Η λέξη «μουσική» είναι ελληνική και προέρχεται από τη λέξη «μούσα» που ανάγεται στους Αιγύπτιους και την κατάληξη «ική» που είναι Κελτικής προέλευσης. Η Αιγυπτιακή λέξη «μας» ή «μους» σημαίνει στην πραγματικότητα «γενιά» «παραγωγή» ή «ανάπτυξη έξω από μια αρχή», δηλαδή τυπική εκδήλωση ή ενεργοποίηση αυτού που ήταν εν δυνάμει. Αποτελείται από τη ρίζα «ας» που χαρακτηρίζει τη συμπαντική, πρωταρχική αρχή και τη ρίζα «μα», που εκφράζει όλα όσα γεννούν, αναπτύσσονται ή εκδηλώνονται ή αποκτούν μια εξωτερική μορφή. Όπως ισχύει σε πάρα πολλές γλώσσες, το μοναδικό ον, ο Θεός και η «μα» αφορούν καθετί το γόνιμο, το δημιουργικό, το παραγωγικό - στην ουσία έχουν την έννοια της «μητέρας». 'Ετσι, η ελληνική λέξη «μούσα» αφορούσε, από τότε ακόμη που καθιερώθηκε, κάθε ανάπτυξη που προκύπτει από μια αρχή, σε κάθε σφαίρα δραστηριότητας όπου, το πνεύμα περνά από τη δυνητικότητα στην πράξη και ενδύεται μια ορατή μορφή. Στην πιο περιορισμένη της εφαρμογή εκφράζει έναν τρόπο ύπαρξης, όπως δηλώνει η λατινική λέξη «μoς». Η κατάληξη «ική» φανερώνει ότι το ένα συσχετίστηκε με το άλλο λόγω ομοιότητας ή εξάρτησης ή λόγω του ότι προέκυψε απ' αυτό. Αυτή την κατάληξη τη συναντά κανείς σε όλες τις βορειοευρωπαϊκές γλώσσες (ich, ig, ic, ή ick). Σχετίζεται με την κελτική λέξη «αικ» που σημαίνει «ίσος» και προέρχεται από την αιγυπτιακή και εβραϊκή λέξη «ach», σύμβολο της ταυτότητας, της ισότητας και της αδελφότητας. Αν, μετά την ετυμολογία της λέξης «μουσική» που έδωσα, συλλαμβάνει κανείς την ευρύτερη έννοια που απέδιδαν οι Αιγύπτιοι στη ρίζα της και που οι Έλληνες της προσέδωσαν, θα έχει μικρότερη δυσκολία να αντιληφθεί τις διάφορες έννοιες με τις οποίες κατανοούσαν (οι Έλληνες) τις Μούσες τους και την παγκόσμια επιρροή που απέδιδαν σ' αυτή την επιστήμη, που τους καθόρισε με τόση ιδιαιτερότητα. Μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει γιατί θεωρούσαν όλες τις τέχνες σαν απορροές της μουσικής, γιατί, ακολουθώντας την έννοια αυτής της λέξης, όλα όσα υπηρετούν την εξωτερίκευση της σκέψης, όλα όσα κάνουν κάτι που ανήκει στη διανοητική σφαίρα να γίνεται αισθητό και να μεταβαίνει από τη δυνητικότητα στην πράξη παίρνοντας μια κατάλληλη μορφή, όλα λοιπόν αυτό ανήκουν σ' αυτή την έννοια. Οι Αιγύπτιοι φαίνεται ότι είχαν τρεις μόνο μούσες: Μελέτη, Μνήμη, Αοιδή, δηλαδή εκείνη που παράγει ή γεννά, εκείνη που διατηρεί ή καθορίζει κι εκείνη που κάνει κατανοητά τα πάντα. Οι Έλληνες, ανεβάζοντας τον αριθμό τους σε εννέα, ταξινόμησαν ακόμη περισσότερο τις ιδιότητές τους. Τις θεωρούσαν θυγατέρες του Δία και της Μνημοσύνης, δηλαδή της αιώνια ζώσης οντότητας και της ιδιότητας διατήρησης στη μνήμη και τα ονόματά τους ήταν τα εξής: Κλειώ, εκείνη που γιορτάζει, Μελπομένη, εκείνη που τραγουδά για πράγματα αξιομνημόνευτα, Θάλεια, εκείνη που ανθεί, που αναζητά τη συμφωνία, Ευτέρπη, εκείνη που θέλγει (που φέρνει σε έκσταση), Τερψιχόρη, εκείνη που αγαλλιά με το χορό, Ερατώ, εκείνη που αγαπά, Καλλιόπη εκείνη που αφηγείται εκπληκτικά πράγματα, Ουρανία, εκείνη που συλλογιέται τους ουρανούς και Πολύμνια, εκείνη που εκφράζει τις ποικίλες τέχνες. Οι εννέα Μούσες αναγνώριζαν σαν ηγέτη τους τον Απόλλωνα, το συμπαντικό γεννήτορα και μερικές φορές είχαν σαν οδηγό τους τον Ηρακλή, τον κύριο του Σύμπαντος. Επειδή οι Σύγχρονοι έχουν προ πολλού διαχωρίσει τη μουσική από την επιστήμη της μουσικής γενικότερα, θα τη θεωρήσω κι εγώ σαν το μέρος εκείνο της επιστήμης που για να γίνει κατανοητή από τη διάνοια του ανθρώπου χρησιμοποιεί στο εξωτερικό επίπεδο δύο δομικά στοιχεία, τον ήχο και το χρόνο, θεωρώντας το ένα σαν ύλη και το άλλο σαν ρυθμιστή της μορφής που της προσδίδει σαν τέχνη. Ο τόνος όμως, γίνεται αντιληπτός μόνο από το ανθρώπινο αυτί μέσω των κραδασμών που του μεταβιβάζει στον αέρα, σύμφωνα με ορισμένες σχέσεις που βασίζονται στους αριθμούς' αποκτά μελωδικές και αρμονικές ιδιότητες, δηλαδή μετακινείται από χαμηλά προς υψηλά, μόνο σύμφωνα με ορισμένες σχέσεις που εξαρτώνται από αριθμούς' ο μουσικός ρυθμός, από τον οποίο ελέγχεται ο κάθε τόνος, μετράται μόνο σύμφωνα με ορισμένους νόμους της κίνησης, οι οποίοι και πάλι εξαρτώνται από αριθμούς. Συνεπώς, διαπιστώνει κανείς ότι οι αριθμοί ενυπάρχουν στα στοιχεία της μουσικής και χωρίς αυτούς δεν γίνεται τίποτε. Οι αριθμοί λοιπόν αποτελούν ένα είδος αρχής και είναι πράγματι η αρχή της μουσικής, με τη γνώση δε των ιδιοτήτων τους μπορούμε ν' ανακαλύψουμε τις ιδιότητες του ήχου και του χρόνου στα πλαίσια αυτής της επιστήμης. Αφήνοντας στη φυσική και στη μεταφυσική όλα όσα εννοιολογικά τους ανήκουν, εκείνο που χρειάζεται να ξέρουμε γι' αυτό καθ' αυτό τον τόνο είναι ότι διαχωρίζεται από το θόρυβο με βάση ορισμένες σχέσεις οι οποίες προκύπτουν και πάλι από τους αριθμούς γιατί, όπως έχω πει οι θόρυβοι είναι στην ουσία το σύνολο ενός πλήθους διαφορετικών ήχων που ακούγονται ταυτόχρονα και που κατά κάποιο τρόπο έρχονται ο ένας σε αντίθεση με τα κύματα του άλλου ενώ οι τόνοι ξεχωρίζουν απ' τους θορύβους και γίνονται ολοένα και πιο αρμονικοί όσο το σώμα που τους παράγει είναι περισσότερο ελαστικό, ομοιογενές, κατασκευασμένο από ένα υλικό με μεγαλύτερη συνοχή καθαρότητα και τελειότητα. Μπορεί επομένως να συμπεράνει κανείς ότι ένα σώμα είναι περισσότερο θορυβοποιό όσο περισσότερο διαχωρίζεται σε μάζες άνισης στερεότητας και υφής και είναι περισσότερο ηχοποιό όσο περισσότερο προσεγγίζει την ομοιογένεια. Από τις εμπειρίες που παρέθεσα στο έργο μου «Notions sur le sens de Ι' ouie» συμπεραίνει κανείς ότι το αυτί του ανθρώπου είναι ανοιχτό πρώτα στο θόρυβο και στη συνέχεια περνώντας ασυνείδητα από το μη αρμονικό στο αρμονικό, ή από τη διάσπαση στην ενότητα, φτάνει στον τόνο. Αυτή φαίνεται πως υπήρξε ανέκαθεν η πορεία της Φύσης. Στόχος της είναι η απόλυτη ενότητα. Οι φυσικοί που έχουν υπολογίζει τον αριθμό των κραδασμών που παράγουν τα ηχοποιά σώματα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα, υποστηρίζουν ότι ο χαμηλότερος ήχος που μπορούν να ακούσουν τα αυτιά μας είναι εκείνος ενός σώματος που ταλαντεύεται 20 φορές το δευτερόλεπτο και ο υψηλότερος είναι του σώματος εκείνου που ταλαντεύεται 40.000 το δευτερόλεπτο.
