.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

ΟΙ ΜΑΓΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ – IVAN GOLL


Φυλακισμένος στον κύκλο του άστρου μου
στριφογυρνώντας με τον τροχό που γυρίζει στην καρδιά μου
και τη μυλόπετρα του σύμπαντος που αλέθει το στάρι του χρόνου

Φυλακισμένος στον κύκλο του κριού
που το κέρας του κρύβει τη μυστική φωνή
την αισθητή και πάντα ασύλληπτη απ' το νου

Πως να ξεφύγω λοιπόν από τα κρόταλα που ηχούν μέσα
στο χαλαζία της νύχτας
πως να ξεφύγω από την αρένα όπου ο ταύρος ξανανταμώνει
τον ίσκιο του
Rien ne va plus. Κρουπιέρης του ζωδιακού κύκλου
ή δερβίσης που γυρνάω τη σβούρα των προσευχών

Μέσα στο γαλανό σου μάτι Λιλίθ, που είναι σαν ουρανί τσέρκι
αποτολμώ το πήδημα του θανάτου
και κατεβαίνω προς τη στρόφιγγα του αίματός σου
κατεβαίνω την ατέρμονη σκάλα των αιώνων
ή ανεβαίνω την κλίμακα του αγώνα
που την περικυκλώνουν οι φτερούγες των αγγέλων;

Έστησα έναν πύργο
το κατακόρυφο Ι το μνημείο από άμμο του Εγώ
που μαράθηκε πιο γρήγορα από το βούρλο

Έχτισα την πυραμίδα για να θάψω τη μούμια ενός εντόμου
κατοίκησα στο εξάγωνο του χιονιού στην πεντάλφα της ανεμώνης
σχεδίασα το τετράγωνο ζάρι
το φρούριο όπου θα αιχμαλωτίσω τον άγγελο
μέσα σ' έναν ύπνο φιλντισένιο έναν ύπνο χωρίς βλέφαρα

Αλλοίμονο ο δαίμονας του ζαριού μου
με τρυπάει με τα είκοσι ένα μαύρα μάτια του
Μάτια πουλιών μάτια φιδιών μάτια γυναικών
με τυλίγουν μέσα σε νέους κύκλους
γύπες γράφουν κύκλους πάνω απ' τη ζωή μου
στρόβιλοι από σπειρύλλια χαράζουν το 6 του θανάτου μου
μάτια όλο φωτιά ανοίγουν κλείνουν

Βαθιά μέσα μου πολύ μακριά σιγοτραγουδάει ο Παλαιός Άνθρωπος
«Ποιος είν' αυτός ο χρυσός δράκοντας που πετάει στους αιθέρες
και δε χαλάει την ανθοδέσμη των κομητών;
Ποιος είν' αυτός ο αητός που γεννάει τ' αυγά του
μέσα στο δέντρο το χτυπημένο από τον κεραυνό
και τα πουλιά του πίνουν στο καινούργιο φεγγάρι;
Ποιος είν' αυτός ο άνθρωπος που τρέχει πάνω στο στεφάνι του τροχού
που ανεβαίνει το βουνό πέφτοντας στα κατάβαθα του τάφου του;»

Ούτε εκείνος ούτε εγώ περιμένουμε απάντηση
ο άνεμος του αστρικού θόλου αχρηστεύει τη μνήμη μας

Δοκιμάζω όλα τα σκουριασμένα κλειδιά για να σπάσω τον κύκλο
ρίχνω τα γράμματα του αλφαβήτου σαν άγκυρες μέσα στη λήθη
Φυτεύω τις ρίζες των λέξεων μες στις ρυτίδες του μετώπου μου
καλλιεργώ το μαγικό ροδόκηπο
το ρόδο των ανέμων το ρόδο της άμμου

Και κάθε φορά που βυθίζομαι σαν άγγελος μες στον καθρέφτη
χίλιοι καινούργιοι κύκλοι κυλάνε προς την άκρη του κόσμου
Αλλά ποια είν' αυτή η θεά η στολισμένη με τα βραχιόλια του Κρόνου;
ποια είν' αυτή η ενέργεια που μαστιγώνει τις ελλείψεις;


IVAN GOLL
ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1920-1950)
ΕΠΙΛΟΓΗ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΠΙΜΕΤΡΟ-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Ε.Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΙΓΜΗ 2003


Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Ο ΣΙΒΑ ΚΑΙ Ο ΣΙΒΑ ΤΡΙΜΟΥΡΤΙ (Ο ΥΠΕΡΣΙΒΑ) – ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΤΣΑΞΗΣ


1.Ο ΣΙΒΑ

Τρίτο μέλος της Υπέρτατης Τριάδας είναι, όπως είδαμε, ο Σίβα ή Μαχαντέβα (ο παμμέγιστος, ο μέγας Θεός).
Δραβιδικής προελεύσεως, ο Θεός αυτός είναι πιο πολύπλοκος και αν γίνεται πιο πολύπλευρος από τον Βισνού.
Στις Βέδες των αρείων βρίσκουμε κάποιον άλλον που του μοιάζει πολύ στις ιδιότητες. Τον Ρούντρα.
Για πολλούς αιώνες το όνομα του τελευταίου συνδυάζεται και συγχέεται με τον δραβιδικό Σίβα. Νωρίς όμως, πολλούς αιώνες ήδη προ Χριστού, επικρατεί απόλυτα ο δεύτερος, έτσι που ο Ρούντρα να μένει σαν ανάμνηση από «ένα άλλο όνομα του Σίβα».
Αυτός είναι ο Θεός της καταστροφής και παράλληλα, σύμφωνα με το ινδουιστικό σύστημα της ταυτότητας των αντιθέσεων, ο Θεός της δημιουργίας.
Κάθε δισεκατομμύρια αιώνες καταστρέφει ολόκληρο το σύμπαν. Ύστερα μεσολαβεί μια περίοδος – ανάλογη σε διάρκεια – που το σύμπαν δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα σφρίγος, μια ταη για αναγέννηση. Ακολουθεί μια νέα δημιουργία και ξαναρχίζει έτσι ο ατέλειωτος κύκλος.
Η θεωρία του «ανασασμού» του σύμπαντος, με την «εισπνοή, διαστολή, εκπνοή, συστολή», που τόσο βρίσκεται στη σκέψη όλων των σύγχρονων φυσικών και διερευνάται στα εργαστήρια και στα αστεροσκοπεία, είναι τόσο παλιά όσο και ο συμβολισμός που κρύβει ο Σίβα.
Ας σημειώσουμε, ακόμα πως και στον δικό μας Ηράκλειτο, συναντούμε ανάλογες ιδέες για την καταστροφή «μέσα στο πυρ» του σύμπαντος και την αναδημιουργία του, όπως και για την «κυκλικότητα» του χρόνου.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα του Σίβα είναι: το (κάθετο) τρίτο μάτι και οι τρεις άσπρες γραμμές στο μέτωπο.
Για την ιστορία του τρίτου αυτού ματιού, μιλάει η Μαχαμπαράτα.
Κάποτε ο Σίβα, καθισμένος απάνω στα Ιμαλάια – το αγαπημένο του ερημητήρι – ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Η γυναίκα του η Ούμα, τον πλησίασε χωρίς θόρυβο από πίσω και παίζοντας του σκέπασε με τις δύο παλάμες της τα μάτια. Αυτό που συνέβη τότε ήταν τρομαχτικό. Ο κόσμος ολόκληρος βυθίστηκε στο σκοτάδι. Ξαφνικά μια μεγάλη φλόγα ξεπήδησε από το μέτωπο του Θεού. Στη βάση της σχηματίστηκε ένα μάτι λαμπερό σαν τον ήλιο, που φώτισε ξανά τον κόσμο...
Άλλα χαρακτηριστικά είναι:
α) το κάθισμά του σε δέρμα τίγρης ή πάνθηρα, όπως συνηθίζουν οι γιόγκι – αναχωρητές. (Ο Σίβα είναι ο μεγαλύτερος γιόγκι).
β) οι κόμπρες γύρω στο λαιμό του.
γ) τα μαλλιά σε κοτσίδες, όρθια ψηλά στο κεφάλι.
δ) το μισοφέγγαρο.
ε) το ρευστό της δύναμης του Γιόγκι που ξεπηδάει σαν συντριβάνι από το κεφάλι του, ή σύμφωνα με άλλους ερμηνευτές, ο ποταμός Γάγγης που πέφτει απάνω στο κεφάλι του.
Τα σκεύη που τον συνοδεύουν συνήθως είναι το τύμπανο σε μορφή κλεψύδρας, το δοχείο της ζητιανιάς, το κομπολόι της προσευχής και η τρίαινα (τρίσουλα) σύμβολο της δυνάμεώς του. Τα δύο τελευταία συμβολίζουν τον συνδυασμό που υπάρχει σ' αυτόν, του δυναμισμού και της παθητικότητας, του εξώστροφου αλλά και εσώστροφου χαρακτήρα της «ουσίας» του.
Τέλος το όχημά του – η ζωώδης μορφή του – είναι το λευκό βουβάλι, η Ντάντη που λατρεύεται όπως είναι φυσικό, όσο και ο ίδιος ο Θεός.
Οι σιβαΐτες, που θέλουν να ακολουθούν τον δρόμο του Μαχαντέβα, τον δρόμο της ασκητείας, υποβάλλονται και σήμερα ακόμα σε αφάνταστα βασανιστήρια. Άλλοι κρατούν τις χούφτες τους κλειστές για χρόνια, ώσπου τα νύχια τρυπούν το κρέας και βγαίνουν από την άλλη μεριά. Άλλοι κοιτούν κατάματα τον ήλιο ώσπου να τυφλωθούν. Τέλος, συχνό είναι το θέαμα στους δρόμους – ακόμα και σήμερα – ανθρώπων που κρεμούν από το στήθος τους σιδερένιους γάντζους με βάρη και περιφέρονται περιστοιχιζόμενοι από ολόκληρη λιτανεία πιστών.
Ανάμεσα σε όλα τα σύμβολα του Θεού Σίβα,θα σταθούμε σε τρία που έχουν ιδιαίτερα βαθειά σημασία:
Το μικρό τύμπανο σε μορφή κλεψύδρας, την ψηλή κοτσίδα των μαλλιών στο κεφάλι, που μοιάζει με πυραμίδα, και το μισοφέγγαρο.
