνεμος.
Η τρίτη είναι η δύση. Ονομάζεται αίσθημα. Είναι εσωστρεφής, μετανοητική, πονηρή, ύπουλη σαν κρύα πνοή ανέμου.
Η τέταρτη είναι ο νότος. Ονομάζεται ανάπτυξη. Είναι προστατευτική, επιδεικτική, επιφυλακτική, θερμή σαν ζεστός άνεμος.
Οι τρεις αρσενικοί πολεμιστές και ο αγγελιοφόρος αντιπροσωπεύουν τους τέσσερις τύπους αρσενικής δραστηριότητας και χαρακτήρα.
Ο πρώτος τύπος είναι ο νοήμονας άντρας, ο μορφωμένος. Ένας ανώτερος, αξιόπιστος, σοβαρός άνθρωπος, ολότελα αφοσιωμένος στην εκτέλεση του καθήκοντός του οτιδήποτε και αν είναι αυτό.
Ο δεύτερος τύπος είναι ο άνθρωπος της δράσης, ένας πολύ ασταθής και πολύ διασκεδαστικός, άστατος σύντροφος.
Ο τρίτος τύπος είναι ο οργανωτής στα παρασκήνια, ομυστηριώδης, άγνωστος άντρας. Τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί γι' αυτόν γιατί δεν αφήνει να ξεγλιστρήσει τίποτα σχετικά με τον εαυτό του.
Ο τέταρτος τύπος είναι ο αγγελιοφόρος. Είναι ο βοηθός, ένας σοβαρός άντρας που τα καταφέρνει πολύ καλά αν κατευθυνθεί σωστά, αλλά που δεν μπορεί να σταθεί από μόνος του.
Προκειμένου να διευκολύνει τα πράγματα, ο Αετός έδειξε στον άντρα – Ναγουάλ και στη γυναίκα – Ναγουάλ ότι ο καθένας από αυτούς τους τύπους των αντρών και των γυναικών πάνω στη γη, έχει τα ιδαίτερα χαρακτηριστικά του στο φωτεινό σώμα του.
Ο μορφωμένος έχει ένα είδος ρηχού κοιλώματος, ένα φωτεινό βαθούλωμα στο ηλιακό του πλέγμα. Σε μερικούς άντρες φαίνεται σαν μια λίμνη έντονης φωτεινότητας, που μερικές φορές είναι λεία και λαμπερή σαν καθρέφτης χωρίς ανάκλαση.
Ο άντρας της δράσης έχει μερικές ίνες που εκπορεύονται από την περιοχή της θέλησης. Ο αριθμός των ινών ποικίλλει από μια μέχρι πέντε και το μέγεθός τους κυμαίνεται από απλό πάχος σχοινιού μέχρι ένα πλοκάμι σαν μαστίγιομε μάκρος δυόμισι μέτρα. Μερικοί έχουν μέχρι και τρεις τέτοιες ίνες αναπτυγμένες σε πλοκάμια.
Ο άνθρωπος στα παρασκήνια δε διακρίνεται από κάποιο χαρακτηριστικό, αλλά από την ικανότητά του να δημιουργεί σχεδόν αθέλητα μια έκρηξη δύναμης που αιχμαλωτίζει αποτελεσματικά την προσοχή του οραματιστή.
Όταν βρίσκονται μπροστά σ' αυτό τον τύπο ανθρώπου οι οραματιστές βρίσκονται ξαφνικά βυθισμένοι σε εξωτερικές λεπτομέρειες παρά τον οραματισμό.
Ο βοηθός δεν έχει φανερό χαρακτηριστικό. Στους οραματιστές παρουσιάζεται σαν μια καθαρή λάμψη μέσα σε ένα άψογο κέλυφος φωτεινότητας.
Στην περιοχή των γυναικών, η ανατολή αναγνωρίζεται από τις σχεδόν ανεπαίσθητες κηλίδες στη φωτεινότητά της, κάτι σαν μικρές περιοχές ξεθωριάσματος.
Ο βορράς έχει μια γενική ακτινοβολία. Εκπέμπει μια κοκκινωπή λάμψη, σχεδόν σαν θερμότητα.
Η δύση έχει μια λεπτή μεμβράνη που την περιβάλλει, μια μεμβράνη που την κάνει να φαίνεται πιο σκοτεινή από τις άλλες.
Ο νότος έχει μια διακοπτόμενη λάμψη. Φωτίζει για μια στιγμή και ύστερα ξεθωριάζει για να φωτίσει πάλι.
Ο άντρας-Ναγουάλ και η γυναίκα-Ναγουάλ έχουν δυο διαφορετικές κινήσεις στο φωτεινό σώμα τους. Η δεξιά πλευρά κυματίζει, ενώ η αριστερή περιστρέφεται.
Από άποψη προσωπικότητας ο άντρας-Ναγουάλ είναι αυτός που στηρίζει, σταθερός, αμετάβλητος. Η γυναίκα-Ναγουάλ βρίσκεται πάντα σε πόλεμο και όμως είναι χαλαρωμένη, πάντα σε ετοιμότητα αλλά χωρίς ένταση. Και οι δυο τους αντανακλούν τους τέσσερις τύπους του φύλου τους, σαν τέσσερις τρόπους συμπεριφοράς.
Η πρώτη διαταγή που έδωσε ο Αετός στον άντρα-Ναγουάλ και στη γυναίκα-Ναγουάλ, ήταν να βρουν από μόνοι τους ένα άλλο σύνολο από τέσσερις θηλυκούς πολεμιστές, τέσσερις κατευθύνσεις, που να είναι ακριβή αντίγραφα των διωκτών, αλλά να είναι ονειρευτές.
Οι ονειρευτές εμφανίζονται στον οραματιστή σαν να έχουν μια ποδιά από τριχοειδείς ίνες στη μέση τους. Και οι διώκτες έχουν ένα παρόμοιο χαρακτηριστικό σαν ποδιά, αλλά αντί για ίνες η ποδιά αποτελείται από αμέτρητες, μικρές, στρογγυλές προεξοχές.
Οι οχτώ θηλυκοί πολεμιστές διαιρούνται σε δυο ομάδες που ονομάζονται δεξιός και αριστερός πλανήτης. Ο δεξιός πλανήτης αποτελείται από τέσσερις διώκτες, ο αριστερός από τέσσερις ονειρευτές. Οι πολεμιστές του κάθε πλανήτη διδάχτηκαν από τον Αετό τον κανόνα του ειδικού καθήκοντός τους: οι διώκτες διδάχτηκαν την καταδίωξη. Οι ονειρευτές διδάχτηκαν το ονείρεμα.
Οι δύο θηλυκοί πολεμιστές της κάθε κατεύθυνσης ζουν μαζί. Είναι τόσο όμοιοι ώστε αντανακλούν ο ένας τον άλλο, και μόνο μέσα από την άψογη συμπεριφορά μπορεί ο ένας να βρει παρηγοριά και πρόκληση στην αντανάκλαση του άλλου.
Οι τέσσερις θηλυκοί ονειρευτές ή οι τέσσερις θηλυκοί διώκτες δε συγκεντρώνονται ποτέ όλοι μαζί παρά μόνο όταν έχουν να εκτελέσουν ένα δύσκολο καθήκον. Αλλά μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες πρέπει να ενώσουν τα χέρια τους γιατί το άγγιγμά τους τους συγχωνεύει σε μια ύπαρξη και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται παρά μόνο σε περιπτώσεις μεγάλης ανάγκης, ή τη στιγμή που εγκαταλείπουν αυτό τον κόσμο.
Οι δυο θηλυκοί πολεμιστές κάθε κατεύθυνσης ενώνονται με έναν από τους αρσενικούς πολεμιστές, σε οποιοδήποτε συνδυασμό χρειάζεται. Έτσι φτιάχντουν ένα σύνολο από τέσσερις «οικογένειες» που είναι ικανές να ενσωματώσουν όσους πολεμιστές χρειάζεται.
Οι αρσενικοί πολεμιστές και ο αγγελιαφόρος μπορούν και αυτοί να σχηματίσουν μια ανεξάρτητη μονάδα τεσσάρων αντρών, ή μπορούν να λειτουργήσουν σαν μοναχικές υπάρξεις, σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις της ανάγκης.
Ύστερα το Ναγουάλ και η ομάδα του διατάχτηκαν να βρουν άλλους τρεις αγγελιαφόρους. Αυτοί μπορούσαν να είναι όλοι αρσενικοί ή όλοι θηλυκοί ή ένα ανάμιχτο σύνολο. Αλλά οι αρσενικοί αγγελιαφόροι έπρεπε να είναι από τον τέταρτο τύπο άντρα, το βοηθό, και οι θηλυκοί έπρεπε να είναι του νότου.
Προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ο πρώτος άντρας-Ναγουάλ θα οδηγούσε την ομάδα του στην ελευθερία και δε θα ξέφευγε από το μονοπάτι ούτε θα διαφθειρόταν, ο Αετός πήρε τη γυναίκα-Ναγουάλ στον άλλο κόσμο για να χρησιμεύει σαν φάρος και να καθοδηγεί την ομάδα προς το άνοιγμα.
Ύστερα το Ναγουάλ και οι πολεμιστές του διατάχτηκαν να ξεχάσουν. Βυθίστηκαν μέσα στο σκοτάδι και τους δόθηκαν νέα καθήκοντα: το καθήκον να θυμηθούν τον εαυτό τους και το καθήκον να θυμηθούν τον Αετό.
Η διαταγή να ξεχάσουν ήταν τόσο ισχυρή ώστε όλοι χωρίστηκαν. Δε θυμόνταν ποιοί ήταν. Ο σκοπός του Αετού ήταν ότι αν μπορούσαν να θυμηθούν ξανά τον εαυτό τους, τοτε θα εύρισκαν την ολότητα του εαυτού τους. Μόνο τότε θα διέθεταν την αναγκαία δύναμη και αυτοσυγκράτηση για να επιχειρήσουν και να αντιμετωπίσουν το τελευταίο τους ταξίδι.
Το τελευταίο καθήκον που τους ανατέθηκε, αφού απόκτησαν πάλι την ολότητα του εαυτού τους, ήταν να βρουν ένα ζευγάρι διπλών όντων και να το μεταμορφώσουν σε ένα νέο άντρα-Ναγουάλ και μια νέα γυναίκα-Ναγουάλ αποκαλύπτοντας τους το νόμο. Και ακριβώς όπως στον πρώτο άντρα-Ναγουάλ και στην πρώτη γυναίκα-Ναγουάλ είχε παραχωρηθεί μια μικρή ομάδα, έτσι και αυτοί έπρεπε να προμηθέψουν το καινούργιο ζευγάρι των Ναγουάλ με τέσσερις θηλυκούς πολεμιστές που να είναι διώκτες, τρεις αρσενικούς πολεμιστές και έναν αρσενικό αγγελιαφόρο.
Όταν το πρώτο Ναγουάλ και η ομάδα του ήταν έτοιμοι να περάσουν μέσα από το πέρασμα, η πρώτη γυναίκα-Ναγουάλ τους περίμενε για να τους οδηγήσει. Τότε διατάχτηκαν να πάρουν μαζί τους στον άλλο κόσμο την καινούργια γυναίκα-Ναγουάλ για να χρησιμεύσει σαν φάρος για τους ανθρώπους της, αφήνοντας τον καινούργιο άντρα-Ναγουάλ στον κόσμο για να επαναλάβει τον κύκλο.
