Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arthur Rimbaud. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arthur Rimbaud. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιουλίου 2024

Το Μεθυσμένο Καράβι - Arthur Rimbaud

Comme je descendais des Fleuves impassibles,
Je ne me sentis plus guidé par les haleurs :
Des Peaux-Rouges criards les avaient pris pour cibles
Les ayant cloués nus aux poteaux de couleurs.

Πρώτη φορά κατέβαινα εκείνα τα ποτάμια, όταν κατάλαβα
πως πια δεν είχα πλοηγούς. Κάτ’ Ινδιάνοι δαίμονες τους είχανε
καρφώσει απάνω σε πολύχρωμα παλούκια και γυμνούς τώρα
τους γέμιζαν με βέλη τα κορμιά.

J'étais insoucieux de tous les équipages,
Porteur de blés flamands ou de cotons anglais.
Quand avec mes haleurs ont fini ces tapages
Les Fleuves m'ont laissé descendre où je voulais

Όχι πως μ’ ένοιαζε κανείς ναύτης ή πλοηγός, τόσο μπαμπάκι
εγγλέζικο και στάρι από την Φλάντρα που είχα συντροφιά μέσα
στ’ αμπάρι. Κάποτε έπαψ’ ο ορυμαγδός, ξεγαύριασαν οι
δαίμονες· πάνε οι πλοηγοί. Και τα ποτάμια μ’ άφησαν να φύγω
μοναχό όπου μου κατεβεί.

Dans les clapotements furieux des marées
Moi l'autre hiver plus sourd que les cerveaux d'enfants,
Je courus ! Et les Péninsules démarrées
N'ont pas subi tohu-bohus plus triomphants.

Έναν χειμώνα ολόκληρο ξεχάστηκα -σαν το παιδί!- να τρέχω
στων παράφορων κυμάτων τις πλαγιές, κι οι κάβοι οι
αφιλόξενοι δεν γνώρισαν ποτέ πιο ένδοξες χαρές. Η τρικυμία
βάφτισε τις πελαγίσιες μου ορμές.

La tempête a béni mes éveils maritimes.
Plus léger qu'un bouchon j'ai dansé sur les flots
Qu'on appelle rouleurs éternels de victimes,
Dix nuits, sans regretter l'oeil niais des falots!

∆έκα τις νύχτες μέτρησα, χορεύοντας πιο αλαφρύ κι απ’ τον
φελλό στον κλύδωνα τον θεριστή ψυχών. Και δεν νοστάλγησα -
Για δες!- μήτε για μια στιγμή τα μάτια τα ηλίθια των φάρων και
των φαναριών!

Plus douce qu'aux enfants la chair des pommes sures,
L'eau verte pénétra ma coque de sapin
Et des taches de vins bleus et des vomissures
Me lava, dispersant gouvernail et grappin

Πιο ηδονικό κι απ’ τον χυμό του τρυφερού ξυνόμηλου στο
στόμα του παιδιού, μου έλουσε πράσινο νερό τα έλατα του
σκαριού. Πήρε τιμόνι, άγκυρα, παλάγκα και σκαρμούς κι
έπλυνε απ’ την κουβέρτα μου τα ρόδινα κρασιά και τους
παλιούς τους εμετούς.

Et dès lors, je me suis baigné dans le Poème
De la Mer, infusé d'astres, et lactescent,
Dévorant les azurs verts ; où, flottaison blême
Et ravie, un noyé pensif parfois descend ;

Αυτό ήταν! Λούστηκα κι εγώ στο ποίημα το θαλασσινό.
Έναστρο, γαλαξιακό, μάκρη γαλάζια χόρτασα ίσα μ’ εκεί που
ένας νεκρός, από πνιγμό εκστατικός, πλανιέται στου ορίζοντα
την κάτωχρη γραμμή.

Où, teignant tout à coup les bleuités, délires
Et rythmes lents sous les rutilements du jour,
Plus fortes que l'alcool, plus vastes que nos lyres,
Fermentent les rousseurs amères de l'amour!

Εκεί που ξάφνου, βάφοντας το άκρο γαλάζιο με σπασμούς και
με παλμούς -καθώς το φως της μέρας σπαρταρά να γεννηθεί-
απ’ το αλκοόλ πιο δυνατή, κι απ’ τα τραγούδια πιο πλατιά, του
έρωτα ζυμώνεται η ξανθή παραφορά!

Je sais les cieux crevant en éclairs, et les trombes
Et les ressacs et les courants : Je sais le soir,
L'aube exaltée ainsi qu'un peuple de colombes,
Et j'ai vu quelque fois ce que l'homme a cru voir!

Είδα ουρανούς -και γνώρισα- κουρέλια από τις αστραπές· είδα
τυφώνες κύματα: θεριά αφρισμένα, ρεύματα· κι είδα το δείλι, κι
έμαθα το χάραμα να υψώνεται: σμήνος περιστεριών· γνώρισα
ό,τι ο άνθρωπος νομίζει πως γνωρίζει.

J'ai vu le soleil bas, taché d'horreurs mystiques,
Illuminant de longs figements violets,
Pareils à des acteurs de drames très-antiques
Les flots roulant au loin leurs frissons de volets!

Τον ήλιο είδα να σέρνεται στην τρύπα του με μυστικούς
τρόμους χαρακωμένος, σπέρνοντας πίσω πήγματα πορφύρας και
φωτός -μάσκες αρχαίων τελετών- καθώς το κύμα έκλεινε μια
πουπουλένια αυλαία πάνω απ’ τις αποστάσεις.

J'ai rêvé la nuit verte aux neiges éblouies,
Baiser montant aux yeux des mers avec lenteurs,
La circulation des sèves inouïes,
Et l'éveil jaune et bleu des phosphores chanteurs!

