Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα T.S. ELIOT. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα T.S. ELIOT. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

ΓΕΡΟΝΤΙΟΝ – Τ. S. Eliot

 

Δεν έχεις ούτε νεότητα μήτε ηλικία

πλην σα να τα νειρευόσουν και τα δυο
σ' έναν ύπνο ύστερα από δείπνο.

Εδώ 'μαι, γέρος άνθρωπος σε διψασμένο μήνα, γροικώντας
ένα αγόρι που μου διαβάζει, τη βροχή καρτερώντας.
Ποτέ δεν έφτασα ως τις πύρινες πύλες
ούτε πολέμησα μες στη ζεστή βροχή
μήτε και βούλιαξα ως τα γόνατα στους αρμυρούς βάλτους
κρατώντας ψηλά τ' όπλο, από τις μυίγες τσιμπημένος, χτυπημένος.
Το σπίτι μου είναι ερειπωμένο σπίτι,
κι ο οβριός στρογγυλοκάθεται πάνω στο πεζούλι
του παραθυριού, ο νοικοκύρης, γέννημα και θρέμμα
κάποιου καταγώγιου της Αμβέρσας, στις Βρυξέλλες
που 'βγαλε φούστουλες κ' ύστερα στη Λόντρα
μπαλώθηκε και ξελεπιάστηκε. Στο αποπάνω χωράφι
βήχει ο τράγος. Βράχια, μούσκλα, αγριάδες,
σιδερικά, σκατά. Η γυναίκα παιδεύεται μες στην κουζίνα,
φτιάχνει το τσάι, φταρνίζεται το βράδι, ξεσκαλίζει
το νεροχύτη τον δύστροπο.

Εγώ, γέρος άνθρωπος,
ένα κεφάλι αδειανό ανάμεσα σ' ανεμικούς χώρους.

Σημεία, για θάματα τα παίρνουνε. "Να δούμε σημάδι!"
Η λέξη μες σε λέξη, ανίκανη ν' αρθρώσει λέξη,
φασκιωμένη με ζόφο. Στην εφηβεία του αιώνα
ήρθε ο Χριστός ο τίγρης.

Τον διεφθαρμένο Μάη, καστανιά, ακρανιά, φηγοβοτάνια
της Ιουδαίας, για φάγωμα, για μοίρασμα, για να πιοθούνε
μέσα σε ψιθυρίσματα· από τον Σιλβέρο
με τα χαϊδευτικά χέρια, που στη Λιμόζ
ολονυχτής στο διπλανό δωμάτιο περπατούσε·
από τον Χακαγκάβα που υποκλινόταν ανάμεσα στους Τιτσιάνους·
απ' τη Μαντάμ Τορνκίστ, που μετακινούσε
τα κεριά στο σκοτεινό δωμάτιο· από τη Φροϋλάιν φον Κουλπ
που στράφηκε πίσω της, με το χέρι στην πόρτα. 'Αδειες σαΐτες
τον άνεμο υφαίνουνε. Δεν έχω φαντάσματα εγώ,
ένας γέρος άνθρωπος σε σπίτι ρεύματα γεμάτο,
κάτω από μια τρύπα που όλο μπάζει αέρα.

Μετά από τέτοια γνώση, ποια συγγνώμη; Σκέψου τώρα,
πως η ιστορία έχει πολλά πανούργα περάσματα, επινοημένους
διαδρόμους κ' εξόδους, παραπλανά με φιλοδοξίες ψιθυρισμένες,
μας οδηγεί σε ματαιοδοξίες. Σκέψου τώρα
πως η Ιστορία δίνει όταν η προσοχή μας έχει αποσπαστεί,
κι ό,τι δίνει, το δίνει μέσα σε τόσες ευλύγιστες συγχύσεις,
που κάνει πιο πειναλέο τον πειναλέο. Κ' είτε δίνει
πάρα πολύ αργά ό,τι δεν είναι πια πιστευτό, ή αν είναι ακόμη
πιστευτό, μόνο στη μνήμη είναι, ένα αναμασημένο πάθος. Είτε δίνει
πάρα πολύ γρήγορα σ' αδύναμα χέρια, ό,τι είναι σκέψη, πράγμα
που θα μπορούσε και να 'λειπε, πλην έρχεται ώρα
που η άρνηση γεννά τον φόβο. Σκέψου πως ούτε ο φόβος
ούτε το θάρρος μας σώζουν. Παρά φύσιν βίτσια
υιοθετούνται από τον ηρωισμό μας. Αρετές
βιάζονται πάνω μας από τα επονείδιστα εγκλήματά μας.
Τα δάκρυα αυτά από το δέντρο της οργής τινάχτηκαν.

Ο τίγρης πηδά στον νέο αιώνα. ΜΑΣ καταβροχθίζει. Σκέψου, τέλος,
πως σε συμπέρασμα δε φτάσαμε, ενώ εγώ ξυλιάζω
το νοικιασμένο σπίτι. Σκέψου, τέλος,
πως δεν παρουσίασα άσκοπα όλο το θέαμα τούτο
και πως μήτε σ' οποιοδήποτε ξορκισμό των δαιμόνων
των οπισθόβουλων οφείλεται. Θα 'θελα, σ' αυτό απάνω,
να 'μια τίμιος μαζί σου. Εγώ που τόσο κοντά ήμουν στην καρδιά σου,
διώχτηκα απ' αυτήν, την ομορφιά χάνοντας μες στον τρόμο,
τον τρόμο μέσα στην εξέταση. Έχω χάσει
το πάθος μου: και προς τι να το διατηρήσω, μια και ό,τι
διατηρείται κατ' ανάγκην νοθεύεται; Έχω χάσει
την όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση κι αφή μου:
Πως θα τα μεταχειριζόμουν, για να ρθω πιότερο κοντά σου;

Αυτές με χίλιες δυο άλλες μικροσκέψεις
προεκτείνουν το κέρδος του παγερού παραληρήματός τους,
τη μεμβράνη ερεθίζουν, όταν έχει η αίσθηση παγώσει,
με τα πικάντικα αρτύματά τους, πολλαπλασιάζουν
την ποικιλία τους μέσα σε μια ερημιάν από καθρέφτες.
Και, λοιπόν, τι θα πρέπει η αράχνη
να κάμει; Ν' αναστείλει τη δουλειά της; Ν' αδρανήσει
η σταρόψειρα; Ο ντε Μπαιλάς, ο Φρέσκα, η Κυρία Κάμμελ,
στροβιλίστηκαν πέραν της τροχιάς της ριγούσης Άρκτου
σε θρύμματα ατόμων. Γλάρος στον άνεμο ενάντια, στ' ανεμώδη
στενά της Μπελ Ιλ, ή που τρέχει ίσια
προς το Ακρωτήριο Χορν, λευκά στο χιόνι
πούπουλα, απαιτεί ο Κόλπος,
κ' ένας γέρος άνθρωπος σαρωμένος από τα Μελτέμια
σε νυσταλέα γωνιά.

