Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοσθένης Βουτυράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοσθένης Βουτυράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Η προαίσθηση – Δημοσθένης Βουτυράς

Η βροχή μας είχε κλείσει σ΄ ένα μαγαζάκι. Ώρες μέναμε κει και μιλούσαμε. Είχαμε πει πολλά και πολλά, κι έπειτα χωρίς να μιλούμε κοιτάζαμε τη βροχή, που λεπτή, μονότονη έπεφτε και σα να τσιμπούσε τ΄ απλωμένα νερά.
Και δεν ήταν κανείς άλλος στο μαγαζάκι, από μας. Ο μάγερας μαγέρευε και πίσω του, στον τοίχο άπειρες μύγες είχαν καθήσει. Νόμιζες πως ήταν κεντημένος, ή νάχαν απλώσει κάποιο βέλο με βουλίτσες μαύρες.
Η σιωπή μας δεν κράτησε πολύ. Ο Σαμούλης μίλησε:
— Είπαμε πριν, είπε, για όνειρα, για τα σκυλιά, που ουρλιάζουν, όταν πρόκειται να πέσει κάποιο κακό στο σπίτι, που μένουν. Και πολλές φορές και για γειτονικά, ή συγγενικά. Αλλ΄ εγώ θα σας πω τώρα, και πως ζώα άγρια, πουλιά, όρνεα, κλαίνε, θρηνούν όταν είναι να πέσει στον τόπο που ζουν από χρόνια, στην πατρίδα τους, κάποια συμφορά μεγάλη!…
Ήτανε Σεπτέμβριος του 16. Ένα βράδυ κλεισμένος στο δωμάτιό μου έγραφα. Η ώρα ήταν περασμένη. Είχα βαλθεί να τελειώσω κι ας μ΄ έβρισκε και το ξημέρωμα.
Είχα, λοιπόν, βυθιστεί στο γράψιμο, ή σε κείνο που έγραφα, όταν ξαφνικά μέσ΄ στην ησυχία της νύχτας, ακούω μια φωνή, ένα κλάμα έξω, κομμένο σαν κλάμα γυναίκας, γριάς. Προπάντων γριάς, αυτή την εντύπωση μούκανε.
Ακροάστηκα καλά. Ναι, ναι, ήταν ένα κλάμα κομμένο ή που κοβόταν, γεμάτο πόνο, ένα παράξενο όμως, κλάμα κι απαίσιο μαζί!
— Μα τ΄ είναι αυτό! είπα.
Το κλάμα ξακολουθούσε μες στην ησυχία της νύχτας.
Με φρίκη πέταξα την πέννα, και αρπάζοντας ένα μπαστούνι χοντρό, χωρίς να ξέρω γιατί, βγήκα στην αυλή.
Μα ήτανε σα να θρηνούσε κάποια γριά στρίγγλα καθισμένη κάπου κει κοντά…
Η σελήνη φώτιζε δυνατά κυκλωμένη από σύννεφα. Και μες στο σπίτι ησυχία, στ΄ άλλα δωμάτια. Κανείς δε φαινότανε νάχε ακούσει τίποτα.
Το κλάμα πιο δυνατό ακουγόταν. Και όπως σας είπα, ήτανε σαν εκεί κοντά, σε κάποια μεριά, να καθόταν γριά μάγισσα, κακιά γριά και μάντισα κακών νάκλαιγε, ν’ άφηνε φωνή πόνου μεγάλου.
Όρμησα έξω, στο δρόμο. Αλλά μόλις επρόβαλα απ΄ τη σκιά του σπιτιού και φωτίστηκα απ΄ το φως της σελήνης, μια φωνή αλλιώτικη, φόβου άγρια, ακούστηκε να βγαίνει από κει κοντά.
Ύψωσα το ξύλο. Τίποτα δεν είδα.
— Μα τι είναι αυτό! είπα. Μην είναι νυχτοπούλι, κουκουβάγια;
Προσπάθησα να δω στα κεραμίδια των αντικρινών σπιτιών, ενός μάλιστα, χαμηλού πολύ, που ήταν και σε κατηγοριά και όπου μου φάνηκε πως βγήκε η φωνή.
Τίποτα, τίποτα. Το φως της σελήνης φώτιζε καλά τα κεραμίδια.
Και η φωνή είχε πάψει.
Ένα σκυλί ερχότανε γρήγορα, μαύρο, γνωστό μου, με τη μύτη κάτω και την ουρά μαζεμένη. Και μπήκε μέσα στο αντικρινό σπίτι από μια τρύπα.
Έκανα να μπω μέσα, όταν ακούω φωνές πολλές, όμοιες με κείνη, από παντού, απ΄ το λόφο του Φιλοπάππου, απ΄ τους αντικρινούς λόφους, απ΄ τα χωράφια, από παντού, όλες να κλαίνε, να θρηνούν!
— Μα τι σημαίνει αυτό; ρώτησα τον εαυτό μου.
Αισθανόμουν ότι κάτι κακό σήμαινε.
Την άλλη μέρα το διηγήθηκα αυτό σε ένα γέρο γνωστό μου, ένα γέρο δάσκαλο.
Τ’ άκουσε με προσοχή και μούπε έπειτα:
— Μην είναι η γλαύκα των Αθηνών, και αυτή θάναι, κι έκλαιγε για κάποιο κακό μεγάλο, μεγάλα κακά, που θα πέσουν στην Αθήνα και στην Ελλάδα;


Δημοσθένης Βουτυράς
Είκοσι διηγήματα 1924

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΓΙΑΤΙ ΛΥΠΑΣΑΙ; - ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ

Όταν αφήσανε τον Κούρμα απ΄ τη φυλακή, ήτανε νύχτα. Και του φάνηκε παράξενο, πώς τον βγάλανε τέτοια ώρα, και γιατί. Αλλά χωρίς να ρωτήσει, χωρίς τίποτα να πει, έφυγε και πήρε το δρόμο της πόλης. Ο ουρανός ήταν καθαρός, γεμάτος άστρα. Φυσούσε όμως, άνεμος ψυχρός, που τον έκανε να τρέμει. Στην πόλη, όταν έφτασε είδε σκοτεινούς τους δρόμους, κατασκότεινους. Αλλά τα καταστήματα ήταν ανοιχτά, φωτισμένα όμως με μικρό φως. Και στους σκοτεινούς δρόμους, πλήθος ανθρώπων γύριζε σιωπηλό, ή όταν μιλούσε, θα μιλούσε σιγά, αθόρυβα.
— Μα γιατί κάνουν έτσι, γιατί είναι σκοτεινά; σκέφτηκε και θέλησε να ρωτήσει. Αλλά με μιας:
— Τι με μέλλει! Δεν πάω καλύτερα να βρω καμιά μεριά να τον πάρω! είπε.
Στο νου τού ήρθε μια σπηλιά, πούχε μείνει κάποτε, ολόκληρη μέρα. Και περνώντας τους δρόμους τους σκοτεινούς, και χωρίς να δίνει προσοχή στο πλήθος που γύριζε, έφτασε σε μια ψηλή και ερημικιά παραλία. Εκεί κοντά βρισκόταν η σπηλιά. Στάθηκε όμως, άτυχος. Γιατί βρήκε την σπηλιά νάχει πόρτα τώρα, και πόρτα γερή και κλεισμένη καλά.
— Μπα, έκανε, και τις σπηλιές κλείνουν ακόμα τώρα; Ε, πάλι καλά, αλλού!...
Και ζήτησε ένα μέρος κατάλληλο για να πλαγιάσει. Και βρήκε. Αλλά γιατί, αν και φυσούσε ο άνεμος, πούκανε τη θάλασσα να χτυπά αφρισμένη, στα βράχια, δεν ακουγόταν η βουή της, ούτε
ο κρότος των κυμάτων της....
— Τι σε μέλλει; είπε στον εαυτό του και γύρισε και κοίταξε τα άστρα που σάλευαν, παίζανε τις ακτίνες τους...
Ξύπνησε. Είδε πάλι, τ΄ αστέρια να λάμπουν. Αισθάνθηκε ευχαρίστηση που βρισκόταν έξω και ανέπνευσε τον ψυχρό αέρα με ηδονή. Σκέφτηκε όμως, πως πάλι θα πήγαινε να δουλέψει στα κατάβαθα της γης, για να βγάλει το ψωμί του, και μελαγχόλησε. Πρόσωπα πολλά ήρθανε στο νου του, άλλα αγαπητά και άλλα αντιπαθητικά. Άραγε και οι φίλοι του θάτανε έξω, ή θα τους κρατούσαν ακόμα μέσα; Και στο νου του ήρθε και η μέρα που τους είχαν πιάσει... Όλοι δεμένοι και δυο, δυο, πάγαιναν και ο κόσμος άλλος τους εκοίταζε περίεργος και άλλος γελούσε και τους περιγελούσε. Και γιατί αυτό; Γιατί κι αυτοί είχανε ζητήσει να παίρνουν περισσότερο αέρα καθαρό, και να βλέπουνε λίγο ήλιο...
Σηκώθηκε να πάει στην πόλη. Δεν είχε όρεξη να κοιμηθεί. Ίσως και να κόντευε να ξημερώσει. Καθώς έφευγε πλησίασε στα βράχια τα ψηλά, κ΄ έσκυψε να δει τη θάλασσα. Τρόμαξε. Νερό δεν είδε να χτυπά στα βράχια, αλλά μόνο χαμηλά, χαμηλά, σε τρομερό βάθος, κάτι να λάμπει, ή να γυαλίζει...
— Μπα, μα τ΄ είναι αυτό! είπε.
Κείνη τη στιγμή ταράχθηκε περισσότερο. Διέκρινε η ματιά του δυο άλογα να περνούν κάτω, στα βάθη, και πίσω ένα αμάξι μακρύ.
— Μα τ΄ είναι αυτό; Βρε παράξενο!... έκανε.
Νόμισε πως ονειρευόταν. Αλλά σε λίγο, αφού έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας το αμάξι και τ΄ άλογα, που χανόνταν στο σκοτάδι, είπε στον εαυτό του:
— Τι σε μέλλει!... Δεν τραβάς για μέσα.
Και προχώρησε για την πόλη. Τώρα όμως, όταν έφτασε είδε, όπου περνούσε, ερημιά μεγάλη, και τα σπίτια νάχουν ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες.
— Μα τι συμβαίνει; έλεγε.
Μια βουή ξαφνική, ήρθε στ΄ αυτιά του, βουή λαού.
— Μπα, είπε, κάτι συμβαίνει!
Και προχώρησε να πάει στο μέρος, που ερχόταν η βουή. Ούτε φως, ούτε φωτάκι τώρα, απ΄ όπου περνούσε. Σκοτεινά όλα, κατασκότεινα. Κ΄ αισθανόταν κρύο διαπεραστικό. Η βουή δυνάμωνε, και αυτός προχωρούσε πιο γρήγορα. Αλλά πηγαίνοντας έτσι λίγο έλειψε να συγκρουστεί με κάποιον, που βγήκε τρέχοντας από ένα δρομάκι. Τα μάτια του Κούρμα συνηθισμένα απ΄ τα σκοτεινά υπόγεια, που τον είχανε κλεισμένο, απ΄ τις τρύπες που δούλευε, τον γνωρίσανε ευθύς.
— Ο Μαλάς! φώναξε.
— Βρε ο Κούρμας!... απάντησε κείνος. Βγήκες και συ; Και πότε σ΄ αφήσανε;
— Χτες το βράδυ.
— Βράδυ;... Α, α!... Μα δεν ξέρεις ότι βράδυ και μέρα δεν υπάρχουν τώρα;... Κι όλο βράδυ είναι.
Ο Κούρμας τον κοίταξε με προσοχή.
— Θα τούστριψε φαίνεται, σκέφτηκε, μέσ’ στα μπουντρούμια, που τον είχαν κλείσει...
— Τι με κοιτάζεις έτσι; τον ρώτησε ο Μαλάς. Δεν ξέρεις τίποτα, βλέπω, νομίζεις ότι τάχασα, ε; Και δεν μου λες, μωρέ, γιατί μας αφήσανε; Τους έχει πάει, να! Ο ήλιος δεν το ξέρεις, ότι έσβησε, έχασε το φως του ξαφνικά. Και τα νερά τραβηχτήκανε, λιγοστέψανε, της θάλασσας; Τώρα λένε, πως θα βάλουν τεχνητά πράματα να κάνουν ό,τι έκανε ο ήλιος!... Μα για άκου!… ο λαός όλος, όλος είναι μαζεμένος έξω απ΄ την πόλη και περιμένει το σβησμένον ήλιο να φανεί!... Και άμα τον δει θα κάνει παράκληση να τούρθει πάλι το φως του. 
Ο Κούρμας είχε ζαλιστεί.
— Μα τ΄ είναι αυτά!...
— Ναι, ναι!...
Μια βουή μεγάλη, τρομερή υψώθηκε κείνη τη στιγμή...
Ο Μαλάς στράφηκε στην ανατολή.
— Να, να, κοίταξε!... Να ο ήλιος! φώναξε στο φίλο του.
Ένας όγκος κόκκινος, πυρωμένος και σκοτεινός σε πολλές μικρές μεριές, και που εδώ και κει μικρές λάμψες πετούσε, είχε φανεί.
— Νάτος!...
Ο Κούρμας τον κοίταξε σιωπηλός.
—Πάμε και μεις στην παράκληση, πάμε να παρακαλέσουμε… του είπε ο σύντροφός του κι έκανε να προχωρήσει.
— Πού, πού να πάμε, είπες; ρώτησε ο Κούρμας, αν και άκουσε καλά.
— Εκεί που όλος ο λαός θα παρακαλέσει.
— Τι λες, τι λες; Για τρελό με πήρες;... Τι θέλω γω να παρακαλέσω μαζί τους; Τι θέση έχω γω;... Και συ! Γιατί θα πας εσύ; Τον ήξερες τον ήλιο, που χάθηκε, συ, τον απόλαψες διόλου που θα πας να παρακαλέσεις!... Ποτέ να μην έρθει! Καλύτερα έτσι, χίλιες φορές!...

