Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΪΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΪΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΕΝΝΕΑ ΒΑΘΜΙΔΕΣ ΓΝΩΣΗΣ (ΤΟΥ ΙΣΜΑΗΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ) – JAMES WASSERMAN


Αυτή η περιγραφή της θεολογίας και των εννέα βαθμίδων του ισμαηλιτικού συστήματος έγινε κάνοντας συρραφή από διάφορες πηγές. Μια είναι το Λογοτεχνική Ιστορίας της Περσίας, του Έντουαρντ Τζ. Μπράουν, τόμος 1, σσ. 410-15. Η περιγραφή του βασίζεται σ' εκείνη του μουσουλμάνου ιστορικού αν-Νουβαϊρί, που έγραψε γύρο στο 1332 και ο οποίος αναφέρει ως πηγή του τον αντιφατιμιδικό ισμαηλίτη του δέκατου αιώνα, Αχού Μουχσίν. Το Η Ιστορία των Ασασίνων, σσ. 34-37, του Γιόζεφ φον Χάμερ-Πούργκσταλ είναι μια άλλη πηγή, όπως και το Η Ιστορία του Τάγματος των Ασασίνων, σσ. 26-29, του Ένο Φράντσιους και το Μια Σύντομη Ιστορία του Φατιμιδικού Χαλιφάτου του Ντε Λέισι Ο' Λίρι, (1923. ανατύπωση, Δελχί: Renaissance Publishing House, 1987), σσ. 21-32. Το Μελέτες για τον Πρώιμο Ισμαηλιτισμό του Σάμιουελ Μ. Στερν περιέχει μια σημαντική πραγματεία γύρω από το ζήτημα στο κεφάλαιο με τίτλο “Η “Βίβλος της Ανώτατης Μύησης” και Άλλες Αντι-ισμαηλιτικές Παρωδίες”. Σ' αυτές τις πηγές πρόσθεσα κατά βούληση τις δικές μου απόψεις.
Πιστεύω ότι η ερμηνεία της δομής των βαθμίδων που παρουσιάζεται πιο κάτω μπορεί να φανεί χρήσιμη ως νύξη για τη διαδικασία μέσω της οποίας μεταδόθηκε το μυστικό ισμαηλιτικό δόγμα, φτάνει να θυμάται ο αναγνώστης ότι είναι υποθετική και στην καλύτερη περίπτωση έχει στόχο να δώσει μια αμυδρή εικόνα για ένα σύστημα που δεν έχει αποκαλυφθεί ποτέ δημόσια. Δεν συμφωνώ ότι παρουσιάζει τους ισμαηλίτες ως καταχθόνιους υπέρμαχους είτε ενός κυνικού αγνωστικισμού είτε ενός αήθους και αθεϊστικού δόγματος. Αντίθετα, αν αυτή η ερμηνεία είναι σε λογικό βαθμό ακριβής, περιγράφει μια υψηλή και ανώτέρη πνευματική διδασκαλία.

Η προκαταρτική διαδικασία προσηλυτισμού-στρατολόγησης άρχιζε με τη δημιουργία αμφιβολίας στο μυαλό αυτού που ήθελαν να προσηλυτίσουν. Απλά αλλά αναπάντητα ερωτηματικά σε σχέση με τη ζωή και τα κορανικά δόγματα φανέρωναν στον αναζητητούντα την ίδια του την άγνοια και την ανάγκη του να αποκτήσει έναν έγκυρο δάσκαλο και καθοδηγητή. “Γιατί χρειάστηκε ο Θεός έξι ημέρες για να φτιάξει τον κόσμο, όταν θα μπορούσε να το έχει καταφέρει μέσα σε μια στιγμή;” “Τι εμφάνιση έχουν οι άγγελοι οι οποίοι αναφέρονται στο Κοράνι, και γιατί δεν μπορούμε να τους δούμε;” “Γιατί μόνο ο άνθρωπος απ' όλα τα ζώα μπορεί να στέκεται όρθιος;”
Παραπέρα συζήτηση των αντιφάσεων της θρησκείας και των ασαφειών του Κορανίου έριχναν λάδι στη φωτιά της αμφιβολίας μέσα στο μυαλό του τύπου ανθρώπου που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μαθητής-αναζητητής. Μετά του έλεγαν ότι οι απαντήσεις στα ερωτήματά του ήταν θαυμαστά μυστήρια που δεν έπρεπε να αποκαλύπτονται σε ανάξιους. Ήταν διατεθειμένος να δώσει έναν επίσημο όρκο στον ντάι ότι δεν θα αποκαλύψει ποτέ τις διδασκαλίες που θα δεχόταν, να ορκιστεί ότι θα ήταν πάντα πιστός στον ντάι, ότι δεν θα προσχωρήσει ποτέ στους εχθρούς των ισμαηλιτών ούτε θα ενεργήσει με οποιονδήποτε τρόπο εναντίον της ομάδας, και θα συνεχίσει την κανονική προς τα έξω τήρηση της σουνιτικής πρακτικής;

Πρώτη Βαθμίδα. Μόλις έδινε τον όρκο αφοσίωσης και έκανε μια προσφορά για να σφραγίσει τον όρκο, ο αναζητητής γινόταν δεκτός στην πρώτη βαθμίδα των ισμαηλιτικών μυστηρίων, στα οποία δεχόταν ότι οι αποκαλύψεις του Κορανίου έχουν ένα ανώτερο εσωτερικό νόημα, το μπατίν, το οποίο θα μπορούσε να του αποκαλυφθεί μέσω της επαφής μ' έναν θεϊκά εμπνευσμένο και εξουσιοδοτημένο διερμηνέα. Αυτή η βαθμίδα είχε τη μεγαλύτερη διάρκεια, γιατί έπρεπε να κλονιστεί η προηγούμενη πίστη, και η πρόοδος που σημειωνόταν έπρεπε να ελέγχεται αυστηρά.

Δεύτερη Βαθμίδα. Στη συνέχεια επιδεικνυόταν στον μαθητή ορισμένα στοιχεία και του ζητούσαν να δεχτεί το λάθος της σουνιτικής διδασκαλίας και την ανεπάρκεια της στην απάντηση σημαντικών πνευματικών ερωτημάτων. Διδασκόταν επίσης να απαρνείται τη δική του ερμηνεία της αλήθειας προς όφελος της διδασκαλίας του ιμάμη ή του άμεσου εκπρόσωπου του, του ντάι, ο οποίος αντιλαμβανόταν καλύτερα την αλήθεια από τον ίδιο. Αυτή η βαθμίδα ήταν το σημείο όπου φυσιολογικά σταματούσε η πλειοψηφία των προσήλυτων.

Τρίτη Βαθμίδα. Σ' αυτή τη βαθμίδα ο αναζητητής μάθαινε τα καββαλιστικά μυστήρια του αριθμού επτά, που περιλάμβαναν τους επτά ουρανούς, τους επτά πλανήτες, τα επτά χρώματα, τα επτά μέταλλα, κ.ο.κ. Διδασκόταν ότι αυτό το μυστήριο ίσχυε και για τους επτά θεϊκούς ισμαηλίτες δασκάλους, τους ιμάμηδες, τα ονόματα των οποίων θα μάθαινε τώρα, μαζί με τα πανίσχυρα εσωτεριστικά λόγια με τα οποία μπορούσε να επικαλεστεί τη βοήθειά τους. Αυτό το επίπεδο διαχώριζε οριστικά τον μαθητή από την πιο ευρεία σιιτική κοινότητα, που αναγνώριζε δώδεκα ιμάμηδες.

Τέταρτη Βαθμίδα. Ο αναζητητής μάθαινε στη συνέχεια ότι ο Θεός επέλεξε να αποκαλυφτεί μέσω επτά προφητών. Η γραμμή καταγωγής περιλάμβανε τον Αδάμ, τον Νώε, τον Αβραάμ, τον Μωυσή, τον Ιησού, τον Μωάμεθ και τον Ισμαήλ (ή Μουχάμαντ ιμπν Ισμαήλ). Η αποδοχή ενός Προφήτη μετά τον Μωάμεθ ήταν σαφώς αιρετική για τους σουνίτες, ανάμεσα στα πιο αυστηρά άρθρα πίστης των οποίων περιλαμβάνεται η πεποίθηση ότι ο Μωάμεθ είναι ο τελευταίος προφήτης. Επομένως αποκηρυσσόταν η τελεσίδικη φύση του Κορανίου ως ύστατη αποκάλυψη του Θεϊκού Νόμου.

Πέμπτη Βαθμίδα. Εδώ ο ντάι αποκάλυπτε ότι η κατά γράμμα ερμηνεία του Κορανίου άρμοζε μόνο στις αμόρφωτες μάζες, εκείνους που ήταν απροετοίμαστοι να διεισδύσουν στο μπατίν με την καθοδήγηση του ιμάμη. Η σουνιτική τήρηση της σαριά περιγραφόταν ως εμποτισμένη με άγνοια του εσωτερικού νοήματος πίσω από τις εντολές. Ο μαθητής μυούμενος διδασκόταν ένα δόγμα περί δώδεκα αποστόλων, που ανέπτυσσαν την πραγματική πίστη, το οποίο υποστηριζόταν από μαθηματικές και αριθμολογικές διδασκαλίες σε σχέση με τα μυστήρια του αριθμού δώδεκα, μεταξύ των οποίων τα δώδεκα σημεία του ζωδιακού, οι δώδεκα μήνες, οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ κ.ο.κ. Ακόμη διδασκόταν πρακτική χρήση της μαγείας και της καββαλιστικής γνώσης.

Εκτη Βαθμίδα. Μόνον οι πιο προχωρημένοι και εχέμυθοι μαθητές μπορούσαν να συνεχίσουν σ' αυτό το επίπεδο, γιατί εκεί διδάσκονταν να εγκαταλείψουν εντελώς τους μουσουλμανικούς τύπους, συμπεριλαμβανομένης της προσευχής, της νηστείας και του προσκυνήματος. Αυτά γίνονταν μόνο για λόγους κοινωνικής σκοπιμότητας. Έτσι, σ' αυτή τη βαθμίδα, μάθαιναν ότι όλα αυτά δεν είχαν νόημα και σκοπό, αλλά ότι ήταν σχεδιασμένα αποκλειστικά και μόνο για την υποδούλωση των μαζών. Στην πραγματικότητα υπήρχε ένα αλληγορικό νόημα σ' αυτές τις μεθόδους από το οποίο μόνο οι σοφοί μπορούσαν να επωφεληθούν. Παρουσιάζονταν τα φιλοσοφικά διδάγματα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και ενθαρρυνόταν η χρήση της λογικής, προκειμένου να δοκιμαστεί η θρησκευτική αλήθεια. Ένας μυημένος της έκτης βαθμίδας μπορούσε να γίνει και ο ίδιος ντάι.

Έβδομη Βαθμίδα. Οι ελάχιστοι που γίνονταν δεκτοί σ' αυτή τη βαθμίδα περνούσαν από τη φιλοσοφία στον μυστικισμό. Εδώ διδασκόταν το δυϊστικό δόγμα του πρώτου και του δεύτερου λόγου (του προϋπάρχοντος και του επακόλουθου) που αμφισβητούσε την πίστη στη θεία ενότητα. Οι μυημένοι της έβδομης βαθμίδας μελετούσαν τη θεωρία του Αριστοτέλη για την αιωνιότητα της ύλης. Η δημιουργία ερμηνευόταν ως εισαγωγή της κίνησης στην ύλη, γεγονός που δημιουργούσε χρόνο και αλλαγή.

Όγδοη Βαθμίδα. Εκεί εξεταζόταν διεξοδικότερα ο πλεονασμός του εξωτερικού θρησκευτικού δόγματος. Διακηρυσσόταν η σχετικότητα της ηθικής και η επακόλουθη έλλειψη ενδιαφέροντος για την πράξη (ή την απουσία απόλυτων αξιών). Οι διδασκαλίες αυτής της βαθμίδας έδιναν περισσότερες εξηγήσεις για δύο αρχές που είχαν παρουσιαστεί νωρίτερα. Ο ανώνυμος πρώτος λόγος είναι αυτό που γνωρίζουμε ως Θεό. Η σκέψη ή ενέργεια του Θεού είναι ο δεύτερος λόγος που εκπορεύεται μέσα απ' αυτόν. Ο δεύτερος Λόγος ενεργεί ως μεσάζων ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. Παρουσιαζόταν η ιδέα της ύπαρξης ενός άμορφου, ανώνυμου, ακατάληπτου όντος προγενέστερου και πέραν καθε προηγουμένης δυϊστικής έννοιας.

Ένατη Βαθμίδα. Σ' αυτήν ο μυημένος ο οποίος προφανώς αποτελούσε ιδιαίτερη, μοναδική και σπάνια περίπτωση μελετούσε σε βάθος τα ελληνικά γνωστικά κοσμολογικά διδάγματα της ψυχής, των ουρανών και των ουράνιων διανοιων. Ο ισμαηλίτης του ένατου βαθμού ήταν ένας αγνός φιλόσοφος, ένας νόμος από μόνος του. Η διδασκαλία μέσα σ' αυτή τη βαθμίδα είναι η πηγή της δήλωσης που αναφέρεται συχνά και αποδίδεται στον Χασάν-ι-Σαμπάχ: “Τίποτε δεν είναι αλήθεια, τα πάντα επιτρέπονται”. Αντικατοπτρίζεται στη σύγχρονη αποκάλυψη που διακήρυξε ο μάγος του εικοστού αιώνα Άλιστερ Κρόουλι: “Κάνε ό,τι θέλεις, θα είναι ολόκληρος ο Νόμος”. Προϋποθέτει ένα επίπεδο υποταγής του εγώ και ηθικής αυτοπειθαρχίας ως συνεπακόλουθο της επιτυχημένης αναζήτησης της πνευματικής αλήθειας, στο οποίο ο μυημένος μπορεί επιτέλους να βασιστεί στη δική του αντίληψη, προκειμένου να κατανοήσει την αποστολή του.