Κάτοικοι του σπιτιού,
Σκέψεις στεγνού μυαλού, σ' εποχή διψασμένη.


Μεγάλες στιγμές της ποιήσεως
Μετάφραση Άρης Δικταίος
Εκδόσεις Δωδώνη, 1967

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ - The Love-Song of J. Alfred Prufrock - T. S. Eliot

« Εάν πίστευα ότι η απάντησή μου δίνεται
σε κάποιο πρόσωπο που ίσως γυρνούσε στον κόσμο,
αυτή η φλεγόμενη γλώσσα θα σταματούσε να τρεμοπαίζει
Αλλά αφού, από εκείνα τα βάθη, κανείς δεν έχει
ακόμη επιστρέψει ζωντανός, εάν αυτά που ακούω είναι αληθή,
Χωρίς φόβο δυσφήμησης απαντώ»
Δάντης Κόλαση (XXVΙΙ,61-66) Μετάφραση Στρατής Φάβρος

Πάμε λοιπόν εσύ κι εγώ,
καθώς απλώνεται το δειλινό στην ουρανό
Σαν ναρκωμένος με αιθέρα ασθενής στο χειρουργείο.
Πάμε, μέσ’ από κάποια μισοέρημα στενά,
Αποτραβιούνται τα μουρμουρητά τα σιγανά
Των χωρίς ησυχία
Νυχτών σε μιας βραδιάς φτηνά ξενοδοχεία
Και ρεστοράν με πριονίδια και κελύφη από στρείδια :
Στενά, που σαν συζήτηση ανιαρή τραβάνε
Με στόχο δόλιο να σε πάνε
Σε μια ανυπόφορη αμφιβολία …
Ω, μη ρωτάς «Τι είναι αυτή η σκέψη;»
Ας κάνουμε, έλα, την επίσκεψη.

Μες στο δωμάτιο οι κυρίες έρχονται και πάνε
Και για τον Μικελάντζελο μιλάνε.
Η κίτρινη ομίχλη που τη ράχη της τρίβει στα τζάμια,
Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει το μουσούδι της στα τζάμια,
Γλείφτηκε στις γωνιές του απογεύματος,
Και χασομέρησε στις λίμνες κάτω απ’ τις υδρορροές
Άφησε πάνω της να πέσει η αιθάλη απ’ τις καπνοδόχους,
Γλίστρησε απ’ την ταράτσα μ’ έναν πήδο ξαφνικά,
Και, βλέποντας πως ήταν ένα ήπιο βράδυ του Οκτώβρη,
Γύρω απ’ το σπίτι κουλουριάστηκε κι αποκοιμήθηκε βαθιά.

Κι αλήθεια, θα υπάρξει χρόνος
Για την κίτρινη καπνιά που γλιστρά κατά μήκος του δρόμου
Τρίβοντας τη ράχη της πάνω στα τζάμια
Θα υπάρξει χρόνος, θα υπάρξει χρόνος
Να προετοιμάσεις ένα πρόσωπο να συναντήσει τα πρόσωπα που συναντάς
Θα υπάρξει χρόνος να καταστρέψεις και να δημιουργήσεις,
Και χρόνος για όλα τα έργα και τις ημέρες των χεριών
Που υψώνονται και σου σεβίρουν μια ερώτηση στο πιάτο
Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα,
Και χρόνος για αμέτρητα διλήμματα,
Και για εκατοντάδες θεωρήσεις κι αναθεωρήσεις,
Πριν απ’ το τσάι και τα βουτήματα.

Μες στο δωμάτιο οι κυρίες έρχονται και πάνε
Και για τον Μικελάντζελο μιλάνε.

Κι αλήθεια θα υπάρξει χρόνος
Να αναρωτηθώ «Τολμώ; Τολμώ;»
Χρόνος για να γυρίσω, τα σκαλιά να κατεβώ,
Μ’ ένα σημείο φαλακρό στη μέση του κρανίου μου –
(Θα πουν: «Α, πώς αδυνατίζουν τα μαλλιά του!»)
Το πρωινό παλτό μου, το κολάρο μου σφιγμένο κάτω απ’ το πιγούνι,
Ο λαιμοδέτης μου πλούσιος και σεμνός, στερεωμένος όμως
από μια απλή καρφίτσα –
(Θα πουν: «Μα πόσο είναι αδύνατα τα χέρια και τα πόδια του!»)
Τολμώ
Να ενοχλώ το σύμπαν;

Σε μια στιγμή υπάρχει χρόνος
Για αποφάσεις κι αναθεωρήσεις που μια στιγμή θα ανατρέψει.

Διότι γνωρίζοντάς τα ήδη όλα αυτά, γνωρίζοντάς τα όλα αυτά –
Γνωρίζοντας τ’ απογεύματα, τ’ απομεσήμερα, τα πρωινά,
Έχω μετρήσει τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ
Γνωρίζω τις φωνές που χάνονται σε θανάσιμης πτώσης εφέ
Πίσω απ’ τη μουσική, από ένα μακρινό δωμάτιο.
Λοιπόν, πώς θα τολμούσα;

Κι έχω ήδη γνωρίσει τα μάτια, γνωρίζοντάς τα όλ’ αυτά –
Τα μάτια που σε καθηλώνουν σε μια φράση τυπική,
Κι εφόσον είμαι τυπικός και ισορροπώ πάνω σε μια καρφίτσα,
Κι εφόσον είμαι καρφιτσωμένος και συστρέφομαι στον τοίχο,
Λοιπόν, πώς θ’ άρχιζα
Να φτύνω τα υπολείμματα των ημερών μου και των τρόπων;
Και θα τολμούσα πώς;

Κι έχω ήδη γνωρίσει τα χέρια, γνωρίζοντάς τα όλ’ αυτά –
Χέρια με μπρασελέ και άσπρα και γυμνά
(Μα κι απλωμένα στο φως της λάμπας, με χνούδι ανοιχτόχρωμο!)
Να’ ναι το άρωμα από φουστάνι
Που έτσι να παρεκτρέπομαι μα κάνει;
Χέρια αφημένα στο τραπέζι, ή τυλιγμένα σ’ ένα σάλι.
Πώς θα τολμούσα, λοιπόν;
Και πώς θα άρχιζα;

Θα πω, έχω περάσει, σούρουπο από δρομάκια
Και είδα τον καπνό που ανεβαίνει απ’ τις πίπες
Μοναχικών ανθρώπων, με πουκάμισα, γερμένων στα παράθυρα;
Θα πρέπει να’ μουν δυο τραχιές δαγκάνες οστρακόδερμου
Που διατρέχουν τον πυθμένα σιωπηλών ωκεανών.