FABRE D’ OLIVET Η Εσωτερική Διάσταση της Μουσικής Μετάφραση: Δημήτρης Κουτσούκης Εκδόσεις ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 1991
Αν
οι σοφοί Αιγύπτιοι και, ακολουθώντας
το παράδειγμά τους, εκείνοι που διδάχτηκαν
απ' αυτούς, συγκάλυψαν με τόση επιμέλεια
τις αρχές των επιστημών και αν τις
αποκάλυψαν μόνο σε μυημένους και στα
ιερατεία, δεν θα πρεπε κανείς να σκεφθεί
ότι αυτό συνέβη γιατί οι αρχές εκείνες
δεν ήταν τόσο σαφείς ή ότι ήταν δύσκολο
να κατανοηθούν. Αυτό θα ήταν λάθος. Οι
περισσότερες από τις αρχές και ιδιαίτερα
εκείνες της μουσικής, ήταν εξαιρετικό
απλές. Αυτή όμως ακριβώς η απλότητα ήταν
μια επικίνδυνη παγίδα, την οποία οι
σώφρονες εκείνοι άνθρωποι προσπαθούσαν
ν' αποφύγουν. Γνώριζαν πως τίποτε δεν
κερδίζει το σεβασμό του κόσμου παρά
μόνο εκείνο που τον εκπλήσσει ή τον
φοβίζει, αυτό που είναι πέρα από την
κατανόησή του κι από τις δυνάμεις του
ή που περιβάλλεται από μυστηριώδες
σκοτάδι. Κάτι που εύκολα μεταδίδεται,
κάτι που είναι ξεκάθαρο και απλό, κάτι
που βλέποντάς το ή αποκτώντας το κανείς
για πρώτη φορά πιστεύει ότι το έβλεπε
και το κατείχε πάντοτε, υποβαθμίζεται
στα μάτια του και παύει να έχει οποιαδήποτε
αξία. Πρέπει κανείς να φροντίζει να μην
παραδίδεται η αλήθεια στην περιφρόνησή
τους.
Είναι
εντυπωσιακό πόσες άχρηστες και αρνητικές
προσπάθειες έχουν καταβάλλει οι άνθρωποι
από τότε που έσβησαν τα φώτα και έκλεισαν
τα αρχαία ιερό μέχρι να ανακαλύψουν και
πόλι τις λησμονημένες αρχές της μουσικής,
πόσα αντιτιθέμενα συστήματα παρουσιάστηκαν
και κατέρρευσαν. Θα 'πρεπε κανείς να
διαβάσει όλα όσα έχουν γραφεί γι' αυτό
το θέμα από τον Κασσιόδωρο και το Βοήθιο
μέχρι την εποχή μας, προκειμένου να
διαμορφώσει μια σαφή ιδέα γι' αυτό το
θέμα.
Ο
συνετός Ταρτίνι, αφού μελέτησε αυτό τα
έργα μας βεβαιώνει ότι δεν βρήκε τίποτε
για να τον φωτίσει και ότι οι Αρχαίοι
συγκάλυψαν εσκεμμένα τις αρχές της
μουσικής. «Είναι απόλυτα σίγουρο», λέει,
«ότι η έλλειψη της απόλυτης κατανόησης
του διατονικού γένους εμπόδιζε ανέκαθεν
και θα εμποδίζει τους ειδικούς να
πλησιάζουν την πηγή της αρμονίας...».
Εκείνοι
που νομίζουν ότι η γνώση αυτή έγκειται
απλό και μόνο στη μελέτη της μουσικής
κλίμακας, κάνουν λάθος· το λάθος τους
όμως είναι ακούσιο γιατί πώς μπορεί
κανείς να διεισδύσει στη λογική αυτής
της κλίμακας; Είναι αλήθεια πως ο
Πυθαγόρας και ο Πλάτωνας μας επέτρεψαν
μια αμυδρή εξωτερική ματιά, αποκαλύπτοντας
όσα έκριναν πως είναι αναγκαία για την
ανάπτυξη της αρμονίας την οποία θεωρούσαν
σαν τον αμετάβλητο νόμο του Σύμπαντος·
ταυτόχρονα όμως, φρόντισαν με ιδιαίτερο
ζήλο να καλύψουν τις εσωτερικές της
αρχές και να τις αφήσουν σαν ένα μυστήριο.
Μεταγενέστεροι Έλληνες συγγραφείς,
όπως ο Δίδυμος, ο Αριστοξένης και ο
Πτολεμαίος αρκέστηκαν να ρίξουν κάποιο
φως σ' αυτό τα εξωτερικό στοιχεία που
είχαν αποκαλύψει οι παλαιότεροι φιλόσοφοι
χωρίς όμως καν να προσεγγίσουν τις αρχές
που δεν είχαν στη διάθεσή τους.
Ο
Ρουσιέ, ο μόνος από τους σύγχρονους
συγγραφείς που πλησίασε περισσότερο
στις αρχές αυτές, αποδίδει στην καλή
του τύχη και μόνο την ανακάλυψή του και
λέει ότι τίποτε απ' όσα έχουν γραφεί
στις εποχές μας δεν τον καθοδήγησε. Θα
εξηγήσω αργότερα πώς ο πολυμαθής αυτός
θεωρητικός δεν τα κατάφερε - από έλλειψη
μεθόδου, αλλά και από βιασύνη και
προκατάληψη – να δρέψει καρπούς από το
έργο του και το γιατί η πολύτιμη πράγματι
αρχή που ανακάλυψε παρέμεινε στείρα
σ:α χέρια του. Πρώτα, πρέπει όμως να
προλάβω μια δυσκολία που ίσως δημιουργηθεί
στο νου του προσεκτικού αναγνώστη,
εξηγώντας του το λόγο για τον οποίο από
τους τόσους μυημένους που πρέπει να
γνώριζαν τις αρχές των επιστημών
γενικότερα και της μουσικής ειδικότερα,
ούτε ένας δεν μπήκε στον πειρασμό να
τις αποκαλύψει.
Οι
πρώτοι ιδρυτές των Μυστηρίων, εμποτισμένοι
με τις αρχές που έχω εξηγήσει και θέλοντας
να μιμηθούν τον Θεό ο οποίος αποκαλύπτεται
στις αισθήσεις μας αλλά του αρέσει να
συγκαλύπτει τις προθέσεις της Φύσης,
σκόρπισαν στους δρόμους της μύησης
δυσκολίες, τυλίχτηκαν στα πέπλα της
αλληγορίας και μίλησαν με συμβολισμούς
ώστε να προκαλέσουν την περιέργεια των
ανθρώπων, να τους ωθήσουν σε έρευνες
και να δοκιμάσουν τη σταθερότητά τους
μπροστά στις αναρίθμητες δοκιμασίες
που τους ανάγκασαν να περάσουν. Εκείνοι
που έφταναν στις τελικές βαθμίδες της
μύησης ορκίζονταν στους βωμούς της
Δήμητρας και της Ίσιδας να μην προδώσουν
τα μυστικά που τους εμπιστεύτηκαν. Δεν
τους επιτρεπόταν να αφήσουν οποιουδήποτε
είδους γραπτό στοιχείο και μόνο στους
μυημένους μπορούσαν να μιλήσουν ανοιχτά.
Τόσο για τον επίορκο, που τόλμησε να
παραβεί τους όρκους, όσο και για τον
απαίδευτο που προσπάθησε χωρίς διάκριση
να εισβάλλει στα Μυστήρια, υπήρχε η
ποινή του θανάτου.
Η
κοινή γνώμη ήταν τόσο αυστηρή απέναντι
σ' αυτό ώστε όποιος και να ήταν ο παραβάτης
δεν μπορούσε να βρει πουθενά άσυλο και
οι πάντες τον απέφευγαν έντρομοι' Ο
ποιητής Αισχύλος, για τον οποίο υπήρχαν
υποψίες ότι είχε αποκαλύψει επί σκηνής
κάτι από τα Μυστήρια, μόλις που κατόρθωσε
να ξεφύγει απ' την οργή του λαού και το
μόνο του επιχείρημα ήταν ότι δεν είχε
ποτέ μυηθεί. Για τον ίδιο λόγο είχε
επικηρυχθεί και ο Διαγόρας. Ο Ανδοκίδης
κι ο Αλκιβιάδης παρά λίγο να χάσουν τη
ζωή τους ο δε Αριστοτέλης μόλις που
κατάφερε να μην διωχθεί από τον ιεροφάντη
Ευρυμέδονα. Τέλος, ο Φιλόλαος διέτρεξε
μεγάλο κίνδυνο ο δε Αρίσταρχος ο Σάμιος
κλήθηκε στο δικαστήριο, ο πρώτος μεν
γιατί είπε και ο δεύτερος γιατί έγραψε
ότι η γη δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος,
αποκαλύπτοντας μ' αυτό τον τρόπο τη
διδασκαλία του Πυθαγόρα που γινόταν
κάτω από το πέπλο συμβόλων.
