.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

Το τραγούδι του τρελού - Κωστής Παλαμάς

                                          Στον Αριστομένη Προβελέγγιο 

Καλοί μου άνθρωποι, ακούστε με, κακός δεν είμαι, ελάτε,
σιγά, να σας τα πω.
Μια μοίρα με κατάτρεξε· μη με πετροβολάτε·
δεν έφταιξα, πονώ.

Στο σταυροδρόμι είχα σταθή, στην πέτρα είχα καθήσει
για να ξεκουραστώ,
Με τα οπαλλένια χέρια της έσπερνε γιούλια η δύση
κατά τον Υμηττό.

Τα παλληκάρια, οι λυγερές, αδιάκοπα μπροστά μου
περάσματα. Γιορτή.
Και το βιολί μου φάνταζε παρατημένο χάμου
σαν άρρωστη ψυχή.

Κι εγώ ήμουν ο παράξενος, ο λαλητής ο πλάνος,
και σαν εμέ, κανείς.
Για τούτους είμουν ο τρελός, για κείνους ο ζητιάνος,
για σας ο αδικητής.

Κι οι γνωριμιές μου αφρόντιστα και αγνώριστα γυρίζαν
και όλοι, όλοι βιαστικά·
χαμογελούσαν οι όμορφες εκεί που μ' αντικρύζαν,
καταφρονετικά.

Συρμένη από τη θύμηση του μουσικού βιολιού μου
κι αν κάποτε καμιά
γύρευε σάμπως να σταθή, τ’ αγρίου θολού ματιού μου
την έδιωχνε η φωτιά.

Κάτι έκρυβα στο λογισμό, στην όψη έδειχνα κάτι
που μάκραινε γοργούς
το νιο τον ανοιχτόκαρδο, την κόρη τη δροσάτη
και ξένους και δικούς.

Και πέρασε. Με πλεύρωσε και σα σε δέηση στάθη
και σα γονατιστή·
κ’ ήρθε σα νάθελε από με να μάθη και να πάθη, 
και σαν ανατολή.

Έπαιζε με τον πέπλο της φιλώντας το κορμί της
τ’ αγέρι του βραδιού.
Τ' ανάβλεμμά της χάιδεμα της νιότης. η φωνή της
ρυθμός του τραγουδιού.

Και ντροπαλή και πρόσχαρη και θαρρεμένη· η χάρη 
της κερασιάς που ανθεί,
του χωραφιού στεφάνωμα και του μαγιού καμάρι,
προτού να τρυγηθή.

Σαν ήρθε, γιατί έφυγε; και ποιός θα σε χωρίση
του αποσπερίτη φως
από το βράδυ που φωτάς; Και είχε τα ρόδα η δύση,
τα γιούλια ο Υμηττός.

Ποιό χέρι μου την άρπαξε; Θεός την είχε στείλει;
Δεν έφταιξα. Πονώ.
Δίψα το στόμα μου έκαιγε. Μου δρόσισε τα χείλη
μιας θείας πηγής νερό.

Τ’ αχνάρια από τα πόδια της, φωτίσματα καινούρια, 
πίσω της τρέχω, εκεί
τρέχω, όλο τρέχω, ξέσκισα τη σάρκα στα παλιούρια
και μάτωσα τη γη.

Πέστε μου, που είμαι; στο βουνό; στην πολιτεία; στον κάμπο;
Τρελός δεν είμαι εγώ.
Καλοί μου ανθρώποι, ακούστε με. Σπίτι, άνοιξέ μου, νάμπω,
κήπε, σε λαχταρώ.

Το ξέρω, να το σπίτι, να! μπήκε απ' εκεί, την είδα,
μα η πόρτα του κλειστή.
Τόφερα γύρω ολονυχτίς το σπίτι, ψεύτρα ελπίδα,
και μ’ εύρε εδώ κι η αυγή.

Σκυλιά, και με δαγκώσανε, γειτόνοι, και με πήραν
για κλέφτη, για φονιά·
και βάρδιες, και ξυπνήσανε· και δούλοι, και με δείραν,
Θεέ μου! τι απονιά!

