Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΩΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΩΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Η τελευταία ερώτηση - Ισαάκ Ασίμωφ

Διατυπώθηκε για πρώτη φορά, στα μισοαστεία, την 21η Μαίου 2061, κατά την εποχή που η ανθρωπότητα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο προσκήνιο.
Η ερώτηση ήταν το αποτέλεσμα ενός στοιχήματος πέντε δολαρίων υπό την επήρεια μέθης, και προέκυψε ως εξής.
Ο Αλεξάντερ Άντελ και ο Μπέρτραμ Λούπωβ ήταν δύο από τους πιστούς φροντιστές του Μούλτιβακ. Γνώριζαν, όσο ήταν δυνατόν να γνωρίζουν ανθρώπινα πλάσματα, τι κρυβόταν πίσω από το ψυχρό του πρόσωπο, που κροτάλιζε και αναβόσβηνε, ένα πρόσωπο που απλωνόταν για μίλια και μίλια, το πρόσωπο αυτού του γιγάντιου υπολογιστή. Σε κάθε περίπτωση, είχαν μία σφαιρική αντίληψη ενός γενικού σχεδίου του κυκλώματος, που είχε εδώ και καιρό ξεπεράσει το σημείο όπου οποιοσδήποτε άνθρωπος θα μπορούσε να έχει ολοκληρωμένη αντίληψη του συνόλου.
Ο Μούλτιβακ ήταν αυτοπροσαρμοζόμενος και αυτοδιορθώμενος. Επρεπε να είναι, διότι κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε αν τον διορθώσει και να τον προσαρμόσει αρκετά γρήγορα ή έστω, ικανοποιητικά γρήγορα. Έτσι, ο Άντελ και ο Λούπωβ φρόντιζαν τον τεράστιο γίγαντα επιφανειακά, όσο καλύτερα μπορούσαν. Τον τροφοδοτούσαν με στοιχεία, προσάρμοζαν τις ερωτήσεις στις ανάγκες του και μετέφραζαν τις απαντήσεις που τους έδινε. Εννοείται ότι οι ίδιοι, αλλά και όλοι οι συνεργάτες τους, δικαιούντο μέρος της δόξας του Μούλτιβακ.
Επί δεκαετίες, ο Μούλτιβακ βοηθούσε να σχεδιάσουν τα διαστημόπλοια και να προβλέψουν τις τροχιές που θα επέτρεπαν στον άνθρωπο να φθάσει στο Φεγγάρι, στον Αρη και στην Αφροδίτη. Αλλά, πέρα από αυτό, οι φτωχοί φυσικοί πόροι της Γής δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν τα σκάφη. Τα μακρινά ταξίδια απαιτούσαν υπερβολικά πολλή ενέργεια. Η Γη αξιοποιούσε το κάρβουνο και το ουράνιό της με αυξανόμενη αποτελεσματικότητα, αλλά ήταν και τα δύο πεπερασμένης ποσότητας.
Αργά και σταθερά, ο Μούλτιβακ μάθαινε αρκετά ώστε να απαντήσει σε πλέον θεμελιώδη ερωτήματα με περισσότερο βάθος, έτσι ώστε την 14η Μαΐου 2061, αυτό που ήταν θεωρία, έγινε πράξη.
Η ενέργεια του ήλιου αποθηκευόταν, μετατρέπονταν και χρησιμοποιούνταν απευθείας από ολόκληρο τον πλανήτη. Όλη η γη αξιοποιούσε το φλεγόμενο κάρβουνο, το διασπώμενο ουράνιο, μέσω ενός διακόπτη που τα συνέδεε με έναν μικρό σταθμό, ο οποίος περιστρεφόταν γύρω από την γη, στο μέσον της απόστασης από το φεγγάρι. Ολόκληρη η γη λειτουργούσε μέσω αόρατων ακτίνων ηλιακής ενέργειας.
Μετά από επτά ημέρες, πριν κοπάσει η δόξα του εγχειρήματος, οι Άντελ και Λούπωβ κατάφεραν τελικά να ξεφύγουν από τις δημόσιες εκδηλώσεις και να συναντηθούν ήσυχα εκεί όπου κανένας δε θα σκεφτόταν να τους αναζητήσει, στα έρημα υπόγεια δώματα, όπου διακρίνονταν τμήματα του πανίσχυρου θαμμένου σώματος του Μούλτιβακ. Αφρόντιστος, χασομέρης, συνδυάζοντας τα στοιχεία του με περιεκτικά, τεμπέλικα χτυπήματα, ο Μούλτιβακ είχε κερδίσει κι αυτός τις διακοπές του και οι φροντιστές του το κατανοούσαν. Δεν είχαν καμία πρόθεση, αρχικά, να τον ενοχλήσουν.
Είχαν φέρει μαζί τους ένα μπουκάλι και σκόπευαν απλώς να ηρεμήσουν, με το μπουκάλι και την παρέα ο ένας του άλλου.
Είναι καταπληκτικό αν το σκεφθείς, είπε ο Άντελ. Το φαρδύ του πρόσωπο ήταν σκαμμένο από γραμμές κούρασης, καθώς ανακάτευε το ποτό του με ένα γυάλινο ραβδί, παρακολουθώντας τα παγάκια να χτυπούν αδέξια το ένα στο άλλο. Όλη η ενέργεια που μπορεί ποτέ να χρειαστούμε, δωρεάν. Αρκετή ενέργεια, αν θα θέλαμε, ώστε να λιώσουμε ολόκληρη την γη σε μία μεγάλη σταγόνα υγρού σιδήρου, και πάλι να μην μας λείψει η ενέργεια που θα δαπανούσαμε. Όλη η ενέργεια που θα μπορούσαμε να ξοδέψουμε, για πάντα και για πάντα και για πάντα. Ο Λούπωβ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. Συνήθιζε να το κάνει αυτό, όταν ήθελε να εναντιωθεί σε κάτι, και ήθελε να εναντιωθεί τώρα, εν μέρει επειδή έπρεπε να κουβαλά τον πάγο και τα ποτήρια.
Οχι για πάντα, είπε.
Στο διάολο, σχεδόν για πάντα. Ώσπου να εξαντληθεί ο ήλιος, Μπερτ.
Αυτό δεν είναι για πάντα.
"Εντάξει, λοιπόν. Δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια χρόνια. Είκοσι δις, ίσως. Είσαι ευχαριστημένος;» Ο Λούπωβ κύλησε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα αραιά μαλλιά του, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι μερικά ήταν ακόμη εκεί, και ρούφηξε το ποτό του. Είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια δεν είναι για πάντα""."
"Πάντως, θα κρατήσει όσο υπάρχουμε, έτσι δεν είναι;» Το ίδιο και το κάρβουνο και το ουράνιο""."
"Εντάξει, αλλά τώρα μπορούμε να αγκυροβολήσουμε κάθε σκάφος στον πλανητικό σταθμό και αυτό θα μπορεί να πάει στον Πλούτωνα και να επιστρέψει ένα εκατομμύριο φορές, χωρίς να ανησυχούμε για καύσιμα. Δεν γίνεται αυτό με κάρβουνο και ουράνιο. Ρώτα τον Μούλτιβακ, αν δε με πιστεύεις."
Δεν χρειάζεται να ρωτήσω τον Μούλτιβακ. Το ξέρω.
Τότε σταμάτα να επικρίνεις όσα έκανε για μας ο Μούλτιβακ, αρπάχτηκε ο Άντελ.
Τα κατάφερε μια χαρά.
" Ποιός είπε το αντίθετο; Το μόνο που λέω είναι ότι ο ήλιος δε θα κρατήσει για πάντα. Απλώς αυτό λέω. Είμαστε ασφαλείς για είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια, αλλά μετά;» Ο Λούπωβ έτεινε ένα τρεμάμενο δάχτυλο στον άλλον. Και μη μου πεις ότι"
θα αλλάξουμε ήλιο".
Επικράτησε σιωπή για λίγο. Ο Άντελ πλησίασε μερικές φορές το ποτήρι στα χείλη
του, ο Λούπωβ έκλεισε τα μάτια του. Ησύχαζαν.
Ξαφνικά, τα μάτια του Λούπωβ άνοιξαν απότομα. "Σκέφτεσαι ότι θα αλλάξουμε ήλιο
όταν ο δικός μας εξαντληθεί, σωστά;»
Δεν σκέφτομαι.
