Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dylan Thomas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dylan Thomas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή – Dylan Thomas

 

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέρας
Πρέπει να καίει και να μουγκρίζει
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,
Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ' τα λόγια τους δεν είδαν
Αστραπή να ψαλιδίζει,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,
Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει
Των πράξεών τους φύση, λαμπρή, καχεκτική
Σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές
μπορούσαν να χορεύουν,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι, 
Όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι εσύ πατέρα, απ' το θλιμμένο ύψος, από κει,
Δωσ' μου κατάρα και ευχή
Με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Μετάφραση Νίκος Ράπτης

Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

Εδώ σ’ αυτή την Άνοιξη – Dylan Thomas

 
Εδώ σ’ αυτή την Άνοιξη αστέρια επιπλέουν στο κενό·
Εδώ σ’ αυτόν το διακοσμητικό Χειμώνα
Η αυγή χαϊδεύει τους γυμνούς ανέμους·
Το Καλοκαίρι αυτό κηδεύει έν’ Ανοιξιάτικο πουλί.

Σύμβολα έχουν διαλεχτεί απ’ των ετών
Το κυκλογύρισμα τεσσάρων εποχιακών ακτών,
Σε Φθινοπωρινά μαθήματα τριών εποχιακών πυρών
Και τεσσάρων τόνων πουλιών.

Θα μπορούσα να πω το Καλοκαίρι από τα δέντρα, τα σκουλήκια
Να πω τελικά αν είναι οι άνεμοι του Χειμώνα
Ή η κηδεία του ήλιου·
Θα μπορούσα να διαβάσω την Άνοιξη στη φωνή του κούκου
Κι ο Σάλιακας θα μπορούσε να με διδάξει την καταστροφή.

Ένα σκουλήκι λέει το Καλοκαίρι καλύτερα απ’ ένα ρολόι,
Ο σάλιακας είναι ένα ζωντανό ημερολόγιο·
Τι θα μου πει αν ένα άχρονο έντομο
Λέει πως ο κόσμος τσακίζει;


Dylan Thomas
Κι ο Θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία
Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας
Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος 1988

Κυριακή 5 Ιουνίου 2022

ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΤΑ ΛΥΚΟΦΩΤΑ ΚΛΕΙΘΡΑ - Dylan Thomas

 


Όταν κάποτε τα λυκόφωτα κλείθρα

Δεν σφάλισαν πια στο μακρύ

Του δακτύλου μου σκουλήκι

Μήτε τη θάλασσα που ορμούσε

Γύρω στο γρόνθο μου καταραστήκαν,

Του χρόνου το στόμα ρούφηξε, σαν το σφουγγάρι,

Από την κάθε στρόφιγγα οξύ γαλακτερό

Και στράγγιξε τα ύδατα του στήθους.


Όταν στράγγιξε η γαλακτική

Θάλασσα και ξεσφαλίσαν οι άνυδροι πυθμένες,

Απέστειλα την πλάση μου κατάσκοπο στη σφαίρα,

Κείνη τη σφαίρα: κόκκαλο μονάχη και μαλί

Που ταιριασμένη μου από νεύρο και μυαλό

Είχε τανύσει το υλικό φλασκί μου στο πλευρό της.


Οι Θρυαλίδες μου ορισμένες ν’ απαιτήσουν την καρδιά της,

Εκείνη έπνευσε στο φως σαν σκόνη

Και πέρασε ένα Σάββατο με τον ήλιο,

Όταν όμως τ’ αστέρια, σχήμα απαιτώντας,

Έφεραν μπρος στα μάτια της τ’ άχυρα του ύπνου

Βύθισε τις μαγείες του πατέρα της σ’ ένα όνειρο.


Θωρακισμένη η έξοδος του τάφου,

Ο κοκκινομάλλης καρκίνος ακόμη ζωντανός,

Των ματιών που φωτογράφησαν τα ρούχα τους.

Κάποιοι νεκροί ξεπάτωσαν τα θαμνερά σαγόνια τους,

Κι αίμα σακούλια αμμόλυσαν τα έντομά τους.

Εκείνη έχει στην καρδιά την Σταυρική Αίρεση του Θανάτου.