Και το απομεσήμερο, τ’ απόγευμα κοιμάται τόσο ειρηνικά!
Κατευνασμένο από δάχτυλα μακριά,
Σε νάρκη… κουρασμένο… ή προσποιούμενο αδιαθεσία,
Απλωμένο στο δάπεδο, εδώ, ανάμεσα σε σένα και σε μένα.
Θα’ πρεπε μετά το τσάι και τα κέικ και τ’ αναψυκτικά
Να’ χω το σθένος να εξωθήσω τη στιγμή στην κρίση της;
Όμως, κι αν θρήνησα και νήστεψα, και θρήνησα και προσευχήθηκα,
Κι αν είδα το κεφάλι μου (που φαλακραίνει)
φερμένο πάνω σ’ ένα δίσκο,
Δεν είμαι προφήτης – κι εδώ δεν έχει και μεγάλη σημασία.
Έχω δει τη στιγμή που τρεμοσβήνει η μεγαλοσύνη μου,
Κι έχω δει τον αιώνιο Θυρωρό να μου κρατάει το παλτό, χασκογελώντας,
Και, για να μην πολυλογώ, φοβήθηκα.

Και θ’ άξιζε, μετά απ’ όλα αυτά,
Μετά απ’ τα φλυτζάνια, τη μαρμελάδα, το τσάι,
Μέσα στις πορσελάνες, μέσα στις κουβέντες μας,
Θα άξιζε, ενώ
Πρέπει να καταπιώ μ’ ένα χαμόγελο το θέμα,
Το σύμπαν να συνθλίψω σ’ ένα μπολ,
Να το αλείψω σε μια αμφιβολία ανυπόφορη, θα άξιζε
Να πω: «Είμαι ο Λάζαρος, έρχομαι από τους νεκρούς,
Έρχομαι να σας πω τα πάντα, θα σας πω τα πάντα»-
Αν έλεγες, ταχτοποιώντας το κεφάλι της στο μαξιλάρι:
«Αυτό δεν είναι αυτό που εννοούσα,
Δεν είναι αυτό καθόλου»
Και θ’ άξιζε εντέλει,
Θ’ άξιζε,
Μετά τα ηλιοβασιλέματα και τις αυλόπορτες και τους ψιχαλισμένους δρόμους,
Μετά τις νουβέλες και τα φλυτζάνια, μετά τις φούστες που σέρνονται στο πάτωμα-
Κι αυτό, και τόσα άλλα;-
Είναι αδύνατον να πω τι εννοώ ακριβώς!
Όμως, σαν κάποιος προβολέας μαγικός που διαπερνώντας τα νεύρα σκιαγραφεί σε μια οθόνη:
Θα άξιζε
Ταχτοποιώντας ένα μαξιλάρι ή ρίχνοντας μια σάρπα,
Και στρέφοντας προς το παράθυρο αν έλεγες:
«Αυτό δεν είναι αυτό,καθόλου,
Δεν είν’ αυτό που εννοούσα!»

Όχι! Δεν είμαι ο Πρίγκηψ Άμλετ, ούτε και είχα πρόθεση να είμαι
Είμαι ένας αξιωματούχος παραστάτης, ένας που θα κάνει
Να σημειωθεί μια πρόοδος, ν’ αρχίσει μια σκηνή ή δυο,
Τον πρίγκηπα να συμβουλέψει, αναμφίβολα εργαλείο βολικό,
Ευλαβικό, ευτυχές που χρησιμοποιείται,
Πολιτικός, προσεχτικός και λεπτολόγος
Όλο ψηλές προτάσεις, όμως λίγο αμβλύνους
Καμιά φορά, πραγματικά, σχεδόν γελοίος –
Καμιά φορά, σχεδόν, ο Γελωτοποιός.

Γερνάω… Γερνάω…
Θα γυρίσω των παντελονιών μου τα μπατζάκια.
Θα χτενίσω προς τα πίσω τα μαλλιά μου; Τολμώ να φάω ένα ροδάκινο;
Θα φορέσω άσπρο κοστούμι φανελένιο και θα περπατώ στην παραλία.
Έχω ακούσει τις σειρήνες, μία προς μία, να τραγουδούν.

Δε νομίζω πως θα τραγουδήσουνε για μένα.

Να καλπάζουνε στην ακροθαλασσιά, πάνω στα κύματα τις έχω δει
Να χτενίζουνε την άσπρη χαίτη των κυμάτων που ανεμίζει
Όταν ο αέρας τα νερά, λευκά και μελανά, αναρριπίζει.

Στης θάλασσας τα δώματα, με τα θαλασσοκόριτσα
Τα τυλιγμένα φαιοπόρφυρες φυκιάδες, ξεχαστήκαμε
Κι ώσπου να μας ξυπνήσουνε ανθρώπινες φωνές, πνιγήκαμε.


T.S.Eliot
Ποιήματα
Μετάφραση Παυλίνα Παμπούδη
Εκδόσεις Printa 2008



S`io credesse che mia risposta fosse
A persona che mai tornasse al mondo,
Questa fiamma staria senza piu scosse.
Ma perciocchè giammai di questo fondo
Non tornò vivo alcun, s’i’odo il vero,
Senza tema d’infamia ti rispondo
Dante Inferno (XXVII, 61-66)

Let us go then, you and I,
When the evening is spread out against the sky
Like a patient etherized upon a table;
Let us go, through certain half-deserted streets,
The muttering retreats
Of restless nights in one-night cheap hotels
And sawdust restaurants with oyster-shells:
Streets that follow like a tedious argument
Of insidious intent
To lead you to an overwhelming question. . .
Oh, do not ask, «What is it?»
Let us go and make our visit.