"Αυτό σκέφτεσαι. Η λογική σου είναι αδύναμη, αυτό είναι το πρόβλημά σου. Είσαι σαν τον τύπο της ιστορίας, που τον πιάνει ξαφνική νεροποντή και τρέχει κάτω από μια συστάδα δέντρων και καταφεύγει κάτω από ένα. Δεν ανησυχεί, γιατί σκέφτεται ότι μόλις μουσκέψει τελείως το δέντρο του, θα πάει κάτω από ένα άλλο."
"Το ‘πιασα, είπε ο Άντελ. Μη φωνάζεις. Όταν εξαντληθεί ο ήλιος, το ίδιο θα συμβεί και στ΄ άλλα αστέρια."
"Ανάθεμα, αυτό θα συμβεί, μουρμούρησε ο Λούπωβ. Όλα ξεκίνησαν με την αρχική κοσμική έκρηξη, ότι κι αν ήταν αυτή, και όλα θα τελειώσουν όταν εξαντληθούν τ΄αστέρια. Μερικά θα εξαντληθούν γρηγορότερα από άλλα. Τι στο διάολο, οι γίγαντες δεν βαστούν πάνω από εκατό εκατομμύρια χρόνια. Ο ήλιος θα αντέξει είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια και ίσως οι νάνοι να κρατήσουν εκατό δισεκατομμύρια χρόνια. Αλλά μετά από ένα τρισεκατομμύριο χρόνια τα πάντα θα είναι σκοτάδι. Αρκεί να φθάσει η εντροπία στο μάξιμουμ, αυτό είναι όλο."
"Ξέρω τα περί εντροπίας, είπε ο Άντελ, για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του'. Σιγά μην ξέρεις""."
Ξέρω όσα κι εσύ.
Τότε ξέρεις ότι όλα θα τελειώσουν κάποια μέρα.
"Σύμφωνοι. Ποιός λέει όχι;» Εσύ, κακομοίρη μου. Είπες ότι έχουμε όση ενέργεια χρειαζόμαστε, για πάντα. Είπες"
«για πάντα».
"Ήταν η σειρά του Άντελ να αντιδράσει. Ίσως μπορούμε να ξαναφτιάξουμε τα πάντα κάποτε, είπε."
Ποτέ.
Γιατί; Κάποια μέρα.
Ρώτα τον Μούλτιβακ.
Ρώτα τον εσύ. Στοιχηματίζω πέντε δολάρια ότι θα πει πως δεν γίνεται.
Ο Άντελ ήταν αρκετά πιωμένος για να προσπαθήσει και αρκετά νηφάλιος ώστε να
μπορεί να χρησιμοποιήσει τα σωστά σύμβολα και τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε
να διατυπώσει την ερώτηση, η οποία, σε λέξεις, ήταν περίπου αυτή. Θα μπορέσει
μια μέρα η ανθρωπότητα να επαναφέρει τον ήλιο στην αρχική του νεότητα, αφού
εκείνος θα έχει πεθάνει από γηρατειά;
Ισως να μπορούσε να διατυπωθεί κάπως έτσι. Πως θα μπορούσε η καθαρή
ποσότητα εντροπίας του Σύμπαντος να μειωθεί δραστικά;
Ο Μούλτιβακ απέμεινε σιωπηλός, σαν νεκρός. Το αργό αναβόσβημα των λυχνιών
του σταμάτησε, οι μακρινοί ήχοι των κυκλωμάτων του σώπασαν.
Κατόπιν, ενώ οι τρομαγμένοι τεχνικοί κρατούσαν την αναπνοή τους, ξαναγύρισε στη
ζωή και το τηλέτυπο που ήταν προσαρμοσμένο στο πλάι του κουδούνισε και
παρουσίασε πέντε τυπωμένες λέξεις. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ
ΑΠΑΝΤΗΣΗ.
Πάει το στοίχημα, ψιθύρισε ο Λούπωβ. Έφυγαν βιαστικά.
Το επόμενο πρωί, πονοκεφαλιασμένοι και με μουδιασμένα στόματα, είχαν και οι δύο
ξεχάσει το συμβάν.
Ο Τζέροντ, η Τζεροντίν και οι Τζεροντέτ 1 και 2 παρακολουθούσαν την έναστρη
εικόνα να μεταβάλλεται στην οθόνη, καθώς το πέρασμα δια μέσου του υπερχώρου
ολοκληρωνόταν σε μία άχρονη στιγμή. Ξαφνικά, η εικόνα ενός διάσπαρτου με άστρα
διαστήματος αντικαταστάθηκε από την κυρίαρχη παρουσία ενός μοναδικού,
λαμπερού μαρμάρινου δίσκου.
«Είναι ο Χ-23», είπε με πεποίθηση ο Τζέροντ. Τα λεπτά του χέρια σφίγγονταν με
δύναμη πίσω από την πλάτη του και οι αρθρώσεις τους άσπριζαν.
Τα μικρά Τζεροντέτ, και τα δύο κορίτσια, δοκίμαζαν το υπερχωρικό πέρασμα για
πρώτη φορά στη ζωή τους, και συνειδητοποιούσαν την στιγμιαία αίσθηση «μέσαέξω».
Γελούσαν και κυνηγιόντουσαν γύρω από την μητέρα τους, φωνάζοντας
«φτάσαμε στον Χ-23».
«Ησυχα, παιδιά», είπε αυστηρά η Τζεροντίν. «Είσαι σίγουρος, Τζέροντ;»
«Πως θα μπορούσα να μην είμαι», ρώτησε ο Τζέροντ, παρατηρώντας το φούσκωμα
του άμορφου μετάλλου κάτω από την οροφή. Διέτρεχε το δωμάτιο, για να εξαφανιστεί στον τοίχο και από τις δύο πλευρές. Είχε μήκος όσο και το σκάφος. Ο Τζέροντ δεν ήξερε και πολλά για το παχύ, μεταλλικό φούσκωμα, παρά μόνο ότι το αποκαλούσαν Μίκροβακ, και ότι μπορούσε κάποιος να του απευθύνει ερωτήσεις, εάν ήθελε. Ότι σε κάθε περίπτωση, αυτό είχε την ευθύνη να οδηγήσει το σκάφος σε έναν προκαθορισμένο προορισμό, ότι τροφοδοτούνταν με ενέργεια από τους διάφορους υπογαλαξιακούς σταθμούς και ότι υπολόγιζε τις εξισώσεις για τα υπερχωρικά άλματα. Ο Τζέροντ και η οικογένειά του απλώς περίμεναν, διαβιώντας στα άνετα, κατάλληλα διαμορφωμένα διαμερίσματα του σκάφους. Κάποιος είχε πει κάποτε στον Τζέροντ ότι το «ΑΚ» στο τέλος του «Μίκροβακ» σήμαινε «αναλογικό κομπιούτερ» στα αρχαία αγγλικά, αλλά είχε σχεδόν ξεχάσει ακόμα και αυτό.
Τα μάτια της Τζεροντίν ήταν υγρά, καθώς κοιτούσε την οθόνη.
«Δεν μπορώ να συγκρατηθώ. Νιώθω περίεργα που αφήνουμε την Γη».
«Γιατί, μα τον Πήτερ;» αναρωτήθηκε ο Τζέροντ. «Δεν είχαμε τίποτε εκεί. Θα έχουμε τα πάντα στον Χ-23. Δεν θα είσαι μόνη. Δεν θα είσαι πρωτοπόρος. Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι βρίσκονται ήδη στον πλανήτη. Μεγαλοδύναμε, τα δισέγγονά μας θα ψάχνουν για νέους κόσμους, επειδή ο Χ-23 θα είναι υπερπλήρης». Και μετά, ύστερα από μία στοχαστική παύση, «σου λέω ότι είμαστε τυχεροί που οι υπολογιστές ανακάλυψαν τα διαπλανητικά ταξίδια, έτσι όπως αυξάνεται ο πληθυσμός μας».
«Ξέρω, ξέρω», είπε δυστυχισμένα η Τζέροντιν.
Η Τζεροντέτ 1 έσπευσε να δηλώσει «ο Μίκροβάκ μας είναι ο καλύτερος του κόσμου».
«Έτσι νομίζω κι εγώ» είπε ο Τζέροντ, ανακατεύοντας τα μαλλιά της.