Ο ύπνος περιπλέει τις παλίρροιες του χρόνου.

Το ξερό φύκι του τάφου

Προσφέρει το κεφάλι του σε τέτοια θάλασσα δουλευταρού

Κι ο ύπνος γυρίζει βουβός τα κρεβάτια

Όπου τροφή ψαριών ταΐστηκαν οι σκιές

Που εποπτεύουν τον ουρανό μεσ’ απ’ άνθη.


Όταν κάποτε οι λυκόφωτες βίδες γυρίζαν

Και το γάλα της μάνας ήταν σαν άμμος σκληρό,

Έστειλα το δικό μου πρεσβευτή στο φως.

Από τέχνασμα ή τύχη απεκοιμήθη

Κι έλαβε ψοφιμιού μορφή

Να μου στερήσει τα υγρά μου στην καρδιά του.


Ξύπνα υπνωτή μου, με τον ήλιο,

Εργάτης σε πόλη αυγινή

Κι άσε τις εγκώμιες παπαρούνες όπου κι αν κείνται.

Πέσαν οι φράχτες του φωτός

Σκόρπισαν όλοι εκτός από του στήθους τους ιππείς

Και λέξεις κρέμονται στα δέντρα.



Dylan Thomas

ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΘΑ 'ΧΕΙ ΕΞΟΥΣΙΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ 1988

