Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arthur Schopenhauer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arthur Schopenhauer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ – ARTHUR SCHOPENHAUER



Ο θάνατος είναι η πηγή της έμπνευσης, ο μουσηγέτης της φιλοσοφίας... Δίχως αυτόν ο άνθρωπος δύσκολα θα μπορούσε να φιλοσοφίσει.

*

Η γέννηση και ο θάνατος ανήκουν εξ ίσου στη φύση και χρησιμεύουνε σαν αντίρροπα, το ένα για το άλλο, γιατί το ένα αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το άλλο. Γέννηση και θάνατος αποτελούν τα δύο ακραία σημεία, τους δύο πόλους κάθε εκδήλωσης της ζωής. Η πιο σοφή απ’ όλες τις μυθολογίες, η μυθολογία των Ινδών, το εκφράζει αυτό συμβολικά δίνοντας στον θεό του ολέθρου, τον Σίβα, μαζί με το περιδέραιο από νεκροκεφαλές σαν ιδιαίτερό του χαρακτηριστικό και το Λίγγαμ, το γενετήσιο όργανο το ανδρικό, σα σύμβολο της γονιμότητας. Γιατί ο έρωτας είναι το αντιστάθμισμα του θανάτου, που έχει ουσιαστική αλληλουχία μαζί του. Έρωτας και θάνατος εξουδετερώνονται αμοιβαία κι ο ένας αναιρεί το έργο του άλλου.
Γι’ αυτό κι οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι διακοσμούσανε τις πολύτιμες σαρκοφάγους των νεκρών τους με ανάγλυφες παραστάσεις από γιορτές, χορούς, γάμους, κυνήγια, ζωομαχίες και διονυσιακά ξεφαντώματα. Παράσταιναν τις πιο χαρούμενες, τις πιο τρελές, τις πιο έντονες εικόνες της ζωής. Ακόμα και συμπλέγματα ερωτικά ή συζεύξεις σατύρων με αίγες. Παρουσίαζαν έτσι ζωηρότερα την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στο νεκρό που τον θρηνούν οι δικοί του, κλεισμένο μέσα στον τάφο και στην αθάνατη ζωή της φύσης.

*

Ο θάνατος είναι η οδυνηρή λύση του δεσμού που δημιουργείται απ’ την ηδονική πράξη της αναπαραγωγής. Σβήνει μ’ αυτόν κι εξαφανίζεται με τρόπο βίαιο το βασικό σφάλμα της υπόστασής μας. Είναι το δυνατό σκούντημα που μας ξυπνάει απ’ τα όνειρα της πλάνης.

*

Των περισσοτέρων ανθρώπων τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνιστούν την ατομικότητά τους, είναι τόσο ελεεινά και τιποτένια ώστε να μπορεί κανείς αδίσταχτα να πει πως ο θάνατος δεν αφαιρεί τίποτε απ’ αυτούς. Ό,τι απ’ αυτούς ίσως να έχει ακόμα κάποια αξία, δηλαδή τα γενικά χαρακτηριστικά της ανθρωπότητας, διασώζονται οπωσδήποτε στους άλλους ανθρώπους. Η αιωνιότητα είναι αναγκαία για το σύνολο της ανθρωπότητας και όχι για τ’ άτομα. Αν δινόταν στον άνθρωπο, με τον εντελώς αμετάβλητο χαρακτήρα του και τα στενά όρια της νοημοσύνης του, μια αιώνια ζωή, σίγουρα η αιωνιότητα θα του φαινότανε τόσο μονότονη και θα του προκαλούσε τόση αηδία, που στο τέλος για ν’ απαλλαχτεί απ’ αυτή την ανυπόφορη κατάσταση θα προτιμούσε την ανυπαρξία.
Αν είχαμε την αξίωση να μένουν στη ζωή τα άτομα αιωνίως θα ‘τανε σαν να θέλαμε να διαιωνίσουμε μια πλάνη. Γιατί στο κάτω κάτω κάθε ατομικότητα είναι μια επί μέρους πλάνη, μια παραγνώριση, κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει ολότελα. Γι’ αυτό αληθινός σκοπός της ζωής πρέπει να ‘ναι η απαλλαγή μας απ’ την πλάνη αυτή. Απόδειξη πως οι περισσότεροι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι, είναι πλασμένοι με τέτοιο τρόπο που να μη μπορούν να είναι ευτυχισμένοι, σ’ οποιοδήποτε κόσμο ονειρεμένο κι αν τους βάλουν.
Αν ο κόσμος μας ήταν απαλλαγμένος από κακομοιριές και πόνους οι άνθρωποι θα καταντούσανε σε τέτοια πλήξη, που για να γλιτώσουν απ’ αυτήν θα προτιμούσαν χίλιες φορές να ξαναγυρίσουν με κάθε τρόπο στις κακομοιριές στα βάσανα και στις θλίψεις. Για να καλυτερέψει, λοιπόν, η κατάσταση του ανθρώπου, δεν είναι αρκετό να βρεθεί απλώς μέσα σ’ έναν κόσμο καλύτερο. Χρειάζεται να μεταμορφωθεί κι ο ίδιος ριζικά, με τρόπο που να μην είναι πια ό,τι είναι και να γίνει ό,τι δεν είναι.
Είναι λοιπόν απαραίτητο να πάψει ο άνθρωπος να ‘ναι αυτό που είναι. Την αναγκαία αυτή προϋπόθεση της μεταβολής την εκπληρώνει ο θάνατος κι αυτό είναι ίσα ίσα που μας κάνει να τον θεωρούμε σαν ηθική αναγκαιότητα. Γιατί η μετάσταση απ’ τον ένα κόσμο στον άλλο και η ολοκληρωτική αλλαγή της οντότητας είναι ουσιαστικά ένα και το αυτό.
Γεννιέται όμως το εξής ερώτημα: Αξίζει τάχα μια φορά που ο θάνατος έδωσε τέλος σε μια ατομική συνείδηση, εμείς να ποθούμε να ξαναξυπνήσει αυτή η ίδια η συνείδηση για να διαρκέσει αιώνια; Τι περιέχει αυτή η συνείδηση τον περισσότερο καιρό; Τι άλλο παρά ένα ρεύμα από σκέψεις πενιχρές, περιορισμένες, γήινες και μέριμνες δίχως τελειωμό; Ας την αφήσουμε λοιπόν ν’ αναπαυτεί εν ειρήνη μια και καλή.

*

φαίνεται πως το σταμάτημα κάθε ζωικής λειτουργίας είναι μια υπέροχη ανακούφιση για τη δύναμη που τη συντηρούσε. Αυτό μας εξηγεί γιατί παίρνουνε τέτοια έκφραση γλυκιάς γαλήνης τα πρόσωπα των περισσότερων νεκρών.

*

Πόσο μακριά είναι η νύχτα του άπειρου χρόνου αν συγκριθεί με το σύντομο όνειρο της ζωής.

*

Αν προσέξει κανείς το φθινόπωρο όλον εκείνο τον μικρό κόσμο των εντόμων, θα δει πως το ένα συγυρίζει τη φωλιά του για να κοιμηθεί τον πολύμηνο και βαρύ χειμωνιάτικο ύπνο του. Πωςτο άλλο ετοιμάζει το βομβύκιό του για να περάσει εκεί μέσα κλεισμένο όλο το χειμώνα σα σκουλήκι ναρκωμένο και ν’ αναγεννηθεί μια μέρα την άνοιξη, ξανανιωμένο και τελειότερο. Πως τα περισσότερα έντομα, νιώθοντας ότι φτάνει η ώρα να βρούνε την ανάπαυση στην αγκαλιά του θανάτου, τοποθετούν προσεχτικά το αυγό τους στο πιο κατάλληλο μέρος για να αναγεννηθούν μέσα σ’ αυτό μια μέρα σαν καινούρια όντα. Και ερωτώ: τι άλλο είναι όλα αυτά από ένα μεγάλο μάθημα για την αθανασία που μας δίνει η φύση για να καταλάβουμε πως ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική διαφορά και πως ούτε ο ένας ούτε ο άλλος αποτελούνε κίνδυνο για την ύπαρξη;
Η φροντίδα που δείχνει το έντομο πριν πεθάνει όταν ετοιμάζει την βόμβυκα, την τρύπα του ή τη φωλιά του για ν’ αποθέσει το αυγό και η έγνοια του να εξασφαλίσει την τροφή για τη νύμφη που θα βγει απ’ αυτό και θα δει το φως της ζωής την ερχόμενη άνοιξη μοιάζει πολύ με την επιμέλεια του ανθρώπου που ταχτοποιεί από βραδύς τα φορέματά του κι ετοιμάζει το πρωινό φαγητό του για την άλλη μέρα, πριν πέσει να κοιμηθεί γαλήνια. Όλ’ αυτά θα ‘ταν αδύνατο να συμβαίνουν αν το έντομο που πρόκειται να πεθάνει το φθινόπωρο, θεωρούμενο αυτό καθαυτό (an sich) και στην πραγματική του ουσία, δεν ήταν ένα και το αυτό μ’ εκείνο που θα δει το φως την άνοιξη, έτσι όπως κι ο άνθρωπος που πέφτει να κοιμηθεί το βράδυ είναι ο ίδιος μ’ εκείνον που ξυπνάει την άλλη μέρα.