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

ΔΑΚΡΥ ΣΤΟ ΦΙΔΙ - ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ



Πατώντας μες στ' αγκάθια, στ' άγρια χόρτα, προχωρούσανε σιωπηλοί, σκεφτικοί με κουρασμένο βήμα. Γύρω τους η φύση είχε στολιστεί, φορούσε τη φορεσιά τής εορτής και οι μυρουδιές των λουλουδιών, των άγριων λουλουδιών, γεμίζανε τον αέρα. Κάποτε κοράκι περνούσε με κρωγμό δυνατό από πάνω τους, και τότε σήκωναν το κεφάλι και το κοίταζαν που έφευγε με φτερουγιές μεγάλες, το κοίταζαν ώσπου χανότανε στου γαλάζιου ουρανού το βάθος.
Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.
Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων.
-Να το νταμάρι! το βλέπετε; είπε ο ένας και στάθηκε δείχνοντας ένα λόφο κοκκινωπό μακριά. Εκεί τον φύλαξα. Α, ρε, μανία που τον είχα!... Εκεί πίσω, εκεί τον βάρεσα!... Έγινε καλά όμως!... Το σκυλί!... Α, αν τον πετύχω τώρα, καμιά φορά, δεν πιστεύω να ξαναγίνει!...
-Διπλός ο κόπος γίνεται, Λούκαρή μου, όταν η δουλειά δε γίνει σωστή! του είπε ο δεύτερος με κούνημα του κεφαλιού και σταματώντας, για να δέσει το άσπρο μακρύ ζουνάρι του, που είχε λυθεί και κρεμόταν.
-Έχεις δίκαιο, έτσι είναι!... Μα δε μου λέτε, δεν καθόμαστε να ξαποστάσουμε λίγο σ΄ αυτή την ελιά;
-Ακούς λέει!...
Ο τρίτος άρχισε να βλαστημά κι έσκυψε πιάνοντας το πόδι του.
-Τι έπαθες, μωρέ Κούρη;
-Ένα αγκάθι, Σακίδα μου, εν΄ αγκάθι, τ΄ άτιμο, σα μαχαίρι!...
Και κάθισε κάτω, έβγαλε το παπούτσι του, ένα παλιό λαστιχένιο, κατατρύπιο.
Αυτοί προχωρήσανε για την ελιά, όπου σε λίγο έφτασε και ο Κούρης.
Κρότος σιδηρόδρομου ήρθε ίσαμε κει, έπειτα έφυγε, όπως, όταν φυσά άνεμος, φεύγει κουλουριαστά, στριφογυρίζοντας καπνός, που βγαίνει από καπνοδόχο εργοστασίου.
Πάλι είχανε μείνει σιωπηλοί.
Χελιδόνια περνούσανε γρήγορα, οι σφήγκες, οι μέλισσες βούιζαν... Ένας χτύπος ερχόταν από το λόφο, ένας χτύπος σίδερου, που κτυπά πέτρα.
-Είναι το νταμάρι! τους είχε πει ο Λούκαρης.
Ο Σακίδας έψαχνε την τσέπη του
-Τι γυρεύεις;
-Καπνό!... αν έχει τίποτα τρίμματα!... Μπα!... έκανε κοιτάζοντας την τσέπη του, που αναποδογύρισε.
-Ψίχουλα είναι τα περισσότερα!...
Έγινε σιωπή! Ο κρότος του λοστού, που χτυπούσε την πέτρα, ακουγόταν κανονικός.
Σε λίγο μίλησε ο Κούρης:
-Μωρέ, για βάλτε το και κείνο με το νου σας, που μας είπε κείνη η γυναικούλα στην παραγκούλα! Βάλτε με το νου σας!...
-Α, έκανε ο Σακίδας, για σπουδαίο το 'χεις; Αυτά γίνονται κάθε μέρα! Στο φτωχό δε δίνουνε καμιά αξία, καμιά!... Αν και ο φτωχός, να σας το πω, έχει πιο πιο πολύ αξία απ΄ τους πλούσιους! Αυτό μπορώ να σας τ΄ αποδείξω, τώρα δα, αν θέλετε!... Για σκεφτείτε λίγο το παιδί πώς γεννιέται! Για βάλτε το, ντε, με το νου σας! Πώς γεννιέται;... Γεννιέται άφκιαχτο ακόμα, δε μοιάζει με το κατσίκι, με το αρνί!... Αλλά το παιδί είναι ένα πράγμα άφκιαχτο και το πλάθει ύστερα η μάνα! Σα να ΄χω δίκαιο λίγο ε; Βάλτε λοιπόν με το νου σας τη φτωχειά!... Τι τυραννία τραβά!...Να ξενυχτά να το κουνά, να το σκουπίζει και να το πλένει και να πλένει και ολόκληρο το σπίτι!... Α, το μωρό δεν έχει ύπνο, α, το μωρό ξερνά, α, το σπουρίζει, και άλλα, άλλα!... Βάσανα και βάσανα! Αμ΄ ώσπου να πάρει τα πόδια του; Ασ΄τα!... Απ΄ την άλλη μεριά παρ΄ την πλούσια. Γεννά, ε; το παιδί θα το πάρει η παραμάνα! Θα της κοιτάξουνε και το γάλα!... Η πλούσια κοιμάται σα να την είχε πιάσει μόνο η κοιλιά της και της πέρασε! Το παιδί το σέρνει η παραμάνα. Αλλά μην κι αυτή τυραννιέται; Άμα μαγαριστεί το παιδί, πετά τα μαγαρισμένα!... Άλλη δούλα τα παίρνει και τα πλένει!... Βλέπετε λοιπόν, πως ο φτωχός είναι πιο ιερός από τον πλούσιο;
-Μα πού τα έμαθες αυτά, στο Θεό σου, μωρέ Σακίδα; ρώτησε ο Κούρης, άμα ο Σακίδας σταμάτησε να λέει.
Αυτός τον κοίταξε με χαμόγελο:
-Πού τα ΄μαθα, ρε Κούρη; Στο πανεπιστήμιο, που μας είχανε κλεισμένους!...
Ο Κούρης έσπρωξε το σκούφο του κι έξυσε το κεφάλι του.
-Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι ιερός και ποιος δεν είναι, μουρμούρισε ο Λούκαρης, εγώ ξέρω πώς όλοι είναι κακοί!.. Για μένα είναι το ίδιο όλοι!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή και δε θα ήμουνα ό,τι είμαι τώρα! που δε θα γλιτώσω και πάλι να χωθώ μέσα. Αυτό ξέρω γω! Όλοι είναι κακοί, κακοί!...
-Άλλο λέω γω! Έκανε να πει ο Σακίδας.
-Ξέρω τι λες εσύ, αλλά ξέρω και τι λέω γω!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, αν δε με πείραζε, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή!... Θα ΄χα κι εγώ μια καλύβα, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου...
Έγινε σιωπή. Ο κρότος του λοστού είχε είχε πάψει. Το βουητό των εντόμων, που γυρίζανε στ΄ άγρια λουλούδια κει κοντά τους, ακουγόταν και φωνές σπουργιτιών.
-Μωρέ, διψώ! έκανε σε λίγο ο Σακίδας.
-Κι εγώ! είπε ο Κούρης.
-Μα πού στο διάολο να βρούμε νερό;
-Να, εκεί, τους είπε ο Λούκαρης, δείχνοντας το λόφο, εκεί στο νταμάρι κάτω έχει πηγάδι!
Αυτοί σηκωθήκανε:
-Δε θά ΄ρθεις;
-Δε διψώ!... Αντίστε!... Γρήγορα λιγάκι!... Ο Λούκαρης τους κοίταξε, που φεύγανε, έπειτα για λίγο έγειρε και ξαπλώθηκε.
Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός.
Ξαφνικά πετάχτηκε και κάθισε.
Πέρα λίγο απ΄ αυτόν, σε μια μεριά μισοκυκλωμένη από χόρτα, ένα φίδι είχε κουλουριαστεί και λιαζότανε με το κεφάλι σα γάτα, ή σκυλί, βαλμένο κάτω...
Τινάχτηκε. Αλλά και το φίδι ορθώθηκε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ανοιγόκλεινε το στόμα του με τα μυτερά στριφτά δόντια...
Χωρίς να το σκεφτεί το χτύπημα με με το καυσόξυλο, που είχε για ραβδί, το χτύπησε με δύναμη... Το φίδι έμεινε ακίνητο.
Το τράβηξε έξω. Ήταν αστρίτης αρκετά μεγάλος.
-Γιατί να το σκοτώσω; είπε, αφού στάθηκε, για λίγο, και το κοίταξε. Τι μου έκανε;... Είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!... Όλος ο κόσμος το κυνηγά!...
Είδε το φίδι να κουνιέται και να φέρνει κοντά την ουρά του και να μένει πάλι ακίνητο.
Λύπη μεγάλη του ήρθε:
-Δεν έκανα καλά να το σκοτώσω, όχι!... είπε πάλι. Όλος ο κόσμος το κυνηγά!... Δεν έκανα καλά!... Και είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!...
Και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και πέσανε πάνω στο σκοτωμένο φίδι.