Κλέφτης δεν είμαι ούτε φονιάς. Καλοί μου άνθρωποι, ελάτε,
σιγά, να σας τα πω.
Μια μοίρα με κατάτρεξε· μη με πετροβολάτε,
τον ορφανό! Πονώ.

Το φράχτη σύντριψα, στον κήπο μπήκα, τα πουλιά της
τα ξάφνισα, κ’ εκεί
φίλησα τ' άνθη στη βραγιά, στη γη το πάτημά της.
Κρίμα είν' αυτό, κριτή;

Ήρθα να ιδώ τον ήσκιο της από το παραθύρι
πριν σβήση το κερί,
τον ήσκιο απ' το κεφάλι της την ώρα που θα γύρη
να γλυκοκοιμηθή.

Πετροβολάτε με, άνθρωποι, βασάνισέ με, Αράπη,
στη μαύρη φυλακή.
Το φως μου είν’ αβασίλευτο. Γνώρισα την Αγάπη,
σ’ έζησα πια, ζωή!

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

Φιλοσοφία και κοινός νους – Θεόφιλος Βέικος

Ο Χέγκελ λέει στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, πως το να θέλουμε να φιλοσοφούμε σημαίνει να κάνουμε ένα πήδημα, δηλαδή να βγαίνουμε από τη συνηθισμένη σκέψη που κινείται σε ένα χώρο παραστάσεων και αναμνήσεων και να περνούμε σε μια εννοιακή λειτουργία σκέψης. Για τον κοινό νου η φιλοσοφία φαντάζει συχνά ως υπερβολικά αφηρημένη σκέψη ή ακόμη και ως αναστραμμένος κόσμος. Και τούτο γιατί αυτή κλονίζει τις βεβαιότητες του κοινού νου και της καθημερινής συνείδησης. Στην καθημερινή ζωή τους οι άνθρωποι σκέφτονται συγκεκριμένα και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διαδικασία αφαίρεσης σαν αυτή που παρατηρείται τυπικά στη φιλοσοφία. Αν μερικοί από αυτούς υποχρεώνονταν ποτέ να υποστούν τη δοκιμασία να ακούσουν ή να διαβάσουν συνάφειες αφηρημένων  σκέψεων, σίγουρα θα αντιδρούσαν με ένα αίσθημα αποδοκιμασίας. Πραγματικά, η φιλοσοφία οφείλει σε μεγάλο βαθμό την εχθρότητα ή αδιαφορία, ακόμα και την περιφρόνηση ή ειρωνεία των πολλών ανθρώπων γι’ αυτήν στην πλατιά διαδεδομένη εντύπωση πως φιλοσοφική εργασία είναι μια λειτουργία αφηρημένης σκέψης. Αν δεχτεί κανείς πως “από τη φύση της” η φιλοσοφία έχει να κάνει με αφηρημένες έννοιες, είναι ανάγκη τότε να αντιμετωπίσει ερωτήματα σαν αυτά: Δικαιολογείται η δραστηριότητα των φιλοσόφων στο χώρο των αφηρημένων εννοιών  με ορισμένες κοινωνικές σχέσεις ύπαρξης; Λόγος π.χ., πνεύμα, ηθικότητα, ευτυχία είναι απλώς κατηγορίες της αστικής σκέψης ή έννοιες που επιδέχονται κατά περίπτωση συγκεκριμένο περιεχόμενο; Δεν είναι τάχα ο εσωτερικός  σύνδεσμος της φιλοσοφικής δραστηριότητας με τη συγκεκριμένη κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα, που έκφραση της θέλει να αποτελεί, το αναγκαίο σημείο αναφοράς; Δεν προκαλεί αυτό τους φιλοσόφους να εκφράζονται πάντοτε με τρόπο που οι ιδέες τους να γίνονται κατανοητές σε αναφορά με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα;
Από την άλλη μεριά πάλι οι φιλόσοφοι δεν ανέχονται συνήθως τις ιδέες που προβάλλονται ως προϊόντα του κοινού νου. Ο Ayer(1) π.χ. αναγνωρίζει ως αρετή του φιλοσόφου να μην ανέχεται υπερβολές του κοινού νου. Και αναφέρει ότι ο H.H. Price, προκάτοχός του στην έδρα του (Οξφόρδη), έτεινε να σκέφτεται πως ο κόσμος είναι ένας πολύ ξένος χώρος από ό,τι συνήθως υποθέτουμ ως είναι, τόσο που ακόμα και οι φαντασιώδεις θεωρίες για τον κόσμο μπορεί να βρεθούν πως περιέχουν κάποιο στοιχείο αλήθειας.