Την σμαραγδένια ανταύγεια της χιονισμένης νύχτας είδα στον
ύπνο μου βαθιά, φιλί που ανέτειλε αργά στο βλέμμα της
θαλάσσης, δρολάπι απίστευτων χυμών, κίτρινα-μπλε ξυπνήματα
εωσφορικών κελαϊδισμών!

J'ai suivi, des mois pleins, pareille aux vacheries
Hystériques, la houle à l'assaut des récifs,
Sans songer que les pieds lumineux des Maries
Pussent forcer le mufle aux Océans poussifs!

Μήνες πολλούς ατένιζα τις φουσκοθαλασσιές να οργώνουν, σαν
υστερικές αγέλες αγελάδων, τις ξέρες κι ούτε μια στιγμή δεν
σκέφτηκα το φωτεινό πόδι της Παναγιάς να διώχνει τις
ασθμαίνουσες μουσούδες των ωκεανών!

J'ai heurté, savez-vous, d'incroyables Florides
Mêlant aux fleurs des yeux de panthères à peaux
D'hommes ! Des arcs-en-ciel tendus comme des brides
Sous l'horizon des mers, à de glauques troupeaux !

Για φανταστείτε! Χτύπησα σε ανήκουστα κοράλλια, που
άνθιζαν μάτια πάνθηρα με σάρκα ανθρωπινή: ίριδες κάτω απ’
την γραμμή του ορίζοντα, σαν τα ινία, γλαυκά κοπάδια να
κρατούν!

J'ai vu fermenter les marais énormes, nasses
Où pourrit dans les joncs tout un Léviathan!
Des écroulement d'eau au milieu des bonaces,
Et les lointains vers les gouffres cataractant!

Είδα -και γνώρισα- καυτούς βάλτους, παγίδες αχανείς, που μέσα
στα καλάμια τους σάπιζε ο Λεβιάθαν! ∆ίνες, ερέβη αιφνίδια στη
μέση της γαλήνης και μάκρη απροσμέτρητα στην άβυσσο να
πέφτουν!

Glaciers, soleils d'argent, flots nacreux, cieux de braises!
Échouages hideux au fond des golfes bruns
Où les serpents géants dévorés de punaises
Choient, des arbres tordus, avec de noirs parfums!

Και παγετώνες, ουρανούς σαν κάρβουνα αναμμένα,
μαργαριτάρια κύματα, ήλιους μαλαματένιους! Τρομακτικά
ναυάγια σε κόλπων κόλπους σκοτεινούς, όπου γιγάντια ερπετά -
βορά κοριών- στα γέρικα τα δέντρα έζεχναν μαύρο!

J'aurais voulu montrer aux enfants ces dorades
Du flot bleu, ces poissons d'or, ces poissons chantants.
- Des écumes de fleurs ont bercé mes dérades
Et d'ineffables vents m'ont ailé par instants.

Ήθελα να ’χ’ απάνω μου παιδιά, για να τους δείξω αφρόψαρα,
χρυσόψαρα, δελφίνια. Αφρών ανθοί νανούρισαν τη ρότα μου
και άνεμοι απίστευτοι μου έδωσαν φτερά.

Parfois, martyr lassé des pôles et des zones,
La mer dont le sanglot faisait mon roulis doux
Montait vers moi ses fleurs d'ombre aux ventouses jaunes
Et je restais, ainsi qu'une femme à genoux…

Κάποτε, εγώ μαρτυρικό έρμαιο πόλων και ζωνών παράδερνα· κι
η θάλασσα, που γλύκανε λυγμό-λυγμό το σκαμπανέβασμά μου,
άπλωνε καταπάνω μου τα σκοτεινά λουλούδια της με κίτρινες
βεντούζες. Τ’ άπλωνε και γονάτιζα εκεί σαν θηλυκό…

Presque île, balottant sur mes bords les querelles
Et les fientes d'oiseaux clabaudeurs aux yeux blonds
Et je voguais, lorsqu'à travers mes liens frêles
Des noyés descendaient dormir, à reculons!

Σχεδόν νησί, που έτριζε παρόχθιες μάχες των πουλιών, χάβρες
πουλιών και κουτσουλιές πουλιών με μάτια ξέθωρα- πήγαινα κι
όλο πήγαινα και απ’ τα λυτά σκοινιά μου, τον ύπνο τους
γυρεύοντας, έσταζαν οι πνιγμένοι!

Or moi, bateau perdu sous les cheveux des anses,
Jeté par l'ouragan dans l'éther sans oiseau,
Moi dont les Monitors et les voiliers des Hanses
N'auraient pas repêché la carcasse ivre d'eau ;

Όσο για μένα... ένα σκαρί που χάθηκε μες στα μαλλιά των
κάβων και το τίναξε κουβάρι σ’ έναν ουρανό δίχως πουλιά ο
τυφώνας, εγώ που καν το πτώμα μου -πνιγμένο από το αρμυρό
μεθύσι- δεν θα ψάρευαν οι Αμερικάνοι ναυτικοί κι οι Τεύτονες
ψαράδες·

Libre, fumant, monté de brumes violettes,
Moi qui trouais le ciel rougeoyant comme un mur
Qui porte, confiture exquise aux bons poètes,
Des lichens de soleil et des morves d'azur,

Εγώ που ελεύθερο άχνισα μενεξεδένια αχλή και τρύπησα τον
πορφυρό ορίζοντα σαν τοίχο, ζαχαρωτά που οι καλοί λατρεύουν
ποιητές και μύξες του απέραντου γαλάζιου, τροπικές λειχήνες
φορτωμένο·

Qui courais, taché de lunules électriques,
Planche folle, escorté des hippocampes noirs,
Quand les juillets faisaient crouler à coups de triques
Les cieux ultramarins aux ardents entonnoirs ;

Κι ηλεκτρικοί ημισέληνοι με χάραξαν: ένα τρελό σανίδι, που
παράδερνε με μόνη συντροφιά κατάμαυρους ιππόκαμπους, όταν
ροπαλοφόρος ο Ιούλιος παράσπρωχνε το άνω γαλανό σε
πύρινες χοάνες·

Moi qui tremblais, sentant geindre à cinquante lieues
Le rut des Béhémots et les Maelstroms épais,
Fileur éternel des immobilités bleues,
Je regrette l'Europe aux anciens parapet!