Το τύμπανο είναι σύμβολο του ρυθμού και του ήχου. Ο ρυθμός είναι το αόρατο συστατικό του σύμπαντος και ο ήχος μεταδίδει τον λόγο που είναι ο φορέας της αποκάλυψης και της θείας αλήθειας. Ακόμα, ο ήχος συνδυάζεται στην ινδική μυθολογία με τον αιθέρα – το πρώτο στη σειρά από τα πέντε βασικά υλικά του σύμπαντος (τα άλλα είναι ο αέρας, η φωτιά, το νερό και η γη). Τα δύο μαζί, ήχος και αιθέρας συμβολίζουν την πρωταρχική δύναμική στιγμή της δημιουργίας, όταν δηλαδή ο λόγος μετουσιώνεται σε αιθέρα.
Η κοτσίδα του Θεού, ανεβασμένη πλούσια στο κεφάλι του συμβολίζει βέβαια τη δύναμη που φωλιάζει σε αυτά τα μαλλιά, που δεν τα άγγιξε ψαλίδι. (Ανάλογος συμβολισμός δυνάμεως στη βίβλο είναι τα μαλλιά τους Σαμψών). Υπάρχει όμως και ένας πιο βαθύς συμβολισμός. Η κουρά, είναι συνήθως συνδυασμένη με την εγκατάλειψη των εγκοσμίων και με τον ασκητισμό. Ο αναχωρητής κόβει τα μαλλιά του για να πάρει την όψη του γέρου που έχουν πέσει οι τρίχες του και δεν αποτελεί πια κρίκο στην αλυσίδα της φυσικής αναπαραγωγής.
Πως όμως ο Σίβα, το πρότυπο αυτό του ασκητή, έχει αφήσει μακρυά μαλλιά;
Η απάντηση που δίνουν οι ερμηνευτές των συμβολισμών στον ινδουισμό, είναι πως ο Σίβα είναι συγχρόνως και ο υπέρτατος εραστής. Σαν «πλήρης» Θεός έχει και τις δύο ακραίες όψεις: την ασκητική, που συμβολίζει η προβιά, το κομποσκίνι και το δοχείο της επαιτείας και την εγκόσμια, που συμβολίζουν τα μακρυά του μαλλιά και ακόμα το μισοφέγγαρο που είναι η γέννηση και η αύξηση.
Ο Σίβα έχει άπειρες ιδιότητες.
Είναι ο ασκητής, ο θείος ερημίτης που στοχάζεται απάνω στα Ιμαλάια, ο Κύριος της δημιουργίας, ο Θεός της θυσίας, ο θείος ερμαφρόδιτος (θα δούμε πιο κάτω πως ο Σίβα παίρνει και γυναικεία μορφή), ο χορευτής του σύμπαντος (Ναταράζ) κλπ.
Το βασικό όμως και αφηρημένο σύμβολο του Σίβα είναι το Λίγκαμ (ο φαλλός) που εκφράζει τη δύναμη της δημιουργίας.
Φαίνεται πως το λατρευτικό τούτο σύμβολο, όπως άλλωστε το αρχέτυπο του Σίβα ο Ρούντρα, με τον οποίο όμως δεν είναι βέβαιο πως ήταν συνδυασμένο το λίγκαμ, βρήκαν οι άρειοι βαθειά ριζωμένο στη θρησκεία των δραβιδών. Για τον λόγο αυτό τους κορόιδευαν αποκαλώντας τους «λάτρεις του φαλλού». Το σύμβολο όμως αυτό – που γνώρισαν και άλλοι αρχαίοι λαοί, όπως οι Έλληνες – ήταν πανίσχυρο και όχι μόνο δε σβήστηκε αλλά επικράτησε και μάλιστα έγινε το κύριο σύμβολο του Θεού.
Το λίγκαμ, σαν σύμβολο της αρσενικής δημιουργικής ενέργειας συνδυάζεται, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, με το σύμβολο της θηλυκής δημιουργικής ενέργειας, το Γιόνι. Ένα κοίλο τρίγωνο, από το κέντρο του οποίου ορθώνεται το λίγκαμ. Τα δύο τούτα παρασταίνουν την ένωση από την οποία αναβλύζει η ζωή και το σύμπαν.
Όπως παρατηρούν οι Ινδολόγοι, η χρησιμοποίηση του τρίγωνου για τον συμβολισμό του θηλυκού, είναι κοινή και σε άλλους αρχαίους λαούς, «είδωλον γυναικείον» σημειώνουν οι Έλληνες λεξικογράφοι. Ακόμα και οι σημερινοί τσιγγάνοι της Ευρώπης χρησιμοποιούν στη συμβολική γραφή τους το τρίγωνο, για να αναφερθούν στη γυναίκα (ανάμνηση από την μακρινή πατρίδα τους την Ινδία).
Το πυρωμένο λίγκαμ, στη φιλοσοφική του προβολή είναι, γράφει ο Zimmer, ένα είδος Axis Mundi και εννοιολογικά εξισώνεται με τη δέσμη του φωτός ή με τον κεραυνό που διαπερνάει και γονιμοποιεί το γιόνι, τη γη.
Ο Σίβα, στα πρώτα κείμενα των Πουράνας, δεν ήταν παρά μια μορφή που έπαιρνε ο Βισνού όταν πλησίαζε η στιγμή να καταπιεί και να καταστρέψει το σύμπαν. Αργότερα όμως, σε νεώτερα κείμενα, (Μαρκαντέγια Πουράνα κλπ.), ο Σίβα ανεβαίνει ψηλότερα, γίνεται ανεξάρτητος και μάλιστα παίρνει και τους τρεις μεγάλους ρόλους, δηλαδή της δημιουργίας, της διατήρησης και της καταστροφής.
Σ' αυτό το στάδιο φτάνουμε στον υπέρτατο Θεό, (Σρι Μαχαντέβα), τον υπέρ-Σίβα, που είναι μόνος του, ολόκληρη η τριάδα: δηλαδή Βράχμα – δημιουργός, Βισνού – συντηρητής και Σίβα – καταστροφέας.