Δημοσθένης Βουτυράς
Όνειρο που δεν τελειώνει και άλλα διηγήματα
Εκδόσεις Ελευθερουδάκη 1923

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017

Η πόλη της κατάρας – Δημοσθένης Βουτυράς


Άνθρωποι ωχροί περπατούσαν, ωχροί με βήμα βαρύ, έμπαιναν στα χαμηλά, σαραβαλιασμένα μαγαζιά κι όλοι μαζί σιγά μιλούσανε, με πιασμένη τη φωνή, με μάτια θαμπά. Παρέες κουρελιάρηδων γυρίζανε με τα πόδια τους τυλιγμένα σε πανιά, για πέδιλα ή παπούτσια, γυναίκες ξυπόλητες με παιδιά στην αγκαλιά, παιδιά κίτρινα, αδύνατα και με κάτι σα γέρου να 'χουνε, παιδιά που γεννηθήκανε γέροι.
Είχεν έρθει το μεσημέρι. Κι οι άνθρωποι απ' τους δρόμους είχαν αραιώσει πολύ. Αλλά και μέσα στα μαγαζιά που είχανε μαζευτεί σιγά σιγά μιλούσανε, σβηστά, κουρασμένα, ή θα κρατούσανε μια σιωπή, όμοια με κείνη που μονάχα ο θάνατος φέρνει. Μύγες μεγάλες, μαύρες, χαλκόμυγες γυρίζανε πλήθος, όπως γυρίζουν στα μέρη που ψοφίμια πολλά βρίσκονται, και μια μυρουδιά μούχλας, σαπίλας, έβγαινε από παντού, απ' τους τοίχους, απ' τα τραπέζια κι απ' τους ανθρώπους αυτούς που κοντά τους περνούσες. Μα τι λέω; Απ' τους ανθρώπους έβγαινε ακόμα χειρότερη μυρουδιά. Μου φαινότανε να μυρίζανε μούχλα τάφου, τάφου που ανοίγουνε, να 'βγαινε μυρουδιά πεθαμένου, σάπιου...
Μήπως κοιμούμαι, ρώτησα τον εαυτό μου, ή μ' έριξεν η μοίρα μέσα σε πόλη βρυκολάκων;
Στο μαγαζί που 'χα μπει για να φάω δεν μπόρεσα να μείνω πολύ, απ' την ησυχία τόσων ανθρώπων που, κίτρινοι, σιωπηλοί, τρώγανε με μάτια θαμπά, σα νεκροί, σα να 'χανε νεκροί σηκωθεί απ' τους τάφους τους και τρώγανε...
Κι η μυρουδιά τους έβγαινε δυνατή, σου ερχότανε μυρουδιά τάφου που ανοίγουνε, μυρουδιά πεθαμένου. Και το παιδί με τη γέρικη όψη που ήρθε να πληρωθεί, και κείνο έτσι μύριζε... Αλλά δεν ήταν παιδί, ήτανε γέρος, γέρος με κάτι παιδικό!
Όταν βγήκα έξω, άκουσα μια φωνή δυνατή και στράφηκα.
Ήτανε μια γυναίκα σκελετωμένη, μια γριά σκελετωμένη, μισόγυμνη, με τα μάτια όλο ασπράδια, που, καθισμένη κάτω στις πλάκες κι ακουμπισμένη λίγο στον κολασμένο, γδαρμένο τοίχο του μαγαζιού, φώναζε και καταριότανε ζητώντας βοήθεια.
Ρωτώντας, πήγαινα να βρω δυο γνωστούς μου, δυο πατριώτες μου, που είχαν έρθει από χρόνια και μένανε στο μέρος αυτό.
Μα κι ο ήλιος ήταν τόσο φωτεινός, φώτιζε σαν ξεβαμμένος, σα να πέφταν οι ακτίνες του σε βαθύ, κατάβαθο μέρος. Έτσι θα πέφτουν και στον Άδη μέσα, για να τυραννούν και να θυμίζουνε στους κολασμένους τον κόσμο που αφήκαν...
Επιτέλους το βρήκα, βρήκα το κατάστημα του ενός.
Κοίταξα ψηλά και με χαρά είδα τ' όνομά του.
Αλλά μόλις έκαν να πάω μέσα να τον ζητήσω και να του δώσω γνωριμιά, στάθηκα. Είδα ένα γεροντάκι ζαρωμένο να κάθεται στη θέση του καταστηματάρχη. Αυτός δε θα 'τανε μέσα.
Ήταν έρημο την ώρα εκείνη το κατάστημα. Πέρα, σε μιαν άκρη, δυο μάτια κιτρινωπά με κοίταζαν. Τους έγνεψα. Σηκώθηκε ο άνθρωπος με τα κιτρινωπά μάτια και με μια ποδιά άσπρη κι ήρθε κοντά μου με βήμα αργό.
-Τι είναι; με ρώτησε σιγά.
-Ο κύριος Κωστέλας;
-Νάτος! μου είπε και μου 'δειξε το γεροντάκι.
Έμεινα! Αυτό το γεροντάκι κείνος! Εγώ τον ήξερα, όταν έφυγε, νέο, ξανθό, ροδαλό... και μην έλειπε ή ήταν τόσα πολλά χρόνια;...
Έφυγα γρήγορα. Πήγα για τον άλλον.
Μπήκα σ' ένα μαγαζάκι παλιό, όπως όλα ήταν εκεί σ' αυτή την πόλη, με γυρτούς τοίχους, που μύριζε φριχτά μούχλα, σαπίλα...
Εκεί σύχναζε είχα μάθει. Και ρώτησα.
-Τώρα σε λίγο θα 'ρθει, μου 'πε ένας κίτρινος και σκελετωμένος μεσόκοπος.
Κάθισα στο τραπεζάκι και διέταξα κρασί να μου φέρουνε.
Δεν το είχα πιει κι ο σκελετωμένος άνθρωπος μου λέει: -Έρχεται!
Περιμένω να τον δω. Και να, βλέπω ένα γεροντάκι με γυαλιά να μπαίνει μέσα σέρνοντας τα πόδια του...
-Ο κύριος σας θέλει, του λέει ο μαγαζάτορας.
Γύρισε και με κοίταξε.
-Ω! έκανε και με πλησίασε απλώνοντας τα χέρια.
-Βάσο! του φώναξα. Σα να είδα κάτι να φέρνει κείνο το γεροντάκι του φίλου μου.
Σφίξαμε τα χέρια.
-Μα πως έγινες έτσι; του είπα. Πως;
-Μη ρωτάς! Είμαι αγνώριστος, ε; Καταβλήθηκα...
-Κάτσε να πάρεις ένα κρασί!
Κάθισε και με κοίταξε με τα θαμπά μάτια του, τα θαμπά μάτια του τα δακρυσμένα, πίσω απ' τα μεγάλα γυαλιά του. Κι ήταν κάτασπρος, μουστάκια, γένια. Είχε όμως ακόμα το γένι κομμένο, όπως άλλοτε. Είπα και του 'φεραν κρασί. Το πήρε και το 'πιε μεμιάς.
Παρατήρησα πως κι αυτός έβγαζε τη μυρουδιά κείνη του τάφου που ανοίγουνε, του πεθαμένου που άλιωτος ακόμα βρίσκεται μέσα.
-Ας είναι! είπε με αναστεναγμό. Τι κακά έκανα που 'φυγα! Και μήπως δε μου το 'πε κάποιος, όταν ήρθα δω; Μου είπε: «Φεύγα, γιατί σε όχι πολύ δεν θα μπορείς πια! Φεύγα, γιατί θα πάθεις και συ απ' την αρρώστια που δέρνει όλους εδώ μέσα σ' αυτή την πόλη! Έχει αυτή η πόλη κάποια κατάρα. Αυτό το μέρος είναι καταραμένο...»
Έτσι μου 'πε, αλλ' εγώ δεν τον άκουσα, συρμένος από κάποιο κέρδος. Μετά λίγον καιρό όμως μου ήταν αδύνατο να φύγω, όσο κι αν είχα επιθυμία! Αδύνατο! Όσο κι αν έβλεπα ότι εδώ οι άνθρωποι σαπίζουν, και γερνούν πριν την ώρα τους, μου ήταν αδύνατο να φύγω. Ήμουνα σαν να είχα δεθεί με το μέρος αυτό... Έβλεπα πως εδώ η χαρά δεν υπάρχει κι ότι όλοι περιμένουν το θάνατο να τους λυτρώσει απ' αυτή τη ζωή, αλλά τι να κάνω; Μου ήταν αδύνατο να φύγω πια... Κι αν έφευγα, θα γύριζα γρήγορα πίσω! Κατόπι πήγα σε μέρη άλλα, που μοσκοβολούσε ο τόπος, οι άνθρωποι ήτανε γεμάτοι υγεία, αλλά δεν μπόρεσα να μείνω, όπως και ο καθένας απ' εδώ όταν πάει αλλού. Γύρισα πίσω. Με τραβούσε το μέρος αυτό όπως σύρει δυνατός μαγνήτης το σίδερο, με τραβούσε η μυρουδιά της μούχλας, της σαπίλας, κι ενώ δεν ήθελα να έρθω, ερχόμουνα!
Η μυρουδιά εκείνη που 'χαν όλοι, όταν μιλούσε, πιο δυνατά μου ερχόταν, σα να 'χε ανοίξει κοντά εκεί τάφος, τάφος και μιλούσε, που μέσα του βρισκόταν άλιωτος ο νεκρός ακόμα...