Εκείνοι
λοιπόν οι μυημένοι, στους οποίους δεν
αρκούσαν οι όρκοι για να παραμείνουν
σιωπηλοί, εμποδίζονταν από το φόβο της
τιμωρίας και μια που όλα όσα αφορούσαν
τις αρχές ήσαν προφορικά και κατά
παράδοση, εξαρτιόταν αποκλειστικά και
μόνο από τον ιεροφάντη - μοναδικό φύλακα
των αρχαίων παραδόσεων – να εκτιμήσει
τι είδους αποκαλύψεις θα έκανε, ανάλογα
με την ικανότητα των μυούμενων. Αυτό κι
έκανε όσο διατηρούσαν τα Μυστήρια την
αρχική τους αγνότητα κι όσο ο ίδιος ήταν
άξιος να τα δέχεται και να τα διατηρεί.
Μόλις όμως η διαφθορά των δημοσίων ηθών
διέφθειρε και τους νόμους, από τη στιγμή
που το ιερό έπαψε να είναι ασφαλές στις
εισβολές και ο ίδιος ο ιεροφάντης έπαψε
να είναι ο πλέον ενάρετος των ανθρώπων,
τότε δεχόμενος την παράδοση χωρίς να
την εκτιμά και να την κατανοεί, περιφρονούσε
την απλότητά της και την διαφοροποιούσε
όπως ήθελε προκειμένου να ταιριάζει
στις λαθεμένες ιδέες του. Η μύηση που
είχε υποβαθμιστεί αφάνταστα, κατέληξε
να είναι μια κενή ουσίας τελετουργία.
Οι ιερείς της Δήμητρας, όπως κι εκείνοι
της Ίσιδας και της Κυβέλης έχασαν το
κύρος τους και με τις γελοίες φάρσες
τους και τα σκανδαλώδη ήθη τους έγιναν
ο περίγελος των ανθρώπων. Το μυστικό
των Μυστηρίων χάθηκε μαζί με την αρετή
που ήταν το αίμα τους. Πάτρονες σαν τους
Κόμμοδο, Καρακάλλα και Δομιτιανό
επιζητώντας να αναστήσουν το πτώμα των
Μυστηρίων συνέβαλλαν ακόμη περισσότερο
στη διαφθορά του και τα Μυστήρια, που
είχαν πλέον υποβαθμιστεί τελείως, έγιναν
πια ξέφραγα αμπέλια, ενώ στη Ρώμη η
ενάρετη Ίσις είχε για ιερό έναν οίκο
ανοχής που ήταν γνωστός σαν Κήπος της
Θεάς.
Αν
λίγοι προικισμένοι άνθρωποι κατάφεραν
μέσα σ' αυτό το χάος να αντιληφθούν κάτι
από την αλήθεια που επέπλεε στη μάζα
των λαθών και προσπάθησαν να το εκδηλώσουν,
αυτοί είτε δεν το κατανόησαν σε βάθος,
είτε έγιναν, από τα χτυπήματα της
γελοιοποίησης, θύματα ενός αλαζονικού
αγνωστικισμού. Οι απόψεις και οι
προκαταλήψεις των ανθρώπων αυτοαναγορεύονταν
σαν επιστήμες κι εκείνοι που διέθεταν
ταλέντο τις χρησιμοποιούσαν για να τους
προσδώσουν κάποιο κύρος. Έτσι λοιπόν,
ο Πτολεμαίος (20ς αιώνας μ.Χ.), αφού με
διάφορους υπολογισμούς διαμόρφωσε σε
αστρονομικό σύστημα τις λαϊκές απόψεις
για τα ουράνια σώματα, ανέλαβε να
θεμελιώσει και τις λάθος απόψεις περί
μουσικής του καιρού του. Στο πρώτο
εγχείρημά του καθοδηγήθηκε από τον
Εύδοξο και στο δεύτερο από το Δίδυμο
και τον Αριστόξενο. Αυτός ο Αριστόξενος,
μαθητής του Αριστοτέλη και συνεπώς
πολέμιος του Πλάτωνα , είχε γράψει τα
βιβλία του, με μοναδικό σκοπό να επιτίθεται
στη θεωρητική αντιμετώπιση, να
αντιπαραθέτει το υλικό στο ηθικό και
το αισθητό στο διανοητικό. Ίδρυσε λοιπόν
το Λύκειο πάνω στα λείψανα της Ακαδημίας.
Αντίθετα με τον Πυθαγόρα, υποστήριζε
ότι μόνο το αυτί μπορούσε να κρίνει την
ορθότητα των μουσικών τόνων. Από τις
αναφορές του Κικέρωνα μπορεί κανείς να
διαπιστώσει μέχρι ποιου βαθμού διέφθειρε
τις ιδέες του Πλάτωνα προσποιούμενος
ότι τις επεξηγεί. Έλεγε ότι όπως ακριβώς
όταν η μελωδία βρίσκεται μέσα στο όργανο,
η αρμονία παράγεται από τη σχέση των
χορδών, έτσι και όλα τα μέρη του σώματος
έχουν μια τέτοια κατανομή και δομή ώστε
από τις μεταξύ τους σχέσεις έρχεται σαν
αποτέλεσμα η ψυχή.
Απ'
αυτές τις απόψεις προέρχεται και η ιδέα
ότι η ψυχή είναι μια ιδιότητα του σώματος,
κάτι που ανέπτυξε με
ευγλωττία ο Π. Καμπανί. Από τους 453 τόμους
που έγραψε ο Αριστόξενος, μόνο ένας
σώζεται: εκείνος που αφορά τη μουσική.
Ο
Θέων ο Σμυρναίος, μαθητής του Πλάτωνα,
έγραψε προκειμένου να υπερασπιστεί το
δόγμα του δασκάλου του. Επειδή ήταν
αναμφίβολα μυημένος και δεν μπορούσε
να μιλήσει ανοιχτά για τις αρχές, οι
συγκρίσεις και οι δυσνόητες εκφράσεις
του δεν εμπόδισαν την ταχύτατη άνοδο
του συστήματος του Αριστόξενου, το οποίο
φαινόταν σαφέστερο και περισσότερο
συνδεδεμένο με τη φυσική του Αριστοτέλη,
η φήμη του οποίου είχε ήδη αρχίσει να
απλώνεται Πέρα απ' αυτό, άλλοι επιφανείς
που είχαν υιοθετήσει την υλιστική
θεώρηση των πραγμάτων έδιναν στα πάντα
ένα φυσικό υπόβαθρο σε βάρος της
μεταφυσικής. Έτσι προέκυψαν δύο
ανταγωνιστικές παρατάξεις: εκείνη των
Πυθαγορείων, που ήθελαν τα μουσικά
μεσοδιαστήματα να καθορίζονται σύμφωνα
με συγκεκριμένες αυθεντικές αναλογίες,
τις αρχές των οποίων δεν μπορούσαν ν'
αποκαλύψουν κι εκείνη των οπαδών του
Αριστόξενου που ακολουθούσαν την
ακουστική κρίση για τον καθορισμό αυτό,
με αναλογίες που προσδιόριζαν ύστερα
από υπολογισμούς ή εμπειρικά.
Δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι από τα δύο αυτά
αντιμαχόμενα μέρη γράφτηκαν ένα σωρό
βιβλία, που ευτυχώς ο χρόνος μας απήλλαξε
της παρουσίας τους. Το μόνο που γνωρίζουμε
είναι ότι ο Δάμων, ο δάσκαλος του Σωκράτη,
ο Αναξίλας βασιλιάς της Μεσσίνης, ο
Αριστοφάνης, ο γνωστός Δημόκριτος από
τα Άβδηρα, ο Αντισθένης, ιδρυτής των
Κυνικών, ο Ευκλείδης, ο Διοκλής, ο
Φιλόλαος, ο Τιμόθεος, ο Μελανιπίδης, ο
Λουκιανός, ο Πορφύριος, ο Απουήλιος, ο
Ιάμβλιχος κι ένα πλήθος άλλων, έγραψαν
για τη μουσική. Έχουμε την πραγματεία
του Πλουτάρχου, στην οποία μπορεί κανείς
να δει ότι όχι μόνο αυτές οι αντιθέσεις
δεν έλυσαν το πρόβλημα αλλά έφεραν μια
ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση. Από τη λησμονιά
των αρχών και την αβεβαιότητα της
εμπειρίας, γεννήθηκαν ένα σωρό αντιφάσεις.
Ο καθένας είχε το δικό του σύστημα και
τη δική του αντίληψη. Ο Πτολεμαίος, ο
οποίος, όπως είπα θέλησε να διαρθρώσει
τις αντιτιθέμενες αυτές απόψεις σε
συγκεκριμένους κανόνες, υποχρεώθηκε
να δεχτεί πέντε διατονικά συστήματα.
Στο τέλος, ο αυξανόμενος σκοταδισμός
συμπληρώθηκε με την παρακμή της Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας, η οποία, έχοντας δεχτεί,
αφ' ενός μεν την εισβολή της θρησκείας,
αφ' ετέρου δε την εισβολή των βαρβάρων,
έχασε κάθε αρετή, δεν μπόρεσε να αντισταθεί
σ' αυτή τη διπλή εισβολή, υποχώρησε,
κατακερματίστηκε και κατέληξε σε μια
συντριβή.