2.ΣΙΒΑ ΤΡΙΜΟΥΡΤΙ (Ο ΥΠΕΡΣΙΒΑ)

Ο πρωταρχικός ρόλος του Σίβα, εκείνος της καταστροφής, δεν είναι πια, παρά μια μόνο από τις τρεις βασικές ιδιότητες του. Στον υπέρ-Σίβα συνυπάρχουν ο Βράχμα, ο Βισνού και ο Σίβα.
Ο Σίβα Τριμούρτι «τριαδικός Σίβα», στα σανσκριτικά όπως τον χαρακτηρίζουν οι σιβαϊτικές Πουράνα, είναι η προσωποποίηση του Απόλυτου.
Στην πρώτη του κεντρική μορφή, έχει τη βασική ιδιότητα της άπειρης ουσίας του σύμπαντος, τη γαλήνη και την ηρεμία. Σ' αυτή τη φάση, ο Σίβα ταυτίζεται με τον Βισνού. Μέσα του, όλες οι δυνάμεις της δημιουργίας και της καταστροφής ισορροπούνται και από αυτή πηγάζει μια κατάσταση αρμονίας και μακαριότητας. Τη συμβολίζουν τα κλειστά μάτια και το όνειρο που καθρεφτίζεται στο κεντρικό πρόσωπο.
Στις άλλες δύο μορφές του, εικονίζονται η δημιουργία, με σύμβολό της τον ήχο, από τον οποίο ξεκινάει η γέννηση του σύμπαντος και η καταστροφή, με σύμβολό της την τρίαινα.
Οι τρεις φυσιογνωμίες που δίνονται συνήθως στον Σίβα-Τριμούρτι είναο όμοιες. Τούτο είναι φυσικό, μια και ουσιαστικά πρόκειται για τον ίδιο Θεό.
Ο Ινδουϊσμός, όπως είδαμε, είναι θεμελιακά μονιστικός. Από τη σκοπιά του θείου όλες οι διαφορετικές, και πολλές φορές αντιφατικές όψεις, όπως η δημιουργία, η διατήρηση, η καταστροφή είναι απλώς διάφορες εκφράσεις της Θείας Ουσίας, που βρίσκεται πέρα από τον πολυμορφισμό, και μένει ανεπηρέαστη από αυτόν.
Η απεικόνιση του Σίβα-Τριμούρτι ζητάει να μορφοποιήσει γαι την απλοϊκώτερη διάνοια, την ενότητα που είναι το θεμελιακό δίδαγμα της ινδουιστικής σοφίας. Διδάσκει την απόλυτη ένωση και τη σύμπτωση όλων των μορφών και των αντιθέσεων σε μια και μοναδική υπερβατική πηγή. Από αυτήν ξεκινούν και σ' αυτήν ξαναγυρίζουν τα πάντα.

