Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Albert Camus. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Albert Camus. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Μαρτίου 2025

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ – Albert Camus

Οι θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλάει αδιάκοπα ένα βράχο ως την κορυφή ενός βουνού απ' όπου η πέτρα, με το βάρος της, ξανάπεφτε. Είχαν σκεφτεί, κάπως δικαιολογημένα, πως δεν υπάρχει πιο φοβερή τιμωρία απ' τη χωρίς όφελος κι ελπίδα εργασία.
Εάν πιστέψουμε τον Όμηρο, ο Σίσυφος ήταν ο πιο ήσυχος κι ο συνετότερος των θνητών. Μια άλλη, όμως, παράδοση τον παρουσιάζει σαν ληστή. Δε βλέπω εδώ καμιά διαφορά. Οι γνώμες διαφέρουν πάνω στα αίτια που τον ανάγκασαν να γίνει ο χωρίς κέρδος εργάτης του Άδη. Κατ' αρχάς του καταλογίζουν κάποια αστοχασιά με τους θεούς. Αποκάλυψε τα μυστικά τους. Η Αίγινα, κόρη του Ασωπού, αρπάχτηκε από τον Δία. Ο πατέρας ταράχτηκε απ' την απαγωγή και απευθύνθηκε στον Σίσυφο. Αυτός, που ήξερε για την αρπαγή, υποσχέθηκε στον Ασωπό να τον βοηθήσει, με τον όρο πως θα έδινε νερό στον Ακροκόρινθο. Για τους ουράνιους κεραυνούς, θα δεχτεί την ευλογία του νερού. Τιμωρήθηκε στον Άδη. Ο Όμηρος μας διηγείται επίσης ότι ο Σίσυφος αλυσόδεσε το Θάνατο. Ο Πλούτων δεν μπόρεσε να ανεχτεί το θέαμα της έρημης και σιωπηλής αυτοκρατορίας του. Έσπευσε να στείλει το θεό του πολέμου που ελευθέρωσε το Θάνατο από τα χέρια του νικητού του.
Λένε ακόμα πως όταν ο Σίσυφος ήταν ετοιμοθάνατος θέλησε να δοκιμάσει ανόητα την αγάπη της γυναίκας του. Τη διέταξε ν' αφήσει άταφο το πτώμα του στη μέση της δημόσιας πλατείας. Ο Σίσυφος ξαναβρέθηκε στον Άδη. Κι εκεί, θυμωμένος εξ αιτίας μιας υπακοής τόσο αντίθετης στην ανθρώπινη αγάπη, πήρε την άδεια από τον Πλούτωνα να επιστρέψει στη γη για να τιμωρήσει τη γυναίκα του. Μα όταν ξανάδε την όψη αυτού του κόσμου, γεύτηκε το νερό και τον ήλιο, τις ζεστές πέτρες και τη θάλασσα, δεν ήθελε να γυρίσει στην καταχθόνια σκιά. Οι προσκλήσεις, οι θυμοί κι οι συμβουλές δεν απέδωσαν τίποτα. Για πολλά χρόνια αφέθηκε στην καμπύλη του κόλπου, στη λάμψη της θάλασσας και στα χαμόγελα της γης.
Χρειαζόταν η επέμβαση των θεών. Ο Ερμής ήρθε να πιάσει τον θρασύ από το σβέρκο και, αποσπώντας τον απ' τις χαρές του, τον ξανάφερε με τη βία στον Άδη όπου ο βράχος του ήταν έτοιμος.