Ήταν ωραίο συναίσθημα να έχεις τον δικό σου Μίκροβακ και ο Τζέροντ χαιρόταν
που ανήκε σε αυτή τη γενιά και όχι σε κάποια άλλη. Στα νεανικά χρόνια του πατέρα
του, οι μοναδικοί υπολογιστές ήταν πελώριοι και καταλάμβαναν χιλιόμετρα
επιφάνειας. Υπήρχε ένας και μοναδικός σε κάθε πλανήτη. Τους ονόμαζαν
πλανητικούς ΑΚ. Μεγάλωναν διαρκώς σε μέγεθος επί μία χιλιετία και ξαφνικά, διά
μιας, ήρθε η τελειοποίηση. Οι κρυσταλλολυχνίες αντικαταστάθηκαν από μοριακές
βαλβίδες, έτσι ώστε και ο μεγαλύτερος πλανητικός ΑΚ να καταλαμβάνει μόλις τον
μισό όγκο ενός διαστημόπλοιου.
Ο Τζέροντ ένιωσε το ηθικό του να αναπτερώνεται, όπως κάθε φορά που σκεφτόταν
ότι ο δικός του, προσωπικός Μίκροβακ ήταν πολλές φορές περισσότερο
εξελιγμένος από τον αρχαίο και πρωτόγονο Μίκροβακ που είχε δαμάσει για πρώτη
φορά τον Ήλιο. Ήταν σχεδόν τόσο περίπλοκος όσο ο πλανητικός ΑΚ της Γης (ο
μεγαλύτερος όλων), εκείνος που είχε για πρώτη φορά λύσει το πρόβλημα της
υπερχωρικής μετακίνησης και είχε καταστήσει δυνατά τα ταξίδια προς κάθε άστρο.
«Τόσα πολλά άστρα, τόσοι πολλοί πλανήτες», αναστέναξε η Τζέροντιν, βυθισμένη
στις σκέψεις της. «Φαντάζομαι ότι οι οικογένειες θα ταξιδεύουν σε καινούριους
πλανήτες για πάντα, όπως εμείς τώρα».
«Όχι για πάντα» χαμογέλασε ο Τζέροντ. «Θα σταματήσει κάποτε, μετά από
δισεκατομμύρια χρόνια. Πολλά δισεκατομμύρια. Ακόμα και τα άστρα εξαντλούνται,
ξέρεις. Πρέπει να αυξηθεί η εντροπία».
«Τι είναι η εντροπία, μπαμπά;» τσίριξε η Τζεροντέτ 2.
«Η εντροπία, γλυκούλα μου, είναι μία λέξη που δείχνει πόσο θέλει το σύμπαν για να
ξεκουρδιστεί. Όλα εξαντλούνται, να ξέρεις, όπως το μικρό σου ασύρματο ρομπότ,
θυμάσαι;».
«Δεν μπορείς να βάλεις καινούρια μπαταρία, όπως στο ρομπότ μου;»
«Τα άστρα είναι οι μπαταρίες, αγάπη μου. Όταν χαθούν, δεν υπάρχουν άλλες
μπαταρίες».
Η Τζεροντέτ 1 άρχισε να ουρλιάζει. «Μην τ’ αφήσεις, μπαμπά. Μην αφήσεις τα
άστρα να χαθούν».
«Τώρα, δες τι έκανες» ψιθύρισε η Τζέροντιν, απελπισμένη.
«Πώς να ξέρω ότι θα τις τρομάξει;» της ψιθύρισε ο Τζέροντ.
«Ρώτα τον Μίκροβακ» κλαψούρισε η Τζέροντετ 1. «Ρώτα τον πως θα ξανανάψουν
τα άστρα».
«Έλα, προχώρα», είπε η Τζέροντιν. «Έτσι θα ησυχάσουν». (Η Τζεροντέτ 2 είχε
αρχίσει επίσης να κλαίει).
Ο Τζέροντ ανασήκωσε τους ώμους. «Ελάτε παιδιά. Θα ρωτήσω τον Μίκροβακ. Μην
ανησυχείτε, θα μας πει».
Ρώτησε τον Μίκροβακ, προσθέτοντας γρήγορα, «τύπωσε την απάντηση».
Ο Τζέροντ χούφτωσε την λεπτή λωρίδα φιλμ και είπε χαρούμενα «ορίστε, ο
Μίκροβακ λέει ότι θα το φροντίσει όταν θα έρθει η ώρα, οπότε μην ανησυχείτε».
Η Τζέροντιν είπε «και τώρα παιδιά, ώρα για ύπνο. Θα είμαστε σύντομα στο
καινούριο μας σπίτι».
Ο Τζέροντ ξαναδιάβασε τις λέξεις στο λεπτό φιλμ πριν το καταστρέψει.
«ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
Εστρεψε την προσοχή του στην οθόνη.
Ο ΒΤ-23Χ του Λάμεθ κάρφωσε το βλέμμα του στα σκοτεινά βάθη του
τρισδιάστατου, μικρής κλίμακας χάρτη του Γαλαξία και είπε «Αναρωτιέμαι, μήπως
είμαστε γελοίοι που ανησυχούμε τόσο για την υπόθεση;»
Ο ΜΚ-17Τ του Νίκρον κούνησε το κεφάλι του.
«Δεν νομίζω. Ξέρεις ότι ο Γαλαξίας θα είναι πλήρης σε πέντε χρόνια, με αυτόν τον
ρυθμό διαστολής».
Και οι δύο έμοιαζαν να είναι περίπου εικοσάρηδες, ψηλοί και καλοφτιαγμένοι.
«Πάντως» είπε ο ΒΤ-23Χ, «διστάζω να υποβάλλω απαισιόδοξη αναφορά στο
Γαλαξιακό Συμβούλιο».
«Ούτε θα σκεφτόμουν οποιοδήποτε άλλο είδος αναφοράς. Ταρακούνησέ τους λίγο.
Πρέπει να τους ταρακουνήσουμε».
Ο ΒΤ-23Χ αναστέναξε. «Το διάστημα είναι άπειρο. Εκατό δισεκατομμύρια γαλαξίες
είναι διαθέσιμοι. Η περισσότεροι».
«Εκατό δισεκατομμύρια δεν είναι άπειροι και γίνονται λιγότερο άπειροι όσο περνά ο
καιρός. Σκέψου! Πριν από είκοσι χιλιάδες χρόνια, η ανθρωπότητα χρησιμοποίησε
για πρώτη φορά αστρική ενέργεια. Μετά από μερικούς αιώνες, πραγματοποιήθηκαν
τα διαστρικά ταξίδια. Ο άνθρωπος χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια για να γεμίσει
έναν μικρό πλανήτη και μόλις δεκαπέντε χιλιάδες χρόνια για να γεμίσει τον
υπόλοιπο Γαλαξία. Τώρα ο πληθυσμός διπλασιάζεται κάθε δέκα χρόνια…».
Ο ΒΤ-23Χ τον διέκοψε. «Χάρη στην αθανασία».
«Έστω. Η αθανασία υπάρχει και πρέπει να την λάβουμε υπόψη μας. Αποδέχομαι ότι
έχει την δυσάρεστη πλευρά της, αυτή η αθανασία. Ο Γαλαξιακός ΑΚ έλυσε πολλά
από τα προβλήματά μας, αλλά απαλλάσσοντάς μας από τα γηρατειά και τον θάνατο,
μας δημιούργησε άλλα θέματα».
«Φαντάζομαι ότι δεν θα ήθελες να απαρνηθείς τη ζωή».
«Καθόλου», είπε απότομα ο ΜΚ-17Τ, μαλακώνοντας αμέσως. «Όχι ακόμη. Αλλά δεν
είμαι αρκετά μεγάλος. Πόσων χρόνων είσαι;»
«Διακόσια είκοσι τρία. Εσύ;»
«Είμαι ακόμη κάτω από τα διακόσια. Αλλά για να επιστρέψουμε στο θέμα. Ο
πληθυσμός διπλασιάζεται κάθε δέκα χρόνια. Έτσι και γεμίσει αυτός ο Γαλαξίας, θα
έχουμε δέκα χρόνια περιθώριο για να γεμίσουμε έναν άλλον. Σε άλλα δέκα χρόνια,
θα γεμίσουμε άλλους δύο. Αλλα δέκα χρόνια, ακόμη τέσσερις. Σε εκατό χρόνια, θα
γεμίσουμε χίλιους Γαλαξίες. Σε χίλια χρόνια, ένα εκατομμύριο Γαλαξίες. Σε δέκα
χιλιάδες χρόνια, όλο το γνωστό Σύμπαν. Και μετά;»
Ο ΒΤ-23Χ είπε. «Ένα παράπλευρο θέμα είναι το πρόβλημα της μεταφοράς.