Ο Σίβα συνδέεται με τα Ιμαλάια και τον Γάγγη, για τον οποίο μιλάει ένας μύθος, που έχει εμπνεύσει, όπως πολλοί άλλοι, τη λαϊκή εικονογραφία.
Το νερό, σα θάλασσα, σαν ποτάμι, σα λίμνη, σα βροχή είναι, όπως είδαμε, σύμβολο ζωής στον Ινδουισμό, και σε όλες του τις μορφές περιβάλλεται με θεία ιδιότητα.
Πρωταρχικό ρόλο παίζουν τα τρία μεγάλα ιερά ποτάμια, ο Γάγγης, ο Τζαμού και ο μυθικός Σαρασβάτη. Ανάμεσα σ' αυτούς σημαντικότερος στον Ινδουισμό είναι ο Γάγγης, που ξεκινάει από τα Ιμαλάια και πλαταίνοντας βρέχει την ιερή πόλη του Μπενάρες, πριν καταλήξει σε ένα πολύκλαδο δέλτα, στον κόλπο της Βεγγάλης.
Ο Γάγγης είναι θηλυκός στην ινδική ορολογία, (ή «Γκάνγκα») και στον ανθρωπομορφισμό του εικονίζεται σα γυναίκα με ξέπλεκα μαλλιά. Σα Θεά, η Γκάνγκα, ξεπλένει όλα τα αμαρτήματα εκείνων που έχουν την τύχη να σκορπιστεί η στάχτη τους στα ιερά νερά της.
«Βουνά από αμαρτίες», φέρεται να λέει ο ίδιος ο Σίβα σ' έναν από τους ύμνους του στον Γάγγη, όπως αναφέρει η Μαχαμπαράτα Πουράνα, «που συγκεντρώθηκαν από τον αμαρτωλό άνθρωπο σε εκατομμύρια μετενσαρκώσεις του, εξαφανίζονται, μόνο στο άγγιγμα του ιερού νερού ή και ακόμα αν φυσήξει κοντά τους ένα αγέρι που έχει και λίγη ακόμα υγρασία από το νερό του Γάγγη».
Το άγγιγμα του θείου σώματος της Γκάνγκα έχει την ιδιότητα να μεταμορφώνει σε αγιασμένη ύπαρξη τον άνθρωπο που έρχεται σε επαφή μαζί της.
Μια από τις ωραιότερες στιγμές της ινδικής μυθολογίας είναι η ιστορία του Γάγγη, που κατέβηκε από τον ουρανό (Gongo avatar).
Κάποτε όπως διαβάζουμε στη Ραμαγιάνα, μια παρέα από δαίμονες πήγαινε και πείραζε ορισμένους βραχμάνους ερημίτες και τους ενοχλούσε στην προσευχή τους. Όταν τους κυνηγούσαν, οι δαίμονες κρύβονταν μες στον ωκεανό και τη νύχτα ξανάβγαιναν δροσεροί και φρέσκοι να ξαναρχίσουν τα πειράγματά τους. Τότε οι ασκητές ζήτησαν από έναν ημίθεο, τον Αγκασθία, να τους γλυτώσει από το μαρτύριο του πειρασμού και αυτός για να τους βοηθήσει, βρήκε σαν ευκολότερη λύση, να καταπιεί ολόκληρο τον ωκεανό με τους δαίμονες μαζί. Τέλειωσε έτσι ο πειρασμός, αλλά η γή έμεινε χωρίς νερό.
Οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να παρακαλέσουν έναν άλλο ημίθεο, τον Μπαγκιράτα, να τους λύσει το πρόβλημα της ξηρασίας. Αυτός, για να μπορέσει να συγκινήσει τους Θεούς, ασκήτεψε για χίλια χρόνια και μετά παρουσιάστηκε στον Βράχμα και του ζήτησε να ελευθερώσει, γι' αυτό τον σκοπό, τον Γάγγη, το ουράνιο ποτάμι, που έτρεχε σαν ένας από τους γαλαξίες στο στερέωμα.
Ο Βράχμα, που ικανοποιήθηκε από την ασκητική αφοσίωση του Μπαγκιράτα, του είπε πως θα προσπαθούσε να του δώσει αυτό που ζητούσε αλλά θα έπρεπε πρώτα να πεισθεί ο Σίβα να βοηθήσει. Του εξήγησε, πως αν το μεγάλο ουράνιο ποτάμι έπεφτε μ' όλη του την ορμή και με το αμέτρητο βάρος του νερού του στη γη, θα γίνονταν τέτοιοι σεισμοί, που τίποτα δεν θα έμενε όρθιο. Κάποιος θάπρεπε να δεχτεί το βάρος του καταρράχτη στο κεφάλι του, για να κόψει την φόρα του νερού, και κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να το αντέξει, εκτός από τον παντοδύναμο Σίβα.
Ο Μπαγκιράτα εξακολούθησε τότε τις νηστείες και τις προσευχές του και κάποτε ο Σίβα συγκινήθηκε. Άφησε τη Γκάνγκα να κυλίσει τα νερά της στη γη και έβαλε το κεφάλι του για να κοψει τη φόρα του καταρράχτη. Έτσι τα νερά κύλισαν απαλά μέσα από τα θεία του μαλλιά στα Ιμαλάια και από εκεί στις ινδικές πεδιάδες φέρνοντας την ευφορία της γης, την ευλογία του ουρανού, και την άφεση των αμαρτημάτων...
Η «Γκάνγκα αβατάρα» έχει εμπνεύσει ένα, ίσως το πιο θαυμαστό ημίγλυπτο όλων των εποχών και όλων των αιώνων, που βρίσκεται στο νότο της Ινδίας, στο Μαχαμπαλιπουράμ.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΤΣΑΞΗΣ
ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ
ΘΕΟΤΗΤΕΣ-ΜΥΘΟΙ-ΣΥΜΒΟΛΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 1978

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Η γλώσσα ως φορέας του καθημερινού Είναι-μέσα-στον-κόσμο – MARTIN HEIDEGGER