Έχουμε ήδη καταλάβει πως ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας. Τα πάθη του τον συνιστούν περισσότερο απ' το μαρτύριο του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, το μίσος του για το θάνατο και το πάθος του για τη ζωή του στοίχισαν αυτό το ανείπωτο μαρτύριο, να δίνει όλο του το είναι χωρίς ανταμοιβή. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για τα γήινα πάθη. Δε μας αφηγούνται τίποτα για τον Σίσυφο στον Άδη. Οι μύθοι φτιάχνονται για να τους ζωογονεί η φαντασία. Σ' αυτόν βλέπουμε μόνο όλη την προσπάθεια ενός τεντωμένου κορμιού ν' ανασηκώσει την πελώρια πέτρα, να τη γυρίσει και να την κάνει ν' αναρριχηθεί σε μια πλαγιά που έχει ανεβοκατέβει εκατό φορές. Βλέπουμε το συσπασμένο πρόσωπο, το κολλημένο πάνω στην πέτρα μάγουλο, τον ώμο που δέχεται το λασπωμένο όγκο, το πόδι που τον στηρίζει, τη διαστολή των μυώνων, την ανθρώπινη σιγουριά δυο χεριών γεμάτων γη. Στο έπακρο αυτής της τρομερής προσπάθειας, της μετρημένης με το χωρίς ουρανό διάστημα και το χωρίς βάθος χρόνο, ο σκοπός εκπληρώνεται. Ο Σίσυφος τότε, κοιτάζει την πέτρα να κατηφορίζει σε μερικές στιγμές προς αυτόν το χαμηλό κόσμο απ' όπου θα πρέπει να την ανεβάσει πάλι στην κορυφή. Ξανακατεβαίνει στην πεδιάδα.
Όσο διαρκεί αυτή η επιστροφή, αυτή η παύση, ο Σίσυφος μ' ενδιαφέρει. Ένα πρόσωπο που βασανίζεται τόσο κοντά στις πέτρες είναι ήδη πέτρα. Βλέπω αυτό τον άνθρωπο να ξαναπηγαίνει, βαδίζοντας βαριά μα σταθερά, προς το ατέλειωτο μαρτύριο. Αυτή η ώρα που είναι σαν μια αναπνοή και ξανάρχεται το ίδιο σίγουρα με τη δυστυχία του, αυτή η ώρα, είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια απ' τις στιγμές της, από τότε που αφήνει την κορυφή και κατευθύνεται σιγά - σιγά προς τις τρώγλες των θεών, είναι υπέροχος μέσα στη μοίρα του. Είναι πιο δυνατός από το βράχο του.
Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωας του έχει συνείδηση. Πράγματι, που θα βρισκόταν ο πόνος του, εάν σε κάθε βήμα τον ενθάρρυνε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργάτης όλες τις μέρες της ζωής του κάνει την ίδια δουλειά κι αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά δεν είναι τραγικός παρά στις σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής τους: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκή η κατάβαση του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριο του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση.

Έτσι, αν η κατάβαση γίνεται για μερικές μέρες μέσα στον πόνο, μπορεί να γίνει επίσης μέσα στη χαρά. Αυτή η φράση δεν είναι υπερβολική. Φαντάζομαι ακόμα τον Σίσυφο να ξαναπηγαίνει προς το
βράχο του και τον πόνο ν' αρχίζει. Όταν οι εικόνες της γης μένουνε τόσο δυνατά στη μνήμη, όταν η επιθυμία της ευτυχίας γίνεται τόσο έντονη, στην καρδιά του ανθρώπου γεννιέται όλη η θλίψη: είναι η νίκη του βράχου, γίνεται βράχος ο ίδιος. Η αμέτρητη λύπη είναι ανυπόφορη. Είναι οι νύχτες μας στη Γεσθημανή. Μα οι αβάσταχτες αλήθειες καταστρέφουν όταν μαθαίνονται. Έτσι, στην αρχή, ο Οιδίπους υπακούει στο πεπρωμένο που αγνοεί. Η τραγωδία του αρχίζει από τη στιγμή που μαθαίνει. Αλλά τότε, τυφλός κι απελπισμένος, γνωρίζει ότι το μόνο που τον κρατάει δεμένο μ' αυτό τον κόσμο είναι το δροσερό χέρι ενός κοριτσιού και μια μεγαλόστομη φράση αντηχεί: "Παρά τις τόσες δοκιμασίες, τα γερατειά και το μεγαλείο της ψυχής μου, μου δίνουν το δικαίωμα να κρίνω πως όλα είναι καλά". Ο Οιδίπους του Σοφοκλή, σαν τον Κιρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, δίνει έτσι τον τύπο της παράλογης νίκης. Η αρχαία σύνεση συναντιέται με το σύγχρονο ηρωισμό.