Ο κοινός νους μας βεβαιώνει, όπως λένε, ότι υπάρχουν πράγματα έξω από μας, ότι ο καθένας από μας υπάρχει ως ζωντανό σώμα, ότι το σύμπαν υπήρχε πριν από μας και πριν από μας επίσης έζησαν πολλά άλλα ανθρώπινα και άλλα ζωντανά όντα σαν αυτά που παρατηρούμε σήμερα κ.λπ. Οι βεβαιώσεις αυτές παρουσιάζονται ως αναμφισβήτητα αληθινή γνώση. Και η γνώση αυτή αξιολογείται ως σταθερή και σίγουρη περιουσία του κοινού νου. Κανείς δεν αμφισβητεί κανονικά την αλήθεια τέτοιων προτάσεων. Το ερώτημα είναι αν τέτοιες προτάσεις, αλλάζουν τη γνώση μας και τη ζωή μας με κάποιον σημαντικό τρόπο. Το σημαντικό λ.χ. είναι τάχα να συμφωνούμε όλοι πως υπάρχουν πράγματα έξω από μας ή να παίρνουμε κριτική στάση απέναντί τους; Γιατί το απλό γεγονός πως υπάρχουν υλικά πράγματα έξω από μας, συμβάντα καθώς και πράξεις άλλων ζωντανών όντων δεν δημιουργεί αλλαγή στη γνώση και στη ζωή μας (θα ήταν μάλλον απίθανο να αμφισβητήσει κανείς τέτοιες θέσεις).
Πιστεύουμε όλοι πως υπάρχει ένα σύμπαν, ένας τεράστιος αριθμός από υλικά αντικείμενα του ενός ή του άλλου είδους (άνθρωποι, ζώα, φυτά, πέτρες, βουνά, μέταλλα, νερά κ.λπ.) καθώς και αντικείμενα κατασκευασμένα από ανθρώπους ή, σπάνια, από ζώα (φωλιές και σπίτια, δρόμοι, γέφυρες, αυτοκίνητα, σιδηρόδρομοι, αεροπλάνα, εργοστάσια κ.λπ.). Εκτός από τη γη και όσα βρίσκονται πάνω της και μέσα τη, υπάρχουν αναρίθμητα άλλα αστρικά σώματα, και πολλά ασύγκριτα πιο μεγάλα από αυτήν. Ο κοινός νους δέχεται ακόμα πως εκτός από όλα αυτά τα υλικά πράγματα που υπάρχουν έξω από μας, υπάρχουν επίσης και οι πράξεις των ανθρώπων και των ζώων. Όλα αυτά υπάρχουν σε χώρο και χρόνο. Αλλά ο χώρος και ο χρόνος δεν υπάρχουν με τον ίδιο τρόπο που υπάρχουν τα υλικά πράγματα. Πολλές διαφωνίες φιλοσόφων ανάγονται σε ζητήματα που πάνε πέρα από τις βεβαιώσεις του κοινού νου. Είναι το ζήτημα λ.χ. αν όλα όσα υπάρχουν είναι υλικά πράγματα και, αν υπάρχουν και πνευματικά, τι είναι ύλη και τι πνεύμα, το ζήτημα αν υπάρχουν άλλα είδη πραγμάτων, όπως ο χώρος και ο χρόνος κ.λπ.
Στις υπαγορεύσεις του κοινού νου θα μπορούσε ακόμα να αναχθεί η πίστη πως υπάρχει θεός (αυτός δεν ανήκει ούτε στα υλικά αντικείμενα ούτε στις πράξεις της συνείδησης ούτε σε οντότητες της μορφής χώρος ή χρόνος), ή και η άποψη πως, ακόμα κι αν ο θεός υπάρχει, δεν μπορούμε να το ξέρουμε: πιστεύει ή δεν πιστεύει κανείς πως υπάρχει. Και το ίδιο ισχύει επίσης για την πίστη  στην μέλλουσα ζωή. Γιατί, όπως λέει ο Μουρ(2), “αν πραγματικά συμβαίνουν στο σύμπαν αυτή τη στιγμή όχι μόνον οι πράξεις της συνείδησης που συνδέονται με τα ζώντα σώματα των ανθρώπων και των ζώων (ή ακόμα και των φυτών) στην επιφάνεια της γης, αλλά επίσης πράξεις συνείδησης που εκτελούνται από τα πνεύματα εκατομμυρίων ανθρώπων που τα σώματά τους έχουν πεθάνει – τότε σίγουρα το σύμπαν είναι ένας πολύ διαφορετικός χώρος από ό,τι θα έπρεπεν να είναι αν δεν συνέβαινε έτσι”.
Η φιλοσοφία αποτελεί κριτική διανοητική εργασία με την οποία τίθενται διαρκώς σε συζήτηση οι απόψεις του κοινού νου, γίνονται αποδεκτές ή απορρίπτονται, ή τροποποιούνται περασμένες από τον έλεγχο του κριτικού λόγου και τη δοκιμασία της κριτικής συζήτησης.

