.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

Η Πέτρα του Ήλιου [απόσπασμα] – Octavio Paz

 


...θέλω να συνεχίσω να πάω μακρύτερα
μα δεν μπορώ:
η στιγμή βιάστηκε να γίνει άλλη κι άλλη,
κοιμήθηκα τα όνειρα μιας πέτρας που δεν ονειρεύεται
και στο βάθος των χρόνων όμοιων με πέτρες
άκουσα να τραγουδάει το αιχμάλωτο αίμα μου,
η θάλασσα τραγουδούσε με μιά βουή φωτός,
ένα προς ένα πέφτανε τα τείχη,
όλες οι πόρτες γκρεμιζόντουσαν,
κι ο ήλιος κουρσευτής έτρεχε
κάτω από το μέτωπό μου,
ξεκολλούσε τα κλειστά μου βλέφαρα,
ξεχώριζε το Είναι μου απ’ το περίβλημά του, 
με τραβούσε από τον εαυτό μου, 
με χώριζε από τον βάρβαρο ύπνο μου
των πέτρινων αιώνων
και η μαγεία του καθρεφτίζοντας έκανε να ξαναζεί
μιά ιτιά κρυστάλλινη, μια λεύκα από νερό,
ένα ψηλό συντριβάνι γερμένο από τον άνεμο,
ένα δέντρο καλοφυτεμένο αν και χορεύοντας,
το πέρασμα του ποταμού που ελίσσεται,
προχωρεί, πισωδρομίζει, στρέφεται
και πάντα καταφθάνει:
Μεξικό 1957


Octavio Paz
Η Πέτρα του Ήλιου
Μετάφραση Γιώργος Μακρής
Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος 2002

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Διαφορές της Φιλοσοφίας από την Επιστήμη - IΩΑΝΝΗΣ Γ. ΔΕΛΛΗΣ

 