Η
μουσική εξαφανίστηκε. Οι άγριες ορδές
που κατέκτησαν την εξουσία ήταν υπερβολικά
άξεστες για να εντρυφήσουν στις ομορφιές
της μελωδίας και η θρησκεία που η Πρόνοια
ετοίμασε γι' αυτές, γεννημένη μέσα στο
σκοτάδι και μεγαλωμένη ανάμεσα στις
πιο βάρβαρες τάξεις των ανθρώπων, δεν
προοριζόταν να τους εμπνεύσει την αγάπη
για τις επιστήμες. Ήταν ένα χαλινάρι
στη βαρβαρότητά τους, μια ζύμωση που
ήταν απαραίτητη για τη μελλοντική
αναζωπύρωση του φωτός. Δεν θα αναφερθώ
στις τρομερές εικόνες που άφησαν οι
σύγχρονοι συγγραφείς γι' αυτές τις
ολέθριες ορδές. Ο ιστορικός Προκόπιος
λέει ότι το ανθρωπιστικό του συναίσθημα
σταμάτησε την πέννα του και τον έκανε
να μην θέλει να μεταβιβάσει στους
μεταγενέστερους λεπτομέρειες που θα
τους ήταν ανατριχιαστικές. Ο Ιδάκιος,
ο Ισίδωρος, ο Βίκτωρ του Σαιν Βίτους και
ο Άγιος Αυγουστίνος αναζήτησαν μάταια
περιγραφές που θα ζωγράφιζαν τον τρόμο
που δυστυχώς έζησαν. Οι βάρβαροι εκείνοι
δεν ήταν μόνο άσχετοι όσον αφορά τις
τέχνες αλλά και τις απεχθάνονταν. Η λέξη
«Ρωμαίος» δήλωνε γι' αυτούς ό,τι θα
μπορούσε κανείς να φανταστεί για την
ποταπότητα, τη δειλία, τη φιλαργυρία
και τη φαυλότητα. Θεωρούσαν τις επιστήμες
σαν πηγή της διαφθοράς της ψυχής. Αλλά
και οι πρώτοι Χριστιανοί είχαν ακριβώς
τις ίδιες απόψεις. Όπως όλοι οι ιστορικοί
παραδέχονται, ήταν άνθρωποι κατώτερων
τάξεων, αμόρφωτοι και απαίδευτοι.
Καταδίκαζαν όλες τις τέχνες θεωρώντας
τες ολέθριες και το εμπόριο σαν αδικία.
Ένας από τους επιφανέστερους συγγραφείς
τους, ο Κλήμης ο Αλεξανδρινός, απέρριπτε
τόσο τη φωνητική όσο και την ορχηστρική
μουσική, ιδιαίτερα δε τη μουσική της
φλογέρας. Έτσι λοιπόν, οι άνθρωποι και
οι νόμοι - στους οποίους ήταν υποχρεωμένοι
να υποτάσσονται - ήταν πανομοιότυποι
και μόνο η Πρόνοια μπορούσε να προβλέψει
ότι απ' αυτό το φοβερό αμάλγαμα θα
ανέτειλλε το σοφό και φωτισμένο έθνος
που τώρα κυριαρχεί στην Ευρώπη, από τον
κόρφο του οποίου θα αναπηδήσουν οι
επιστήμες περισσότερο εκτυφλωτικές
από ποτέ.
Ο
Πλούταρχος αναφέρει ότι ένας βασιλιάς
των Σκυθών, ο Αθέας, έχοντας ακούσει
έναν προικισμένο μουσικό να παίζει
φλογέρα είπε ότι θα προτιμούσε ν' ακούει
το χλιμίντρισμα του αλόγου του. Γνωρίζουμε
από αναρίθμητες μαρτυρίες ότι οι άνθρωποι
εκείνοι είχαν μια τέτοια απέχθεια για
τις επιστήμες και τα βιβλία ώστε τα
κατέστρεφαν όποτε είχαν την ευχέρεια
της εξουσίας. Το πέρασμά τους ακολουθούσε
φωτιά και καταστροφή. Το πνεύμα αυτό
του μίσους και του ολέθρου θερμάνθηκε
και ανδρώθηκε ακόμη περισσότερο από το
πνεύμα μιας αδιάλλακτης θρησκείας.
Τρεις σχεδόν αιώνες μετά την πιο βίαιη
εισβολή τους, αφού είχαν πια ηρεμήσει
και θα 'πρεπε να είναι περισσότερο
ειρηνόφιλοι, ο Πάπας Γρηγόριος τους
έκανε να καταστρέψουν τα ωραιότερα
μνημεία της Ρώμης και να κάψουν όλα τα
αρχαία βιβλία που μπόρεσαν να βρουν. Σ'
αυτόν ακριβώς τον Πάπα οφείλουμε τα
πρώτα στοιχεία της σύγχρονης μουσικής
και τους Γρηγοριανούς ψαλμούς - όπως
ονομάστηκαν προς τιμή του. Η μελωδία
μας κυριαρχείται ακόμη απ.' αυτούς τους
ψαλμούς και η αρμονία μας γεννήθηκε από
τότε. Ο άγιος Γρηγόριος, αδυσώπητος
πολέμιος όλων όσων προέρχονταν από τους
Έλληνες και τους Ρωμαίους, τους οποίους
θεωρούσε ότι εμπνέονταν από το διάβολο,
απομακρύνθηκε όσο περισσότερο μπορούσε
από το μουσικό τους σύστημα και
αντικατέστησε το αρχαίο τετράχορδο με
επτάχορδο.
Παρά
τη δύναμή της και τις προτροπές του
Μπέντε, ο οποίος συγκρίνει με άγρια
θηρία εκείνους που τραγουδούν χωρίς να
καταλαβαίνουν τι κάνουν, η Γρηγοριανή
μουσική ήταν για ένα μεγάλο χρονικό
διάστημα άγνωστη στις δύο Γαλατίες. Οι
βάρβαροι που κατοικούσαν αυτές τις
περιοχές δεν είχαν αναπτυγμένο γούστο
ούτε και ευελιξία στα φωνητικά τους
όργανα κι έτσι πολύ λίγο ένιωθαν τη
μαγεία της μουσικής. Η κακόηχη γλώσσα
τους, γεμάτη από λαρυγγώδεις ήχους,
έμοιαζε περισσότερο με ήχους από τους
βατράχους και τις χήνες, που ζούσαν στα
έλη παρά με τη γλυκιά μελωδία των πουλιών
που ανέπνεαν τον καθαρό αγέρα των βουνών.
Παρά τις προσπάθειες που έγιναν διαδοχικά
στη Γαλλία από τον Πιπίνο, τον Καρλομάγνο
και το Λουδοβίκο τον ευσεβή, η μουσική
της εκκλησίας ήταν για ένα μεγάλο χρονικό
διάστημα κάτι σαν μια μονότονη ψαλμωδία,
στην οποία ο Άγιος Αμβρόσιος είχε
προσπαθήσει - πριν από την αναμόρφωση
του Αγίου Γρηγορίου - να αναμίξει μερικές
φράσεις αρχαίων ψαλμών, απομεινάρια
που επέζησαν της καταστροφής. Ο βασιλιάς
Αλφρέδος έκανε κι αυτός μερικές
αποτυχημένες προσπάθειες να εισάγει
το Γρηγοριανό Μέλος στην Αγγλία. Η
μουσική ήταν ανήμπορη να αναδυθεί από
τον ύπνο της μέχρις ότου φάνηκε μια
σπίθα να διαπερνά τη σκοτεινή νύχτα που
κάλυπτε την Ευρώπη και από τα ύψη των
βουνών της Ακουιτανίας άρχισαν να
κατεβαίνουν οι πρώτοι σύγχρονοι ποιητές
και τραγουδιστές. Στους Τρουβαδούρους
είναι που οφείλουμε την αναγέννηση της
μουσικής. Αυτοί είναι που έκαναν την
εμφάνισή τους ανάμεσα απ' τις σκιές της
άγνοιας και της δεισιδαιμονίας και
σταμάτησαν τις καταστροφές που
προκαλούσαν.
Μετρίασαν
την τραχύτητα των φεουδαρχικών εθίμων,
έβγαλαν τους ανθρώπους από το θανάσιμο
ύπνο τους, αναζωογόνησαν τα πνεύματά
τους, τους δίδαξαν πώς νρ σκέφτονται
και, τέλος, έφεραν τη γέννηση αυτής της
αυγής, της οποίας η ευεργετική ημέρα
λάμπει σήμερα στα έθνη.
Η
βασιλεία των Τροβαδούρων κράτησε
τριακόσια περίπου χρόνια, δηλαδή από
τα μέσα του ενδέκατου μέχρι την αρχή
του δέκατου τέταρτου αιώνα.
