Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι - ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ



Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι
μες στους ανθρώπους...
τα περίπτερα πως κρυώνουνε
απ' τις βρεγμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πως τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιο πριν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δυο χρόνια που βρήκες λεφτά
πως να τα ζητήσεις
πως τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στυλ της καρέκλας...


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ
ΙΔΙΩΝΥΜΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ (1980)

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

8[Είναι κάτι μια σταλιά καραμελίτσες] - ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

8
Είναι κάτι
μια σταλιά καραμελίτσες απ' όλα τα χρώματα
που τις λένε θεάτρου.
Τις βάζουνε σε κάτι γυάλινα άχρηστα βάζα
στο πιο ψηλό ράφι
γιατί δεν αγοράζονται πια.
Ήτανε κάποτε κάτι
μια σταλιά παιδιά που κατεβαίνανε
από μακρινές συνοικίες
να διαγωνιστούνε στο ροκ.
Έκαψε η εποχή
το μυαλό και τη ζωή τους
και τα λεφτά τους σε γυάλινα άχρηστα βάζα
και δεν πουλάγανε πια.
Είναι κάτι
όλες οι νύχτες κι όλες οι στιγμές
έτοιμες
γυάλινα βάζα κι άνθρωποι
που πάνε πίσω πίσω πίσω μακριά
παίρνουνε φόρα από μακριά
βουτάν με το κεφάλι
τσακίζουν την απόσταση
τα τζάμια
σκληρό ναρκωτικό η μοναξιά
πηδάν απ' τα παράθυρα απ' τον 5ο
ανοίγουνε πανιά
και παν και καρφώνονται
στα καλώδια ψηλά
κι ατέλειωτες παιδικές καραμελίτσες θεάτρου βρέχει από ψηλά
κι απο κάτω ο κόσμος
τα γλυκά
το Γκρην Παρκ
τα σινεμά
ο δρόμος
οι στενοί συγγενείς
στενό μαρκάρισμα η ζωή από κάτω τους
σικέ το παιχνίδι
κι από κάτω πέφτει πέφτει η βροχή
και μόνο τα παιδιά κι οι αλαφροΐσκιωτοι
τη βλέπουν
και σκύβουν και γεμίζουν τις τσέπες τους καραμελένια βροχή
και είναι η πρώτη κίνηση
αδερφική
στενή
που θα τους σηκώσει
που θα τους ανεβάσει
καρφωτούς στα καλώδια
κι από κάτω
τα τρόλεϋ
η στάση
μια σταλιά παιδιά
η προδομένη επανάσταση
και μακρινοί συγγενείς τα ίδια δηλαδή και τα ίδια...


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ
ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΠΑΛΤΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών – ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Η Κατερίνα γεννήθηκε στις 1 Ιουνίου του  1940 και αυτοκτόνησε με χάπια στις 3 Οκώβρη του 1993.
Η Janis Joplin γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του  1943 και πέθανε από overdose στις 4 Οκτώβρη του 1970.
Τον μήνα των παγωμένων σταφυλιών.


(1)
Το σπίτι μου, όσο το άνοιγμα των χεριών της κόρης μου
4 χρόνια άστεγη τώρα...

(2)
Κι ανυπόδετη κι άρρωστη γύρναγα
Κρύωνα.
Κι όπου έστρεψα
όξος και πρέζα και χολή

(3)
Και τα 'παιρνα να μη λυπήσω τους ανθρώπους

(4)
Και ήρθε -και χάμω- στα γόνατα έπεσα
και χωμάτινος βόλος έγινα
και μέσα μου κύλησα
και σε μια ανάσα της ψυχής μου
που είχε μείνει φεγγερή
-εκεί ακούμπησα-
κι έκλαιγα νερό. Νερά πολύ.

(5)
Κι όσο νερό έβγαλα
νερό δεν είχε για μένα
στέρεψα -λέπια- γοργόνα έγινα
κι ο άνθρωπος φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ...

(6)
Κι όταν τα μάτια άνοιξα
και πλάι και γύρω και παντού
μεγάλη λίμνη έγινε
που πλέανε αιωνόβια μικρούτσικα ανθάκια

(7)
...νύχτωνε στον ουρανό...
Και σε δυό περίεργα σύννεφα
που ακίνητα τρέχαν
εγώ ανάμεσα σε δυό διάτρητους “ληστές”
στα φώτα σταυρωμένη

(8)
Μπορεί δίκαια...
Προκάλεσα με πάθος τη ζωή.
Ασέβησα δύο φορές γιατί τους ήξερα τους Νόμους.
Άσκησα την όραση για μακριά
κι έχασα τα κοντινά μου

(9)
Τώρα
πληρώνω με ντροπή
Τυφλή
Χωρίς σκυλί
χωρίς ραβδί
διαβαίνω ανάμεσά σας

(10)
Εσύ!
Εσένα που αγάπησα.
Κοίτα άμα πιεις κι όπως πάντα μεθύσεις
μην πεις ποτέ πως μ' αγάπησες
Δε θ' άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
σε ξεροπόταμους να πλέω...