Ο Jaspers στο παραπάνω παράθεμα υποδηλώνει ότι η φιλοσοφία, παρά το γεγονός ότι συνδιαλέγεται και συνεργάζεται με τις επιστήμες, έχει κάποιες διαφορές απ' αυτήν(1). Ο εντοπισμός και η καταγραφή διαφορών ανάμεσα στα δύο αυτά δημιουργήματα του πνεύματος δε συνεπάγεται και αξιολογική απόφανση υπέρ του ενός ή του άλλου, διότι και τα δύο συμμετέχουν στον ίδιο βαθμό στον ανθρώπινο πνευματικό και πρακτικό βίο, στην ιστορημένη ζωή του ανθρώπου, αφού και τα δύο, τόσο η φιλοσοφία με τις θεωρίες της όσο και η επιστήμη με τις εφαρμόσιμες σ' ένα βαθμό γνώσεις της, παρεμβαίνουν στο «γίγνεσθαι» του πολιτισμού.
α) Την πρώτη επισήμανση πάνω στη σχέση της Φιλοσοφίας με την επιστήμη την κάνει ο Αριστοτέλης. Η φιλοσοφία εξετάζει. Αυτό δηλαδή που φαίνεται ως πραγματικό είναι όντως πραγματικό. Η φιλοσοφία εξετάζει τα πράγματα συνθέτοντας το «καθόλου», ενώ οι επιστήμες εξετάζουν τα «επί μέρους». Οι επιστήμες ξεχωρίζουν ένα πεδίο του επιστητού κι ασχολούνται μ' αυτό χωρίς άλλη προοπτική παρά μόνο την ακριβή γνώση του. Έτσι διαφεύγει από την επιστήμη ή είναι αδιάφορο για την ίδια ν' ασχοληθεί με την «ουσία», δηλαδή τις «αρχές» του προβλήματος με το οποίο καταπιάνεται. αρκείται στη γνώση των φαινομένων. Π.χ. η Ψυχολογία ασχολείται με τα ψυχικά φαινόμενα, ενώ τα ερωτήματα σχετικά με το πρόβλημα της «ψυχής» τα αφήνει στη φιλοσοφία, και ειδικά στη Μεταφυσική. Το ίδιο και η Φυσική, η οποία σημείωσε βέβαια μεγάλη πρόοδο μέχρι το 1930 εξηγώντας πολλά φυσικά φαινόμενα, ενώ για τη σύσταση της ύλης δεχόταν μέχρι τότε μ' ελάχιστες παρεκκλίσεις τη δημοκρίτεια θεωρία για τα «άτομα» και το «κενό»(2).
β) Μια άλλη διαφορά συναφής προς την προηγούμενη είναι ότι η Φιλοσοφία ερευνά τις «αρχές των όντων» και είναι περισσότερο γνώση θεωρητική και λιγότερο πρακτική και εφαρμόσιμη, ενώ η επιστήμη παράγει σε μεγάλο βαθμό πρακτικές και εφαρμόσιμες γνώσεις, ενώ σε πολλές περιπτώσεις διατυπώνει θεωρίες για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα να εφαρμοσθούν στο μέλλον. Ο θεωρητικός χαρακτήρας της φιλοσοφίας σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να οδηγεί στον ανυπόστατο ισχυρισμό ότι η φιλοσοφία είναι ουτοπική ενασχόληση ή δονκιχωτισμός του πνεύματος ή καταφύγιο ρομαντικής διάθεσης. Εξάλλου και πολλές από τις λεγόμενες εφαρμοσμένες επιστήμες κατασκευάζουν θεωρίες και επιχειρούν συνεχείς προσεγγίσεις προβλημάτων. Έτσι η αντίληψη που θέλει την εφαρμοσιμότητα ως ριζική διαφορά της φιλοσοφίας από την επιστήμη φαίνεται ότι δεν είναι ασφαλής. Το προνόμιο όμως που διεκδικεί και κατέχει η φιλοσοφία είναι ότι ασχολείται με τα προβλήματα που συνθέτουν την πραγματικότητα των εκφάνσεων της ζωής(3). Εξάλλου η φιλοσοφία ασκεί κανονιστικό ρόλο πάνω στις άλλες επιστήμες. Ο J. Piaget γράφει, με την προκαταβολική δήλωση ότι την ιδέα αυτή την αποδέχονται όλες οι σχολές:
«Σκοπός της φιλοσοφίας είναι να πετύχει μια γενική εναρμόνιση των ανθρωπίνων αξιών, δηλαδή μιαν αντίληψη του κόσμου που λαβαίνει υπόψη της όχι μόνο τις αποκτημένες γνώσεις και την κριτική αυτών των γνώσεων, αλλά και τις πεποιθήσεις και τις ποικίλες αξίες του ανθρώπου σε όλες του τις εκδηλώσεις. Η φιλοσοφία ξεπερνά λοιπόν τις θετικές επιστήμες και τις τοποθετεί με κριτήριο ένα σύνολο αξιολογήσεων και σημασίας εκτεινόμενο από την «πράξη» ως τις καθαυτό μεταφυσικές»(4).
Εξαιτίας ακριβώς αυτής της αποστολής της η φιλοσοφία δεν έχει καμία υποχρέωση ν' απολογείται, όταν μέσα στο κύμα του σύγχρονου επιστημονικού ωφελιμισμού και στο κυνήγι της εφαρμοσμένης γνώσης απαξιώνεται επιπόλαια ή κατηγορείται άδικα για το θεωρητικό χαρακτήρα των γνώσεων που παράγει. Η φιλοσοφία δε ζητά δικαίωση από την επιστήμη, τη στιγμή που η δεύτερη στα έσχατα όριά της την έχει ανάγκη και τη χρησιμοποιεί ή ζητάει τη βοήθειά της για να ξεπεράσει το αδιέξοδο που της προκαλούν τα ίδια της τα επιτεύγματα σε σχέση με την ανθρώπινη μοίρα. Είναι παράλογο να δικάζεται η φιλοσοφία από τους υπηκόους της, δηλαδή τις επιστήμες, είχε σημειώσει ο D. Hume.
γ) Τη φιλοσοφία τη χαρακτηρίζει η «καθολικότητα», ενώ την επιστήμη η εξειδίκευση. Αυτό δε σημαίνει ότι ο ασχολούμενος με τη φιλοσοφία έχει την ψευδαίσθηση ότι κατέχει όλες τις επί μέρους επιστήμες, αλλά χρησιμοποιεί τα τελικά συμπεράσματα των διαφόρων επιστημών και προσπαθεί να τα συνενώσει σ' ένα όλο απαλλαγμένο από αντιφάσεις. Η ενότητα ως σκοπός της φιλοσοφίας σημαίνει ένα σύνολο από αλληλοεξαρτήσεις και συμπληρωματικότητες, με διεπιστημονική θεώρηση των επιστημονικών επιτευγμάτων και με σημείο αναφοράς τον άνθρωπο.
δ) Η φιλοσοφία δουλεύει με ορισμούς, έννοιες, προτάσεις, συλλογισμούς κι επιχειρήματα. Αντικείμενό της είναι κυρίως τα επιστημολογικά προβλήματα, αλλά και φαινόμενα πολιτικά, κοινωνικά, ηθικά, τα οποία επιδιώκει να ερμηνεύσει και να κατανοήσει. Η επιστήμη προσπαθεί κατά κύριο λόγο να εξηγήσει φαινόμενα φυσικά, χημικά, βιολογικά, γεωλογικά κ.ά.
ε) Έτσι προορισμός της επιστήμης είναι η εξήγηση του συγκεκριμένου αντικειμένου και φαινομένου. Προορισμός της φιλοσοφίας είναι η σύλληψη του «είναι» στις διάφορες εμπειρίες και εκδηλώσεις της ζωής.