Δεν ανακαλύπτει κανείς το παράλογο αν δεν επιχειρήσει να γράψει κάποιο εγχειρίδιο ευτυχίας. "Ε, πώς, από τόσο στενούς δρόμους…;" Όμως, ένας κόσμος υπάρχει. Η ευτυχία και το παράλογο είναι δυο παιδιά της ίδιας γης. Είναι αχώριστα. Θα ήταν σφάλμα να πει κανείς πως η ευτυχία γεννιέται αναγκαστικά από την ανακάλυψη του παράλογου. Συμβαίνει το ίδιο συχνά, το συναίσθημα του παράλογου να γεννιέται από την ευτυχία. "Κρίνω πως όλα είναι καλά", λέει ο Οιδίπους, κι αυτή η φράση είναι ιερή. Αντηχεί στο βάρβαρο και περιορισμένο από τον ανθρώπινο κόσμο. Δείχνει πως τίποτα δεν είναι, δεν ήταν εξαντλημένο. Διώχνει απ' αυτό τον κόσμο ένα θεό που μπήκε μ' απληστία και με τη γεύση των ανώφελων πόνων. Από το πεπρωμένο δημιουργεί μια ανθρώπινη υπόθεση που πρέπει οπωσδήποτε να ρυθμιστεί ανάμεσα στους ανθρώπους.
Όλη η βουβή χαρά του Σίσυφου βρίσκεται εκεί. Το πεπρωμένο του του ανήκει. Ο βράχος είναι η πραγματικότητά του. Όμοια, ο παράλογος άνθρωπος όταν μελετάει το μαρτύριο του, κάνει όλα τα είδωλα να βουβαθούν. Στο ξαφνικά παραδομένο στη σιωπή του σύμπαν, υψώνονται οι χιλιάδες μικρές έκθαμβες φωνές της γης. Ασυνείδητες και μυστικές επικλήσεις, προσκλήσεις προς όλα τα πρόσωπα, αποτελούν την αναγκαία επιστροφή και το τίμημα της νίκης. Δεν υπάρχει ήλιος χωρίς σκιά και πρέπει να γνωρίσουμε τη νύχτα. Ο παράλογος άνθρωπος λέει ναι και ο αγώνας του θα είναι πια αδιάκοπος. Εάν υπάρχει ένα προσωπικό πεπρωμένο, δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή εξαιρετικής τύχης ή το πολύ να υπάρχει μια, εκείνη που κρίνεται σαν μοιραία κι αξιοκαταφρόνητη. Όσο για τις υπόλοιπες, ο άνθρωπος ξέρει πως είναι κύριος της ζωής του. Σ' αυτή την κρίσιμη στιγμή που ο άνθρωπος ξαναγυρίζει στη ζωή του, ο Σίσυφος - πηγαίνοντας πάλι προς το βράχο του - μελετάει αυτή την ασύνδετη σειρά των πράξεων που γίνεται πεπρωμένο του, φτιαγμένο από τον ίδιο, απλό κάτω απ' το βλέμμα της μνήμης και σφραγισμένο σε λίγο με το θάνατό του. Έτσι, πεισμένος για την εντελώς ανθρώπινη προέλευση όλων των ανθρώπινων, τυφλός που ποθεί να δει και ξέρει πως η νύχτα είναι ατέλειωτη, βρίσκεται πάντα σε πορεία. Ο βράχος γυρίζει ακόμα.
