Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Anton Chekhov. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Anton Chekhov. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαρτίου 2023

ΧΑΜΑΙΛΕΩΝ - Anton Chekhov



Από την πλατεία της αγοράς, με καινούρια χλαίνη κι ένα μπογαλάκι στο χέρι, διαβαίνει ο αστυνομικός επόπτης Οτσιουμέλοφ. Πίσω του ακολουθεί ο κοκκινομάλλης αστυνόμος, βαστώντας στα χέρια του ένα κόσκινο γεμάτο φραγκοστάφυλα που έχει κατασχέσει. Όλα γύρω είναι ήσυχα... Στην πλατεία ούτε ψυχή... Οι ανοιχτές πόρτες των μαγαζιών και των καπηλειών κοιτάζουν μελαγχολικά στο φως της μέρας σαν πεινασμένα στόματα. Κοντά εκεί δεν υπάρχουν ούτε ζητιάνοι.
— Ώστε δαγκώνεις, καταραμένο, ε; ακούει ξαφνικά ο Οτσιουμέλοφ. Παιδιά, μην τ' αφήνετε να φύγει! Δεν πρόκειται να σας δαγκώσει τώρα! Πιάστε το! Α!... α!
Ακούγεται να ουρλιάζει ένα σκυλί. Ο Οτσιουμέλοφ κοιτάζει προς τη μεριά που ήρθε το ουρλιαχτό και βλέπει: Μέσα απ' την ξυλαποθήκη του εμπόρου Πιτσούγκιν, πηδώντας στα τρία του πόδια και κοιτάζοντας πίσω, βγαίνει τρέχοντας ένα σκυλί, που το κυνηγάει κάποιος με τσίτινο κολαρισμένο πουκάμισο και ξεκούμπωτο γιλέκο. Τρέχει από κοντά του και, γέρνοντας το σώμα μπροστά, βουτάει και τ' αρπάζει απ' τα πίσω πόδια. Για δεύτερη φορά ακούγεται ουρλιαχτό και φωνή: «Μην τ' αφήνεις να φύγει!». Απ' τα μαγαζιά ξεμυτίζουν μισοκοιμισμένες φυσιογνωμίες και σε λιγάκι κοντά στην ξυλαποθήκη μαζεύεται κόσμος.
— Γίνεται φασαρία, η Ευγένεια σας!... λέει ο αστυνόμος.
Ο Οτσιουμέλοφ κάνει μισή στροφή αριστερά και προχωράει προς τον κόσμο. Πολύ κοντά στην πόρτα της αποθήκης, βλέπει να στέκεται ο άνθρωπος με το ξεκούμπωτο γιλέκο, ο οποίος, έχοντας σηκωμένο το δεξί του χέρι, δείχνει στο πλήθος το ματωμένο του δάχτυλο. Στο μισομεθυσμένο του πρόσωπο διαβάζει κανείς: «Θα σε ξεσκίσω, παλιοτόμαρο!». Το ίδιο του το δάχτυλο δείχνει σαν να παριστάνει το σύμβολο της νίκης. Στο πρόσωπο του ο Οτσιουμέλοφ θα αναγνωρίσει το χρυσοχόο Χριουκίν. Στη μέση του πλήθους, με ανοιχτά τα μπροστινά πόδια κι όλο του το κορμί να τρέμει, είναι καθισμένος ο ίδιος ο ένοχος του σκανδάλου — ένα άσπρο λαγωνικό κουτάβι με μακρουλή μουσούδα και ένα κίτρινο σημάδι στη ράχη. Τα δακρυσμένα μάτια του έχουν μια έκφραση θλίψης και τρόμου μαζί.
— Τι συμβαίνει εδώ πέρα; ρωτάει ο Οτσιουμέλοφ καθώς χώνεται μέσα στο πλήθος. Τι γυρεύετε εδώ; Εσύ, τι έχει το δάχτυλο σου;... Ποιος φώναξε;
— Βαδίζω, η Ευγένεια σας, και κανέναν δεν ενοχλώ, αρχίζει ο Χριουκίν ξεροβήχοντας, να κανονίσω για τα ξύλα με τον Μίτρι Μίτριτς, και ξαφνικά αυτό το παλιόσκυλο, στα καλά καθούμενα, με δαγκώνει στο δάχτυλο... Συγχωρέστε με, είμαι εργαζόμενος άνθρωπος... Η δουλειά μου είναι λεπτή. Πρέπει να με πληρώσουν, γιατί, έτσι όπως είναι το δάχτυλό μου, μπορεί να κάνω και μια βδομάδα να το κουνήσω... Ούτε κι ο νόμος, η Ευγένεια σας, λέει να αποφέρουμε από τα παλιοτόμαρα... Αν το καθένα αρχίζει να δαγκώνει, καλύτερα να πεθάνουμε...
— Χμ!... Ωραία... λέει ο Οτσιουμέλοφ με αυστηρό ύφος, βήχοντας και παίζοντας τα φρύδια. Πολύ καλά... Τίνος είναι το σκυλί; Δε θ' αφήσω να περάσει έτσι αυτό. Θα σας δείξω εγώ, ν' αφήνετε άλυτα τα σκυλιά! Είναι καιρός να προσέξουμε αυτούς τους κυρίους που δεν εννοούν να υπακούσουν στις διαταγές! Μόλις μπει το πρόστιμο σ' έναν παλιάνθρωπο, θα μάθει αμέσως τι πάει να πει σκυλί ή άλλο αδέσποτο ζώο! Θα τον σκίσω στα δυο!... Ελντίριν — γυρίζει ο επόπτης στον αστυνόμο — μάθε τίνος είναι το σκυλί και να κάνεις αναφορά! Το σκυλί να το εξαφανίσεις αμέσως! Θα είναι σίγουρα λυσσασμένο... Σας ρωτάω, ποιανού είναι αυτό το σκυλί;
— Νομίζω ότι είναι του στρατηγού Ζιγκαλόφ! λέει κάποιος απ' το πλήθος.