στ) Η επιστήμη προχωράει από το ορατό στο ορατό και πάντοτε ασχολείται με ορισμένα αντικείμενα που τα έχει προσδιορίσει και οριοθετήσει με σαφήνεια. Αντίθετα η φιλοσοφία προχωράει από το αισθητό στο νοητό και πραγματεύεται το σύνολο των αντικειμένων και φαινομένων. Σχετική είναι η άποψη του Γάλλου φιλοσόφου Jacques Maritain (1882-1973), ο οποίος σημειώνει: «Ο επιστήμονας αναζητεί τους νόμους των φαινομένων, συνδέοντας ένα ορατό μ' ένα άλλο ορατό γεγονός, ενώ ο φιλόσοφος αναζητεί τη φύση της υλικής ουσίας που οι εκδηλώσεις της είναι τα φαινόμενα. Ο επιστήμονας προχωράει από το ορατό στο ορατό, ενώ ο φιλόσοφος από το ορατό στο αόρατο. Έτσι οι χώροι της φιλοσοφίας και της επιστήμης, ενώ έχουν κοινά σημεία, δεν ταυτίζονται απόλυτα. Οι επιστημονικές εξηγήσεις δεν μας αποκαλύπτουν την εσωτερική αιτία των πραγμάτων, με αποτέλεσμα να μην ικανοποιούν τις απαιτήσεις του πνεύματος, το οποίο θέτει πάντοτε ερωτήματα ανώτερης φύσης και επιδιώκει να εισδύσει στο νοητό»(5).
ζ) Η Φιλοσοφία δε διατυπώνει μόνο θεωρίες με βάση τα εμπειρικά και πειραματικά δεδομένα, όπως συμβαίνει με τις πιο πολλές επιστήμες, αλλά και κανόνες με βάση τα ιδεατά, και καλεί κάθε άνθρωπο να τους σκεφθεί και να τους ακολουθήσει.
η) Σύμφωνα με μια άλλη άποψη, η φιλοσοφία διαφέρει από την επιστήμη όχι μόνο γιατί έχει διαφορετικό πλάτος έρευνας, αλλά γιατί η επιστήμη κατευθύνεται και στοχεύει στη γνώση των αντικειμένων-φαινομένων, ενώ η φιλοσοφία επιζητεί να ερμηνεύσει και τη φύση της συνείδησης του υποκειμένου, χωρίς την οποία τα αντικείμενα για το υποκείμενο-άνθρωπο δεν θα είχαν καμιά ύπαρξη. Ο «φιλόσοφος», σημειώνει ο Νίτσε, «επιδιώκει να κάμει ν' αντηχήσει μέσα του ο συνολικός ήχος του κόσμου, για να τον εξαγάγει απ' τον εαυτό του με έννοιες». Η Φιλοσοφία δεν λογαριάζει μόνο το γνωστικό αποτέλεσμα, όπως κάνει αποκλειστικά η Επιστήμη, αλλά αυτοπραγματώνεται ως τρόπος σκέψης και αυτοκατανόησης.
θ) Η Επιστήμη, για να καταλήξει στην αποδεδειγμένη γνώση, περνά από την «εικασία», την «πεποίθηση» και τη «διανόηση», που είναι τρία στάδια της συνείδησης κατά τη γνωστική διαδικασία. Σε κάποιο από αυτά, για να μην πούμε και στα τρία, γίνεται Φιλοσοφία, παρά την αρνητική στάση της σύγχρονης επιστήμης απέναντι στη φιλοσοφία, η οποία απορρέει από την εσφαλμένη επικρατούσα αντίληψη του επιστημονικού ωφελιμισμού, της αβέβαιης εφαρμοσιμότητας και του επισφαλούς δυναμισμού της τεχνολογίας, που είναι το γέννημα των εφαρμοσμένων επιστημών.
ι) Τελειώνουμε τις αναφορές μας στο πρόβλημα της σχέσης φιλοσοφίας και επιστήμης με μια άποψη του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, την οποία έχει αποτυπώσει σε πολλά κείμενά του: «Ενώ η επιστήμη έχει σκοπό να εξηγήσει τον κόσμο της φύσης, δηλαδή τα φαινόμενα, και τούτο σημαίνει να βρει νόμους, το έργο της φιλοσοφίας αντίθετα συνίσταται στο να σώσει το νόημα της ζωής, να διατηρήσει δηλαδή την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και συγχρόνως να εξηγήσει το αίνιγμα του κόσμου και να το παρουσιάσει λογικά-διαλεκτικά μέσα στη ζωή του πνεύματος»(6).