Αφήνω τον Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Ο Σίσυφος όμως, συμβολίζει την ανώτερη πίστη που αρνιέται στους θεούς κι ανυψώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά. Αυτό το σύμπαν, αδέσποτο στο εξής, δεν του φαίνεται άκαρπο ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα γι' αυτόν, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.


Albert Camus
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ
δοκίμιο πάνω στο παράλογο

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Η Πανούκλα [απόσπασμα] - Albert Camus


- «Για φαντάσου» αναστέναξε βγαίνοντας ο επιθεωρητής, «σαν να μη μας έφταναν οι μπελάδες από τότε που γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον πυρετό...» Ρώτησε το γιατρό αν τα πράγματα είναι σοβαρά, κι ο Ριέ απάντησε πως δεν είχε ιδέα.
«Ο καιρός τα φταίει όλα» είπε συμπερασματικά ο επιθεωρητής.
Και σίγουρα έφταιγε ο καιρός. Καθώς η μέρα προχωρούσε, ο Ριέ ένιωθε τα χέρια του να κολλάνε, και με κάθε επίσκεψη, η ανησυχία του φούντωνε. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, στη μακρινή γειτονιά του γερο-Ισπανού, ένας γείτονας άρχισε να ξερνάει και να παραληρεί κρατώντας τα πλευρά του. Τα γάγγλιά του είχαν πρηστεί περισσότερο κι από του θυρωρού. Ένα απ’ αυτά άρχισε να τρέχει πύον, και σε λίγο έσκασε σαν σάπιο φρούτο. Μόλις γύρισε σπίτι του, ο Ριέ τηλεφώνησε στην αποθήκη φαρμακευτικών προϊόντων της περιοχής. Οι επαγγελματικές του σημειώσεις σχολιάζουν εκείνη τη μέρα μόνο με μια φράση: «Απάντηση αρνητική». Τον καλούσαν ήδη κι από αλλού για παρόμοιες περιπτώσεις. Έπρεπε να ανοίγει τα αποστήματα, ήταν προφανές. Δυο σταυρωτές νυστεριές, και τα γάγγλια άδειαζαν έναν πολτό ανάκατο με αίμα. Οι ασθενείς, κομματιασμένοι, ξεμάτωναν. Κηλίδες όμως εμφανίζονταν στην κοιλιά και στις γάμπες, κάποιο γάγγλιο έπαυε να τρέχει πύον, και σε λίγο ξαναπρηζόταν. Τις περισσότερες φορές, ο άρρωστος πέθαινε μέσα σε φριχτή αποφορά.
Ο Τύπος, τόσο φλύαρος άλλοτε με την υπόθεση των ποντικών, δεν έλεγε πια τίποτα, γιατί τα ποντίκια πεθαίνουν στους δρόμους και οι άνθρωποι κλεισμένοι στην κάμαρά τους. Κι οι εφημερίδες ασχολούνται μόνο μ’ αυτά που συμβαίνουν στο δρόμο. Οι δημοτικές αρχές όμως, μαζί με τη νομαρχία, είχαν αρχίσει τις έρευνες. Κανείς δεν είχε διανοηθεί να κινητοποιηθεί, όσο οι γιατροί αντιμετώπιζαν μεμονωμένα κρούσματα. Στο τέλος όμως, κάποιος έκανε την πρόσθεση. Και το άθροισμα ήταν συγκλονιστικό. Μέσα σε λίγες μέρες οι θάνατοι πολλαπλασιάστηκαν τόσο, που όσοι ασχολούνταν με τη μυστηριώδη αρρώστια, κατάλαβαν πως είχαν να κάνουν με σωστή επιδημία. Εκείνη τη στιγμή διάλεξε ο Καστέλ, ένας συνάδελφος του Ριέ, πολύ μεγαλύτερος του στα χρόνια, για να τον επισκεφθεί.
«Φυσικά, ξέρετε περί τίνος πρόκειται» του είπε.
«Περιμένω τα αποτελέσματα των αναλύσεων».