— Του στρατηγού Ζιγκαλόφ; Χμ!... Ελντίριν, βγάλε μου το παλτό... Κάνει φοβερή ζέστα! Πάει να βρέξει, σίγουρα... Ένα μόνο δεν καταλαβαίνω: Πώς μπόρεσε να σε δαγκώσει; Πώς μπόρεσε να φτάσει ως το δάχτυλο; Αυτό είναι τόσο μικρό και συ τέτοιος μαντράχαλος! Θα πρέπει να το τσίγκλισες και να το τρύπησες με κάνα καρφί και σου 'ρθε ύστερα στο μυαλό η ιδέα να μας ξεγελάσεις. Είσαι, βλέπεις, γνωστός! Σας ξέρω εγώ εσάς τους διαόλους!
— Αυτός, η Ευγένεια σας, έβαλε το τσιγάρο στη μούρη του για γούστο, κι αυτό δεν ήταν χαζό και
τον δάγκωσε... Ανάποδος άνθρωπος, η Ευγένεια σας!
— Λες ψέματα, στραβέ άνθρωπε! Αφού δεν είδες, γιατί λες ψέματα; Η Ευγένεια του είναι έξυπνος άνθρωπος και καταλαβαίνει ποιος λέει ψέματα και ποιος μιλάει με τη συνείδηση του μπροστά στο Θεό... Αν λέω ψέματα, ας το κρίνει ο ειρηνοδίκης. Το λέει κι ο νόμος... Τώρα είμαστε όλοι ίσοι… Εγώ που με βλέπεις έχω τον αδερφό μου χωροφύλακα... αν θέλετε να ξέρετε...
— Να λείπουν τα σχόλια!
— Όχι, δεν είναι του στρατηγού... παρατηρεί βαθυστόχαστα ο αστυνόμος. Δεν έχει τέτοια σκυλιά ο στρατηγός. Τα περισσότερα είναι λαγωνικά αντοχής...
— Το ξέρεις αυτό στα σίγουρα;
— Στα σίγουρα, η Ευγένεια σας...
— Κι εγώ το ξέρω. Ο στρατηγός έχει ακριβά σκυλιά, σκυλιά ράτσας, αλλ' αυτό εδώ ένας Θεός ξέρει τι είναι! Ούτε τρίχωμα έχει ούτε εμφάνιση… σκέτο παλιόσκυλο... Τι να το κάνεις τέτοιο σκυλί; Κουκούτσι μυαλό δεν έχετε. Ένα σκυλί σαν αυτό, στην Πετρούπολη ή στη Μόσχα, ξέρετε τι θα πάθαινε; Δε θα κοίταζαν το νόμο εκεί. Στη στιγμή — ούτε κιχ δε θα 'βγαζε! Εσύ, Χριουκίν, υπέφερες, μην αφήσεις έτσι το ζήτημα... Πρέπει να τους δώσεις ένα μάθημα! Καιρός είναι...
— Μπορεί όμως να είναι και του στρατηγού… λέει σκεπτικός ο αστυνόμος. Δεν είναι και τίποτα γραμμένο στη μουσούδα του... Πριν από λίγες μέρες είδα ένα τέτοιο στην αυλή του.
— Ναι, ναι, του στρατηγού είναι! ακούγεται μια φωνή απ' το πλήθος.
— Χμ!... Βάλε μου το παλτό, αδερφέ Ελντίριν… Σαν να φύσηξε αέρας... Μ' έπιασε ρίγος... Να το πας στο στρατηγό και να τους ρωτήσεις. Να πεις ότι το βρήκα εγώ και το 'στειλα... Και πες τους να μην τ' αφήνουν ελεύθερο στο δρόμο... Μπορεί να είναι ακριβό σκυλί, κι αν το κάθε γουρούνι τού τρίβει το τσιγάρο στη μύτη του, δε θ' αργήσει να το βγάλει άχρηστο. Το σκυλί είναι συμπαθητικό ζωντανό… Εσύ, ηλίθιε, κατέβασε το χέρι! Δε χρειάζεται να δείχνεις το χαζοδάχτυλό σου! Εσύ φταις!...
— Έρχεται ο μάγειρας του στρατηγού, να τον ρωτήσουμε... Ε, Προχόρ! Έλα μια στιγμή εδώ, φιλαράκο! Κοίτα αυτό το σκυλί, δικό σας είναι;
— Πώς σου 'ρθε τέτοια ιδέα; Δεν είχαμε ποτέ μέχρι τώρα τέτοια σκυλιά!
— Περισσότερες ερωτήσεις δε χρειάζονται τώρα, λέει ο Οτσιουμέλοφ. Είναι αδέσποτο! Περισσότερα λόγια περιττεύουν... Αφού είπα ότι είναι αδέσποτο, πάει να πει είναι αδέσποτο... Να εξαφανιστεί, τελείωσε.
— Δεν είναι δικό μας, συνεχίζει ο Προχόρ. Είναι του αδερφού του στρατηγού, που ήρθε εδώ και λίγες μέρες. Στον δικό μου δεν αρέσουν τα κυνηγόσκυλα. Ο αδερφός του τα θέλει πολύ...
—Ήρθε ο αδερφός του; Ο Βλαντιμίρ Ιβάνιτς; ρωτάει ο Οτσιουμέλοφ και το πρόσωπο του γεμίζει μ'
ένα χαμόγελο συγκίνησης, θεέ και Κύριε! Πού να το ξέρω! Ήρθε μουσαφίρης;
— Ναι, φιλοξενούμενος…
— Αυτό είναι έκπληξη... Αποθύμησε τον αδερφό του... Μα εγώ δεν το 'ξερα! Ώστε είναι δικό του το σκυλάκι; Πολύ χαίρομαι... Πάρ' το... Καλό το καημένο... Και τόσο έξυπνο... Του γράπωσε το δάχτυλο! Χα, χα, χα... Γιατί σ' έπιασε τρεμούλα; Ρρρ... Ρρ... Θυμώνει, ο απατεώνας... ο παλιοκερατάς...
Ο Προχόρ φωνάζει το σκυλί και φεύγει μαζί του απ' την ξυλαποθήκη. Ο κόσμος γελάει με τον Χριουκίν.
— Θα φτάσω και σε σένα! του λέει απειλητικά ο Οτσιουμέλοφ και, αφού τυλίχτηκε με τη χλαίνη, συνεχίζει το δρόμο του στην πλατεία της αγοράς.
Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Αποσπάσματα το 1884.