_______________ 
1. A.J. Ayer, Philosophy and Language, Oxford 1960, σς. 3-4.
2. G.E. Moore, Some Main Problems of Philosophy, σ. 18.


Θεόφιλος Βέικος
Φιλοσοφία και Επιστήμη
Εκδόσεις Γρηγόρη 1982

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024

ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΩΡΑ – ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

Ακόμη και τώρα

που το φεγγάρι έχει εξερευνηθεί

κι έχει τόσο απογοητεύσει,

και η θάλασσα έχει

όπως και η ζωή μας εξαντληθεί,

που τα μάτια μας

δεν είναι μάτια για να βλέπουν

παρά κουκκίδες

που συντηρούνται τα όνειρα,

ακόμη και τώρα

που η ψυχή μας κουρασμένη σωπαίνει,

η Γη

συνεχίζει το μαρτύριο της περιστροφής

φέρνοντας το χειμώνα και την άνοιξη

και το άρωμα του πεύκου μέσ’ απ’ την καταχνιά

την παγωνιά

και πάλι το χελιδόνι.

Ακόμη και τώρα

που το σταμνί έχει αδειάσει

και το στόμα του φύρανε

που ο ορίζοντας δεν είναι

παρά μια λέξη νεκρή

και το ποτάμι μια ανάμνηση,

που τα περάσματα έχουν

όπως και οι καρδιές μας αποκλειστεί


εσύ,

συνεχίζεις να έρχεσαι με όλους τους καιρούς

να ρίχνεσαι στον πεθαμένο

και να επιμένεις.