James Wasserman
ΝΑΪΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΑΣΙΝΟΙ
Οι στρατιές του Θεού
Μετάφραση: Τιτίνα Σπερελάκη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΛΙΟΣ

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

ΝΑΪΤΕΣ ΙΠΠΟΤΕΣ ΜΕΡΟΣ 2ο: Συλλήψεις και βασανιστήρια – Michael Baigent & Richard Leigh


Στα 1306, ο Φίλιππος Δ’ της Γαλλίας γνωστός και ως Φίλιππος ο Ωραίος, έχει πλέον στρέψει την προσοχή του προς τους Ναϊτες. Ο Φίλιππος ήταν άνθρωπος τρομερά φιλόδοξος. Είχε μεγαλεπήβολα σχέδια γιατη χώρα του και δεν είχε κανένα ενδοιασμό να τσακίσει οποιονδήποτε και οτιδήποτε βρισκόταν εμπόδιο στο δρόμο του. Είχε ήδη οργανώσει την απαγωγή και δολοφονία ενός Πάπα, του Βονιφάτιου του Η΄ και οι πιο πολλοί ερευνητές δέχονται ότι προκάλεσε, πιθανώς με δηλητήριο, το θάνατο του διαδόχου του Πάπα Βενέδικτου ΙΑ΄. Το 1305 εγκατέστησε στον παπικό θρόνο μια μαριονέτα του, τον Μπερτράντ Ντε Γκοθ, Αρχιεπίσκοπο μέχρι τότε του Μπορντώ, που έγινε Πάπας με το όνομα Κλήμης Ε΄. Το 1309, ο Φίλιππος απήγαγε ολόκληρη την Παποσύνη, την ξερίζωσε από τη Ρώμη και την εγκατέστησε σε γαλλικό έδαφος, στην Αβινιόν, μετατρέποντάς της σε απλό παράρτημα του γαλλικού στέματος. Έτσι εγκαινιάστηκε η λεγόμενη «Αιχμαλωσία της Αβινιόν», ένα σχίσμα που θα γεννούσε αντίπαλους Πάπες και θα κρατούσε την Καθολική Εκκλησία διαιρεμένη για τα επόμενα εξήντα οχτώ χρόνια, μέχρι το 1377. Με την Παποσύνη στην τσέπη του, ο Φίλιππος είχε πια τη δυνατότητα να κινηθεί ανενόχλητα εναντίον των Ναϊτών.
Πέρα από τ’ άλλα κίνητρα ο Φίλιππος έτρεφε και προσωπική μνησικακί κατά των ιπποτών. Όταν ζήτησε από το Τάγμα να γίνει δεκτός σαν επίτιμος Ναϊτης – τίτλος που είχε απονεμηθεί στο παρελθόν στο Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο – κι εκείνοι το αρνήθηκαν, ένιωσε τρομερά προσβλημένος. Επιπλέον τον Ιούνιο του 1306, εξαιτίας μιας λαϊκής στάσης, αναγκάστηκε ν’ αναζητήσει καταφύγιο στο ναϊτικό κοινόβιο του Παρισιού, όπου είχε την ευκαιρία να δει, με τα ίδια του τα μάτια, το μέγεθος του πλούτου και των αγαθών που είχε συσσωρευμένα το Τάγμα. Ο Φίλιππος είχε μεγάλη ανάγκη από χρήματα και ο θησαυρός των Ναϊτών ασφαλώς τράβηξε το άπληστο ενδιαφέρον του. Έτσι στο εξής το μόνο που τον απασχολούσε ήταν με ποιο τρόπο θα μπορέσει ν’ αποκτήσει το θησαυρό των Ναϊτών. Η στάση του καθορίζεται από την πλεονεξία του, που γίνεται πιο επικίνδυνη αφού συνδυάζεται με τη δίψα για εκδίκηση για τον εξευτελισμό που του έκαναν. Σαν να μην έφθαναν όλ’ αυτά οι Ναϊτες, αποτελούσαν και μια μεγάλη απειλή για την ισορροπία του βασιλείου του – ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε ο Φίλιππος. Όπως είπαμε πιο πάνω, από το 1291 η Άκρα, το τελευταίο οχυρό των Σταυροφόρων, στους Αγίους Τόπους ήταν στα χέρια των Σαρακηνών. Το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ ήταν οριστικά χαμένο. Έτσι οι Ναϊτες που ήταν η πιο καλοεκπαιδευμένη, η πιο καλά εξοπλισμένη και η πιο επαγγελματική πολεμική μηχανή του δυτικού κόσμου, βρίσκονταν ξεκρέμαστοι και χωρίς δική τους έδρα – κι αυτό στον Φίλιππο φάνταζε ιδιαίτερα επικίνδυνο.
Ήταν βέβαια προσωρινά εγκατεστημένοι στην Κύπρο, αλλά είχαν πολύ πιο φιλόδοξα σχέδια. Φαντάζονταν, πράγμα όχι παράδοξο, κάποιο κράτος ή πριγκιπάτο δικό τους, κάτι σαν το κράτος του Όρντενσταντ που είχε ιδρύσει το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών στην Πρωσία και τη Βαλτική. Όμως αυτό το κράτος βρισκόταν στα πιο ακραία σημεία της χριστιανοσύνης, μακριά πολύ απ’ την παπική εξουσία, σε περιοχές που προηγούμενα δεν ανήκαν σε κάποιο συγκεκριμένο ισχυρό ηγεμόνα. Επιπλέον αυτό το κράτος δικαιολογούσε την ύπαρξη του και σαν σταυροφορία μιας άλλης μορφής εναντίον των ειδωλολατρών Πρώσων, Λιθουανών και των άλλων κατοίκων της Βαλτικής, όπως και εναντίον των ορθοδόξων (και γι’ αυτό αιρετικών για τους καθολικούς) πόλεων – κρατών της Βορειδυτικής Ρωσίας, όπως το Πσκοβ και το Νόβγκοροντ. Οι Ναϊτες στη Γαλλία είχαν αποκτήσει πολύ μεγάλη επιρροή και σχεδίαζαν τη δημιουργία ενός δικού τους Όρντενσταντ στην καρδιά της Χριστιανικής Ευρώπης, στο Λάνγκεντοκ, που τον προηγούμενο μόλις αιώνα είχε προσαρτηθεί στο στέμμα της Γαλλίας. Για τον Φίλιππο η προοπτική της δημιουργίας ενός ναϊτικού πριγκηπάτου στο Νότο, δηλαδή έξω απ’ την πόρτα του – ενός πριγκηπάτου που θα συμπεριλάμβανε εκτάσεις για τις οποίες ο ίδιος πρόβαλε αξιώσεις – δεν μπορούσε παρά να αποτελεί πηγή ανησυχίας και να τον βάζει σε επιφυλακή.
Ο Φίλιππος προετοίμασε με κάθε λεπτομέρεια το στρατήγημά του. Πρώτα ετοιμάστηκε ένας κατάλογος με κατηγορίες βασισμένες στις πληροφορίες που έφεραν βασιλικοί κατάσκοποι που είχαν εισχωρήσει στο Τάγμα, καθώς και στην εκούσια ομολογία ενός ιππότη που ισχυριζόταν ότι είχε αποστατήσει. Οπλισμένος μ’ αυτές τις κατηγορίες ο Φίλιππος ήταν έτοιμος να δράσει κι όταν εξαπέλυσε τελικά την επίθεσή του, το έκανε αιφνιδιαστικά, αστραπιαία και με αποτελεσματικά θανατηφόρο τρόπο. Η επιχείρηση αυτή αντάξια των επιδρομών που οργανώνουν οι σύγχρονες μυστικές αστυνομίες, ξεκίνησε με την αποστολή σφραγισμένων εντολών απο το βασιλιά προς τους αντιπροσώπους του και τους διοικητές των ανδρών του σ’ ολόκληρη τη χώρα. Οι εντολές έπρεπε ν’ ανοιχτούν παντού ταυτόχρονα και να εκτελεστούν αμέσως.
Τα χαράματα της Παρασκευής 13 Οκτωβρίου του 1307, όλοι οι Ναϊτες της Γαλλίας έπρεπε να συλληφθούν και να οδηγηθούν στις φυλακές από τις κατά τόπους βασιλικές δυνάμεις. Τα κοινόβια τους έπρεπε να κατασχεθούν στο όνομα του βασιλιά και να δημευθεί η περιουσία τους. Αν και το σχέδιο πέτυχε, όπως φαίνεται, το πολυτιμότερο βραβείο που προσδοκούσε ο Φίλιππος – ο θρυλικός πλούτος του Τάγματος – δεν έφτασε στα χέρια του. Ο μυθικός «θησαυρός των Ναϊτών» δε βρέθηκε ποτέ και παραμένει μυστήριο τι απέγινε.
Στην πραγματικότητα είναι αμφίβολο κατά πόσο το αιφνιδιαστικό χτύπημα του Φιλίππου ήταν στην πράξη τόσο απρόσμενο, όσο ο ίδιος κα οι μεταγενέστεροι ιστορικοί πιστεύουν. Υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι οι Ναϊτες είχαν δεχτεί κάποιες προειδοποιήσεις. Λίγο πριν την επίθεση, για παράδειγμα, ο Μεγάλος Διδάσκαλος Ζακ Ντε Μολέ συγκέντρωσε κι έκαψε πολλά από τα βιβλία και τους υπάρχοντες κανόνες του Τάγματος. Ένας ιππότης που έφευγε απο το Τεμπλ την ώρα εκείνη άκουσε τον θησαυροφύλακα να λέει πως ήταν μια πολύ «σοφή» πράξη και πως κάποιο είδος απειλής κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια τους. Στο μεταξύ είχε κυκλοφορήσει σ’ όλα τα γαλλικά ναϊτικά κοινόβια επίσημο διάταγμα, που τόνιζε ότι δεν έπρεπε να δίνεται καμιά πληροφορία για τις ιεροτελεστίες και τις τελετουργίες του Τάγματος.
Όπως και να ‘χει, είτε οι Ναϊτες είχαν προκαταβολικά ειδοποιηθεί, είτε απλά είχαν υποψιαστεί κάτι, το σίγουρο είναι πως είχαν αρχίσει να παίρνουν κάποιες προφυλάξεις. Πρώτα-πρώτα, πολλοί ιππότες διέφυγαν, αλλά και εκείνοι που συνελήφθησαν, έδειξαν να υποτάσσονται παθητικά, σαν να είχαν πάρει οδηγίες για κάτι τέτοιο. Πουθενά, σε κανένα αρχείο, δε φαίνεται να πρόβαλαν οι Γάλλοι Ναϊτες ουσιαστική αντίσταση στους στρατιώτες του βασιλιά. Ύστερα, υπάρχουν ενδείξεις για οργανωμένη φυγή μιας ομάδας ιπποτών που όλοι τους, στην πραγματικότητα, συνδέονταν άμεσα με τον θησαυροφύλακα του Τάγματος.
Έχοντας υπ’ όψη μας αυτές τις ενέργειες που προετοίμασαν τη φυγή των σημαντικών αυτών προσώπων, δεν πρέπει ν’ απορούμε που ο θησαυρός του Τάγματος, τα έγγραφα και τ’ αρχεία του τελικά δεν βρέθηκαν πουθενά. Ένας ιππότης, που ανακρίθηκε από την Ιερά Εξέταση, υποστήριξε ότι ο θησαυρός φυγαδεύτηκε λαθραία από το κοινόβιο του Παρισιού, λίγο πριν τις συλλήψεις. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι ο Μεγάλος Διδάσκαλος της Γαλλίας με πενήντα ακόμα Ιππότες εγκατέλειψε την πόλη του Παρισιού και κατευθύνθηκε στη θάλασσα όπου τον περίμεναν δεκαοκτώ γαλέρες. Δεν έχουμεε κανένα στοιχείο βέβαια για το λιμάνι όπου περίμεναν οι γαλέρες, από τις οποίες ούτε ίχνος δε βρέθηκε ποτέ. Γεγονός είναι πάντως ότι ο στόλος των Ναϊτών διέφυγε από την αρπαχτική αγκαλιά του Φίλιππου. Δεν υπάρχει πάντως ούτε μια αναφορά για σύλληψη ναϊτικού πλοίου – ούτε τότε ούτε μεταγενέστερα. Τα καράβια μοιάζουν να χάθηκαν ολότελα μαζί με το οποιοδήποτε φορτίο κουβαλούσαν.
Οι Ναϊτες, που συνελήφθησαν στη Γαλλία, πέρασαν σκληρές δοκιμασίες και πολλοί από αυτούς βασανίστηκαν με σκληρό τρόπο. Εναντίον τους χαλκεύονταν ολοένα και φρικτότερες κατηγορίες και τους αποσπούσαν παράξενες ομολογίες. Σ’ ολόκληρη τη χώρα κυκλοφορούσαν απαίσιες φήμες γι’ αυτούς. Λάτρευαν, έλεγαν μια δαιμονική δύναμη, που ονομαζόταν «Μπαφομέτ», ενώ στις μυστικές τελετές τους προσκυνούσαν, υποτίθεται, ένα κεφάλι γενειοφόρου που τους μιλούσε και τους προσέδινε ιδιότητες μαγικές. Αν κάποιος τύχαινε να μπει απρόσκλητος σε τελετή τους, αμέσως εξαφανιζόταν. Κι άλλες πιο ακαθόριστες καταγγελίες μιλούσαν για παιδοκτονίες, πως μάθαιναν τις γυναίκες ν’ αποβάλλουν, πως φιλούσαν με ασελγή τρόπο τους δόκιμους υποψήφιους που ήθελαν να μπουν στο Τάγμα, πως διατηρούσαν φιλομοφυλικές σχέσεις. Όμως μια απ’ όλες αυτές τις κατηγορίες δείχνει ιδιαίτερα παράξενη και δύσκολα γίνεται πιστευτή: ότι αυτοί οι στρατιώτες του Χριστού που σκοτώθηκαν κατά εκατοντάδες στ’ όνομά του, στις μυστικές τους ιεροτελεστίες αρνιόνταν το Χριστό κι ότι ποδοπατούσαν κι έφτυναν το Σταυρό.
Δεν είναι τούτες οι σελίδες ο κατάλληλος χώρος για να εξεταστεί η εγκυρότητα αυτών των κατηγοριών. Εμείς οι ίδιοι ασχοληθήκαμε αλλού λεπτομερειακά με το θέμα, καθώς άλλωστε και πολλοί ερευνητές. Βιβλία ολόκληρα έχουν γραφτεί για τις δίκες των Ναϊτών και για το πρόβλημα της ενοχής ή της αθωότητας του Τάγματος. Στο παρόν κείμενο αρκεί να δεχθούμε ότι είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι Ναϊτες είχαν «μολυνθεί» από άλλες μη χριστιανικές θρησκευτικές δοξασίες, αν δεν αποτελούσαν μια συγκροτημένη αίρεση. Οι πιο πολλές όμως από τις άλλες κατηγορίες εναντίον τους, ήταν μάλλον εφευρήματα, κατασκευάσματα και εσκεμμένες υπερβολές. Από όλους τους Ιππότες που ανακρίθηκαν και υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια, για παράδειγμα, μόνο δύο, σύμφωνα με τ’ αρχεία της Ιεράς Εξέτασης ομολόγησαν φιλομοφυλία. Αν η φιλομοφυλία υπήρχε μέσα στο Τάγμα, θα υπήρχε στον ίδιο βαθμό που υπάρχει σε οποιαδήποτε κλειστή αντρική κοινότητα, στρατιωτική ή μοναστική.
Οι δίκες ξεκίνησαν έξι ημέρες μετά τις αρχικές συλλήψεις. Στην αρχή οι κατηγορίες εναντίον των Ναϊτών απαγγέλονταν από δημόσιους κατήγορους στο όνομα του βασιλιά. Αλλά ο Φίλιππος έλεγχε, όπως είπαμε, τον Πάπα και γρήγορα ανάγκασε τη μαριονέτα του να τον υποστηρίξει, χρησιμοποιώντας έτσι, προς όφελός του, το σεβασμό που έχαιρε η Παπική εξουσία. Η Ιερά Εξέταση ανέλαβε να επεκτείνει γρήγορα κι έξω από τη χώρα τους διωγμούς που ο Γάλλος μονάρχης είχε εγκαινιάσει. Το κυνήγι των Ναϊτών θα διαρκούσε εφτά χρόνια. Αυτό που σήμερα για μας μοιάζει να είναι ένα μικρό και γενικά σκοτεινό επεισόδιο της μεσαιωνικής ιστορίας, επρόκειτο να αποδειχτεί το πιο σημαντικό γεγονός του καιρού του. Απ’ αυτό καθορίστηκαν οι εξελίξεις στη μακρινή Σκωτία, απ’ αυτό ηλεκτρίστηκαν συνειδήσεις, αυτό ήταν η απαρχή διαφόρων αντιδράσεων σ’ ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, και εξ αιτίας του, τέλος, ο δυτικός πολιτισμός δέχτηκε πλήθος από νέα ερεθίσματα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Τάγμα ήταν, μετά την παποσύνη, η σημαντικότερη, η πιο ισχυρή, η περισσότερο εξέχουσα, η πλέον ακλόνητη οργάνωση εκείνης της εποχής. Όταν δέχτηκε την επίθεση του Φίλιππου, ήταν ήδη σχεδόν δύο αιώνων και θεωρείτο ένας από τους στυλοβάτες της Χριστιανοσύνης στη Δύση. Στα μάτια των συγχρόνων του φάνταζε τόσο σταθερό, τόσο ανθεκτικό, τόσο αμετάβλητο, όσο και η ίδια η Εκκλησία. Η τόσο απότομη κατάρρευση ενός τέτοιου οικοδομήματος σίγουρα ταρακούνησε συθέμελα την πίστη και τις δοξασίες των ανθρώπων της εποχής εκείνης. Έτσι ο Δάντης για παράδειγμα στη «Θεία Κωμωδία» εκφράζει την έκπληξη και τη συμπάθειά του για τους διωγμούς που υπέστησαν οι «Άσπροι Μανδύες». Αλλά και οι λαϊκές προλήψεις που θέλουν την Παρασκευή και 13 σαν μέρα γρουσούζικη, πιστεύεται πως έχουν τις ρίζες τους στο γεγονός ότι ο Φίλιππος διέταξε την επίθεση του την Παρασκευή 13 Οκτωβρίου του 1307.
Το Τάγμα των Ναϊτών διαλύθηκε επίσημα με Παπική βούλα στις 22 Μαρτίου 1312, χωρίς να έχει προηγηθεί καμιά οριστική ετυμηγορία σχετικά με την αθωότητα ή την ενοχή τους. Στη Γαλλία πάντως οι διωγμοί συνεχίστηκαν για άλλα δύο χρόνια. Τελικά το Μάρτιο του 1314, ο Μέγας Διδάσκαλος Ζακ Ντε Μολέ και ο Προκαθήμενος της Νορμανδίας, Ζοφρουά Ντε Σαρναί θανατώθηκαν πάνω σε σιγανή πυρά στη νησίδα Ιλ ντε Λα Σιτέ του Σηκουάνα. Μια πινακίδα εκεί θυμίζει σήμερα το γεγονός.