Anton Chekhov
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ Μια επιλογή
Μετάφραση ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις Πατάκη 1997

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

ΟΙ Βλαβερές Συνέπειες του Καπνού - Anton Chekhov



ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Ιβάν Ιβάνοβιτς Νιούχιν:
άντρας της γυναίκας του, ιδιοκτήτριας σχολής μουσικής και γυναικείου οικοτροφείου
Στη σκηνή-εξέδρα μιας επαρχιακής λέσχης

ΝΙΟΥΧΙΝ (Με μακριές φαβορίτες, χωρίς μουστάκι. Φοράει παλιό πολυφορεμένο φράκο. Μπαίνει με μεγαλοπρέπεια, υποκλίνεται και διορθώνει το γιλέκο.) Αξιότιμες κυρίες και, τρόπον τινά, αξιότιμοι κύριοι. (Χτενίζει τις φαβορίτες.) Στη γυναίκα μου πρότειναν να κάνω εδώ μια ομιλία εκλαϊκευτικού χαρακτήρα, για αγαθοεργό σκοπό. Λοιπόν, εντάξει. Για μένα, έτσι κι αλλιώς, ,είναι απολύτως το ίδιο. Δεν είμαι, βέβαια, καθηγητής κι είμαι ξένος μέσα στον επιστημονικό χώρο, ωστόσο όμως, παρ' όλ' αυτά, πάνε τριάντα χρόνια τώρα, χωρίς σταματημό που ακόμα και σε βάρος της προσωπικής μου υγείας και τα λοιπά και τα λοιπά, εργάζομαι σε θέατρα τα οποία έχουν αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα, κάνω διάφορους στοχασμούς κι ακόμα, αν μπορείτε να το φανταστείτε, γράφω πότε πότε άρθρα επιστημονικά, δηλαδή όχι απολύτως επιστημονικά, αλλά, συγχωρήστε με για την έκφραση, περίπου σαν επιστημονικά. Μεταξύ των άλλων, έγραψα αυτές τις μέρες ένα πολύ μεγάλο άρθρο με επικεφαλίδα:«Η ζημία που προκαλούν μερικά έντομα». Στις κόρες μου το άρθρο αυτό άρεσε πάρα πολύ και ιδιαιτέρως στο σημείο που αναφέρει τους κοριούς. Όσο για μένα, ,το διάβασα ολόκληρο κι ύστερα το έκανα χίλια κομμάτια, γιατί, ό,τι και να γράψεις κι όπως κι αν το γράψεις, χωρίς την περσική σκόνη δεν κάνεις τίποτα. Σε μας, στο σπίτι, ,ακόμα και στο πιάνο, έχει κοριούς... Σαν αντικείμενο της σημερινής μου ομιλίας διάλεξα, να το πω έτσι, τη βλάβη που επιφέρει σ' όλους τους ανθρώπους η χρήση του καπνού. Εγώ ο ίδιος καπνίζω, η γυναίκα μου όμως με πρόσταξε να σας ομιλήσω για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού. Έτσι, λοιπόν, δεν έχω τίποτα να σας πω. Ο καπνός δε µ' ενδιαφέρει καθόλου, αλλά εσείς, αγαπητοί μου κύριοι, προτείνω να δείτε την παρούσα ομιλία με την πρέπουσα σοβαρότητα, αλλιώς δε θα έχετε κανένα όφελος απ' αυτή. Όποιον, λοιπόν, τον φοβίζει μια στεγνή επιστημονική ομιλία, σε όποιον δεν αρέσει, μπορεί να μην την παρακολουθήσει και να βγει έξω. (Διορθώνει το γιλέκο.) Ζητώ ιδιαιτέρως την προσοχή των κυρίων γιατρών που παρευρίσκονται εδώ, οι οποίοι μπορούν να αποκομίσουν από την ομιλία μου πολλές ωφέλιμες πληροφορίες, διότι ο καπνός, εκτός από τις βλαβερές επιδράσεις του, χρησιμοποιείται και στην ιατρική. Αν, για παράδειγμα, κλείσετε μια μύγα μέσα σε μία ταμπακιέρα, αυτή θα ψοφήσει, πιθανόν από διατάραξη των νεύρων. Ο καπνός, κατά κύριο λόγο, είναι φυτό... Όταν ομιλώ, παίζει συνήθως το δεξί μου μάτι, αλλά εσείς μη δίνετε σημασία. Είναι από τη συγκίνηση. Γενικά, ,είμαι πολύ νευρικός άνθρωπος και το μάτι μου άρχισε να παίζει από τις 13 Σεπτεμβρίου του 1889, ακριβώς την ημέρα που η γυναίκα μου γέννησε, κατά κάποιον τρόπο, την τέταρτη κόρη μας, τη Βαρβάρα. Όλες οι κόρες μου γεννήθηκαν στις 13 του μηνός. Ωστόσο (κοιτάζει το ρολόι), επειδή ο χρόνος είναι περιορισμένος, ας μην ξεφύγουμε από το αντικείμενο της ομιλίας. Πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι η γυναίκα μου διατηρεί σχολή μουσικής, καθώς και ιδιωτικό οικοτροφείο, δηλαδή όχι ακριβώς οικοτροφείο, αλλά κάτι σαν οικοτροφείο. Μιλώντας τώρα μεταξύ μας. η γυναίκα μου παραπονιέται συνέχεια ότι δεν της φτάνουν τα λεφτά, αλλά, παρ' όλο που εγώ είμαι τελείως απένταρος, αυτή έχει κρυμμένες καμιά σαρανταριά ως πενήντα χιλιάδες. Τι να πω περισσότερο! Στο οικοτροφείο είμαι διευθυντής του οικονομικού τμήματος. Κάνω τις προμήθειες, ελέγχω το προσωπικό, καταχωρώ τα έξοδα, ράβω τα τετράδια, εξολοθρεύω τους κοριούς, πιάνω τα ποντίκια... Χθες το βράδυ έπρεπε να δώσω στη μαγείρισσα αλεύρι και βούτυρο, γιατί ζήτησαν να τους φτιάξουν τηγανίτες. Να μην τα πολυλογώ, όταν σήμερα έψησαν τις τηγανίτες, ήρθε στην κουζίνα η γυναίκα μου και είπε ότι τρεις οικότροφοι δε θα φάνε επειδή έχουν πρηστεί οι αδένες τους. Περίσσεψαν, λοιπόν, αρκετές τηγανίτες. Ρωτάω εγώ: Πού θέλετε να τις φυλάξω; Στην αρχή η γυναίκα μου πρόσταξε να τις πάμε στο υπόγειο, ύστερα όμως σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και λέει: «Να τις φας εσύ, παλιόσκιαχτρο». Όταν είναι στις κακές της, έτσι με φωνάζει, ή σκιάχτρο ή μοχθηρό ή σατανά. Γιατί είμαι σατανάς; Αυτή πάντοτε είναι στις κακές της. Εγώ όχι απλώς έφαγα τις τηγανίτες αλλά τις κατάπια αμάσητες, επειδή, όπως πάντα, ήμουν νηστικός. Χθες το βράδυ, για παράδειγμα, δε μου έδωσε φαγητό. «Εσένα, σκιάχτρο» είπε «για ποιο λόγο να σε ταΐσω ... » Όμως (κοιτάζει το ρολόι) ξεχαστήκαμε με την κουβέντα και ξεφύγαμε λίγο απ' το θέμα μας. Συνεχίζουμε. Αν και βέβαια θα ακούγατε τώρα πιο ευχάριστα ένα μυθιστόρημα ή κάποια μουσική συμφωνία ή μια άρια.. (Αρχίζει να τραγουδάει) «Τώρα που η μάχη μαίνεται, χτυπάει ο εχθρός, εμείς δε θα κιοτέψουμε, τραβάμε πάντα μπρος...» δε θυμάμαι πού το άκουσα... Στο μεταξύ ξέχασα να σας πω ότι στη σχολή μουσικής της γυναίκας μου, εκτός από την οικονομική διεύθυνση, έχω στις πλάτες μου και τη διδασκαλία των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας, της γεωγραφίας, της ιστορίας, του σολφέζ, της λογοτεχνίας και άλλων. Ο χορός, η ωδική και η ζωγραφική διδάσκονται από τη γυναίκα μου με