Όσο βρίσκεται στον κόσμο ο μικρότερος αριθμός κάτω από την αρχηγία του Ναγουάλ είναι δεκάξι: οχτώ θηλυκοί πολεμιστές, τέσσερις αρσενικοί πολεμιστές, μαζί με το Ναγουάλ, και τέσσερις αγγελιαφόροι. Τη στιγμή που εγκαταλείπουν τον κόσμο, όταν βρίσκεται μαζί τους η καινούργια γυναίκα-Ναγουάλ, ο αριθμός του Ναγουάλ είναι δεκαεπτά. Αν η προσωπική δύναμη του επιτρέπει να έχει περισσότερους πολεμιστές, τότε μπορούν να προστεθούν και άλλα νούμερα πολλαπλάσια του τέσσερα.


Carlos Castaneda
ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΝΑΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΗΛΟΡΗΤΗΣ 1982

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη – Carlos Castaneda



...Ο δον Χουάν έμεινε πολύ ώρα σιωπηλός.
«Θα κάνω κάτι καλύτερο απ' το να σου δώσω ένα παράδειγμα αξιομνημόνευτου περιστατικού του δικού μου λευκώματος», είπε τελικά. «Θα σου δώσω ένα αξιομνημόνευτο περιστατικό από τη δική σου ζωή, ένα περιστατικό που θα άξιζε σίγουρα να μπει στη συλλογή σου. Ή, αν προτιμάς, εγώ θα το έβαζα οπωσδήποτε στη δική μου συλλογή αν ήμουν στη θέση σου».
Νόμισα πως αστειευόταν κι έβαλα ανόητα τα γέλια.
«Δεν είναι καμιά αστεία ιστορία», παρατήρησε κοφτά. «Σοβαρολογώ. Κάποτε μου διηγήθηκες μια ιστορία που ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις».
«Για ποια ιστορία μιλάς;»
«Εκείνη για τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη», απάντησε. «Ξαναπές μου αυτή την ιστορία. Πες τη μου όμως με όσο πιο πολλές λεπτομέρειες μπορείς να θυμηθείς».
Άρχισα να διηγούμαι βιαστικά την ιστορία. Ο δον Χουάν με διέκοψε και μου ζήτησε να τη διηγηθώ όσο πιο προσεκτικά και λεπτομερώς μπορούσα, ξεκινώντας από την αρχή. Υπάκουσα, αλλά η αφήγησή μου δεν τον ικανοποίησε.
«Ας κάνουμε έναν περίπατο», πρότεινε. «Είσαι πολύ πιο σαφής όταν βαδίζεις παρά όταν κάθεσαι. Δεν θα ήταν παράλογη ιδέα το να βαδίζεις πάνω κάτω όταν προσπαθείς να διηγηθείς κάτι».
Καθόμασταν στην βεράντα, όπως συνηθίζαμε να κάνουμε στη διάρκεια της μέρας. Είχα υιοθετήσει μια ρουτίνα που δεν αποχωριζόμουν: καθόμουν πάντα στο ίδιο σημείο, με την πλάτη να ακουμπά στην πρόσοψη του σπιτιού. Ο δον Χουάν πάλι, καθόταν σε διάφορα σημεία, ποτέ στο ίδιο.
Διαλέξαμε τη χειρότερη ώρα για την πεζοπορία μας. Ήταν καταμεσήμερο. Ο δον Χουάν μου είχε δώσει ένα παλιό ψαθάκι, όπως έκανε πάντα όταν βγαίναμε να περπατήσουμε για ώρα κάτω από τον ήλιο. Περπατήσαμε πολύ ώρα χωρίς να πούμε λέξη. Έβαλα τα δυνατά μου να θυμηθώ με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία για τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Το απόγευμα είχε προχωρήσει αρκετά όταν καθίσαμε στη σκιά μιας συστάδας ψηλών θάμνων και επανέλαβα την ιστορία στον δον Χουάν.
Χρόνια πριν, όταν σπούδαζα γλυπτική σε μια σχολή Καλών Τεχνών στην Ιταλία, είχα γίνει στενός φίλος μ' ένα Σκοτσέζο συμφοιτητή μου που ήθελε να γίνει τεχνοκριτικός. Εκείνο που θυμόμουν πιο ζωηρά γι' αυτό τον άνθρωπο, το στοιχείο που σχετιζόταν με την ιστορία που διηγούμουν στο δον Χουάν, ήταν η μεγάλη ιδέα που είχε για τον εαυτό του. Πίστευε πως ήταν ο πιο ακόλαστος, λάγνος και κοσμογυρισμένος λόγιος και καλλιτέχνης: ένας άνθρωπος της Αναγέννησης. Ακόλαστος ήταν σίγουρα, αλλά η λαγνεία ήταν κάτι που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με την αποστεωμένη, στεγνή και σοβαρή προσωπικότητά του. Ήταν ένθερμος οπαδός του Μπέρτραντ Ράσελ και ονειρευόταν να εφαρμόσει τις αρχές του λογικού θετικισμού στην τεχνοκριτική. Όσο για την ιδιότητα του κοσμογυρισμένου λογίου και καλλιτέχνη, δεν υπήρχε μεγαλύτερη φαντασίωση, αφού ήταν ο πιο αναβλητικός άνθρωπος του κόσμου. Η δουλειά ήταν η θεία δίκη του.
Η διφορούμενη ειδικότητά του δεν ήταν η τεχνοκριτική, αλλά η προσωπική γνωριμία του με όλες τις πόρνες των πάμπολλων οίκων ανοχής που λειτουργούσαν στην πόλη. Οι ολοζώντανες και εκτενείς περιγραφές που συνήθιζε να μου κάνει – ώστε να με κρατά, κατά τα λεγόμενά του, ενήμερο για όσα θαυμαστά πράγματα υποτίθεται ότι διαδραματίζονταν στον κόσμο αυτής του της ειδικότητας – ήταν απολαυστικές. Δεν παραξενεύτηκα επομένως όταν εμφανίστηκε μαι μέρα στο διαμέρισμά μου, ξέπνοος σχεδόν από την έξαψη, για να μου πει ότι του είχε συμβεί κάτι εξαίσιο, κάτι που ανυπομονούσε να μοιραστεί μαζί μου.
«Λοιπόν παλιόφιλε, είναι κάτι που πρέπει να το δεις με τα ίδια σου τα μάτια!» μου είπε ξαναμμένος, με την οξφορδιανή προφορά που υιοθετούσε όποτε απευθυνόταν σ' εμένα. Βημάτιζε νευρικά στο δωμάτιο. «Είναι δύσκολο να σ' το περιγράψω, μα είμαι βέβαιος πως είναι κάτι που θα εκτιμήσεις. Κάτι που η εντύπωσή του θα σ' ακολουθεί σε όλη σου τη ζωή! Πρόκειται να σου χαρίσω ένα θαυμαστό δώρο ζωής. Καταλαβαίνεις;»
Εκείνο που καταλάβαινα ήταν πως είχα μπλέξει μ' έναν υστερικό Σκοτσέζο. Προτιμούσα πάντα να τον καλοπιάνω και να πηγαίνω με τα νερά του. Ποτέ μου δεν είχα μετανιώσει γι' αυτό.
«Ηρέμησε, Έντι», του είπα. «Ησύχασε. Τι προσπαθείς να μου πεις;»
Μου διηγήθηκε πως είχε βρεθεί σ' έναν οίκο ανοχής, όπου ξετρύπωσε μια απίστευτη γυναίκα που του έκανε ένα καταπληκτικό νούμερο, τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Με διαβεβαίωσε άπειρες φορές, τραυλίζοντας σχεδόν από την αναστάτωση, πως όφειλα να προσφέρω στον εαυτό μου αυτή την απίστευτη εμπειρία.
«Και μην ανησυχείς αν δεν έχεις λεφτά!» έσπευσε να με καθησυχάσει, ξέροντας ότι τα έφερνα δύσκολα βόλτα. «Πλήρωσα ήδη για την επίσκεψη. Το μόνο που έχεις να κάνεις εσύ είναι να έρθεις μαζί μου. Η μαντάμ Λουντμίλα θα χαρεί να σου δείξει τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Είναι περίπτωση!».
Σε μια κρίση ανεξέλεγκτης αγαλλίασης, ο Έντι ξέσπασε σε βροντερά γέλια, ξεχνώντας τα κακάσχημα δόντια του, τα οποία έκρυβε συνήθως πίσω από μειδιάματα ή συγκρατημένα μισόγελα με σφιχτοκλεισμένα χείλη. «Άκουσέ με, είναι καταπληκτική!»
Η περιέργειά μου φούντωνε όσο περνούσε η ώρα. Ένιωθα όλο και πιο πρόθυμος να μοιραστώ την καινούρια του απόλαυση. Ο Έντι με πήγε με τ' αμάξι του στα περίχωρα της πόλης. Σταματήσαμε μπροστά σ' ένα μουντό, κακοδιατηρημένο κτίριο. Η μπογιά στην πρόσοψη είχε ξεθωριάσει και ξεφλουδίσει. Θύμιζε παλιό ξενοδοχείο, ένα ξενοδοχείο που τώρα ήταν πολυκατοικία. Διέκρινα τα απομεινάρια μιας παλιάς πινακίδας ξενοδοχείου, σκεβρωμένης από την υγρασία και την πολυκαιρία. Πολλά από τα βρόμικα στενά μπαλκόνια ήταν γεμάτα γλάστρες με λουλούδια, ενώ στα κάγκελα άλλων κρέμονταν χαλιά αφημένα να στεγνώσουν στον ήλιο.
Στην είσοδο έστεκαν δύο μελαψοί, ύποπτοι άντρες με μυτερά μαύρα παπούτσια που έδειχναν πολύ στενά για τα πόδια τους. Χαιρέτησαν διαχυτικά τον Έντι.
Είχαν κατάμαυρα αεικίνητα μάτια, απειλητικά. Φορούσαν γυαλιστερά αχνογάλαζα κοστούμια, πολύ στενά για τα ογκώδη κορμιά τους. Ο ένας άνοιξε την πόρτα για τον Έντι. Εμένα ούτε που καταδέχτηκαν να με κοιτάξουν.
Ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμααπό μια ετοιμόρροπη σκάλα που έδειχνε πως κάποτε είχε περάσει εποχές μεγαλείου. Ο Έντι προχώρησε πρώτος σ' έναν άδειο διάδρομο που θύμιζε έντονα ξενοδοχείο με τις διαδοχικές πόρτες και στις δύο πλευρές. Όλες ήταν βαμμένες στην ίδια μουντή λαδιά απόχρωση και σε καθεμιά ένας μπρούτζινος αριθμός , θαμπωμένος από τα χρόνια, μόλις που διακρινόταν.
Ο Έντι στάθηκε σε μια πόρτα. Πρόσεξα ότι είχε τον αριθμό 112. Ο φίλος μου χτύπησε επίμονα. Μας άνοιξε μια κοντή στρουμπουλή γυναίκα με οξυζεναρισμένα μαλλιά και μας κάλεσε αμίλητη να περάσουμε μέσα. Φορούσε μια κατακόκκινη μεταξωτή ρόμπα με φουσκωτά μανίκια στολισμένα με φτερά και ένα ζευγάρι κατακόκκινες παντόφλες με γούνινες φούντες. Η γυναίκα έκλεισε την πόρτα πίσω μας όταν προχωρήσαμε λίγο στο μικρό χολάκι, κι έπειτα χαιρέτησε τον Έντι με τα φριχτά της αγγλικά.