In the room the women come and go
Talking of Michelangelo.

The yellow fog that rubs its back upon the window-panes
The yellow smoke that rubs its muzzle on the window-panes
Licked its tongue into the corners of the evening
Lingered upon the pools that stand in drains,
Let fall upon its back the soot that falls from chimneys,
Slipped by the terrace, made a sudden leap,
And seeing that it was a soft October night
Curled once about the house, and fell asleep.

And indeed there will be time
For the yellow smoke that slides along the street,
Rubbing its back upon the window-panes;
There will be time, there will be time
To prepare a face to meet the faces that you meet;
There will be time to murder and create,
And time for all the works and days of hands
That lift and drop a question on your plate;
Time for you and time for me,
And time yet for a hundred indecisions
And for a hundred visions and revisions
Before the taking of a toast and tea.

In the room the women come and go
Talking of Michelangelo.

And indeed there will be time
To wonder, «Do I dare?» and, «Do I dare?»
Time to turn back and descend the stair,
With a bald spot in the middle of my hair—
[They will say: «How his hair is growing thin!»]
My morning coat, my collar mounting firmly to the chin,
My necktie rich and modest, but asserted by a simple pin—
[They will say: «But how his arms and legs are thin!»]
Do I dare
Disturb the universe?
In a minute there is time
For decisions and revisions which a minute will reverse.

For I have known them all already, known them all;
Have known the evenings, mornings, afternoons,
I have measured out my life with coffee spoons;
I know the voices dying with a dying fall
Beneath the music from a farther room.
So how should I presume?

And I have known the eyes already, known them all—
The eyes that fix you in a formulated phrase,
And when I am formulated, sprawling on a pin,
When I am pinned and wriggling on the wall,
Then how should I begin
To spit out all the butt-ends of my days and ways?
And how should I presume?

And I have known the arms already, known them all—
Arms that are braceleted and white and bare
[But in the lamplight, downed with light brown hair!]
Is it perfume from a dress
That makes me so digress?
Arms that lie along a table, or wrap about a shawl.
And should I then presume?
And how should I begin?
. . . . .

Shall I say, I have gone at dusk through narrow streets
And watched the smoke that rises from the pipes
Of lonely men in shirt-sleeves, leaning out of windows? . . .

I should have been a pair of ragged claws
Scuttling across the floors of silent seas.
. . . . .

And the afternoon, the evening, sleeps so peacefully!
Smoothed by long fingers,
Asleep . . . tired . . . or it malingers,
Stretched on the floor, here beside you and me.
Should I, after tea and cakes and ices,
Have the strength to force the moment to its crisis?
But though I have wept and fasted, wept and prayed,
Though I have seen my head (grown slightly bald) brought in upon a platter,
I am no prophet–and here’s no great matter;
I have seen the moment of my greatness flicker,
And I have seen the eternal Footman hold my coat, and snicker,
And in short, I was afraid.

And would it have been worth it, after all,
After the cups, the marmalade, the tea,
Among the porcelain, among some talk of you and me,
Would it have been worth while,
To have bitten off the matter with a smile,
To have squeezed the universe into a ball
To roll it toward some overwhelming question,
To say: «I am Lazarus, come from the dead,
Come back to tell you all, I shall tell you all»
If one, settling a pillow by her head,
Should say, «That is not what I meant at all.
That is not it, at all.»

And would it have been worth it, after all,
Would it have been worth while,
After the sunsets and the dooryards and the sprinkled streets,
After the novels, after the teacups, after the skirts that trail along the floor—
And this, and so much more?—
It is impossible to say just what I mean!
But as if a magic lantern threw the nerves in patterns on a screen:
Would it have been worth while
If one, settling a pillow or throwing off a shawl,
And turning toward the window, should say:
«That is not it at all,
That is not what I meant, at all.»
. . . . .

No! I am not Prince Hamlet, nor was meant to be;
Am an attendant lord, one that will do
To swell a progress, start a scene or two
Advise the prince; no doubt, an easy tool,
Deferential, glad to be of use,
Politic, cautious, and meticulous;
Full of high sentence, but a bit obtuse;
At times, indeed, almost ridiculous—
Almost, at times, the Fool.

I grow old . . . I grow old . . .
I shall wear the bottoms of my trousers rolled.

Shall I part my hair behind? Do I dare to eat a peach?
I shall wear white flannel trousers, and walk upon the beach.
I have heard the mermaids singing, each to each.

I do not think they will sing to me.

I have seen them riding seaward on the waves
Combing the white hair of the waves blown back
When the wind blows the water white and black.

We have lingered in the chambers of the sea
By sea-girls wreathed with seaweed red and brown
Till human voices wake us, and we drown.

[1915]

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

Ψίθυροι Αθανασίας – T. S. Eliot



Ο Γουέμπστερ κατεχόταν απ’ τον θάνατο πολύ.
Κι έδειχνε το κρανίο υπό το δέρμα.
Και υπάρξεις άστηθες υπό την γη
Λιγώνονταν χασκογελώντας δίχως χείλη.

Κιτρινωποί βολβοί αντί σφαίρες
Γούρλωναν απ’ τις κόγχες των ματιών!
Ήξερε πως η σκέψη ανέρχεται σε νεκρά μέλη
Σφίγγοντας τις λαγνείες της και πολυτέλειες.

Ο Ντονν, θαρρώ ήταν άλλος ένας
Μη βρίσκοντας υποκατάστατη αίσθηση,
Παρά ν’ αρπάξει και ν’ αδράξει και διατρήσει.
Έμπειρος πέραν εμπειρίας.

Ήξερε την οδύνη στο μεδούλι
Το ρίγος απ’ τον σκελετό.
Καμιά επαφή της σάρκας δεν
Κατεύναζε του οστού τον πυρετό.

Η Γκρίσκιν είναι λεπτολόγος. Μάτι ρωσικό
Πάντα υπογραμμισμένο μ’ έμφαση.
Αδέσμευτο και φιλικό το στήθος
Υπόσχεται πνευματικότατο ήθος.

Ενεδρεύοντας ο Βραζιλιάνος Τζάγκουαρ
Την μαρμοζέτα υποχρεώνει σε τρεχιό
Με φευγαλέες εκροές της γάτας.
Η Γκρίσκιν έχει ένα σπιτάκι εξοχικό.