Δημοσθένης Βουτυράς
Το καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες
Εκδόσεις Τόπος 2009

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

ΑΛΛΑΧ – ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ


Η φωτιά κατάτρωγε τα παλιά του χωριού σπίτια. Είχε αρχίσει από μια άκρη, την ανατολική, του μεγάλου δρόμου και προχωρούσε καίοντας τα στπίτια της μιας πλευράς, για να φτάσει την άλλη άκρη, που τελείωνε κοντά σ' ένα λόφο γυμνό, ξερό από κάθε βλάστηση.
Τα σπίτια της άλλης πλευράς, αυτουνού του δρόμου έμεναν άγγιχτα και κατάκλειστα. Ερημιά σ' όλο το χωριό. Και μόνο στο δρόμου που οι φλόγες κατέτρωγαν τα σπίτια βρίσκονταν αρκετά πρόσωπα. Δύο στρατιώτες που προσπαθούσαν να διορθώσουν χαλασμένο αυτοκίνητο και πιο πέρα απ' αυτούς κάτι άλλοι παράδοξοι στρατιώτες με ξεκουμπωμένα αμπέχονα και με όπλα πεταμένα στη σκόνη του δρόμου ανάκατα, που καθισμένοι κάτω στη γη μοίραζαν αναμεταξύ τους διάφορα μικροπράγματα αξίας.
-Ασ' τα κάτω ρε!...
-Μη βάζεις χέρι.
-Ο καθένας θα πάρει το μερτικό του.
Άλλοι δεν υπάρχουν. Στα πόδια όμως του λόφου του γυμνού από βλάστηση, πλήθος γυναίκες, κορίτσια καθισμένα κάτω, κοίταζαν τα σπίτια που καίονταν, τις φλόγες, χωρίς να μιλούν, βουβά και ακίνητα. Έμοιαζαν με κοπάδι προβάτων καθισμένων, και που κάπου προσέχει. Λίγα βήματα εμπρός τους, όρθιος, σαν τσοπάνος, στεκόταν ένας γέρος μουσουλμάνος.
Η φωτιά τριζοβολούσε. Καπνός, υψωνόταν και μαύριζε το γαλανό χρώμα τ' ουρανού. Άνεμος τώρα άρχισε να φυσά. Ο καπνός έφευγε γρήγορα και οι φλόγες πιο ζωηρά δούλευαν, κατέτρωγαν τα ξύλα... Πάνω σ' αυτό, στην ανατολική άκρη του δρόμου φάνηκε ένας ανθυποφαρμακοποιός. Οι στρατιώτες, που 'χαν πάψει τη μοιρασιά κι είχαν αρχίσει κάποιο παιχνίδι τυχερό, μόλις τον είδαν, σηκώθηκαν, πήραν τα όπλα τους κι έφυγαν. Οι στρατιώτες που διόρθωναν το αυτοκίνητο, όταν πέρασε από κοντά τους, σήκωσαν τα κεφάλια τους, τον κοίταξαν και πάλι ξακολούθησαν τη δουλειά τους.
Ο φαρμακοποιός πέρασε τα σπίτια που καίονταν με γρήγορο βήμα, αλλ' όταν είδε τις γυναίκες και τα κορίτσια μαζεμένα στα πόδια του λόφου, στάθηκε. Τις κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, κι ύστερα κινήθηκε και τις πλησίασε αργά και με τα σκέλια σφιγμένα, ώστε ν' αγγίζει το 'να στ' άλλο ή να τρίβεται το 'να στ' άλλο καθώς προχωρούσε. Στάθηκε πάλι και κοίταζε σα να έψαχνε να βρει κάτι που 'χασε...
Οι Τούρκισσες άλλες τον κοίταζαν και άλλες έριξαν τα μάτια κάτω στη γη. Ο γερο-μουσουλμάνος είχε στραφεί και τον έβλεπε καλά. Ο φαρμακοποιός σα να βρήκε τι ζητούσε, προχώρησε γρήγορα και άρπαξε ένα έμορφο κορίτσι από το χέρι. Η κυρά φώναξε, το κοπάδι των γυναικών ταράχτηκε, αλλ' έμεινε στη θέση του σα να του ήταν αδύνατο να φύγει, σα να 'ταν δεμένο στη γη, όπως τα στάχυα, οι θάμνοι. Ο γερο-μουσουλμάνος μπήκε στη μέση.
-Κορίτσι, κορίτσι, του είπε παρακλητικά, να, να τούτα!
Κι έδειξε τις γυναίκες. Ο φαρμακοποιός ούτε τον πρόσεξε, έσυρε την κόρη με δύναμη και τη σήκωσε από κάτω. Κι αυτή, έπειτα, τον ακολούθησε που την έσερνε, σαν το μοσχαράκι που, όσο κι αν δε θέλει ν' ακολουθήσει το σφάχτη, πάει από κοντά του. Ο γερο-μουσουλμάνος ακολουθούσε κι αυτός πίσω κάτι λέγοντας τουρκικά και ελληνικά.