(11)
ΜΗ!...
Τυλίγω πάγο στο συναίσθημα
Τίποτ' άλλο δεν είναι”.
Ύστερα μεγαλώνοντας κι άλλο
το άνοιγμα των χεριών
Φ ο β ά μ α ι” είπε
κι έφυγε με μια ασήκωτη βαλίτσα
το παιδί
αφήνοντάς με
σε μια πόρτα ανοιχτή
από αναρριχητικά τρόμου και σκοτάδι πνιγμένη
10 Οκτωβρίου η Μυρτώ
Το μήνα των παγωμένων σταφυλιών γεννημένη.

(12)
Στάθηκα πεσμένη ε κ ε ί
ώρες... ώρα πολλή...
Τότε
μέσα από κ ε ι
πνιγμένος στ' αναρριχητικά
βγήκε ένας φίλος χαμένος
Εεειι... του λέω, Χρίστο...
Ησύχασε... Πήγαινε να κοιμηθείς...
Είσαι καιρό σκοτωμένος.
Εεειι... μου λέει, Ρηνούλα, λυπημένος πολύ
Ησύχασε... Πήγαινε να ξαπλωθείς...
Από σφαίρα ή άσπρη
είσαι καιρό πεθαμένος

(13)
Υπνωτισμένη ξάπλωσα
στο μάρμαρο του νεκροτομείου
Το σώμα μου έβλεπα
οι φοιτητές
για πείραμα
να κόβουνε
πολύ λεπτές ροδέλες
Το άχρωμο αίμα μου
με κουβάδες ξεπλένανε
άρρωστοι για τη δόση τους
Από τις φλέβες τους
τις πλατείες τυλίγανε
θανάτου κορδέλες

(14)
Α
Αδερφή μου...
Ανυψώσου εσύ
γαλανή απ' το μπλε
Απαστράπτουσα...

(15)
Πασάλειψαν τα μούτρα μου
μ' ώχρας μπογιά.
Τα νύχια τα μάτια και τ' αυτιά
σαύρας πρασινόμαυρο.
Τα μάγουλα κατακόκκινα
σαν του Πάσχα αυγά.
Ήθος ποιώ.
Έγινα ηθοποιός.
Πουτάνα θεατρίνα

(16)
ΣΚΗΝΗ 35
Μακρύς χωμάτινος δρόμος...
Κακός χειμώνας φυσάει άρρωστη βροχή
Ήχοι συγκεχυμένοι από στρατιωτικά παραγγέλματα
εκκλησιαστική μουσική και λύκοι.
Στην άκρη του κάδρου, η μαύρη άκρη ενός ράσου
που ανεμίζει και χάνεται...
(Στην πλάτη μου ένα ξυράφι αποφασισμένο
και ο ιριδισμός τραμπούκου
στο μάτι του σκηνοθέτη
με μπάζει στο πλάνο “να τα πω”.
Κλείνω τα μάτια. Λέπρα.
Η Βιριδιάνα με ξυρισμένο το κεφάλι στο πάτωμα
προσεύχεται.
Η Τέχνη “εν ιδρώτι της ψυχής...”
Προσεύχομαι.)

(17)
Δέντρο ήμουνα κι έσπασα
Μου σπασαν όλα τα κλαδιά
γιατί εκεί τρέχανε τα ξεστρατισμένα παιδιά
να παίξουνε τους κρεμασμένους

(18)
Ρίζα το λένε τώρα.

(19)
το χρώμα μου
νύχτας βαθιάς μαβί
Εκείνο που παίρνει ο ουρανός
όταν μεγάλο βράχο δένει στο λαιμό
και σ' άραχλα νερά βουλιάζει το φεγγάρι

(20)
Η αφή μου
βελούδο φθαρμένο παλιό
με νεκρικές ανταύγιες τσαλακωμένο
Σε ηρωικές γιορτές
εξάρσεις βίας
και πορείες οργής παραφορεμένο

(21)
Ο ήχος μου συνέχεια
ανάμνηση δέντρου που φυλλορροεί
Στο χέρι μου “χτυπημένος” αετός
οικόσημο της μοναξιάς μου
Σε άλλους χάρτες
σημάδι μου ο Ερμής
Το μήνα των κερασιών. 1 Ιουνίου γεννημένη.