«Γεια, Έντι. Έφερες φίλο, ε;»
Ο Έντι έσφιξε το χέρι της και μετά έσκυψε όλο αβρότητα και το φίλησε. Φερόταν σαν να ήταν απόλυτα ήρεμος, όμως εγώ πρόσεξα κάποιες μικρές ασυνείδητες κινήσεις του που μόνο ηρεμία δεν πρόδιδαν.
«Πως είστε σήμερα, μαντάμ Λουντμίλα;» ρώτησε, προσπαθώντας να ακουστεί σαν Αμερικανός.
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Έντι παρίστανε τον Αμερικανό όποτε είχε δοσοληψίες με κάποιο κακόφημο σπίτι. Υποπτεύομαι ότι το έκανε επειδή γενικά οι Αμερικανοί θεωρούνταν εύποροι και ήθελε να έχει εκεί τη φήμη του πλουσίου, άρα και αξιόπιστου.
Ο Έντι στράφηκε σε μένα και είπε με την ψεύτικη αμερικάνικη προφορά του: «Σ' αφήνω σε καλά χέρια, νεαρέ μου».
Ακούστηκε τόσο απαίσιος, τόσο ανοίκειος, που έβαλα τα γέλια. Αυτό το ξέσπασμα ιλαρότητας δε φάνηκε να ενοχλεί τη μαντάμ Λουντμίλα. Ο Έντι της φίλησε πάλι το χέρι κι έφυγε αφήνοντάς μας μόνους.
«Μιλάει αγγλικά, αγοράκι;» τσίριξε υστερικά η γυναίκα, λες και μιλούσε σε κουφό. «Αιγκύπτιος είσαι για Τούρκος;»
Διαβεβαίωσα τη μαντάμ Λουντμίλα ότι δεν ήμουν τίποτα απ' τα δύο κι ότι μιλούσα αγγλικά. Εκείνη με ρώτησε τότε αν μου 'καναν κέφι οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Δεν ήξερα τι να πω, έγνεψα μονάχα καταφατικά.
«Θα δεις νούμερο καλό» με διαβεβαίωσε. «Οι Φιγούρες Μπροστα στον Καθρέφτη είναι μόνο η αρχή. Πες μου να σταματήσω όταν φτιαχτείς».
Από το χολάκι όπου στεκόμασταν περάσαμε σ' ένα μισοσκότεινο κι απόκοσμο δωμάτιο με βαριές κουρτίνες. Ασθενικές λάμπες έφεγγαν μέσα σε απλίκες στέλνοντας το φως ίσια στο πάτωμα. Παράταιρα αντικείμενα γέμιζαν το δωμάτιο: μικρές σιφονιέρες, τραπεζάκια αντίκες και καρέκλες. Ένα σεκρετέρ φορτωμένο χαρτιά, μολύβια, χάρακες και τουλάχιστον καμιά δεκαριά ψαλίδια διαφόρων μεγεθών στηρίζονταν στον τοίχο. Η μαντάμ Λουντμίλα μ' έβαλε να καθίσω σε μια παλιά μπερζέρα.
«Το κρεβάτι είναι στ' άλλο δωμάτιο, γλύκα», με πληροφόρησε, δείχνοντας στο βάθος του δωματίου. «Τούτη δω είναι η αντισάλα μου. Εδώ κάνω το νούμερό μου για να φτιαχτείς και να 'σαι ορεξάτος».
Την επομένη στιγμή, πέταξε πέρα την κόκκινη ρόμπα της, κλότσησε στην άκρη τις φανταχτερές της παντόφλες κι άνοιξε με μια αεράτη κίνηση τις δίφυλλες ντουλάπες που έστεκαν πλάι πλάι σ' έναν τοίχο. Στο εσωτερικό του κάθε φύλλου βρισκόταν ένας ολόσωμος καθρέφτης.
«Και τώρα μουσική, αγοράκι», ανήγγειλε η μαντάμ Λουντμίλα, κι άρχισε να γυρνά τη μανιβέλα ενός φωνογράφου που έδειχνε να είναι σε θαυμάσια κατάσταση, γυαλιστερός σαν καινούριος. Έβαλε ένα δίσκο γραμμοφώνου στο πλατό της συσκευής. Η στριγκή, βασανιστική μελωδία μου θύμισε τα εμβατήρια που παίζουν στο τσίρκο.
«Και τώρα το νούμερό μου», φώναξε κι άρχισε να στριφογυρνά στο ρυθμό της μελωδίας. Η επιδερμίδα της ήταν σφιχτή – στα περισσότερα σημεία, τουλάχιστον – κι εκπληκτικά λευκή, αν και δεν ήταν πια νέα. Θα πρέπει να πλησίαζε τα πενήντα. Η κοιλιά της ήταν χαλαρή – όχι πολύ, αλλά αρκετά -, όπως και τα πλούσια στήθη της. Είχε μικρή μύτη κι έντονα βαμμένα κόκκινα χείλη. Μια γερή στρώση μαύρης μάσκαρα είχε πετρώσει στα βλέφαρά της. Έφερνε στο νου το αρχέτυπο της γερασμένης πόρνης. Ανέδιδε ωστόσο κάτι παιδικό, μια κοριτσίστικη εγκατάλειψη και εμπιστοσύνη, μια γλύκα που με τάραξε.
«Και τώρα, οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη», ανήγγειλε η μαντάμ Λουντμίλα, ενώ η μουσική συνεχιζόταν.
«Πόδι, πόδι, πόδι!» φώναξε, τινάζοντας ψηλά πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο στο ρυθμό της μουσικής. Το δεξί της χέρι ακουμπούσε την κορυφή του κεφαλιού της – θύμιζε κοριτσάκι που δεν είναι σίγουρο αν μπορεί να εκτελέσει τις χορευτικές φιγούρες.
«Γύρω, γύρω, γύρω!» κραύγασε στριφογυρνώντας σαν σβούρα.
«Ποπός, ποπός, ποπός!» τσίριξε μετά, δείχνοντάς μου τον πισινό της σαν χορεύτρια του καν καν.
Επανέλαβε ξανά και ξανά την ίδια σειρά κινήσεων, ώσπου άρχισε να σβήνει η μουσική όπως ξεκουρδιζόταν ο φωνογράφος. Είχα την αίσθηση ότι χανόταν η μαντάμ Λουντμίλα, έτσι όπως στροβιλιζόταν κατευθυνόμενη στο βάθος του δωματίου, έτσι όπως μίκραινε και μίκραινε ολοένα καθώς έσβηνε η μουσική. Ένα αίσθημα απόγνωσης και μοναξιάς που αγνοούσα πως έτρεφα μέσα μου αναδύθηκε απ' τα κατάβαθα της ύπαρξής μου, και μ' έσπρωξε να πεταχτώ από την μπερζέρα και να βγω τρέχοντας από το δωμάτιο, να κατέβω κουτρουβαλώντας τη σκάλα και να ορμήσω έξω, στο δρόμο.
Ο Έντι και οι δύο άντρες με τα αχνογάλαζα γυαλιστερά κοστούμια στέκονταν εκεί κουβεντιάζοντας. Όταν ο φίλος μου με είδε να πετάγομαι σαν τρελός από το κτίριο, ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
«Δεν ήταν φοβερή περίπτωση;» μου φώναξε, πασχίζοντας ακόμη ν' ακουστεί σαν Αμερικανός. «Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη είναι μόνο η αρχή». Τι φάση! Τι φάση, στ' αλήθεια!»
Την πρώτη φορά που ανέφερα αυτή την ιστορία στο δον Χουάν, του είπα ότι είχα επηρεαστεί βαθιά από τη βασανιστική μελωδία και το τρελό στροβίλισμα της γριάς πόρνης στο άκουσμά της. Εξίσου βαθιά με είχε επηρεάσει και η αποκάλυψη της αναισθησίας του φίλου μου.
Αυτή τη φορά, όταν ολοκλήρωσα την ιστορία μου στο δον Χουάν, στη σκιά των ψηλών θάμνων όπου καθόμασταν σ' εκείνα τα βουνά της Σονόρα, έτρεμα σύγκορμος. Με είχε μυστηριωδώς επηρεάσει κάτι εντελώς απροσδιόριστο.
«Αυτή η ιστορία», είπε ο δον Χουάν, «πρέπει να μπει οπωσδήποτε στο λεύκωμά σου με τα αξιομνημόνευτα περιστατικά. Ο φίλος σου, αν και δεν υποψιάστηκε καν τι έκανε, σου πρόσφερε, όπως είπε κι ο ίδιος, ένα θαυμαστό δώρο, κάτι που πράγματι η εντύπωσή του θα διατηρηθεί μέσα σου και θα σε ακολουθεί για όλη σου τη ζωή».
«Προσωπικά θεωρώ πολύ θλιβερή αυτή την ιστορία, δον Χουάν, θλιβερή, μα τίποτ' άλλο», μουρμούρισα.
«Είναι πράγματι μια θλιβερή ιστορία, όπως κι όλες οι άλλες ιστορίες σου», μου απάντησε, «αλλά αυτό που την κάνει ξεχωριστή για μένα και αξιομνημόνευτη είναι ότι μας αγγίζει όλους, κάθε ανθρώπινο πλάσμα, όχι μόνο εσένα, όπως συνέβαινε με τις υπόλοιπες ιστορίες σου. Βλέπεις, όπως η μαντάμ Λουντμίλα, έτσι και ο καθένας από μας, είτε νέος είτε γέρος, κάνει φιγούρες μπρόστά σε κάποιο καθρέφτη με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Λογάριασε πρώτα τι γνωρίζεις για τους ανθρώπους. Σκέψου κάθε ανθρώπινο πλάσμα σε τούτη τη γη, και θα καταλάβεις, χωρίς αμφιβολία, πως όποιοι κι αν είναι αυτοί οι άνθρωποι ή ό,τι κι αν πιστεύουν για τον εαυτό τους, ό,τι κι αν κάνουν, το αποτέλεσμα των πράξεών τους είναι πάντα το ίδιο: παράλογες φιγούρες μπροστά σ' έναν καθρέφτη».


Carlos Castaneda
Η Ενεργός Πλευρά του Απείρου
Μετάφραση από τα Αγγλικά Αλέκος Μανωλίδης
Εκδόσεις «Το Κλειδί» Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη 2001

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

ΜΙΚΡΟΙ ΤΥΡΑΝΝΟΙ – CARLOS CASTANEDA



Ο δον Χουάν δε συζήτησε μαζί μου την κυριαρχία της συνείδησης παρά πολλούς μήνες αργότερα. Βρισκόμαστε στο σπίτι όπου έμενε η ομάδα του ναγκουάλ
«Πάμε μια βόλτα», μου είπε ο δον Χουάν, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο μου. «Ή ακόμα καλύτερα, πάμε στην πλατεία, όπου έχει πολύ κόσμο, να καθίσουμε και να μιλήσουμε».
Ξαφνιάστηκα όταν μου μίλησε. Βρισκόμουν στο σπίτι δύο ολόκληρες μέρες και δεν με είχε ούτε καν χαιρετήσει.