*

Η παρατήρηση οποιουδήποτε ζώου μας διδάσκει πως ο θάνατος δεν εναντιώνεται διόλου στο βαθύτερο νόημα της ζωής, στη θέλησή της, σ’ όλες τις εκδηλώσεις της. Τι βαθύ μυστήριο που κλείνει μέσα του κάθε ζώο! Κοιτάξτε το κοντινότερο, το σκύλο σας. Πόσο πρόσχαρος κι ήσυχος στέκεται εκεί κοντά σας. Πολλές χιλιάδες σκύλοι έπρεπε να πεθάνουν πριν δει αυτό τη ζωή. Μα ο χαμός όλων αυτών των σκυλιών δεν πείραξε στο παραμικρό την ιδέα του σκύλου. Ύστερα από τόσους θανάτους κι αφανισμούς αυτή δεν άλλαξε διόλου. Γι’ αυτό είναι ο σκύλος σας εδώ ακμαίος και ξανανιωμένος με νέες δυνάμεις, σα να ‘ταν η μέρα αυτή η πρώτη της ζωής του και μάλιστα μια μέρα που δεν θα τελειώσει ποτέ. Γι’ αυτό στα μάτια μου μέσα λάμπει η ακατάλυτη Αρχή που υπάρχει μέσα του ο αρχαίος(1). Τι πέθανε λοιπόν μέσα στις τόσες χιλιετηρίδες; Ο σκύλος βέβαια όχι, αφού στέκεται εδώ μπροστά μας απείραχτος. Απλώς και μόνο η σκιά του, το απεικόνισμά του που η αδυναμία του γνωστικού μας οργάνου δεν μπορεί να το συλλάβει αλλιώς, παρά μόνο μέσα στα πλαίσια του χρόνου.

*

Η ύλη με την απόλυτη διάρκειά της μας εξασφαλίζει την ακαταλυσία και χάρη σ’ αυτήν όποιος δεν θα μπορούσε να συλλάβει άλλου είδους ακαταλυσία μπορεί οπωσδήποτε να παρηγορηθεί με την ιδέα μιας κάποιας αθανασίας.
«Μα πως;» θα μου πούνε, «η διάρκεια ενός μορίου σκόνης, η διάρκεια της άψυχης ύλης μπορεί να θεωρηθεί σαν συνέχιση της δικής μας της ύπαρξης;»
Και τους απαντώ: «Ώστε τη γνωρίζετε λοιπόν αυτή τη σκόνη; Ξέρετε τι είναι και τι μπορεί να κάνει; Κοιτάχτε πρώτα να το μάθετε πριν την καταφρονήσετε».
Η ύλη αυτή που τώρα βρίσκεται εδώ σα σκόνη και σα στάχτη, αν διαλυθεί μέσα στο νερό, θα γίνει κρύσταλλος σε λιγάκι, θα πάρει μια μεταλλική λάμψη, ύστερα θ’ αναδώσει ηλεκτρικούς σπινθήρες και με τη γαλβανική της τάση θα εκδηλωθεί μια δύναμη που και τις πιο γερές ενώσεις μπορεί να καταλύσει και μέταλλα από χώματα να κάνει. Ναι, μπορεί ακόμα και σε ζώα ή φυτά να μετουσιωθεί και να δημιουργήσει ακόμα και ζωή, σαν αυτή που ο φόβος του χαμού της βασανίζει άδικα το στενό κεφάλι σας.
Η διάρκεια λοιπόν μιας τέτοιας ύλης δεν είναι κάτι αξιόλογο;

*

Δεν ξέρουμε κανένα περισσότερο εξαρτημένο απ’ την τύχη παιχνίδι ζαριών απ’ ό,τι είναι το παιχνίδι της γέννησης και του θανάτου. Παρακολουθούμε το παιχνίδι αυτό με υπερένταση, μ’ ενδιαφέρον και πολύ φοβισμένοι, γιατί έχουμε τη γνώμη πως στο παιχνίδι αυτό διακυβεύονται όλα για όλα.
Αντίθετα η φύση, που ποτέ της δεν είναι ψεύτρα, η φύση, η πάντα τόσο ειλικρινής και άδολη, εκδηλώνεται εδώ με τρόπο εντελώς διαφορετικό. Δείχνει καθαρά πως η ζωή ή ο θάνατος του ατόμου δεν την ενδιαφέρουν καθόλου. Αυτό φαίνεται πολύ καλά στις περιπτώσεις ιδίως που παραδίνει τη ζωή των ζώων και των ανθρώπων έρμαιο και στα παραμικρότερα ακόμα ατυχήματα, δίχως να καταβάλλει καμιά προσπάθεια να τους προφυλάξει ή να τους διασώσει.
Προσέξτε το έντομο που συναντάτε στο δρόμο σας. Ένα μικρό αθέλητό σας στραβοπάτημα κρίνει την ζωή και το θάνατό του. Δείτε τον γυμνοσάλιαγκα πως είναι παραδομένος, στον κίνδυνο του μοιραίου και στην διάθεση του καθενός, δίχως να έχει ούτε την δύναμη να τρέχει και να σώζεται με την φυγή, δίχως να έχει αμυντικά και επιθετικά όπλα για ν’ αμυνθεί και να φοβερίσει τους εχθρούς του, δίχως να έχει την ικανότητα να κρυφτεί. Δείτε το ψάρι που αμέριμνο ακόμα παίζει μέσα στο δίχτυ που σε λίγο θα το κλείσει για πάντα. Δείτε τον βάτραχο που έτσι βραδυκίνητος όπως είναι δεν μπορεί να τρέξει για να γλυτώσει. Δείτε το πουλί που ενώ ψηλά από πάνω του ζυγιάζεται στον αέρα ένα γεράκι έτοιμο να το σπαράξει, αυτό δεν παίρνει είδηση. Δείτε το πρόβατο που ο λύκος το παραμονεύει κρυμμένος μέσα στο σύδενδρο κι αυτό βελάζει απονήρευτο. Ολ’ αυτά τα’ άοπλα, απροστάτευτα ζώα πηγαινοφέρνουνε μέσα σε μια απόχη από μύριους κινδύνους που κάθε στιγμή απειλούν την ύπαρξη τους δίχως να ’χουν την παραμικρή συναίσθηση τι τα περιμένει. Έτσι η φύση με τον τρόπο που παρατάει τα ζωντανά πλάσματα της τα τόσο περίτεχνα πλασμένα, στην αρπαχτική διάθεση του ισχυρού στην ιδιοτροπία της πιο τυφλής τύχης, στην διάθεση του πρώτου τρελού που θα βρεθεί μπροστά, και στη σαδιστική κλίση κάθε παιδιού, και με την αδιαφορία που γενικά δείχνει, φανερώνει πως ο αφανισμός αυτών των όντων δεν την ενοχλεί, δεν έχει καμία σημασία γι’ αυτήν και πως το αποτέλεσμα όσο και η αιτία πολύ λίγο τη νοιάζουν.
Όταν λοιπόν η κυρίαρχη αυτή και παγκόσμια μητέρα παραδίνει δίχως την παραμικρή έγνοια, τα παιδιά της σε μυριάδες ενδεχομένους κινδύνους, φαίνεται πως ξέρει πολύ καλά πως τα πλάσματα της αυτά, πεθαίνοντας, ξαναγυρίζουν πάλι μέσα στους κόλπους της, κι όλη αυτή η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο από ένα διασκεδαστικό παιχνίδι.
Μα και στους ανθρώπους φέρεται όμοια όπως και στα ζώα. Η ζωή μας ή ο θάνατος μας δεν την συγκινούν καθόλου. Γι’ αυτό θα ‘πρεπε ως ένα ορισμένο σημείο κι εμάς να μην μας συγκινεί ο θάνατος αφού η ατομική υπόσταση μας είναι ένα κομμάτι του μεγάλου συνόλου που λέγεται φύση.