Εγώ, με τρόμο που ένοιωσα -πενήντα λεύγες το πολύ πιο πέρα-
να ωρύονται από λαγνεία οι Βεεμώθ κι οι σκοτεινές
ρουφήχτρες, αιώνιος κλωθογυριστής του ασάλευτου γαλάζιου
νοστάλγησα των γηραιών στηθαίων την Ευρώπη!

J'ai vu des archipels sidéraux ! et des îles
Dont les cieux délirants sont ouverts au vogueur :
- Est-ce en ces nuits sans fond que tu dors et t'exiles,
Million d'oiseaux d'or, ô future Vigueur ? -

Ναι· είδα τ’ αρχιπέλαγα των άστρων! Τα νησιά, που οι ξέφρενοί
τους ουρανοί ανοίγουν μπρος στον ναυτικό -Εκεί, μες στις
απύθμενες εκείνες νύχτες χαίρεσαι την εξορία του ύπνου σου,
σμήνος χρυσό απροσμέτρητο, του μέλλοντος ω Σφρίγος;

Mais, vrai, j'ai trop pleuré ! Les Aubes sont navrantes.
Toute lune est atroce et tout soleil amer :
L'âcre amour m'a gonflé de torpeurs enivrantes.
Ô que ma quille éclate ! Ô que j'aille à la mer!

Όμως -αλήθεια!- έκλαψα πολύ, πάρα πολύ. Είναι μια θλίψη
κάθε αυγή, μια φρίκη το φεγγάρι, κι είναι ο ήλιος σαν πικρός.
Με λήθαργους μεθυστικούς με μούλιασε του έρωτα η γύμνια η
κοφτερή. Σκίσε καρίνα μου, άνοιξε, να φύγω στα βαθιά!

Si je désire une eau d'Europe, c'est la flache
Noire et froide où vers le crépuscule embaumé
Un enfant accroupi plein de tristesses, lâche
Un bateau frêle comme un papillon de mai.

Η Ευρώπη! Αν έχει ένα νερό που τόσο λαχταρώ, είναι μια
γούρνα δροσερή, μια γούρνα σκοτεινή που, όταν σκορπούν του
δειλινού τα μύρα, ένα παιδί γεμάτο θλίψη κάθεται στα πόδια της
κι αφήνει ένα καράβι τρυφερό σαν πεταλούδα του Μαγιού.

Je ne puis plus, baigné de vos langueurs, ô lames,
Enlever leur sillage aux porteurs de cotons,
Ni traverser l'orgueil des drapeaux et des flammes,
Ni nager sous les yeux horribles des pontons.

Ω, κύματα! Στη λήθη σας τόσον καιρό λουσμένο, δεν γίνεται ν’
αφρίσω πια του μπαμπακιού το δρόμο· των σημαιών, των
παρασείων το θράσος να διασχίσω και τις μαούνες, -τα φρικτά
μάτια τους- να πλευρίσω.

ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022

ΖΩΕΣ / VIES - Arthur Rimbaud



Ι
Α, λεωφόροι απέραντες τόπου αγίου, εξώστες του ναού! Τι ν’ απέγινε ο βραχμάνος που μου εξήγησε τα Ρητά; Λες κι είμαι ακόμα εκεί, και βλέπω μέχρι και τις γερόντισσες! Στο νου μου έρχονται οι ασημένιες ώρες του ήλιου προς τη μεριά των ποταμών, το χέρι της εξοχής στον ώμο μου, και οι θωπείες μας στα όρθια στους πιπεράτους κάμπους. – Πέταγμα κόκκινων περιστεριών πλαταγίζοντας κυκλώνει τη σκέψη μου. – Εξόριστος εδώ, είχα δική μου μια σκηνή για να παίζω δραματικά μεγαλουργήματα απ’ τη λογοτεχνία όλου του κόσμου. Θα σας έδειχνα πλούτη αμύθητα. Μελετώ την ιστορία των θησαυρών που ανακαλύψατε. Τη συνέχεια τη βλέπω! Η σοφία μου έχει απαξιωθεί όσο και το χάος. Αλλά τι είναι η δική μου εκμηδένιση μπροστά την αποβλάκωση που περιμένει εσάς;

ΙΙ
Είμαι ένας εφευρέτης μ’ εντελώς άλλη αξία απ’ όση είχαν οι προκάτοχοί μου. Αλλά και μουσικός, που βρήκα κάτι σαν το κλειδί της αγάπης. Στην παρούσα φάση, ευπατρίδης άγονης εξοχής με ουρανό απέριττο, πασχίζω να συγκινηθώ με την ανάμνηση ενός παιδιού ζητιάνου, ενός μαθητή και ταξιδιώτη που επιστρέφει με ξυλοπάπουτσα, ενός μαχητή, ενός πεντάρφανου των ερώτων, κι ενός επίδοξου νυμφίου που χάρη στο ατσάλινο μυαλό του απέφυγε να κάνει ό,τι και οι συμμαθητές του. Δεν νοσταλγώ τον παλιό μου κλήρο στη θεϊκή χαρά: το απέριττο ύφος αυτής της άγονης εξοχής τροφοδοτεί σθεναρά τον τρομερό σκεπτικισμό μου. Μα καθώς δεν μπορεί πια να λειτουργήσει αυτός ο σκεπτικισμός, κι αφού εξάλλου αφιερώθηκα σε μια καινούρια παραζάλη – μόνο που μου μένει είναι να γίνω ένας πολύ επικίνδυνος τρελός.