(22)
Και ήρθανε και λιώσανε
τα νύχια του αετού από τη μοναξιά
Και το ράμφος του μονάχος του γύρισε
μοναχός να πεθάνει

(23)
Ποτέ πιά!...
Μοιρολογούν τα κύματα...
Για πάντα!
Μου ψιθυρίζει η θάλασσα...
Πάρτε τις λέξεις από δω!
Και τα δυό τρόμο μου φέρνουν
Πονάει για μένα το νερό
και γω γι αυτό
το ίδιο...

(24)
Η ζωή μου που λέτε παιδιά
όπως τα παραμύθια αυτά τα παιδικά
Με γάντζους, κακές μάγισσες, ξύλο, τσουβάλια, ζητιανιά
Ξέρετε, αυτά που γράφουνε για τα παιδιά
ειδικά εκπαιδευμένες καταστολής μονάδες
Και τα μαθαίνουνε μετά
για να τα πούνε μετά
μανάδες μαινάδες

(25)
Μια νύχτα λοιπόν...

(26)
που το φεγγάρι είχε κατέβει πολύ χαμηλά
κι ο θάνατος είχε μπλεγμένα στα δάχτυλά του
τούφες απ' τα δικά μου τα μαλλιά
κατηφόρισα να βρω έναν άνθρωπο.
Είχα χρόνια να δω έναν άνθρωπο.
Είχα χρόνους ν' ακούσω ανθρώπου λαλιά.
Όμως όλοι όσοι ήτανε συναθροισμένοι στην αγορά
κροάζανε κρα κρα
κι ακόμα
είχανε βγάλει πίσω τους
κροκοδείλου ουρά

(27)
Έπρεπε
αν ήθελα ακόμα να σωθώ
αν ήθελα ακόμα να ζήσω
να βρω έναν τρόπο να μοιάζω μ' αυτούς
ή κάτι τέλος πάντων
να τους εξευμενίσω

(28)
Έτρεξα λοιπόν γρήγορα γρήγορα
κι έβαλα ένα μεγάλου αρχηγού
παλτό στρατιωτικό
το οποίο ανέσυρα
από αριστοκρατικούς εμετούς
και πολυτελή σκουπίδια.
Δυστυχώς όμως για πολλοστή φορά
ήτανε λάθος η κίνηση.
Θεωρήθηκε Ύβρις
Ή...

(29)
για να ακριβολογώ
στη γλώσσα των κρα κρα
Περιύβριση Στρατιωτικής Αρχής
Κι αρχίσανε τότε που λέτε
με πέτρες να τρέχουν όλοι πίσω μου
και τις ουρές
στο χώμα να χτυπάνε

(30)
Με βάραινε και το παλτό
με βάραινε και το μυαλό
και στάθηκα στη σιωπή
ν' ακούσω τη σιωπή μου

(31)
Και φαίνεται -για να τελειώνουν τα παραμύθια παιδιά-
πως πάλι θαύμα έγινε
γιατί αόρατη έγινα
κι ενώ μπροστά τους ήμουνα
με ψάχναν όλο πίσω...

(32)





















(33)
Ποιος είναι ο λόγος της ποίησης
που βγαίνει απ´ το ποιώ
και που σημαίνει πράττω
Ζητάω την απάντηση
απ' τους ακινητοποιημένους

(34)
Τρομοκρατία: Εξουσιάζω δια της
βίας. Τρόμου.*
Και τρομοκράτης τι θέλει να πει;
Δε θέλω απάντηση απ' αυτούς που την επινοήσανε
Ζητάω απάντηση απ' τους λαχανιασμένους
_____________
* Πάπυρος – Λαρούς.


(35)
(αέρας σήκωσε...
Ποιός φύλαξε κι ακόμα δεν ξερίζωσα
με τέτοιο μίσος που ο καιρός
ξεσκίζει και βροντά
εξώφυλλα βιβλίων...)

(36)
Η πόλις είχεν
οριστικώς καταστραφεί.
Η όποια προσπάθεια
ήτο καταδικασμένη.
Ευρίσκετο πλησίον του ναού Σμινθέως Απόλλωνος
και το άβατον ιερόν
της Νεδουσίας Αθηνάς.
Ελέγετο: ΠΟΙΗΕΣΣΑ”

(37)
..................................
Κάπως έτσι
που λέτε πάντα έγινε
κι επέζησα
και κάθομαι και ιστορώ...

(38)
Μια μέρα λοιπόν...


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ
ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΣΠΑΣΑΝΕ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΚΡΑΤΑΝΕ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Κουρελιασμένοι,απο τα αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείματα για πάντα απο δω και μπρος
στο σκοτεινο θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απο το ξεφρενο κυνηγητό
της ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
Κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένεις πόλεις...