Χρίστος Λάσκαρης

Ποιήματα

Εκδόσεις Τύρφη 2022

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024

Το Αζήτητο Δώρο - Arthur Koestler

Σε ένα από τα δοκίμιά του, ο Σερ Τζούλιαν Χάξλεϋ δίνει έναν κατάλογο χαρακτηριστικών που ανήκουν αποκλειστικά στο ανθρώπινο είδος. Αυτό είναι η γλώσσα και η εννοιολογική σκέψη. Η μεταβίβαση της γνώσης με την γραφή. Η χρήση εργαλείων και μηχανημάτων. Η βιολογική υπεροχή απέναντι σε όλα τα άλλα είδη. Η ατομική μεταβλητότητα. Η χρήση του πρόσθιου άκρου αποκλειστικά για τον χειρισμό αντικειμένων. Γονιμότητα όλο τον χρόνο. Τέχνη, χιούμορ, επιστήμες, θρησκεία κ.ο.κ. Αλλά το εντυπωσιακότερο από εξελικτική άποψη χαρακτηριστικό του ανθρώπου δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτόν τον κατάλογο – ούτε και έτυχε να διαβάσω ποτέ καμιά σοβαρή συζήτηση γύρω από αυτό, από κανένα εξέχοντα βιολόγο.
Θα μπορούσαμε να το βαφτίσουμε «το παράδοξο του αζήτητου δώρου», και θα προσπαθήσω να σας το περιγράψω με μια παραβολή. Κάποτε σε ένα Αραβικό παζάρι, υπήρχε ένας αγράμματος μαγαζάτορας που τον έλεγαν Αλή, και που δεν ήξερε να λογαριάζει, με αποτέλεσμα να τον κλέβουν αιωνίως οι πελάτες του – αντί να τους κλέβει αυτός, όπως θάπρεπε. Έτσι, κάθε νύχτα προσευχόταν στον Αλλάχ να του κάνει δώρο έναν άβακα - αυτό το θαυμαστό σύστημα με το οποίο προσθέτεις και αφαιρείς σπρώχνοντας χάντρες πάνω σε σύρματα. Αλλά κάποιο πονηρό τζιν έστειλε την παράκληση του σε κάποιο λάθος τμήμα του Ουράνιου Ταχυδρομείου, κι έτσι, ένα πρωί που έφθασε στο παζάρι ο Αλή βρήκε την παράγκα του μεταμορφωμένη σε ένα πολυόροφο κτίριο, όλο γυαλί και ατσάλι, εξοπλισμένο με τους τελευταίους IBM υπολογιστές, ν’ αναβοσβήνουν, δείκτες, μαγικά μάτια και τα λοιπά, και τα λοιπά. Και ένα βιβλίο οδηγιών αρκετών χιλιάδων σελίδων, που όντας αγράμματος δεν μπορούσε να το διαβάσει. Τέλος πάντων, αφού έχασε ένα σωρό μέρες πιλατεύοντας άκαρπα πότε τον ένα και πότε τον άλλο διακόπτη, στο τέλος τον πιάσανε τα διαόλια του και βάλθηκε να κλωτσάει ένα αστραφτερό, λεπτό ταμπλό. Τα χτυπήματα επηρέασαν ένα από τα εκατομμύρια ηλεκτρονικά κυκλώματα του μηχανισμού, και μετά από λίγο ο Αλή ανακάλυψε με μεγάλη του αγαλλίαση ότι κάθε φορά που κλωτσούσε το ταμπλό πρώτα τρεις ας πούμε φορές και κατόπιν άλλες πέντε, ένας από τους δείκτες φανέρωνε τον αριθμό οκτώ! Ευχαρίστησε τον Αλλάχ που του έστειλε έναν τόσο όμορφο άβακα, και συνέχισε να χρησιμοποιεί το μηχάνημα για να προσθέτει δύο και δύο – αγνοώντας μακάρια ότι ήταν ένα μηχάνημα ικανό να λύνει τις εξισώσεις του Αϊνστάιν ώσπου να πεις κύμινο, ή να προβλέπει τις τροχιές των πλανητών και των άστρων χιλιάδες χρόνια πριν.