Κυριακή 29 Αυγούστου 2021

Το φόρεμα - Dylan Thomas



Τον  κυνηγούσαν δυο μέρες, χτενίζοντας την εξοχή, ώσπου τους έχασε στους πρόποδες των λόφων, και κρυμμένος τώρα μέσα σ' ένα χρυσό θάμνο, άκουγε τις φωνές τους χαμηλά στην κοιλάδα. Πίσω από ένα δέντρο, στην άκρη των λόφων, κρυφοκοίταξε κάτω στα χωράφια όπου εκείνοι λαχάνιαζαν σαν σκύλοι και σκάλιζαν τους φράχτες με τα μπαστούνια τους, ξεσηκώνοντας ένα σιγανό ουρλιαχτό, ενώ η καταχνιά πού άρχισε ξαφνικά να πέφτει απ' τον ανοιξιάτικο ουρανό τούς έκρυψε απ' τα μάτια του. Η καταχνιά ήταν γι' αυτόν μια μάνα. Ρίχνοντας το παλτό της στους ώμους του, σκέπασε το σχισμένο του πουκάμισο και το ξεραμένο αίμα στη λεπίδα του μαχαιριού. Η καταχνιά τον έκανε να νιώθει ζεστά. Είχε την τροφή και το ποτό της ομίχλης πάνω στα χείλη του και χαμογέλασε μέσα από την κάπα της σα γάτα. Απομακρύνθηκε από τούς διώκτες του και την κοιλάδα και κατευθύνθηκε στους λόφους, εκεί που τα δέντρα πύκνωναν και ίσως τον οδηγούσαν στο φως και τη φωτιά και σ' ένα πιάτο σούπα. Σκέφτηκε τα κάρβουνα πού θα σφύριζαν σιγανά πάνω στη σχάρα και τη νεαρή μάνα να στέκεται μονάχη. Σκέφτηκε τα μαλλιά της σα φωλιά για τα χέρια του. Έτρεξε ανάμεσα στα δέντρα και βρέθηκε σ' ένα στενό δρόμο. Ποια κατεύθυνση έπρεπε τώρα να διαλέξει; Προς ή μακριά απ' το φεγγάρι; Ή ομίχλη έκρυβε το φεγγάρι, αλλά σε μια μεριά τ' ουρανού πού είχε καθαρίσει, μπόρεσε να διακρίνει τις γωνίες των άστρων. Περπάτησε προς το βορρά όπου τ' αστέρια, μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι χωρίς σκοπό, άκουγαν τα πόδια του να κολλάνε και να ξεκολλάνε στη σπογγώδη γη.
Τώρα είχε χρόνο να συγκεντρώσει τις σκέψεις του. Αλλά μόλις άρχισε να συγκεντρώνεται μια κουκουβάγια έκρωξε μες στα δέντρα πού κρέμονταν πάνω στο δρόμο, και σταμάτησε για να την κοιτάξει, βρίσκοντας μια γνώριμη μελαγχολία στην κραυγή της. Γρήγορα θα ορμούσε ν' αρπάξει κάποιο ποντικό, σκέφτηκε. Την παρατήρησε για μια στιγμή καθώς έσκουζε πάνω στο κλαδί της. Έπειτα, τρομαγμένος από τη θέα της, απομακρύνθηκε βιαστικά μες στη σκοτεινιά, όταν την άκουσε, μ' ένα καινούριο κρώξιμο να φτεροκοπάει μακριά. Κρίμα το κουνέλι, συλλογίστηκε, ή νυφίτσα θα το ρουφήξει. Ο δρόμος ανηφόριζε στ' αστέρια και τα δέντρα κι ή κοιλάδα κι ή ανάμνηση των τουφεκιών έσβηναν πίσω του.
Άκουσε βήματα. Ένας γέρος ακτινοβολώντας από βροχή, πρόβαλε μέσ' από την ομίχλη.
«Καληνύχτα κύριε» , είπε ο γέρος.
«Δεν έχει νύχτα για το γιό τής γυναίκας», είπε ο τρελός. Ο γέρος σφύριξε και απομακρύνθηκε τρέχοντας σχεδόν, προς τη μεριά πού ήταν τα δέντρα του δρόμου.
«Άσε τα κυνηγόσκυλα να ξέρουν», κάγχασε ο τρελός καθώς σκαρφάλωνε στο λόφο, «άστους να ξέρουν». Και πανούργος σαν την αλεπού, γύρισε πίσω, εκεί πού δ δρόμος χωριζόταν μες στην καταχνιά σε τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. «Κατάρα στ' αστέρια», είπε και προχώρησε προς το σκοτάδι.
Ο κόσμος ήταν  μια μπάλα κάτω απ' τα πόδια του. Την κλωτσούσε καθώς έτρεχε κι αυτή κυλούσε. Τα δέντρα ανηφόριζαν. Κάπου στους βάλτους ούρλιαζε ένα κυνηγόσκυλο πού είχε πιαστεί σε παγίδα. Το άκουσε κι έτρεξε πιο γρήγορα νιώθοντας τον εχθρό πάνω στα τακούνια του. «Κάντε πέρα παιδιά, κάντε πέρα», φώναξε, με τη φωνή όμως κάποιου πού θα έδειχνε ένα πεφταστέρι στον ορίζοντα.
Θυμήθηκε ξαφνικά άτι από τότε πού δραπέτευσε δεν είχε κοιμηθεί καθόλου και σταμάτησε να τρέχει. Τώρα, το νερό τής βροχής κουρασμένο πια να χτυπάει τη γη, έσκαζε πέφτοντας και σκορπιζόταν στον αέρα σαν τούς κόκκους τής άμμου. Αν μπορούσε να βρει ύπνο, ο ύπνος θα ήταν ένα κορίτσι. Τις δύο τελευταίες νύχτες, πότε τρέχοντας και πότε περπατώντας στην έρημη εξοχή, ονειρευόταν τη συνάντηση τους. «Ξάπλωσε», θα του έλεγε και θα του έδινε το φόρεμα της να ξαπλώσει πάνω του, πλαγιάζοντας και η ίδια στο πλευρό του.