Καθώς βγαίναμε από το σπίτι μας, σταμάτησε η Γκόρντα και απαίτησε να την πάρουμε μαζί μας. Έδειχνε αποφασισμένη να μη δεχτεί άρνηση. Ο δον Χουάν, με πολύ αυστηρή φωνή, της είπε ότι είχε να συζητήσει μαζί μου κάτι προσωπικό.
«Θα μιλήσετε για μένα», είπε η Γκόρντα. Ο τόνος και οι χειρονομίες της έδειχναν καχυποψία.
«Έχεις δίκιο», απάντησε ξερά ο δον Χουάν. Την προσπέρασε χωρίς να την κοιτάξει.
Τον ακολούθησα και περπατήσαμε αμίλητοι μέχρι την πλατεία της πόλης. Όταν καθίσαμε των ρώτησα τι θα μπορούσαμε να βρούμε να συζητήσουμε για την Γκόρντα. Εξακολουθούσα να αισθάνομαι καρφωμένο πάνω μου το απειλητικό της βλέμμα, καθώς βγαίναμε από το σπίτι.
«Δεν έχουμε τίποτα να συζητήσουμε για την Γκόρντα ή για οποιονδήποτε άλλον», είπε. «Της το είπα απλά και μόνο για να προκαλέσω τον τεράστιο εγωισμό της. Και πέτυχε. Είναι έξαλλη μαζί μας. Αν την ξέρω καλά, μέχρι τώρα θα έχει φουντώσει την αυτοπεποίθηση και την αγανάκτησή της. Δεν θα εκπλαγώ να έρθει να μας βρει εδώ, στο παγκάκι».
«Αν δεν πρόκειται να μιλήσουμε για την Γκόρντα, τι θα συζητήσουμε;» ρώτησα.
«Θα συνεχίσουμε τη συζήτηση που αρχίσαμε στην Οαξάκα», απάντησε. «Η κατανόηση της εξήγησης της συνείδησης θα χρειαστεί τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια από μέρους σου και την προθυμία σου να μεταφέρεσαι απ'οτο ένα στο άλλο στάδιο συνείδησης. Ενώ θα συζητάμε, απαιτώ την απόλυτη συγκέντρωσή και υπομονή σου».
Γκρινιάζοντας του είπα ότι με είχε κάνει να αιστανθώ άσχημα, αρνούμενος να μου μιλήσει, τις δύο προηγούμενες μέρες. Με κοίταξε και σήκωσε τα φρύδια του. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλια του και μετά εξαφανίστηκε. Συνειδητοποίησα ότι μου έδειχνε ότι δεν ήμουν καλύτερος από την Γκόρντα.
«Προκαλούσα τον εγωισμό σου», είπε συνοφρυωμένος. «Ο εγωισμός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου. Σκέψου το – αυτό που μας κάνει αδύνατους είναι το να αισθανόμαστε ότι μας προσβάλλουν οι ενέργειες των συνανθρώπων μας. Ο εγωισμός μας απαιτεί να περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας προσβλημένοι από κάποιον.
»Οι νέοι μάντεις συνιστούσαν να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για την εξαφάνιση του εγωισμού από τη ζωή των πολεμιστών. Έχω ακολουθήσει αυτή τη σύσταση και μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς μου απέναντί σου έχει σκοπό να σου δείξει ότι χωρίς εγωισμό, είμαστε αήττητοι!»
καθώς τον άκουγα, τα μάτια του έγιναν ξαφνικά πολύ γυαλιστερά. Σκεφτόμουν ότι ήταν έτοιμος να γελάσει και ότι δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο, όταν ξαφνιάστηκα από ένα δυνατό οδυνηρό χαστούκι στο δεξί μου μάγουλο.
Τινάχτηκα όρθιος. Η Γκόρντα στεκόταν πίσω μου με το χέρι της ακόμα σηκωμένο. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από το θυμό.
«Τώρα μπορείτε να πείτε ό,τι θέλετε για μένα, έχοντας κάποια δικαιολογία», φώναξε. «Αν έχετε πάντως να πείτε κάτι, πείτε το μπροστά μου!».
Η έκρηξή της έμοιαζε να την έχει εξαντλήσει, γιατί κάθισε κάτω στο τσιμέντο και άρχισε να κλαίει. Ο δον Χουάν έδειχνε ενθουσιασμένος. Εγώ ήμουν παγωμένος από τη μανία μου. Η Γκόρντα με κοίταξε και μετά γύρισε προς τον δον Χουάν. Του είπε παραπονεμένα ότι δεν είχαμε δικαίωμα να την κατηγορούμε.
Ο δον Χουάν γέλασε τόσο δυνατά που διπλώθηκε στα δύο. Δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Προσπάθησε δύο τρεις φορές να μου πει κάτι, αλλά τελικά παράτησε την προσπάθεια και απομακρύνθηκε με το σώμα του να αναταράζεται ακόμα από τα γέλια.
Ήμουν έτοιμος να τρέξω πίσω του, κοιτάζοντας ακόμα αγριεμένα τη Γκόρντα – εκείνη τη στιγμή την εύρισκα αποκρουστική – όταν μου συνέβηκε κάτι εκπληκτικό. Κατάλαβα γιατί με είχε βρει τόσο αστείο ο δον Χουάν. Η Γκόρντα και εγώ είμασταν φρικιαστικά όμοιοι. Ο εγωισμός μας ήταν τρομακτικός. Η έκπληξη και η οργή μου που με είχαν χαστουκίσει ήταν σαν το θυμό και τις υποψίες της Γκόρντα. Ο δον Χουάν είχε δίκιο. Το βάρος του εγωισμού είναι μεγάλο εμπόδιο.
Έτρεξα πίσω του, ενθουσιασμένος, με τα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό μου. Τον πρόλαβα και του είπα τι είχα καταλάβει. Τα μάτια του γυάλιζαν με ικανοποίηση και ευχαρίστηση.
«Τι να κάνω με τη Γκόρντα;» ρώτησα.
«Τίποτα», απάντησε. «Η συνειδητοποίηση είναι πάντα κάτι το προσωπικό».
Άλλαξε θέμα και είπε ότι οι οιωνοί μας έλεγαν να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας πίσω στο σπίτι, ή στο μεγάλο δωμάτιο με τις άνετες πολυθρόνες, ή στην πίσω αυλή που είχε έναν σκεπαστό διάδρομο γύρω της. Είπε ότι όποτε εξηγούσε μέσα στο σπίτι, αυτά τα δύο μέρη ήταν απαγορευμένα για όλους τους άλλους.
Γυρίσαμε στο σπίτι. Ο δον Χουάν είπε σε όλους τι είχε κάνει η Γκόρντα. Η χαρά που έδειξαν όλοι οι μάντεις έκανε τη θέση της Γκόρντα πολύ δύσκολη.
«Ο εγωισμός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ευγένειες», είπε ο δον Χουάν όταν του εξέφρασα την ανησυχία μου για την Γκόρντα.
Μετά είπε σε όλους να βγουν από το δωμάτιο. Καθίσαμε και ο δον Χουάν άρχισε τις εξηγήσεις του.
Είπε ότι οι μάντεις, παλιοί και νέοι, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει αυτούς που είναι διατεθειμένοι να αυτοσυγκρατηθούν και μπορούν να διοχετεύσουν τις ενέργειές τους προς στόχους που μπορούν να βοηθήσουν τους άλλους μάντεις αλλά και την ανθρωπότητα γενικά. Η άλλη κατηγορία περιλαμβάνει αυτούς που δε συμπαθούν την αυτοσυγκράτηση και δεν ενδιαφέρονται για τέτοιους στόχους. Οι μάντεις πιστεύουν ότι αυτοί οι τελευταίοι είναι αυτοί που δεν κατάφεραν να λύσουν το πρόβλημα του εγωισμού.
«Ο εγωισμός δεν είναι κάτι το απλό και αφελές», εξήγησε. «Από τη μια μεριά, αποτελεί τον πυρήνα όλων όσων είναι καλά για μας και από την άλλη μεριά, τον πυρήνα όσων είναι σάπια. Για να ξεφορτωθεί κανείς το σάπιο εγωισμό χρειάζεται ένα αριστούργημα στρατηγικής. Οι μάντεις μέσα στους αιώνες, έχουν τιμήσει ιδιαίτερα αυτούς που το κατάφεραν».
Παραπονέθηκα ότι η ιδέα της εξαφάνισης του εγωισμού, αν και μου φαινόταν ελκυστική μερικές φορές, ήταν στην ουσία ακατανόητη. Του είπα ότι εύρισκα τις οδηγίες του τόσο ασαφείς που δεν μπορούσα να τις ακολουθήσω.
«Σου είπα πολλές φορές», είπε, «ότι προκειμένου να ακολουθήσεις το μονοπάτι της γνώσης πρέπει να έχεις μεγάλη φαντασία. Βλέπεις, το μονοπάτι της γνώσης, τίποτα δεν είναι τόσο ξεκάθαρο όσο θα θέλαμε».
Η δυσάρεστη αίσθηση που μου δημιούργησαν τα λόγια του με έκανε να πω ότι αυτά που έλεγε μου θύμιζαν κηρύγματα της καθολικής εκκλησίας. Μετά από μια ολόκληρη ζωή που με δίδασκαν τα κακά της αμαρτίας, είχα γίνει αναίσθητος.
«Η μάχη των πολεμιστών κατά του εγωισμού», είπε, «είναι θέμα στρατηγικής, όχι αρχής. Το λάθος σου είναι ότι μεταφράζεις ό,τι λέω με βάση την ηθική».
«Σε θεωρώ πολύ ηθικό άνθρωπο, δον Χουάν», επέμεινα.
«Απλώς έχεις προσέξει το ότι είμαι άψογος», είπε.
«Το να είσαι άψογος, όπως και το να ξεφορτώνεσαι τον εγωισμό σου, αποτελούν πολύ αόριστες έννοιες για να έχουν κάποια αξία για μένα», παρατήρησα.
Ο δον Χουάν πνίγηκε στα γέλια και του ζήτησα να εξηγήσει τι σημαίνει να είσαι άψογος.
«Το να είσαι άψογος δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη σωστή χρήση της ενέργειας», είπε. «Οι δηλώσεις μου δεν περιλαμβάνουν κανένα υπαινιγμό ηθικής. Έτσι εξοικονόμησα ενέργεια και αυτό με κάνει άψογο. Για να το καταλάβεις, θα πρέπει και εσύ να εξοικονομήσεις αρκετή ενέργεια».
Μείναμε σιωπηλοί για αρκετή ώρα. Ήθελα να σκεφτώ αυτό που είχε πει. Ξαφνικά, άρχισε να μιλάει και πάλι.
«Οι πολεμιστές μελετούν τις στρατηγικές τους», είπε. «Καταγράφουν όλα όσα κάνουν. Μετά αποφασίζουν τι απ' αυτά μπορεί να αλλάξει προκειμένου να ξεκουραστούν, από απόψεως δαπάνης ενέργειας».
Παρατήρησα ότι αυτός ο κατάλογος θα πρέπει να περιλαμβάνει τα πάντα. Υπομονετικά μου εξήγησε ότι ο στρατηγικός κατάλογος στον οποίο αναφερόταν, κάλυπτε μόνο τους τρόπους συμπεριφοράς που δεν ήταν κρίσιμοι για την επιβίωση και την καλή ζωή μας.