ξεχωριστή αμοιβή, μόνο που το χορό και την ωδική τα διδάσκω εγώ. Η σχολή μας βρίσκεται στην πάροδο που λέγεται των Πέντε Σκύλων, στον αριθμό 13. Αυτός ίσως είναι ο λόγος που έχω τόσες ατυχίες στη ζωή μου, επειδή μένουμε στο σπίτι με αριθμό 13. Οι κόρες μου γεννήθηκαν κι αυτές στις 13 του μηνός και στο σπίτι μας υπάρχουν 13 παράθυρα... Πώς να το εξηγήσω αυτό, τι να πω! Αν θέλετε να μιλήσετε με τη γυναίκα μου, μπορείτε να τη βρείτε στο σπίτι οποιαδήποτε ώρα. Όσο για το πρόγραμμα της σχολής, εφόσον το θέλετε, πουλιέται στο θυρωρό προς 30 καπίκια το αντίτυπο. (Βγάζει απ' την τσέπη μερικές μπροσούρες.) Να, αν θέλετε, μπορώ να σας το διαθέσω. Το καθένα 30 καπίκια! Ποιος θέλει; (Παύση.) ε θέλει κανένας; Λοιπόν, 20 καπίκια. (Παύση.) Λυπάμαι. Μάλιστα, σπίτι No 13! Τίποτα δε μου πάει καλά, ,γέρασα, ,αποβλακώθηκα... Κάνω τώρα μια διάλεξη, φαίνομαι ότι είμαι εύθυμος, αλλά από μέσα μου θέλω να βάλω τις φωνές ή να πετάξω και να βρεθώ μακριά στα πέρατα της οικουμένης. Ούτε το παράπονο μου μπορώ να πω σε κάποιον, μου 'ρχεται ακόμα και να κλάψω... Θα μου πείτε: Οι κόρες σας... Τι οι κόρες μου; Εγώ τους μιλάω κι αυτές γελούν... Η γυναίκα μου έχει εφτά κόρες... Όχι, με συγχωρείτε, νομίζω, έξι... (δυνατά.) Εφτά! Η πιο μεγάλη είναι η Άννα, είκοσι εφτά χρονών, και η μικρότερη δεκαεφτά. Αγαπητοί μου κύριοι! (Κοιτάζει γύρω του.) Είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, κατάντησα ηλίθιος, τιποτένιος. Στην πραγματικότητα, βέβαια, εσείς αυτή τη στιγμή έχετε μπροστά σας τον πιο ευτυχισμένο πατέρα του κόσμου. Κανονικά έτσι θα έπρεπε να είναι, ούτε τολμώ να πω κάτι διαφορετικό. Αν όμως ξέρατε! Με τη γυναίκα μου έζησα τριάντα τρία χρόνια και μπορώ να πω ότι ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου, όχι ακριβώς τα καλύτερα, αλλά το λέω έτσι, γενικώς. Με μια λέξη, αυτά τα χρόνια, για να πω την αλήθεια, κύλησαν χωρίς να το καταλάβω, ήταν σαν μια ευτυχισμένη στιγμούλα, που να πάρει ο διάολος. (Κοιτάζει γύρω του.) Ωστόσο, νομίζω ότι αυτή δεν ήρθε ακόμα, ,κι αφού απουσιάζει, μπορώ να μιλήσω και να πω ό,τι θέλω. Φοβάμαι, φοβάμαι τρομερά όταν με κοιτάζει. Και, μα την αλήθεια, σας λέω: Οι κόρες μου μένουν τόσο καιρό ανύπαντρες επειδή, ίσως, είναι άτολμες και ντροπαλές, κι επειδή οι άντρες δεν τις βλέπουν ποτέ. Βραδινές συγκεντρώσεις δε θέλει να κάνει, δεν προσκαλεί κανέναν για φαγητό, είναι πολύ τσιγκούνα, δύστροπη θυμωμένη κυρία και γι' αυτό κανένας δεν έρχεται στο σπίτι, αλλά... μεταξύ μας και υπό εχεμύθεια, θα σας το πω... (Πλησιάζει στη ράμπα.) Μπορείτε να δείτε τις κόρες της γυναίκας μου τις μεγάλες γιορτές στη θεία της, τη Ναταλία Σεμιόνοβα, αυτή που υποφέρει από ρευματισμούς και κυκλοφορεί μ' ένα φόρεμα τόσο κίτρινο και με μαύρους λεκέδες, που φαίνεται σαν να είναι γεμάτη από κατσαρίδες. Μ' αυτό το φόρεμα προσφέρει και τους μεζέδες. Όταν η γυναίκα μου δεν είναι εκεί, μπορεί να κάνει κι αυτό... (Χτυπάει το σβέρκο του.) Πρέπει να σημειώσετε ότι εγώ μεθάω μ' ένα ρακοπότηρο κι αισθάνομαι μέσα μου όμορφα, αλλά την ίδια ώρα λυπάμαι κιόλας, λυπάμαι τόσο πολύ, που δεν μπορώ να το εκφράσω με λόγια. Δίχως να το καταλαβαίνω, θυμάμαι τα χρόνια της νιότης μου και, για κάποιο λόγο, με διακατέχει η επιθυμία να φύγω, να το σκάσω. Αχ, αν μόνο ξέρατε πόσο το θέλω αυτό! (Εμψυχωμένος) Να τρέξω, να τα παρατήσω όλα και να πάρω των ομματίων μου χωρίς να κοιτάξω πίσω.. Πού να πάω; Ούτε με νοιάζει... αρκεί ν' απαλλαγώ απ' αυτή την άθλια, την πρόστυχη και ψεύτικη ζωή που με μασκάρεψε και μ' έκανε ένα γηραλέο κι αξιοθρήνητο βλάκα, ένα γηραλέο κι αξιοθρήνητο ηλίθιο. Να φύγω απ' αυτή τη χαζή, τη ρηχή, γεμάτη κακία, κακία, κακία, αρχιτσιγκούνα, απ' τη γυναίκα μου, η οποία με βασάνισε τριάντα τρία χρόνια, να φύγω απ' τη μουσική, απ' την κουζίνα, απ' τα λεφτά της κι απ' όλες αυτές τις αθλιότητες και τις μικρότητες... και να σταματήσω κάπου πολύ, πολύ μακριά, στους αγρούς, να σταθώ όρθιος σαν δέντρο, σαν στύλος, όπως το σκιάχτρο στο λαχανόκηπο, κάτω απ' το διάπλατο ουρανό, και να κοιτάζω όλη τη νύχτα το σταματημένο από πάνω μου ήσυχο και λαμπρό φεγγάρι και να ξεχάσω, να ξεχάσω... πώς θα ήθελα να μη θυμάμαι τίποτα! Πώς θα ήθελα να σχίσω από πάνω μου αυτό το άτιμο παλιοφράκο, που το φορούσα όταν στεφανώθηκα, εδώ και τριάντα χρόνια... (τραβάει από πάνω του το φράκο) που το φοράω και τώρα όταν κάνω ομιλία για αγαθοεργό σκοπό... Να, να! (Τσαλαπατάει το φράκο.) Να, να! Είμαι ένας αξιολύπητος φτωχόγερος, σαν αυτό εδώ το γιλέκο με τη φθαρμένη και ξεθωριασμένη ράχη... (δείχνει τη ράχη.) Τίποτα δε μου χρειάζεται! Είμαι ανώτερος και καθαρότερος απ' αυτά, κάποτε ήμουν νέος, έξυπνος, σπούδασα στο πανεπιστήμιο, είχα όνειρα στη ζωή μου, θεωρούσα τον εαυτό μου άνθρωπο... Τώρα δεν έχω ανάγκη από τίποτα! Τίποτα εκτός από ηρεμία... εκτός από ηρεμία! (Κοιτάζει στο πλευρό, φοράει γρήγορα το φράκο.) Όμως πίσω στα παρασκήνια στέκεται η γυναίκα μου... Ήρθε και με περιμένει εκεί... (Κοιτάζει το ρολόι.) Ο χρόνος μας πέρασε... Αν σας ρωτήσει, κάντε μου τη χάρη, σας παρακαλώ, να της πείτε ότι η ομιλία ήταν... ότι το σκιάχτρο, δηλαδή εγώ, στάθηκε εδώ με αξιοπρέπεια. (Κοιτάζει στο πλευρό, ξεροβήχει.) Κοιτάζει προς τα εδώ... (Υψώνει τη φωνή.)Με βάση το γεγονός ότι ο καπνός εμπεριέχει φοβερό δηλητήριο, για το οποίο μόλις τώρα σας μίλησα, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να καπνίζετε και θέλω, με κάποιον τρόπο, να ελπίζω ότι η ομιλία μου αυτή «για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού» θα σας είναι ωφέλιμη. Αυτά είχα να σας πω. Dixi et animam levavi*!