Όμως, κι αν ονειρευόταν και τα κλαδιά θρόιζαν κάτω από το τρέξιμο του σαν το φουστάνι της, ο εχθρός φώναζε στα χωράφια. Έτρεχε ασταμάτητα αφήνοντας τον ύπνο πίσω μακριά του. Κάποτε ήταν ένας ήλιος, κάποτε ένα φεγγάρι και κάποτε παλεύοντας πέταξε κάτω τον άνεμο, πριν μπορέσει να το σκάσει, όταν ο ουρανός ήταν μαύρος.
«Πού είναι δ Τζακ», ρωτούσαν στους κήπους τού ιδρύματος. «Πάνω στους λόφους μ' ένα χασαπομάχαιρο», έλεγαν χαμογελώντας. Αλλά το μαχαίρι είχε φύγει, πεταγμένο και μπηγμένο σ' ένα δέντρο έτρεμε ακόμη εκεί. Δεν ένιωθε ζέστη μες στό κεφάλι του. Έτρεχε ασταμάτητα, ουρλιάζοντας για ύπνο.
Και κείνη, μόνη στο σπίτι έραβε το καινούριο της φουστάνι. Ήταν ένα φανταχτερό χωριάτικο φουστάνι με λουλούδια στο μπούστο του. Λίγες βελονιές έμεναν ακόμη και θα ήταν έτοιμο να το φορέσει, θα έπεφτε κομψά στους ώμους της και δυο από τα λουλούδια θα πρόβαλλαν πάνω από τα στήθη της.
Όταν θα περπατούσε με τον άντρα της τα κυριακάτικα πρωινά στους δρόμους του χωριού, τ' αγόρια θα της κρυφό-χαμογελούσαν πίσω απ' την παλάμη τους και το σούρωμα του φορέματος γύρω στην κοιλιά της, θα έκανε όλες τις χήρες να κουτσομπολεύουν. Γλίστρησε μέσα στο καινούριο φουστάνι της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη πάνω από το τζάκι. Είδε άτι ήταν ωραιότερο απ' άσο φανταζόταν. Έδειχνε το πρόσωπο της πιο χλωμό και τα μαλλιά της σκοτεινά. Το άνοιγμα στο λαιμό ήταν χαμηλό.
Ένας σκύλος σήκωσε το κεφάλι του και ούρλιαξε μες στη νύχτα. Στράφηκε βιαστικά και τράβηξε τις κουρτίνες.
Έξω, έψαχναν στο σκοτάδι για έναν τρελό. Είχε πράσινα μάτια, έλεγαν, και ήταν παντρεμένος με μια κυρία. Έλεγαν άτι είχε κόψει τα χείλη της γιατί χαμογελούσε στους άντρες. Τον έκλεισαν κάπου, άλλ' αυτός έκλεψε ένα μαχαίρι τής κουζίνας, έσφαξε τον φύλακα του, και το 'σκάσε στις άγριες κοιλάδες.
Από μακριά εκείνος διέκρινε το φως μες στο σπίτι και παραπατώντας, έφτασε ως τον κήπο. Ένιωθε χωρίς να βλέπει το μικρό φράχτη ολόγυρα. Το σκουριασμένο σύρμα έγδερνε τα χέρια του και το ύπουλο χορτάρι σερνόταν στα γόνατα του. Μόλις διέσχισε το φράχτη, όρμησαν να τον προϋπαντήσουν οι οικοδεσπότες τού κήπου, τα κεφάλια των λουλουδιών και το σώμα της παγωνιάς. Είχε σχίσει τα δάχτυλα του, ενώ οι παλιές πληγές έσταζαν ακόμη. Γεμάτος αίματα περπάτησε έξω από το σκοτάδι του εχθρού πάνω στα σκαλοπάτια. Είπε μ' έναν ψίθυρο: «Μην τούς αφήσεις να με πυροβολήσουν». Και άνοιξε την πόρτα.
Εκείνη ήταν στη μέση τής κάμαρας. Τα μαλλιά της έπεφταν ακατάστατα και τρία από τα κουμπιά στο λαιμό της ήταν ξεκούμπωτα. Τι έκανε τον σκύλο να ουρλιάξει έτσι; Τρομαγμένη από το ουρλιαχτό, ενώ λικνιζόταν στην κουνιστή πολυθρόνα, έφερε ξανά στο μυαλό της τις ιστορίες πού είχε ακούσει. Τι απόγινε η γυναίκα, αναρωτήθηκε καθώς κουνιόταν. Δεν μπορούσε να φανταστεί μια γυναίκα χωρίς χείλη. Τί γίνονται οι γυναίκες χωρίς χείλη, αναρωτήθηκε.
Η πόρτα άνοιξε χωρίς θόρυβο. Περπάτησε μες στο δωμάτιο, προσπαθώντας να χαμογελάσει, κρατώντας τα χέρια του μακριά το ένα από τ' άλλο.
«Ω, ήρθες», είπε εκείνη.
Τότε γύρισε στην πολυθρόνα της και τον είδε. Είχε παντού αίματα και στα πράσινα μάτια του ακόμα. Έφερε τα χέρια της στο στόμα.
«Μην πυροβολείς», είπε αυτός.
Αλλά με την κίνηση του χεριού της, τράβηξε το άνοιγμα του φουστανιού της στο λαιμό και κείνος απόμεινε να κοιτάζει εκστατικός το πλατύ, λευκό μέτωπο της, τα πανικόβλητα μάτια και το στόμα της, και χαμηλότερα, τα λουλούδια στο φόρεμα της. Με την κίνηση του χεριού της το φόρεμα χόρευε τώρα στο φως. Καθόταν μπροστά του σκεπασμένη με λουλούδια. «Κοιμήσου», είπε ο τρελός. Και γονατίζοντας κάτω, ακούμπησε το ταραγμένο κεφάλι του στην ποδιά της.
[1936]