Οι στρατιώτες που διόρθωναν το αυτοκίνητο είχαν αφήσει τη δουλειά τους και όρθιοι κοίταζαν. Το κοπάδι των γυναικών, βουβό πάντα, κοίταζε κι αυτό. Ο φαρμακοποιός, χωρίς να δίνει προσοχή σε κανέναν, σα να 'ταν μόνος με την κόρη, αυτός ο Αδάμ και αυτή η Εύα, την έσερνε και την έμπασε σ' ένα σπίτι απ' τ' αντικρινά της πυρκαϊάς, τ' άγγιχτα, που η πόρτα του βρέθηκε ανοιχτή. Κι έκλεισε έπειτα την πόρτα καλά. Με το κλείσιμο όμως της πόρτας φωνές ακούστηκαν μέσα. Ο γέρος απ' έξω μιλούσε, έλεγε κάτι, κοίταζε τους στρατιώτες, ύψωνε τα μάτια του στον ουρανό και κάποτε του ερχόταν κοιτάζοντας τους στρατιώτες ένα γέλιο παράδοξο, ένα γέλιο και κλάμα μαζί.
Να όμως, στην άκρη του δρόμου πάλι, την ανατολική, να στρατιώτες με τα όπλα στον ώμο, μαυρισμένοι απ' τον ήλιο και απ' την καλοπέραση, να 'ρχονται. Δεν ήταν πολλοι, καμιά εικοσαριά. Με βήμα ρυθμικό περνούσαν το δρόμο. Καθώς όμως έφθασαν έξω απ' το σπίτι που 'χε κλείσει την κόρη ο φαρμακοποιός, σταμάτησαν απ' τις φωνές τις σπαραχτικές που 'βγαιναν απ' αυτό.
-Τι τρέχει συνάδελφοι; ρώτησαν τους στρατιώτες του αυτοκινήτου.
Αυτοί που 'χαν αφήσει τη δουλειά τους τους απάντησαν:
-Ένας ανθυποφαρμακοποιός άρπαξε κι έκλεισε μέσα μια Τουρκοπούλα.
-Τι λες!
-Βρε τον άτιμο!
-Ε ρε το σπετσέρη!
Κι ένας πλησιάζοντας χτύπησε δυνατά την πόρτα με τον υποκόπανο του όπλου του, φωνάζοντας:
-Ασ' το κορίτσι, ρε!
Κι άλλοι τον μιμήθηκαν και χτύπησαν την πόρτα δυνατά. Η πόρτα σείστηκε, πήγε να πέσει.
-Ασ' το κορίτσι, βρε.
Και πάλι η πόρτα κινήθηκε άγρια απ' τα χτυπήματα. Οι φωνές έπαψαν μέσα. Οι στρατιώτες παρατάχτηκαν δίπλα στην πόρτα σε μια γραμμή, σα να περίμεναν να τους κάνει επιθεώρηση κείνος που θα 'βγαινε. Πατήματα στην αυλή... Η πόρτα άνοιξε και ο φαρμακοποιός φάνηκε. Έριξε μια πλάγια ματιά στους στρατιώτες που ήταν παρατεταγμένοι και που τον κοίταζαν με σκυθρωπή, άγρια ματιά, κι έφυγε γρήγορα. Στο 'να του χέρι κρατούσε απ' τα πόδια μια όρνιθα.
-Στον αγύριστο! έκανε ένας στρατιώτης.
Και ο γερο-μουσουλμάνος, υψώνοντας τα μάτια στον ουρανό:
-Αλλάχ! Είπε.


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ
Ο ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (1935)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ 2014


Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ – ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ



 Ήταν εορτή κ΄ οι καμπάνες της εκκλησιάς που εόρταζε δεν είχαν πάψει όλη τη νύχτα να χτυπούνε.
Βγήκα αργά σχεδόν έξω. Δε θα πήγαινα ούτε στην εκκλησιά, ούτε να χαιρετήσω φίλο. Θα πήγαινα να προσκυνήσω έναν τάφο!
Η ημέρα ήτανε συννεφιασμένη, ψυχρή του Δεκέμβρη μέρα. Φυσούσε άνεμος δυνατός και παγωμένος…
Το νεκροταφείο ήταν έρημο. Σαν σκιές των ήχων ερχόντανε ίσαμε εκεί οι χτύποι της καμπάνας της εκκλησιάς που εόρταζε.
Οι σταυροί φύλαγαν τους νεκρούς κ΄ οι κλώνοι των δέντρων έκλιναν από πάνω μόνοι θλιμμένοι. Τα πουλάκια τούς νανούριζαν τον απέραντον ύπνο τους, τους τραγουδούσαν γλυκά τραγούδια της ζωής. Κι αυτοί ίσως θα πίστευαν ότι βρισκόντανε στο χαμένο για πάντα σπίτι, κοντά στους δικούς τους, κι άκουγαν τη φωνή των παιδιών, των αδερφών, συζύγων, γονιών…
Αλλοίμονο!…
Ένας κρότος ερχόταν από κει κοντά, από ένα εργοστάσιο.
Προχώρησα να γυρίσω στο νεκροταφείο, αφού είδα τον τάφο, που είχα πάει να προσκυνήσω, τάφο, που δεν τον σκίαζαν θλιμμένα δέντρα, ούτε οι κλώνοι άλλων δέντρων έγερναν θλιμμένοι κοιτάζοντας την πλάκα.
Τάφοι μαρμάρινοι, με προτομές, με γλυφές, με παραστάσεις δεξιά κι αριστερά, ήτανε στο δρομίσκο, που είχα πάρει. Βρισκόμουν μέσα στις πρώτες θέσεις. Άραγε η γη, που της ανοίγουν τα σωθικά της και ρίχνουν πάλι μέσα τα παιδιά της, έχει κι αυτή θέσεις;
Πρώτη, δεύτερη, τρίτη…
Κάποτε διέκοπταν τους μαρμαρένιους τάφους άλλοι τριγυρισμένοι με κάγκελα σιδερένια. Άλλοι πάλι με ξύλινα κάγκελα και πλήθος γλάστρες. Τα άνθη της χαράς και στη λύπη βρίσκονται, σα να βγάζει η χαρά τα λουλούδια που φορεί και να τα δίνει στη θλίψη.
Είχα περάσει τους μαρμαρένιους τάφους, ή την πρώτην θέση. Σ΄ αυτό το μέρος οι τάφοι ήσαν φτωχικοί. Πέρα διέκρινα τα κεραμίδια ενός μικρού σπιτιού.