Τα παιδιά του Αλή, ύστερα τα εγγόνια του, κληρονόμησαν το μηχάνημα καθώς και το μυστικό να κλωτσάνε το ίδιο πάντα ταμπλό. Αλλά πήρε εκατοντάδες γενιές ώσπου να μάθουν να το χρησιμοποιούν και για τους απλούστερους πολλαπλασιασμούς. Απόγονοι κι εμείς του Αλή, αν και έχομε ανακαλύψει πολλούς άλλους τρόπους για να βάζομε το μηχάνημα μπρος, δεν έχομε μάθει να χρησιμοποιούμε παρά ένα πολύ μικρό κλάσμα από τις δυνατότητες που έχουν οι εκατοντάδες χιλιάδες εκατομμύρια κυκλώματά του. Γιατί το αζήτητο δώρο, όπως θα το μαντέψατε, είναι ο εγκέφαλος του ανθρώπου. Όσο για το βιβλίο με τις οδηγίες – αν υπήρχε ποτέ – έχει χαθεί. Ο Πλάτωνας υποστήριζε πως υπήρξε, αλλά αυτά είναι διαδόσεις. 
Η παραβολή δεν είναι τόσο παρατραβηγμένη όσο μπορεί να φαίνεται. Όποια κι αν είναι η κινητήρια δύναμη που κρύβεται πίσω της, η εξέλιξη μεριμνά για τις άμεσες προσαρμοστικές ανάγκες του είδους. Και οι καινοτομίες σε ανατομικές δομές και σε λειτουργίες, ανταποκρίνονται στενά σε αυτές τις προσαρμοστικές ανάγκες. Δεν έχει ξανακουστεί να εξοπλίζει η εξέλιξη ένα είδος με ένα όργανο που να μην ξέρει πως να το μεταχειριστεί, με ένα πολυτελές όργανο, σαν τον υπολογιστή του Αλή, που να ξεπερνάει κατά πολύ τις άμεσες και πρωτόγονες ανάγκες του ιδιοκτήτη του. Ένα όργανο που θα πάρει στο είδος χιλιετηρίδες για να μάθει να το χειρίζεται σωστά – αν το μάθει ποτέ.
Όλες αυτές οι ενδείξεις μαρτυρούν ότι ο πρώτος αντιπρόσωπος του homo sapiens – ο Κρο Μανιόν, που έκανε την εμφάνισή του πριν από κάπου πενήντα με εκατό χιλιάδες χρόνια – ήταν από τότε προικισμένος με έναν εγκέφαλο, που σε σχήμα και μέγεθος ήταν ίδιος με τον δικό μας. Δεν τον χρησιμοποίησε όμως παρά ελάχιστα. Παρέμεινε ένας άνθρωπος των σπηλαίων και ποτέ δεν ξεπέρασε την Λίθινη Εποχή. από την πλευρά των άμεσων αναγκών του, η εκρηκτική ανάπτυξη του νεοεγκέφαλου ξεπέρασε τον στόχο με ένα χρονικό συντελεστή αστρονομικού ύψους. Για αρκετές δεκάδες χιλιάδες χρόνια, οι πρόγονοί μας εξακολούθησαν να κατασκευάζουν βέλη και τόξα και ακόντια, ενώ το όργανο που αύριο θα μας πάει στο φεγγάρι υπήρχε από τότε, έτοιμο να χρησιμοποιηθεί, μέσα στο κρανίο τους.
Όταν λέμε ότι η πνευματική εξέλιξη είναι ένα αποκλειστικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό που δεν υπάρχει στα ζώα, κάνομε μια σύγχυση. Το δυναμικό μάθησης του ζώου περιορίζεται αυτόματα από το γεγονός ότι εκμεταλλεύεται πλήρως – ή σχεδόν πλήρως – όλα τα όργανα με τα οποία έχει εξοπλιστεί από τη γέννησή του, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο εγκέφαλός του. Οι ικανότητες του υπολογιστή που διαθέτουν οι εγκέφαλοι του ερπετού και του θηλαστικού εκμεταλλεύονται και δεν αφήνουν περιθώρια για περισσότερη μάθηση. Αλλά η εξέλιξη του ανθρώπινου εγκέφαλου έχει ξεπεράσει σε τέτοιο σημείο τις άμεσες ανάγκες του ανθρώπου που τον έχει καταδικάσει να τρέχει λαχανισμένος πίσω από τις ανεκμετάλλευτες ανεξερεύνητες δυνατότητές του. Από αυτό το πρίσμα, η ιστορία της επιστήμης και της φιλοσοφίας είναι η αργή διεργασία με την οποία μαθαίνομε να πραγματοποιούμε τις δυνατότητες του εγκέφαλου. Τα νέα σύνορα που θα πρέπει να κατακτήσουμε βρίσκονται, κύρια, μέσα στις έλικες του φλοιού.


Arthur Koestler
Ένα Φάντασμα στη Μηχανή
Μετάφραση Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή
Εκδόσεις Χατζηνικολή 1977