«Εγώ όμως ξέρω, και δε χρειάζομαι αναλύσεις. Ένα μέρος της σταδιοδρομίας μου, το έκανα στην Κίνα, και έχω δει παρόμοιες περιπτώσεις και στο Παρίσι, είκοσι χρόνια πριν. Προς το παρόν, κανένας δεν τολμά να δώσει ένα όνομα. Η κοινή γνώμη είναι ιερή: όχι ακρότητες, προπαντός όχι ακρότητες. Κι έπειτα, όπως λέει κάποιος συνάδελφος, αποκλείεται, όλος ο κόσμος το ξέρει πως έχει εκλείψει πια από τη Δύση. Ναι, όλος ο κόσμος το ξέρει, εκτός από τους νεκρούς. Ελάτε, Ριέ, ξέρετε καλά τι είναι, όπως το ξέρω κι εγώ».
Ο Ριέ το σκέφτηκε. Από το παράθυρο του γραφείου του έβλεπε τα βράχια που έκλειναν την πρόσβαση στον κόλπο. Ο ουρανός ήταν γαλανός, αλλά είχε μια μουντή λάμψη που γλύκαινε καθώς έπεφτε το δειλινό.
«Ναι» είπε, «και δεν μπορώ να το πιστέψω. Απ' ό,τι φαίνεται όμως, είναι πανούκλα».
Ο Καστέλ σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα.
«Ξέρετε τι θα μας απαντήσουν;» είπε ο ηλικιωμένος γιατρός. «Πως έχει εκλείψει εδώ και χρόνια από τις εύκρατες χώρες».
«Τι θα πει “έχει εκλείψει;”» απάντησε ο Ριέ ανασηκώνοντας τους ώμους του.
«Μην ξεχνάτε; ακόμα και στο Παρίσι, εδώ και είκοσι χρόνια».
«Σωστά. Ας ελπίσουμε πως τα πράγματα δε θα ’ναι πιο σοβαρά σήμερα. Πάντως, είναι απίστευτο»

Η λέξη «πανούκλα» είχε προφερθεί για πρώτη φορά. Στο σημείο αυτό, έχοντας αφήσει τον Μπερνάρ Ριέ μπροστά στο παράθυρό του, ας επιτρέψουμε στον αφηγητή να δικαιολογήσει την αβεβαιότητα και την έκπληξη του γιατρού, γιατί οι αντίδρασή του, αν εξαιρέσουμε κάποιες μικρές αποκλίσεις, υπήρξε πανομοιότυπη με των περισσότερων συμπολιτών μας. Οι συμφορές δεν είναι βέβαια ασυνήθιστες, όμως κανείς δεν τις πιστεύει, ώσπου να του πέσουν στο κεφάλι. Και στον κόσμο υπάρχουν και επιδημίες και πόλεμοι, που βρίσκουν πάντα απροετοίμαστους τους ανθρώπους. Ο δόκτωρ Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας, γι' αυτό πρέπει να καταλάβουμε το δισταγμό του. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να νοηθεί και η αμφιταλάντευση των ανθρώπων ανάμεσα στην ανησυχία και στη σιγουριά. Όταν ξεσπά κάποιος πόλεμος, ο κόσμος λέει: «Δεν πρόκειται να κρατήσει πολύ, είναι μεγάλη βλακεία». Και αναμφίβολα, κάθε πόλεμος είναι μεγάλη βλακεία. αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να διαρκεί. Η βλακεία είναι ανθεκτική, κι αυτό μπορεί να το καταλάβει όποιος δε σκέφτεται πάντα και μόνο τον εαυτό του. Και ως προς τούτο, οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν μόνο τον εαυτό τους, μ’ άλλα λόγια, ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις συμφορές. Η συμφορά δεν έχει ποτέ ανθρώπινα μέτρα, γι' αυτό λέμε πάντα πως η συμφορά είναι εξωπραγματική, ένα κακό όνειρο που θα περάσει.