Σ΄ ένα δέντρο, ένα άσπρο σακκούλι γεμάτο ήταν κρεμασμένο. Χωρίς να ιδώ, εμάντευσα τι είχε μέσα. Κ΄ ήταν σαν σακκούλι με φαΐ λησμονημένο κάποιου εργάτη.
Κοντά ένας τάφος είχε ανοιχτεί κ΄ ένα φέρετρο επρόβαλλε σα βάρκα τσακισμένη από κάποιο μακρινό ταξίδι, απ΄ το ταξίδι της Αχερουσίας!
Κ΄ ήτανε πλούσιο φέρετρο από καρυδιά.
Ο ταξιδιώτης ήταν γυναίκα. Τα ρούχα της, που δεν της είχε επιτρέψει ο Χάρος να πάρει μαζί της, ήταν ακέραια, από θαλασσί βαθύ ύφασμα, λεπτοϋφασμένο σαν από αράχνη. Σε μια άκρη του φερέτρου ήταν κάλτσες καφετιές τρυπητές…
Μόλις έστριψα έναν τάφο, που ο σταυρός του είχε ένα γύρο και και κροτούσε απ΄ τον άνεμο, στάθηκα. Τα δέντρα πριν μου κρύβανε το θέαμα. Είχα φθάσει στο μικρό σπιτάκι κ΄ είδα έξω απ΄ αυτό, σωρούς, σωρούς μεγάλους και ψηλούς κοκκάλων και χυμένη ζάχαρη, ή κάτι άλλο εμπόρευμα. Και κόκκαλα πλήθος, πλήθος στιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο!…
– Πού είμαι δω; είπα.
Το σπιτάκι ήταν σαν τελωνείο έρημο, που απ΄ έξω άφησαν τα κιβώτιά τους χαμένοι ταξιδιώτες και έμποροι.
Ένα κιβώτιο ανοιχτό, πάνω απ΄ τ΄ άλλα, έδειχνε το περιεχόμενό του. Μια πλάτη, κρανίο, κόκκαλο ποδιού…
Άλλο πιο κάτω μισοκλεισμένο.
Εδιάβασα την επιγραφή του – Κωνσταντίνος, Αθανασία, Αδελφοί· – ένα κόκκαλο έβγαινε, σα να προσπαθούσε να σηκώσει το σκέπασμα.
Άλλο πιο πέρα, με λουκέτο σκουριασμένο. – Χριστόδουλος – η επιγραφή.
Έξω απ΄ το σωρό των κοκκάλων μια μασέλα με λίγα δόντια, παΐδια στραφτερά και σα γλυμμένα…
Ο κρότος του σταυρού με τον γύρο ακούστηκε πιο πολύ να ταράζει τη σιωπή την πένθιμη, σα νάθελε κάτι να πει τώρα, ή το παραμιλητό του να δυνάμωσε. Καθώς πρόσεξα σ΄ αυτόν τον κρότο, άκουσα κ΄ έναν άλλον να έρχεται από κει κάπου. Ήταν του εργοστασίου ο κρότος. Εργασία!…
Πάλι είδα τους σωρούς των κοκκάλων και ήταν σαν σωρός πετρών, που ρίχνουν απ΄ έξω απ΄ τις οικοδομές. Και ανακατωμένα όλα! Κρανία, πόδια, πλάτες, χέρια! Κόκκαλα ευτυχών, που υπήρξαν, και δυστυχών! ανθρώπων που γέλασαν πολύ και ήπιαν την ηδονή, με ανθρώπων κόκκαλα, που τους είχε πάντα η θλίψη δικούς της, που δε γνωρίσανε ποτέ το γέλιο!
– Γιατί τα ρίχνουν έτσι; σκέφτηκα.
Έξαφνα τρόμαξα.
Θα γεμίσει το νεκροταφείο, θα ξεχειλίσουν οι τοίχοι από τα κόκκαλα!…
– Ε, νεκροί! Ελάτε να τα πάρετε! Είναι οι αποσκευές σας! Να τι σας έμεινε ακόμα από τα τόσα!… Ένας σωρός κόκκαλα!… Ποιος είναι ο δικός σας;… Προσέξετε μην πάρετε ξένα!…



ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ
ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΒΑΣΙΑΣ ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΠΟΣ 2009

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Παραρλάμα - Δημοσθένης Βουτυράς