_____________________ 
1. Βλ. ενδεικτικά I. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Φιλοσοφία και Ζωή, Αθήνα 1967, σσ. 293-302' βλ. Ε. ΜΠΙΤΣΑΚΗΣ, Το αειθαλές δέντρο της Γνώσεως, εκδ. Στάχυ, Αθήνα 1995, κεφ. Α , σσ. 25-68.
2. Βλ. I. Γ. ΔΕΛΛΗΣ, Η Συμβολή της Αρχαίας Ατομικής Θεωρίας στην Πρόοδο της Φυσικής το 17ο αιώνα: οι απαρχές της νέας Επιστημολογίας, Εκδ. Παν. Πατρών 1998, Εισαγωγή.
3. Βλ. Μ. MERLEAU-PONTY, «Έπαινος της Φιλοσοφίας», μτφρ. στο περιοδικό Signum, 5 (1978), σσ. 1 και 4-13. Ο Merleau ανέπτυξε «μια φιλοσοφία που επιδιώκει να αποκαλύψει την επικαιρότητα του κόσμου κι όχι να κατασκευάσει τον κόσμο μέσω των εννοιών».
4. J. PIAGET, Επιστημολογία των Επιστημών τον ανθρώπου, μτφρ. Φ. Χατζιδάκη, εκδ. Ράππα, Αθήνα 1972, σ. 27.
5. J. MARITAIN, Distinguer pour unir les degrés du Savoir, 1932, σ. 94. Ο Μπασελάρ, επιφανής επιστημολόγος του αιώνα μας, διατυπώνει μια παρόμοια άποψη μ' εκείνη του Ayer, ότι δηλαδή η φιλοσοφία έχει ανάγκη από την επιστήμη. Φθάνει στο σημείο να υποστηρίξει ότι «η επιστήμη δημιουργεί τη φιλοσοφία», γιατί η ίδια την έχει ανάγκη. Η επιστήμη έχει πάντοτε και μια φιλοσοφική συνιστώσα. Βλ. Τ. MARY, Μπασελάρ - Επιστήμη και αντικειμενικότητα, μτφρ. Σ. Παπαχαρίσης - Γ. Φουρτούνης, Παν. Εκδ. Κρήτης, 1999, σσ. 21-25.
6.1. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Φιλοσοφία και Ζωή, ό.π., σ. 302.