Αναρωτιέμαι πόσες μονάδες ηλιακής ενέργειας θα απαιτηθούν για να μετακινηθούν
ολόκληροι Γαλαξίες ανθρώπων από τον ένα Γαλαξία στον άλλο».
«Καλή ερώτηση. Ήδη, η ανθρωπότητα ξοδεύει δύο ήλιους το χρόνο».
«Το περισσότερο σπαταλιέται άσκοπα. Ο δικός μας Γαλαξίας παράγει ενέργεια
χιλίων ηλίων και χρησιμοποιούμε μόλις δύο».
«Έστω, αλλά ακόμη και με εκατό τοις εκατό αποτελεσματικότητα, απλώς
απομακρύνουμε το τέλος. Οι ανάγκες μας σε ενέργεια αυξάνονται με γεωμετρική
πρόοδο, γρηγορότερα και από τον πληθυσμό μας. Η ενέργειά μας θα εξαντληθεί
γρηγορότερα και από τους Γαλαξίες. Καλό θέμα. Πολύ καλό θέμα».
«Απλώς θα πρέπει να χτίσουμε νέα άστρα από διαστρικά αέρια».
«Μήπως από υπολείμματα θερμότητας;» ρώτησε σαρκαστικά ο ΜΚ-17Τ.
«Κάποιος τρόπος θα υπάρχει να αναστρέψουμε την εντροπία. Πρέπει να ρωτήσουμε τον Γαλαξιακό ΑΚ».
Ο ΒΤ-23Χ δεν μιλούσε σοβαρά, αλλά ο ΜΚ-17Τ τράβηξε τον κυανόδοντα, το μικρό
εξάρτημα που του επέτρεπε να επικοινωνεί με τον Γαλαξιακό ΑΚ, από την τσέπη
του και το ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά του.
«Ας ρίξουμε μια ματιά» είπε. «Η ανθρωπότητα θα πρέπει κάποτε να το αντιμετωπίσει».
Κοίταξε μελαγχολικά τον μικρό του κυανόδοντα. Ηταν μόλις πέντε εκατοστά και
τίποτα από μόνος του, αλλά συνδεόταν, διά του υπερχώρου, με τον μεγάλο
Γαλαξιακό ΑΚ που εξυπηρετούσε όλη την ανθρωπότητα. Λαμβάνοντας υπόψη τον
υπέρχωρο, ήταν ένα αναπόσπαστο τμήμα του Γαλαξιακού ΑΚ.
Ο ΜΚ-17Τ αναρωτήθηκε αν στη διάρκεια της αθάνατης ζωής του θα κατάφερνε να
δει τον Γαλαξιακό ΑΚ. Ηταν ο ίδιος ένας μικρός κόσμος, ένα δίκτυο από δέσμες
ενέργειας που συγκρατούσαν την ύλη, μέσα στην οποία κύματα υπομεσονίων
αντικαθιστούσαν τις παλιές, αδέξιες μοριακές βαλβίδες. Παρά τις υπεργαλαξιακές
του δραστηριότητες, ήταν γνωστό ότι ο Γαλαξιακός ΑΚ είχε μήκος μόλις τετρακοσίων μέτρων.
Ο ΜΚ-17Τ ρώτησε ξαφνικά μέσω του κυανόδοντα. «Μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας;»
Ο ΒΤ-23Χ τον κοίταξε κατάπληκτος και είπε γρήγορα «Ει, δεν εννοούσα να
ρωτήσεις κάτι τέτοιο». «Γιατί όχι;» «Ξέρουμε και οι δύο ότι η εντροπία δεν
αντιστρέφεται. Δεν μετατρέπεις καπνό και στάχτη σε δέντρο».
«Έχετε δέντρα στον κόσμο σας;» ρώτησε ο ΜΚ-17Τ.
Ο ήχος του Γαλαξιακού ΑΚ τους αιφνιδίασε, βυθίζοντάς τους στη σιωπή. Η φωνή
του ακούστηκε λεπτή και γοητευτική από τον μικρό κυανόδοντα που ήταν
ακουμπισμένος στο τραπέζι. Είπε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
Ο ΒΤ-23Χ είπε «Βλέπεις;»
Οι δύο άνδρες επέστρεψαν στο θέμα της αναφοράς που έπρεπε να υποβάλουν στο
Γαλαξιακό Συμβούλιο.
Το μυαλό του Ζη Πράιμ εκτάθηκε σε όλο το μήκος του νέου Γαλαξία με αμυδρό
ενδιαφέρον για τα αμέτρητα στροβιλίσματα των άστρων που τον αποτελούσαν. Δεν
είχε ξαναδεί αυτόν εδώ. Αραγε, θα τους έβλεπε ποτέ όλους; Τόσοι πολλοί, καθένας
με το φορτίο του από ανθρώπους. Αλλά ένα φορτίο που ήταν σχεδόν νεκρό βάρος.
Ολο και συχνότερα, η πραγματική ουσία του ανθρώπου βρισκόταν εδώ έξω, στο διάστημα.
Μυαλά, όχι σώματα! Τα αθάνατα σώματα έμεναν πίσω στους πλανήτες, διαθέσιμα
ανά τους αιώνες. Μερικές φορές σηκώνονταν για να ασχοληθούν με υλικά θέματα,
αλλά αυτό γινόταν όλο και πιο σπάνια. Που και που, έφθαναν κάποιοι νεοφερμένοι
για να προστεθούν στην απίστευτη κοσμοσυρροή, αλλά για ποιο λόγο; Δεν υπήρχε
χώρος στο Σύμπαν για καινούριες αφίξεις.
Ο Ζη Πράιμ αφυπνίστηκε από την ονειροπόλησή του, είχε βρεθεί απέναντι από την αδιόρατη παρουσία ενός άλλου μυαλού.
«Είμαι ο Ζη Πράιμ» είπε ο Ζη Πράιμ. «Εσύ;»
«Είμαι ο Ντη Σαμπ Γουν. Ο Γαλαξίας σου;»
«Τον αποκαλούμε απλώς Γαλαξία. Ο δικός σου;»
«Κι εμείς το ίδιο. Ο καθένας αποκαλεί τον Γαλαξία του απλώς Γαλαξία και τίποτε παραπάνω. Γιατί όχι;»
«Σωστά. Αφού όλοι οι Γαλαξίες είναι ίδιοι».
«Όχι όλοι. Από έναν συγκεκριμένο Γαλαξία πρέπει να προέρχεται το γένος των
ανθρώπων. Αυτό τον κάνει διαφορετικό».
«Από ποιόν;» είπε ο Ζη Πράιμ.
«Δεν ξέρω. Ο Συμπαντικός ΑΚ πρέπει να ξέρει».
«Να τον ρωτήσουμε; Είμαι ξαφνικά περίεργος».
Η αντίληψη του Ζη Πράιμ διευρύνθηκε, ώσπου οι Γαλαξίες συρρικνώθηκαν και
μετατράπηκαν σε μία καινούρια, πιο διάχυτη σκόνη, πασπαλίζοντας ένα μεγαλύτερο
υπόβαθρο. Τόσες εκατοντάδες δισεκατομμύρια από αυτούς, όλοι με τα αθάνατα
όντα τους, όλοι μεταφέροντας το φορτίο ευφυίας τους από μυαλά που λικνίζονταν
ελεύθερα στο διάστημα. Και όμως, ένας από αυτούς ήταν ο μοναδικός, ο
πρωταρχικός Γαλαξίας. Ενας από αυτούς ήταν, σε κάποιο μακρινό και
απροσδιόριστο παρελθόν, ο μόνος Γαλαξίας που ήταν κατοικημένος από τον
άνθρωπο.
Ο Ζη Πράιμ απορροφήθηκε από την περιέργειά του να δει αυτόν τον Γαλαξία και
φώναξε «Συμπαντικέ ΑΚ! Από ποιόν Γαλαξία προέρχεται η ανθρωπότητα;»
Ο Συμπαντικός ΑΚ άκουσε, γιατί σε κάθε κόσμο και σε όλο το διάστημα είχε τους
δέκτες του έτοιμους, και κάθε δέκτης καθοδηγούσε κάπου στο υπερδιάστημα, όπου
ο Συμπαντικός ΑΚ παρέμενε απόμακρος.