Η Ιερά Εξέταση
Ο ζήλος με τον οποίο ο Φίλιππος κυνήγησε τους Ναϊτες, είναι αρκετά ύποπτος. Μπορούμε να καταλάβουμε την προσπάθειά του να εξολοθρεύσει το Τάγμα μέσα στην επικράτεια του, αλλά η από κει και πέρα επιμονή του να εξαφανίσει τους Ναϊτες από ολόκληρη τη χριστιανοσύνη, μοιάζει υπερβολική. Φοβόταν άραγε την εκδίκηση των Ναϊτών; Είναι πάντως δύσκολο να πιστέψουμε ότι παρακινιόταν από ηθική ζέση. Ούτε είναι πιθανό αυτός ο μονάρχης που είχε προκαλέσει τη δολοφονία τουλάχιστον ενός Πάπα, πιθανότατα δύο, να είχε τόσο μεγάλη ευαισθησία σχετικά με την καθαρότητα των δοξασιών των Ναϊτών. Όσον αφορά στην υπακοή στην Εκκλησία, είχε φροντίσει ώστε η Εκκλησία να είναι δική του. Δε χρειαζόταν να είναι αυτός υπάκουος σ’ αυτήν. Ο ίδιος καθόριζε τι σημαίνει υπακοή.
Όπως και να ‘ναι, ο Φίλιππος ζήτησε πιεστικά απ’ όλους τους μονάρχες να συνεργαστούν μαζί του στη δίωξη του Τάγματος. Σ’ αυτή του την απαίτηση η ανταπόκριση ήταν περιορισμένη. Στη Λωραίνη για παράδειγμα, που τότε ανήκε στη Γερμανία, οι Ναϊτες υποστηρίζονταν από τον ηγεμονεύοντα δούκα. Λίγοι μόνο πέρασαν από δίκη, αλλά κι αυτοί απαλλάχτηκαν γρήγορα. Οι περισσότεροι φαίνεται ότι υπάκουσαν στον Ηγούμενό τους, που τους συμβούλευσε, όπως λέγεται, να ξυρίσουν τις γενειάδες τους, να φορέσουν πολιτικά ρούχα και να αναμιχθούν με τον ντόπιο πληθυσμό, που πρέπει να σημειωθεί ότι δεν τους κατέδωσε. Στη γερμανική επικράτεια οι Ναϊτες αψηφώντας ανοιχτά τους δικαστές τους, εμφανίστηκαν στις αίθουσες των δικαστηρίων πάνοπλοι και φανερά έτοιμοι να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους. Οι δικαστές, φοβισμένοι, τους ανακήρυξαν αμέσως αθώους. Όταν το Τάγμα διαλύθηκε επίσημα, πολλοί Γερμανοί Ναϊτες έγιναν δεκτοί στο Τάγμα του Αγίου Ιωάννη, καθώς και στο Τευτονικό Τάγμα. Τα ίδια έγιναν και στην Ισπανία, όπου οι Ναϊτες αντιστάθηκαν στους διώκτες τους και στη συνέχεια προσχώρησαν σ’ άλλα Τάγματα, κυρίως σ’ εκείνο της Καλατράβα. Εδώ, δημιουργήθηκε επίσης και ένα καινούριο Τάγμα, οι Μοντέσα που χρησίμευσε κυρίως σαν καταφύγιο για τους φυγάδες Ναϊτες.
Στην Πορτογαλία οι Ναϊτες αφού πέρασαν από ανάκριση, απλά άλλαξαν την ονομασία τους, δημιουργώντας ένα νέο Τάγμα, τους Ιππότες του Χριστού. Συνέχισαν τη δράση τους κάτω απ’ αυτόν τον τίτλο μέχρι τον δέκατο έκτο αιώνα και οι ναυτικές τους εξερευνήσεις άφησαν το ανεξίτηλο σημάδι τους στην Ιστορία (ο Βάσκο ντε Γκάμα ήταν Ιππότης του Χριστού, ενώ ο πρίγκηπας Ερρίκος ο Θαλασσοπόρος ήταν Μέγας Διδάσκαλος του Τάγματος). Τα καράβια των Ιπποτών του Χριστού ταξίδευαν έχοντας σημαία το αγαπημένο ναϊτικό έμβλημα, τον κόκκινο σταυρό. Την ίδια σημαία είχαν και οι τρεις καραβέλες με τις οποίες ο Κολόμβος διέσχισε τον Ατλαντικό για να ανακαλύψει το Νέο Κόσμο. Ο ίδιος ο Κολόμβος είχε νυμφευθεί την κόρη ενός τέως Μεγάλου Διδασκάλου του Τάγματος και είχε αποκτήσει έτσι πρόσβαση στους χάρτες και στα ναυτικά ημερολόγια του πεθερού του.
Ο Φίλιππος που βρήκε μικρή υποστήριξη για τους διωγμούς των Ναϊτών από την υπόλοιπη Ευρώπη, είχε τους λόγους του να περιμένει, μεγαλύτερη συνεργασία από το βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο Β’, αφού ήταν γαμπρός του. Αλλά ο Εδουάρδος ήταν απόλυτα αρνητικός. Ο Άγγλος μονάρχης έκανε σαφές στα γράμματά του ότι, όχι μόνο έβρισκε απίστευτες τις κατηγορίες εναντίον των Ναϊτών, αλλά επιπλέον αμφισβητούσε την ακεραιότητα των κατηγόρων. Έτσι στις 4 Δεκεμβρίου 1307, ενάμιση μήνα σχεδόν μετά τις συλλήψεις, έγραφε στους βασιλείς της Πορτογαλίας, της Καστίλης, της Αραγονίας και της Σικελίας:

«..Ο απεσταλμένος του Φιλίππου αποτολμά να ξεστομίσει μπροστά μας... συγκεκριμένες, τρομερές και απεχθείς κακοήθειες αντίθετες προς τη χριστιανική πίστη, προσβλητικές για τους προαναφερθέντες αδερφούς, προσπαθώντας να μας πείσει ότι πρέπει να τους φυλακίσουμε όλους...»
Και τελειώνει ζητώντας από τους παραλήπτες της επιστολής:

«...κλείστε τ’ αφτιά σας στις συκοφαντίες κακόβουλων ανθρώπων που τα κίνητρά τους δεν είναι, όπως πιστεύουμε, η αγάπη για την ευθύτητα, αλλά η απληστία και ο φθόνος».