Το «Κανείς», το οποίο συνιστά το Είναι του κάθε Είναι-εδώ, καθίσταται ακόμη ευκρινέστερο, όταν συλληφθεί διακριτά ένας πρωταρχικός τρόπος του Είναι της δημοσιότητας: η γλώσσα. Για το σκοπό όμως αυτό, η γλώσσα πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το σύνολο των φαινομενιακών της δεδομένων ως τρόπος του Είναι του Είναι-εδώ και ν' αναχθεί έτσι σε τούτο. Το ομιλείν σημαίνει ένα λέγειν περί κάποιου πράγματος, και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ούτως ώστε να καθίσταται πρόδηλο κατά το ομιλείν το «αυτό περί του οποίου». Το γιγνώσκεσθαι δεν είναι πρά ένας μόνο τρόπος του δηλούσθαι και υπό την μορη μάλιστα του θεωρητικού γιγνώσκεσθαι ούτε κάν ο πρωταρχικός. Το «λέγειν περί» σημαίνει: «λέγειν τι κατά τινος». Ο δε λόγος που λέγει κάτι είναι ένα ομιλείν σε και με άλλους. Και το ομιλείν με άλλους περί κάποιου πράγματος είναι συνάμα, ως ομιλείν, κι εκφράζεσθαι. Ο ίδιος ο ομιλών, το εκάστοτε δηλ. Είναι-μέσα-στον-κόσμο, συνδηλούται κατά την ομιλία. Αυτή η διαπίστωση εξίσου πρωταρχικών χαρακτήρων φανερώνει το ομιλείν ως έναν θεμελιώδη τρόπο του Είναι-ο-ένας-μαζί-με-τον-άλλον-μέσα-στον-κόσμο.
Το ομιλείν, ειλημμένο στην πληρότητα των φαινομενιακών του δεδομένων, συμπεριλαμβάνει και το Ακούειν-ο-ένας-τον-άλλον. Το Είναι-εδώ, ως Ομιλείν-ο-ένας-με-τον-άλλον, σημαίνει το ν' ακούει ο ένας τον άλλον κι έτσι να συνδέεται μαζί του. Αυτή η σύνδεση καθορίζει ταυτόχρονα το νόημα του Είναι-ο-ένας-μαζί-με-τον-άλλον. Η ακουστική αντίληψη και σύλληψη φθόγγων και ήχων αποδεικνύεται ως μεμονωμένη, τεχνητώς διαμορφωμένη και ακραία δυνατότητα του πρωταρχικού αλληλοκατανοούντος ακούειν ως Ακούειν-ο-ένας-τον-άλλον, το οποίο τούτο σημαίνει: «υπακούειν» κατά το φροντίζειν τον περίκοσμο, συμφροντίζειν. Το άκουσμα της ομιλίας δεν είναι επουδενί αρχικά μια αίσθηση ήχων, στους οποίους εκ των υστέρων και μόνο προσδίδονται κι ενσωματώνονται σημασίες. Ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η ομιλία δεν είναι ευκρινής ή η γλώσσα γνωστή, δεν ακούει κανείς κατ' αρχάς σκέτους ήχους, αλλά λέξεις ακατανόητες. Το να είναι κανείς ομιλών, το να καθορίζεται πρωταρχικά ως προς το Είναι του από την γλώσσα, σημαίνει το να μπορεί να λέγει. Στο δε δύνασθαι λέγειν ενέχεται και η δυνατότητα του σιωπάν. Μόνον όποιος διάγει το Είναι του στο δύνασθαι λέγειν μπορεί να σιωπά υπό την ουσιαστική έννοια της λέξεως.
Εκφράσεις όπως «δεν λέω τίποτε πάνω σε κάτι (το αφήνω να περάσει)», «την λέω σε κάποιον», «(δεν) σηκώνω κουβέντα», «λέω στον εαυτό μου» δηλώνουν τον άμεσο και καθημερινό τρόπο του Είναι της γλώσσας. Τούτη δεν είναι επομένως πρωταρχικά μια διαβίβαση γνωστικών περιεχομένων. Εξίσου όμως πρέπει ν' αποφευχθεί και η ερμηνεία της γλώσσας ως απλού μέσου συνεννοήσεως κι επικοινωνίας για τεχνικοπρακτικούς σκοπούς. Το Ομιλείν-ο-ένας-με-τον-άλλον είναι αντίθετα ο βασικός τρόπος του Είναι-ο-ένας-μαζί-με-τον-άλλον-μέσα-στον-κόσμο.
Η συζήτηση για κάτι, η προτροπή και η αποτροπή σχετικά με κάτι έχουν τον χαρακτήρα της απορροφήσεως μαζί με τους άλλους στα λεγόμενα. Αυτό που είναι ρητά παρόν δεν είναι οι ίδιοι οι ομιλούντες και ακόμη λιγότερο ο λόγος, αλλά μάλλον ο ίδιος ο φροντιζόμενος περίκοσμος ως το «αυτό περί του οποίου» συζητείται κατά το φροντίζειν. Και μόνο δια μέσου του περί ου ο λόγος είναι παρόντες οι άλλοι ως ακούοντες και λογοδοτούντες. Στον καθημερινό λόγο οι διακριτές κι εξίσου πρωταρχικές συνιστώσες του Είναι της γλώσσας δεν είναι, ως επί το πλείστον, κι εξίσου εμφανείς. Απεναντίας, η συγκάλυψη και υποχώρηση μερικών εξ αυτών (ομιλείν με και εκφράζειν εαυτόν), σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη προβολή άλλων (το «αυτό περί του οποίου» και το «Τι» του λόγου), συνιστά έναν τρόπο του Είναι που χαρακτηρίζει το Είναι-εδώ.