Εκείνη
περίπου την εποχή, ο Γκουίντο ντ' Αρέτζο,
έχοντας ανακαλύψει μια καινούργια
μέθοδο σημειογραφίας και ονομασίας των
τόνων της μουσικής, διευκόλυνε σημαντικά
τη μελέτη της. Πάντως η μουσική δεν
αναπτύχθηκε στην αυλή αυτού του πρίγκιπα
- που θεωρείται ότι αποκατέστησε τα
γράμματα στη Γαλλία. Σ' εκείνη όμως την
περίοδο άρχισε να γίνεται γνωστή η
αρμονία και γεννήθηκε αυτό που γνωρίζουμε
σαν αντίστιξη. Μέχρι τότε, η μουσική
περιοριζόταν σε ένα είδος μελωδίας που,
για να πούμε την αλήθεια, δεν ήταν παρά
μια απλή ψαλμωδία - όπως μπορεί κανείς
να διαπιστώσει στα επιζώντα χειρόγραφα
της συλλογής τραγουδιών των Αυλών της
Καμπανίας και του Ανζού. Έτσι, η επιστήμη
αυτή που είχε εκλείψει παντελώς μαζί
με την Αυτοκρατορία, αναβίωσε χίλια
χρόνια αργότερα, όταν η πτώση
της Ανατολικής Αυτοκρατορίας ανάγκασε
τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την
πατρίδα τους που είχε κατακτηθεί από
τους Τούρκους. Βλέπει λοιπόν κανείς ότι
οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς
ήταν σαν να βγήκαν απ' τους τάφους τους
και ήρθαν να συμπληρώσουν αυτό που
είχαν, ευτυχώς, αρχίσει οι Τρουβαδούροι.
Η Αναμόρφωση του Λούθηρου έδωσε την
ίδια εκείνη εποχή μια ώθηση στο ανθρώπινο
πνεύμα. Η ανακάλυψη της Αμερικής και η
εφεύρεση της τυπογραφίας οριοθέτησαν
επίσης αυτή την αξιομνημόνευτη εποχή
της ανθρώπινης ιστορίας. Τα πάντα
συνεισέφεραν, με λίγα λόγια, στην επαύξηση
της φώτισης.
Στο
μεταξύ, όσο η πρακτική μουσική βελτιωνόταν
και οι μουσικοί εκπαιδεύονταν στην αυλή
του Ερρίκου Β' όπου η περίφημη Αικατερίνη
των Μεδίκων είχε φέρει τους καλύτερους
μουσικούς που είχε να προσφέρει η Ιταλία,
οι ειδήμονες της εποχής ζητούσαν να
καθιερώσουν μια θεωρία γι' αυτή την
τέχνη. Διάβαζαν τον Βοήθιο, τον Γκουίντο
ντ' Αρέτζο και μερικές μάλιστα φορές
έφταναν μέχρι τον Πτολεμαίο, αλλά
χάνονταν στο πλήθος των διακρίσεων που
έκαναν εκείνοι οι συγγραφείς κι έτσι
δεν μπορούσαν να κατανοήσουν κάτι που
θα τους οδηγούσε στις θεμελιώδεις αρχές.
Ο Ρουσιέ, πάντως, μας διαβεβαιώνει ότι
κάποιος Λεφέβρ ντ' Ετάπλ συνέθεσε κατά
τα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα ένα
βασικό έργο στο οποίο δεχόταν τις
αναλογίες του Πυθαγόρα όπως τις είχε
βρει στον Γκουίντο ντ' Αρέτζο και στον
Βοήθιο. Αυτό, εμένα προσωπικά, μου
φαίνεται σαν μια απλή υπόθεση, όταν
μάλιστα οι δύο εκείνοι συγγραφείς δεν
εκφράζονταν ξεκάθαρα πάνω σ' αυτό το
θέμα. Όπως και να 'χει πάντως το πράγμα,
το έργο αυτό, που ίσως να περιέχει κάποιες
αλήθειες, παρέμεινε άγνωστο ενώ ένα
άλλο που έγραψε λίγο αργότερα ο Ζαρλίνο
είχε γενικότερη επιτυχία και διέδωσε
τα χειρότερα λάθη.
Ο
Ζαρλίνο, στον οποίο χρωστάμε τις
θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες
στηρίζονται τα σύγχρονα συστήματά μας,
ήταν χοράρχης στην εκκλησία του Αγίου
Μάρκου της Βενετίας. Δεν μπορεί βέβαια
να αρνηθεί κανείς πως ήταν ένας
προικισμένος καλλιτέχνης και ένας
πολυμαθής θεωρητικός' του έλειπε όμως
η ιδιοφυία να ακολουθήσει τις συνέπειες
μιας αλήθειας και η δύναμη να μείνει
πιστός σ' αυτή. Αν και ήξερε πολύ καλά
τις αναλογίες που θα πρεπε να ακολουθούν
τα διατονικά, τα χρωματικά και τα
εναρμονικά γένη και παρά το ότι παραδέχεται
πως αυτά έχουν δοθεί από τη φύση και την
επιστήμη, από τον Πυθαγόρα και τον
Πλάτωνα, δημιουργεί - κατά το παράδειγμα
κι αυτός του Πτολεμαίου - μια σειρά από
λανθασμένες αναλογίες και τόνους,
προκειμένου, όπως λέει, να συμμορφωθεί
με την πρόοδο της αντίστιξης, που τις
απαιτεί. Έτσι, σύμφωνα με τις απόψεις
του, δεν μπορεί κανείς να δημιουργήσει
αρμονία χωρίς να καταστρατηγήσει τις
αρχές της, ούτε συγχορδίες χωρίς να
παραβλέψει τη φωνή και τα όργανα. Κατά
έναν παράδοξο τρόπο, ο ΣαλΙνας, ο διάσημος
Ισπανός συγγραφέας που αντιτίθεται στο
Ζαρλίνο αρκετά έντονα, συμφωνεί σ' αυτό
το σημείο μαζί του και πιστεύει καλόπιστα
ότι πρέπει κανείς να ξεφεύγει από την
ακρίβεια των τόνων προκειμένου να
μπορέσει να τους δομήσει σε μια αρμονία.
Ο
Βιντζέντζο Γκαλιλέι, πατέρας του
πασίγνωστου αστρονόμου, ήταν ο μόνος
που τόλμησε να αντιταχθεί στα σφάλματα
του Ζαρλίνο, χωρίς όμως να καταφέρει να
εμποδίσει την εξάπλωσή τους στην Ιταλία
κι από κει στην Ισπανία, στη Γαλλία και
στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Όλοι
σχεδόν οι Ιταλοί συγγραφείς που έγραψαν
για την μουσική, στους οποίους
περιλαμβάνεται και ο Μαρτίνι, υιοθέτησαν
τις λάθος αναλογίες αυτού του θεωρητικού,
παρά το ότι αναγνώριζαν πως δεν ήταν
ορθές. Ο διάσημος Ραμώ στη Γαλλία και ο
Μαρτίνι στην Ιταλία δεν είχαν άλλο στόχο
με τα διαφορετικά τους συστήματα από
το να προσφέρουν κάποια βάση σ' αυτές
τις αρχές τις οποίες πίστευαν ότι είναι
αδιάσπαστες από την αρμονία. Στη Γερμανία,
ο Όιλερ τους ακολούθησε στα κείμενά του
για τη μουσική και οι φημισμένοι Ντεκάρτ,
Κίρχερ, ντ' Αλεμπέρ και τέλος ο l.
Ρουσώ μαζί μ' ένα πλήθος άλλων, που δεν
έχει ιδιαίτερη αξία να αναφέρουμε τα
ονόματά τους.
Να
λοιπόν τα στοιχεία του σύγχρονου
συστήματος σύμφωνα με τη θεωρία του
Ζαρλίνο, όπως είναι γενικότερα παραδεκτή:
από τους επτά διατονικούς φθόγγους C,
Ο, Ε, F, G, Α,
Β τρεις είναι σταθεροί, οι C,
F, G, ενώ ο Ο
μεταβάλλεται ανάλογα με το αν κάποιος
τον θεωρεί σαν τον πέμπτο από τον G
ή σαν έκτο από τον F και
τρεις είναι εξ ολοκλήρου ασταθείς, οι
Ε, Α, Β.
Οι
επτά αυτοί διατονικοί
φθόγγοι δίνουν δεκατέσσερις χρωματικούς,
γιατί ο καθένας μπορεί να αλλάξει με
μια δίεση ή μια ύφεση. Οι 14 αυτοί χρωματικοί
φθόγγοι δεν είναι και τόσο σαφείς. Όσο
για τους εναρμόνιους φθόγγους, αυτοί
δεν υπάρχουν.
Βλέπει
λοιπόν κανείς απ' αυτή την παράθεση ότι
οι φωνές που εξαναγκάζονται από ορισμένα
όργανα (ιδιαίτερα δε από το πιάνο, το
τσέμπαλο, την άρπα και την κιθάρα) να
ακολουθήσουν λάθος συντονισμό, αναγκάζουν
με τη σειρά τους αυτές τα άλλα όργανα
που τις συνοδεύουν να παίζουν τις ίδιες
νότες από φόβο μη τυχόν και χάσουν τον
τόνο. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι διατονικοί
μας φθόγγοι είναι κατά ένα μέρος σωστό
και κατά ένα άλλο λάθος, το χρωματικό
μας γένος δεν προσφέρει τίποτε το σωστό
και μεις δεν διαθέτουμε καθόλου εναρμόνια
γένη.