Δέκα μέρες αργότερα όμως, ο Εδουάρδος έλαβε από τον Πάπα ένα επίσημο έγγραφο που επικύρωνε και προσωρινά δικαιολογούσε τις συλλήψεις. Έτσι, υποχρεωνόταν να δράσει, αλλά και πάλι το έπραξε με φανερή απροθυμία και με έκδηλη έλλειψη ζέσης. Στις 20 Δεκεμβρίου έγραψε σ’ όλους τους σερίφηδες της Αγγλίας, διατάζοντάς τους, αφού περάσουν τρεις βδομάδες να πάνε με μια συνοδεία 10-12 εμπίστων αντρών, και να συλλάβουν όλους τους Ναϊτες στην περιφέρειά τους. Στη συνέχεια, παρουσία ενός τουλάχιστον αξιόπιστου μάρτυρα, να γίνει καταγραφή όλων των αγαθών που θα βρεθούν στα ναϊτικά οικήματα. Οι Ναϊτες έπρεπε να τεθούν υπό κράτηση, αλλά όχι «σε σκληρή και εξευτελιστική φυλάκιση».
Οι Άγγλοι Ναϊτες συγκεντρώθηκαν στη φυλακή του Πύργου του Λονδίνου και στα κάστρα της Υόρκης, του Λίνκολν και του Καντέρμπουρι. Η διαδικασία εναντίον τους κινήθηκε με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς. Έτσι, για παράδειγμα, ο Διδάσκαλος της Αγγλίας Ουίλιαμ ντε λα Μορ συνελήφθη στις 9 Ιανουαρίου του 1308 και οδηγήθηκε στο κάστρο του Καντέρμπουρι, μαζί με άλλους δύο συντρόφους του και αρκετές αποσκευές που του επέτρεπαν την άνεσή του, αν όχι την πολυτελή διαβίωσή του. Στις 27 Μαϊου απελευθερώθηκε και δύο μήνες αργότερα εισέπραξε τα εισοδήματα από έξι κτήματα που ανήκαν στο Τάγμα, προκειμένου να μην έχει οικονομικά προβλήματα. Μόλις το Νοέμβριο, εξαιτίας νέων πιέσεων, τον ξανασυνέλαβαν και τον υπέβαλαν αυτή τη φορά σε σκληρότερη φυλάκιση. Μέχρι τότε όμως, οι περισσότεροι Ναϊτες της Αγγλιας είχαν πάμπολλες ευκαιρίες να ξεφύγουν, είτε ανακατεμένοι με τον ντόπιο πληθυσμό, είτε καταφεύγοντας σε άλλα Τάγματα, είτε, τέλος, εγκαταλείποντας τη χώρα.
Το Σεπτέμβριο του 1309 οι Ιεροεξεταστές του Πάπα αποβιβάστηκαν στην Αγγλία και όσοι Ναϊτες είχαν συλληφθεί, οδηγήθηκαν για ανακρίσεις στο Λονδίνο, την Υόρκη και το Λίνκολν. Τον επόμενο μήνα ο Εδουάρδος, σαν να το είχε μόλις τότε σκεφτεί, έγραψε στους αντιπροσώπους του στη Σκωτία και στην Ιρλανδία, διατάζοντας τους να συλλάβουν όσους Ναϊτες δεν είχαν ακόμα συλληφθεί και να τους οδηγήσουν στα κάστρα του Δουβλίνου και του Εδιμβούργου. Είναι λοιπόν φανερό πως όχι μόνο πάρα πολλοί Ναϊτες εξακολουθούσαν να είναι ελεύθεροι, αλλά και πως ο βασιλιάς το ήξερε.
Μεταξύ 20 Οκτωβρίου και 18 Νοεμβρίου του 1309, σαράντα εφτά Ναϊτες ανακρίθηκαν στο Λονδίνο, απολογούμενοι σε έναν κατάλογο από ογδόντα εφτά κατηγορίες. Καμία ομολογία δεν αποσπάστηκε, εκτός από την αποδοχή του γεγονότος ότι αξιωματούχοι του Τάγματος είχαν το δικαίωμα, σαν ιερείς, να δινουν άφεση αμαρτιών. Απογοητευμένοι οι Ιεροεξεταστές, αποφάσισαν να καταφύγουν στα βασανιστήρια. Σαν περιοδεύοντες απεσταλμένοι του Πάπα, δεν είχαν φυσικά φέρει δικά τους όργανα βασανιστηρίων ή ανθρώπους να τα αναλάβουν και έπρεπε έτσι να κάνουν σχετική επίσημη αίτηση στις τοπικές αρχές, πράγμα που έγινε τη δεύτερη εβδομάδα του Δεκέμβρη. Ο Εδουάρδος τους έδωσε άδεια για «περιορισμένα βασανιστήρια», αλλά ούτε μ’ αυτόν τον τρόπο δεν αποσπάστηκαν ομολογίες.
Στις 14 Δεκεμβρίου του 1309, δυο χρόνια μετά τις πρώτες συλλήψεις στη Γαλλία και ένα χρόνο μετά την απαίτηση για λήψη σκληρότερων μέτρων στην Αγγλία, ο Εδουάρδος έστειλε για άλλη μια φορά γράμμα στους σερίφηδές του. Τους έγραφε ότι είχε ακούσει πως οι Ναϊτες «εξακολουθούν να περιφέρονται με πολιτικά ρούχα πράγμα παράνομο». Και πάλι όμως, ούτε οι αξιωματούχοι του έδειξαν να πιέζουν υπερβολικά τα πράγματα. Στις 12 Μαρτίου του 1310 θα γράψει στο σερίφη της Υόρκης. «Ο βασιλιάς έχει πληροφορηθεί ότι αυτός, δηλαδή ο σερίφης επιτρέπει σε Ναϊτες... να κυκλοφορούν, παρά τις αντίθετες βασιλικές διαταγές» και πως πρέπει να τους φυλακίσει στο κάστρο. Και ξανά στις 4 Ιανουαρίου του 1311 ο Εδουάρδος για άλλη μια φορά γράφει στο σερίφη της Υόρκης επισημαίνοντάς του ότι, παρά τις τόσες προηγούμενες διαταγές, οι Ναϊτες εξακολουθούν να μπορούν να περιφέρονται στην περιοχή. Στο μεταξύ, ενώ γινόταν τόση φασαρία γύρω από τους Ναϊτες που ήδη είχαν συλληφθεί, τίποτα ουσιαστικό δε γινόταν για τους πολυάριθμους Ιππότες που είχαν διαφύγει τη σύλληψη. Οι περισσότερο ένθερμες προσπάθειες από την πλευρά των Ιεροεξεταστών οδήγησαν στην ανακάλυψη και στην σύλληψη μόνο εννέα φυγάδων. Ο Πάπας, αναγκάστηκε να διαμαρτυρηθεί στον Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι και σ’ άλλους εξέχοντες ιεράρχες της χώρας, ότι αρκετοί Ναϊτες είχαν τόσο ολοκληρωτικά ενταχθεί στο λαϊκό πληθυσμό, ώστε έφθαναν στο σημείο να παντρεύονται – κάτι που δεν ήταν δυνατό να συμβαίνει χωρίς κάποια συνεργασία με τις αγγλικές αρχές.
Την ίδια εποχή είχαν αρχίσει τα βασανιστήρια στα φυλακισμένα μέλη του Τάγματος. Τον Ιούνιο του 1310 όμως, η Ιερά Εξέταση παραδέχτηκε μ’ ένα έγγραφό της την αποτυχία. Διαμαρτυρόταν γιατί οι άνθρωποί της συναντούσαν δυσκολίες και τα απαιτούμενα βασανιστήρια δεν διεξάγονταν σωστά και με εντατικό ρυθμό. Υποστηρίζανε πως η αγγλική δικαιοσύνη δεν έδειχνε τον ίδιο ζήλο μ’ αυτούς και πως ακόμα και μετά την άδεια του βασιλιά, που δόθηκε πάντως με απροθυμία, οι δεσμοφύλακες δε συνεργάζονταν με ενθουσιασμό μαζί τους. Οι Ιεροεξεταστές έκαναν και προτάσεις, ώστε ν’ αποβούν οι δίκες πιο αποτελεσματικές, και ακόμα να μεταφερθούν στη Γαλλία οι συλληφθέντες Ναϊτες, όπου και θα ήταν δυνατό να βασανιστούν με «κατάλληλους τρόπους» και από ανθρώπους έμπειρους και με διάθεση για τέτοιες διασκεδάσεις.
Ο Πάπας έγραψε, στις 6 Αυγούσου 1310, νέα επιστολή στον ‘Αγγλο βασιλιά, στην οποία τον κατηγορούσε για την άρνησή του να επιτρέψει πιο σκληρά βασανιστήρια. Τελικά ο Εδουάρδος υποχώρησε και έδωσε διαταγή να οδηγηθούν οι Ναϊτες πάλι στον Πύργο του Λονδίνου μπροστά στους Ιεροεξεταστές για να υποστούν αυτό που ονομάζονταν «εφαρμογή του εκκλησιαστικού νόμου». Όμως ακόμα και τότε, φαίνεται ότι δεν εισακούστηκε η διαταγή του βασιλιά, γιατί αναγκάστηκε να την επαναλάβει άλλες δυο φορές. Τελικά η Ιερά Εξέταση κατάφερε τον Ιούνιο του 1311, ν’ αποσπάσει την ομολογία που επιδίωκε τόσον καιρό. Πρέπει όμως να σημειώσουμε εδώ, πως αυτή η ομολογία δεν αποσπάστηκε με τα επιπλέον βασανιστήρια από Ναϊτες που είχαν ήδη συλληφθεί, αλλά από ένα φυγάδα Ναϊτη που είχε μόλις συλληφθεί στο Σόλσμπερι, ένα κάποιο Στέφεν ντε Σταπελμπουργκ. Αυτός ήταν ο πρώτος Ναϊτης στην Αγγλία που ομολόγησε αιρετικές τελετουργίες μέσα στο Τάγμα. Κατέθεσε ότι, κατά τη διάρκεια της μύησής του του δείξανε τον Εσταυρωμένο και τον διατάξανε ν’ αρνηθεί ότι ο Ιησούς ήταν Θεάνθρωπος και η Παναγία ήταν η μητέρα του. Στη συνέχεια τον διατάξανε να φτύσει, είπε, το Σταυρό. Ομολόγησε αρκετές ακόμα από τις άλλες κατηγορίες που είχαν διατυπωθεί εναντίον των Ναϊτών και δήλωσε ότι οι «εσφαλμένες αντιλήψεις» του Τάγματος προέρχονταν από την περιοχή Αζέν της Γαλλίας.
Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός, προσθέτει και κάποια αληθοφάνεια στην ομολογία του Στέφεν, αφού στη διάρκεια του ΙΒ’ και ΙΓ΄ αιώνα η Αζέν υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα της αίρεσης των Αλβιγίνων ή Καθαρών, που επιβίωσαν στην περιοχή τουλάχιστο μέχρι το 1250. υπάρχουν συντριπτικές αποδείξεις ότι οι Ναϊτες «μολύνθηκαν» - για να χρησιμοποιήσουμε τον εκκλησιαστικό όρο – από τις θεωρίες των Καθαρών και ακόμα προσέφεραν καταφύγιο στους Καθαρούς που διώκονταν από την Ιερά Εξέταση. Επίσης, ένας από τους πιο επιφανείς και ισχυρούς Μεγάλους Διδασκάλους του Τάγματος, ο Μπερτράντ ντε Μπλανσφορ προέρχονταν από παλαιά οικογένεια Καθαρών. Επιπλέον, η Αζέν ανήκε στη Ναϊτική περιοχή της Προβηγκίας. Ανάμεσα στο 1248 και 1250 Ηγούμενος της Προβηγκίας, ήταν κάποιος Ρονσελέν ντε Φος. Κατόπιν, από το 1251 μέχρι το 1253, ο Ρονσελέν ήταν Προκαθήμενος της Αγγλίας και από το 1260 ξανάγινε Προκαθήμενος της Προβηγκίας. Σ’ αυτή τη θέση παρέμεινε μέχρι το 1278. Ήταν λοιπόν πολύ πιθανό να ήταν ο Ρονσελέν αυτός που έφερε τις αιρετικές δοξασίες των Καθαρών από το γαλλικό έδαφος στην Αγγλία. Αυτή η υπόθεση επαληθεύεται και από την κατάθεση στην Ιερά Εξέταση του Ζοφρουά ντε Γκονεβίλ, Προκαθημένου της Ακουιτανίας και του Πουατού. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ζοφρουά, μη κατανομαζόμενα άτομα υποστηρίζανε πως όλες οι διαβολικές και βδελυρέςκαινοτομίες είχαν εισαχθεί στο Τάγμα από κάποιον αδερφό Ρονσελέν που υπήρξε ένας από τους διδασκάλους του Τάγματος. Αυτός ο αδερφός Ρονσελέν δεν μπορεί να είναι άλλος από το Ρονσελέν ντε Φος.
Με τρόπο ίσως υπερβολικά βολικό, την ομολογία του Στέφεν ντε Στάπελμπουργκ γρήγορα ακολούθησαν δύο άλλες που την ενίσχυσαν – του Τόμας Τότσι ντε Θορολντεμπι και του Τζον ντε Στοκ. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Τόμας, ένας πρώην Προκαθήμενος της Αγγλίας, ο Μπράιαν ντε Τζέι, υποστήριζε πως ο «Ιησούς δεν ήταν ο πραγματικός Θεός, αλλά ένας συνηθισμένος άνθρωπος». Η μαρτυρία του Τζον ντε Στοκ έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή αυτός είχε διατελέσει θησαυροφύλακας του Τάγματος στο Λονδίνο. Το αξίωμα του θησαυροφύλακα, ήταν ο ανώτερος μη στρατιωτικός βαθμός του Τάγματος στην Αγγλία και καθώς το Τεμπλ του Λονδίνου ήταν ταυτόχρονα και βασιλικό θησαυροφυλάκιο, πρέπει να ήταν προσωπικά γνωστός και στον Εδουάρδο Α΄ και στον Εδουάρδο Β΄. Ήταν λοιπόν το σημαντικότερο πρόσωπο του Τάγματος στην Αγγλία για να ομολογήσει οτιδήποτε.
Στις προηγούμενες καταθέσεις του ο Τζον ντε Στοκ είχε αρνηθεί όλες τις κατηγορίες. Αντίθετα τώρα, παραδέχτηκε ότι σε μια επίσκεψή του στο Τεμπλ Γκαργουέι στο Χερφορντσάιρ, ο Μέγας Διδάσκαλος Ζακ ντε Μολέ είχε υποστηρίξει ότι ο Ιησούς ήταν «ο γιός μιας απλής γυναίκας» και επειδή ισχυριζόταν ότι ήταν ο Υιός Θεού τον στάυρωσαν. Σύμφωνα πάντα μ’ αυτόν τον Τζον ντε Στοκ ο Μέγας Διδάσκαλος, τον είχε συμβουλέψει, πάνω σ’ αυτή τη βάση ν’ αρνηθεί τον Ιησού. Οι Ιεροεξεταστές ρώτησαν τότε σε ποιον ή σε τι υποτίθεται ότι θα πίστευε. Ο Τζον είπε ότι ο Μέγας Διδάσκαλος τον προέτρεψε να πιστεύει «στο μεγάλο παντοδύναμο Θεό, το Δημιουργό Ουρανού και Γης και όχι στη Σταύρωση». Αυτό δεν είναι καν δοξασία των Καθαρών, αφού γι’ αυτούς ο Θεός-δημιουργός ήταν κακός. Αυτή η δοξασία πλησιάζει περισσότερο τον ορθόδοξο ιουδαϊσμό ή τον ισλαμισμό και ήταν φυσικό ύστερα από τόσα χρόνια δράσης στους Αγίους Τόπους το Τάγμα να επηρεάστηκε αρκετά από την ιουδαϊκή και την ισλαμική σκέψη.
Η Ιερά Εξέταση εκμεταλλεύτηκε αμέσως αυτές τις καταθέσεις των Στέφεν ντε Στάπελμπουργκ, Τόμας ντε Θορόλντεμπι και Τζον ντε Στοκ. Μέσα σε λίγους μήνες οι περισσότεροι από τους Ναϊτες που συνελήφθησαν στην Αγγλία είχαν κάνει παρόμοιες ομολογίες. Στις 3 Ιουλίου του 1311 οι περισσότεροι ζήτησαν να επιστρέψουν στους κόλπους της Εκκλησίας, είτε έχοντας ομολογήσει συγκεκριμένα αμαρτήματα για τα οποία δήλωναν μετάνοια, είτε έχοντας παραδεχτεί ένα γενικό πλαίσιο με κατηγορίες και αποδεχόμενοι την τιμωρία. Όλες οι διαδικασίες στο σημείο αυτό φανερώνουν ότι είχαν προηγηθεί παρασκηνιακά παζαρέματα, και διακανονισμοί εκτός δικαστηρίου. Σαν αντάλλαγμα γι’ αυτή τους τη συνεργασία, οι Άγγλοι Ναϊτες δεν τιμωρήθηκαν σκληρά. Δεν κάηκαν εδώ άνθρωποι στην πυρά, όπως έγινε στη Γαλλία. Οι «ανανήψαντες» αντίθετα, κλείστηκαν σε μοναστήρια για να προσπαθήσουν να σώσουν τις ψυχές τους. Τους δώσανε και αρκετά χρήματα για να συντηρηθούν.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί, ότι οι ομολογίες που αποσπάσθηκαν στην Αγγλία προέρχονταν κυρίως από γέροντες και άρρωστους ιππότες. Η χώρα δεν ήταν βέβαια στην πρώτη γραμμή των στρατιωτικών επιχειρήσεων, ούτε και αποτελούσε για το Τάγμα σημαντικό στρατηγικό ή εμπορικό κέντρο, όπως συνέβαινε με τη Γαλλία. Γι’ αυτό και χρησίμευε σαν ένα είδος «ησυχαστηρίου» για τους ηλικιωμένους και άρρωστους βετεράνους των Αγίων Τόπων που κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε παίρνανε σύνταξη και αποσύρονταν στα κοινόβια της Αγγλίας σαν να είχαν αργομισθία. Την εποχή των ανακρίσεων, αρκετοί ήταν πολύ αδύναμοι για να προσπαθήσουν να ξεφύγουν από εκεί που ζούσαν περιορισμένοι. «Ήταν τόσο γέροι και αδύναμοι, που ήταν ανήμποροι να σταθούν όρθιοι», αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά ένας συμβολαιογράφος που κρατούσε τα πρακτικά. Όλους αυτούς τους είχαν συλλάβει οι αξιωματικοί του Εδουάρδου, όταν ο βασιλιάς τελικά αναγκάστηκε ύστερα από πιέσεις να ενδώσει. Εν τω μεταξύ καθώς αναφέραμε, οι πιο νέοι και δραστήριοι από τους Ναϊτες είχαν όλο το χρόνο που τους χρειάζονταν να δραπετεύσουν. Και, όπως θα δούμε, πολλαπλασιαζόντουσαν καθώς φθάνανε πρόσφυγες από άλλα μέρη.