Dylan Thomas
ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΙΡΑΝΤΑ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΕΘΡΟΝ 1983

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

ΕΧΩ ΠΟΘΗΣΕΙ ΝΑ ΞΕΦΥΓΩ [I HAVE LONGED TO MOVE AWAY] – Dylan Thomas



Έχω ποθήσει να ξεφύγω από το φίδι
της ψεύτικης ημέρας
κι απ’ των αρχαίων τρόμων τον κατασπαραγμό,
γερνώντας πλέον φοβερά, καθώς η μέρα πέφτει
από το λόφο σε απροσμέτρητο βυθό·
έχω ποθήσει να ξεφύγω
απ’ των χαιρετισμών
το πήγαινε-έλα. Ο αέρας
γέμισε πνεύματα, πνευμάτων ήχους το χαρτί,
βροντάει κι αστράφτει κουδούνια και προσκλήσεις.
Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όμως φοβάμαι·
λίγη ζωή περισωσμένη αν ξεπηδούσε
απ’ του παλιού μου φόβου αποκαΐδι,
ανάερα σκάζοντας και μ’ άφηνε τυφλό;
Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,
ένα καπέλο που έβγαλα,
τα χείλια μου σμιχτά στ’ ακουστικό,
δε θα με τσάκιζε αμέσως του θανάτου το φτερό;
∆εν φοβάμαι μην πεθάνω απ’ αυτά,
μισά συμβάσεις, ψέματα τ’ άλλα μισά.




I have longed to move away
From the hissing of the spent lie
And the old terrors' continual cry
Growing more terrible as the day
Goes over the hill into the deep sea;
I have longed to move away
From the repetition of salutes,
For there are ghosts in the air
And ghostly echoes on paper,
And the thunder of calls and notes.
I have longed to move away but am afraid;
Some life, yet unspent, might explode
Out of the old lie burning on the ground,
And, crackling into the air, leave me half-blind.
Neither by night's ancient fear,
The parting of hat from hair,
Pursed lips at the receiver,
Shall I fall to death's feather.
By these I would not care to die,
Half convention and half lie.


Dylan Thomas
Το χρώμα της λαλιάς
Ποιήματα 1934 - 1953
Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας
Εκδόσεις Ερατώ 2003

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

[Πόθησα να φύγω μακριά...] - ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

Πόθησα να φύγω μακριά
από ένα ψέμα καμένο,
που τα κάρβουνά του τριζοβολούν ακόμα
κι από την ατέρμονη κραυγή του παλιού τρόμου
που, καθώς η μέρα βυθίζεται στο βαθύ πέλαγος
πίσω από τα βουνά,
ηχεί ακόμα πιο φριχτή.

Πόθησα να φύγω μα φοβάμαι
μην κάποια σπίθα ζωής,
αξόδευτης ακόμα,
τιναχτεί μεσ' απ' το ψέμα το παλιό
που καίγεται στο χώμα
και σαν οχιά συρίζοντας μες τον αγέρα,
μισότυφλο μ' αφήσει.

Από το βιβλίο του Carlos Castaneda
The Art of Dreaming
Μετάφραση Ρένα Καρακατσάνη
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