Η απορρόφηση των ομιλούντων στα λεγόμενα δεν εγγυάται όμως και την πρωταρχική πρόσληψη των περί ων ο λόγος. Αντίθετα, το ομιλείν στην καθημερινότητα διενεργείται χωρίς πρωταρχική πρόσληψη του «αυτού πρί του οποίου». Το τι λέγεται σχετικά με κάτι – το λεγόμενον – λέγεται βάσει του τι ακούει κανείς να λέγεται (η εφημερίδα), είναι προϊόν αναμασήσεως, επιφανειακής αναγνώσεως και, λόγω της ρηχής αυτής στάσεως, απλή φλυαρία. Το λέγειν κατά το Είναι-ο-ένας-μαζί-με-τον-άλλον της καθημερινής φροντίζουσας τριβής (η καθομιλουμένη γλώσσα) κινείται εντός αυτής της εκριζωμένης αναυθεντικότητας. Εκείνο που κάποτε εκφράσθηκε κατά τρόπο αυθεντικό τίθεται σε κυκλοφορία μέσα στον περίκοσμο. Αυτός που αναμασά αποκτά εξ ακοής μια επαρκή για την καθημερινότητα κατανόηση χωρίς προγενέστερη αυθεντική αντιπαράθεση με τα ίδια τα πράγματα. Και αυτό που διαμηνύει στους άλλους, αναμασώντας το, γεννά την αερολογία.
Ως συγκεκριμένη μορφή του Είναι της γλώσσας στην καθημερινότητα, η αερολογία συνιστά τον πλέον συνηθισμένο και ιδιαίτερο τόπο ενδιατριβής του «Κανείς», στην αερόλογία, από την οποία ορίζεται και άγεται το άμεσο Είναι-ο-ένας-μαζί-με-τον-άλλον, θεμελιώνεται η δυνατότητα της ανένδοτης κυριαρχίας του «Κανείς». Με τούτο είναι παρόν το «Ουδείς». Ο λόγος αυτός, ο διακρινόμενος για την έλλειψη αυθεντικής προσλήψεως και αφομοιώσεως του εκάστοτε «αυτού περί του οποίου», καταφέρνει, ως στοχασμός που περιορίζεται στις λέξεις και υποκύπτει στην εξουσία συγκεκριμένων λεκτικών εννοιών, να διακαθορίζει και να επικυρώνει τον τρόπο αντιμετωπίσεως των προβλήμάτων και σ' εκτεταμένα πεδία της επιστήμης. Μέσω της γλώσσας, καθότι αυτή συνιστά κύριο τρόπο του Είναι-μέσα-στον-κόσμο, μεταδίδεται το εκριζωμένο Είναι-εδώ και διασφαλίζει στον εαυτό του υπόληψη και κύρος από την κοινή δόξα του «Κανείς». Η απροσδιοριστία και κενότητα των σημασιών, οι οποίες δεν είναι καν γνωστές ως σημασίες, απαντά στο τυχάρπαστο του καθημερινού λέγειν.
Εντούτοις, ο εκκενωμένος αυτός τρόπος του Είναι των λεγομένων και του λόγου που προσανατολίζεται σ' αυτά δεν θάπρεπε να παρασύρει στο να εκληφθεί η γλώσσα κατ' αρχάς ως φθόγγος και ήχος. Η απροσδιοριστία των σημασιών συνιστά η ίδια έναν προσδιορισμό, και συγκεκριμένα την αδιαφοροποίητη κατανοητότητα του τετριμμένου λέγειν κατά την καθημερινότητα. Αυτό το λέγειν, καθότι η γλώσσα αποτελεί θεμελιώδη τρόπο του Είναι-μέσα-στον-κόσμο, συνιστά μια συγκεκριμένη και καθορισμένη μορφή ενδιατριβής στον κόσμο.
Όταν ληφθεί ως αρχή για την ερμήνευση της γλώσσας το πρωταρχικό δεδομένο του Είναι-μέσα-στον-κόσμο και όταν ο λόγος κατανοηθεί ως προς τις δυνατότητές του βάσει των δυνατοτήτων του Είναι του Είναι-εδώ, τότε μπορούν οι διάφορες απαντήσεις στο ερώτημα περί της «ουσίας της γλώσσας να τοποθετηθούν και ν' αξιολογηθούν ορθά. Ερμηνείες που ορίζουν την γλώσσα ως σύμβολο, ως έκφραση της εμπειρίας και της γνώσεως, ως εκδήλωση «βιωμάτων», ως κοινοποίηση, ως διαμόρφωση διαθέτουν η κάθε μια ένα σύνολο φαινομενιακών δεδομένων ως θεμέλιο εγκυρότητας, χωρίς ωστόσο το θεμέλιο τούτο να έχει αφομοιωθεί κατάλληλα κι επεξεργασθεί διεξοδικά. Η γλώσσα είναι λ.χ. κοινοποίηση ακριβώς με αναφορά στον άμεσο τρόπου του Είναι του Είναι-εδώ. Η κοινοποίηση όμως δεν πρέπει να εκληφθεί ως διαβίβαση, τρόπον τινά, ως μεταφορά πληροφοριών από το εσωτερικό του ενός υποκειμένου στο εσωτερικό του άλλου. Ως Συζητείν-ο-ένας-με-τον-άλλον, η κοινοποίηση είναι ο τρόπος με τον οποίο μοιράζεται «κανείς» τον φροντιζόμενο κόσμο με τους άλλους, τον έχει από «κοινού». Αυτό το Έχειν-τον-κόσμο δηλώνει το ν' απορροφάται κανείς σ' αυτόν φροντίζοντάς τον. Το κοινοποιείν σημαίνει το να εισάγει κανείς τους άλλους, μαζί δε μ' αυτούς και τον εαυτό του, σ' ένα τέτοιο Είναι-μέσα-στον-κόσμο και να διατηρείται εντός του(1) στο κοινοποιείν αυτού του είδους αντιστοιχεί το κοινωνείν.