Ο Ζη Πράιμ γνώριζε μόνο έναν άνθρωπο που οι σκέψεις του είχαν διεισδύσει σε
απόσταση όπου μπορούσαν να αντιληφθούν τον Συμπαντικό ΑΚ, και είχε αναφέρει
ότι είδε μόνο μία αστραφτερή σφαίρα , που διακρινόταν με δυσκολία.
«Μα πως είναι δυνατόν αυτός να είναι όλος ο Συμπαντικός ΑΚ;» είχε ρωτήσει ο Ζη
Πράιμ.
«Το μεγαλύτερο μέρος του» ήταν η απάντηση «βρίσκεται στο υπερδιάστημα. Σε
ποια μορφή βρίσκεται εκεί, δεν μπορώ να φανταστώ».
Ούτε κανένας άλλος μπορούσε, γιατί είχε περάσει πάρα πολύς καιρός, όπως
γνώριζε ο Ζη Πράιμ, από τότε που οποιοσδήποτε άνθρωπος είχε συμμετάσχει στην
κατασκευή του Συμπαντικού ΑΚ. Κάθε Συμπαντικός ΑΚ σχεδίαζε και κατασκεύαζε
τον διάδοχό του. Καθένας, κατά την διάρκεια της ύπαρξής του επί ένα εκατομμύριο
χρόνια ή περισσότερο, συγκέντρωνε τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να φτιάξει
έναν καλύτερο και πιο περίπλοκο διάδοχο, όπου θα αποθήκευε τις πληροφορίες του
και τον οποίο θα πλημμύριζε στο τέλος με την προσωπικότητά του.
Ο Συμπαντικός ΑΚ διέκοψε τις περιπλανώμενες σκέψεις του Ζη Πράιμ, όχι με
λόγια, αλλά με καθοδήγηση. Η διάνοια του ζη Πράιμ οδηγήθηκε στην μισοσκότεινη
θάλασσα των Γαλαξιών, όπου ένας συγκεκριμένος μεγεθύνθηκε σε αστέρια.
Μία σκέψη τον κυρίευσε, άπειρα μακρινή, αλλά ξεκάθαρη. «ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΙΚΟΣ ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ».
Αλλά ήταν ακριβώς ίδιος με οποιονδήποτε άλλον και ο Ζη Πράιμ απογοητεύτηκε.
Ο Ντη Σαμπ Γουν, το μυαλό του οποίου τον συντρόφευε, είπε ξαφνικά. «Και είναι
ένα από όλα αυτά τα άστρα το πρωταρχικό άστρο του Ανθρώπου;»
Ο Συμπαντικός ΑΚ είπε «ΤΟ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΝΟΒΑ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΛΕΥΚΟΣ ΝΑΝΟΣ».
«Οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ πέθαναν;» ρώτησε κατάπληκτος ο Ζη Πράιμ, χωρίς να σκεφτεί.
Ο Συμπαντικός ΑΚ είπε «ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, ΟΠΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΕ
ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΚΕ ΕΓΚΑΙΡΩΣ ΓΙΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΤΟΥΣ ΣΩΜΑΤΑ».
«Φυσικά», είπε ο Ζη Πράιμ, αλλά ακόμα κι έτσι, μία αίσθηση απώλειας τον κυρίευσε.
Το μαυλό του εγκατέλειψε τον αρχικό Γαλαξία του Ανθρώπου και χάθηκε μέσα στις
αχνές κουκίδες. Δεν ήθελε να τον ξαναδεί ποτέ.
Ο Ντη Σαμπ Γουν είπε «Ποιο είναι το πρόβλημα;»
«Τα άστρα πεθαίνουν. Το πρωταρχικό άστρο είναι νεκρό».
«Όλα πρέπει να πεθάνουν. Γιατί όχι;»
« Αλλά όταν θα εξαντληθεί όλη η ενέργεια, τα σώματά μας θα πεθάνουν οριστικά, και μαζί τους εσύ κι εγώ».
«Θα πάρει δισεκατομμύρια χρόνια».
«Δεν θέλω να συμβεί μετά από δισεκατομμύρια χρόνια! Συμπαντικέ ΑΚ, πόσα άστρα θα επιβιώσουν;»
Ο Ντη Σαμπ Γουν είπε με θυμηδία «Ρωτάς πως μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας».
Και ο Συμπαντικός ΑΚ απάντησε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
Οι σκέψεις του Ζη Πράιμ πέταξαν πίσω στον Γαλαξία του. Δεν ξανασκέφτηκε τον
Ντη Σαμπ Γουν, το σώμα του οποίου μπορεί να τον περίμενε σε έναν Γαλαξία ένα
τρισεκατομμύριο έτη φωτός μακριά ή σε ένα άστρο δίπλα σε εκείνο του Ζη Πράιμ.
Κακόκεφος, ο Ζη Πράιμ άρχισε να συγκεντρώνει διαστρικό υδρογόνο για να φτιάξει
το δικό του άστρο. Αν τα άστρα πρέπει κάποια μέρα να πεθάνουν, τουλάχιστον ας κατασκευαστούν μερικά ακόμη.
Ο Άνθρωπος συσκέφθηκε με τον εαυτό του, γιατί, με κάποιον τρόπο, διανοητικά, ο
Άνθρωπος ήταν ένας. Τον αποτελούσαν ένα τρισεκατομμύριο, τρισεκατομμύριο,
τρισεκατομμύριο άχρονα σώματα, το καθένα στη θέση του, να αναπαύεται ήσυχο και
άφθαρτο, το καθένα φροντισμένο από τέλεια αυτόματα, εξίσου άφθαρτα, ενώ τα
μυαλά όλων των σωμάτων διαλύονταν ελεύθερα το ένα μέσα στο άλλο, αξεχώριστα. Ο Άνθρωπος είπε «Το Σύμπαν πεθαίνει».
Ο Άνθρωπος κοίταξε τους μισοσκότεινους Γαλαξίες. Τα γιγάντια άστρα,
εξαντλημένα, είχαν χαθεί εδώ και καιρό, στο μακρινό και μισοξεχασμένο παρελθόν.
Σχεδόν όλα τα άστρα ήταν λευκοί νάνοι, που έσβηναν στο τέλος τους.
Νέα άστρα είχαν δημιουργηθεί από την σκόνη ανάμεσα στα άστρα, μερικά από
φυσική δραστηριότητα, μερικά από τον ίδιο τον Άνθρωπο, αλλά και αυτά τελείωναν, επίσης.
Ο Άνθρωπος είπε «Με συνετή διαχείριση, σύμφωνα με την καθοδήγηση του
Συμπαντικού ΑΚ, η ενέργεια που απομένει θα διαρκέσει δισεκατομμύρια χρόνια».
«Ακόμα κι έτσι» είπε ο Άνθρωπος, «κάποτε όλα θα τελειώσουν. Όσο συνετά και αν
διαχειριστεί, όσο και αν διαρκέσει, η ενέργεια που θα δαπανηθεί χάνεται και δεν
μπορεί να αποκατασταθεί. Η εντροπία θα αυξάνεται στο διηνεκές».
Ο Άνθρωπος είπε, «μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας; Ας ρωτήσουμε τον Παγκόσμιο ΑΚ».
Ο Παγκόσμιος ΑΚ τους περιέβαλλε, αλλά όχι στον χώρο. Ούτε ένα ίχνος του δεν
υπήρχε στον χώρο. Βρισκόταν στο υπέρχωρο και ήταν φτιαγμένος από κάτι που δεν
ήταν ούτε ύλη, ούτε ενέργεια. Η ερώτηση περί φύσης και μεγέθους του δεν είχε
πλέον καμία έννοια, υπό οιουσδήποτε όρους που θα μπορούσε να κατανοήσει ο Άνθρωπος.
«Κοσμικέ ΑΚ» είπε ο Άνθρωπος, «πως μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας;»
Ο Κοσμικός ΑΚ είπε, «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
Ο Άνθρωπος είπε. «Συγκέντρωσε στοιχεία». Ο Κοσμικός ΑΚ είπε, «ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ. ΤΟ ΚΑΝΩ ΕΔΩ ΚΑΙ ΕΚΑΤΟ ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. ΟΙ ΠΡΟΚΑΤΟΧΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΩ ΕΧΟΥΜΕ ΔΕΧΘΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ. ΟΛΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΑΝΕΠΑΡΚΗ».
«Θα έρθει η στιγμή», είπε ο Άνθρωπος, «που τα στοιχεία θα είναι επαρκή ή είναι
το πρόβλημα άλυτο υπό όλες τις πιθανές περιστάσεις;»
Ο Κοσμικός ΑΚ είπε «ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΥΤΟ ΥΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΙΘΑΝΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ».
Ο Άνθρωπος είπε «Πότε θα έχεις αρκετά στοιχεία για να απαντήσεις στην ερώτηση;»
Ο Κοσμικός ΑΚ είπε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
«Θα συνεχίσεις να το δουλεύεις;» ρώτησε ο Άνθρωπος.
Ο Κοσμικός ΑΚ είπε «Θα συνεχίσω».
Ο Άνθρωπος είπε, «Θα περιμένουμε».
Τα άστρα και ο Γαλαξίες πέθαναν και έσβησαν, και το διάστημα σκοτείνιασε ύστερα
από δέκα τρισεκατομμύρια χρόνια συνεχούς λειτουργίας.
Ένας- ένας, οι άνθρωποι απορροφήθηκαν από τον ΑΚ, κάθε φυσικό σώμα έχανε την
διανοητική του ταυτότητα με έναν τρόπο που ήταν περισσότερο ωφέλεια παρά απώλεια.
Το τελευταίο μυαλό του Ανθρώπου στάθηκε πριν την απορρόφηση, κοιτώντας προς
ένα διάστημα που δεν περιείχε τίποτε άλλο παρά τα απομεινάρια ενός τελευταίου
σκοτεινού άστρου και λίγη απίστευτα λεπτή ύλη, που την τάραζε τυχαία το
υπόλειμμα θερμότητας που εξαντλούνταν, ασυμπτωτικά, μέχρι το απόλυτο μηδέν.
Ο Άνθρωπος είπε, «ΑΚ, είναι αυτό το τέλος. Δεν μπορεί αυτό χάος να αντιστραφεί
και να ξαναυπάρξει το Σύμπαν ακόμη μία φορά. Δεν μπορεί να γίνει;»
Ο ΑΚ είπε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
Το τελευταίο μυαλό του Ανθρώπου απορροφήθηκε και μόνο ο ΑΚ υπήρχε- και
αυτός στον υπέρχωρο.
Η ύλη και η ενέργεια είχαν τελειώσει και μαζί τους είχαν τελειώσει ο χώρος και ο
χρόνος. Ακόμη και ο ΑΚ υπήρχε μόνο για χάρη της τελευταίας ερώτησης που δεν
είχε ποτέ απαντηθεί, από τότε που ένας μισομεθυσμένος άνθρωπος είχε θέσει την
ερώτηση σε έναν υπολογιστή δέκα τρισεκατομμύρια χρόνια πριν, όταν ο υπολογιστής
σε σχέση με τον ΑΚ ήταν λιγότερο από αυτό που ήταν ο άνθρωπος σε σχέση με τον Άνθρωπο.
Όλες οι άλλες ερωτήσεις είχαν απαντηθεί, και μέχρι να απαντηθεί και αυτή η
τελευταία ερώτηση, ο ΑΚ δεν μπορούσε να απελευθερώσει την συνείδησή του.
Όλα τα στοιχεία είχαν συγκεντρωθεί. Δεν είχε απομείνει τίποτε για να συγκεντρωθεί.
Αλλά τα συγκεντρωμένα στοιχεία έπρεπε να συνδυαστούν με όλους τους δυνατούς τρόπους.
Ένα άχρονο διάστημα πέρασε έως ότου γίνει αυτό.
Και ο ΑΚ έμαθε πώς να αντιστρέψει την ροή της εντροπίας.
Αλλά δεν υπήρχε πλέον κανένας άνθρωπος για να του δώσει ο ΑΚ την απάντηση.
Ούτε ύλη. Η απάντηση έπρεπε να το φροντίσει και αυτό.
Για ακόμη ένα άχρονο διάλειμμα, ο ΑΚ σκεφτόταν πώς να το πραγματοποιήσει
καλύτερα. Προσεκτικά, οργάνωνε το πρόγραμμα.
Η συνείδηση του ΑΚ περιέλαβε όλα όσα ήταν κάποτε το Σύμπαν και τώρα ήταν
Χάος. Βήμα- βήμα, έπρεπε να γίνει.
Και ο ΑΚ είπε, «ΓΕΝΝΗΘΗΤΩ ΦΩΣ».
Και εγένετο φως

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ – ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΩΦ

...Ο Χάρλαν δίστασε. Μετά σίγουρος ότι όλα ήσαν μάταια έστι κι αλλιώς, είπε κουρασμένα. “Εμπρός, λέγε”.
“Λένε” (άρχισε ο Τουίσελ), “ότι γεννήθηκα γέρος, ότι έβγαλα τα πρώτα μου δόντια μέσα σ' ένα Κομπιούταπλεξ, ότι κουβαλάω τον γραφτό μου υπολογιστή σε μια ειδική τσέπη της πιτζάμας μου την ώρα πυ κοιμάμαι, ότι ο εγκέφαλός μου είναι φτιαγμένος από μικρές δυναμο – γεννήτριες τοποθετημένες σε ατέλειωτους παράλληλους κρίκους και ότι τα αιμοσφαίριά μου είναι μικροί διαστημοχρονικοί χάρτες που πλέουν μέσα σε λάδι μηχανής.
“Ολες αυτές οι διαδόσεις φτάνουνε που και που στ' αυτιά μου, και μπορώ να σου πω ότι αισθάνομαι λίγο περήφανος γι' αυτές. Ισως και να τις πιστεύω λίγο. Είναι μια γέρικη ματαιοδοξία, αλλά κάνει τη ζωή μου κάπως πιο εύκολη.
“Σου κάνει εντύπωση αυτό; Οτι προσπαθώ να βρω ένα τρόπο να κάνω τη ζωή μου πιο εύκολη; Εγώ ο Ανώτερος Υπολογιστής Τουίσελ, μέλος του Πανσυμβουλίου; Ισως γι' αυτό να καπνίζω. Το σκέφτηκες ποτέ αυτό; Πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος, ξέριες. Στην Αιωνιότητα πολύ λίγοι καπνίζουν, το ίδιο και στο Χρόνο. Το σκέφτηκα αυτό πολλές φορές. Νομίζω πως είναι μια επανάσταση ενάντια στην Αιωνιότητα, που παίρνει τη θέση μιας μεγαλύτερης επανάστασης που απέτυχε...
“Οχι δεν πειράζει. Ενα δύο δάκρυα δεν θα με βλάψουν, και δεν προσποιούμαι, πίστεψέ με. Είναι επειδή δεν τάχα σκεφτεί αυτά για πολύ καιρό. Δεν είναι ευχάριστα.
“Υπήρχε μια γυναίκα βέβαια, όπως και στη δική σου περίπτωση. Δεν είναι σύμπτωση. Είναι σχεδόν αναπόφευκτο, αν κάτσεις να το σκεφτείς. Ένας Αιώνιος, που είναι αναγκασμένος να πουλήσει τις φυσιολογικές χαρές της οικογενειακής ζωής για μια χούφτα διάτρητα μεταλλικά φύλλα, είναι επιρρεπής σε μια τέτοιου είχους μόλυνση. Γι' αυτό και η Αιωνιότητα παίρνει τόσες προφυλάξεις. Και γι' αυτό οι Αιώνιοι όπως φαίνεται, είναι τόσο καπάτσοι καμιά φορά στο να αποφεύγουν αυτές τις προφυλάξεις.
“Θυμάμαι τη γυναίκα μου. Είναι ανόητο αλλά δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτε άλλο από εκείνον τον φυσιο – καιρό. Οι παλιοί μου συνάδελφοι είναι μόνον ονόματα που έχουν μπει στο αρχείο. Οι Αλλαγές που επίβλεψα -όλες εκτός από μια- είναι μόνο στοιχεία που βρίσκονται στα κέντρα μνήμης του Κομπιούταπλέξ. Εκείνην όμως τη θυμάμαι πολύ καλά. Ισως να το καταλαβαίνεις αυτό.