Άρπαξα την ευκαιρία για να επισημάνω ότι η επιβίωση και η καλή ζωή ήταν κάτι που μπορούσε να ερμηνευθεί με άπειρους τρόπους, άρα, δεν υπήρχε τρόπος να συμφωνήσει κανείς στο τι ήταν ή δεν ήταν απαραίτητο.
Καθώς μιλούσα άρχισα να χάνω τη φόρα μου. Τελικά, σταμάτησα γιατί κατάλαβα τη ματαιότητα των επιχειρημάτων μου.
Ο δον Χουάν είπε τότε, ότι, στους στρατηγικούς καταλόγους των πολεμιστών, ο εγωισμός είναι αυτό που καταναλίσκει την περισσότερη ενέργεια και άρα αυτόν προσπαθούν να εξαλείψουν.
«Μια από τις βασικές προσπάθειες των πολεμιστών είναι να απελευθερώσουν αυτή την ενέργεια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν μ' αυτή το άγνωστο», συνέχισε ο δον Χουάν. «Με τον τρόπο αυτό, με την αλλαγή της πορείας της ενέργειας, γίνεται κανείς άψογος».
Είπε ότι η πιο αποτελεσματική στρατηγική είχε δημιουργηθεί από τους μάντεις της κατοχής, τους αναμφισβήτητους κυρίαρχους της «επιμονής». Αποτελείται από έξι στοιχεία που αλληλοεπηρεάζονται. Τα πέντε απ' αυτά αποκαλούνται «χαρακτηριστικά της πολεμικότητας»: έλεγχος, πειθαρχία, μακροθυμία, χρονισμός και «θέληση». Αφορούν τον κόσμο του πολεμιστή που μάχεται να χάσει τον εγωισμό. Το έκτο στοιχείο, που είναι ίσως το πιο σημαντικό αφορά τον έξω κόσμο και λέγεται ο μικρός τύραννος.
Με κοίταξε σιωπηλά σαν να ρωτούσε αν είχα καταλάβει.
«Τα έχω χαμένα», είπα. «Λες συνέχεια ότι η Γκόρντα είναι ο μικρός τύραννος στη ζωή μου. Τι ακριβώς είναι ένας μικρός τύραννος;»
«Ένας μικρός τύραννος είναι ένας βασανιστής», απάντησε. «Κάποιος που ή έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους πολεμιστές, ή απλά και μόνο τους ενοχλεί μέχρι παραφροσύνης».
Ο δον Χουάν χαμογελούσε πλατιά καθώς μου μιλουσε. Είπε ότι οι νέοι μάντεις ανέπτυξαν τη δική τους κατάταξη των μικρών τυράννων. Αν και η έννοια αυτή αποτελεί μια από τις σημαντικότερες και σοβαρότερες ανακαλύψεις τους, το αντιμετώπιζαν με χιούμορ. Με διαβεβαίωσε ότι υπήρχε μια υποψία κακίας και χιούμορ σε κάθε μια από τις κατηγορίες τους, επειδή το χιούμορ ήταν ο μοναδικός τρόπος να αντισταθμίσουν την ακαταμάχητη τάση της ανθρώπινης συνείδησης να κατατάσσει και να δημιουργεί άβολες κατηγορίες.
Οι νέοι μάντεις, σύμφωνα με την πρακτική τους, θεώρησαν σωστό να ξεκινήσουν την κατάταξη με την αρχέγονη πηγή ενέργειας τον ένα και μοναδικό κυρίαρχο του σύμπαντος, που την ονόμασαν απλά «ο τύραννος». Οι υπόλοιποι καταπιεστές και αυθεντίες, φυσικά κατατάχτηκαν απείρως χαμηλότερα από την κατηγορία του τύραννου. Σε σύγκριση με την πηγή των πάντων, οι πιο τρομεροί, τυραννικοί άνθρωποι ήταν απλοί παλιάτσοι. Άρα, κατατάχτηκαν στην κατηγορία των μικρών τυράννων, «πίντσες τιράνος».
Είπε ότι υπήρχαν δύο υποκατηγορίες μικρών τυράννων. Η πρώτη υποκατηγορία περιλάμβανε τους μικρούς τυράννους που ταλαιπωρούν και προκαλούν δυστυχία, χωρίς όμως να προκαλούν το θάνατο κανενός. Αυτοί ονομάζονταν μικροί τυραννίσκοι, «ρεπίντσες τιρανίτος», ή μικροτυραννάκια «πίντες τιρανίτος τσικιτίτος».
Σκέφτηκα ότι οι κατηγορίες αυτές ήταν γελοίες. Ήμουν σίγουρος ότι έβγαζε από το μυαλό του τους ισπανικούς όρους. Τον ρώτησα αν ήταν έτσι.
«Κάθε άλλο», απάντησε, δείχνοντας να το διασκεδάζει. «Οι νέοι μάντεις ήταν καταπληκτικοί με τις κατατάξεις τους. Ο Χενάρο αναμφισβήτητα είναι ένας από τους καλύτερους. Αν τον παρατηρήσεις προσεκτικά, θα συνειδητοποιήσεις πως ακριβώς αισθάνονται οι μάντεις για τις κατηγορίες αυτές».
Γέλασε δυνατά βλέποντας τη σύγχισή μου όταν τον ρώτησα αν με κορόιδευε.
«Δεν θα μπορούσα ούτε να το διανοηθώ», είπε χαμογελώντας. «Ο Χενάρο θα μπορούσε να το κάνει, αλλά όχι εγώ, ιδίως όταν ξέρω πως αισθάνεσαι για τις κατηγορίες. Μόνο που οι νέοι μάντεις είναι τρομερά ανεβλαβείς».
Πρόσθεσε ότι οι μικροί μικροτύραννοι χωρίζονταν σε τέσσερις άλλες υποκατηγορίες. Μια γι' αυτούς που βασανίζουν βάναυσα και βίαια. Μια άλλη γι' αυτούς που δημιουργούν τρομερή ανησυχία και φόβο με ύπουλες μεθόδους. Μια άλλη γι' αυτούς που καταπιέζουν με τη λύπη. Και η τελευταία, γι' αυτούς που βασανίζουν κάνοντας τους πολεμιστές να οργίζονται.
«Η Γκόρντα ανήκει σε δική της κατηγορία», πρόσθεσε. «Είναι ένας δραστήριος μικροσκοπικός μικροτύραννος. Σε ενοχλεί μέχρι θανάτου και σε εξοργίζει. Μέχρι που σε χαστουκίζει. Με όλα αυτά σε διδάσκει την απελευθέρωση από τον εγωισμό».
«Δεν είναι δυνατόν!» διαμαρτυρήθηκα.
«Δεν έχεις ακόμα συνδυάσει όλα τα συστατικά της στρατηγικής που έχουν διαμορφώσει οι νέοι μάντεις», είπε. «Όταν θα το κάνει θα δεις πόσο αποτελεσματική και έξυπνη είναι η λύση να χρησιμοποιείται ένας μικρός τύραννος. Μπορώ να πω ότι αυτή η στρατηγική, όχι μόνο εξαφανίζει τον εγωισμό, αλλά και προετοιμάζει τους πολεμιστές για την τελική συνειδητοποίηση ότι το να είσαι άψογος είναι το μόνο που έχει σημασία στο μονοπάτι της γνώσης».
Είπε ότι αυτό που είχαν υπ’ όψη τους οι νέοι μάντεις ήταν μια θανάσιμη κατάσταση στην οποία ο μικρός τύραννος ήταν σαν μια βουνοκορυφή και τα συστατικά της πολεμικότητας ήταν σαν αναρριχητές που συναντιόνταν στην κορφή.
«Συνήθως χρησιμοποιούνται μόνο τέσσερα συστατικά», συνέχισε. «Το πέμπτο, η «θέληση», φυλάγεται πάντα για την τελική αντιπαράθεση, όπως ότανοι πολεμιστές αντιμετωπίζουν το εκτελεστικό απόσπασμα».
«Γιατί γίνεται έτσι;»
«Γιατί η θέληση ανήκει σε μια άλλη σφαίρα, το άγνωστο. Τα άλλα τέσσερα ανήκουν στο γνωστό, εκεί ακριβώς που βρίσκονται οι μικροί τύραννοι. Μάλιστα αυτό που μετατρέπει τους ανθρώπους σε μικρούς τυράννους, είναι η συνεχής μανιακή χρήση του γνωστού».
Ο δον Χουάν εξήγησε ότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα στα πέντε συστατικά της πολεμικότητας γίνεται μόνο από μάντεις που είναι άψογοι πολεμιστές και ελέγχουν απόλυτα την «θέληση». Μια τέτοια αλληλεπίδραση αποτελεί την υπέρτατη κίνηση που δεν μπορεί να γίνει στο καθημερινό ανθρώπινο στάδιο.
«Τα τέσσερα συστατικά είναι αρκετά για να αντιμετωπίσει κανείς ακόμα και τους χειρότερους μικρούς τυράννους», συνέχισε. «Με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι έχει βρεθεί ένας μικρός τύραννος. Όπως είπα, ο μικρός τύραννος είναι το εξωτερικό στοιχείο, αυτό που δεν μπορούμε να ελέγξουμε και το στοιχείο που κατά πάσα πιθανότητα είναι το πιο σημαντικό. Ο ευεργέτης μου έλεγε ότι ο πολεμιστής που σκοντάφτει πάνω σε έναν μικρό τύραννο, είναι τυχερός. Εννοούσε ότι είσαι τυχερός αν συναντήσεις έναν στον δρόμο σου, γιατί αν δεν τον συναντήσεις θα πρέπεινα ψάξεις να τον βρεις».
Εξήγησε ότι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της εποχής της κατοχής ήταν ένα οικοδόμημα που το αποκάλεσε «πρόοδο τριών φάσεων». Οι μάντεις της περιόδου αυτής, καταλαβαίνοντας τη φύση του ανθρώπου, μπόρεσαν να φτάσουν στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι αν οι μάντεις μπορούν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους μικρούς τυράννους, μπορούν σίγουρα να αντιμετωπίσουν ανώδυνα το άγνωστο. Και μετά μπορούν να αντέξουν ακόμα και την παρουσία αυτού που βρίσκεται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης.
«Η αντίδραση του μέσου ανθρώπου είναι να σκεφτεί ότι η σειρά αυτής της δήλωσης πρέπει να αναστραφεί», συνέχισε. «Ένας μάντης που μπορεί να κρατήσει τη θέση του απέναντι στο άγνωστο, μπορεί σίγουρανα αντιμετωπίσει τους μικρούς τυράννους. Αλλά δεν είναι έτσι. Αυτό που κατέστρεψε τους θαυμάσιους μάντεις των αρχαίων χρόνων, ήταν αυτή ακριβώς η παρανόηση. Τώρα ξέρουμε περισσότερα. Ξέρουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να δοκιμάσει περισσότερο το πνεύμα του πολεμιστή, απ’ ότι το να αντιμετωπίσει απίθανους ανθρώπους σε θέσεις ισχύος. Μόνο κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μπορούν οι πολεμιστές να αποκτήσουν τη νηφαλιότητα και την ηρεμία που απαιτείται για να αντέξουν την πίεση που δεν μπορεί να κατανοηθεί».