(Υποκλίνεται και φεύγει μεγαλοπρεπώς.)

* Μίλησα και ξαλάφρωσε η ψυχή μου..

ΤΕΛΟΣ



Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Η βεβαίωση – Anton Chekhov



Μεσημέρι... Ο γαιοκτήμονας Μπολντιριόφ, ένας άντρας ψηλός, γεμάτος, με κουρεμένο κεφάλι και με μάτια γκουρλιάρικα, έβγαλε το παλτό του, σφούγγιξε το μέτωπο μ’ ένα μεταξωτό μαντήλι και μ’ ένα βήμα λιγάκι αναποφάσιστο μπήκε στο γραφείο της υπηρεσίας. Ένα τριζοβόλημα χαρτιών αντηχούσε κει μέσα.
«Που μπορώ να ζητήσω μια βεβαίωση;» ρώτησε το θυρωρό που κουβαλούσε ένα δίσκο με ποτήρια. «Πρέπει να βγάλω εδώ μια βεβαίωση κι ένα αντίγραφο από τις περιοδικές δημοσιεύσεις αποφάσεων».
«Περάστε κει. Να, εκεί στον κύριο που κάθεται κοντά στο παράθυρο».
Ο Μπολντιριόφ ξερόβηξε και κίνησε κατά το παράθυρο. Εκεί, μπροστά σ’ ένα τραπέζι καταλερωμένο και πράσινο σαν τον τύφο, καθόταν ένας νεαρός με τέσσερα τσουλούφια στο κεφάλι, με μια μύτη μακρουλή γεμάτη μπιμπίκια και με μια στολή ξεθωριασμένη. Έγραφε ακουμπώντας σχεδόν την πελώρια μύτη του απάνω στο χαρτί. Δίπλα στο δεξί του ρουθούνι έκανε σουλάτσο μια μύγα. Κι αυτός έβγαζε το κάτω αχείλι του μπροστά και φυσούσε από κάτω τη μύτη του, πράγμα που έδινε στην όψη του την έκφραση κάποιας απασχόλησης πολύ σοβαρής.
«Μπορώ να σας διακόψω...» έκανε ο Μπολντιριόφ. «Θέλω να βγάλω μια βεβαίωση σχετικά με την κτηματική μου κατάσταση. Λέγομαι Μπολντιριόφ. Δηλαδή, μου χρειάζεται ένα αντίγραφο από τις περιοδικές δημοσιεύσεις αποφάσεων της 2 Μαρτίου».
Ο υπάλληλος βούτηξε την πένα του στο καλαμάρι. Ύστερα έπιασε να την κοιτάζει μήπως πήρε περισσότερο μελάνι απ’ όσο πρέπει. Κι αφού βεβαιώθηκε ότι η πένα του δε στάζει, άρχισε να γρατσουνάει κάποιο χαρτί. Το χείλι του ήταν ακόμα τραβηγμένο μπροστά. Δεν του χρειαζόταν όμως πια να φυσάει, γιατί η μύγα είχε σταθεί τώρα λιγάκι πιο ψηλά από τ’ αυτί του.
«Μπορώ να βγάλω μια βεβαίωση εδώ σε σας;» ξανάπε σε λίγο ο Μπολντιριόφ. «Λέγομαι Μπολντιριόφ, γαιοκτήμονας...»
«Ιβάν Αλεξέιτς!» φώναξε ξαφνικά ο υπάλληλος σα να μην είχε δει καθόλου τον Μπολντιριόφ. «Να πεις στον έμπορο Γιάλικοφ όταν έρθει, ότι το αντίγραφο της δήλωσης πρέπει να το επικυρώσει στην αστυνομία. Του το ‘χω πει χίλιες φορές!»
«Πρόκειται για την αγωγή που έχω καταθέσει σχετικά με τους κληρονόμους της κόμισσας Γκουγκούλιν», έκανε σιγά ο Μπολντιριόφ. «Το θέμα είναι γνωστό. Πολύ σας παρακαλώ να μ’ εξυπηρετήσετε...»
Ο υπάλληλος, που εξακολουθούσε να μην προσέχει τον Μπολντιριόφ, έπιασε τη μύγα που σουλατσάριζε στ’ αχείλι του, την κοίταξε λιγάκι με προσοχή κι ύστερα την αμόλησε.
Ο τσιφλικάς έβηξε κι έφτυσε δυνατά στο καρό μαντήλι του. Ούτε κι αυτό όμως άλλαξε την κατάσταση. Ο άλλος εξακολουθούσε να μην τον ακούει.
Η σιωπή βάσταξε δύο λεπτά πάνω-κάτω.
Ο Μπολντιριόφ έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα χάρτινο ρούβλι και το απίθωσε μπροστά στον υπάλληλο απάνω στο ανοιχτό βιβλίο του.
Αυτός ζάρωσε το μέτωπό του, τράβηξε κοντά του το βιβλίο μ’ ένα ύφος πολύ απασχολημένο και πήρε το ρούβλι.
«Μια μικρή βεβαίωση... Απλώς θα ήθελα να μάθω με ποιο δικαίωμα οι κληρονόμοι της κόμισσας Γκουγκούλιν... Μπορώ να σας απασχολήσω λιγάκι;»
Ο υπάλληλος όμως βυθισμένος στις δικές του σκέψεις σηκώθηκε και ξύνοντας τον αγκώνα του πήγε ως το ντουλάπι. Σ’ ένα λεπτό, ξαναγυρνώντας στο τραπέζι, έριξε τη ματιά του στο βιβλίο. Απάνω του ήταν απλωμένο ακόμα ένα ρούβλι.
«Δε θα σας απασχολήσω περισσότερο από ένα λεπτό... Θέλω μια βεβαίωση μόνο...»
Ο υπάλληλος ούτε και τούτη τη φορά άκουσε τίποτα! Σηκώθηκε κι έπιασε κάτι να σημειώνει.
Ο Μπολντιριόφ κατσούφιασε και γεμάτος απελπισία έπιασε να κοιτάζει ολόκληρη την κομπανία που γρατσουνούσε τα χαρτιά.
«Γράφουν!» σκέφτηκε βαστώντας την ανάσα του. «Γράφουν... Ώσπου να τους πάρει όλους μαζί ο διάολος!»
Ξεκόλλησε απ’ το γραφείο του υπάλληλου και στάθηκε καταμεσής στη σάλα κρεμώντας μ’ απελπισία τα χέρια του.
Ο θυρωρός που ξαναπερνούσε με τα ποτήρια στο δίσκο του, παρατήρησε καταπώς φαίνεται την απελπισία που ήταν ζωγραφισμένη στην όψη του Μπελντιαρόφ, γιατί πήγε κοντά του, πολύ κοντά και τον ρώτησε ψιθυριστά:
«Λοιπόν; Τελειώσατε;»
«Τι να τελειώσουμε, αφού μήτε να κουβεντιάσει μαζί μου δεν καταδέχεται!...»
«Δώστε του τρία ρούβλια!» του σφύριξε στ’ αυτί ο θυρωρός.
«Του ‘χω δώσει κιόλας δύο!»
«Δώστε του κι άλλο ένα!»
Ο Μπολντιριόφ ξαναγύρισε στο τραπέζι κι απίθωσε στο ανοιχτό βιβλίο του υπάλληλου ακόμα ένα ρούβλι.
Ο υπάλληλος ξανατράβηξε κοντά του το βιβλίο κι έπιασε να το ξεφυλλίζει.
Ξάφνου, πέρα για πέρα αναπάντεχα σηκώνει τα μάτια του στον Μπολντιριόφ. Η μύτη του γυάλιζε, ολόκληρος είχε κοκκινίσει και καταζάρωσε σ’ ένα χαμόγελο.
«Τι επιθυμείτε, παρακαλώ;» ρώτησε.
«Θα ήθελα να βγάλω μαι βεβαίωση σχετικά με την υπόθεσή μου... Είμαι ο Μπολντιριόφ...»
«Χαίρω πάρα πολύ! Σχετικά με την υπόθεση Γκουγκούλιν, δεν είναι έτσι; Πολύ ωραία! Δηλαδή τι ακριβώς θα θέλατε;»
Ο Μπολντιριόφ του ξανάπε το αίτημά του.
Ο υπάλληλος ζωντάνεψε, λες και τον πήρε κάποιος άνεμος στα φτερά του. Του έβγαλε τη βεβαίωση, κανόνισε να του δώσουν αντίγραφο από τις περιοδικές δημοσιεύσεις αποφάσεων, πρόσφερε στον επισκέπτη του καρέκλα για να καθίσει. Όλα μέσα σ’ ένα λεπτό! Μάλιστα, άνοιξε μαζί του κουβέντα και για τον καιρό και τον ρώτησε πως πάει φέτος η σοδιά!
Όταν ο Μπολντιριόφ τέλειωσε και κίνησε να φύγει, ο υπάλληλος τον ξεπροβόδισε ως τη σκάλα, χαμογελώντας του με πολλή χαρά και σεβασμό. Και προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει πως οποιαδήποτε στιγμή, αυτός είναι έτοιμος να γίνει θυσία για να εξυπηρετήσει τον επισκέπτη του.
Ο Μπολντιριόφ ένιωθε κομμάτι άβολα. Και υποκύπτοντας σε κάποια μυστική εσώψυχη προσταγή, έβγαλε από την τσέπη του άλλο ένα ρούβλι και το πρόσφερε στον υπάλληλο.
Κι εκείνος συνέχιζε να υποκλίνεται και να χαμογελάει, τσεπώνοντας το ρούβλι σαν ταχυδακτυλουργός, έτσι που μόλις πρόκανε το δόλιο το χαρτί ν’ αντικρύσει τον ήλιο...
«Άνθρωποι!... Τι να τους κάνεις;...» σκεφτόταν ο τσιφλικάς, καθώς έβγαινε στο δρόμο. Εκεί στάθηκε και ξανασφούγγιξε το μέτωπό του με το μαντήλι...