________________
[Σημ.6] Το γεγονός ότι η προεπιστημονική ερμήνευση του Είναι-εδώ από τους Έλληνες τοποθέτησε το Είναι του ανθρώπου στο δύνασθαι λέγειν-άνθρωπος = ζώον λόγον έχον – οφείλεται στην εμπειρία του καθημερινού και ιδιαίτερα του ελληνικού Είναι-εδώ. Το μεταγενέστερο animal rationale = vermunftbegabtes Lebewesen [«ορθολογικό» ον] δεν κάνει άλλο από το να συγκαλύπτει τα δεδομένα της πρωταρχικής εμπειρίας. Το γεγονός πάλι ότι οι Έλληνες στρίμωξαν την θεώρηση της γλώσσας σε μια γραμματική καθορισμένη από την λογική οφείλεται σ' έναν συγκεκριμένο τρόπο του ομιλούντος τους Είναι-μέσα-στον-κόσμο.


MARTIN HEIDEGGER
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ – ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΟΕΣ 2009 [Β' ΕΚΔΟΣΗ]



Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Ο τρόμος – Joseph Campbell


Στις μέρες μας, πολλοί άνθρωποι της Δύσης διαβάζουν την Μπαγκαβάτ Γκίτα, το Τραγούδι του Κυρίου, που αποτελεί και τον πυρήνα της ινδικής πνευματικής ζωής. Η Γκίτα είναι ουσιαστικά μια παραπομπή του μεγάλου ινδικου έπους της Μαχαμπχαράτα, που απαριθμεί δεκαοχτώ περίπου κεφάλαια, οχτώ δηλαδή φορές το μέγεθος της Οδύσσειας και της Ιλιάδας μαζί. Καταμεσής αυτής της άναρχα εκτυλισσόμενης ιστορίας υπάρχει αυτό το μικρό κόσμημα της πνευματικής αποκάλυψης.
Δίνοντας πολύ επιγραμματικά μια περίληψη της ιστορίας θα λέγαμε τα εξής: Ο νεαρός πρίγκιπας-πολεμιστής Αρτζούνα ηγείται, μαζί με τα αδέλφια του, ενός στρατού, του στρατού των Παντάβα. Παίζοντας με τα ξαδέλφια τους, τους Καουράβα – που ηγούνταν του αντίπαλου στρατού – ένα παιχνίδι με ζάρια, έχασαν όλα τους τα υπάρχοντα – από το βασίλειο μέχρι και την κοινή τους νύφη. Ο ηνίοχος, τώρα του Αρτζούνα είναι ο φίλος του Κρίσνα, που είναι ουσιαστικά ενσάρκωση του θεού Βισνού. Ο Κρίσνα είναι ο άρχοντας του τίτλου του βιβλίου, καθώς είναι ταυτόχρονα και βασιλιάς και αβατάρ (εκδήλωση) του άρχοντα του κόσμου. Μολονότι αποτελεί ενσάρκωση του ίδιου του Θεού, αναλαμβάνει να παίξει το ρόλο του αρματηλάτη σε αυτή την κατακλυσμική μάχη μεταξύ των δύο στρατών που ηγούνται δύο ομάδες αδελφών. Στις στιγμές της σιωπής λίγο πριν από το ξέσπασμα της μάχης και καθώς οι δύο στρατοί περιμένουν παραταγμένοι το πολεμικό σάλπισμα της τρομπέτας, ο Αρτζούνα λέει στον Κρίσνα: «Οδήγησέ με για λίγο ανάμεσα στους δύο στρατούς πριν ξεκινήσει η μάχη. Θέλω για ένα λεπτό κάτι να δω.
Ο Κρίσνα υπακούει και οδηγεί τον Αρτζούνα εκεί όπου θέλει. Ο Αρτζούνα στέκεται καταμεσής του πεδίου της μάχης ανάμεσα στους δύο στρατούς και ατενίζει τους άντρες που τόσο πολύ θαυμάζει και αγαπά. Κάποια στιγμή πετάει το τόξο του καταγής αναφωνώντας κάτωχρος: «Καλύτερα να πέσω νεκρός εδώ ετούτη τη στιγμή παρά να αφήσω να ξεσπάσει η παράφορη μανία αυτής της μάχης».
Ο φίλος του, ο θεός τον κοιτάζει και λέει: «Από που πηγάζει όλη αυτή η ανανδρία; Μήπως σου σάλεψε και έχασες τα λογικά σου; Εσύ είσαι ένας πολεμιστής και ο υπέρτατος στόχος για έναν πολεμιστή είναι ένας δίκαιος πόλεμος». Βέβαια, κάθε πόλεμος είναι δίκαιος στις συνειδήσεις και των δύο πλευρών. Αυτό συμβαίνει πάντα και ο Κρίσνα το αντιλαμβάνεται επειδή έχει το θεϊκό χάρισμα να βλέπει μακριά. «Άντε λοιπόν μέσα και πάλεψε. Ή νομίζεις ότι εσύ είσαι εκείνος που θα τους σκοτώσει όλους αυτούς; Αυτοί είναι ήδη νεκροί!» Έπειτα αγγίζει με το χέρι του το μάτι του Αρτζούνα και ο Αρτζούνα βλέπει τον Κρίσνα ως μια φοβερή, τερατώδη θεότητα, με πολλά στόματα που το καθένα έχει δύο τεράστιους χαυλιόδοντες. Στο ιδιαίτερα γλαφυρό και λεπτομερειακό αυτό όραμα, ο Αρτζούνα βλέπει και τους δύο στρατούς να στροβιλίζονται στον αέρα και να συνθλίβονται μέσα στα στόματα του τέρατος σαν σταφύλια, και το αίμα τους να τρέχει από τα σαγόνια του και να χύνεται άφθονο σαν κόκκινο κρασί.
Ο Αρτζούνα ανατριχιάζει και ρωτάει: «Ποιος είσαι;»
Ο μόλις πριν σύντροφός του απαντάει και λέει: «Είμαι ο Κάλα. Είμαι ο μαύρος χρόνος και βρίσκομαι εδώ για το τέλος του κόσμου, για να συντρίψω την ανθρωπότητα. Λοιπόν», λέει, ανακτώντας ταυτόχρονα τη φυσιολογική κυανόδερμη ηρεμία του, «μήπως νόμιζες πως θα σκότωνες τους άντρες αυτούς; Είναι ήδη νεκροί, σου το είπα. Αυτές οι μορφές που σκοτώνεις είναι θνητές, αλλά το αθάνατο κομμάτι μένει ανέγγιχτο. Αυτό που δεν γεννήθηκε ποτέ δεν πεθαίνει ποτέ. Οι βροχές δεν το υγραίνουν, οι φωτιές δεν το καίνε. Γι' αυτό σου λέω, γύρνα πίσω και καμώσου πως κάνεις πράγματα. Ένα όργανο του ίδιου του πεπρωμένου, αυτό σου μέλλει να είσαι».
Αυτό το κομμάτι της Γκίτα φαίνεται να είχε κατά νου ο Ρ. Οπενχάιμερ όταν εκστόμισε τις διάσημες εκείνες λέξεις βλέποντας το πρώτο τεστ της ατομικής βόμβας: «Έχω γίνει ο θάνατος, ο καταστροφέας των κόσμων».


Joseph Campbell
Μύθοι του Φωτός
Μετάφραση Στέλιος Μεταξάς
Εκδόσεις ΑΡΧΕΤΥΠΟ 2006