Διαφώνησα μαζί του. Του είπα ότι, κατά τη γνώμη μου, το μόνο που μπορούν να κάνουν οι τύραννοι είναι να φέρουν τα θύματά τους σε απόγνωση ή να τα αναγκάσουν να γίνουν εξ ίσου βάναυσα μ’ αυτούς. Επεσήμανα ότι έχουν γίνει αναρίθμητες μελέτες σχετικά με τα αποτελέσματα σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων σε τέτοια θύματα.
«Η διαφορά βρίσκεται σε κάτι που είπες», απάντησε. «Μίλησες για θύματα, όχι για πολεμιστές. Κάποτε αισθανόμουν κι εγώ σαν και σένα. Θα σου πω τι με έκανε να αλλάξω, αλλά πρώτα ας γυρίσουμε σ΄αυτό που είπα για την κατοχή. Οι μάντεις εκείνης της εποχής δε θα μπορούσαν να βρουν προσφορότερο έδαφος. Οι Ισπανοί ήταν οι μικροί τύραννοι που δοκίμασαν τις ικανότητές τους στο έπακρο. Αφού αντιμετώπισαν τους κατακτητές, οι μάντεις ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν οτιδήποτε. Ήταν τυχεροί. Εκείνη την εποχή υπήρχαν παντού μικροί τύραννοι.
»Μετά από αυτά τα θαυμάσια χρόνια της αφθονίας, τα πράγματα άλλαξαν σημαντικά. Οι μικροί τύραννοι δεν είχαν ποτέ άλλοτε τέτοια δύναμη. Μόνο εκείνη την περίοδο είχαν απεριόριστη εξουσία. Ένας μικρός τύραννος με απεριόριστες δυνατότητες είναι το τέλειο συστατικό για την προετοιμασία ενός θαυμάσιου μάντη.
»Δυστυχώς, στην εποχή μας οι μάντεις χρειάζεται να φτάσουν στα άκρα για να βρουν έναν αξιόλογο τύραννο. Και τις περισσότερες φορές αναγκάζονται να ικανοποιηθούν με μικροπράγματα».
«Εσύ βρήκες ένα μικρό τύραννο δον Χουάν;»
«Ήμουν τυχερός. Ένας τεράστιος τύραννος με βρήκε εμένα. Εκείνη την εποχή, όμως, αισθανόμουν όπως και συ. Δε θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό».
Ο δον Χουάν είπε ότι η δοκιμασία του άρχισε μερικές εβδομάδες πριν συναντήσει τον ευεργέτη του. Μόλις που είχε κλείσει τα είκοσι. Είχε βρει μια δουλειά σαν εργάτης σε ένα εργοστάσιο ζάχαρης. Ανέκαθεν ήταν δυνατός και έτσι ήταν εύκολο να βρίσκει δουλειές που απαιτούσαν μπράτσα. Μια μέρα, καθώς μετέφερε κάτι μεγάλα σακιά ζάχαρη, μπήκε μέσα μια γυναίκα. Ήταν πολύ καλά ντυμένη και φαινόταν εύπορη. Ήταν καμιά πενηνταριά χρονών, είπε ο δον Χουάν. Κοίταξε τον δον Χουάν, μίλησε στον αρχιεργάτη κι έφυγε. Στη συνέχεια ο αρχιεργάτης πλησίασε τον δον Χουάν και του είπε ότι αν του έδινε κάτι, θα τον σύστηνε για μια δουλειά στο σπίτι του αφεντικού. Ο δον Χουάν του είπε ότι δεν είχε λεφτά. Ο αρχιεργάτης χαμογέλασε και είπε ότι δεν πείραζε, θα είχε αρκετά την ημέρα της μισθοδοσίας. Χτύπησε φιλικά τον δον Χουάν στην πλάτη και τον διαβεβαίωσε ότι ήταν μεγάλη τιμή να δουλέψει για το αφεντικό.
Ο δον Χουάν είπε ότι σαν αστοιχείωτος και φτωχός ινδιάνος που ήταν εκείνη την εποχή, τα έχαψε όλα. Πίστευε ότι τον βοηθούσε κάποια καλή νεράιδα. Υποσχέθηκε να δώσει στον αρχιεργάτη ό,τι ήθελε. Ο αρχιεργάτης ζήτησε ένα τεράστιο ποσό που έπρεπε να πληρωθεί σε δόσεις.
Αμέσως μετά, ο ίδιος ο αρχιεργάτης, πήγε τον δον Χουάν στο σπίτι, που ήταν αρκετά μακριά από την πόλη, και τον άφησε εκεί με έναν άλλο αρχιεργάτη, έναν άσκημο, σοβαρό, τεράστιο άντρα που έκανε πολλές ερωτήσεις.
Ήθελε να μάθει για την οικογένεια του δον Χουάν. Ο δον Χουάν είπε ότι δεν είχε οικογένεια. Ο αρχιεργάτης χάρηκε τόσο πολύ που χαμογέλασε, δείχνοντας τα σάπια δόντια του.
Υποσχέθηκε στον δον Χουάν ότι θα τον πλήρωναν καλά και ότι θα ήταν σε θέση ακόμα και να αποταμιεύσει, μια και δε θα ήταν αναγκασμένος να ξοδεύει, μένοντας και τρώγοντας στο σπίτι.
Ο τρόπος με τον οποίο γελούσε ο τεράστιος αυτός άνθρωπος, ήταν τρομακτικός. Ο δον Χουάν κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει αμέσως. Έτρεξε στην πόρτα, αλλά ο αρχιεργάτης μπήκε μπροστά του με ένα πιστόλι στο χέρι. Σήκωσε τον κόκκορα και το έχωσε στο στομάχι του δον Χουάν.
«Έχεις έρθει εδώ για να δουλέψεις μέχρι να σέρνεσαι», είπε «και μην το ξεχνάς».
Τον έσπρωξε με ένα γκλομπ και τον οδήγησε στο πλάι του σπιτιού. Αφού δήλωσε ότι οι άντρες του δούλευαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου, χωρίς διάλειμμα, έβαλε τον δον Χουάν να σκάψει για να ξεριζώσει δυο τεράστιους κορμούς. Του είπε επίσης ότι αν προσπαθούσε να αποδράσει, ή αν πήγαινε στις αρχές, θα τον σκότωνε – και ότι αν ποτέ ο δον Χουάν έφευγε, θα ορκιζόταν στο δικαστήριο ότι είχε προσπαθήσει να δολοφονήσει το αφεντικό.
«Θα δουλέψεις εδώ μέχρι να πεθάνεις», είπε. «Κάποιος άλλος Ινδιάνος θα πάρει τη θέση σου, όπως εσύ παίρνεις τη θέση κάποιου που πέθανε».
Ο δον Χουάν είπε ότι το σπίτι έμοιαζε με κάστρο, γεμάτο άντρες οπλισμένους με μασέτες.
Άρχισε λοιπόν να δουλεύει καιπροσπάθησε να μη σκέφτεται τη θέση του. Στο τέλος της ημέρας, ο αρχιεργάτης γύρισε και τον πήγε με κλωτσιές μέχρι την κουζίνα, επειδή δεν του άρεσε το περήφανο βλέμμα του. Απείλησε να κόψει τους τένοντες στα χέρια του δον Χουάν αν δεν υπάκουε.
Στην κουζίνα, μια γριά έφερε φαγητό, αλλά ο δον Χουάν ήταν τόσο στενοχωρημένος και φοβισμένος που δεν μπορούσε να φάει. Η γριά τον συμβούλεψε να φάει όσο μπορούσε. Έπρεπε να κρατήσει τη δύναμή του, είπε, επειδή η δουλειά του δε θα σταματούσε ποτέ. Τον προειδοποίησε ότι ο άνθρωπος που είχε τη θέση του πριν απ’ αυτόν, είχε πεθάνει μια μέρα νωρίτερα. Ήταν πολύ αδύναμος για να δουλέψει και είχε πέσει από ένα παράθυρο του δεύτερου ορόφου.
Ο δον Χουάν μου είπε ότι δούλεψε στο σπίτι του αφεντικού επί τρεις βδομάδες, και ότι ο αρχιεργάτης τον κυνηγούσε συνέχεια. Τον έβαζε να δουλεύει κάτω από τις πιο επικίνδυνες συνθήκες, να κάνει την πιο βαριά δουλειά που μπορούσε να φανταστεί κανείς, κάτω από την συνεχή απειλή του μαχαιριού, του πιστολιού και του γκλομπ. Τον έστελνε καθημερινά στους σταύλους για να καθαρίσει ανάμεσα στα χωρίσματα, ενώ τα νευρικά άλογα ήταν μέσα. Στην αρχή της κάθε μέρας, ο δον Χουάν πίστευε ότι θα ήταν η τελευταία του σ’ αυτόν τον κόσμο. Και η επιβίωση σήμαινε απλά και μόνο ότι θα έπρεπε να ξαναπεράσει από την ίδια δοκιμασία την επόμενη μέρα.
Αυτό που έφερε το τέλος, ήταν ότι ζήτησε λίγη ελεύθερη ώρα. Σαν πρόφαση, είπε ότι έπρεπε να πάει στην πόλη για να δώσει στον αρχιεργάτη του εργοστασίου ζαχάρεως τα λεφτά που του χρώσταγε. Ο άλλος αρχιεργάτης απάντησε ότι ο δον Χουάν δεν μπορούσε να σταματήσει ούτε για ένα λεπτό να δουλεύει, γιατί ήταν χρεωμένος μέχρι το λαιμό μόνο και μόνο για το προνόμιο να δουλεύει εκεί.
Ο δον Χουάν κατάλαβε ότι ήταν ξοφλημένος. Κατάλαβε ότι οι δύο αρχιεργάτες ήταν συνεννοημένοι να παίρνουν φτωχούς ινδιάνους από το εργοστάσιο, να τους αναγκάζουν να δουλεύουν μέχρι θανάτου και μετά να μοιράζονται τους μισθούς τους. Αυτό τον έκανε να θυμώσει τόσο πολύ που διέσχισε τρέχοντας και ουρλιάζοντας την κουζίνα και μπήκε στο κυρίως σπίτι. Ο αρχιεργάτης και οι άλλοι εργάτες ξαφνιάστηκαν. Έτρεξε έξω από την μπροστινή πόρτα, και σχεδόν κατάφερε να ξεφύγει, αλλά ο αρχιεργάτης τον πρόλαβε στο δρόμο και τον πυροβόλησε στο στήθος. Τον άφησε νομίζοντας ότι ήταν νεκρός.
Ο δον Χουάν είπε ότι δεν ήταν η μοίρα του να πεθάνει. Ο ευεργέτης του τον βρήκε εκεί και τον φρόντισε, μέχρι που έγινε καλά.
«Όταν είπα ολόκληρη την ιστορία στον ευεργέτη μου», είπε ο δον Χουάν, «με δυσκολία συγκράτησε τον ενθουσιασμό του. Αυτός ο αρχιεργάτης είναι θησαυρός, μου είπε. Είναι πολύ καλός για να τον αφήσουμε να πάει χαμένος. Κάποια μέρα, πρέπει να γυρίσεις σ' εκείνο το σπίτι.