1883


Anton Chekhov
Η Κυρία με το Σκυλάκι και άλλα διηγήματα
Μετάφραση Νίκος Παπανδρέου
Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα
Εκδόσεις Ράντουγκα, Μόσχα
Τυπώθηκε στην ΕΣΣΔ 1990

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Η νύστα - Anton Chekhov


Είναι νύχτα. Η νταντά Βάρια, κορίτσι δεκατριών χρονών, κουνάει το μωρό στην κούνια, και με φωνή που μόλις ακούγεται μουρμουρίζει:
Νανι, νάνι το μικράκι,
Θα του πω ένα τραγουδάκι…
Μπροστά στο εικόνισμα καίει μια πράσινη καντήλα. Απ’ τη μια άκρη της κάμαρης ως την άλλη, είναι τεντωμένο ένα σκοινί με κρεμασμένες φασκιές κι ένα μεγάλο μαύρο παντελόνι. Από το φως της καντήλας σχηματίζεται στο ταβάνι μια μεγάλη πράσινη κηλίδα κι οι φασκιές με το παντελόνι ρίχνουν μακριές σκιές στο τζάκι, στην κούνια, στη Βάρια… Όταν το φως της καντήλας τρεμοσβήνει, η κηλίδα κι οι σκιές ζωντανεύουν και κουνιούνται σα να φυσάει άνεμος. Στην κάμαρη η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική και μυρίζει λαχανόσουπα και πετσιά.
Το μωρό κλαίει. Έχει πια βραχνιάσει κι απόκαμε από το κλάψιμο, αλλά δεν παύει ολοένα να φωνάζει, κι άγνωστο είναι πότε θα ησυχάσει. Κι όμως, η Βάρια θέλει να κοιμηθεί. Τα μάτια της σφαλνούνε, το κεφάλι της σέρνεται προς τα κάτω, ο λαιμός της πονάει. Δεν μπορεί να κουνήσει ούτε τα βλέφαρα ούτε τα χείλη, και της φαίνεται πως το πρόσωπό της στέγνωσε και ξύλιασε, πως το κεφάλι της έγινε μικρό σαν κεφαλάκι καρφίτσας.
-Νάνι, νάνι το μικράκι – μουρμουρίζει – θα του κάνω πιλαφάκι…
Μέσα στη θερμάστρα φωνάζει ένας γρύλος. Στη διπλανή κάμαρη, πίσω από την πόρτα, ροχαλίζουν τ’ αφεντικό κι ο Θανάσης, ο κάλφας… Η κούνια τρίζει λυπητερά, η Βάρια μουρμουρίζει, κι όλ’ αυτά ενώνονται σε μια νυχτερινή νανουριστική μουσική, που έτσι γλυκά την ακούει κανείς όταν είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Τώρα όμως η μουσική αυτή ερεθίζει και τυραννεί, γιατί της αυξάνει τη νύστα ενώ δε γίνεται να κοιμηθεί. Αν – που ο Θεός να μην το δώσει – αποκοιμιότανε η Βάρια, τ’ αφεντικά της θα την έσπαζαν στο ξύλο.
Η καντήλα τρεμοσβήνει. Η πράσινη κηλίδα κι οι σκιές κουνιούνται, χώνονται στα μισοσφαλισμένα ακίνητα μάτια της Βάριας και προκαλούν στο μισοκοιμισμένο μυαλό της θολά όνειρα. Βλέπει μαύρα σύννεφα που τρέχουν το ‘να κατόπι του άλλου στον ουρανό και φωνάζουν σα μωρό. Μα να, φύσηξε αέρας, τα σύννεφα χάθηκαν κι η Βάρια βλέπει ένα πλατύ λιθόστρωτο, σκεπασμένο με νερουλή λάσπη, μια σειρά από κάρα, ανακατωμένους ανθρώπους με δισάκια στις πλάτες, και κάτι σκιές που πηγαίνουν πίσω μπρος, από τις δύο μεριές, ανάμεσα στην κρύα και σκυθρωπή ομίχλη. Φαίνονται δάση. Ξαφνικά οι άνθρωποι με τα δισάκια πέφτουν καταγής στη νερουλή λάσπη.
-Γιατί πέσανε; - ρωτά η Βάρια.
-Να κοιμηθούνε, να κοιμηθούνε! – της αποκρίνονται.
Και βυθίζονται σε ύπνο βαθύ, κοιμούνται γλυκά, ενώ στα σύρματα του τηλέγραφου κάθονται κουρούνες και τσίχλες, που φωνάζουν σα μωρό και προσπαθούν να τους ξυπνήσουν.
-Νάνι, νάνι το μικράκι, θα του πω ένα τραγουδάκι… - μουρμουρίζει η Βάρια και βλέπει τώρα τον εαυτό της μέσα σε μια σκοτεινή, πνιγερή καλύβα.
Στο πάτωμα στριφογυρίζει ο μακαρίτης ο πατέρας της, Εφήμ Στεπάνωφ. Δεν τον βλέπει, ακούει όμως πως κυλιέται στο πάτωμα απ’ τον πόνο κι αναστενάζει. Πάσχει, όπως λέει, από «σπάσιμο». Ο πόνος είναι τόσο δυνατός, που δεν μπορεί να προφέρει ούτε λέξη, παρά ρουφάει μονάχα αέρα και τα δόντια του χτυπούν γρήγορα σαν τούμπανο.
-Μπου-μπου-μπου-μπου…
Η μητέρα της, η Πελαγία, έτρεξε στην έπαυλη να πει στους κυρίους πως ο Εφήμ πεθαίνει. Είναι πια πολλή ώρα που έφυγε κι έπρεπε να είχε γυρίσει. Η Βάρια, ξαπλωμένη πάνω στο τζάκι, δεν κοιμάται κι ακούει το «μπου-μπου-μπου» του πατέρα της. Μα να, ακούγεται κάποιος να έχει φτάσει με άμαξα στην καλύβα. Οι κύριοι έστειλαν ένα νέο γιατρό, που τους είχε έρθει μουσαφίρης απ’ την πόλη. Ο γιατρός μπαίνει στην καλύβα. Δε φαίνεται στο σκοτάδι, ακούγεται όμως να βήχει, και χτυπάει την πόρτα.
-Ανάψτε φως – λέει ο γιατρός.
-Μπου-μπου-μπου… - αποκρίνεται ο Εφήμ.
Η Πελαγία ορμάει στο τζάκι και ζητάει να ‘βρει την κεραμίδα με τα σπίρτα. Περνάει ένα λεπτό σιωπής. Ο γιατρός βγάζει βιαστικά από την τσέπη του κι ανάβει δικό του σπίρτο.
-Αμέσως αφεντικό, αμέσως – λέει η Πελαγία ορμώντας έξω απ’ την καλύβα, και σε λιγάκι γυρίζει μ’ ένα αποκέρι.
Τα μάγουλα του Εφήμ είναι τριανταφυλλιά, τα μάτια του λάμπουν και το βλέμμα του είναι τόσο διαπεραστικό, που θαρρείς πως ο Εφήμ βλέπει πέρα πέρα και την καλύβα και το γιατρό.
-Ε, τι έχεις; Τ’ είν’ αυτό που ‘βαλες στο νου σου; - λέει ο γιατρός και σκύβει στον Εφήμ. Ε, ε! Είναι καιρός που το ‘παθες αυτό;
-Τι πράμα; Ήρθε η ώρα να πεθάνω, εξοχότατε… Δε θα ζήσω πια…
-Άσε τις ανοησίες… Θα σε γιατρέψουμε!
-Όπως αγαπάτε εξοχότατε, ευχαριστούμε πολύ. Μα καταλαβαίνουμ’ εμείς… Σαν έρθει ο χάρος τι να γίνει;
Ο γιατρός καταγίνεται με τον Εφήμ ένα τέταρτο της ώρας. Ύστερα σηκώνεται και λέει:
-Τίποτα δεν μπορώ να κάνω… Πρέπει να πας στο νοσοκομείο να σου κάνουν εγχείρηση. Να πας αμέσως! Χωρίς άλλο να πας! Είναι λιγάκι αργά κι όλοι πια θα κοιμούνται στο νοσοκομείο, μα δεν πειράζει, θα σου δώσω ένα μπιλιετάκι. Ακούς;
-Μα πως θα πάει, αφεντικό; - λέει η Πελαγία. Δεν έχουμε άλογο.
-Δεν πειράζει, θα παρακαλέσω τους κυρίους να δώσουν άλογο.
Ο γιατρός φεύγει, το κερί σβήνει κι ακούγεται πάλι το «μπου-μπου-μπου…». Ύστερ’ από μισή ώρα, κάποια άμαξα πλησιάζει στην καλύβα. Οι κύριοι έστειλαν κάρο για να πάνε τον Εφήμ στο νοσοκομείο. Ο Εφήμ ετοιμάζεται να φύγει…