Πρέπει
κανείς να παραδεχτεί ότι αν, όπως δηλώνουν
οι Ζαρλίνο, Σαλίνας και Μαρτίνι και όπως
πίστευε ο Ραμώ, είναι ορθό να έχουμε
αρμονία με ένα τέτοιο σύστημα που έχουμε
υιοθετήσει, τότε η αρμονία μας δεν αξίζει
καν ούτε το όνομά της και θα ήταν καλύτερα
αν της δίναμε το Γοτθικό της όνομα:
αντίστιξη. Πρέπει επίσης να παραδεχτεί
κανείς ότι οι εκτελεστές μας δεν πρέπει
να εκπλήσσονται αν η σύγχρονη μουσική
τους δεν παράγει τα θαύματα της αρχαίας
μουσικής, γιατί τόλμησαν να παρεκκλίνουν
από τις αληθινές αρχές της Φύσης και να
διαφθείρουν την ακουστική ευαισθησία
μέχρι του σημείου να προσαρμόζεται το
αυτί και να δέχεται τρεις από επτά
διατονικούς φθόγγους έξω από τον τόνο
να μην ακούει ποτέ έστω και μια χρωματική
νότα στον τόνο και να αγνοεί παντελώς
τη μαγεία των εναρμoνικών
γενών. Αν οι Έλληνες είχαν ένα μουσικό
σύστημα σαν το δικό μας, δεν θα κατανοούσα
καθόλου τα θαύματα τα οποία καυχώνται,
γιατί θα διέκρινα μια εμφανέστατη
αντίφαση ανάμεσα στην αδυναμία της
αιτίας και στη δύναμη του αποτελέσματος.
Είμαι όμως σίγουρος ότι το στοιχειώδες
και φυσικό μέρος αυτού του συστήματος,
στενά συνδυασμένο με το διανοητικό και
ηθικό μέρος, διακρινόταν από μια ευθύτητα
και τα δύο μαζί επενεργούσαν στο νου
του ανθρώπου και στις αισθήσεις, με
αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι
εντυπώσεις που προέκυπταν. Είναι αλήθεια
ότι η εξαιρετική ακρίβεια που απαιτεί
από τους τόνους το εθισμένο σ' αυτά τα
στάνταρντς αυτί, κάνει δύσκολο το παίξιμο
των οργάνων. Όπως όμως λένε οι αρχαίοι
- σύμφωνα με τον Αθηναίο
- δεν έγκειται η υπεροχή της τέχνης στο
ύψος ή στην ταχύτητα που έχουν οι νότες
αλλά στον τρόπο που επενεργούν πάνω στο
θέμα.
Μία των εν δράσει
εν τω Σύμπαντι τριών μεγάλων δυνάμεων.
Η Ειμαρμένη
είναι ίση προς την ανθρωπίνην Θέλησιν
και προς την Πρόνοιαν, αλλ' ουδεμίαν των
δύο τούτων δυνάμεων υπερβαίνει. Ο Φαβρ
δ' Ολιβέ, εν τη θαυμασία περιλήψει, ην
έκαμε του δόγματος του Πυθαγόρου, μας
δεικνύει εις τινας σελίδας την σύνοψιν
της αρχαίας ψυχολογίας. Αρκεί να την
αναγνώσωμεν και να την παραβάλωμεν προς
τα δόγματα του εσωτερικού Βουδισμού,
δια να μάθωμεν εν των, εντός των Ιερών,
περικεκλεισμένων, μεγάλων μυστικών.
Ιδού η σύνοψις
αύτη:
«Ο Πυθαγόρας
παρεδέχετο δύο ελατήρια των ανθρωπίνων
ενεργειών, την δύναμιν της Θελήσεως και
την ανάγκην της Ειμαρμένης. Υπέβαλλεν
αμφότερα εις ένα θεμελιώδη νόμον
καλούμενον Πρόνοιαν, εξ ης απέρρεον
ομοίως.
»Το πρώτον των
ελατηρίων τούτων ήτο ελεύθερον και το
δεύτερον ηναγκασμένον: ούτως ώστε, ο
άνθρωπος ευρίσκετο τεθειμένος μεταξύ
δύο φύσεων, αντιθέτων μεν, ουχί όμως και
εναντίων, αδιαφόρως, καλών ή κακών,
συμφώνως με την χρήσιν, την οποίαν
ηδύνατο να κάμη αυτών. Η δύναμις της
Θελήσεως εξησκείτο επί των προκειμένων
να γίνουν πραγμάτων ή επί του μέλλοντος.
Η δε ανάγκη της Ειμαρμένης επί των
γενομένων πραγμάτων ή επί του παρελθόντος.
Και η μία ετροφοδότει την άλλην,
αδιαλείπτως, εργαζόμεναι επί των υλικών,
τα οποία επρομήθευον εαυταίς αμοιβαίως.
Διότι, εκ του παρελθόντος γεννάται το
μέλλον και εκ του μέλλοντος σχηματίζεται
το παρελθόν και εκ της ενώσεως αμφοτέρων
παράγεται το πάντοτε υπάρχον παρόν, εξ
ου έλκουν ομοίως την καταγωγήν των: ιδέα
βαθυτάτη, γενομένη αποδεκτή υπό των
Στωικών. Ούτω, κατά την δοξασίαν ταύτην,
η Ελευθερία κυβερνά το μέλλον, η Ανάγκη
το παρελθόν και η Πρόνοια το παρόν. Ουδέν
των όσων υπάρχουν, συμβαίνει κατά τύχην,
αλλά δια της ενώσεως του θεμελιώδους
και προνοιακού νόμου μετά της ανθρώπινης
θελήσεως, ήτις τον ακολουθεί ή τον
παραβαίνει, ενεργούσα επί της Ανάγκης.
»Η συμφωνία της
Θελήσεως και της Προνοίας αποτελεί το
καλόν, το δε κακόν γεννάται εκ της
αντιθέσεώς των. Ο άνθρωπος έλαβε, δια
να οδηγηθή εν τω σταδίω, το οποίον δέον
να διατρέξη επί της γης, τρεις δυνάμεις
προσηρμοσμένας εις εκάστην των τριών
περιστολών (σώματος, ψυχής και Πνεύματος)
του είναι του και τας τρεις υποτεταγμένας
εις την θέλησίν του. Η πρώτη, εξαρτωμένη
εκ του σώματος είναι το ένστικτον η
δευτέρα, καθιερωμένη εις την ψυχήν,
είναι η αρετή, και η τρίτη, ανήκουσα εις
το Πνεύμα είναι η επιστήμη ή η σοφία.
Αι αυταί καθ'
εαυτάς αδιάφοροι τρεις αύται δυνάμεις,
δεν λαμβάνουν την επωνυμίαν ταύτην, ει
μη δια της καλής χρήσεως, την οποίαν
κάμνει αυτών η θέλησις, διότι εν τη κακή
χρήσει, εκπίπτουν εις αποκτήνωσιν, εις
κακίαν και εις αμάθειαν. Το ένστικτον
αισθάνεται τα εκ της συναισθήσεως
προκύπτοντα φυσικά καλόν ή κακόν. Η
αρετή γνωρίζει τα εν τω αισθήματι
υπάρχοντα ηθικά καλόν ή κακόν, και η
επιστήμη ή η σοφία κρίνει τα εκ της
συναινέσεως γεννώμενα, ευνόητα καλόν
ή κακόν. Εν τη αισθήσει το καλόν και το
κακόν καλούνται ηδονή ή οδύνη. Εν τω
αισθήματι, αγάπη ή μίσος και εν τη
συναινέσει, αλήθεια ή πλάνη.
»Η συναίσθησις,
η συνείδησις και η συναίνεσις, ενυπάρχουσαι
εν τω σώματι, εν τη ψυχή και εν τω Πνεύματι,
σχηματίζουν μιαν τριάδα, ήτις, αναπτυσσομένη
δια μιας σχετικής ενότητος, αποτελεί
την ανθρωπίνην τετράδα, ή τον Άνθρωπον
θεωρούμενον αφηρημένως.
»Αι αποτελούσαι
ταύτην την τριάδα τρεις αρχαί, ενεργούν
και αντενεργούν, αι μεν επί των δε, και
φωτίζονται ή σκοτίζονται αμοιβαίως.
Και η ενούσα αυτάς ενότης, τουτέστιν ο
Άνθρωπος, τελειοποιείται ή διαφθείρεται,
καθ' ο τείνει να αφομοιωθή μετά της
παγκοσμίου Ενότητος, ή να διακριθή
αυτής.