»Μίλησε για την τύχη μου, που κατάφερα να βρω έναν μικρό τύραννο που ήταν ένας στο εκατομμύριο, με σχεδόν απεριόριστη ισχύ. Νόμιζα ότι ήταν μουρλός. Πέρασαν χρόνια πριν καταλάβω για τι πράγμα μιλούσε».
«Είναι μια από τις πιο τρομερές ιστορίες που έχω ακούσει», είπα. «Ξαναγύρισες πράγματι στο σπίτι;”
«Και βέβαια, τρία χρόνια αργότερα. Ο ευεργέτης μου είχε δίκιο. Ένας μικρός τύραννος σαν κι αυτόν ήταν ένας στο εκατομμύριο και δεν μπορούσε να πάει χαμένος».
«Πως κατάφερες να γυρίσεις;»
«Ο ευεργέτης μου ανέπτυξε μια στρατηγική που χρησιμοποιούσε τα τέσσερα συστατικά της πολεμικότητας: έλεγχο, πειθαρχία, επιμονή και χρονισμό».
Ο δον Χουάν είπε ότι ο ευεργέτης του, εξηγώντας του τι έπρεπε να κάνει για να κερδίσει αντιμετωπίζοντας αυτό το κάθαρμα, του είπε αυτά που οι νέοι μάντεις θεωρούσαν τα τέσσερα βήματα στο μονοπάτι της γνώσης. Το πρώτο βήμα είναι η απόφαση να γίνεις μαθητευόμενος. Αφού οι μαθητευόμενοι αλλάξουν τις απόψεις τους για τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους, κάνουν το δεύτερο βήμα και γίνονται πολεμιστές, δηλαδή όντα ικανά για απόλυτη πειθαρχία και έλεγχο του εαυτού τους. Το τρίτο βήμα, αφού αποκτηθεί η υπομονή και ο χρονισμός, είναι να γίνουν άνθρωποι της γνώσης. Και όταν οι άνθρωποι της γνώσης μαθουν να «βλέπουν», έχουν κάνει το τέταρτο βήμα και έχουν γίνει μάντεις.
Ο ευεργέτης του είχε τονίσει το γεγονός ότι ο δον Χουάν βρισκόταν στο μονοπάτι αρκετό καιρό, ώστε να αποκτήσει τα πρώτα δύο συστατικά: έλεγχο και πειθαρχία. Ο δον Χουάν επεσήμανε ότι και τα δύο αυτά συστατικά αναφέρονται σε μια εσωτερική κατάσταση. Ο πολεμιστής ασχολείται με τον εαυτό του, όχι με εγωιστικό τρόπο, αλλά από την άποψη της απόλυτης και συνεχούς εξέτασης του είναι του.
«Εκείνη την εποχή, τα άλλα δύο συστατικά μου ήταν απαγορευμένα», συνέχισε ο δον Χουάν. «Η επιμονή και ο χρονισμός δεν αποτελούν ακριβώς εσωτερική κατάσταση. Αποτελούν το χώρο όπου κινείται ο άνθρωπος της γνώσης. Ο ευεργέτης μου μου το έδειξε μέσω της στρατηγικής του».
«Αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορούσες να αντιμετωπίσεις από μόνος σου το μικρό τύραννο;» ρώτησα.
«Είμαι σίγουρος ότι θα τα κατάφερντα μόνος μου, αν και πάντα αμφέβαλα αν θα μπορούσα να τα καταφέρω με τόσο κέφι και χαρά. Ο ευεργέτης μου χαιρόταν τη σύγκρουση, καθοδηγώντας την. Η ιδέα του να χρησιμοποιείς έναν μικρό τύραννο, δεν είναι μόνο για την τελειοποίηση του πνεύματος του πολεμιστή, αλλά και για διασκέδαση και χαρά».
«Πως μπορεί να διασκεδάσει κανείς με το τέρας που μου περιέγραψες;»
«Δεν ήταν τίποτα σε σχέση με τα πραγματικά τέρατα που αντιμετώπιζαν οι μάντεις κατά τη διάρκεια της κατοχής. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, διασκέδαζαν πολύ αντιμετωπίζοντας τους. Απέδειξαν ότι ακόμα και οι χειρότεροι τύραννοι μπορούν να δώσουν χαρά, με την προϋπόθεση φυσικά ότι είσαι πολεμιστής».
Ο δον Χουάν εξήγησε ότι το λάθος που έκαναν οι άνθρωποι όταν αντιμετώπιζαν μικρούς τυράννους ήταν το να μην έχουν μια στρατηγική. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο μέσος άνθρωπος παίρνει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. Οι ενέργειές τους και τα αισθήματά τους, όπως και αυτά των μικρών τυράννων, έχουν μεγάλη σημασία. Οι πολεμιστές από την άλλη μεριά, όχι μόνο έουν μια καλά προετοιμασμένη στρατηγική, αλλά είναι απελευθερωμένοι και από τον εγωισμό. Αυτό που συγκρατεί τον εγωισμό είναι το ότι έχουν καταλάβει πως η πραγματικότητα είναι μια δική μας ερμηνεία. Αυτή η γνώση ήταν το πλεονέκτημα που είχε ο μάντης απέναντι στον απλοϊκό ισπανό.
Είπε ότι πείσθηκε ότι θα μπορούσε να νικήσει τον αρχιεργάτη, χρησιμοποιώντας την απλή διαπίστωση ότι οι μικροί τύραννοι, παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους, κάτι που δεν κάνουν οι πολεμιστές.
Ακολουθώντας το στρατηγικό σχέδιο του ευεργέτη του, ο δον Χουάν έπιασε δουλειά στο ίδιο εργοστάσιο ζάχαρης. Κανείς δεν θυμόταν ότι είχε ξαναεργασθεί εκεί. Διάφοροι φτωχοί ινδιάνοι έρχονταν και έφευγαν χωρίς να αφήνουν κανένα ίχνος.
Η στρατηγική του ευεργέτη του έλεγε να περιμένει να έρθει κάποιος αναζητώντας νέο θύμα. Όπως έγιναν τα πράγματα, ήρθε η ίδια γυναίκα και τον επεσήμανε, όπως είχε κάνει πριν από μερικά χρόνια. Αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο δυνατός στα μπράτσα.
Τα πράγματα ακολούθησαν την ίδια πορεία. Η στρατηγική, όμως, έλεγε ότι έπρεπε να αρνηθεί από την αρχή να πληρώσει τον αρχιεργάτη. Ο αρχιεργάτης δεν είχε ξανασυναντήσει άρνηση και σάστισε. Απείλησε να απολύσει τον δον Χουάν. Ο δον Χουάν τον απείλησε με τη σειρά του, λέγοντας ότι θα πήγαινε κατευθείαν στο σπίτι της κυρίας και θα την έβλεπε. Ο δον Χουάν ήξερε ότι η γυναίκα, που ήταν η γυναίκα του ιδιοκτήτη του εργοστασίου, δεν ήξερε τι έκαναν οι δύο αρχιεργάτες. Είπε στον αρχιεργάτη ότι ήξερε που έμενε, επειδή είχε δουλέψει στα γειτονικά χωράφια, κόβοντας ζαχαροκάλαμο. Ο αρχιεργάτης άρχισε να μαζεύεται και ο δον Χουάν του ζήτησε εκείνου λεφτά, πριν δεχθεί να πάει στο σπίτι της κυρίας. Ο αρχιεργάτης υποχώρησε και του έδωσε μερικά χαρτονομίσματα. Ο δον Χουάν ήξερε πολύ καλά ότι η συμφωνία του αρχιεργάτη ήταν απλά ένα κόλπο για να τον πάει μέχρι το σπίτι.
«Με πήγε πάλι ο ίδιος στο σπίτι», είπε ο δον Χουάν, «ήταν μια παλιά χασιέντα που ανήκε στην οικογένεια που είχε το εργοστάσιο – πλούσιοι άνθρωποι που ή ήξεραν τι συνέβαινε και δεν τους ένοιαζε, ή αδιαφορούσαν τόσο που δεν το είχαν καν προσέξει.
»Μόλις φθάσαμε εκεί, έτρεξα μέσα στο σπίτι για να βρω την κυρία. Τη βρήκα. Γονάτισα μπροστά της και της φίλησα το χέρι, ευχαριστώντας την. Οι δύο αρχιεργάτες έμειναν άναυδοι.
»Ο αρχιεργάτης του σπιτιού έκανε τα ίδια όπως και την προηγούμενη φορά. Αλλά είχα τα κατάλληλα μέσα να τον αντιμετωπίσω. Είχα έλεγχο, πειθαρχία, επιμονή και χρονισμό. Όλα έγιναν όπως τα είχε προγραμματίσει ο ευεργέτης μου. Ο έλεγχος με βοήθησε να ικανοποιήσω τις μεγαλύτερες απαιτήσεις του. Αυτό που συνήθως μας εξαντλεί σ' αυτές τις περιπτώσεις, είναι η φθορά του εγωισμού μας. Κάθε άνθρωπος που έχει λίγη περηφάνια μέσα του, αισθάνεται να κομματιάζεται όταν τον κάνουν να αισθάνεται ότι δεν έχει καμιά αξία.
»Έκανα με ευχαρίστηση ό,τι μου έλεγαν. Ήμουν χαρούμενος και δυνατός. Και δεν έδινα δεκάρα για την περηφάνια μου ή για το φόβο μου. Βρισκόμουν εκεί σαν ένας άψογος πολεμιστής. Το να κουρδίζεις το πνεύμα σου ότνα κάποιος άλλος σε ταλαιπωρεί, λέγεται έλεγχος».
Ο δον Χουάν εξήγησε ότι η στρατηγική του ευεργέτη του, απαιτούσε ότι αντί να λυπάται τον εαυτό του, όπως είχε κάνει την προηγούμενη φορά, να αρχίσει αμέσως να χαρτογραφεί τα ισχυρά σημεία του αντιπάλου, τις αδυναμίες του , τις ιδιοτροπίες της συμπεριφοράς του.
Ανακάλυψε ότι τα ισχυρότερα σημεία του αρχιεργάτη, ήταν η βίαιη φύση και η τόλμη του. Είχε πυροβολήσει τον δον Χουάν μέρα μεσημέρι, και μπροστά σε ένα σωρό περαστικούς. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν ότι του άρεσε η δουλειά του και δεν ήθελε να την βάλει σε κίνδυνο. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να προσπαθήσει να σκοτώσει τον δον Χουάν μέσα στον περίβολο του σπιτιού, την ημέρα. Η άλλη του αδυναμία, ήταν ότι ήταν οικογενειάρχης. Είχε μια γυναίκα και παιδιά, που ζούσαν σε μια καλύβα κοντά στο σπίτι.
«Το να μαζέψεις όλες αυτές τις πληροφορίες ενώ σε δέρνουν, λέγεται πειθαρχία», είπε ο δον Χουάν. «Ο αρχιεργάτης ήταν ένα κάθαρμα. Δεν είχε τίποτα καλό επάνω του. Σύμφωνα με τους νέους μάντεις, ένας τέλειος μικρός τύραννος δεν έχει τίποτα το καλό».
Ο δον Χουάν είπε ότι τα άλλα δύο συστατικά της πολεμικότητας, υπομονή και χρονισμός, που δεν τα είχε ακόμα αποκτήσει, είχαν αυτόματα αποτελέσει μέρος της στρατηγικής του ευεργέτη του. Η υπομονή είναι να περιμένεις -χωρίς βιασύνη, χωρίς άγχος – μια ευχάριστη αναβολή αυτού που θα γίνει.