Δεν περνά όμως πάντοτε, και μόνο οι άνθρωποι περνούν, από εφιάλτη σε εφιάλτη, και πρώτοι απ' όλους οι ανθρωπιστές, επειδή δεν είχαν λάβει προληπτικά μέτρα. Οι συμπολίτες μας δεν έφταιγαν περισσότερο απ' όλους τους άλλους, απλώς ξεχνούσαν τι θα πει μετριοφροσύνη, νόμιζαν ότι έχουν την κατάσταση στα χέρια τους,' και πως οι συμφορές είναι απίθανες. Έτσι, εξακολούθησαν να κυνηγούν τις «υποθέσεις» τους, να ετοιμάζονται για ταξίδια, να έχουν απόψεις. Πώς να σκεφτούν μια πανούκλα που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Πίστευαν πως ήταν ελεύθεροι, όμως ποτέ κανείς δε θα ’ναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν συμφορές.
Παρόλο που, λίγο πριν, ο δόκτωρ Ριέ είχε παραδεχτεί μπροστά στο φίλο του πως μερικοί ασθενείς, διάσπαρτοι στην πόλη, είχαν πεθάνει ξαφνικά από πανούκλα, ο κίνδυνος εξακολουθούσε να του φαίνεται εξωπραγματικός. Γιατί απλούστατα, όταν είσαι γιατρός, έχεις μια ιδέα για τον πόνο, και λίγο περισσότερη φαντασία. Κοιτώντας τώρα απ’ το παράθυρο την πόλη του, που δεν είχε αλλάξει, ο γιατρός δεν ένιωσε να γεννιέται μέσα του εκείνο το ελαφρά αποκαρδιωτικό συναίσθημα απέναντι στο μέλλον, που λέγεται ανησυχία. Προσπαθούσε μόνο να συμμαζέψει μέσα στο νου του όσα γνώριζε γι’ αυτή την ασθένεια. Αριθμοί αιωρούνταν στη μνήμη του, και οι αριθμοί έλεγαν πως οι τριάντα μεγάλες επιδημίες πανούκλας στην ιστορία είχαν ξεκάνει σχεδόν εκατό εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά τι θα πει εκατό εκατομμύρια νεκροί; Όταν κάνεις πόλεμο, είναι ζήτημα αν ξέρεις τι θα πει έστω κι ένας νεκρός. Και καθώς ένας νεκρός άνθρωπος δε βαραίνει καθόλου, εκτός κι αν τον έχεις δει νεκρό, εκατό εκατομμύρια νεκροί, σπαρμένοι στο διάβα της ιστορίας, δεν είναι παρά ένας καπνός μέσα στη φαντασία. Ο γιατρός θυμήθηκε την πανούκλα στην Κωνσταντινούπολη· σύμφωνα με τον Προκόπιο, μέσα σε μια μέρα μόνο είχε δέκα χιλιάδες θύματα. Δέκα χιλιάδες νεκροί είναι το κοινό ενός μεγάλου κινηματογράφου επί πέντε. Λοιπόν, έπρεπε να μαζέψουν κόσμο από την είσοδο πέντε κινηματογράφων, να τον συγκεντρώσουν σε μια πλατεία της πόλης και να τον δολοφονήσουν, για να φανεί καθαρά. Τουλάχιστον θα μπορούσαν να βάλουν και γνωστά πρόσωπα πάνω σ’ αυτό τον ανώνυμο σωρό. Βέβαια, αυτά τα πράγματα δε γίνονται, κι έπειτα, ποιος γνωρίζει δέκα χιλιάδες πρόσωπα; Χώρια που άνθρωποι σαν τον Προκόπιο δεν ήξεραν καλά καλά να μετρούν, είναι γνωστό. Στην Καντόνα, πριν από εβδομήντα χρόνια, σαράντα εκατομμύρια ποντικοί πέθαναν απ' την πανούκλα πριν αρχίσουν να μολύνονται οι κάτοικοι. Όμως το 1871 δεν είχαν τρόπο να μετρούν τα ποντίκια. Οι λογαριασμοί γίνονταν κατά προσέγγιση, χοντρικά, με προφανείς πιθανότητες λάθους. Και πάλι όμως, αν κάθε ποντικός έχει μήκος τριάντα πόντους, σαράντα εκατομμύρια ποντικοί βαλμένοι στη σειρά, Θα έκαναν...