»Το μέσον, το
οποίον κατέχει να αφομοιωθή ή να διακριθή,
να πλησιάση ή να απομακρυνθή, της
παγκοσμίου Ενότητος, ενυπάρχει, ολόκληρον,
εν τη θελήσει του ανθρώπου, ήτις δια της
χρήσεως, την οποίαν κάμνει των μέσων,
τα οποία τη παρέχουν το σώμα, η ψυχή και
το πνεύμα, καθίσταται ευαίσθητος ή
αναίσθητος, αγαθή ή μοχθηρά, σοφή ή
αμαθής και αποβαίνει ικανή να διαγνώση,
μετά περισσοτέρας ή ολιγωτέρας ενεργείας,
να γνωρίση ή να κρίνη, μετά περισσοτέρας
ή ολιγωτέρας ευθύτητος, ό,τι υπάρχει
καλόν, ωραίον και ορθόν εν τη συναισθήσει,
εν τη εντυπώσει ή εν τη συναινέσει. Να
διακρίνη, μετά περισσοτέρας ή ολιγωτέρας
δυνάμεως, το καλόν και το κακόν και
ουδόλως να απατάται, τέλος, εις ό,τι
είναι πραγματικώς ηδονή ή οδύνη, έρως
ή μίσος, αλήθεια ή πλάνη.
»Ο Άνθρωπος, ως
τον περιεγράψαμεν, κατά την ιδέαν, την
οποίαν ο Πυθαγόρας εσχημάτισε περί
αυτού, τεθειμένος υπό την εξουσίαν της
Προνοίας, μεταξύ του παρελθόντος και
του μέλλοντος, πεπροικισμένος με
ελευθέραν θέλησιν,
δια της ουσίας του και φερόμενος προς
την αρετήν ή προς την κακίαν εκών,
ο Άνθρωπος, λέγομεν, δέον να γνωρίζη την
πηγήν των δυστυχιών, τας οποίας υφίσταται,
εξ ανάγκης, και, αντι να κατηγορή αυτήν
την ιδίαν Πρόνοιαν, η οποία απονέμει τα
αγαθά και τα κακά εκάστω κατά την αξίαν
του και κατά τας προγενεστέρας του
πράξεις, να μη μέμφηται ει μη εαυτού,
εάν υποφέρη κατ' αναπόφευκτον ακολουθίαν
των παρελθόντων αμαρτημάτων του. Διότι,
ο Πυθαγόρας παρεδέχετο πολλάς διαδοχικάς
υπάρξεις και εβεβαίωνεν, ότι το παρόν,
το οποίον μας θλίβει, και το μέλλον, το
οποίον μας φοβίζει, δεν είναι ει μη η
εκδήλωσις του παρελθόντος, το οποίον
υπήρξεν έργον μας εν τοις προγενεστέροις
χρόνοις. Έλεγεν, ότι οι περισσότεροι
άνθρωποι χάνουν, επανερχόμενοι εις την
ζωήν, την ανάμνησιν των προγενεστέρων
των υπάρξεων, αλλ' ότι, αυτός, ώφειλεν
εις ιδιαιτέραν εύνοιαν των Θεών, την
διατήρησιν της αναμνήσεων των.
»Ούτω,
κατά την διδασκαλίαν του, η μοιραία αύτη
ανάγκη, δια την οποίαν ο Άνθρωπος δεν
παύει να παραπονήται, αυτός ο ίδιος την
εδημιούργησε δια της χρήσεως της θελήσεως
του.
Διατρέχει,
εφ' όσον προχωρεί εν τω χρόνω, την
οδόν την οποίαν έχει ήδη χαράξη δι'
εαυτόν, και καθ' ό
την μεταποιεί καλώς ή κακώς, καθ' ό
σπείρει εις αυτήν, ούτως ειπείν, τας
αρετάς του ή τας κακίας του, θα την
επανεύρη ομαλωτέραν ή επιμοχθοτέραν,
όταν θα έλθη ο καιρός να την διατρέξη
εκ νέου».
Είπον ήδη ότι
η ομοιογένεια της Φύσεως μαζύ με την
ενότητα του Θεού, απετέλουν απόρρητα
των Μυστηρίων. Ο Πυθαγόρας εστήριζε την
ομοιογένειαν ταύτην επί της ενότητος
του πνεύματος εκ του οποίου είναι
εμπεποτισμένη και εκ του οποίου, κατ'
αυτόν, όλαι αι ψυχαί μας έλκουν την
καταγωγήν των (Πορφ. Αφορ. 10). Το δόγμα
τούτο το οποίον είχε διδαχθή παρά τοις
Χαλδαίοις και από τους ιεροφάντας της
Αιγύπτου, είχε γίνει αποδεκτόν παρ' όλων
των σοφών της αρχαιότητος, όπως το
αποδεικνύουν εν εκτάσει ο STANLEY και ο
εμβριθής BEAUSOBRE (STANLEY, DE PHIL. CHALD. σ. 1123 –
BEAUSOBRE, HIST. DU MANICH. T. II, β. ΙΧ κ. 1 πργρ. 10). Οι
σοφοί εκείνοι απεκαθίστων μιαν αρμονίαν,
μιαν τέλειαν αναλογίαν μεταξύ ουρανού
και γης, μεταξύ νοητού και αισθητού, της
αμερίστου και της μεριστής ουσίας. Ο
τρόπος καθ' ον διεδραματίζετο κάτι εις
μιαν περιοχήν του Σύμπαντος, ή εις μιαν
των μεταλλαγω του πρωταρχικού τριαδικού,
ήτο η ακριβής εικών εκείνου που παρήγετο
εις μιαν άλλην. Απαντώμεν την ιδέαν
ταύτην εκτιθεμένην εντόνως υπό του
αρχαίου Θωθ, αποκαλουμένου Ερμού του
Τρισμεγίστους υπό των Ελλήνων, εις τον
εις αυτόν αποδιδόμενον Σμαράγδινον
Πίνακα: «Είναι αληθέστατον, αψευδέστατον,
βεβαιότατον ότι τα κατώτερα πράγματα
είναι ανάλογα προς τα ανώτερα και
αντιστρόφως. Και τα μεν και τα δε ενώνουν
τας ακαταμαχήτους δυνάμεις των δια να
παραγάγουν εν μόνον πράγμα. Και επειδή
τα πάντα απέρρευσαν εκ της θελήσεως του
ενός μόνου Θεού, όλα τα οιαδήποτε πράγματα
πρέπει να γεννώνται εκ του ενός τούτου
πράγματος, δια καταλλήλου διαθέσεως
της παγκοσμίου Φύσεως».
(Σ.Σ. Λέγεται ότι ο περίφημος ούτος Πίναξ
ανευρέθη εις την κοιλάδα των Εβρών, εις
ένα τάφον εις τας χείρας του πτώματος
αυτού τούτου του Θωθ. Ο KRIEGSMANN όστις
βεβαιοί ότι ο εν λόγω Πίναξ πρέπει να
αναγνωσθή εις την φοινικικήν γλώσσαν
και όχι εις την Ελληνικήν, τον μεταφράζει
κάπως διαφορετικά από ό,τι τον απαντώμεν
εις τας συνήθεις εκδόσεις. Βλ. Σμαράγδινον
Πίνακα, αναφερ. υπό του FABRICIUS, Ελλ. Βιβλ.
σ. 68).
Αφ'
ετέρου, οφείλω να ομολογήσω, ότι επί της
ομοιογένειας ταύτης της Φύσεως,
εστηρίζοντο κατά βάσιν όλαι αι καλούμεναι
απόκρυφοι επιστήμαι, των οποίων αι,
τέσσαρες βασικώτεραι, αναφερόμεναι εις
το ανθρώπινον τετραδικόν ήσαν η Θεουργία,
η Αστρολογία, η Μαγεία και η Χημεία.
Ωμίλησα ήδη συμπτωματικώς περί της
αστρολογικής επιστήμης και ανέφερα τας
απόψεις μου περί της ανοήτου και γελοίας
ιδέας την οποίαν έχουν σχηματίσει οι
νεώτεροι περί αυτής. Θα παραλείψω να
ομιλήσω περί των τριών άλλων, λόγω της
μακρυγορίας την οποίαν θα ηναγκαζόμην
να μεταχειρισθώ. Θα προσπαθήσω εις άλλο
έργον μου να αποδείξω ότι αι αρχαί επί
των οποίων αύται εστηρίζοντο, διέφερον
κατά πολύ εκείνων τας οποίας η δεισιδαιμονία
και η τυφλή ευπιστία εις τους χρόνους
της αγνωσίας τους απέδωσεν. Και ότι αι
επιστήμαι αι διδασκόμεναι εις τους
μεμυημένους εντός των αρχαίων ιερών,
διέφερον εις άκρον από ό,τι έκτοτε ο
κοινός όχλος παραδέχεται και αντιλαμβάνεται.
Ο Κινεζικός
λαός, από αμνημονεύτων χρόνων, έχει
διαιρεθή εις τέσσαρας μεγάλας κλάσεις,
εν σχέσει με την θέσιν την οποίαν οι
άνθρωποι κατέχουν εν τη κοινωνία,
αναλόγως με το λειτούργημα το οποίον
εκτελούν, ακριβώς σχεδόν όπως εις τας
Ινδίας. Η διαίρεσις όμως αύτη, η οποία
με την πάροδον του χρόνου κατέστη
περισσότερον πολιτική, εθεωρήθη
διαφοροτρόπως υπό των φιλοσόφων. Ο
άνθρωπος κατ' αυτούς, αποτελεί μίαν των
τριών παραγωγικών Δυνάμεων αι οποίαι
συνιστούν την ενδιάμεσον Τριάδα του
Σύμπαντος διότι θεωρούν το Σύμπαν ήτοι
το Παν, ως έκφρασιν μιας τριπλής Τριάδος,
περιβαλλομένης, και κυριαρχουμένης υπό
της πρωταρχικής Μονάδος: τούτο αποτελεί
δι' αυτούς μίαν δεκάδα, αντί της τετράδος.