«Πάσχιζα μέρα με τη μέρα», συνέχισε ο δον Χουάν, «καμιά φορά κλαίγοντας κάτω από το μαστίγιο του αρχιεργάτη. Και όμως, ήμουν ευτυχισμένος. Η στρατηγική του ευεργέτη μου ήταν αυτή που με έκανε να περνάω από μέρα σε μέρα, χωρίς να τον μισώ. Ήμουν πολεμιστής. Ήξερα ότι περιμένα και ήξερα τι περίμενα. Εκει βρίσκεται η μεγάλη χαρά του να είσαι πολεμιστής».
Πρόσθεσε ότι η στρατηγική του ευεργέτη του απαιτούσε τη συστηματική παρενόχληση του αρχιεργάτη, με τον να καλύπτεται πίσω από κάποιον ανώτερο, όπως είχαν κάνει και οι μάντεις της κατοχής, καλυπτόμενοι πίσω από την καθολική εκκλησία. Ένας φτωχός παπάς, ήταν καμιά φορά πιο ισχυρός από έναν ευγενή.
Η ασπίδα του δον Χουάν ήταν η γυναίκα που του είχε βρει τη δουλειά. Γονάτιζε μπροστά της και τη φώναζε αγία, κάθε φορά που την έβλεπε. Την ικέτευσε να του δώσει το μετάλλιο του φύλακα αγίου της έτσι ώστε να προσεύχεται σ' αυτόν για την υγεία και την ευτυχία της.
«Μου έδωσε ένα», είπε ο δον Χουάν, «και αυτό τάραξε πολύ τον αρχιεργάτη. Και όταν έβαλα τους υπηρέτες να προσεύχονται το βράδυ, κόντεψε να πάθει καρδιακή προσβολή. Νομίζω ότι τότε αποφάσισε να με σκοτώσει. Δεν μπορούσε να με αφήσει να συνεχίσω.
»Σαν αντίμετρο, οργάνωσα μιαν ολονυκτία ανάμεσα στους υπηρέτες του σπιτιου. Η κυρία πίστευε ότι ήμουν ένας πολύ ευλαβής άνθρωπος.
»Δεν κοιμόμουν βαριά μετά απ' αυτό, ούτε κοιμόμουν στο κρεβάτι μου. Κάθε βράδυ σκαρφάλωνα στη στέγη. Από εκεί τον είδα δύο φορές να με ψάχνει μέσα στη νύχτα, με το φόνο να γυαλίζει στα μάτια του.
»Κάθε μέρα με έστελνε στα χωρίσματα των αλόγων, ελπίζοντας ότι θα με τσαλαπατούσαν μέχρι θανάτου, αλλά εγώ είχα μερικές βαριές σανίδες που έστηνα σε μια γωνιά και προφυλαγόμουν από πίσω τους. Ο αρχιεργάτης ποτέ δεν το έμαθε, γιατί τα άλογα του έφερναν αηδία – άλλη μια από τις αδυναμίες του, η πιο θανάσιμη, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα».
Ο δον Χουάν είπε ότι ο χρονισμός, είναι αυτό που προσδιορίζει τη στιγμή της απελευθέρωσης όλων αυτών που συγκρατείς μέσα σου. Έλεγχος, πειθαρχία, και υπομονή είναι σαν ένα φράγμα πίσω από το οποίο λιμνάζουν τα πάντα. Ο χρονισμός είναι η πόρτα του φράγματος.
Ο αρχιεργάτης γνώριζε μόνο τη βία, με την οποία τρομοκρατούσε. Αν εξουδετερωνόταν η βία του, γινόταν σχεδόν ακίνδυνος. Ο δον Χουάν ήξερε ότι ο αρχιεργάτης δε θα τολμούσε να τον σκοτώσει μπροστά στο σπίτι, έτσι μια μέρα, μπροστά σε όλους τους εργάτες, αλλά και σε σημείο όπου μπορούσε να τον δει η γυναίκα του αφεντικού του, τον προσέβαλε. Τον αποκάλεσε δειλό, που φοβόταν θανάσιμα τη γυναίκα του αφεντικού.
Η στρατηγική του ευεργέτη του προέβλεπε ότι θα έπρεπε να περιμένει να εμφανιστεί μια τέτοια ευκαιρία, για να την εκμεταλευτεί ανατρέποντας έτσι την κατάσταση. Έτσι γίνεται συνήθως με κάτι ξαφνικό. Ο τελευταίος των σκλάβων ξαφνικά κοροϊδεύει τον τύραννό του, τον προκαλεί και τον κάνει να αισθάνεται γελοίος μπροστά σε μάρτυρες, και μετά απομακρύνεται χωρίς να του δώσει καιρό να αντεπιτεθεί.
«Την άλλη στιγμή ο αρχιεργάτης τρελάθηκε από την οργή του, αλλά εγώ είχα ήδη γονατίσει μπροστά στην κυρά», συνέχισε.
Ο δον Χουάν είπε ότι όταν η κυρία γύρισε στο σπίτι, ο αρχιεργάτης και οι φίλοι του τον φώναξαν στο πίσω μέρος, δήθεν για να κάνει κάποια δουλειά. Ο αρχιεργάτης ήταν πολύ χλωμός από το θυμό. Από τον ήχο της φωνής του, ο δον Χουάν κατάλαβε τι σκόπευε να κάνει. Ο δον Χουαν προσποιήθηκε ότι δεχόταν, αλλά αντί να πάει προς την πίσω αυλή, έτρεξε προς τους σταύλους. Ήταν σίγουρος ότι τα άλογα θα έκαναν τέτοια φασαρία, που οι ιδιοκτήτες θα έβγαιναν να δουν τι συνέβαινε. Ήξερε ότι ο αρχιεργάτης δε θα τολμούσε να τον πυροβολήσει. Κάτι τέτοιο θα έκανε πολύ φασαρία και ο φόβος να χάσει τη δουλειά του, τον συγκρατούσε. Ο δον Χουάν ήξερε επίσης ότι ο αρχιεργάτης δε θα πήγαινε εκεί που ήταν τα άλογα – εκτός αν τον πίεζε πέρα από το ανώτατο σημείο της αντοχής του.
«Πήδηξα μέσα στο χώρισμα του πιο άγριου βαρβάτου», είπε ο δον Χουάν «και ο μικρός τύραννος, τυφλωμένος από την οργή, έβγαλε το μαχαίρι του και με ακολούθησε. Αμέσως κρύφτηκα πίσω από τις σανίδες μου. Το άλογο τον κλώτσησε μια φορά και όλα τελείωσαν.
»Είχα μείνει έξι μήνες στο σπίτι, και σ’ αυτή την περίοδο είχα χρησιμοποιήσει τα τέσσερα συστατικά της ποεμικότητας. Χάρη σ΄αυτά είχα πετύχει. Ούτε μια φορά δεν είχα λυπηθεί τον εαυτό μου, ούτε είχα κλάψει από την αδυναμία μου να αντιδράσω. Ήμουν χαρούμενος και ήρεμος. Ο έλεγχος και η πειθαρχία μου παρέμεναν όπως πάντα, και είχα ένα παράδειγμα του τι μπορεί να κάνει η επιμονή και ο χρονισμός για τους άψογους πολεμιστές. Και ούτε για μια στιγμή δεν είχα επιδιώξει τον θάνατο του αρχιεργάτη.
»Ο ευεργέτης μου μου εξήγησε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η υπομονή σημαίνει να συγκρατείς με το πνεύμα κάτι που ξέρεις ότι πρέπει να συμβεί. Δε σημαίνει ότι ο πολεμιστής σχεδιάζει να κάνει κακό σε κάποιον, ή να ξεκαθαρίσει παλιούς λογαριασμούς. Η υπομονή είναι κάτι το ανεξάρτητο. Όσο ο πολεμιστής έχει έλεγχο, πειθαρχία και χρονισμό, η υπομονή εξασφαλίζει ότι θα γίνει αυτό που πρέπει, σε όποιον το αξίζει».
«Υπάρχει περίπτωση να νικάνε οι μικροί τύραννοι και να καταστρέφουν τον πολεμιστή που τους αντιμετωπίζει;» ρώτησα.
«Φυσικά. Υπήρχε μια εποχή που οι πολεμιστές πέθαιναν σαν μύγες, στην αρχή της κατοχής. Είχαν αποδεκατιστεί. Οι μικροί τύραννοι μπορούσαν να θανατώσουν οποιονδήποτε, όποτε τους ερχόταν. Κάτω από τέτοιες πιέσεις, οι μάντεις έφθασαν στο απόγειο των ικανοτήτων τους».
Ο δον Χουάν είπε ότι εκείνη την εποχή, οι μάντεις που επιζούσαν, έπρεπε να παλεύουν με όλες τους τις δυνάμεις, για να βρουν καινούργιες τεχνικές.
«Οι νέοι μάντεις χρησιμοποιούσαν μικρούς τυράννους», είπε ο δον Χουάν κοιτάζοντάς με επίμονα, «όχι μόνο για να ξεφορτωθούν τον εγωισμό τους, αλλά και για να πετύχουν την πολύ εξευγενισμένη κίνηση του να φύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο. Θα καταλάβεις αυτή την κίνηση, καθώς θα συνεχίσουμε να συζητάμε την κυριαρχία της συνείδησης».
Εξήγησα στον δον Χουάν ότι αυτό που ήθελα να μάθω, ήταν αν στο παρόν, στη δική μας εποχή, οι μικροί τύραννοι που εκείνος αποκαλούσε «μικροπράγματα», μπορούσαν να νικήσουν ένα πολειστή.
«Φυσικά», απάντησε. «Οι συνέπειες όμως, δεν είναι τόσο σοβαρές όσο στο παρελθόν. Σήμερα εννοείται ότι οι πολεμιστές έχουν πάντα την ευκαιρία να συνέλθουν, ή να αποσυρθούν και να ξαναγυρίσουν. Αλλά υπάρχεικαι μια άλλη πλευρά στο πρόβλημα. Το να νικηθείς από έναν ασήμαντο μικρό τύραννο δεν είναι θανάσιμο, αλλά είναι εξευτελιστικό. Η θνησιμότητα, με μεταφορική έννοια, είναι σχεδόν το ίδιο υψηλή. Εννοώ ότι οι πολεμιστές που υποκύπτουν σε έναν ασήμαντο μικρό τύραννο, εξολοθρεύονται από την δική τους αίσθηση της αποτυχίας και της ανεπάρκειας. Αυτό για μένα σημαίνει μεγάλη θνησιμότητα».
«Πως μετράτε την αποτυχία;»
«Όποιος ενώνεται με τον μικρό τύραννο, είναι νικημένος. Το να ενεργείς με θυμό, χωρίς έλεγχο και πειθαρχία, το να μην έχεις υπομονή, σημαίνει ήττα!»
«Τι συμβαίνει όταν ηττηθούν οι πολεμιστές;»
«Ή ανασυντάσσονται, ή εγκαταλείπουν την επιδίωξη της γνώσης και μπαίνουν για πάντα στις τάξεις των μικρών τυράννων».



CARLOS CASTANEDA
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΦΛΟΓΑ
(FLAME FROM WITHIN)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΠΟΓΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