*

Αν κοιτάξουμε μπροστά μας σ’ ένα μέλλον πολύ μακρινό και προσπαθήσουμε να παραστήσουμε μέσα στη φαντασία μας τις μελλούμενες γενιές με τα εκατομμύρια άτομά τους, τα διαφορετικά από μας στα ήθη και στα έθιμα, θα μας γεννηθεί το ερώτημα: Από που θα ‘ρθουν όλοι αυτοί; Που βρίσκονται τώρα; Που είναι κείνη η πλούσια μήτρα του μηδενός που κυοφορεί τον κόσμο, που κρύβει μέσα της τις επερχόμενες γενιές; Αλλά σ’ αυτό το ερώτημα είμαστε υποχρεωμένοι να’ απαντήσουμε χαμογελώντας: Που αλλού μπορεί να είναι παρά εκεί όπου κάθε πραγματικότητα ήτανε και θα βρίσκεται πάντα. Δηλαδή μέσα στο παρόν και σ’ ό,τι αυτό το παρόν περικλείει, δηλαδή μέσα στον ίδιο τον εαυτό σας, ασυλλόγιστοι άνθρωποι, που δεν καταλαβαίνετε, μέσα σε σας που τόσο επιπόλαια παραγνωρίζετε την ίδια σας την ουσία και που μοιάζετε σαν τα φύλλα του δέντρου που το φθινόπωρο αρχίζουν να κιτρινίζουν και, με τη σκέψη πως σε λίγο θα πέσουν, μοιρολογούν το πέσιμό τους και δεν εννοούν να παρηγορηθούν με την ιδέα πως καινούρια φυλλωσιά θα βγει να στολίσει το δέντρο μ’ ανοιξιάτικα φορέματα. Κλαίει και οδύρεται το κάθε φυλλαράκι: «Δε θα ‘μαι πια εγώ! Εκείνα θα ‘ναι ολωσδιόλου άλλα φύλλα!»
- Άμυαλο φυλλαράκι! Που πρόκειται λοιπόν να πας; Κι από που θα ‘ρθουν τ’ άλλα τα φύλλα; Που είναι το μηδέν εκείνο που την άβυσσό του φοβάσαι; Αναγνώρισε την ίδια σου την υπόσταση μέσα στην εσώτερη δύναμη τη μυστική, την ακατάπαυστη του δέντρου που μένει πάντα ίδια και μοναδική, μέσα στο αέναο πέρασμα τόσων και τόσων φύλλων απ’ αυτό το δέντρο και ποτέ δεν μεταβλήθηκε ούτε από γέννηση ούτε από θάνατο. Τάχα μη δεν συμβαίνει και με των ανθρώπων τις γενιές ό,τι και με τις γενιές των φύλλων;

οίηπερ φύλλων γενεή, τοιήδε και ανδρών(2) (qualis foliorum,talis et hominum)

_______________________
(1)Σ.τ.Μ. Γερμανικά γραμμένο Archaus (από το «αρχείος» = ο εξουσιαστικός, ο διοικητικός ή από το «αρχαίος» = αρχικός): Όρος που χρησιμοποιήθηκε απ’ τον Παράκελσο κ.α. και σημαίνει την άρχουσα ζωική δύναμη που υπάρχει κατά τη γνώμη του μέσα στο σώμα κι απ’ αυτήν εκπορεύονται όλες οι σωματικές και ψυχικές εκδηλώσεις του οργανισμού. Είναι κάτι ανάλογο με το εικαζόμενο «πνεύμα» του Γαληνού, τη «ζωική δύναμη» (Force vitale) μερικών νεότερων κλπ.
(2) Σ.τ.Μ. Από την Ιλιάδα (Ζ’ 146) του Ομήρου. Χαρακτηριστικό είναι πως ο Σοπενχάουερ στο κείμενό του παραθέτει λατινική μετάφραση αντί να δώσει την ερμηνεία απ’ ευθείας στη γερμανική γλώσσα.


ARTHUR SCHOPENHAUER
Σκέψεις και Αποσπάσματα
Μετάφραση Κώστας Σαρρόπουλος
Εκδόσεις Γκοβόστη 2002

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ - Arthur Schopenhauer


Ο Αριστοτέλης χώρισε τη φιλοσοφία σε θεωρητική, πρακτική και ποιητική. Κάθε υψηλή λοιπόν ποίηση έχει το σκοπό της. Δημιουργεί έργα που αναπαρασταίνουν τη φοβερή όψη της ανθρώπινης φύσης, τα δεινά του ανθρώπου, τη φρικτή μιζέρια, το θρίαμβο του κακού, την ειρωνική επικράτηση του τυχαίου, το ανεπανόρθωτο πέσιμο και κατέβασμα του δίκαιου και αθώου ανθρώπου. Με τα έργα αυτά αποκαλύπτεται ένα αξιοπρόσεκτο δείγμα της σύστασης του κόσμου...
Μέσα σε όλες τις τραγωδίες δεν είναι μόνο οι ευγενικές και καθαρές υπάρξεις, εκείνες που υποφέρουν που περνάνε όλες τις οδύνες και τελικά παρατάνε τα πάντα, τις απολαύσεις, τις επιδιώξεις τους, προκειμένου να αφοσιωθούν στην ιδέα που αγαπάνε και για την οποία αγωνίζονται. Τέτοιοι δεν είναι ο πρίγκηπας του Κολδερόου, η Μαργαρίτα του Φάουστ, ο Αμλέτος του Σαίξπηρ. Όλα αυτά μας αποδεικνύουν, ότι η αληθινή σημασία μιας τραγωδίας είναι να μας δείξει ότι οι αμαρτίες που βρίσκουν τον εξαγνισμό τους από τον τραγικό ήρωα δεν είναι δικές του αμαρτίες, δηλαδή προπατορικές, αλλά αυτό το αμάρτημα του ότι βρισκόμαστε στη ζωή.
Ο τελικός σκοπός και η προθετικότητα της τραγωδίας συνοψίζονται στο να μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή και να σκύβουμε το κεφάλι στην άρνηση της θέλησης να ζούμε, ενώ αντίθετα η κωμωδία μας ανοίγει την καρδιά, μας δίνει την ελπίδα και τη δύναμη να ζήσουμε. Γιατί στην πραγματικότητα η κωμωδία είναι η αναπαράσταση της ανθρώπινης ζωής, αναγκαστικά λοιπόν μας παρουσιάζει τις καομοιριές και τις ατυχίες της ζωής, αλλά τα παρασταίνει δήθεν ό,τι είναι δεινά που περνάνε στο τέλος και χάνονται μέσα στην ευτυχία που προέρχεται από επιτυχίες και νίκες που στο τέλος επικρατούνε.
Όταν λοιπόν πέφτει η αυλαία και τελειώνει μια κωμωδία, ο άνθρωπος έχει βγάλει το συμπέρασμα πως η ζωή είναι πολύ διασκεδαστική, αστεία και καλόβολη. Πέφτοντας όμως η αυλαία, η στιγμή της ευθύνης και ταιριαστής λύσης, δεν μας αφήνει να δούμε τι γίνεται παραπέρα. Ενώ η τραγωδία τελειώνει με τέτοιο τρόπο ώστε τίποτε και κανένα άλλο γεγονός να μη μπορέσει να συμβεί παραπέρα.