ΙΙΙ
Σε μια σοφίτα όπου κλείστηκα δωδεκαετής, γνώρισα τον κόσμο, εικονογράφησα την ανθρώπινη κωμωδία. Σε μια αποθήκη έμαθα ιστορία. Σε μια νυχτερινή γιορτή σε πόλη του Βορρά συνάντησα όλες τις γυναίκες των παλαιών ζωγράφων. Σε μια πανάρχαιη σκιά στο Παρίσι διδάχτηκα τις κλασικές επιστήμες. Σε ένα θαυμάσιο σπίτι κυκλωμένο απ’ όλη την Ανατολή ολοκλήρωσα το τεράστιο έργο μου και πέρασα τη λαμπρή μου αποστρατεία. Το αίμα μου το δυνάμωσα. Απ’ το χρέος μου ελευθερώθηκα. Και ούτε πρέπει πια να μ’ απασχολεί. Βρίσκομαι ήδη στον άλλο κόσμο, και τέρμα οι δικαστές.

***

I
Ô les énormes avenues du pays saint, les terrasses du temple ! Qu'a-t-on fait du brahmane qui m'expliqua les Proverbes ? D'alors, de là-bas, je vois encore même les vieilles.! Je me souviens des heures d'argent et de soleil vers les fleuves, la main de la campagne sur mon épaule, et de nos caresses debout dans les plaines poivrées. — Un envol de pigeons écarlates tonne autour de ma pensée — Exilé ici, j'ai eu une scène où jouer les chefs-d'œuvre dramatiques de toutes les littératures. Je vous indiquerais les richesses inouïes. J'observe l'histoire des trésors que vous trouvâtes. Je vois la suite ! Ma sagesse est aussi dédaignée que le chaos. Qu'est mon néant, auprès de la stupeur qui vous attend ?

II
Je suis un inventeur bien autrement méritant que tous ceux qui m'ont précédé ; un musicien même, qui ai trouvé quelque chose comme la clef de l'amour. À présent, gentilhomme d'une campagne aigre au ciel sobre, j'essaye de m'émouvoir au souvenir de l'enfance mendiante, de l'apprentissage ou de l'arrivée en sabots, des polémiques, des cinq ou six veuvages, et quelques noces où ma forte tête m'empêcha de monter au diapason des camarades. Je ne regrette pas ma vieille part de gaîté divine : l'air sobre de cette aigre campagne alimente fort activement mon atroce scepticisme. Mais comme ce scepticisme ne peut désormais être mis en œuvre, et que d'ailleurs je suis dévoué à un trouble nouveau, — j'attends de devenir un très méchant fou.

III
Dans un grenier où je fus enfermé à douze ans j'ai connu le monde, j'ai illustré la comédie humaine. Dans un cellier j'ai appris l'histoire. À quelque fête de nuit dans une cité du Nord, j'ai rencontré toutes les femmes des anciens peintres. Dans un vieux passage à Paris on m'a enseigné les sciences classiques. Dans une magnifique demeure cernée par l'Orient entier j'ai accompli mon immense œuvre et passé mon illustre retraite. J'ai brassé mon sang. Mon devoir m'est remis. Il ne faut même plus songer à cela. Je suis réellement d'outre-tombe, et pas de commissions.


Arthur Rimbaud
ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ / ILLUMINATIONS
Μετάφραση Στρατής Πασχάλης
Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2008

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ - Arthur Rimbaud



Για πούλημα αυτό που οι Εβραίοι δεν έχουν πουλήσει, αυτό που ούτε η αρετή ούτε το έγκλημα το έχουν δοκιμάσει, αυτό που το αγνοούν ο καταραμένος έρωτας και η σατανική αγαθότητα των μαζών, αυτό που ούτε ο χρόνος ούτε η επιστήμη το έχουν αναγνωρίσει.

Οι φωνές που ξαναϊδρύονται, η αδελφική έγερση όλων των ενεργειών χορικών και ορχηστρικών και οι ακαριαίες τους εφαρμογές, η ευκαιρία, μοναδική, να ελευθερώσουμε τις αισθήσεις μας!

Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση!

Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές!

Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν!

Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσεις, άμεση παράδοση.

Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις, - και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο - και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.

Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. 

Οι πωλητές δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα! 

Οι ταξιδιώτες δε χρειάζεται να δώσουν την παραγγελία τους τόσο νωρίς.

Arthur Rimbaud
ILLUMINATIONS
Μετάφραση Κώστας Ριτσώνης


Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

VOYELLES / ΦΩΝΗΕΝΤΑ - ARTHUR RIMBAUD


A noir, E blanc, I rouge, U vert, O bleu: voyelles,
Je dirai quelque jour vos naissances latentes:
A, noir corset velu des mouches éclatantes
Qui bombinent autour des puanteurs cruelles,

Golfes d'ombre; E, candeur des vapeurs et des tentes,
Lances des glaciers fiers, rois blancs, frissons d'ombelles;
I, pourpres, sang craché, rire des lèvres belles
Dans la colère ou les ivresses pénitentes;

U, cycles, vibrements divins des mers virides,
Paix des pâtis semés d'animaux, paix des rides
Que l'alchimie imprime aux grands fronts studieux;

O, suprême Clairon plein des strideurs étranges,
Silences traversés des Mondes et des Anges:
- O l' Oméga, rayon violet de Ses Yeux ! 