Ο γιατρός άρχισε να εκνευρίζεται. Οι σκέψεις του τον πήγαιναν μακριά, κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Μερικά μεμονωμένα κρούσματα δεν αποτελούν επιδημία, φτάνει να ληφθούν προληπτικά μέτρα. Έπρεπε να αρκεστούν στα όσα γνώριζαν, το λήθαργο, την κατάπτωση, τα κόκκινα μάτια, τα σκασμένα χείλη, τους πονοκεφάλους, τους βουβώνες, την τρομερή δίψα, το παραλήρημα, τις κηλίδες στο σώμα, την εσωτερική κατάρρευση, και τέλος... Και τέλος, έπειτα απ' όλα αυτά, μια φράση ξανάρθε στο νου του, μια φράση που έκλεινε στο εγχειρίδιο την απαρίθμηση των συμπτωμάτων: «Ο σφυγμός καθίσταται νηματοειδής και ο θάνατος επέρχεται έστω και με μιαν ασήμαντη κίνηση». Ναι, έπειτα απ’ όλα αυτά, η ζωή σου κρεμόταν από μια κλωστή, και τα τρία τέταρτα των ανθρώπων, σωστά, τα τρία τέταρτα, θα 'ταν αρκετά ανυπόμονα για να μην κάνουν την ανεπαίσθητη κίνηση που θα τα αποτελείωνε.
Ο γιατρός κοιτούσε ακόμη απ’ το παράθυρο. Απ’ τη μια πλευρά του γυαλιού ήταν ο καθαρός ανοιξιάτικος ουρανός, κι απ’ την άλλη πλευρά η λέξη που αντηχούσε ακόμη στο δωμάτιο: πανούκλα. Η λέξη δεν περιείχε μόνο όσα της είχε φορτώσει η επιστήμη, μα κι ένα σωρό απίστευτες εικόνες, που δεν ταίριαζαν καθόλου με τούτη την κιτρινόγκριζη πόλη, που η ζωντάνια της κατάπεφτε αυτή την ώρα, πολύβουη μάλλον παρά πολυθόρυβη, ευτυχισμένη σε γενικές γραμμές, αν η ευτυχία μπορεί να συμβαδίζει με το πένθος. Και μια τόσο ειρηνική ησυχία, τόσο αδιάφορη, διέλυσε μεμιάς, χωρίς προσπάθεια, τις παλιές εικόνες της συμφοράς, την πανουκλιασμένη Αθήνα που την εγκατέλειψαν τα πουλιά, τις κινέζικες πόλεις πλημμυρισμένες σιωπηλούς ετοιμοθάνατους, τους βαρυποινίτες της Μασσαλίας να στοιβάζουν αποσυντεθειμένα πτώματα μέσα σε λάκκους, την κατασκευή του πελώριου τείχους στην Προβηγγία, για να κόψει το μανιασμένο άνεμο της πανούκλας, τη Γιάφα με τους απαίσιους ζητιάνους, τα υγρά και λερά κρεβάτια κολλημένα στο πατημένο χώμα μέσα στο σπιτάλι της Κωνσταντινούπολης, τους άρρωστους που τους έπιαναν με τις μασιές, το καρναβάλι με τους μασκαράδες γιατρούς την εποχή του Μαύρου Θανάτου, τα ζευγαρώματα των ζωντανών μέσα στα κοιμητήρια του Μιλάνου, τα κάρα με τους νεκρούς μέσα στο πανικόβλητο Λονδίνο, μέρες και νύχτες παντού και πάντοτε γεμάτες απ’ την ατέλειωτη κραυγή