Μα να, φτάνει το πρωί ωραίο και φωτεινό. Η Πελαγία δεν είναι σπίτι. Πήγε στο νοσοκομείο να μάθει τι κάνει ο Εφήμ. Κάπου κλαίει ένα μωρό και η Βάρια ακούει κάποιον να τραγουδάει με τη φωνή της:
-Νάνι, νάνι το μικράκι, θα του πω ένα τραγουδάκι…
Γυρίζει η Πελαγία, κάνει το σταυρό της και ψιθυρίζει:
-Τη νύχτα τονε βόλεψαν, και κοντά να ξημερώσει ξεψύχησε… Αιωνία του η μνήμη, ο Θεός να αναπάψει την ψυχή του… Λένε πως ήταν αργά, τον παραμελήσαμε… Έπρεπε νωρίτερα…
Η Βάρια πηγαίνει στο δάσος, κάθεται κει και κλαίει, μα ξαφνικά κάποιος τη χτυπάει στο σβέρκο με τόση δύναμη, που το μέτωπό της χτυπάει στη σημύδα. Σηκώνει τα μάτια και βλέπει μπροστά της το αφεντικό της, τον παπουτσή.
-Τι κάνεις, βρε ψωριάρα; - της λέει. Το παιδί κλαίει και συ κοιμάσαι;
Την πιάνει δυνατά απ’ τ’ αυτί και την τραβάει, κι εκείνη ανατινάζει το κεφάλι της, κουνάει την κούνια και μουρμουρίζει το τραγούδι της. Η πράσινη, κηλίδα, κι οι σκιές του παντελονιού και των φασκιών κουνιούνται, της γνέφουν, και γρήγορα πάλι κατακτούν το μυαλό της. Ξαναβλέπει το λιθόστρωτο με τη νερουλή λάσπη. Οι άνθρωποι με τα δισάκια στις πλάτες κι οι σκιές, ξαπλωμένοι, κοιμούνται βαθιά, κι όσο τους βλέπει η Βάρια, τόσο περισσότερο θέλει να κοιμηθεί. Θα πλάγιαζε με λαχτάρα, μα η μητέρα της, η Πελαγία, περπατάει δίπλα της και την τραβολογάει. Πηγαίνουν βιαστικές κι οι δυό στην πόλη να ζητιανέψουν.
-Κάμετε ελεημοσύνη για την αγάπη του Χριστού! – παρακαλεί η μητέρα τους διαβάτες. Κάμετε έλεος, άρχοντες!
-Φερ’ εδώ το παιδί! – της αποκρίνεται κάποια γνώριμη φωνή. Δωσ’ εδώ το παιδί! – ξαναλέει η ίδια φωνή, αλλά τώρα θυμωμένα κι απότομα. Κοιμάσαι, σιχαμένη.
Η Βάρια αναστενάζει, κοιτάζει γύρω και καταλαβαίνει τι τρέχει. Δεν υπάρχει ούτε λιθόστρωτο, ούτε Πελαγία, ούτε διαβάτες, παρά μονάχα στέκεται στη μέση της κάμαρης η νοικοκυρά, που ήρθε να βυζάξει το μωρό της. Σ’ όλο το διάστημα που η χοντρή νοικονυρά βυζαίνει και καταπραϋνει το μωρό, η Βάρια στέκεται και την κοιτάζει περιμένοντας πότε θα τελειώσει. Έξω απ’ τα παράθυρα η ατμόσφαιρα αρχίζει πια να ξανοίγει, οι σκιές κι η πράσινη κηλίδα στο ταβάνι χλομιάζουν. Γρήγορα θα ξημερώσει.
-Πάρ’ το! – λέει η νοικοκυρά και κουμπώνει την πουκαμίσα της στο στήθος. Το μωρό κλαίει. Χωρίς άλλο το μάτιασαν…
Η Βάρια παίρνει το μωρό, το βάζει στην κούνια και ξαναρχίζει να το κουνάει. Η πράσινη κηλίδα κι οι σκιές λίγο λίγο χάνονται και δεν υπάρχει πια τίποτα να χωθεί στο κεφάλι της και να σκοτίσει το μυαλό της. Κι όμως, όπως πριν, θέλει να κοιμηθεί. Αχ πως θέλει να κοιμηθεί, τρομάρα της! Η Βάρια ακουμπάει το κεφάλι της στην άκρη της κούνιας και κουνιέται μ’ όλο το κορμί της για να νικήσει τον ύπνο, αλλά τα μάτια της σφαλνούνε και το κεφάλι της είναι βαρύ.
-Βάρια, άναψε το τζάκι! – ακούγεται πίσω απ’ την πόρτα η φωνή του αφεντικού.
Δηλαδή, είναι πια καιρός να σηκωθούν και ν’ αρχίσουν τη δουλειά. Η Βάρια αφήνει την κούνια και τρέχει στην αποθήκη για ξύλα. Είναι όλο χαρά. Όταν κανείς τρέχει ή περπατάει, δεν θέλει τόσο να κοιμηθεί όπως όταν κάθεται. Φέρνει τα ξύλα, ανάβει το τζάκι κι αισθάνεται πως το ξυλιασμένο πρόσωπό της παίρνει ζωή και ξανοίγουν οι σκέψεις της.
-Βάρια, βάλε το σαμοβάρι! – φωνάζει η νοικοκυρά.
Η Βάρια κόβει πελεκούδια, αλλά, μόλις προφθάνει να τ’ ανάψει και να τα βάλει στο σαμοβάρι, ακούγεται νέα διαταγή!
-Βάρια, πάστρεψε τις γαλότσες τ’ αφεντικού!
Κάθεται στο πάτωμα, καθαρίζει τις γαλότσες και συλλογιέται πως θα ‘τανε καλά να ‘χωνε το κεφάλι της μεσ’ στη μεγάλη και βαθιά γαλότσα και να κοιμηθεί μέσα σ’ αυτή λιγάκι… Και ξαφνικά η γαλότσα μεγαλώνει, φουσκώνει, γεμίζει όλη την κάμαρη κι απ’ το χέρι της Βάριας ξεφεύγει η βούρτσα. Αμέσως όμως ανατινάζει το κεφάλι της, τεντώνει τα μάτια της και προσπαθεί να βλέπει έτσι που τ’ αντικείμενα να μη μεγαλώνουν και να μην κουνιούνται στα μάτια της.
Η Βάρια πλένει την εξωτερική σκάλα – τι θα πουν οι πελάτες;
Η Βάρια πλένει και την εσωτερική σκάλα, συγυρίζει τις κάμαρες, ύστερα ανάβει το άλλο τζάκι και τρέχει στο μπακάλικο. Δουλειά πολλή κι ούτε στιγμή ελεύθερη.
Μα το χειρότερο απ’ όλα είναι να στέκεται σ’ ένα μέρος μπρος στο τραπέζι της κουζίνας και να παστρεύει πατάτες. Το κεφάλι της σέρνεται προς το τραπέζι, η πατάτα σουφρώνει στα μάτια της, το μαχαίρι ξεφεύγει απ’ τα χέρια της, ενώ η χοντρή νοικοκυρά περπατάει θυμωμένη με ανασκουμπωμένα χέρια και μιλάει τόσο δυνατά, που βουίζουν τ’ αυτιά της. Το ίδιο βασανιστικό είναι να υπηρετεί στο τραπέζι, να πλένει, να ράβει… Έρχονται στιγμές που θέλει να ξαπλωθεί στο πάτωμα και να κοιμηθεί, χωρίς να δώσει προσοχή σε τίποτα.
Η μέρα περνάει. Όσο βλέπει τα παράθυρα να σκοτεινιάζουν, η Βάρια σφίγγει τ’ αποναρκωμένα μηλίγγια της, και χαμογελάει χωρίς να ξέρει κι η ίδια το γιατί. Το βραδινό σκοτάδι της χαϊδεύει τα μάτια, που σφαλνούνε, και της υπόσχεται γρήγορο, βαθύ ύπνο. Το βράδυ έρχονται στ’ αφεντικά επισκέψεις.
-Βάρια, βάλε το σαμοβάρι! – φωνάζει η νοικοκυρά.
Το σαμοβάρι των αφεντικών είναι μικρό, και για να πιουν οι μουσαφίρηδες τσάι, αναγκάζεται να ζεστάνει πέντε φορές. Ύστερ’ από το τσάι, η Βάρια στέκεται ολάκερη ώρα σ’ ένα μέρος, κοιτάζει τους μουσαφίρηδες και περιμένει διαταγές.
-Βάρια, τρέξε ν’ αγοράσεις τρεις μποτίλιες μπίρα!
Πετιέται από τη θέση της και προσπαθεί να τρέξει όσο μπορεί πιο γρήγορα, για ν’ αποδιώξει τον ύπνο!
-Βάρια, τρέξε να πάρεις βότκα! Βάρια, που ‘ναι το τιρμπουσόνι; Βάρια, πάστρεψε τις σαρδέλες!
Μα να, τέλος πάντων, οι μουσαφίρηδες έφυγαν, σβήνουν τα φώτα, και τ’ αφεντικά πηγαίνουν να κοιμηθούν.
-Βάρια, κούνησε το παιδί! – αντηχεί η στερνή διαταγή.
Στο τζάκι φωνάζει ο γρύλος. Η πράσινη κηλίδα στο ταβάνι κι οι σκιές του παντελονιού και των φασκιών ξαναχώνονται στα μισανοιγμένα μάτια της Βάριας, γνέφουν και σκοτίζουν το κεφάλι της.
-Νάνι, νάνι το μικράκι – μουρμουρίζει – θα του πω ένα τραγουδάκι…
Το μωρό φωνάζει κι αποκάνει απ’ τις φωνές. Η Βάρια ξαναβλέπει το λασπωμένο λιθόστρωτο, τους ανθρώπους με τα δισάκια, την Πελαγία, τον πατέρα της Εφήμ. Όλα τα νιώθει, όλους τους αναγνωρίζει, μόνο που δεν μπορεί, μισοκοιμισμένη όπως είναι να καταλάβει τη δύναμη εκείνη που της δένει χέρια και πόδια, την πιέζει και την εμποδίζει να ζήσει. Βλέπει γύρω της, ζητάει τη δύναμη να ελευθερωθεί απ’ αυτά, μα δεν τη βρίσκει. Στα ύστερα, καταβασανισμένη, βάζει όλες τις δυνάμεις της, βλέπει απάνω την πράσινη κηλίδα που κουνιέται, αφουγκράζεται τη φωνή και βρίσκει τον εχθρό που την εμποδίζει να ζήσει.
Ο εχθρός είναι το μωρό.
Γελάει. Απορεί πως δεν μπόρεσε νωρίτερα να καταλάβει τέτοιο μικρό πράγμα. Η πράσινη κηλίδα, οι σκιές κι ο γρύλος επίσης, φαίνεται, γελούνε κι απορούν.
Μια παραίσθηση την κυριεύει. Σκέφτεται καθώς κάθεται στο σκαμνάκι, κι όλη χαμόγελο, χωρίς ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια, περπατάει στην κάμαρη. Ευχαριστιέται, ηδονίζεται με την ιδέα πως αμέσως θα ελευθερωθεί απ’ το μωρό, που της δένει χέρια και πόδια… Να σκοτώσει το μωρό, κι ύστερα να κοιμηθεί, να κοιμηθεί…
Με γέλιο γνέφει και ακουμπάει η Βάρια με το δάχτυλό της την πράσινη κηλίδα, σιμώνει σιγά σιγά την κούνια και σκύβει στο μωρό, το πνίγει, και με γρηγοράδα πλαγιάζει στο πάτωμα, γελάει απ’ τη χαρά της που μπορεί να κοιμηθεί, κι ύστερα από ένα λεπτό κοιμάται πια βαθιά, σαν πεθαμένη…