                                       - * -                                         

Σκοτεινό Α, Ε λευκό, άλικο Ι, πράσινο Ου, Ο μπλε: φωνήεντα,
Θα μαρτυρήσω κάποτε τι κρύβεται πίσω από τη γέννησή σας:
Α, μαύρε κορσέ με χνούδι τις μύγες τις αστραφτερές
που βουίζουν αγκαλιάζοντας τις πιο κοφτερές δυσωδίες,

κόλποι σκιάς. Ε, αγνότητα ατμών και σκηνωμάτων,
υπερήφανων παγετώνων αιχμές, κάτασπροι βασιλείς και ρίγη λευκανθέμων.
Ι, προφύρες, αίμα που έφτυσαν, γέλιο από χείλη ωραία
θυμωμένα ή σε μεθύσι μεταμέλειας.

Ου, τροχέ του χρόνου, ανάσα θεία της πράσινης θάλασσας.
Γαλήνη των λειμώνων που 'ναι βοσκή για ζώα, γαλήνη των ρυτίδων
που χαράζει η Αλχημεία σε μέτωπα πλατιά συλλογισμένα.

Ο, ύψιστη σάλπιγγα που βγάζεις ακατανόητες στριγγλιές,
Σιωπές, που σας εδιάσχισα, Κόσμων και Αγγέλων.
- Ο, Ωμέγα, μενεξεδιά αναλαμπή από τα μάτια Εκείνης!

Μετάφραση: Ευγενία Τσελέντη

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Απόκρυφον - Arthur Rimbaud


Στης πλαγιάς την απαλή κατηφοριά οι άγγελοι σύρνουν μάλλινους μανδύες σ' ένα χορτάρι σμαραγδί κι ατσάλινο. Λιβάδια φλόγες τινάζονται και φτάνουν ίσαμε την κορφή του τρυφερού του λόφου. Αριστερά, δώθε απ' τα στάχυα, θωρείς την ποδοβολημένη απ' όλων των λογιώ τις μάχες και τα φονικά κι όλα της συμφοράς τ' αχολογήματα – που διαγράφουν λες ακόμα την τραχιά τους – κοπριά. Κείθε απ' τα στάχυα πάλι, δεξιά, μια γραμμή που σίγουρα θα φέρει την ανατολή, την πρόοδο.

Κι ενώ του πίνακα το πάνω μέρος άλλο τίποτε δεν είναι παρά πλοκαμωτός κι ορμητικός αχός από θαλασσινές κοχύλες και νυχτερινές στιγμές ανθρώπων.

Η ολάνθιστη των άστρων τ' ουρανού κι όλων των άλλων γλύκα, να τηνε, σιγοπέφτει, πανέρι αντίκρυ απ' την πλαγιά – και καταπρόσωπό μας, να σχηματίσει άβυσσο ανθούσα, κει από κάτου.

Όταν οι άγγελοι περπατούν
Ανθολογία πεζού ποιήματος
Στρατής Πασχάλης εισαγωγή – επιλογή κειμένων
Εκδόσεις Μετέχμιο 2007

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ - Arthur Rimbaud



Μακαρίστε τρεις φορές την έμπνευση μου! Δεν είναι καμιά τυχαία έμπνευση!
Γέννημα θρέμμα της κάψας που χω μέσα στ' άντερα. Ένεκεν δηλητηρίου δηλαδή! Το κατάπια και το χάρηκα! Νιώθω να ζαρώνω. Και τα πνευμόνια μου, να γίνονται δισάκι που καλά φυλάει τη στάχτη.
Η κόλαση είναι η ποινή! Η αιώνια! Δείτε τι λάγνα με χαϊδεύουν οι φωτιές της!

Καίω, καθώς πρέπει.
Εμπρός διάβολε!
Το ‘ξερα εγώ. Το ‘χα προβλέψει! Όλα θα γυρνούσανε μια μέρα, προς το καλό. Πώς να το περιγράψω; Να , μέσα στην κόλαση, πού να υμνήσω; Πώς να τολμήσω κάτι τέτοιο; Όχι, δηλαδή, πως θέλω να υμνήσω εγώ , αλλά να, στο όραμα , που λέω, όλα είχαν στα χείλια τους καλά κρατημένο έναν ύμνο. Σαν να κρατούσαν με τα δόντια κάποιο τριαντάφυλλο. ! Περαιτέρω, δεν γνωρίζω. Ήτανε η δύναμη; Ήταν η ειρήνη;

Ευγενείς φιλοδοξίες; Ίσως.
Κι όμως, ακόμη απομένει ζωή.
Τώρα, αν ο κολασμός είναι αιώνιος... Πάντως, αυτός που θέλει να κολαστεί, θα κολαστεί.
Άλλωστε, ο κολασμός, δεν είναι παρά μια μορφή ευνουχισμού. Όλα αυτά όμως, όλα αυτά που περνώ, είναι τα επακόλουθα του βαπτίσματος μου! Την καταδίκη μου την υπέγραψαν οι γονείς μου.
Με βάπτισαν και τώρα τιμωρούμαι για κάτι που ποτέ δεν θέλησα να αναλάβω!
Με ευνούχισε το βάπτισμα!
Αλλά, θα τιμωρηθούνε και αυτοί! Ενώ, άντε να επιτεθεί σε έναν ειδωλολάτρη ο σατανάς! Ποτέ.
Για αυτούς, η κόλαση, παράδεισος!
Μάλλον θα πρέπει να φτάσω βαθύτερα στη κόλαση για να την απολαύσω. Λοιπόν, γρήγορα, όσο μου μένει ζωή, κάποιο έγκλημα! Να χω να πέφτω βαθύτερα.
Έστω , αν όχι στην κόλαση, στο ανύπαρκτο, όπως το λένε οι άνθρωποι.
Καλύτερα να σταματήσω! Η ηλιθιότητα μου, αρχίζει να με τρομάζει!
Να, ο σατανάς, είναι μάρτυρας: « Δεν είναι τίποτε τα καζάνια. Προς τι ο θυμός σου καλέ μου;»