Κάποτε του Φάρμα του ερχότανε και αναμνήσεις. Και θυμόταν ότι είχε πατέρα, που φορούσε φέσι και κόκκινο ζωνάρι, και μάνα, της οποίας είχε ξεχάσει και αυτής τη μορφή, που φορούσε τσεμπέρι. Άλλο τίποτα! Όλα τα άλλα τα είχε φάει το γύρισμα της ρόδας και έπειτα το κρασί, που έπινε για ξεκούρασμα. Αλλά τι ήθελε να θυμάται;
Τη γυναίκα την είχε λησμονήσει και κανείς δαίμονας δεν καταδεχόταν να του τη φέρει στο νου για να τον πειράξει. Όταν κάποτε έβλεπε καμιά να έρχεται μέσα στο κατάστημα, την κοίταζε χάσκοντας, σαν παράξενο πράγμα που πρώτη φορά το έβλεπε.
Οι τεχνίτες τον περίπαιζαν. Αυτός δεν απαντούσε ποτέ. Σχεδόν είχε χάσει τη λαλιά του. Μόνο αισθανότανε μίσος, το μόνο ανθρώπινο που του έμενε. Δε γελούσε ποτέ, είχε απομάθει να γελά και κανείς ποτέ δεν είδε έστω να χαμογελά.
Το μόνο, μέσα στο σβησμένο και έρημο από άλλα αισθήματα σώμα του, που έμενε ήτανε το μίσος, όπως μένει, σε ερειπωμένο σπίτι ή πύργο, φίδι.
Όταν εσχόλαζε, έπινε όσο που μεθούσε, και έτσι παραμιλώντας, χωρίς να εννοεί κανείς τι έλεγε, σα να μιλούσε τη γλώσσα της ρόδας, επήγαινε να κοιμηθεί.
Είχε και παρέα στο κρασοπουλειό που πήγαινε, αλλ' ήταν σ' αυτή σα βουβό της πρόσωπο. Φαινότανε μόνο να προσέχει σε ό, τι λέγανε. Δύσκολα όμως να του μείνει τίποτα στο νου απ' ό, τι άκουγε, όλα περνούσανε δίχως ν' αφήσουν ίχνος.
Μια βραδιά άκουσε κάποιον πολύξερο της παρέας να διηγείται κάτι της Γραφής. Έλεγε για το χέρι κείνο που είχε γράψει στο συμπόσιο του Βαλτάσαρ τις λέξεις: Μενέ θεκέλ, ου φαρσίν. Και ότι οι λέξεις είχαν φέρει τον τρόμο στο βασιλέα και σε όλους τους άλλους του συμποσίου και κανείς δε βρισκότανε να τις εξηγήσει τι εννοούσαν.
Αυτά τα άκουσε με προσοχή μεγάλη, ανοίγοντας και τα μάτια του τρομαχτικά. Ήτανε το μόνο που μπόρεσε να χαραχθεί στο νου του μαζί με τους κρότους της ρόδας.
Την άλλη βραδιά, άμα εσχόλασε, αντί να πάει στο κρασοπουλειό, διευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Είχε συγκάτοικο έναν πατριώτη του, ο οποίος πήγαινε πολύ ενωρίς και κοιμότανε. Την πόρτα ποτέ δεν την έκλειναν και μπήκε ο Φάρμας μέσα χωρίς να μεταχειρισθεί κλειδί ή να χτυπήσει. Ο συγκάτοικος ήτανε κει και κοιμότανε.
Ένα λυχναράκι έκαιε πάνω στο τραπέζι και φώτιζε ένα ξερό κομμάτι ψωμί και τρεις ελιές σάπιες, βαλμένες αντί σε πιάτο σ' ένα χαρτί κίτρινο. Μια μύγα, άγνωστο γιατί, ξενυχτούσε, καθότανε πάνω στο ξεροκόμματο του ψωμιού συλλογισμένη.
Ο Φάρμας έμεινε αρκετή ώρα συλλογισμένος και αυτός, έπειτα έφυγε γρήγορα και πήρε το δρόμο του καταστήματος που δούλευε, κοιτάζοντας κάποτε, καθώς πήγαινε, την ημισέληνο, που του φαινότανε σα χρυσό λαμπερό ψάρι φτερωτό.
Το κατάστημα είχε και αυλή πίσω, και απ' εκεί πήγε. Ανέβηκε σε μια ελιά, μια ψωριασμένη ελιά που ήταν απ' έξω, και απ' εκεί ο άνθρωπος της ρόδας και του κρασιού ελαφρός πήδησε στην αυλή. Φύλακας δεν έμεινε στο κατάστημα άλλος εκτός από ένα σκυλί, αλλ' αυτό πήγε κοντά του, μετά από ένα μικρό γάβγισμα, και του έγλειψε τα χέρια.
Μπήκε μέσα από ένα φεγγίτη πόρτας, όπου στήριξε μια μισοσπασμένη σκάλα. Στάθηκε στην κάτω αίθουσα, όπου ήτανε μεγάλα εργαλεία και τα γραφεία του καταστηματάρχη. Εκεί άναψε ένα σπίρτο και, αφού κοίταξε σα να ζητούσε κάτι στον τοίχο, ανέβηκε σ' ένα εργαλείο και άρχισε να γράφει ψηλά στον τοίχο με κάρβουνο μια λέξη:
"Παραρλάμα".
Ήταν φανταστική η λέξη, του την είχε βγάλει το κρανίο του, αλλά του φαινότανε να λέει κάτι κακό.
Έφυγε όπως είχε πάει.
Το πρωί, όταν πήγε στην εργασία, επρόσεχε να δει τι θα γίνει για τη λέξη. Και δεν πέρασε πολύ και άκουσε τη φωνή του καταστηματάρχη να φωνάζει:
- Τι είναι αυτό εκεί; Ποιος το 'γραψε αυτό;
Η φωνή του καταστηματάρχη ήτανε σα φοβισμένη.
Όλοι άφησαν τις δουλειές τους και τρέξανε να δουν.
- Παραρλάμα!
Η λέξη που έβγαλε το κρανίο του βρισκότανε στα χείλια όλων. Μα ποιος την έγραψε;
Επρόβαλε και αυτός το πρόσωπό του από πάνω από τη σκάλα και κοίταξε. Κανείς δεν ημπορούσε να υποπτευθεί αυτόν, και ούτε ακόμα παρατήρησαν ότι δεν έτρεξε και αυτός να δει.
Ο αρχιτεχνίτης αυτόν έβαλε να τη σβήσει. Και την έσβησε λέγοντας σιγά σιγά τη λέξη.
Τη νύχτα έκανε πάλι το ίδιο. Αλλά τη λέξη δεν την έγραψε τώρα με κάρβουνο αλλά με χρώμα κόκκινο:
"Παραρλάμα".
Το πρωί άλλος θόρυβος. Ο καταστηματάρχης κιτρίνισε πολύ. Ζητούσε τον άνθρωπο, αλλ' έξαφνα φοβήθηκε μη δεν ήταν άνθρωπος. Και όμως είπε δυνατά:
- Πρέπει να βρεθεί!
Η ιδέα πάλι μην κάποιος ήθελε να παίξει, να τον γελωτοποιήσει, τον έκανε έξω φρενών και φώναζε ότι θα τους διώξει όλους.
Ο Φάρμας άκουσε τους τεχνίτες να λένε μεταξύ τους, μη φροντίζοντας γι' αυτόν, όπως και για το σκύλο, το φύλακα, ότι φάντασμα θα βγαίνει στο κατάστημα και αυτό θα το έγραφε! Και οι τεχνίτες έμειναν πεισμένοι ότι φάντασμα, δίχως άλλο, βγαίνει τη νύχτα και γράφει αυτή την παράξενη λέξη που κάτι θα σήμαινε στη δική του γλώσσα!
Τη νύχτα ο κύριος του καταστήματος έβαλε φύλακες. Το πρωί δεν υπήρχε η λέξη. Αλλά σε λίγο, καθώς ο καταστηματάρχης έμπαινε, η λέξη ήτανε πάλι στον τοίχο, γραμμένη με τα κόκκινα γράμματά της.
Ο Φάρμας είχε βρει ευκαιρία και την είχε γράψει.
Όλοι στο πόδι. Ο καταστηματάρχης ταραγμένος, κίτρινος, ο αρχιτεχνίτης, οι τεχνίτες, όλοι στεκόντανε μαρμαρωμένοι εμπρός στα κόκκινα γράμματα, που κάτι θα σήμαιναν κακό μεγάλο.
"Παραρλάμα".
Οι τεχνίτες άρχισαν να ορκίζονται τους μεγαλύτερούς των όρκους, πολλοί έκλαιγαν ότι δε γνωρίζουν τίποτα, δεν ξέρουν ποιος τα γράφει, αλλά κάποιος, κάποιο… Ήθελαν να πουν φάντασμα, αλλά δεν τολμούσαν…
Ο Φάρμας φάνηκε από ψηλά να κοιτάζει. Έπειτα τραβήχτηκε γρήγορα και πήγε κοντά στη ρόδα, κι εκεί κρατώντας το χερούλι της γέλασε, ύστερα από τόσα χρόνια, ένα σιωπηλό γέλιο!…

Άπαντα, τόμος Α'
εκδ. Δελφίνι