“Είχα κάνει από καιρό τη ν αίτηση για δεσμό. Οταν έγινα Κατώτερος Υπολογιστής μου την παραχώρησαν. Ηταν ένα κορίτσι από αυτόν εδώ τον Αιώνα, τον 575ο. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ, βέβαια. Ηταν έξυπνη και καλή. Δεν ήταν όμορφη ούτε καν νόστιμη, αλλά κι εγώ στα νειάτα μου, (ναι, ήμουν νέος, μην πιστεύεις τους μύθους) δεν περνούσα για καλλονή. Ταιριάζαμε πολύ στο χαρακτήρα, εκείνη κι εγώ, και αν ήμουν Χρόνιος θα ήμουν περήφανος να την παντρευόμουνα. Της τόχα πει πολλές φορές. Νομίζω πως την ευχαριστούσε. Αλλά ήταν η αλήθεια. Δεν είναι τόσο τυχεροί όλοι οι Αιώνιοι τη στιγμή που πρέπει να δέχονται τις γυναίκες που τους επιβάλλουν οι υπολογισμοί.
“Σε κείνην ειδικά την Πραγματικότητα θα πέθαινε νέα, και κανένα από τα επόμενα ανάλογά της δεν ήταν ελεύθερο για δεσμό στην αρχή το έπαιρνα φιλοσοφικά. Στο κάτω κάτω ήταν η σύντομη ζωή της που της επέτρεπε να ζει μαζί μου χωρίς να επηρεάζει πολύ την Πραγματικότητα.
“Τώρα ντρέπομαι γι' αυτό, δηλαδή που χάρηκα ότι είχε τόση λίγη ζωή μπροστά της. Μόνο στην αρχή, αυτό είν' όλο. Μόνο στην αρχή.
“Την επισκεπτόμουνα όσο συχνά μου επέτρεπε το διαστημοχρονικό πρόγραμμα, εξοικονομούσα το κάθε λεπτό που μου περίσσευε, παρέλειπα να φάω και να κοιμηθώ όταν χρειαζότανε και παράταγα τη δουλειά μου ξεδιάντροπα. Η αγάπη της ξεπέρασε τις προσδοκίες μου και την ερωτεύτηκα. Στο λέω καθαρά. Η εμπειρία μου στον ερωτικό τομέα είναι πολύ μικρή και από Παρατηρήσεις στο Χρόνο δεν καταλαβαίνεις πολλά πράγματα. Αλλά από όσα μπορούσα να καταλάβω, ήμουν ερωτευμένος. Αυτό που άρχισε με την ικανοποίηση μιας αισθηματικής και σαρκικής επιθυμιάς έγινε κάτι πολύ περισσότερο. Ο σύντομος θάνατός της έπαψε να με βολεύει και τον είδα σαν καταστροφή. Έκανα το Πρόγραμμά της ζωής της. Δεν πήγα στο τμήμα Προγραμματισμού Ζωής. Το έκανα μόνος μου. Αυτό σου κάνει εντύπωση, φαντάζομαι. Ηταν μια μικρή παρανομία, αλλά δεν ήταν τίποτε μπροστά στα εγκλήματα που έκανα αργότερα.
“Ναι εγώ ο Τουίσελ, ο Ανώτερος Υπολογιστής Τουίσελ.
“Υπήρχαν τριες ξεχωριστές στιγμές στο φυσιοχρόνο στις οποίες μια απλή πράξη μπορούσε ν' αλλάξει την ατομική της Πραγματικότητα. Ηξερα φυσικά πως μια τέτοια αλλαγή για προσωπικά κίνητρα, δεν θα έπαιρνε ποτέ την έγκριση του Συμβουλίου. Παρ' όλα αυτά ένιωθα προσωπικά υπεύθυνος για τον θάνατό της. Αυτό με έσπρωξε σε ορισμένες πράξεις αργότερα.
“Εμεινε έγκυος. Δεν έκανα τίποτε για να το εμποδίσω μόλο που μπορούσα. Είχα δουλέψει πάνω στο Πρόγραμμα της Ζωής τη, το είχα βελτιώσει ώστε να περιέχει τη σχέση της μαζί μου, και ήξερα πως η εγκυμοσύνη ήταν μια πολύ πιθανή συνέπεια. Οπως θα ξέρεις ίσως, οι Χρόνιες συλλαμβάνουν καμιά φορά από Αιωνίους, παρ' όλες τις προφυλάξεις. Δεν είναι πρωτάκουστο. Επειδή όμως οι αιώνιοι απαγορεύεται να κάνουν παιδιά, αυτές οι εγκυμοσύνες παίρνουν τέλος με ανώδυνο και ασφαλή τρόπο. Υπάρχουν πολλές μέθοδοι.
“Το πρόγραμμα Ζωής που της έκανα έδειχνε πως θα πέθαινε πριν γεννήσει, γι' αυτό και δεν πήρα κανένα μέτρο. Ηταν ευτυχισμένη και ήθελα να εξακολουθήσω να είναι.
“Ετσι απλά την παρακολουθούσα και χαμογελούσα όταν μου έλεγε πως ένιωθε μια άλλη ζωή να σαλεύει μέσα της.
“Αλλά τότε έγινε κάτι αναπάντεχο. Γεννησε προώρα.
“Δεν απορώ που με κοιτάζεις έτσι. Εχω ένα παιδί. Ενα πραγματικά δικό μου παιδί. Δεν θα βρεις ίσως άλλον Αιώνιο που να μπορεί να στο πει αυτό. Αυτή δεν ήταν μια μικρή παρανομία. Ηταν αρκετά σοβαρό, αλλά και πάλι δεν ήταν τίποτε. Δεν το είχα προβλέψει. Η γέννηση και τα προβλήματά της ήταν μια άποψη της ζωής που δεν ήξερα.
“Ξανακοίταξα πανικόβλητος το Πρόγραμμα Ζωής και ανακάλυψα το ζωντανό παιδί, σε μια εναλλακτική διακλάδωση που μου είχε ξεφύγει. Δεν θάχε ξεφύγει από έναν επαγγελματία Προγραμματιστή Ζωής και ήταν λάθος μου που είχα εμπιστευτεί τις ικανότητές μου.
“Αλλά τι μπορούσα να κάνω τώρα;
“Δεν μπορούσα να σκοτώσω το παιδί. Η μητέρα είχε μόνο δυό εβδομάδες να ζήσει. Ασε το παιδί να ζήσει μαζί της μέχρι τότε, σκεφτόμουνα. Δύο εβδομάδες ευτυχίας δεν είναι μεγάλο πράγμα να ζητάει κανείς.
“Η μητέρα πέθανε, όπως προβλεπόταν. Καθόμουν στο δωμάτιο της όση ώρα μου άφηνε ο διαστημοχρονικός χάρτης μ' έναν πόνο που γινόταν πιο δυνατός όταν σκεφτόμουν πως ήξερα τον θάνατό της από πριν, για έναν ολόκληρο χρόνο. Κρατούσα στην αγκαλιά μου το γιό μας.
“Ναι, τον άφησα να ζήσει. Γιατί φωνάζεις; Θα με καταδικάσεις κι εσύ; Δεν ξέρεις τι σημαίνει να κρατάς στην αγκαλιά σου ένα μικρό κομμάτι της δικής σου ζωής. Μπορεί να έχω έναν Κομπιούταπλεξ αντί για νεύρα και διαστημοχρονικούς χάρτες μέσα στις φλέβες μου, αλλά εγώ ξέρω.
“Το άφησα να ζήσει. Εκανα κι αυτό το έγκλημα. Το παράδωσα σ' ένα κατάλληλο ίδρυμα και το επισκεπτόμουν όταν μπορούσα (σε κανονικά χρονικά διασηματα που τα τηρούσα ακόμα και στον φυσιοχρόνο) για να πληρώνω τα αναγκαία έξοδα και να βλέπω το παιδί να μεγαλώνει.
“Ετσι πέρασαν δύο χρόνια. Κατά καιρούς, κοίταξα το Πρόγραμμα Ζωής του παιδιού, (είχα πια συνηθίσει να σπάω αυτόν τον συγκεκριμένο νόμο), κι ήμουν ευχαριστημένος που έβλεπα ότι δεν υπήρχαν καθόλου βλαβερές συνέπειες στην τότε τρέχουσα Πραγματικότητα, σε επίπεδο πιθανοτήτων πάνω από 0,0001. Το παιδί έμαθε να περπατάει και να προφέρει κουτσά – στραβά μερικές λέξεις. Δεν το είχαν μάθει να με φωνάζει 'μπαμπά'. Τι είδους υποθέσιες μπορεί να έκαναν οι Χρόνιοι του παιδικού σταθμού για μένα είναι κάτι που δεν ξέρω. Απλώς πήραν τα λεφτά τους και δεν είπαν λέξη.