Αρκετά! Όλα τα λάθη που μου φορτώνουνε, τα μάγια, τα χρίσματα τα κάλαντα! Όλα φτιαχτά για να με ξεγελάσουν! Και να πω ακόμη, πως, εγώ, την αλήθεια, την κατέχω. Και η κρίση μου είναι σταθερή και υγιής. Βλέπω την αξία της δικαιοσύνης. Είμαι πανέτοιμος για την τελειότητα…υπεροψία; Μπορεί.
Να το. Ήδη καίγομαι και η σάρκα του προσώπου μου ξεραίνεται.
( Εγώ,
Φοβάμαι, Διψάω…! )
Ω τα παιδικά μου χρόνια… τα περιβόλια , τα πρωτοβρόχια, οι λίμνες… και πάντα, όποτε το ρολόι σήμαινε μεσάνυχτα, σαν πάντοτε να χε πανσέληνο! «Παναγίτσα... βοήθησε με... είναι η ώρα του κακού σατανά!
Κρέμεται σα τη μαϊμού στους δείχτες.»
(Μα τι βόδι που ήμουν!)
Όχι, εκεί κάτω, δεν υπάρχει κανένας με την ελάχιστη στοργή για εμένα, εκεί κάτω, δεν υπάρχει ειλικρίνεια. «Μιλώ κουκουλωμένος απ' το μαξιλάρι μου, δεν με ακούνε, έλεγα, τα φαντάσματα»
Άρα, είμαι.
( -Ναι, τώρα ή τότε;)
Από τότε στη κόλαση λοιπόν! Την θυμάμαι αυτή την κάψα!
Κι ό,τι με φόβιζε , η μόνη λύτρωση μου.
Πάει, κανένας άλλος παρά μόνο το πεπρωμένο ανησυχεί για εμάς.


Οι παραισθήσεις, είναι αναρίθμητες. Το μόνο που ανέκαθεν κατέχω, είναι η απιστία.
Ιστορία!
Που άλλο δεν κάνει τίποτα απ' το να ζωγραφίζει
βασίλεια στις σελίδες της κ' ύστερα με φιλήδονα
τερτίπια να τις σκίζει
Θα το βουλώσω:
ιδεαλιστές και ποιητές, θα με ζηλέψουν.
Είμαι χίλιες φορές πιο πλούσιος. Δεν ξέρω από τι.
Ας είμαστε φειδωλοί σα την αντάρα!
Τα ρολόγια σταματούν. Συνεπώς, τέλος. θάνατος.
Η θεολογία δεν αστειεύεται: η κόλαση είναι κάτω από τη γη.
Και βέβαια, τη τοποθεσία της την μάθαμε εξ ουρανού. - Έκσταση και εφιάλτης σε φλεγόμενες κούνιες.
Η κακεντρέχεια μου επιμένει ακόμη και στη ρέμβη της εξοχής: Ο σατανάς, ο Φερντινάδος, τρέχει με την αγέλη του! Ο Ιησούς, έφλεγε τις βάτους δίχως να τις καίει…περπάταγε πάνω στα νερά...
Τον Ιησού, τον ξέρουμε στητό, με καστανά μαλλιά, ωχρό, δίπλα σε κύματα σμαράγδινα στο χρώμα.
Θέλω ν' αποκαλύψω όλα τα μυστήρια. Θρησκεία και φύση δεν θα μου ξεφύγουν.
Θα τις κάνω δικές μου…και όσα ήρθανε, και όσα θα ‘ρθουν, θα τα βρω. Θα τα μάθω.
Είμαι άπιαστος στα υπερθεάματα της βαρύγδουπης αναζήτησης.
Ακούστε.

Εγώ, έχω όλα τα ταλέντα! (…όπως παντού, κανείς δεν είναι εδώ που γράφω,
μα και κάτι υπάρχει…).
Ας είναι.- Δεν θα ‘πρεπε να δώσω μία από τον θησαυρό μου κι όμως σας μιλώ! Εκμεταλλευτείτε το !
Χρειάζονται τραγούδια μαύρα και αφρικάνικοι χοροί. Πρέπει να χαθώ. Να βουτήξω μες στις λασπωμένες λίμνες, να βουτήξω στα θολά νερά και να βρω το δαχτυλίδι. Να βουτήξω λοιπόν; Ε; θα φτιάξω καινούρια βοτάνια αν το ζητήσετε. Θα σας φτιάξω χρυσάφι. Λέτε λοιπόν! Μιλήστε!
Ελάτε που να πάρει ο διάολος, πιστέψτε με.
Μάθετε από εμένα ότι…η πίστη θα γλυκάνει τις καρδούλες σας. Πραΰνει η πίστη.
Και καθοδηγεί. ( Προπάντων. )
Ελάτε σε εμένα άνθρωποι φτωχοί , στην λαμπρή , στην μεγάλη μου καρδιά! Μου αρκεί η πίστη σας, είμαι , ας πούμε ολιγαρκής Θεός! Κρατήστε τις υμνολογίες και τα τελετουργικά. Μου αρκεί και μόνη η πίστη σας.
Όσο για εμένα τώρα: έχω πια την τύχη να μην υποφέρω. Η ζωή μου, ήταν γεμάτη από γλυκές τρέλες. Αξιοθρήνητη εν ολίγοις. Έτσι, ελάχιστα τον νοσταλγώ τον κόσμο.