Απόδραση από τις διώξεις
Το Μεσαίωνα οι άνθρωποι δε νοιάζονταν και τόσο πολύ για την ακρίβεια των στατιστικών στοιχείων. Για παράδειγμα όταν οι χρονικογράφοι αναφέρονταν σε στρατεύματα περιορίζονταν σε χοντρικές εκτιμήσεις και πολλές ήταν οι υπερβολές που χρησιμοποιούνταν για προπαγάνδα. Αριθμοί που αναφέρονται σε χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες, χρησιμοποιούνται από συνήθεια μάλλον και χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο, με μια εξοργιστική αδιαφορία για την ακρίβεια των γραφομένων ή έστω για την αληθοφάνεια. Το αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει ούτε μια αξιόπιστη ήολοκληρωμένη έκθεση για την αριθμητική δύναμη των Ναϊτών σε οποιαδήποτε στιγμή της ιστορίας τους. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους δε διασώθηκε καμιά ολοκληρωμένη καταγραφή της περιουσίας των Ναϊτών στη Βρετανία ή αλλού (αν δεχτούμε βέβαια ότι υπήρξαν παρόμοιοι κατάλογοι εκτός των αρχείων του Τάγματος). Κι όπως αναφέραμε ήδη, τα επίσημα έγγραφα και τα κρατικά αρχεία παραλείπουν ένα μεγάλο μέρος από την ακίνητη περιουσία του Τάγματος – κοινόβια, επαύλεις, εκτάσεις γης, οικήματα, αγροκτήματα και πολλά άλλα – που τα πληροφορούμαστε από άλλες πηγές. Για παράδειγμα, οι πολύ μεγάλες εγκαταστάσεις του Τάγματος στο Μπρίστολ και στο Μπέργουικ που περιλάμβαναν αποβάθρες και λιμενικές διευκολύνσεις, δεν εμφανίζονται σε κανένα επίσημο κατάλογο.
Σύμφωνα με τα μεσαιωνικά αρχεία, το Τάγμα αριθμούσε την εποχή των διώξεων πολλές χιλιάδες άνδρες στην Ευρώπη. Ορισμένες αναφορές τους ανεβάζουν σε 20.000 μολονότι χωρίς αμφιβολία ανάμεσά τους οι πραγματικοί πολεμιστές-ιππότες θα αποτελούσαν πολύ μικρότερο ποσοστό. Μας είναι γνωστό όμως ότι συνηθιζόταν στο Μεσαίωνα, ο κάθε ιππότης να συνοδεύεται από την ακολουθία του – έναν ιπποκόμο ή αυλικό και στη μάχη από τρεις τουλάχιστον ένοπλους πεζούς και, σύμφωνα με τα γαλλικά αρχεία αυτή η συνήθεια επικρατούσε και στους Ναϊτες. Κατά συνέπεια ένας αρκετά μεγάλος αριθμός ήταν έμπειροι πολεμιστές έστω κι αν δεν ήταν ιππότες.
Το Τάγμα όμως όπως αναμένεται από ένα τέτοιο οργανισμό χρειαζόταν άφθονο βοηθητικό προσωπικό, γραφειοκράτες, διοικητικά στελέχη, γραφείς, αρκετούς ιερωμένους, υπηρέτες, τεχνίτες, χειρωνάκτες, χτίστες. Και συνήθως οι κατάλογοι που διασώθηκαν δεν διευκρινίζουν τον αριθμό αυτών που συμπεριλαμβάνονται στα αρχεία που αναφέρονται. Σε άλλες περιοχές πάλι, όπου δε γίνεται καμιά αναφορά και δεν υπάρχουν σχετικά έγγραφα ή πληροφορίες, μας είναι αδύνατο να κάνουμε έστω και κατά προσέγγιση κάποιους υπολογισμούς. Για παράδειγμα είναι γνωστό ότι οι Ναϊτες διαθέτανε αξιολογότατο στόλο – από εμπορικά και πολεμικά καράβια – που έκανε ταξίδια όχι μονάχα στη Μεσόγειο αλλά και στον Ατλαντικό. Μεσαιωνικά έγγραφα περιέχουν πολλές αναφορές σε λιμάνια των Ναϊτών, σε καράβια και σε ναυτικές τους επιχειρήσεις. Υπάρχουν έγγραφα με υπογραφές και σφραγίδες αξιωματούχων του ναυτικού των Ναϊτών, αλλά δεν έχουμε πουθενά λεπτομερείς ή συγκεκριμένες πληροφορίες οποιουδήποτε είδους, σχετικά με τις ναυτικές δραστηριότητές τους. Ούτε και βρέθηκε έγγραφο που να περιλαμβάνει κάποιον κατάλογο με τη δύναμη του στόλου τους ή κάποια στοιχεία για όσα συνέβησαν σ’ αυτά τα καράβια όταν άρχισαν οι διωγμοί. Με τον ίδιο τρόπο κάποιο αγγλικό χρονικό του τέλους του δωδέκατου αιώνα μιλάει για κάποια γυναίκα που έγινε μέλος στο Τάγμα ως αδερφή, υποδηλώνοντας ότι υπήρχε και γυναικείο τμήμα ή παράρτημα στο Τάγμα. Όμως δε βρέθηκε καμιά άλλη σχειτική πληροφορία ή άλλο βοηθητικό στοιχείο. Κι αν ακόμα υποθέσουμε ότι οι πληροφορίες αυτές περιέχονταν στα αρχεία της Ιεράς Εξέτασης, αυτά από καιρό τώρα έχουν χαθεί, ή έχουν εξαφανιστεί.
Μετά από εξονυχιστικές έρευνες στα αγγλικά αρχεία και στα εναπομείναντα έγγραφα της Ιεράς Εξέτασης καθώς και από προσεκτική μελέτη στις εργασίες ιστορικών καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι το 1307 στην Αγγλία οι Ναϊτες αριθμούσαν περίπου 265 άνδρες. Είκοσι εννέα απ’ αυτούς ήταν ιππότες, εβδομήντα εφτά απλοί στρατιώτες και τριάντα ένας ιερωμένοι. Αν βγάλουμε τους ιερωμένους και το άλλο βοηθητικό προσωπικό, ο αριθμός των αξιόμαχων Ναϊτών θα ανερχόταν σε τριάντα δύο το λιγότερο και σε εκατόν έξι το πολύ. Απ’ αυτούς συνελήφθησαν μόνο δέκα και αναφέρονται στους καταλόγους της Ιεράς Εξέτασης και ίσως άλλοι τρεις φυλακισμένοι να ήταν επίσης στρατιωτικοί. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι περίπου ενενήντα τρεις Ναϊτες ξέφυγαν από την Ιερά Εξέταση και ποτέ δεν βρέθηκαν. Σ’ αυτό τον αριθμό δε συμπεριλαμβάνονται οι πολεμιστές του Τάγματος που διέφυγαν στην Σκωτία και την Ιρλανδία.
Το Μεσαίωνα ο πληθυσμός της Ευρώπης ήταν ένα πολύ μικρό κλάσμα του σημερινού και κάτι τέτοια νούμερα που μας φαίνονται σήμερα ασήμαντα ήταν στην πραγματικότητα πολύ σημαντικά για την εποχή τους. Πρέπει ακόμα να μην ξεχνάμε ότι κατά το Μεσαίωνα το σημαντικότερο δεν ήταν η αριθμητική υπεροχή αλλά σε μεγαλύτερο και από τα νεότερα χρόνια βαθμό η καλύτερη εκπαίδευση. Στο Ομντουρμάν του Σουδάν το 1898, 23.000 Άγγλοι και άλλοι Ευρωπαίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με 50.000 δερβίσηδες στους οποίους προκάλεσαν απώλειες 15.000 νεκρών ενώ οι δικοί τους δεν ξεπέρασαν τους 500. Η ταινία «Ζουλού» αναφέρεται στη σύγκρουση το 1879 στο Ρορκ’ς Ντριφτ 139 Βρετανών με 4.000 Ζουλού, που έχασαν 400 πολεμιστές, ενώ οι ίδιοι μόνο είκοσι πέντε. Στην πολιορκία της Μάλτας το 1565, λιγότεροι από χίλιους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη μαζί με τους βοηθητικούς τους αντιμετώπισαν 30.000 τούρκους στους οποίους προκάλεσαν 20.000 απώλειες. Θα μας ήταν πολύ ωφέλιμες οι στατιστικές του Μεσαίωνα αν έδιναν στοιχεία για το βάρος των αλόγων και των πανοπλιών, το βαθμό πειθαρχίας και την τακτική ικανότητα των ηγετών, γιατί αυτά ήταν τόσο σημαντικά για ένα στράτευμα της εποχής, όσο η δύναμη του πυρός αργότερα. Την εποχή των σταυροφοριών στους Αγίους Τόπους, μια δωδεκάδα αρματωμένοι ιππότες πάνω σε βαριά και δυνατά άλογα μπορούσαν να σκορπίσουν εύκολα διακόσιους με τριακόσιους Σαρακηνούς, δρώντας δηλαδή σαν τα σημερινά τανκς. Μια μαζική επίθεση εκατό ιπποτών μπορούσε να τσακίσει δύο ή τρεις χιλιάδες αντιπάλους τους.
Τελικά, λοιπόν, δεν πρέπει να παραβλέπουμε σαν ασήμαντο γεγονός την ύπαρξη ενενήντα τριών άριστα εκπαιδευμένων Ναϊτών διασκορπισμένων στην Αγγλία. Με την πειθαρχία του επαγγελματία στρατιωτικού, το σύγχρονο οπλισμό και την πολεμική τους εμπειρία αποτελούσαν ένα αποτελεσματικό αντίπαλο για τους ερασιτέχνες στρατιώτες και τους επιστρατευμένους χωρικούς που μετείχαν στις περισσότερες εκστρατείες της Ευρώπης.