“Τότε αφού πέρασαν τα δύο χρόνια, υποβλήθηκε στο Πανσυμβούλιο η πρόταση για μια Αλλαγή που συμπεριελάμβανε σε μια πτέρυγά της και τον 575ο... Εγώ, που είχα στο μεταξύ προαχθεί στον βαθμό του βοηθού Υπολογιστού, τέθηκα επικεφαλής. Ηταν η πρώτη Αλλαγή. Που θα επίβλεπα μόνος μου.
“Ημουνα βέβαια περήφανος, αλλά ανησυχούσα κιόλας. Ο γιός μου ήταν ένα ξένο στοιχείο μέσα στην Πραγματικότητα. Δεν μπορούσα να περιμένω ότι θα είχε ανάλογα. Η σκέψη ότι θα περνούσε στην ανυπαρξία μου προξενούσε λύπη.
“Προετοίμασα την Αλλαγή και μπορώ να καυχηθώ ακόμα τώρα ότι έκανα τη δουλειά μου τέλεια. Την πρώτη μου δουλειά. Αλλά υπέκυψα σε έναν πειρασμό. Υπέκυψα αρκετά εύκολα γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά. Ημουν πια ένας πορωμένος εγκληματίας. Εφτιαξα ένα Πρόγραμμα Ζωής για τον γιό μου στη νέα Πραγματικότητα, σίγουρος γι' αυτό που θα εύρισκα.
“Μετά, για εικοσιτέσσερις ώρες χωρίς φαϊ και ύπνο, κάθισα στο γραφείο μου με το έτοιμο πρόγραμμα, μελετώντας το και προσπαθώντας απελπισμένα ν' ανακαλύψω αν υπήρχε κανένα λάθος.
“Δεν υπήρχε λάθος.
“Την άλλη μέρα, καθυστερώντας κάπως τη λύση της Αλλαγής, έφτιαξα ένα διαστημοχρονικό διάγραμμα κατά προσέγγιση, (στο κάτω κάτω η Αλλαγή δεν θα διαρκούσε πολύ), και μπήκα στον Χρόνο σ' ένα σημείο περίπου τριάντα χρόνια ανωχρονικά από την γέννηση του παιδιού μου.
“Ηταν τριαντατεσσάρων χρονών, στην ίδια ηλικία με μένα. Του συστήθηκα σα μακρινός συγγενής, χρησιμοποιώντας αυτά που ήξερα για την οικογένεια της μητέρας του. Δεν ήξερε τον πατέρα του ούτε θυμόταν τις επισκέψεις μου στη βρεφική του ηλικία.
“Ηταν αεροναυπηγός. Ο 575ος ειδικευόταν σε μισή ντουζίνα παραλλαγές εναερίων ταξιδιών (όπως και στη σύγχρονη Πραγματικότητα), και ο γιός μου ήταν ένα ευτυχισμένο και επιτυχημένο μέλος της κοινωνίας. Ηταν παντρεμένος με μια κοπέλλα τρελά ερωτευμένη μαζί του, αλλά δεν θάκαναν παιδιά. Ουτε και η κοπέλλα θα είχε παντρευτεί ποτέ αν ο γιός μου δεν εμφανιζόταν μέσα σ' αυτήν την Πραγματικότητα. Το ήξερα αυτό από την αρχή. Ηξερα πως δεν θα υπήρχαν βλαβερές συνέπειες πάνω στην Πραγματικότητα. Αλλιώς δεν θα τολμούσα ν' αφήσω το αγόρι να ζήσει. Δεν είμαι εντελώς ασυνείδητος.
“Πέρασα την μέρα με το γιό μου. Του μιλούσα τυπικά, του χαμογελούσα ευγενικά, και τον αποχαιρέτησα ψυχρά την ώρα που όριζε το διαστημοχρονικό διάγραμμα.
“Αλλά από μέσα μου παρακολουθούσα και αφομοίωνα κάθε του πράξη, προσπαθώντας να κρατήσω ότι μπορούσα απ' αυτόν και να ζήσω μια μέρα ακόμη σε μια Πραγματικότητα που την επόμενη μέρα, (μετρώντας σε φυσιοχρόνο) δεν θα είχε ποτέ υπάρξει.
“Πόσο νοσταλούσα να επισκεφτώ και την γυναίκα μου μια τελευταία φορά, σε κείνο το μέρος του Χρόνου που ζούσε, αλλά είχα εξαντλήσει και το τελευταίο δευτερόλεπτο που είχα στη διάθεσή μου. Δεν τολμούσα να μπω στο Χρόνο για να την δω ούτε καν αόρατος.
“Γύρισα στην Αιωνιότητα και πέρασα μια τελευταία απαίσια νύχτα παλεύοντας μάταια ενάντια σ' αυτό που έπρεπε να γίνει. Το επόμενο πρωί παρέδωσα τους Υπολογισμούς μου μαζί με την πρότασή μου για την Αλλαγή”.

Η φωνή του Τουίσελ είχε γίνει ψίθυρος και τώρα σταμάτησε. Καθόταν με τους ώμους γυρτούς, το βλέμμα στυλωμένο στο πάτωμα ανάμεσα στα γόνατά του και τα δάχτυλά του να στροφογυρίζουν νευρικά καθώς τα σταύρωνε και τα ξεσταύρωνε. Ο Χάρλαν, περιμένοντας άδικα για την επόμενη φράση του γέρου, ξερόβηξε. Ανακάλυψε πως τον λυπόταν παρ' όλα τα εγκλήματα που είχε κάνει. Είπε.
“Κι αυτό είναι όλο;”
Ο Τουίσελ ψιθύρισε, “Οχι, το χειρότερο – το χειρότερο – ένα ανάλογο του γιού μου υπήρχε πραγματικά. Στην νέα Πραγματικότητα ζούσε – όντας παράλυτος από την ηλικία των τεσσάρων ετών. Σαρανταδύο χρόνια κατάκοιτος, και κάτω από συνθήκες που με εμπόδιζαν να τον υποβάλλω στην νευρο – ανανεωτική θεραπεία του 900ου, ή τουλάχιστον να κανονίσω να τελειώσει τη ζωή του ανώδυνα.
“Η νέα Πραγματικότητα υπάρχει ακόμα. Ο γιός μου ζει ακόμα στο αντίστοιχο τμήμα του Αιώνα. Εγώ του τόκανα αυτό. Ηταν το μυαλό μου και ο Κομπιούταπλεξ που του δημιούργησαν αυτήν την καινούργια ζωή, και ήταν η φωνή μου που πρόσταξε να γίνει η Αλλαγή. Είχα κάνει αρκετές παρανομίες για χάρη του και για χάρη της μητέρας του, αλλά αυτή η τελευταία μου πράξη, παρ' όλο που ήταν αυστηρά σύμφωνη με τον όρκο μου σαν Αιώνιου, ήταν το μεγαλύτερό μου έγκλημα, το μόνο μου έγκλημα”.
Ο Χάρλαν δεν είχε τίποτε να πει πάνω σ' αυτό και έτσι δεν απάντησε. Ο Τουίσελ είπε, “Βλέπεις ωρα γιατί καταλαβάινω την περίπτωσή σου, γιατί είμαι πρόθυμος να σου δώσω το κορίτσι σου. Δεν θα έβλαφτε την Αιωνιότητα και θα ήταν κατά κάποιο τρόπο μια εξιλέωση από το έγκλημά μου”.
Και ο Χάρλαν τον πίστεψε. Ξαφνικά, αλλάζοντας γνώμη, τον πίστεψε!
Ο Χάρλαν έπεσε στα γόνατα και έσφιξε με τις γροθιές του τους κροτάφους του. Έσκυψε το κεφάλι και το κούνησε αργά δεξιά αριστερά καθώς τον διαπερνούσε μια άγρια απελπισία.
Είχε πετάξει στα σκουπίδια την Αιωνιότητα και είχε χάσει την Νόυς – τη στιγμή που, χωρίς το γκρέμισμα του Σαμψών, θα μπορούσε να σώσει την μία και να κρατήσει την άλλη.

ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΩΦ
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