Χε! Ας κάνουμε κάθε δυνατή γκριμάτσα!
Είναι ξεκάθαρο! Είμαστε εκτός κόσμου. Άκρα του τάφου…
Αχ, το φρούριο μου, η Σαξονία μου, τα δάση με τις φουντουκιές, τα απογεύματα
τα πρωινά, οι έσπεροι και τ' ακρινά μεσάνυχτα!
Πάει, κουράστηκα.
Θα ‘πρεπε να χα' έναν κοπάδι από κολάσεις.
Μία για το θυμό και μια για τη λαγνεία μου. Κι ακόμα μία για τον σνομπισμό μου.
Είμαι πτώμα. Με κάθε σημασία… Να τον! Είναι ο τάφος.
Γεια και χαρά που λένε, τρέχω, πάω στα σκουλήκια. Φόβος και τρόμος!
Απατεώνα! Θέλεις να ξεστρατίσω διάβολε! Αν, δε πα' να βάλεις όλα σου τα μαγικά! Το αρνούμαι.
Κι ας με πασαλείβεις με λάβες κι ας με λογχίζεις!


Ωό! να ‘μαι ξανά στον πάνω κόσμο! Τι τερατούργημα! Κείνο το φαρμάκι και το τρισκατάρατο φιλί!
Η αδυναμία μου... η σκληρότητα του κόσμου! Έλεος θεέ μου, κρύψε με. Κρύψε με γιατί ξεφεύγω.

Κρύφτηκα ή όχι;
… Όπου κολασμένος και η ποινή του.

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Η ΑΥΓΗ – ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ



Αγκαλιά πήρα και φίλησα την καλοκαιριάτικην Αυγή.

Τίποτε ακόμη στων αρχοντικών την πρόσοψη δεν σάλευε. Άψυχα τα νερά. Κι όλοι τους οι κατασκηνωμένοι, τόπους τόπους, ίσκιοι, πλάι απ' του δάσους τον δρομάκο, στην ίδια θέση πάντα. Κίνησα να περπατώ ξυπνώντας ολοζώντανες θερμές ανάσες κι άνοιξαν μάτι τα πετράδια να κοιτάξουν, οι φτερούγες υψώθηκαν αθόρυβα μες στον αέρα.

Το πρώτο συναπάντημα ήταν, στο μονοπάτι το σπαρμένο κιόλας ωχρές δροσάτες λάμψεις, ένα λουλούδι που μου 'πε τ' όνομά του. Καταντικρύ του καταρράχτη του κατάξανθου γέλασα που αναμαλλιάστηκε πάνου στα έλατα. Πιο ψηλά, στην κορυφή, πέτυχα τη Θεά. Βάλθηκα τότε να της αφαιρώ τους πέπλους έναν έναν. Μες στη δεντροστοιχία με χειρονομίες μεγάλες. Πέρα στους κάμπους όπου την κατάδωσα στον πρώτο πετεινό. Καταμεσής της πολιτείας όπου μου ξεγλιστρούσε ανάμεσα καμπαναριά και τρούλους. Και δώστου εγώ ξοπίσω της σαν τον ζητιάνο να τρεχοκοπώ στην πέτρινη την προκυμαία πάνου.

Κει που τελειώνει ο δρόμος, σιμά σ' έναν δαφνώνα, την αγκάλιασα επιτέλους μ' όλους μαζί τους πέπλους κι ένιωσα μια στιγμούλα επάνω μου το απέραντο κορμί της.

Ύστερα, κυλιστήκανε μαζί. Αυγή και αγόρι, στα ριζά του δάσους, χάμου.

Όταν ξύπνησα ήταν μεσημέρι.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Όταν οι άγγελοι περπατούν
Ανθολογία πεζού ποιήματος
ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΕΧΜΙΟ

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

οι ερημιές του έρωτα - arthur rimbaud




I

Αυτή τη φορά, είναι η Γυναίκα που είδα στην πόλη που της μίλησα και που μου μιλά.

Ημουν μέσα σ' ένα δωμάτιο, χωρίς φως. Μόλις μου είπαν ότι ήταν σπίτι μου: και την είδα στο κρεββάτι μου, όλη δική μου, χωρίς φως. Συγκινήθηκα βαθιά και πιο πολύ γιατί ήταν το πατρικό σπίτι: ακόμα μ' έπιασε μια αγωνία. Ημουν με κουρέλια, εγώ, και αυτή, κοσμική που δινόταν: έπρεπε να φύγη. Μια αγωνία χωρίς όνομα: την πήρα, και την άφησα να πέση έξω από το κρεββάτι, σχεδόν γυμνή. και μέσα στην ακατανόμαστη αδυναμία μου, έπεσα πάνω της και σερνόμουν μαζί της ανάμεσα στα χαλιά, χωρίς φως. Η οικογενειακή λάμπα κοκκίνιζε την μια μετά την άλλη τις γειτονικές κάμαρες. Τότε, η γυναίκα εξαφανίστηκε. Εχυσα τα πιο πολλά δάκρυα από όσα μπορούσε ποτέ ο Θεός να ζητήση.

Βγήκα στην απέραντη πόλη. Ω κούραση! Πνιγμένος μέσα στην αθόρυβη νύχτα και στη φυγή της ευτυχίας. Ηταν σα μια χειμωνιάτικη νύχτα, μ' ένα χιόνι που να σκεπάση τον κόσμο οριστικά. Οι φίλοι που τους φώναζα: που είναι; μου απαντούσαν ψέμματα. Στεκόμουν μπροστά στις τζαμαρίες εκεί που πάει όλα τα βράδια: έτρεχα σ' ένα θαμμένο περιβόλι. Μ' έδιωξαν. Εκλαιγα ατέλειωτα, για όλα αυτά. Τέλος, κατέβηκα σ' ένα τόπο γεμάτο σκόνη, και, καθισμένος πάνω σε σκαλωσιές, άφησα να τελειώσουν όλα τα δάκρυα του κορμιού μου μ' αυτή τη νύχτα. Και η εξάντλησή μου ξαναγύριζε ως τόσο πάντα.