Ο δραματικός ποιητής έχει γνώση του έργου που παρουσιάζει και αφού μιλάει για το πεπρωμένο, πρέπει να είναι ανήλεος όπως είναι και αυτό. Το κάθε έργο, η κάθε τραγωδία, είναι ένας καθρέφτης της ανθρωπότητας, γι' αυτό και ο δημιουργός έχει το χρέος να μας δείξει την ωμή αλήθεια δηλαδή όλους τους δυνατούς χαρακτήρες που μπορούμε να βρούμε όπως οι σκληροί, οι άτιμοι, οι κακοί, οι ψεύτες, οι στενοκέφαλοι, ματαιόδοξοι, και αντιθέτως οι λογικοί, οι φρόνιμοι, οι μεγαλόψυχοι. Στον Όμηρο, πιστεύω ότι δεν υπάρχει κανένας χαρακτήρας μεγαλόψυχος από φυσική του διάθεση, παρ' όλο ότι μέσα σε όλο το έργο υπάρχουν πολλοί ήρωες τίμιοι και μεγαλόψυχοι. Στον Σαίξπηρ με πολύ δυσκολία βρίσκει κανείς ένα-δύο τέτοιους χαρακτήρες αλλά και αυτών η ευγένεια δεν έχει τίποτε το υπεράνθρωπο και το μεγαλειώδες. Τέτοιοι χαρακτήρες είναι η Κορδέλια και ο Κοριολάνος. Καλούς χαρακτήρες δύσκολα βρίσκει κανείς, ενώ από τους αντίθετους όσους θέλεις.
Το έργο της λυρικής ποίησης είναι έκφραση της ατομικότητας της συγκίνησης από το ωραίο και της έμπνευσης που να δίνει σάρκα και οστά με στίχους. Αυτό που πραγματικά προσπαθεί ο λυρικός ποιητής είναι να δώσει την αλήθεια έτσι όπως είναι, γυμνή και να παρουσιάσει την ανθρωπότητα ως τα βάθη της.
Και όλες οι αισθητικές τάσεις και τα αισθήματα, που οπωσδήποτε χαρακτηρίζονται από πολυσημία, και που όλες οι ως τώρα γενεές έχουν δοκιμάσει και έχουν ικανοποιηθεί στις ίδιες περιστάσεις, αυτά τα συναισθήματα αναπαράγονται συνεχώς, γιατί στην αισθητική ικανοποίηση υπάρχει ελευθερία και ενδιαφέρον, και βρίσκουν την τελική έκφρασή τους στην ποίηση.
Ο ποιητής, μπορεί να πει κανείς, είναι ένας άνθρωπος στην ολότητά του. Ο ανθρώπινος πόνος, η κατάσταση της ψυχικής ζωής, η στενοχώρια, τα προβλήματα, και κάθε τι που έχει συνταράξει την ανθρώπινη καρδιά και έχει αναστατώσει την ανθρώπινη ύπαρξη εκφράζεται με απαράμιλλο τρόπο από τον ποιητή και προσφέρει στο κοινό το αντίκρυσμα των παθών του. Έτσι ο ποιητής ή ο καλλιτέχνης μπορεί με την ίδια τέχνη και το ίδιο πάθος, να τραγουδάει την ηδονή ή τη μυστικοπάθεια, να είναι ο Άγγελος Σιλέσιος ή ο Ανακρέων, να γράφει τραγωδίες ή κωμωδίες, να περιγράφει άμεσες ανάγκες, αισθήματα παράφορα, θαυμασμό, αλλά όμως και προστυχιές και ιδιαίτερα συναισθήματα, ανάλογα με τη διάθεση και την κλίση του.
Κανένας δεν μπορεί να επιβάλλει στον ποιητή να είναι σεμνός, μεγαλοπρεπής, ηθικός, χριστιανός, να υπερασπίζει αξίες, να μην είναι εκείνο ή να είναι το άλλο. Αυτό είναι αδύνατον. Η ποίηση είναι η ηχώ, ο καθρέφτης του κόσμου. Αποκαλύπτει τις εσωτερικές τάσεις, υπηρετεί εκείνον που την αισθάνεται και τον εκφράζει.


Arthur Schopenhauer
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Γ. ΕΓΓΛΕΖΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ν.ΔΑΜΙΑΝΟΣ / ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Η ΔΙΑΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ - Arthur Schopenhauer


Πολλές φορές θα πρέπει να σας έχει συμβεί τούτο. Να κυττάτε προς το μέλλον και να προσπαθείτε να φανταστείτε τις μελλοντικές γενιές. Εκατομμύρια ανθρώπων θα είναι τόσο διαφορετικοί στα ήθη τους, στο ντύσιμό τους, στον τρόπο ζωής τους. Από εδώ βγαίνει μια πολύ φυσική ερώτηση: Όλα αυτά τα άτομα που βρίσκονται τώρα; από που θα βγουν; Που είναι η πλούσια εκείνη λαγόνα του μηδενός που εγκυμονεί τον κόσμο και που αυτή τωα τη στιγμή κρύβει τις μελλοντικές γενιές;

Αλλά σ' αυτή την τόσο μπερδεμένη ερώτηση μπορούμε κάλλιστα να απαντήσουμε χαμογελώντας. «Αυτή η πλούσια λαγόνα που αλλού θα μπορούσε να είναι παρά εκεί που ήτανε πάντα, δηλαδή μέσα στο ίδιο το παρόν που ζούμε, και μας περιέχει ολοκληρωτικά, επομένως βρίσκεται μέσα σε μας τους ίδιους, τους μωρούς, που ξεχνάμε την ουσία μας και μοιάζουμε, σαν το δένδρινο φύλλο που τα πρώτα αεράκια του φθινοπώρου το ρίχνουν και καθώς είναι κιτρινισμένο σκέφτεται πως σε λίγο θα πέσει κάτω και θα πατηθεί και δεν παρηγοριέται με την ιδέα ότι καινούργια φύλλα θα στολίσουν την άνοιξη το όμορφο δένδρο παρά οδύρεται πιστεύοντας πως θα είναι άλλα φύλλα, ανόμοια προς αυτό από άλλη ουσία». Άμυαλο φύλλο, ψάξε να βρεις από που βγήκες. Ψάξε να βρεις την άβυσσο του μηδενός που τόσο φοβάσαι πως θα πέσεις μέσα. Και τότε σίγουρα θα βρεις τον εαυτό σου και όλα τα άλλα φύλλα μέσα στην κρυφή, την ενδόμυχη δύναμη του δένδρου που η ενέργειά του καθόλου δεν πειράχτηκε ούτε από τη γέννηση ούτε από το θάνατο. Μήπως με των ανθρώπων τις γενιές δεν συμβαίνει το ίδιο, ότι γίνεται και σ' αυτές των φύλλων;

«Οίη περ φύλλων γενεή, τοιήδε και ανδρών»


Arthur Schopenhauer
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Γ. ΕΓΓΛΕΖΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ν.ΔΑΜΙΑΝΟΣ / ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ – ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ


Όταν συλλογιστεί κανείς, έστω και κατά προσέγγιση, το σύνολο των κακών, των βασάνων και των ταλαιπωριών κάθε είδους που ο ήλιος φωτίζει στην καθημερινή του διαδρομή, είναι αναγκασμένος να παραδεχτεί την ευχή να μην είχε το άστρο αυτό για τη γη μεγαλύτερη δύναμη να δίνει ζωές, από κείνη που έχει για το φεγγάρι. Καλύτερα θα ήτανε πράγματι, όπως σ' εκείνον τον πλανήτη, η επιφάνεια της γης να βρισκόταν ακόμα σκεπασμένη με πάγους.
Μπορεί επίσης να θεωρηθεί η ζωή ένα επεισόδιο που διακόπτει χωρίς σκοπό τη μακάρια γαλήνη του μηδενός. Οπωσδήποτε, ακόμα κι ο ευτυχισμένος, που η ύπαρξή του είναι σχεδόν υποφερτή, με το πέρασμα των χρόνων σχηματίζει πάντα ξαστερότερη την πεποίθηση πως η ζωή είναι στο κάτω κάτω a disappointment, may, a cheat (μια διάψευση ελπίδας, κάτι περισσότερο, μια πλάνη), μ' άλλα λόγια, ότι παρουσιάζεται σαν κολοσσιαία απάτη, αν όχι χειρότερα σαν αγυρτεία.
Όποιος έζησε να δει δυο τρεις γενιές, βρίσκεται στην ίδια πνευματική διάθεση με εκείνο το θεατή που αγόρασε εισιτήριο σε παράσταση σαλτιμπάγκων σε κάποια εμποροπανήγυρη και κάθεται να δει δυο τρεις φορές συνέχεια την ίδια παντομίμα. Το αποτέλεσμα, ότνας υπολογισμένο για μια μοναδική παράσταση, δεν κάνει πια καμιά εντύπωση τώρα που κάθε ψευδαίσθηση διαλύθηκε μαζί με την περιέργεια που προκαλεί το καινούργιο στο θέαμα.
Είναι πραγματικά να χάνει κανείς το νου του, όταν συλλογίζεται τη σπατάλη ενέργειας που γίνεται στο σύμπαν. Οι αναρίθμητοι απλανείς αστέρες, παραδείγματος χάρη, λαμποκοπούν στο άπειρο των ουρανών με μόνο τους σκοπό να φωτίζουν κόσμους, όπου, αν δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο, απ' ό,τι ξέρουμε από το ωραίο δείγμα όπου ζούμε, διαιωνίζεται η ανία.
Δεν υπάρχει γέννημα γυναίκας που ν' αξίζει να το ζηλεύουμε. Απεναντίας πόσοι και πόσοι δεν είναι αξιολύπητοι!
Η ζωή είναι ένας προορισμός που πρέπει με κόπο να εκπληρωθεί. Απ' αυτή την άποψη, η λέξη «defunctus» (δηλαδή έχοντας ξοφλήσει με την αγγαρεία της ζωής) είναι μια ωραία λέξη.
Σκεφτείτε για μια στιγμή αν η λειτουργία της τεκνοποιίας δεν ανταποκρινόταν σε μια ανάγκη, ούτε έδινε κάποια ηδονή, αλλ' ότι δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά μια πράξη σκέψης και συλλογισμού. Θα εξακολουθούσε τάχα η ανθρωπότητα να ζει πάνω στη γη; Ή μάλλον κάθε ζωντανός δεν θα καταλαμβανόταν από τόση συμπόνια για τη μέλλουσα γενιά, ώστε να την απαλλάξει απ' το βάρος της ύπαρξης ή τουλάχιστον δεν θα δίσταζε πολύ πριν της το επιβάλει με ψύχραιμη σκέψη;
Αυτός ο κόσμος είναι μια κόλαση και σ' αυτήν οι άνθρωποι χωρίζονται σε ψυχές που βασανίζονται και σε δαίμονες που βασανίζουν.
Θα μου πειτε πως η δική μου είναι μια φιλοσοφία θλιβερή – κι αυτό όχι γι' άλλο λόγο παρά μόνο γιατί λέω την αλήθεια, ενώ στις φοβισμένες ψυχές αρέσει ν' ακούν να επαναλαμβάνεται: «Ό,τι έκαμε ο καλός Θεός είναι καλά καμωμένο». Τι να σας πω; Μαζευτείτε στην εκκλησία κι αφήστε ήσυχους τους φιλοσόφους. Ή, αν μη τι άλλο, μην έχετε την απαίτηση να τακτοποιήσουν τις διδασκαλίες τους σύμφωνα με τον κατηχισμό των καρδιών σας, όπως συνηθίζουν μερικοί μισθωτοί ψευτοφιλόσοφοι, που μπορείτε, αν σας αρέσει, να του δώσετε παραγγελίες για συστήματα σύμφωνα με τα γούστα σας. Απεναντίας, για μένα τίποτα δεν είναι ευκολότερο και διασκεδαστικότερο πρά να κάνω άνω κάτω τη φουσκωμένη αισιοδοξία των προφεσόρων της φιλοσοφίας.
Κατά τον Βράχμα, ο κόσμος προέρχεται από ένα είδος αμαρτίας ή παρεκτροπής, και ήρθε αυτός στον κόσμο για να εξαγνίσει την αμαρτία του ως τη σωτηρία. Πολύ ωραία! Κατά τη βουδιστική παράδοση, το σύμπαν είναι το αποτέλεσμα μιας ανεξήγητης αναστάτωσης, που έγινε έπειτα από μια μακρόχρονη περίοδο γαλήνης σ' εκείνη την ξαστεριά του ουρανού, σ' εκείνη τη μακάρια ευτυχία που λέγεται Νιρβάνα και που η μετάνοια μόνο θα την κάνει να ξαναπαρουσιαστεί. Είναι λοιπόν ένα είδος μοιραίου, που ερμηνεύεται με ηθική σημασία, γιατί αυτός ο τρόπος αντίληψης της γένεσης του πρωτόγονου κόσμου ανταποκρίνεται ακριβώς στις επιστημονικές μας θεωρίες για το σχηματισμό του, όπου γίνεται λόγος για ένα απέραντο νεφέλωμα προορισμένο να μεταβληθεί σε ήλιο.
Αλλά οι ηθικές διαστροφές επηρέασαν ακόμα και το φυσικό κόσμο, κάνοντάς τον σιγά σιγά πιο κακό και χειροτερεύοντας τον πάντα, ώσπου να καταντήσει στη σημερινή του αθλιότητα. Ακριβώς! Οι Έλληνες αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τους θεούς σαν προϊόν μιας ανεξιχνίαστης ανάγκης. Μπορούμε να δεχτούμε κι αυτήν ακόμα την εξήγηση που, τουλάχιστον προσωρινά μας ικανοποιεί.
Ο Ωρομάσδης πολεμά με τον Αριμάν – μπορούμε να φτάσουμε να παραδεχτούμε κι αυτό ακόμα. Αλλά ένας θεός σαν αυτόν τον Ιεχωβά που, έτσι θέλοντας, γιατί έτσι του άρεσε, και μ' αλαφρή συνείδηση, μας φτιάνει αυτή την κοιλάδα των δακρύων και της δυστυχίας κι έχει επιπλέον το κουράγιο να χαίρεται γι' αυτό και να φωνάζει στον εαυτό του: «Μπράβου! Μ' εκείνο το “Πάντα καλά λίαν”» του, α! αυτό δα ειναι πάρα πολύ! Απ' την άποψη αυτή πρέπει να θεωρούμε την εβραϊκή θρησκεία την κατώτερη απ' τις θρησκευτικές παραδόσεις των πολιτισμένων λαών, κι αυτό συμφωνεί και με το γεγονός πως είναι ακόμα η μόνη που στερείται απολύτως κάθε χαρακτήρα αθανασίας.
Κι αν ακόμα θεαμε να δεχτούμε γι' αληθινή την απόδειξη του Λάιμπνιτς κι αν ακόμα παραδεχόμαστε πως αυτός είναι ο καλύτερος κόσμος που θα μπορούσε να γίνει, και πάλι δεν θα βρίσκαμε καμιά βάση για την ύπαρξη Θείας Δίκης.