IΩΑΝΝΗΣ Γ. ΔΕΛΛΗΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ τυπωθήτω ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ 2002

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

Το Αιωνίως Αδιανόητο (XVII) – ΛΑΝΚΑΒΑΤΑΡΑ ΣΟΥΤΡΑ



Τότε ο Μαχαμάτι ο Μποντισάττβα-Μαχασάττβα είπε τα εξής στον Ευλογημένο: Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ευλογημένου, το αιωνίως-αδιανόητο είναι η εξυψωμένη θέση της αυτοπραγμάτωσης καθώς επίσης και της ύψιστης πραγματικότητας. Οι φιλόσοφοι τώρα δεν ομιλούν επίσης για τον δημιουργικό παράγοντα ότι είναι το αιωνίως-αδιανόητο;
Ο Ευλογημένος απάντησε: Όχι, Μαχαμάτι το αιωνίως-αδιανόητο το θεωρούμενο από τους φιλοσόφους σαν το χαρακτηριστικό του δημιουργού τους είναι ανυποστήρικτο. Γιατί; Διότι Μαχαμάτι, το αιωνίως-αδιανόητο, όπως υποστηρίζεται από τους φιλοσόφους, δεν είναι σε συμφωνία με την ιδέα μιας αιτίας καθεαυτής. Όταν, Μαχαμάτι, αυτό το αιωνίως-αδιανόητο δεν είναι σε συμφωνία με την ιδέα μιας αιτίας καθεαυτής, πως μπορεί αυτό να αποδειχθεί υποστηρίξιμο; Πάλι, Μαχαμάτι, αν αυτό που διεκδικεί ότι είναι το αιωνίως-αδιανόητο, είναι σε συμφωνία με την ιδέα μιας αιτίας καθεαυτής [η οποία είναι αιώνια], μπορεί αυτό να είναι αιώνιο. Αλλά αφού η ιδέα ενός δημιουργού είναι βασισμένη επάνω σε εκείνην ενός [περαιτέρω] αιτίου, δεν μπορεί αυτό να είναι το αιωνίως-αδιανόητο.
Αλλά, Μαχαμάτι, η ύψιστη πραγματικότης μου είναι το αιωνίως-αδιανόητο, αφού συμφωνεί με την ιδέα μιας αιτίας και είναι πέραν από την ύπαρξη και τη μη-ύπαρξη. Επειδή αυτό είναι η εξυψωμένη κατάσταση της αυτοπραγμάτωσης, έχει τον ιδιαίτερο του χαρακτήρα, επειδή αυτό είναι η αιτία της ύψιστης πραγματικότητας, έχει την αιτιότητα του. Επειδή δεν έχει καμία σχέση με την ύπαρξη και τη μη-ύπαρξη, γι’ αυτό δεν δρα. Επειδή κατατάσσεται στην ίδια κατηγορία όπως ο χώρος, η Νιρβάνα και η κατάπαυση, είναι αιώνιο. Κατά συνέπειαν, Μαχαμάτι, αυτό δεν είναι το ίδιο σαν το αιωνίως-αδιανόητο των φιλοσόφων. Το αιωνίως-αδιανόητο των Ταθαγκάτας είναι το «Ούτως-Έχειν» (αγγλ. Thatness) πραγματοποιούμενο από την ευγενή σοφία εσωτερικά, μέσα τους. Για τον λόγο αυτόν, Μαχαμάτι, ο Μποντισάττβα Μαχασάττβα ας αυτοπειθαρχηθεί προκειμένου να επιτύχει, μέσω της ευγενούς σοφίας, την αλήθεια της αυτοπραγμάτωσης η οποία είναι το αιωνίως-αδιανόητο.
Περαιτέρω, πάλι, Μαχαμάτι, το αιωνίως-αδιανόητο των φιλοσόφων δεν χαρακτηρίζεται από αιωνιότητα, γιατί έχει ένα αίτιο το οποίο δεν είναι αιώνιο. Εκείνο που αυτοί θεωρούν σαν αιώνιο δεν είναι αιώνιο, εφόσον δεν χαρακτηρίζεται από τη δύναμη που μπορεί να δημιουργήσει εαυτήν. Αν πάλι, Μαχαμάτι, οι φιλόσοφοι αποδείξουν την αιωνιότητα του δικού τους αιωνίως-αδιανόητου σε αντιδιαστολή με το «γίγνεσθαι» και συνεπώς τη μη-αιωνιότητα των δημιουργημένων πραγμάτων, με τον ίδιο συλλογισμό, Μαχαμάτι, μπορώ να αποδείξω ότι  η αιωνιότητα τους δεν έχει λόγο να είναι γνωστή σαν τέτοια, ακριβώς επειδή τα δημιουργημένα πράγματα είναι μη-αιώνια λόγω του «γίγνεσθαι» τους.
Αν πάλι, Μαχαμάτι, το αιωνίως-αδιανόητο των φιλοσόφων είναι σε συμφωνία με την ιδέα μιας αιτίας, εκείνο που αυτοί θεωρούν σαν χαρακτηριστικό μιας αιτίας είναι μια μη-οντότης σαν τα κέρατα ενός λαγού. Και το αιωνίως-αδιανόητο του, Μαχαμάτι, δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά μια λεκτική χωριστικότης, στην οποία, Μαχαμάτι, έγκειται το σφάλμα των φιλοσόφων. Γιατί; Επειδή, Μαχαμάτι, τα κέρατα του λαγού είναι, πράγματι, απλές λεκτικές χωριστικότητες, εξαιτίας του ότι δεν έχουν το χαρακτηριστικό ενός αυταιτίου. Επιπρόσθετα, Μαχαμάτι, το  αιωνίως-αδιανόητο μου είναι πραγματικά αιώνιο, επειδή βρίσκει την αιτία του στην εξυψωμένη κατάσταση της αυτοπραγμάτωσης, και επειδή δεν έχει καμία σχέση ούτε με έναν δημιουργό, ούτε με το ον και το μη ον. Η αιωνιότητα του δεν προκύπτει  από τον συλλογισμό ο οποίος βασίζεται επάνω στην εξωτερική έννοια του όντος και του μη-όντος, της αιωνιότητας και της μη-αιωνιότητας. Αν το αιωνίως-αδιανόητο είναι αιώνιο λόγω της μη-ύπαρξης και αιωνιότητας των εξωτερικών πραγμάτων, μπορούμε να ειπούμε ότι γι’αυτό το είδος του αιωνίως-αδιανόητου οι φιλόσοφοι δεν γνωρίζουν ποια είναι η έννοια του χαρακτηριστικώς αυταιτίου. Όπως αυτοί είναι έξω από την κατάσταση της αυτοπραγμάτωσης που επιτυγχάνεται από την ευγενή σοφία, Μαχαμάτι, ο λόγος τους δεν είναι επί του θέματος.