Η τρίτη αύτη δύναμις, καλουμένη Τζιν ή
Γιεν (JIN) δηλαδή ανθρώπινον γένος,
υποδιαιρείται εις τρεις κυρίας κλάσεις
αι οποίαι, μέσω των ενδιαμέσων κλάσεων
τας οποίας ο Κογκ-Τσε δέχεται, παράγουν
τας πέντε τάξεις, περί ων ο σοφός αυτός
ποιείται μνείαν.
«Η πρώτη τάξις,
λέγιε, η πλέον πολυάριθμος, η πληθύς
αυτή των ανθρώπων οι οποίοι ενεργούν
υπό την επίδρασιν ενός μιμητικού
ΕΝΣΤΙΚΤΟΥ και εκτελούν σήμερον ό,τι
έπραξαν χθες, δια να επαναλάβουν άριον
ό,τι έπραξαν σήμερον και οι οποίοι μακράν
από του να δύνανται να διακρίνουν εις
το απώτερον μέλλον τα σταθερά και αληθή
προσόντα, τα ανωτέρας τάξεως συμφέροντα,
επιδίδονται εις την απόκτησιν ενός
μικρού και χαμηλού συμφέροντος και
επιδεικνύουν αρκετήν επιδεξιότητα εις
το να το αποκτήσουν. Οι άνθρωποι αυτοί
έχουν αντίληψιν (ENTENDEMENT) όπως όλοι οι
άνθρωποι, αλλ' η αντίληψις αύτη δεν
προχωρεί πέραν των αισθήσεων.
Ούτε ακούουν, ούτε βλέπουν ποτέ τίποτε
πέραν εκείνου που τους πληροφορούν τα
ώτα και οι οφθαλμοί του σώματός των.
Αυτό είναι το πλήθος.
»Η
δευτέρα τάξις αποτελείται, κατά τον
ίδιον σοφόν, από ανθρώπους μορφωμένους
εις τας επιστήμας και τα γράμματα και
τας ελευθερίους τέχνας. Οι άνθρωποι
ούτοι καθορίζουν ένα σκοπόν και γνωρίζουν
τα διάφορα μέσα τα οποία πρέπει να
χρησιμοποιήσουν δια να φθάσουν εις το
τέρμα. Δεν έχουν εισαχθή εις την ουσίαν
των όντων, αλλά την γνωρίζουν επαρκώς
δια να δύνανται ελευθέρως να ομιλούν
περί αυτών και να δίδουν μαθήματα εις
τους άλλους. Είτε ομιλούν, είτε δρουν
δύνανται να παρέξουν λογικά
επιχειρήματα περί των λεγομένων καιτων
πραττομένων, να συγκρίνουν τα αντικείμενα
προς άλληλα και να συναγάγουν συμπεράσματα
περί του χρησίμου ή του επιβλαβούς
αυτών: είναι οι καλλιτέχναι, οι εγγράμματοι,
όλοι όσοι ασχολούνται με ζητήματα εις
τα οποία παρεμβαίνει ο συλλογισμός
και η λογική.
Η τάξις αύτη δύναται να επιδράση επί
των ηθών και ακόμη επί της διακυβερνήσεως
του Κράτους.
»Η
τρίτη ταξις, συνεχίζει ο Κογκ – Τσε,
περιλαμβάνει εκείνους οι οποίοι εις
τας πράξεις των, εις τους λόγους των και
εν γένει εις όλην των την συμπεριφοράν,
ουδέποτε αποκλείνουν από ό,τι προδιαγράφεται
υπό του ΟΡΘΟΥ ΛΟΓΟΥ (DROITE RAISON). Κάμνουν
το καλόν χωρίς ν' αποβλέπουν εις τίποτε,
απλώς και μόνον διότι το κρίνουν ως
καλόν. Ο χαρακτήρ και η στάσις των
ουδέποτε μεταβάλλονται και εμφανίζονται
πάντοτε οι αυτοί τόσον απέναντι της
αντιξοότητος, όσον και της τύχης. Οι
άνθρωποι αυτοί ομιλούν μόνον όταν πρέπει
να ομιλήσουν και σιωπούν όταν πρέπει
να σιγήσουν. Δεν αρκούν εις το να αντλούν
τας γνώσεις των από τας συνήθεις πηγάς,
αλλ' ανατρέχουν εις τας πρωταρχικάς
πηγάς. Αυτοί είναι οι Φιλόσοφοι.
»Εκείνοι
περαιτέρω, οι οποίοι δεν απομακρύνονται
από του σταθερού και αμεταβλήτου κανόνος
τον οποίον εχάραξαν εις τον βίον των,
οι οποίοι εκπληρούν με απόλυτον ακρίβειαν
και σταθερότητα, και αυτάς τας υστάτας
υποχρεώσεις των, που καταπολεμούν τα
πάθη των, ελέγχουν συνεχώς τους εαυτούς
των και εμποδίζουν τα ελαττώματά των
να αναπτυχθούν. Εκείνοι τέλος, οι οποίοι
ουδένα λόγον προφέρουν που να μην είναι
μεμετρημένος και να μη αποτελή διδαχήν
και οι οποίοι δεν διστάζουν ούτε να
εργασθούν, ούτε να κοπιάσουν δια την
ανάπτυξιν της αρετής εις τους εαυτούς
των και επί των άλλων, αυτοί αποτελούν
την τετάρτην τάξιν,
που είναι εκείνη των εναρέτων ανθρώπων.
»Η
πέμπτη
τέλος τάξις,
προσθέτει ο Κογκ – Τσε, η ανωτέρα και
υπεροχωτέρα πασών, περιλαμβάνει τους
ασυνήθεις ανθρώπους οι οποίοι συνδυάζουν
εις το άτομόν των τα προτερήματα της
καρδίας και του πνεύματος, τελειοποιούντες
δι' επιτυχούς εθισμού την ροπήν εις το
να εκπληρούν εκουσίως και με χαράν
εκείνο που η Φύσις και η ηθική επιβάλλουν
εκ συμφώνου επί των λογικών και κοινωνικώς
ζώντων όντων. Αδέκαστοι επί του τρόπου
τούτου ζωής, κατ' απομίμησιν του ηλίου
και της σελήνης, του ουρανού και της
γης, ουδέποτε διακόπτουν την ευεργετικήν
των επίδρασιν. Δρουν βάσει της νοήσεως
και όπως τα πνεύματα
βλέπουν χωρίς να τους βλέπουν. Η τάξις
αύτη, λίαν ολιγάριθμος, δύναται ν'
αποκληθή η τάξις των Τελείων και των
Αγίων» (Βίος
του Κομφούκιου, σ. 237. κ. εφ.).
Αντέγραψα
επί λέξει ό,τι ανωτέρω παρέθεσα. Εάν ο
αναγνώστης απέδωσε την αρμόζουσαν
προσοχήν εις το χωρίον τούτο, θα ανεγνώρισε
την Πυθαγόρειον διδασκαλίαν όπως την
εξέθεσα και θα ανεγνώρισε την σημαντικήν
διάκρισιν μεταξύ ενστίκτου, λογικής
και νοήσεως. Θα διεπίστωσεν ακόμη ότι
το δόγμα των μυστηρίων επί της ψυχικής
ανομοιότητος των ανθρώπων και ευκόλως
θα ανεγνώρισεν ότι εις τον ορθόν λόγον
που αποτελεί την τρίτην τάξιν κατά τον
Κινέζον Θεόσοφον, τον καθαρόν λόγον
όστις οδήγησε τον Γερμανόν φιλόσοφον
εις την ίδρυσιν του κριτικισμού. Ο ορθός
αυτός λόγος, έστω και αν πλησιάζη πολύ
τας ανθρωπίνους αρετάς, απέχει ακόμη
πολύ από την Σοφίαν ήτις μόνη οδηγεί
προς την Αλήθειαν. Θα ήτο εν τούτοις και
τούτο δυνατόν, διότι τίποτε δεν ανθίσταται
εις την ανθρωπίνην θέλησιν, όπως εκτενώς
και επιμόνως εξέθεσα τούτο εις την 12ην
εξέτασιν. Θα έπρεπε όμως προς τούτο να
αποκτηθούν αι θείαι αρεταί, καθ' ον δε
τρόπον ανυψώθημεν εκ του ενστίκτου εις
την αντίληψιν (ENTENDEMENT) δια της καθάρσεως,
αντιστοίχως να διέλθωμεν εκ της αντιλήψεως
εις την νόησιν διατης τελειώσεως. Ο
Λύσις παρέχει τα προς τούτο μέσα: τούτο
τελείται δια της αυτογνωσίας ήτις
υπόσχεται να οδηγήση τον άνθρωπον εις
τον ποθητόν σκοπόν. Βεβαιώνει τούτο
χρσιμοποιών αυτό τούτο το όνομα του
Πυθαγόρου.