Michael Baigent & Richard Leigh
Ο ΝΑΟΣ ΚΑΙ Η ΣΤΟΑ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΩΣΤΗΣ ΜΠΑΛΛΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΗΣ ΜΠΑΛΛΑΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΛΑΒΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ

ΝΑΪΤΕΣ ΙΠΠΟΤΕΣ ΜΕΡΟΣ 1ο: Στρατιώτες Μοναχοί: οι Ναϊτες Ιππότες – Michael Baigent & Richard Leigh

ΤΑ ΧΑΡΑΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1307 ΣΥΝΕΛΗΦΘΗΣΑΝ ΟΙ ΝΑΪΤΕΣ ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ' Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟΣ ΚΑΙ ΩΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ Ο ΩΡΑΙΟΣ. ΗΤΑΝ Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΤΑΓΜΑΤΟΣ.
Παράλογοι μύθοι και θρύλοι, σκοτεινές διηγήσεις, υποψίες και δεισιδαιμονίες περιβάλανε το όνομα των Ιπποτών του Ναού πολύ πριν το διωγμό τους. Στους αιώνες που ακολούθησαν το μυστήριο που πράγματι τους καυπτε εντάθηκε και η μυστηριώδης δράση τους τυλίχτηκε από τα πέπλα ενός νόθου μυστικισμού. Στη διάρκεια του δέκατου όγδοου και δέκατου ένατου αιώνα, καθώς θα διαπιστώσουμε, ο Ελευθεροτεκτονισμός προσπάθησε με μεγάλη φροντίδα να προσδώσει καταγωγή Ναϊτική σε ορισμένα τυπικά του. Την ίδια εποχή άρχισαν να κανουν την εμφάνισή τους και άλλες Νεο-Ναϊτικές οργανώσεις που επίσης διαβεβαίωναν πως είχαν την ίδια καταγωγή. Σήμερα, όχι λιγότερες από πέντε οργανώσεις διεκδικούν αυτές τις ρίζες με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ισχυρίζονται ότι καθεμιά κατάγεται απ' τους λευκοντυμένους πολεμιστές-μοναχούς του Μεσαίωνα. Και παρά τον κυνισμό και το σκεπτικισμό που διακρίνει την εποχή μας, κάτι υπάρχει που γοητεύει ακόμα και τους αμύητους: είναι ο ρομαντισμός που περιβάλλει τους στρατιώτες-μυστικούς πριν από εφτακόσια χρόνια με τ' ασπρόμαυρα τους λάβαρα, τα κεντημένα με τον χαρακτηριστικό κόκκινο σταυρό. Αποτελούν πια μέρος της πολιτισμικής κληρονομιάς και των παραδόσεων μας. Γοητεύουν τη φαντασία μας όχι μόνο σαν σταυροφόροι, αλλά σαν κάτι πολύ πιο αινιγματικό και προκλητικό – σαν υψηλού επιπέδου συνωμότες και πολιτικούς μηχανοράφους, σαν φύλακες αμύθητων θησαυρών, μάγους και μύστες, θεματοφύλακες απόκρυφων γνώσεων. Το πέρασμα του χρόνου τους ωφέλησε πολύ περισσότερο απ' όσο μπορούσαν να φανταστούν, μέσα στην αγωνία της τελευταίας τους δοκιμασίας.
Όμως ταυτόχρονα, ο χρόνος θόλωσε την ταυτότητα και το χαρακτήρα αυτών των ανθρώπων και κάλυψε μ' ένα εξωτικό πέπλο αυτές τις ανθρώπινες υπάρξεις και την αληθινή φύση του θεσμού που είχαν δημιουργήσει. Ακόμα υπάρχουν ερωτηματικά, για το πόσο ορθόδοξες ή αιρετικές ήταν οι δοξασίες των Ναϊτών. Ερωτηματικά διατηρούνται για το πόσο αληθινές είναι οι κατηγορίες που εκτοξεύτηκαν εναντίον τους. Ερωτηματικά υπάρχουν σχετικά με τις εσωτερικές, υψηλού επιπέδου δραστηριότητες των Ναϊτών, ποια τ' απόκρυφα μεγάλα σχέδιά τους, για την προοπτική δημιουργίας ενός Ναϊτικού κράτους, γιατην πολίτική τους της συμφιλίωσης Χριστιανισμού, Ιουδαϊσμου, και Ισλαμισμού. Πάρα πολλές είναι οι απόψεις για τις επιρροές που δέχτηκε το Τάγμα, για την επίδραση που είχε σ' αυτούς η αίρεση των Καθαρών και το αποτέλεσμα που είχε η γνωριμία των ιπποτών με παλαιότερες μη Παυλιανές χριστιανικές δοξασίες στους Αγίους τόπους. Μας είναι άγνωστη η τύχη τελικά όλυ αυτού του πλούτου που συγκέντρωσαν οι υποτιθέμενοι πένητες “στρατιώτες του Ιησού”, πλούτου που οι βασιλείς θέλανε πολύ να αρπάξουν αλλά που τελικά εξαφανίστηκε χωρίς ν' αφήσει ίχνη πίσω του. Υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με τις τελετές των Ναϊτών και το μυστηριώδες είδωλο στο οποίο κατηγορήθηκαν ότι προσεύχονταν και είχε το κρυπτικό όνομα “Μπαφομέτ”. Ερωτήματα επίσης σχετικά με την απόκρυφη γνώση που κατείχαν οι υψηλά ιστάμενοι του Τάγματος, γνώση αυστηρά απαγορευμένη στους πολλούς. Ποια ήταν αυτή η μυστική γνώση; Ήταν πραγματικά “απόκρυφη”, με την έννοια που της απέδιδε η Ιερά Εξέταση, με απαγορευμένες δηλαδή μαγικές πρακτικές, ασεβείς και βλάσφημες ιερουργείες; Μήπως είχε κάποια πολιτική ή πολιτισμική χροιά – μήπως αφορούσε, για παράδειγμα, στις ρίζες του χριστιανισμού; Μήπως άραγε ήταν μια γνώση τεχνολογική και επιστημονική και περλάμβανε πράγματα όπως τα ναρκωτικά, τα δηλητήρια, τα φάρμακα, η αρχιτεκτονική, η χαρτογραφία, η ναυσιπλοϊα και οι δρόμοι του εμπορίου; Καθώς ερευνά κάποιος για τους Ναϊτες νιώθει ότι τα ερωτήματα αντί να μειώνονται πολλαπλασιάζονται.
Όπως αναφέραμε ήδη, η ιστορική πορεία των Ναϊτών συμβαδίζει χρονολογικά σχεδόν απόλυτα με εκείνη του φεουδαρχικού Κελτικού βασιλείου της Σκωτίας, από την άνοδο στο θρόνο του Δαυίδ Α' μέχρι τον Μπρους. Με μια πρώτη ματιά βέβαια, ελάχιστα είναι τα κοινά σημεία που φαίνεται να υπάρχουν ανάμεσα στους Σκώτους ηγεμόνες και το στρατιωτικό-θρησκευτικό Τάγμα που είχε δημιουργηθεί στους Αγίους Τόπους. Κι όμως υπήρχαν ανάμεσά τους αρκετές διασυνδέσεις, από τις οποίες μερικές οφείλονταν στη γεωπολιτική κατάσταση που παρουσίαζε ο μεσαιωνικός κόσμος, κάποιες άλλες οφείλονταν σε πιο δυσδιάκριτους παράγοντες στους οποίους ποτέ δε δόθηκε η πραγματική τους διάσταση. Αυτές οι διασυνδέσεις είναι που καθιστούν πιθανή την παρουσία των Ναϊτών στη μάχη του Μπανοκμπερν το 1314.