Στιλπνός ο Βραζιλιάνος Τζάγκουαρ
Μες στην δενδρόβια του κατήφεια
Δεν διυλίζει πόσο αξίζει μια ευωδιά γατίσια
Όπως η Γκρίσκιν σε μια τρύπα σαλονίσια.

Κι ακόμη Αφηρημένες Υποστάσεις
Κλωθογυρνούν τις χάρες της και τις χαρές.
Μα η τύχη μας διατρίβει σε ξερές πλευρές
Για να κρατά θερμή την μεταφυσική μας.


T. S. Eliot
Άπαντα τα ποιήματα
Ελληνική Μεταγλώττιση Αριστοτέλης Νικολαΐδης
Εκδόσεις Κέδρος 1984

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΠΛΕΗΚ – T. S. ELIOT



Ι

Αν παρακολουθήσει κανείς το νου του Μπλέηκ στη διάρκεια των πολλών σταδίων της ποιητικής του ανάπτυξης, είναι αδύνατο να τον βλέπει σαν ένα αφελή, έναν άγριο, ένα άγριο ζωάκι για τους υπερ-καλλιεργημένους. Το παράδοξο εξατμίζεται, η ιδιοτυπία φαίνεται καλά ότι είναι η ιδιοτυπία της κάθε μεγάλης ποίησης – κάτι που βρίσκεται (όχι παντού) στον Όμηρο και τον Αισχύλο και τον Δάντη και τον Villon, και βαθύ και κρυμμένο στο έργο του Σαίξπηρ – κι ακόμα σε μιαν άλλη μορφή στον Montaigne και στον Σπινόζα. Είναι απλώς μια ιδιότυπη ειλικρίνεια που, μέσα σ’ έναν κόσμο πολύ τρομαγμένο για νάναι ειλικρινής, είναι ιδιότυπα τρομακτική. Είναι μια ειλικρίνεια που ενάντιά της συνωμοτεί όλος ο κόσμος, επειδή είναι δυσάρεστη. Η ποίηση του Μπλέηκ έχει τη δυσαρέσκεια της μεγάλης ποίησης. Τίποτα απ’ όσα μπορούν να ονομαστούν νοσηρά ή ανώμαλα ή διεστραμμένα, κανένα από τ’ αντικείμενα αυτά που με κάποιαν ασυνήθιστη εργασία απλοποίησης εκθέτουν τη βασική ασθένεια ή δύναμη της ανθρώπινης ψυχής. Κι η ειλικρίνεια αυτή δεν υπάρχει δίχως μεγάλη τεχνική κατάρτιση. Το ζήτημα για τον Μπλέηκ σαν άνθρωπο είναι το ζήτημα των περιστάσεων που σύντρεξαν να επιτρέψουν αυτή την ειλικρίνεια στο έργο του, και των περιστάσεων που προσδιορίζουν τα όρια του έργου του: Οι ευνοϊκές συνθήκες ίσως περιέχουν αυτές τις δύο: ότι, με το ν’ απασχοληθεί από νωρίς μ’ ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, δεν ήταν υποχρεωμένος ν’ αποκτήσει οποιοδήποτε άλλη λογοτεχνική παιδεία απ’ αυτή που ήθελε – και ότι, με το νάναι ένας ταπεινός χαράκτης, δεν είχε καμμιά δημοσιογραφικο-κοινωνική καρριέρα που να του ανοίγεται.
Δηλαδή δεν υπήρχε τίποτα να τον αποσπάσει από τα ενδιαφέροντά του ή να διαφθείρει τα ενδιαφέροντα αυτά, ούτε οι φιλοδοξίες των γονιών ή της συζύγου, ούτε τα πρότυπα της κοινωνίας, ούτε οι πειρασμοί της επιτυχίας – ούτε ήταν εκτεθειμένος στη μίμηση του εαυτού του ή οποιουδήποτε άλλου. Οι περιστάσεις αυτές – όχι η υποθετική εμπνευσμένη και αδίδακτη αυθορμητικότητά του – είναι αυτό που τον κάνει αθώο. Τα πρώτα του ποιήματα δείχνουν αυτό που έπρεπε να φανερώνει ένα μεγαλοφυές αγόρι, την απέραντη δύναμη της αφομοίωσης. Αυτά πρώτα ποιήματα δεν είναι, όπως υποτίθεται ότι είναι, ακατέργαστες απόπειρες για να κατορθωθεί κάτι περισσότερο απ’ ότι μπορεί η ικανότητα του αγοριού – στην περίπτωση ενός αγοριού που υπόσχεται πραγματικά πολλά, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι εντελώς ώριμες και πετυχημένες απόπειρες να γίνει κάτι μικρό. Στην περίπτωση του Μπλέηκ, τα’ αρχικά του ποιήματα είναι αξιοθαύμαστα από τεχνική άποψη, και η πρωτοτυπία τους υπάρχει σ’ έναν όχι κανονικό ρυθμό.
Οι στίχοι του ποιήματος Εδουάρδος ο 3ος αξίζουν να μελετηθούν. Αλλά αυτή η αγάπη για ορισμένους Ελισαβετιανούς δεν είναι τόσο εκπληκτική όσο η σχέση του με τα καλύτερα έργα του αιώνα του. Μοιάζει πολύ με τον Collis, ανήκει πολύ στο περιβάλλον του δέκατου όγδοου αιώνα. Το ποίημα Αν και στη σκιερή άκρη της Ίδας είναι δουλειά του δέκατου όγδοου αιώνα, η κίνηση, το βάρος του, η σύνταξη, το διάλεγμα των λέξεων.

Οι νωθρές χορδές μόλις που κινούνται!
Ο ήχος είναι βιασμένος, οι νότες είναι λίγες!