Επειδή ο δημιουργός δεν έχει φτιάξει μόνο τον κόσμο, αλλά κι αυτή την ίδια τη δυνατότητα της ύπαρξής του – προκύπτει απ' αυτό πως όφειλε να κάνει δυνατή την ύπαρξη ενός κόσμου καλύτερου.
Η δυστυχία που καταπιέζει τη γη είναι μια πολύ δυνατή διαμαρτυρία ενάντια στην υπόθεση πως ο κόσμος είναι ένα έργο τέλειο, που οφείλεται σ' ένα ον με υπέρτατη σοφία, με υπέρτατη αγάπη και, εκτός απ' αυτό, παντοδύναμο. Από το άλλο μέρος, είναι ολοφάνερη η απόλυτη ατέλεια κι ακόμα η γελοία καρικατούρα του ανθρώπινου πλάσματος, που ωστόσο θα 'πρεπε να βγει το πιο καλοφτιασμένο απ' τα έργα της δημιουργίας. Κι αυτό αποτελεί αντίφαση που δεν μπορεί να συνταιριαστεί.
Πόνοι και δυστυχίες, απεναντίας, είναι άλλα τόσα επιχειρήματα για την υποστήριξη της θεωρίας, που σύμφωνα μ' αυτήν εμείς θεωρούμε τον κόσμο προϊόν των δικών μας σφαλμάτων, επομένως ένα πράμα που δεν θα μπορούσε να 'ναι καλύτερο.
Ενώ, κατά την θεϊστική αντίληψη, η γήινη θλίψη είναι μια τρομακτική κατηγορία κατά του δημιουργού και μπορεί να προκαλέσει πικρές ειρωνείες, σύμφωνα με μια άλλη υπόθεση μας παρουσιάζεται ως μια πολύ εξευτελιστική κατηγορία εναντίον του εαυτού μας και της θέλησής μας. Απ' την υπόθεση αυτή προέρχεται η βαθιά σκέψη ότι ήρθαμε σ' αυτόν τον κόσμο φθαρμένοι κιόλας, σαν παιδιά γονέων εξαντλημένων από κραιπάλη, και πως, αν η ύπαρξή μας είναι τόσο άθλια και βρίσκει τον επίλογό της στο θάνατο, αυτό συμβαίνει γιατί πάνω μας βαραίνει στην αιωνιότητα η αμαρτία αυτή για την οποία πρέπει να εξιλεωθούμε.
Αντιμετωπίζοντας το θέμα με την πλατιά του σημασία, αυτό είναι αναμφισβήτητη αλήθεια – είναι το βαρύ φορτίο των ανθρώπινων αμαρτιών που φορτώνει στην ανθρωπότητα τόσες και τόσες φρικτές δυστυχίες. Και στη σχέση αυτή εμείς αποδίδουμε μια σημασία όχι φυσική ή εμπειρική, αλλά μεταφυσική. Έτσι, η παράδοση του προπατορικού αμαρτήματος με κάνει να συμβιβάζομαι με την Παλαιά Διαθήκη, γιατί κείνη, μολονότι παρουσιασμένη κάτω απ' τον πέπλο της αλληγορίας, μου φαίνεται η μονη μεταφυσική αλήθεια μέσα στα ιερά βιβλία. Και πράγματι, η ζωή μας φαίνεται το άμεσο αποτέλεσμα ενός μεγάλου αμαρτήματος και της αισχρής ικανοποίησης μιας αμαρτωλής επιθυμίας.
Θα σας άρεσε να 'χετε πάντα για οδηγό σας μια πυξίδα τέλεια για να μπορείτε να προσανατολίζεστε στη ζωή χωρίς φόβο γι' απατηλές χίμαιρες; Συνηθίστε να θεωρείτε τη γη έναν τόπο μετάνοιας, μια αποικία καταδίκων, ένα «εργαστήριον» όπως την είχαν κιόλας ονομάσει οι αρχαιότεροι φιλόσοφοι (Κλήμης Αλεξανδρινός, Στρώματα, βιβλίο Γ', κεφ. 3, σελ. 399) και μερικοί απ' τους Πατέρες της Εκκλησίας (Άγιος Αυγουστίνος, De Civitate Dei, βιβλίο 11, κεφ. 23).
Σε κάθε εποχή, η φιλοσοφία, ο βραχμανισμός όποως και ο βουδισμός, ο Εμπεδοκλής όπως και ο Πυθαγόρας, συναντήθηκαν στην ίδια σκέψη. Ο Κικέρων (Fragmenta de Philosophia, τόμος 1, σελ. 316) αναφέρει πως οι αρχαίοι σοφοί στη μύηση των μυστηρίων εδίδασκαν: «Nos ob aliqua scelera suscepta in vita superiore, poenarum luendarum causa natos esse». (Γεννιόμαστε για να ξεπληρώσουμε μια ποινή που μας έχει επιβληθεί για σφάλματα που κάναμε σε κάποιαν άλλη προηγούμενη ζωή μας). Ο Βανίνι – εκείνος ο Βανίνι που βρήκανε πιο εύκολο να τον καταδικάσουν στην πυρά παρά να ελέγξουν τις διδασκαλίες του – εκφράζει την ίδια ιδέα με πιο κατηγορηματικό τρόπο λέγοντας: «Tot, tantisque homo repletur miseriis ut, si Christianae religioni non repugnaret, dicere auderem: si daemones dantur, ipsi in hominum corpora transmigrantes, sceleris poenaw luunt». (Τόσο γεμάτοι είναι από αθλιότητα οι άνθρωποι που, αν δεν ήταν αντίθετο με τη χριστιανική θρησκεία, θα τολμούσε κανείς να πει ότι οι δαίμονες ενσαρκωμένοι ως ανθρώπινα κορμιά πληρώνουνε τα κρίματά τους). (De Admirandis Naturae Arcanis. Διάλογος L, σελ. 353).
Τι περισσότερο; Ακόμα και στον καθαυτό χριστιανισμό, για κείνον που θέλει να τον καταλάβει καλά, η ζωή θεωρείται συνέπεια ενός παραπτώματος, μιας πτώσεως. Όταν εξοικειωθούμε μ' αυτή τη βεβαιότητα, δεν θα περιμένουμε απ' τη ζωή παρά ό,τι αυτή μπορεί να μας δώσει. Κι αντί να θεωρούμε απρόοπτες κι εξαιρετικές συμπτώσεις τις ατυχίες της, τα βάσανά της, τους πόνους της και τα μεγάλα ή μικρά κακά της, θα σκεφτούμε πως έτσι πρέπει να 'ναι, ξέροντας πολύ καλά πως εδώ κάτω καθένας έχει το σταυρό του, που τον μεταφέρει στον ώμο του με το δικό του τρόπο.
Ανάμεσα στα βασανιστήρια της φυλακής, ένα απ' τα σκληρότερα είναι εξάπαντος εκείνο που προκαλείται απ' το περιβάλλον που συναντάει κανείς εκεί μέσα. Το ίδιο συμβαίνει και με την κοινωνία των ανθρώπων, κι ας το πει μόνος του κείνος που θ' άξιζε να ζει σε μια καλύτερη.
Μια ανώτερη ψυχή ή μια διανοητική μεγαλοφυία πολύ συχνά συγκλονίζονται απ' το ίδιο συναίσθημα που δοκιμάζει ένας ευγενικός πολιτικός κατάδικος κλεισμένος στη φυλακή με κοινούς εγκληματίες γύρω του. Σαν κι αυτόν γυρεύουν κι εκείνες ν' απομονωθούν. Αλλά γενικά η τέτοια αντίληψη του κόσμου όπως είναι μας προκαλεί τη συνήεια να θεωρούμε φυσικές, επομένως χωρίς να νιώσουμε καμιά στενοχώρια, εκείνες που λέμε ανθρωπιστικές ατέλειες, δηλαδή την άθλια διάπλαση του πνεύματος και της ψυχής στο σύνολο των ανθρώπων. Κι αυτό σχεδόν πάντα παρουσιάζεται ολοφάνερο στα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας των περισσοτέρωνω ανθρώπων.
Η πεποίθηση πως ο κόσμος, κι ο άνθρωπος κατ' ανάγκή, είναι τέτοιοι ώστε να μην αξίζουν να υπάρχουν μας κάνει όλους μας επιεικείς. Τι καλύτερο θα μπορούσατε να περιμένετε από μια τέτοια ράτσα; Κατά τη γνώμη μου, στις αμοιβαίες σχέσεις μας δεν θα 'πρεπε να ονομαζόμαστε «Κύριε», «Εξοχότατε» ή τα παρόμοια, αλλά μάλλον «συντροφε στη δυστυχία, συνέταιρε στα κακά, αδελφέ στον πόνο, fellow sufferer».
Μπορεί να φαίνεται αυτή μια παράξενη έκφραση, αλλά στην πραγματικότητα θα ήταν η καταλληλότερη, γιατί θα παρουσίαζε ποιος είναι πραγματικά ο πλησίον μας, θυμίζοντάς μας την ανάγκη της ανοχής, της υπομονής, της συγχώρεσης, της αγάπης προς τους ομοίους, που ο καθένας μας τη χρειάζεται και γι' αυτό δεν έχει το δικαίωμα να την αρνηθεί σε κανένα.



ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ 2002

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Η συμπεριφορά μας απέναντι στον εαυτό μας – ΑΡΘ. ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ

Οπως ο εργάτης, που βοηθάει να υψωθεί ένα κτίριο, δεν ξέρει το συνολικό σχέδιο, ή δεν το έχει διαρκώς μπροστά στα μάτια του, έτσι είναι και η θέση του ανθρώπου, όταν προσπαθεί να αναμετρήσει μια-μια τις ημέρες και τις ώρες της ζωής του, σε σχέση με το σύνολο της ζωής του και με το συνολικό χαρακτήρα τους. Οσο πιο αξιοπρεπής, σημαντικός, αξιοσημείωτος και ατομικός είναι αυτός ο χαρακτήρας τόσο πιο αναγκαίο και πιο ευεργετικό είναι για τοάτομο να ρίχνει κάπου-κάπου ένα βλέμμα στο περιωρισμένο διάγραμμα της ζωής του. Η αλήθεια είναι πως για να το καταφέρει, θα πρέπει να έχει ήδη κάνει ένα πρώτο βήμα στο “γνώθι σαυτόν”: πρέπει, δηγλαδή, να ξέρει τι πραγματικά θέλει, κυρίως και πρώτ' απ' όλα, πρέπει να ξέρει τι είναι το ουσιαστικό για την ευτυχία του και τι έρχεται σε δεύτερη και ύστερα σε τρίτη μοίρα. Πρέπει, σε γενικές γραμμές, να έχει αντιληφθεί την κλίση του, το ρόλο του και τις σχέσεις του με τον κόσμο. Αν όμως αυτά είναι σημαντικά και υψηλά, τότε η περιωρισμένη όψη της ζωής του θα τον ενισχύσει, θα τον στηρίξει, και θα τον ανυψώσει περισσότερο από κάθε τι άλλο. Η εξέταση αυτή, θα τον ενθαρρύνει στην δουλειά και θα τον αποτρέψει από τα μονοπάτια όπου θα μπορούσε να παραπλανηθεί.
Όπως ο ταξειδιώτης, που μόνο σαν φτάσει σε ύψωμα αγκαλιάζει με μια ματιά και αναγνωρίζει το σύνολο του δρόμου που έχει διατρέξει, με τις στροφές και τις καμπές του, έτσι και μεις, μόνο στο τέρμα μιας περιόδου της ζωής μας, και καμμιά φορά, ολόκληρης της ζωής, αναγνωρίζομε την πραγματική συνάγεια που έχουν μεταξύ τους οι σχέσεις μας, τα έργα μας και τα δημιουργήματά μας, την ακριβή τους σχέση, την αλληλλουχία και την αξία τους. Πραγματικά, όσο είμαστε απορροφημένοι από την δραστηριότητά μας, ενεργούμε μόνο ανάλογα με τις ακλόνητες ιδιότητες του χαρακτήρα μας, υπό την επίδραση των αφορμών και όσο το επιτρέπουν οι δυνατότητές μας, δηλαδή με απόλυτη αναγκαιότητα. Σε μια δεδομένη στιγμή, δεν κάνομε παρά μονάχα ό,τι αυτήν ακριβώς την στιγμή μας φαίνεται σωστό και πρέπον. Και μόνο η συνέχεια μας επιτρέπει να αξιολογήσομε το αποτέλεσμα και μόνο η ματιά που ρίχνομε πίσω στο σύνολο μας δείχνει το πως και το από τι. Ετσι, τη στιγμή που επιτελούμε τις πιο μεγάλες πράξεις, όπου δημιουργούμε αθάνατα έργα, δεν έχομε συνείδηση της αληθινής τους φύσης: δεν μας φαίνονται παρά πως είναι μόνο ό,τι πιο κατάλληλο υπάρχει για τον τωρινό μας σκοπό και ό,τι ανταποκρίνεται καλύτερα στις προθέσεις μας. Έχομε μόνο την εντύπωση ότι κάναμε ό,τι έπρεπε να κάνουμε εκείνη τη στιγμή. Και μόνο αργότερα, από το σύνολο και την αλληλλουχία τους, αναδείχνονται σε άπλετο φως ο χαρακτήρας και οι ικανότητες μας και τότε, από τις λεπτομέρειες, βλέπομε πως πήραμε, σαν έμπνευση και οδηγημένοι από το πνεύμα μας, το μόνο σωστό δρόμο μέσα από τόσους παράμερους δρόμους. Ό,τι είπαμε παραπάνω είναι αλήθεια και στη θεωρία και στην πράξη και ισχύει και για τα αντίστροφα γεγονότα, δηλαδή τα κακά και τα ψεύτικα.
Ενα σπουδαίο πράγμα για τη φρόνηση στη ζωή, είναι η αναλογία οπου αφιερώνομε ένα μέρος της προσοχής μας στο παρόν και το υπόλοιπο στο μέλλον, ώστε το ένα να μην χαλάει το άλλο. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, που παραζούν στο παρόν: αυτοί είναι οι επιπόλαιοι. Άλλοι, υπερβολικά στο μέλλον: είναι οι φοβητσιάρηδες και οι ανήσυχοι. Σπάνια κρατούμε το σωστό μέτρο. Εκείνοι οι άνθρωποι που, παρακινημένοι από τις επιθυμίες και τη σπουδή τους, ζουν αποκλειστικά για το μέλλον, με τα μάτια διαρκώς στραμένα προς τα εμπρός, που τρέχουν με ανυπομονησία για να προλάβουν τα πράγματα του μέλλοντος, γιατί πιστεύουν πως αυτά θα τους φέρουν αμέσως την αληθινή ευτυχία, αλλά που, στο μεταξύ, αφήνουν να διαφεύγει το παρόν, γιατί το παραμελούν χωρίς να το χάιρονται, μοιάζουν μ' εκείνους τους γαϊδάρους της Ιταλίας που, για να τους κάνουν να περπατήσουν γρήγορα, τοποθετούν, μπροστά στο κεφάλι τους, ένα δεμάτι άχυρο, κρεμασμένο από ένα ραβδί. Οι γάιδαροι βλέπουν διαρκώς το δεμάτι κοντά τους και τρέχουν, με την ελπίδα πως θα το φτάσουν. Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιοι άνθρωποι εξαπατούν σε όλη τους τη ζωή τον εαυτό τους και ζουν μόνο ad interim, ώσπου να πεθάνουν. Ετσι, αντί να μας απασχολούν αδιάκοπα σχέδια και φροντίδες για το μέλλον, ή αντίστροφα, αντί, να παραδινόμαστε στη θλίψη για ό,τι έγινε στο παρελθόν, θα έπρεπε να μη ξεχνούμε ποτέ πως μόνο το παρόν είναι πραγματικό, πως μόνο αυτό είναι βέβαιο, και πως, αντίθετα, το μέλλον παρουσιάζεται πάντα διαφορετικό από ό,τι το φανταζόμαστε και πως το παρελθόν είταν διαφορετικό. Και πως έτσι, ουσιαστικά, μέλλον και παρελθόν έχουν και τα δυό τους λιγώτερη σημασία από όσο μας φαίνεται. Γιατί το απόμακρο, που μικραίνει τα πράγματα στο μάτι, τα υπερμεγενθύνει στη σκέψη. Μόνο το παρόν είναι αληθινό και πραγματικό. Είναι ο πραγματικά γεμάτος χρόνος και σ' αυτόν βασίζεται αποκλειστικά η ύπαρξή μας. Γι' αυτό πρέπει να το καλοδεχόμαστε. Πρέπει να γευόμαστε, με πλήρη τη συνείδηση της αξίας της, κάθε ώρα που είναι ανεκτή και απαλλαγμένη από αντιξοότητες ή από θλίψεις, δηλαδή να μην την ταράζομε με πρόσωπα θλιμένα για τις ελπίδες που διαψεύσθηκαν στο παρελθόν, ή για τις ανησυχίες για το μέλλον. Τι το πιο ανόητο, από το να αποδιώχνομε μια τωρινή καλή ώρα, ή να την χαλούμε με κακία, με ανησυχίες για το μέλλον, ή με θλίψεις για το παρελθόν! Ας βγάλουμε από τη μέση τις έγνοιες, ακόμα και τις τύψεις. Και ύστερα, για τα περασμένα γεγονότα, ας λέμε:
Αλλα τα μεν προτετυχθαι νασομεε αχνυμενοι περ,
Θυμον ενι στηθεσσι φιλον θαμασαντες αναγκη
(Ας αφήσομε, έστω και με θλιψη, όλα όσα έχουν γίνει πριν. Πρέπει να πνίξομε την οργή στο στήθος μας).
Και όσο για το μέλλον:
Ητοι ταυτα θεων εν γουνασι κειται.
(Ολα αυτά, είναι εναποθεμένα στα γόνατα των θεών).