Η άνοδος των Ναϊτών
Σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές οι Ναϊτες – οι Πένητες Ιππότες του Ναού του Σολομώντα – συγκροτήθηκαν το 1118, αν και υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις που φανερώνουν ότι ίσως άρχισαν τη δράση τους τουλάχιστον τέσσερα χρόνια πρίν. Ο εμφανής λόγος της ύπαρξής τους ήταν η προστασία των προσκυνητών στους Αγίους Τόπους. Τα στοιχεία όμως αποδείχνουν ότι τούτο δεν ήταν παρά μια βιτρίνα και ότι αυτοί οι ιππότες ήταν αφοσιωμένοι σ' ένα πιο φιλόδοξο, πιο μεγαλειώδες γεωπολιτικό σχέδιο στο οποί ήταν ανακατεμένοι το Τάγμα των Κιστερκιανών, ο Άγιος Βερνάρδος και ο κόμης της Καμπανίας Ούγκο, που ήταν κι ένας απ' τους πρώτους χρηματοδότες και προστάτες και των Κιστερκιανών και των Ναϊτών. Ο κόμης έγινε κι ο ίδιος Ναϊτης το 1124, ενώ ο πρώτος Μέγας Διδάσκαλος του Τάγματος, ο Ούγκο ντε Πεγιένς ήταν δικός του άνθρωπος. Ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη ήταν και ο θείος του Αγίου Βερνάρδου Αντρέ ντε Μονμπαρ.
Λέγεται ότι μέχρι το 1138 – τέσσερα χρόνια δηλαδή μετά την άνοδο στο θρόνο της Σκωτίας του Δαυίδ Α' – όλοι κι όλοι οι Ναϊτες ήταν μονάχα εννέα ιππότες αν και τα πραγματικά αρχεία αναφέρουν μερικές στρατολογήσεις ακόμα. Εκτός από τον Ούγκο της Καμπανίας, στα έγγραφα αναφέρεται και τ' όνομα του Φαλκ, κόμη του Ανζού, πατέρα του Τζέφρεϋ του Πλανταγενέτη και παππού του Ερρίκου Β' της Αγγλίας. Όπως και αν τους υπολογίσουμε όμως, φαίνεται ότι στην αρχή ο ρυθμός αύξησης των μελών τους ήταν αργός. Κατόπι στη Σύνοδο στο Τρουά που έγινε υπό την αιγίδα του Αγίου Βερνάρδου, αποφασίστηκε να δοθεί στους Ναϊτες μοναστικός κανόνας, ένα είδος δηλαδή καταστατικού χάρτου, γεγονός που οδήγησε στην επίσημη καθιέρωσή τους. Αυτό ήταν ένα νέο φαινόμενο: “Για πρώτη φορά στην ιστορία της Χριστιανοσύνης, στρατιώτες θα ζούσαν όπως οι μοναχοί”.
Το Τάγμα άρχισε να μεγαλώνει με εκπληκτικούς ρυθμούς από το 1128, δεχόμενο όχι μόνο μεγάλο αριθμό νέων μελών, αλλά και μεγάλες δωρεές σε κτήματα και χρήματα. Μέσα σ' ένα χρόνο απέκτησαν κτήματα στη Γαλλία, την Αγγλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Σε μια δεκαετία μέσα ξαπλώθηκαν ακόμα περισσότερο και απέκτησαν κτήματα στην Ιταλία, την Αυστρία, τη Γερμανία, την Ουγγαρία και την Κωνσταντινούπολη. Το 1131 ο βασιλιάς της Αραγωνίας τους παραχώρησε το ένα τρίτο από τις κτήσεις του. Στα μέσα του δωδέκατου αιώνα, αν εξαιρέσουμε το Βατικανό, οι Ναϊτες ήταν οι πιο πλούσια και πιο δυνατή οργάνωση της Χριστιανοσύνης.
Μετά τη σύνοδο στο Τρουά, ο Ούγκο ντε Πεγιένς και άλλα ιδρυτικά μέλη του Τάγματος ταξίδεψαν σ' ολόκληρη την Ευρώπη και προήγαγαν τις αρετές και τις ιδέες των Ναϊτών στην περιοχή της Παλαιστίνης. Είναι γνωστό επίσης ότι ο Ούγκο και ένας τουλάχιστο σύντροφός του επισκέφτηκαν την Αγγλία και τη Σκωτία. Διαβάζουμε στο “Αγγλο-Σαξονικό Χρονικό” για την επίσκεψη του Ούγκο στον Ερρίκο Α':
...Ο βασιλιάς τον υποδέχτηκε με μεγάλες τιμές και του πρόσφερε πλούσια δώρα σε χρυσάφι κι ασήμι. Και ύστερα τον έστειλε στην υπόλοιπη Αγγλία, όπου τον υποδέχτηκαν όλοι οι καλοί άνθρωποι και όλοι του προσφέρανε δώρα, καθώς και στη Σκωτία... Κι αυτός τους καλούσε να πάνε στα Ιεροσόλυμα κι έφυγε απ' εκεί και τον ακολούθησε πλήθος όσο ποτέ άλλοτε δεν τον είχε ακολουθήσει.
Στη διάρκεια αυτής της πρώτης του επίσκεψης, ο Φίλιππος ντε Χάρκουρτ πρόσφερε στο Τάγμα γη για την ίδρυση κοινοβίου στο Σίπλεϊ του Έσσεξ. Τότε πρέπει να ιδρύθηκε και το κοινόβιο του Ντόβερ, όπου σώζονται μέχρι και σήμερα τα ερείπια της εκκλησίας του.
Ως Μεγάλος Διδάσκαλος ο Ούγκο ντε Πεγιένς, προχώρησε στο διορισμό περιφερειακών Μεγάλων Διδασκάλων σε κάθε Ναϊτική “επαρχία”. Πρώτος Διδάσκαλος της Αγγλίας ήταν κάποιος Χιου ντ' Αρτζεντάιν, αλλά γνωρίζουμε ελάχιστα γι' αυτόν. Τον διαδέχτηκε ένας νεαρός Νορμανδός ιππότης, ο Όστο ντε Σεντ Ομέρ, ο οποίος παρέμεινε επικεφαλής του Τάγματος μέχρι το 1153-1154, οπότε έδωσε τη θέση του στον Ρίτσαρντ Ντε Χάστινγκς. Σ' αυτό το διάστημα, οι Ναϊτες της Αγγλίας επιδόθηκαν σε μια μεγάλη νεωτεριστική προσπάθεια, μεταφράζοντας ένα τμήμα της Παλαιάς Διαθήκης στη γλώσσα της εποχής τους. Το Βιβλίο των Κριτών αποδόθηκε με τη μορφή ενός ιπποτικού μυθιστορήματος με ρομαντικό χαρακτήρα που τιτλοφορήθηκε “Ο Ιησούς του Ναυή και οι γενναίοι του Ιππότες”.
Οι σχέσεις ανάμεσα στους Ναϊτες και τους ηγεμόνες των περιοχών όπου οι πρώτοι κατείχαν γη, ήταν διαφορετικές από τόπο σε τόπο. Για παράδειγμα, ήταν δύσκολες στη Γαλλία, ακόμα και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες, ενώ στην Ισπανία ήταν αρκετά αρμονικές. Στην Αγγλία ήταν επίσης φιλικές οι σχέσεις του Τάγματος με τη μοναρχία. Καθώς είδαμε ο Ερρίκος Α' είχε δεχθεί “με ανοχτές αγκάλες” τους πρώτους ιππότες και την ίδια τακτική εφάρμοσε και ο Στέφεν που κατέλαβε την εξουσία το 1135 και ήταν γιός του κόμη του Μπλουά, ενός από τους ηγέτες της Πρώτης Σταυροφορίας, θερμού υποστηριχτή της δράσης των Ναϊτών στους Αγίους Τόπους. Κάτω από την αιγίδα του τα κοινόβια των Ναϊτών άρχισαν να απλώνονται σ' όλη την Αγγλία. Ο κόμης του Ντέρμπι τους παραχώρησε το Μπίσαμ, ο κόμης του Γουόργουικ τους έδωσε μέσα στο ίδιο το Γουόργουικ έκταση για το κοινόβιο τους, ο Ρότζερ Ντε Μπουίγι τους δώρισε το Γουίλλοουτον στο Λινκολνσάιρ. Η σύζυγος του Στέφεν, Ματθίλδη, τους πρόσφερε εκτάσεις γης στο Έσσεξ και στην Οξφόρδη, όπου και κτίστηκαν δυο από τα πιο σημαντικά κοινόβια των Ναϊτών, το Τεμπλ Κρέσινγκ και το Τεμπλ Κόουλεϊ.
Στη διάρκεια της βασιλείας του Στέφεν, οι Ναϊτες έθεσαν τα θεμέλια της πρώτης κεντρικής τους εγκατάστασης στην Αγγλία, το “Ολντ Τεμπλ”, στο Χόλμπορν. Την αποτελούσαν ένα κοινόβιο, εκκλησία, ανθόκηπος, οπωρώνας και κοιμητήριο. Ολ' αυτά τα οικοδομήματα τα προστάτευε μια τάφρος και πολύ πιθανώς κάποιο τείχος. Στη θέση τους βρίσκεται σήμερα ο σταθμός του υπόγειου Χάι Χόλμπορν. Η έδρα του Τάγματος δεν έμεινε για πολύ εκεί. Οι ιππότες εγκαταστάθηκαν ήδη από το 1161 στο “Νιου Τεμπλ”, που φέρει την ίδια ονομασία και σήμερα και όπου ακόμα διασώζεται η αρχική ροτόντα και μερικοί από τους τάφους. Η είσοδος της αυλής του Τάγματος ήταν στο “Barram Novi Templi” ή “Τεμπλ Μπαρ”, εκεί που η Φλητ συναντάει την Στραντ. Στην ακμή του το “Νιου Τεμπλ” απλωνόταν από το Όλντγουιτς μέχρι τη Στράντ, ως τη μέση της Φλητ Στρητ και προς τα κάτω μέχρι τον Τάμεση, όπου και είχε τη δική του αποβάθρα. Εκεί γινόταν μια φορά το χρόνο η σύνοδος του Μεγάλου Περιστυλίου, στην οποία μετείχαν ο Διδάσκαλος της Αγγλίας και όλοι οι υπόλοιποι αξιωματούχοι του Τάγματος της Βρετανίας, καθώς και οι Προκαθήμενοι της Σκωτίας και Ιρλανδίας.
Ο Ερρίκος ο Β' διατήρησε τις καλές σχέσεις της αγγλικής μοναρχίας με το Τάγμα, που εξάντλησε όλη του την επιρροή στην προσπαθεια να συμφιλιώσει τον Τόμας Μπέκετ με το βασιλιά. Αλλά στη διάρκεια της βασιλείας του γιου του, του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, η επαφή αυτή έγινε στενότερη. Ο Ριχάρδος είχε τόσο αρμονικές σχέσεις με το Τάγμα ώστε να θεωρείται ένα είδος επίτιμου Ναϊτη. Συχνά έκανε συντροφιά με Ναϊτες, ταξίδευε με τα πλοία τους, δεχόταν τη φιλοξενία τους. Όταν ήρθε σε ρήξη με τους άλλους ηγεμόνες κι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τους Αγίους Τόπους, ξέφυγε μεταμφιεσμένος σε Ναϊτη και συνοδευόμενος από ομάδα Ναϊτών. Ήταν σίγουρα ενημερωμένος και πολύ πιθανόν είχε πάρει μέρος στις επαφές ανάμεσα στους Ναϊτες και στους Μουσουλμάνους ομολόγους τους, τους Χασισίμ ή “Ασασίνους”. Ο Ριχάρδος πούλησε την Κύπρο στο Τάγμα και το νησί έγινε αργότερα η επίσημή τους έδρα.
Την ίδια εποχή το Τάγμα είχε τόση επιρροή και δύναμη ώστε και ο βασιλιάς Ιωάννης, αδερφός και κυριότερος αντίπαλος του Ριχάρδου, να επιζητεί τη συμμαχία του και να τους φέρεται με σεβασμό. Κι αυτός έμενε συχνά στο κοινόβιο των Ναϊτών στο Λονδίνο, που το χρησιμοποιήσε τα τελευταία τέσσερα χρόνια της βασιλείας του (1212-16) σαν δεύτερη κατοικία του. Ο Διδάσκαλος της Αγγλίας, Άιμερικ ντε Σαιντ Μωρ, ήταν και ο πιο στενός σύμβουλος του Ιωάννη και οι εισηγήσεις του ήταν αυτές που πείσανε το βασιλιά να υπογράψει την Μάγκνα Κάρτα το 1215. Τη στιγμή που ο Ιωάννης έβαζε την υπογραφή του δίπλα του στεκόταν ο Άιμερικ και υπέγραψε κι αυτός. Μεταγενέστερα θεωρήθηκε ένας απ' τους εκτελεστές της διαθήκης του Ιωάννη.
Επισήμως, κυρία σφαίρα των δραστηριοτήτων των Ναϊτών ήταν υποτίθεται το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Η Ευρώπη θεωρείται πως ήταν μόνο μια βάση υποστήριξης απ' όπου διοχετεύονταν το έμψυχο και το άψυχο υλικό στους Αγίους Τόπους. Ποτέ οι Ναϊτες δε θα εγκατέλειπανε την “Ουτρεμέρ”, τη “Γη πέρα απ' τη θάλασσα”, όπως αποκαλούσαν τη Μέση Ανατολή. Είχανε βλέψεις να φτάσουν από την Αίγυπτο, ακόμα πιο δυτικά, μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Σπάνια μπορούσε να ληφθεί οποιαδήποτε απάφαση σχετικά με τις σταυροφορίες και ελάχιστα μπορούσαν να διαδραματισθούν χωρίς τους Ναϊτες. Ταυτόχρονα, όπως αποδείχνεται και από το ρόλο τουςστην υπογραφή της Μάγκνα Κάρτα, οι ιππότες αναμιγνύονταν στις εσωτερικές υποθέσεις των περισσότερων ευρωπαϊκών βασιλείων. Στην Αγγλία απολάμβαναν ιδιαίτερα προνόμια και δικαιώματα. Έτσι ο Διδάσκαλος του Ναού παρεκάθητο στο Κοινοβούλιο, με την ιδιότητα του πρώτου βαρώνου του βασιλείου. Το τάγμα ήταν επίσης απαλλαγμένο από τους φόρους και ο μεταλλικός σταυρός τους, σημάδευε το εξωτερικό των σπιτιών και την υπόλοιπη περιουσία τους, κρατώντας μακριά τους φοροεισπράχτορες. Μπορούμε σήμερα να δούμε τέτοιους σταυρούς από την οδό των Ναϊτών στο Λιντς στο Μουσείο του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη στο Κλέρκενγουελ. Με τέτοια προνόμια οι ιππότες ήταν ένα είδος κράτος εν κράτει. Παρείχαν ασυλία όπως κάθε εκκλησία. Είχαν δικά τους δικαστήρια όπου δίκαζαν με δικούς τους νόμους, είχαν δικά τους μέτρα και σταθμά και δεν πλήρωναν διόδια στους δρόμους, τις γέφυρες και τα ποτάμια.
Οι Ναΐτες είχαν εκτεταμένες γαίες σ' όλη την Αγγλία. Μπορούμε ακόμα και σήμερα να εντοπίσουμε μερικές, αν όχι όλες, απ' τις παλιές εγκαταστάσεις του Τάγματος από το πρόθεμα “Τεμπλ”, - όπως για παράδειγμα στην περιοχή Τεμπλ Φόρτσουν του Λονδίνου λίγο βορειότερα από τον Γκόλντερς Γκριν. Γενικά, δεχόμαστε την παρουσία ναϊτικών εγκαταστάσεων στα βρετανικά νησιά, όποτε συναντήσουμε αυτό το τοπωνύμιο. Μας είναι αδύνατο να συγκροτήσουμε σήμερα πλήρη κατάλογο της περιουσίας των Ναϊτών, όμως και με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς φαίνεται, ότι την αποτελούσαν τουλάχιστον εβδομήντα τέσσερα μεγάλα τιμάρια - ανάμεσα στα οποία τριάντα οργανωμένα κοινόβια με πλήρεις εγκαταστάσεις – και εκατοντάδες άλλες μικρότερες ιδιοκτησίες – χωριά και χωριουδάκια εκκλησίες και αγροκτήματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι εμπορικές τους δροστηριότητες οδήγησαν στη δημιουργία δικών τους πόλεων, όπως για παράδειγμα το Μπάλντοκ, κοτά στο Λέτσγουορθ του Χερφοντσάιρ, που ίδρυσαν το 1148 περίπου οι Ναϊτες. Το όνομά του είναι παραφθορά του Βαγδάτη.
Ένα μεγάλο τμήμα απ' το σημερινό Μπρίστολ ήταν κάποτε ιδιοκτησία των Ναϊτών. Ουσιαστικά ήταν ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια του Τάγματος και τα πλοία ταξίδευαν τακτικά απ' αυτό προς τη γαλλική Λα Ροσέλ, που ήταν τότε η κυριότερη ναυτική βάση των Ναϊτών στον Ατλαντικό. Στα Μυστικά Αρχεία του Ερρίκου Γ' αναφέρονται δύο πλοία του Τάγματος - “Λα Τεμπλέρ” και “Λε Μπουσκάρντ”. Ένα εξάλλου από τα επικερδέστερα προνόμια των Ναϊτών ήταν η εξαγωγή του μαλλιού των δικών τους προβάτων. Αυτό, μαζί με τη μεταφορά προσκυνητών στους Αγίους Τόπους, καθώς και την εκμετάλλευση των κτημάτων τους, τους απέφεραν μεγάλα εισοδήματα. Το 1308 μόνο στο Γιορκσάιρ, τα κτήματα απέφεραν 1130 λίρες – όταν για να κτισθεί ένα μέτριο κάστρο χρειαζόταν 500 λίρες, για να προσλάβει κάποιος έναν ιππότη με τον ιπποκόμο τους ήθελε το χρόνο 55 λίρες, έναν τοξότη 7 λίρες. Ένα άλογο κόστιζε 9 λίρες, έτσι του 'ρχόταν φθηνότερα το να ιππεύεις έναν τοξότη.
Το Ναϊτικό δίκτυο ήταν επίσης εκτεταμένο στην Ιρλανδία, αν και τα στοιχεία που έχουμε είναι πιο περιορισμένα. Υπήρχαν εκεί τουλάχιστον έξι κοινόβια – το ένα στο Δουβλίνο, άλλα τρία τουλάχιστον στη νότια ακτή, στις κομητείες Γουότερφολντ και Γουεξφορντ. Υπήρχαν ακόμα, όπως και στην Αγγλία δεκάδες άλλα κτήματα, επαύλεις, εκκλησίες και κάστρα που ανήκαν επίσης στο Τάγμα. Στο κοινόβιο του Κιλσάρεν στην κομητεία Λάουθ, για παράδειγμα, είχαν δώδεκα εκκλησίες και εισέπρατταν φόρο δεκατικό από άλλες οκτώ. Υπήρχε τουλάχιστο μια δική τους έπαυλη, το Τεμπλ Χάους στο Σλίγκο της δυτικής ακτής. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, το αν υπήρχαν και άλλες εγκαταστάσεις Ναιτών στη δυτική ακτή είναι ένα πολύ σημαντικό ερώτημα.
Τα στοιχεία που υπάρχουν για τη Σκωτία, είναι εξαιρετικά ανόμοια και αναξιόπιστα, από τη μια μεριά εξαιτίας της αναταραχής που επικρατούσε εκεί στα τέλη του δέκατου τρίτου αιώνα κι από την άλλη επειδή αποδείχτηκε ότι είχαν εσκεμμένα αποκρυφθεί. Υπήρχαν τουλάχιστον δυο μεγάλα κοινόβια, το ένα, το Μερικάλτερ, κοντά στο Άμπερντιν και το άλλο, το Μπαλαντρόντοχ, που στη Γκαελική σημαίνει “Τόπος των Πολεμιστών”. Αυτό ήταν και το μεγαλύτερο από τα δύο και αποτελούσε το κέντρο των Ναϊτών στη Σκωτία. Ήταν κοντα στο Εδιμβούργο, στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Τεμπλ. Οι γνώσεις μας όμως για την περιουσία των Ναϊτών στη Σκωτία βασίζονται στη μαρτυρία ενός ιππότη, του Γουίλλιαμ Ντε Μίντλετον, μαρτυρία όμως αποσπασμένη από την Ιερά Εξέταση. Ανάφερε το Μερικάλτερ και το Μπαλαντρόντοχ, σαν τα δύο κοινόβια στα οποία ο ίδιος είχε υπηρετήσει. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν άλλα μέρη στα οποία αυτός δεν είχε υπηρετήσει. Το αντίθετο μάλιστα, είχε κάθε λόγο να είναι φειδωλός στις πληροφορίες του. Στα χρονικά του καιρού εκείνου αναφέρονται κι εγκαταστάσεις Ναϊτών στο Μπέργουικ (που ανήκε τότε στη Σκωτία), καθώς και στο Λίστον, κοντά στο Φάλκιρκ. Έχουμε επίσης ενδείξεις για ιδιοκτησίες των Ναϊτών σε δέκα τουλάχιστον ακόμα τοποθεσίες, εκτός από το Αργκάιλ όμως δεν γνωρίζουμε αν αυτές ήταν μικρές ή μεγάλες – αν ήταν κοινόβια, κτήματα ή αγροικίες.