Αυτό είναι σύγχρονο με το έργο του Gray και του Collins, είναι η ποίηση μιας γλώσσας που έχει υποστεί τη πειθαρχία της πρόζας. Ο Μπλέηκ μέχρι τα είκοσί του είναι αναντίρρητα παραδοσιακός.
Τότε στη περίπτωση αυτή, ο τρόπος που άρχιζε να εκφράζεται ποιητικά ο Μπλέηκ είναι τόσο κανονικός σαν και τον τρόπο που άρχισε να εκφράζεται ποιητικά ο Σαίξπηρ. Η μέθοδος της σύνθεσής του, στο ώριμό του έργο, είναι η ίδια ακριβώς με τη μέθοδο των άλλων ποιητών. Έχει μια ιδέα (ένα συναίσθημα, μια εικόνα), την αναπτύσσει με μια επαύξηση η μιαν επέκταση, αλλάζει συχνά τον στίχο του, και συχνά διστάζει στην τελική εκλογή(1). Βέβαια η ιδέα έρχεται, αλλά μόλις φτάνει υπόκειται σε μια παρατεταμένη επεξεργασία. Στη πρώτη φάση ο Μπλέηκ είναι απασχολημένος με την ομορφιά των λέξεων. Στην δεύτερη φάση γίνεται ο φανερά αφελής, στην πραγματικότητα η ώριμη νοημοσύνη. Μόνο όταν οι ιδέες έρχονται με περισσότερο αυτόματο τρόπο, όταν έρχονται πιο ελεύθερα και χειρίζονται λιγότερο,, αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε τη προέλευσή τους, να υποψιαζόμαστε ότι ξεπηδούν από μια πηγή που δεν έχει βάθος.
Τα Τραγούδια της Αθωότητας και της Πείρας, και τα ποιήματα από το χειρόγραφο Rossetti, είναι ποιήματα ενός ανθρώπου που τα γνωρίζει βαθειά. Τα συναισθήματα παρουσιάζονται με μιαν υπερβολικά απλοποιημένη, αφηρημένη μορφή. Η μορφή αυτή είναι ένα παράδειγμα της αιώνιας πάλης του λογοτέχνη με τον συνεχή εκφυλισμό της γλώσσας.
Είναι σπουδαίο το ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι πολύ εκπαιδευμένος στην τέχνη του. Αλλά η εκπαίδευσή του έχει μάλλον εμποδιστεί αντί να βοηθηθεί από τις συνηθισμένες λειτουργίες της κοινωνίας που αποτελούν την εκπαίδευση για τον συνηθισμένο άνθρωπο. Γιατί οι λειτουργίες αυτές αποτελούνται κατά μεγάλο τους τμήμα από την απόκτηση απρόσωπων ιδεών που επισκιάζουν αυτό που είμαστε και που αισθανόμαστε στην πραγματικότητα. Βέβαια αυτό που είναι βλαβερό δεν είναι οι ίδιες οι γνώσεις που αποκτώνται, αλλά ο κομφορμισμός που έχει την τάση να επιβάλλει η συσσώρευση των γνώσεων. Ο Τέννυσον είναι ένα πολύ δίκαιο παράδειγμα ποιητή που ήταν σχεδόν ολόκληρος σκεπασμένος με παρασιτικές γνώμες, σχεδόν εντελώς βουλιαγμένος μέσα στο περιβάλλον του. Απεναντίας, ο Μπλέηκ γνώριζε αυτό που τον ενδιέφερε, και σα συνέπεια παρουσιάζει μόνο το βασικό, αυτό μόνο που μπορεί να παρουσιαστεί και που δεν χρειάζεται εξήγηση. Και καταλάβαινε επειδή δεν ήταν ταραγμένος, ή τρομαγμένος ή απασχολημένος μ’ οτιδήποτε άλλο εκτός από τις ακριβείς λέξεις. Ήταν γυμνός, και είδε τον άνθρωπο γυμνό, και από το κέντρο του δικού του κρύσταλλου. Δεν υπήρχε γι’ αυτόν κανείς λόγος γιατί ο Swedenborg θάπρεπε νάναι παράλογος σε σύγκριση με τον Locke. Παραδέχτηκε τον Swedenborg, και τελικά τον αρνήθηκε για προσωπικούς λόγους. Πλησίαζε το κάθε τι μ’ ένα νου ανεπηρέαστο από τις γνώμες της εποχής. Δεν υπήρχε τίποτα στον Μπλέηκ που να τον κάνει να φαίνεται ανώτερος. Αυτό τον κάνει τρομακτικό.


ΙΙ

Αλλά αν δεν υπήρχε τίποτα που να τον αποσπάσει από την ειλικρίνεια, υπήρχαν απεναντίας οι κίνδυνοι στους οποίους είναι εκτεθειμένος ο γυμνός άνθρωπος. Η φιλοσοφία του, όπως οι οραματισμοί του, όπως η ενόρασή του, όπως και η τεχνική του, ήταν δικές του. Άρα, είχε την τάση να δίνει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στο γεγονός αυτό απ’ ό,τι θάπρεπε να δίνει ένας καλλιτέχνης – αυτό είναι που τον κάνει εκκεντρικό, και τον κάνει νάχει μια τάση προς την έλλειψη μορφής.

Μα ακούω περισσότερο τα μεσάνυχτα στους δρόμους
Πως η κατάρα της νεαρής πόρνης
Μαραίνει το δάκρυ του νεογέννητου,
Και καταστρέφει μ’ ενοχλήσεις την άμαξα του γάμου

είναι το γυμνό όραμα – Το

Ο έρωτας ζητά να ευχαριστήσει τον εαυτό του,
Να δεσμεύσει κι άλλον στην απόλαυσή του,
Χαίρεται στο χάσιμο της ελευθερίας του άλλου,
Και χτίζει μια Κόλαση αντί για Παράδεισο,

είναι η ωμή παρατήρηση – και οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης είναι η παρουσίαση της ωμής φιλοσοφίας. Αλλά οι κατά καιρούς γάμοι της ποίησης και της φιλοσοφίας, που έκανε ο Μπλέηκ, δεν είναι τόσο ευτυχισμένοι.

Αυτός που θάθελε να κάνει καλό στον άλλο πρέπει
να το κάνει σε Πολύ Μικρές Λεπτομέρειες,
Το Γενικό Καλό είναι η πρόφαση του παλιάνθρωπου,
του υποκριτή και του κόλακα –
Γιατί η Τέχνη και η Επιστήμη δεν μπορούν να
υπάρξουν παρά μόνο σε πολύ μικρές οργανωμένες
Λεπτομέρειες.