[ΒΟΥΔΔΙΣΜΟΣ ΜΑΧΑΓΙΑΝΑ]
ΛΑΝΚΑΒΑΤΑΡΑ ΣΟΥΤΡΑ
Μεταφρασμένη για πρώτη φορά από τα Σανσκριτικά από τον ΝΤΑΪΣΕΤΖ ΤΕΪΤΑΡΟ ΣΟΥΖΟΥΚΙ
Μετάφραση ΦΙΛΗΜΩΝ Π. ΡΩΣΣΗΣ
Εκδόσεις ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 1999

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Η Γέφυρα Τσίνβαντ – Αβέστα



Ο Ζαρατούστρα ρώτησε τον Αχούρα Μάζντα:
- Ω Δημιουργέ του υλικού κόσμου, ω Άγιε! Που δίνονται οι ανταμοιβές; Που γίνεται η ανταμοιβή; Που εκπληρώνεται η ανταμοιβή; Που πάνε οι άνθρωποι να πάρουν την ανταμοιβή, που, στη διάρκεια της ζωής τους στον υλικό κόσμο, έχουν κερδίσει για τις ψυχές τους;
Ο Αχούρα Μάζντα απάντησε:
- Όταν πεθάνει ο άνθρωπος, όταν τελειώσουν τα χρόνια του, οι δράστες του κακού, οι Νταέβα, του κόβουν την όραση. Την τρίτη νύχτα, όταν φαίνεται η αυγή και φωτίζει, όταν ο Μίθρα, ο θεός με τα ωραία όπλα, πλησιάζει τα ευτυχισμένα βουνά και ο ήλιος ανατέλλει…
»...τότε ο δαίμονας, που ονομάζεται Βιζαρέσα, ω Σπιτάμα Ζαρατούστρα, παίρνει  σε δεσμά τις ψυχές των φαύλων λάτρεων των Νταέβα, που  ζουν στην αμαρτία.
»Ο ήλιος μπαίνει στο δρόμο τον γινωμένο από το χρόνο και τον ανοιχτό και στους φαύλους και στους δίκαιους. Στην κορυφή της γέφυρας Τσίνβαντ, της ιερής γέφυρας της φτιαγμένης από τον Μάζντα, ζητάνε για το πνεύμα και την ψυχή τους την ανταμοιβή για τα καλά τους στον κόσμο, που τα άφησαν εδώ κάτω.
»Τότε έρχεται η ωραία, καλοφτιαγμένη, δυνατή και καλοκαμωμένη κόρη, με τους σκύλους στα πλευρά της, μια κόρη που μπορεί να διακρίνει, που έχει πολλά παιδιά, ευτυχισμένα και με μεγάλη αντίληψη.
»Κάνει την ψυχή του δίκαιου ν’ ανεβεί ψηλά, στην άκρη της γέφυρας. Πάνω απ’ τη γέφυρα Τσίνβαντ την τοποθετεί στην παρουσία των ίδιων των ουράνιων θεών.
»Σηκώνεται ο Βόχου-μάνο απ’ τη χρυσή του έδρα. Ο Βόχου-μάνο φωνάζει: “Πως ήρθες σε μας, Άγιε, από αυτό τον κόσμο της φθοράς σε αυτό τον άφθαρτο κόσμο;”
»Χαρούμενες περνούν οι ψυχές των δίκαιων στην έδρα του Αχούρα Μάζντα, στη χρυσή έδρα των Αμέσα Σπέντα, στον Οίκο των Τραγουδιών, την κατοικία όλων των άλλων άγιων όντων.
»Όσο για το θεϊκό άνθρωπο που έχει καθαρθεί, οι φαύλοι δράστες των κακών Νταέβα τρέμουν με το άρωμα της ψυχής του μετά το θάνατο, όπως ένα πρόβατο που πάνω του ορμάει ο λύκος.
»Οι ψυχές των δίκαιων συγκεντρώνονται εκεί. Μαζί τους είναι ένας αγγελιοφόρος του Μάζντα.


ΑΒΕΣΤΑ
Το Ιερό Βιβλίο του Ζωροαστρισμού
Μετάφραση από τα αγγλικά Σωκράτης Λ. Σκαρτσής
Εκδόσεις Καστανιώτη 1992