Κατάλαβα ότι Εκείνη βρισκόταν στην καθημερινή ζωή της. και ότι η τροχιά της καλωσύνης θάταν πιο δύσκολο να ξαναγίνη από ενός άστρου. Εκείνη δεν ξαναγύρισε και δε θα ξαναγυρίση ποτέ, η Αξιολάτρευτη που είχε έρθει σπίτι μου, - πράγμα που δεν είχα ποτέ φανταστή. Αλήθεια, αυτή τη φορά έκλαψα περισσότερο απ' όλα τα παιδιά του κόσμου.

arthur rimbaud
20 πεζά ποιήματα
μετάφραση εύα μυλωνά
εκδόσεις ερμείας

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

ΠΟΛΗ – Arthur Rimbaud

Είμαι ένας εφήμερος και διόλου υπερβολικά δυσαρεστημένος πολίτης μιας μεγαλούπολης που νομίζουν μοντέρνα επειδή απέφυγαν κάθε γνωστό γούστο στην επίπλωση και στο εξωτερικό των σπιτιών τόσο καλά όσο και στο πολεοδομικό σχέδιο. Εδω δεν θα προσέξετε τα ίχνη κανενός μνημείου πρόληψης. Η ηθική και η γλώσσα περιορίστηκαν στην πιο απλή τους έκφραση επιτέλους! Αυτά τα εκατομμύρια των ανθρώπων που δεν αισθάνονται την ανάγκη να γνωρίζουν τον εαυτό τους οργανώνουν τόσο ομοιόμορφα την ανατροφή, το επάγγελμα και τα γεράματά τους, έτσι που η ζωή τους πρέπει να κρατά πολύ λιγώτερο απ' όσο βρίσκει μια τρελή στατιστική για τους λαούς της ηπείρου. Κι ακόμα σαν να βλέπω από το παράθυρό μου, καινούργια σκιάχτρα να κυλούν ανάμεσα απ' την πυκνή και αιώνια καπνιά του κάρβουνου, - η σκιά μας των δασών, η καλοκαιρινή νύχτα μας – νέες Εριννύες, μπροστά στο εξοχικό μου σπίτι που είναι η πατρίδα μου και όλη μου η καρδιά αφού όλα εδώ μοιάζουν σ' αυτό, - το Θάνατο χωρίς κλάματα, δραστήρια κόρη και υπηρέτριά μας, μια Αγάπη απελπισμένη, και ένα όμορφο Εγκλημα που ουρλιάζει μέσα στη λάσπη του δρόμου.

arthur rimbaud
20 πεζά ποιήματα
από τις συλλογές
οι ερημιές του έρωτα
φωτισμοί
μια εποχή στην κόλαση

μετάφραση εύας μυλωνά
εικόνες αντώνη κέπετζη
εκδόσεις ερμείας
τρίτη έκδοση αθήνα 1980


Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Ο ΥΠΝΑΡΑΣ ΤΗΣ ΡΕΜΑΤΙΑΣ - Arthur Rimbaud

Είναι μια τρύπα χλωρασιάς όπου ένα ρυάκι ψάλλει
Στα χόρτα μπλέκοντας τρελά κουρέλια ασημωμένα
Και λάμπει απ' το περήφανο βουνό του πέρα ο ήλιος.
Είναι μια ρεματιά μικρή που αφρίζει απ' τις αχτίδες.

Ένας στρατιώτης μ' ανοιχτό στόμα, γυμνό κεφάλι
Και με το σβέρκο στο νωπό τον κάρδαμο χωμένο
Κοιμάται· κι είναι ξαπλωτός στη χλόη κάτω απ' τα νέφη,
Ωχρός, σε κλίνη πράσινη όπου χρυσόφως βρέχει.

Με τα ποδάρια στα πλατιά σπαθόχορτα κοιμάται·
Κάνει έναν ύπνο ως άρρωστο παιδί χαμογελώντας,
Φύση, νανούριζέ τονε θερμά πολύ. Κρυώνει.

Δε φέρνουν στα ρουθούνια του τρεμούλιασμα τα μύρα
Κοιμάται με το χέρι του στο στήθος μες στον ήλιο,
Ατάραχος. Και στο δεξί πλευρό του έχει δυο τρύπες.


μτφρ. Γιώργος Κοτζιούλας


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΥ: ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ BLUES ΑΠΟ ΤΟΝ LITTLE MILTON "I Can't Quit You Baby" TOY WILLIE DIXON. (ΤΟ ΕΧΟΥΝ ΠΕΙ ΚΑΙ ΟΙ LED ZEPPELIN)

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

ΑΡΧΑΪΚΟ - ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ

Χαριτωμένε γιέ του Πάνα! Κάτω απ' το μέτωπο σου, στεφανωμένο με ανθάκια και χυμώδεις καρπούς, τα μάτια σου, μπίλιες πολύτιμες, ανοιγοκλείνουν. Κηλιδωμένα από τον βούρκο, βαθαίνουνε τα μάγουλά σου. Αστράφτουν οι κυνόδοντες. Το στήθος σου μοιάζει με μια κιθάρα, μες στα ξανθά σου μπράτσα κυκλοφορούν ήχοι μεταλλικοί. Χτυπά στα σπλάχνα σου η καρδιά, εκεί όπου κοιμούνται τα δύο φύλα. Βγες και περπάτησε τη νύχτα, κουνώντας απαλά τον ένα σου μηρό, μετά τον άλλο σου μηρό κι αυ΄τη εκεί την κνήμη αριστερά σου.
ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