Αισθάνεται κανείς ότι η μορφή δεν είναι καλοδιαλεγμένη. Η φιλοσοφία που είναι δανεισμένη από τον Δάντη και τον Λουκρήτιο ίσως να μην είναι τόσο ενδιαφέρουσα, αλλά βλάφτει λιγότερο τη μορφή των στίχων. Ο Μπλέηκ δεν είχε αυτό το πιο Μεσογειακό δώρο της μορφής που γνωρίζει πώς να δανείζεται όπως ο Δάντης δανείστηκε τη θεωρία του για τη ψυχή. Πρέπει ν’ αναγκάζεται να δημιουργήσει και ποίηση και φιλοσοφία. Μια παρόμοια έλλειψη μορφής δρα καταστροφικά στη σχεδιαστική του ικανότητα. Βέβαια, το λάθος είναι πολύ φανερό στα περισσότερο εκτεταμένα ποιήματα – ή μάλλον, στα ποιήματα που η δομή είναι ζωτικό ζήτημα. Δεν μπορείτε να δημιουργήσετε ένα πολύ μεγάλο ποίημα δίχως να εισάγετε σ’ αυτό μια περισσότερο απρόσωπη άποψη, ή δίχως να το κομματιάζετε σε διάφορες προσωπικότητες. Αλλά ασφαλώς η αδυναμία των εκτεταμένων ποιημάτων δεν είναι το γεγονός ότι είναι πολύ οραματικά, πολύ απομακρυσμένα από τον κόσμο. Είναι ότι ο Μπλέηκ δεν διάκρινε αρκετά, ότι ήταν πολύ απασχολημένος με ιδέες.
Έχουμε την ίδια εκτίμηση για τη φιλοσοφία του Μπλέηκ (και ίσως για τη φιλοσοφία του Σάμουελ Μπάλτερ) με την εκτίμηση που έχουμε για ένα καλοφτιαγμένο έπιπλο που φτιάχτηκε στο σπίτι μας. Θαυμάζουμε τον άνθρωπο που το κατασκεύασε από απομεινάρια που υπήρχαν σ’ όλο το σπίτι. Η Αγγλία έχει παράγει έναν μεγάλο αριθμό από αυτούς τους πολυμήχανους Ροβινσώνες Κρούσους. Αλλά δεν είμαστε τόσο απομακρυσμένοι από την Ευρωπαϊκή ήπειρο, ή από το παρελθόν μας, ώστε να στερηθούμε από τα πλεονεκτήματα του πνευματικού πολιτισμού στην περίπτωση που το επιθυμούμε.
Μπορούμε να διαλογιζόμαστε, για διασκέδαση, το αν δεν θα ήταν ωφέλιμο για τη Βόρεια Ευρώπη γενικά, και ιδιαίτερα για τη Βρετανία, να είχε μια περισσότερο συνεχή θρησκευτική ιστορία. Οι τοπικές θεότητες της Ιταλίας δεν εξολοθρεύτηκαν εντελώς από τη Χριστιανική θρησκεία, και δεν είχαν μειωθεί στη μοίρα του νάνου που είχα οι υπερφυσικοί γίγαντες και οι νεράιδες μας. Ίσως οι νεράιδες μαζί με τις σπουδαιότερες Σαξονικές θεότητες, να μην ήταν μεγάλη απώλεια. Αλλά η θέση που άφησαν δεν συμπληρώθηκε – και ίσως η μυθολογία μας έγινε ακόμα περισσότερο φτωχή με το διαζύγιό μας από τη Ρώμη. Οι περιοχές του ουρανού και της κόλασης του Μίλτωνα είναι μεγάλα, μα όχι εντελώς επιπλωμένα διαμερίσματα γεμάτα μ’ έντονες ομιλίες – και παρατηρεί κανείς στη Πουριτανική μυθολογία κάποιαν ιστορική διαφάνεια. Και δεν μπορούμε να μη παρατηρήσουμε μια κάποια έλλειψη πολιτισμού ή καλλιέργειας, για τις υπερφυσικές περιφέρειες του Μπλέηκ, όσο και για τις υποθετικές ιδέες που κατοικούν εκεί. Δείχνουν τη μονομανία, την εκκεντρικότητα που επηρεάζει συχνά τους συγγραφείς που είναι απομακρυσμένοι από τις Λατινικές παραδόσεις, και που θα τους επιτιμούσε ασφαλώς ένας κριτικός όπως ο Arnold. Και δεν είναι βασικές για την έμπνευση του Μπλέηκ.
Ο Μπλέηκ ήταν προικισμένος με την ικανότητα να καταλαβαίνει αρκετά καλά την ανθρώπινη φύση, είχε μια πρωτότυπη και αξιοσημείωτη αίσθηση της γλώσσας και της μουσικής της γλώσσας, και το δώρο να βλέπει οράματα. Αν αυτά είχαν ελεγχθεί από έναν σεβασμό για την απρόσωπη λογική, για τον κοινό νου, για την αντικειμενικότητα της επιστήμης, θα ήταν καλύτερα γι αυτόν. Αυτό που χρειαζόταν η μεγαλοφυία του, και που είναι κρίμα που δεν το είχε, είταν ένα πλαίσιο από παραδεκτές και παραδοσιακές ιδέες που θα τον εμπόδιζαν να εντρυφήσει σε μια δική του φιλοσοφία, και που θα συγκέντρωναν τη προσοχή του στα προβλήματα του ποιητή. Σύγχυση στη σκέψη, στη συγκίνηση και στο όραμα είναι ό,τι βρίσκουμε σ’ ένα έργο σαν το Τάδε έφη Ζαρατούστρας. Δεν είναι μια κατ’ εξοχή Λατινική αρετή. Η συγκέντρωση που προκύπτει από ένα πλαίσιο μυθολογίας και θεολογίας και φιλοσοφίας είναι ένας από τους λόγους που ο Δάντης είναι κλασσικός, και ο Μπλέηκ μόνο μεγαλοφυής ποιητής. Ίσως να μην φταίει ο ίδιος ο Μπλέηκ, αλλά το περιβάλλον που δεν μπόρεσε να του δώσει αυτό που χρειαζόταν ένας τέτοιος ποιητής – ίσως οι περιστάσεις τον υποχρέωσαν να επινοήσει, ίσως ο ποιητής – απαιτούσε τον φιλόσοφο και τον μυθολόγο – αν και ο συνειδητός Μπλέηκ πιθανόν να μην είχε καθόλου συνείδηση των κινήτρων.