αυτών των ανθρώπων. Όχι, όλα τούτα δεν ήταν ακόμη αρκετά ισχυρά για να συντρίψουν τη γαλήνη αυτής της μέρας. Από την άλλη μεριά του παραθύρου αντήχησε ξάφνου το καμπανάκι ενός αόρατου τραμ, διαψεύδοντας την ίδια στιγμή την αγριότητα και τον πόνο. Και μοναχά η θάλασσα, στο βάθος, πίσω απ’ το θολό μωσαϊκό των σπιτιών, μαρτυρούσε το αιώνια ανήσυχο, που δε βρίσκει ποτέ ησυχία μέσα στον κόσμο. Κι ο δόκτωρ Ριέ, κοιτάζοντας τον κόλπο, σκεφτόταν τις πυρές του Λουκρήτιου, τις φωτιές που άναβαν μπροστά στη θάλασσα οι Αθηναίοι όταν τους βρήκε το κακό. Εκεί κουβαλούσαν τους νεκρούς τη νύχτα, όμως ο χώρος ήταν λιγοστός, κι οι ζωντανοί δέρνονταν με αναμμένους δαυλούς για να βρουν θέση για τους αγαπημένους τους, αποφασισμένοι για μάχη και αίμα, παρά να εγκαταλείψουν τα πτώματα των δικών τους. Φανταζόταν τις πυρές που κοκκίνιζαν μπροστά στα ήρεμα, σκοτεινά νερά, τις μάχες με τους αναμμένους δαυλούς μέσα σε μια νύχτα που πυρπολούνταν από σπίθες, τους πυκνούς, φαρμακερούς καπνούς που ανέβαιναν σ’ έναν ουρανό γεμάτο αναμονή. Και θα μπορούσε να φοβηθεί...
Όμως αυτός ο ίλιγγος δεν μπορούσε να σταθεί μπροστά στη λογική. Είναι αλήθεια πως είχε προφερθεί η λέξη «πανούκλα», είναι αλήθεια πως εκείνη τη στιγμή η συμφορά βασάνιζε κι έριχνε κάτω ένα δυο θύματα. Μπορεί όμως και να σταματούσε εκεί. Το μόνο που χρειαζόταν, ήταν να παραδεχτούν καθαρά αυτό που έπρεπε να γίνει αποδεκτό, να διώξουν επιτέλους τις άχρηστες σκιές, να πάρουν τα απαιτούμενα μέτρα. Κι έπειτα η πανούκλα θα σταματούσε, γιατί η πανούκλα είναι αδιανόητη, ή πλάσμα της φαντασίας. Κι αν σταματούσε, όπως ήταν το πιθανότερο, όλα θα πήγαιναν καλά. Στην αντίθετη περίπτωση, θα ήξεραν περί τίνος πρόκειται, κι αν δεν πρόφταιναν να την αντιμετωπίσουν προκαταβολικά, θα την αντιμετώπιζαν εκ των υστέρων.
Ο γιατρός άνοιξε το παράθυρο κι ο θόρυβος της πόλης μεμιάς δυνάμωσε. Από κάποιο γειτονικό μαραγκούδικο ανέβαινε ο κοφτός, επαναληπτικός ήχος ενός μηχανικού πριονιού. Ο Ριέ ανατρίχιασε. Εκεί βρισκόταν η βεβαιότητα, μέσα στη δουλειά της κάθε μέρας. Όλα τ’ άλλα κρέμονταν από νήματα, από ασήμαντες κινήσεις, δεν μπορούσες να τα σταματήσεις. Το ουσιώδες ήταν να κάνεις καλά τη δουλειά σου.


Albert Camus
Η Πανούκλα
Μετάφραση Αγγελική Τατάνη
Εκδόσεις Γράμματα 1990