Από την άλλη μεριά, για το παρόν, θα πρέπει να σκεφτόμαστε, σαν τον Σενέκα: “Singulas dies, singulas vitas puta” (κάθε μέρα είναι και μια χωριστή ζωή), και να κάνομε αυτόν τον μόνο πραγματικό χρόνο, όσο γίνεται πιο ευχάριστο.
Τα μόνα μελλοντικά δεινά που είναι δικαιολογημένο να μας ανησυχούν, είναι εκείνα που ο ερχομός τους και η στιγμή του ερχομού τους είναι βεβαία. Αλλά ελάχιστα ανήκουν σ' αυτή την περίπτωση, γιατί τα δεινά είναι, ή απλώς δυνατά ή, το πολύ, πιθανά, ή είναι βέβαια, αλλά αμφίβολη η εποχή του ερχομού τους. Και αν ανησυχούμε για τα δυο είδη των δυστυχιών, τότε δεν έχομε ούτε στιγμή ησυχίας. Συνεπώς, για να μη χάνομε τη γαλήνη της ζωής μας για δεινά, που είναι ασαφείς και η ύπαρξη και η εποχή τους, καλά θα κάνομε να συνηθίσομε να αντιμετωπίζομε τα πρώτα σαν να μην πρόκειται ασφαλώς να έρθουν τόσο νωρίς.
Αλλά, όσο πιο ήσυχους μας αφήνει ο φόβος, τόσο μας συνταράουν οι επιθυμίες, οι πόθοι και οι φιλοδοξίες. Το τόσο γνωστό τραγούδι του Γκαίτε: “Εναπόθεσα την επιθυμία μου πάνω στο τίποτα”, σημαίνει, κατά βάθος, πως μόνο αν απομακυνει όλες τις φιλοδοξίες του και περιοριστεί στη ζωή όπως είναι, γυμνή και απαλλαγμένη από κάθε τι το περιττό, μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει εκείνη την πνευματική λογική που είναι η βάση της ανθρώπινης ευτυχίας, γιατί αυτή η γαλήνη είναι απαραίτητη για να χαρούμε το παρόν και, απ' αυτό, ολόκληρη τη ζωή. Και γι' αυτό ακόμα θα έπρεπε να θυμώμαστε πάντα ότι η μέρα του σήμερα έρχεται μόνο μια φορά, και ποτέ πια άλλοτε. Αλλά εμείς φανταζόμαστε πως θα ξαναρθή και αύριο: ωστόσο, το αύριο είναι μια άλλη μέρα που κι αυτή μόνο μια φορά έρχεται. Ξεχνούμε πως η κάθε μέρα είναι ένα ολοκληρωμένο, άρα ανεπανόρθωτο τμήμα της ζωής, και τη θεωρούμε σαν κάτι που περιέχεται μέσα στη ζωή, όπως τα άτομα περιλαμβάνονται μέσα στη έννοια του συνόλου. Και θα εκτιμούσαμε και θα χαιρόμασταν πολύ καλύτερα το παρόν αν, τις μέρες της ευεξίας και της υγείας, αναγνωρίζαμε ως πιο σημείο, όταν είμαστε άρρωστοι ή στενοχωρημένοι, μας παρουσιάζει η ανάμνηση, σαν κάτι άπειρα επιθυμητό, την κάθε ώρα απαλλαγμένη από θλίψεις ή στερήσεις. Είναι σαν ένας χαμένος παράδεισος, σαν ένας παραγνωρισμένος φίλος. Αλλά εμείς, αντίθετα, ζούμε τις ωραίες μας μέρες χωρίς να τις προσέχομε και μόνο σαν έρχονται οι κακές θα θέλαμε να ξαναφέρομε πίσω τις άλλες. Αφήνομε να περνούν από δίπλα μας, χωρίς να τις χαιρόμαστε και χωρίς να τους χαρίζομε ούτε ένα χαμόγελο, χίλιες γαλήνιες και ευχάριστες ώρες και αργότερα, στους σκοτεινούς καιρούς, πάλι σ' αυτές φέρνομε τους μάταιους πόθους μας. Αντί, λοιπόν, να ενεργούμε έτσι, θα έπρεπε να τιμούμε κάθε ανεκτή επικαιρότητα, ακόμα και την πιο κοινότοπη, που με τόση αδιαφορία την αφήνομε να φεύγει, και που, μάλιστα, την απωθούμε εκνευρισμένα. Θα έπρεπε να θυμόμαστε πάντα πως αυτό το παρόν πέφτει, την ίδια στιγμή, σ' εκείνη την αποθέωση του παρελθόντος όπου, στο εξής, ακτινοβολώντας το φως του άφθαρτου, διατηρείται από τη μνήμη, και τα μάτια μας το βλέπουν σαν αντικείμενο του πιο φλογερού πόθου, όταν, στις κακές προπαντός ώρες, έρχεται η ανάμνηση και σηκώνει την αυλαία.

ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ
ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΟΝΗΣΗ ΣΤΗ ΖΩΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΙΝΑ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΡΗ

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ - ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ

Δεν ξέρουμε κανένα περισσότερο εξαρτημένο από την τύχη παιχνίδι κύβων, απ’ ότι είναι το παιχνίδι της γέννησης και του θανάτου. Παρακολουθούμε το παιχνίδι αυτό με υπερένταση, μ’ ενδιαφέρον, και πολύ φοβισμένοι, γιατί έχουμε την γνώμη πως στο παιχνίδι αυτό διακυβεύονται όλα για όλα.
Απεναντίας η φύση που ποτέ της δεν είναι ψεύτρα, η φύση, η πάντα τόσο ειλικρινής και άδολη εκδηλώνεται πάνω σ’ αυτήν την υπόθεση με τρόπο εντελώς διαφορετικό. Δείχνει καθαρά πως η ζωή ή ο θάνατος του ατόμου δεν την ενδιαφέρουν καθόλου. Αυτό φαίνεται πολύ καλά στις περιπτώσεις ιδίως που παραδίνει τη ζωή των ζώων και των ανθρώπων, έρμαιο και στα παραμικρότερα ακόμα ατυχήματα, δίχως να καταβάλλει καμία προσπάθεια να τους προφυλάξει ή να τους διασώσει.
Προσέξτε το έντομο που συναντάτε στο δρόμο σας. Ένα μικρό αθέλητό σας στραβοπάτημα κρίνει την ζωή και το θάνατό του. Δείτε τον γυμνοσάλιαγκα πως είναι παραδομένος, στον κίνδυνο του μοιραίου και στην διάθεση του καθενός, δίχως να έχει ούτε την δύναμη να τρέχει και να σώζεται με την φυγή, δίχως να έχει αμυντικά και επιθετικά όπλα για ν’ αμυνθεί και να φοβερίσει τους εχθρούς του, δίχως να έχει την ικανότητα να κρυφτεί. Δείτε το ψάρι που αμέριμνο ακόμα παίζει μέσα στο δίχτυ που σε λίγο θα το κλείσει για πάντα. Δείτε τον βάτραχο που έτσι βραδυκίνητος όπως είναι δεν μπορεί να τρέξει για να γλυτώσει. Δείτε το πουλί που ενώ ψηλά από πάνω του ζυγιάζεται στον αέρα ένα γεράκι έτοιμο να το σπαράξει, αυτό δεν παίρνει είδηση. Δείτε το πρόβατο που ο λύκος το παραμονεύει κρυμμένος μέσα στο σύδενδρο κι αυτό βελάζει απονήρευτο. Ολ’ αυτά τα’ άοπλα, απροστάτευτα ζώα πηγαινοφέρνουνε μέσα σε μια απόχη από μύριους κινδύνους που κάθε στιγμή απειλούν την ύπαρξη τους δίχως να ’χουν την παραμικρή συναίσθηση τι τα περιμένει. Έτσι η φύση με τον τρόπο που παρατάει τα ζωντανά πλάσματα της τα τόσο περίτεχνα πλασμένα, στην αρπαχτική διάθεση του ισχυρού στην ιδιοτροπία της πιο τυφλής τύχης, στην διάθεση του πρώτου τρελού που θα βρεθεί μπροστά, και στη σαδιστική κλίση κάθε παιδιού, και με την αδιαφορία που γενικά δείχνει, φανερώνει πως ο αφανισμός αυτών των όντων δεν την ενοχλεί, δεν έχει καμία σημασία γι’ αυτήν και πως το αποτέλεσμα όσο και η αιτία πολύ λίγο τη νοιάζουν.
Όταν λοιπόν η κυρίαρχη αυτή και παγκόσμια μητέρα παραδίνει δίχως την παραμικρή έγνοια, τα παιδιά της σε μυριάδες ενδεχομένους κινδύνους, φαίνεται πως ξέρει πολύ καλά πως τα πλάσματα της αυτά, πεθαίνοντας, ξαναγυρίζουν πάλι μέσα στους κόλπους της, κι όλη αυτή η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο από ένα διασκεδαστικό παιχνίδι.
Μα και στους ανθρώπους φέρεται όμοια όπως και στα ζώα. Η ζωή μας ή ο θάνατος μας δεν την συγκινούν καθόλου. Γι’ αυτό θα ‘πρεπε ως ένα ορισμένο σημείο κι εμάς να μην μας συγκινεί ο θάνατος αφού η ατομική υπόσταση μας είναι ένα κομμάτι του μεγάλου συνόλου που λέγεται φύση.

ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