_________________________
1. Δεν γνωρίζω γιατί ο κ. Berger θάλεγε, δίχως την αρμοδιότητα, στο βιβλίο του Γουίλλιαμ Μπλέηκ: μυστικισμός και ποίηση, ότι: «Ο σεβασμός του για το πνεύμα που έπνεε μέσα του και του υπαγόρευε τα λόγια του, το εμπόδιζε να τα διορθώνει κάποτε». Ο Δρ. Sampson στην Οξφορδιανή έκδοση του Μπλέηκ, μας δίνει να καταλάβουμε ότι η Μπλέηκ πίστευε πως πολλά από τα γραφτά του ήταν γραμμένα μ’ ένα αυτόματο τρόπο, αλλά παρατηρεί: «η υπερβολικά λεπτόλογη προσοχή του Μπλέηκ στη σύνθεση φαίνεται παντού στα ποιήματα που διατηρήθηκαν σε μια ατελή μορφή… αλλοιώσεις, μεταβολές της θέσης των λέξεων, σβυσίματα, προσθέσεις κι αντιστροφές…»



T. S.ELIOT
ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΑΣΟΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΑΙΡΕΤΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΦΡΟΣ 1971

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Ε΄. ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ – T. S. Eliot


Ύστερα από το φως του πυρσού κόκκινο σε ιδρωμένα πρόσωπα
Ύστερα από την παγερή σιωπή μέσα στους κήπους
Ύστερα από την αγωνία σε τόπους πετρωτούς
Τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
Τη φυλακή το παλάτι και τ’ αντιφέγγισμα
Του ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από μακρινά βουνά
Εκείνος που ήταν ζωντανός είναι τώρα πεθαμένος
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή
Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου
Του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά
Που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό
Αν είχε νερό εδώ-πέρα θα στεκόμασταν να πιούμε
Μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε
Ξερός ο ιδρώς και τα πόδια μες στον άμμο
Αν είχε τουλάχιστο νερό στο βράχο
Στόμα νεκρό του βουνού με σάπια δόντια που δεν μπορεί να φτύσει
Εδώ κανείς δεν μπορεί να σταθεί ούτε να πλαγιάσει ούτε να καθίσει
Δεν έχει μηδέ σιωπή μέσα στα βουνά
Μόνο ο ξερός κεραυνός στείρος χωρίς βροχή
Δεν έχει μηδέ μοναξιά μέσα στα βουνά
Μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και γρυλίζουν
Μέσα απ’ τις πόρτες ξεροσκασμένων λασποκαλυβιών
Αν είχε νερό
Χωρίς τα βράχια
Αν ήταν τα βράχια
Μαζί με νερό
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα μες στα βράχια
Αν ήταν ήχος μοναχά νερού
Όχι ο τζίτζικας
Και το ξερό χορτάρι τραγουδώντας
Μα ήχος νερού πάνω από βράχο
Εκεί που η τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ
Αλλά δεν έχει νερό
Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στo πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου
Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος
Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;
Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού
Ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν
Πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης
Ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα
Ποια είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά
Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λόντρα
Ανύπαρχτες

Μια γυναίκα έσυρε τη μακριά μαύρη της κόμη τεντωμένη
Κι έπαιξε ψίθυρο μουσικής πάνω σ’ αυτή τη χορδή
Και νυχτερίδες με πρόσωπα μωρών μέσα στο φως το μενεξεδένιο
Σφύριξαν και πετάρισαν μια στιγμή
Και σύρθηκαν με τo κεφάλι κάτω στη ρίζα ενός καψαλιασμένου τοίχου
Κι ήτανε πύργοι ανάστροφοι κι ανάεροι
Που σήμαιναν τις ώρες χτυπώντας καμπάνες θυμητικές
Και φωνές τραγουδούσαν μέσα από ξεροπήγαδα και στέρνες αδειανές.
Στη ρημαγμένη τούτη γούβα μέσα στα βουνά
Κάτω απ’ τα’ αχνό φεγγαρόφωτο, τραγουδάει το χορτάρι
Πάνω σ’ αφανισμένους τάφους, γύρω στην εκκλησιά
Εκεί είναι η αδειανή εκκλησία, του αγέρα μόνο κατοικία.
Χωρίς παράθυρα, κι πόρτα παίζει,
Τα ξερά κόκαλα κανένα δεν πειράζουν.
Μόνο ένας κόκορας στάθηκε στο μεσοδόκι
Κου κου ρικου κου κου ρικου
Μέσα στο φέγγος αστραπής Τότες μια νοτερή πνοή
Φέρνοντας τη βροχή
Φύρανε ο Γάγγης, τα πλαδαρά τα φύλλα
Προσμέναν τη βροχή, ενώ τα μαύρα σύννεφα
Συνάχτηκαν μακριά, πάνω απ’ το Χίμαβαντ.
Η ζούγκλα ζάρωσε, κουβαριασμένη σιωπηλά.
Μίλησε τότε ό κεραυνός
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, τραντάζει το αίμα την καρδιά μου
Η φοβερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού
Που η εποχή της φρόνησης πότες δε θ’ αναιρέσει
Μ’ αυτή, μόνο μ’ αυτήν, έχουμε υπάρξει
Που κανείς δε θα βρει μες στις νεκρολογίες μας
Μήτε σε θύμησες από την ελεητικήν αράχνη σκεπασμένες
Η κάτω από σφραγίδες που έσπασε ο στεγνός δικηγόρος
Στις άδειες κάμαρές μας
ΝΤΑ
Ντάγιαντβαμ: Άκουσα το κλειδί
Στην πόρτα να γυρίζει μια φορά μια φορά μόνο
Σκεπτόμαστε το κλειδί, καθένας μες στη φυλακή του
Με τη σκέψη του κλειδιού, καθένας βεβαιώνει τη φυλακή του
Μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέρια ψιθυρίσματα
Για μια στιγμή ξαναζωντανεύουν έναν τσακισμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Ντάμυατα: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα, στο χέρι το δεξιό και στο πανί και στο κουπί
Η Θάλασσα ήταν ήσυχη, θα ’χε ανταποκριθεί η καρδιά σου
Χαρούμενα, στην πρόσκληση, πάλλοντας υπάκουη
Σε κυρίαρχα χέρια
Κάθισα στην όχθη
Ψαρεύοντας, και πίσω μου o ξερός κάμπος
Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε τάξη;
Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει παει και πέφτει πάει και πέφτει
Poi s’ ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon Ω χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d’ Aquitaine à la rour abolie
Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου
Ωραία, θα σας κανονίσω. Πάλι τρελός ο Ιερώνυμος.
Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.
Σάντι σάντι σάντι


T. S. Eliot
Έρημη Χώρα
Μετάφραση Γιώργος Σεφέρης