Η οικονομική επιρροή των Ναϊτών
Το Τάγμα χάρη στην περιουσία, το ανθρώπινο δυναμικό, τις διπλωματικές ικανότητες και τη στρατιωτική δύναμη και εμπειρία που διέθετε είχε τεράστια πολιτική και στρατιωτική επιρροή. Αλλά και η οικονομική του επιρροή ήταν τόσο σημαντική ώστε προκάλεσε τεράστιες αλλαγές στις ίδιες τις οικονομικές δομές της εποχής. Τα δυτικοευρωπαϊκά πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τους ιστορικούς γενικά, γεννήθηκαν κι αναπτύχθηκαν από Εβραίους που δάνειζαν με τόκο και από τους μεγάλους εμπορικούς οίκους και κοινοπραξίες της Ιταλίας. Στην πραγματικότητα όμως αυτός ο ρόλος των Εβραίων δανειστών είναι ασήμαντος, αν τον συγκρίνουμε με το ρόλο του Τάγματος. Μάλιστα οι Ναΐτες όχι μόνο προϋπήρχαν απο τους Ιταλικούς οίκους, αλλά ήταν και οι πρώτοι που εγκαθίδρυσαν τους μηχανισμούς και τις διαδικασίες ποου στη συνέχεια θα υιοθετούσαν και θα βελτίωναν τέτοιοι οίκοι. Συνεπώς κάλλιστα μπορούμε να αποδώσουμε την καταγωγή του σημερινού τραπεζικού συστήματος στο Τάγμα του Ναού. Στο απόγειο της δύναμής τους οι Ναΐτες διαχειρίζονταν το μεγαλύτερο τμήμα – αν όχι το σύνολο – των χρηματικών αποθεμάτων της Δυτικής Ευρώπης. Ήταν, αυτοί που πρώτοι εισήγαγαν την ιδέα των πιστωτικών διευκολύνσεων, οι πρώτοι που πρόσφεραν δάνεια για εμπορική ανάπτυξη και επέκταση. Λειτουργούσαν ουσιαστικά σαν μια εμπορική τράπεζα του εικοστού αιώνα.
Θεωρητικά το εκκλησιαστικό δίκαιο απαγόρευε στους Χριστιανούς την τοκογλυφία, να εισπράττουν δηλαδή τόκους για τα δάνεια που έδιναν. Κανονικά η απαγόρευση αυτή θα έπρεπε να είναι πιο αυστηρή για μια οργάνωση φαινομενικά ευσεβή όπως οι Ναΐτες. Παρ' όλα αυτά, το Τάγμα δάνειζε παντού χρήματα και εισέπραττε τόκους. Έχουμε στοιχεία από κάποια περίπτωση που εισπράχθηκε για δάνειο συμφωνημένος τόκος 60% - όταν οι Εβραίοι επιτρεπόταν να εισπράττουν μέχρι 43%. Οι παραβιάσεις αυτές των διατάξεων του εκκλησιαστικού δικαίου επιτυγχανόταν με τη χρήση περίτεχνων διατυπώσεων και ευφημισμών. Σε ό,τι αφορά τους όρους που χρησιμοποιούσαν οι Ναΐτες, θέλοντας ν' αποφύγουν την οποιαδήποτε νύξη σε τόκους, μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν, αφού ελάχιστα έγγραφα έχουν διασωθεί. Όμως οι δανειολήπτες, κατά την εξόφληση, δεν είχαν κανένα λόγο να μεταχειρίζονται μισόλογα. Στην εξοφλητική απόδειξη ο Εδουάρδος Α', για ν' αναφέροουμε ένα από τα παραδείγματα, μιλάει πολύ συγκεκριμένα και για το αρχικό κεφάλαιο και για τον τόκο.
Στην πραγματικότητα, το αγγλικό στέμμα ήταν διαρκώς χρεωμένο στους Ναΐτες. Ο βασιλιάς Ιωάννης δανειζόταν συνεχώς από το Τάγμα. Το ίδιο έκανε και ο Ερρίκος Γ', που όταν στα 1260 με 1266 εξάντλησε όλητην κρατική περιουσία σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, έφθασε στο σημείο να βάλει ενέχυρο τα βασιλικά κοσμήματα στους Ναΐτες. Η ίδια η βασίλισσα Ελεονώρα τα συνόδεψε στο κοινόβιο των Ναϊτών στο Παρίσι. Πριν ανέβει στο θρόνο της Αγγλίας ο Ερρίκος, οι Ναΐτες δάνειζαν στο μελλοντικό βασιλιά Εδουάρδο Α', που τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του επέστρεψε 2.000 μάρκα στο Τάγμα, ενώ το συνολικό χρέος ήταν 28.189 λίρες.
Μια από τις πιο σημαντικές οικονομικές δραστηριότητες των Ναϊτών ήταν η ρύθμιση πληρωμής διαφόρων ποσών από απόσταση, χωρίς να γίνεται μεταφορά χρημάτων. Σε μια εποχή που τα ταξίδια ήταν αβέβαια, οι δρόμοι απροστάτευτοι και οι επιθέσεις συνηθισμένες, είναι φυσικό οι άνθρωποι να κατανοούν ότι ήταν αδύνατο να ταξιδεύουν ασφαλείς κουβαλώντας πολύτιμα αντικείμενα. Οι ιστορίες για τον Ρομπέν των Δασών είναι μια εύγλωττη μαρτυρία των κινδύνων που απειλούσαν διαρκώς τους πλούσιους εμπόρους, αλλά και τους ευγενείς. Για τούτο οι Ναΐτες τους προμήθευαν με πιστωτικές επιστολές. Μπορούσε έτσι κανείς να καταθέσει ένα ποσό χρημάτων στο Τεμπλ του Λονδίνου, για παράδειγμα, και να εφοδιασθεί με ένα είδος απόδειξης. Ταξίδευε στη συνέχεια ελεύθερα σε άλλα μέρη της Βρετανίας, στα περισσότερα μέρη της ηπειρωτικής Ευρώπης, ακόμα και στους Αγίους Τόπους. Φθάνοντας στον προορισμό του έδειχνε το γράμμα και εισέπραττε το αντίστοιχο ποσό σ' όποιο νόμισμα επιθυμούσε. Οι κλοπές και οι παραχαράξεις τέτοιων εγγράφων αποφεύγονταν χάρη σ' ένα περίπλοκο σύστημα κωδίκων που γνώριζαν μόνο οι ίδιοι οι Ναΐτες.
Εκτός από το δανεισμό και τις πιστωτικές επιστολές οι Ναΐτες διέθεταν με το δίκτυο των κοινοβίων τους μέρη για ασφαλή φύλαξη τιμαλφών. Το Τεμπλ στο Παρίσι ήταν ταυτόχρονα το σημαντικότερο από τα βασιλικά χαρτοφυλάκια, όπου φυλάγονταν η κρατική περιουσία αλλά και ο θησαυρός του Τάγματος. Ο θησαυροφύλακας των ιπποτών ήταν ταυτόχρονα και θησαυροφύλακας του βασιλιά. Στην Αγγλία η δύναμη του Τάγματος δεν ήταν τόσο σημαντική. Αλλά, όπως αναφέραμε ήδη, τα βασιλικά κοσμήματα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας, φυλάγονταν στο Τεμπλ του Λονδίνου, το οποίο και χρησίμευσε σαν ένα από τα τέσσερα βασιλικά θησαυροφυλάκια κατά τη διάρκεα της βασιλείας του Ερρίκου Β', του Ιωάννη, του Ερρίκου Γ' λαο του Εδουάρδου Α'. Στην Αγγλία οι Ναΐτες ήταν ταυτόχρονα και φοροεισπράχτορες. Μαζεύανε για τον Πάπα φόρους και δωρεές, καθώς και τους φόρους του Στέμματος. Και όπως φαίνεται ήταν πολύ περισσότερο τρομεροί σ' αυτό το έργο από ότι οι σημερινοί εφοριακοί της Αγγλίας. Οι ίδιοι τακτοποίησαν το 1294 το θέμα της μετατροπής των παλαιών σε νέα νομίσματα. Διορίζονταν συχνά επίτροποι σε περιουσίες ή κτήματα και ενεργούσαν ως χρηματιστές και εισπράκτορες χρεών. Μεσολαβούσαν σε περιπτώσεις καταβολής λύτρων, σε προικοσύμφωνα ή συντάξεις και σε ένα ευρύ φάσμα συναλλαγών.
Όταν βρίσκονταν στο απόγειο της δύναμής τους, κατηγορήθηκαν για υπερηφάνεια, αλαζονεία και σκληρότητα. Κατηγορήθηκαν για βίαιες πράξεις και για ασωτία. Συνηθισμένη παρομοίωση στην Αγγλία το Μεσαίωνα ήταν η φράση “πίνει σαν Ναΐτης”, και παρά τον όρκο αγνότητας οι ιππότες είχαν σχέσεις με γυναίκες με τον ίδιο ρυθμό που πίνανε. Όμως ανεξάρτητα από την όποια άλλη συμπεριφορά τους, είχαν την αταλάντευτη φήμη για τιμιότητα, ακρίβεια και ακεραιότητα στις συναλλαγές τους. Μπορεί να μην τους συμπαθούσαν, όμως ξέρανε ότι μπορούσαν να στηριχθούν επάνω τους. Φημίζονταν γιατην ιδιαίτερα σκληρή συμπεριφορά τους σε περίπτωση που ένα μέλος του Τάγματος αποδειχνόταν αναξιόπιστο. Όταν ο Προκαθήμενος του Τεμπλ στην Ιρλανδία αποδείχτηκε καταχραστής, τον τιμώρησαν με φυλάκιση στο κελί της μετανοίας της εκκλησίας των Ναϊτών στο Λονδίνο – ένα τόσο μικρό δωμάτιο που δεν μπορούσε να καθίσει κάτω, που και σήμερα μπορεί να δει κανείς – και τον αφήσανε εκεί να πεθάνει από την πείνα. Λένε πως άντεξε οκτώ εβδομάδες.
Όπως και οι σημερινές ελβετικές τράπεζες έτσι και οι Ναΐτες διατηρούσαν ένα μακρύ κατάλογο από καταθέσεις και λογαριασμούς πεθαμένων ή και φυλακισμένων ατόμων. Δεν εκπλήττει το γεγονός ότι οι δίαφοροι βασιλείς, αλλά και άλλοι ισχυροί άντρες της εποχής, επιχειρήσανε κατά καιρούς να πάρουν στα δικά τους χέρια αυτές τις περιουσίες. Ο Ερρίκος Β', για παράδειγμα, ζήτησε από τους Ναΐτες κάποτε τις καταθέσεις ενός ιππότη που ατιμάστηκε και του απάντησαν ότι “χρήματα που τους δόθηκαν για φύλαξη δεν είναι δυνατό να παραδοθούν σε άλλον χωρίς την άδεια εκείνου που τους τα εμπιστεύτηκε για φύλαξη στο Τεμπλ”.
Το μεγαλύτερης διάρκειας επίτευγμα των “Φτωχών Ιπποτών” ήταν οικονομικό. Κανένας άλλος θεσμός του Μεσαίωνα δεν έκανε τόσα πολλά για τη γέννηση του Καπιταλισμού”. Όμως αυτά ακριβώς τα πλούτη, που με τόση αποτελεσματικότητα διαχειρίστηκαν, ήταν αυτά που τους κατέστησαν ακαταμάχητο δέλεαρ για ένα μονάρχη που ήταν τόσο παράτολμος όσο και άπληστος.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ


Michael Baigent & Richard Leigh
Ο ΝΑΟΣ ΚΑΙ Η ΣΤΟΑ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΩΣΤΗΣ ΜΠΑΛΛΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΗΣ ΜΠΑΛΛΑΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΛΑΒΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