Anton Chekhov
Η ΠΡΟΙΚΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κ. Σ. ΚΟΚΟΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΪΣΤΡΟΣ 2008

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Το στοίχημα - ANTON ΤΣΕΧΟΦ




I
Ήταν μια σκοτεινή φθινοπωρινή νύχτα. Ο γ έ ρ ο ­
ντας τραπεζίτης βημάτιζε στο γραφείο του από τη
μια γωνιά στην άλλη και θυμόταν που, δεκαπέντε
χρόνια πριν, ένα φθινοπωρινό βράδυ, είχε στο σπί­
τι του καλεσμένους. Σ' εκείνη τη συγκέντρωση ήταν
πολλοί γνωστικοί άνθρωποι κι έγιναν ενδιαφέρου­
σες συζητήσεις. Μεταξύ των άλλων μίλησαν και για
τη θανατική ποινή. Οι επισκέπτες, ανάμεσα στους
οποίους βρίσκονταν αρκετοί επιστήμονες και δημο­
σιογράφοι, στην πλειοψηφία τους τάχτηκαν αρνητικά
σχετικά με την ποινή του θανάτου. Έβρισκαν ξ ε π ε ­
ρασμένο αυτό τον τρόπο τιμωρίας, ανάρμοστο και
ανήθικο για χριστιανικές κυβερνήσεις. Ορισμένοι
υποστήριζαν ότι η θανατική ποινή θα έπρεπε, γενικά
και παντού, ν' αντικατασταθεί με τα ισόβια δεσμά.
— Εγώ δε συμφωνώ μαζί σας, είπε ο οικοδεσπό­
της. Δε δοκίμασα ούτε τη θανατική ποινή ούτε τα
ισόβια δεσμά, αλλά, αν μπορεί κανείς να κρίνει a
priori, τότε, κατά τη δική μου γνώμη, η θανατική
ποινή είναι ηθικότερη και πιο ανθρωπιστική από τα
ισόβια. Η εκτέλεση σκοτώνει αμέσως, αλλά τα ισό-
βια σκοτώνουν σιγά σιγά. Ποιος δήμιος απ' τους δυο
είναι πιο ανθρωπιστικός; Εκείνος που σας σκοτώνει
μέσα σε λίγα λεπτά ή αυτός ο οποίος σας αφαιρεί
λίγο λίγο τη ζωή για πολλά χρόνια;
— Και το ένα και το άλλο είναι το ίδιο ανήθικα,
παρατήρησε κάποιος απ' τους επισκέπτες, επειδή
έχουν έναν και τον αυτό σκοπό: την αφαίρεση ζωής.
Η κυβέρνηση δεν είναι θεός. Δεν έχει το δικαίωμα
να αφαιρέσει εκείνο που δεν μπορεί, αν θελήσει, να
δώσει πίσω.
Μεταξύ των επισκεπτών ήταν κι ένας νομικός,
νέος άνθρωπος, γύρω στα είκοσι πέντε. Όταν του
ζήτησαν τη γνώμη, είπε:
— Και η ποινή του θανάτου και τα ισόβια είναι
το ίδιο ανήθικα, αλλά, αν με πρότειναν να διαλέξω
ένα από τα δυο, θα διάλεγα βέβαια το δεύτερο. Να
ζεις με κάποιον τρόπο είναι καλύτερα από το να μη
ζεις.
Η συζήτηση άναψε για τα καλά. Ο τραπεζίτης,
που τότε ήταν νεότερος και πιο νευρώδης, έγινε
ξαφνικά έξω φρενών, χτύπησε τη γροθιά του στο
τραπέζι και φώναξε απευθυνόμενος στο νεαρό νο­
μικό:
— Δεν είναι αλήθεια! Βάζω στοίχημα δυο εκατομ­
μύρια ότι δε θα μείνετε στο κελί ούτε πέντε χρόνια.
— Αν το λέτε σοβαρά, απάντησε ο νομικός, βάζω
στοίχημα ότι θα μείνω όχι πέντε αλλά δεκαπέντε!
— Δεκαπέντε. Εντάξει! φώναξε ο τραπεζίτης.
Κύριοι, βάζω δυο εκατομμύρια!
— Σύμφωνοι! Εσείς βάζετε τα εκατομμύρια κι
εγώ την ελευθερία μου! είπε ο νομικός.
Κι αυτό, λοιπόν, το ανήκουστο και ανόητο στοί­
χημα μπήκε! Ο τραπεζίτης, μην ξέροντας τότε ούτε
κι ο ίδιος πόσα εκατομμύρια έχει, κακομαθημένος
κι απερίσκεπτος, ήταν ενθουσιασμένος με το στοί­
χημα. Στο δείπνο πείραζε το νομικό κι έλεγε:
— Βάλτε λίγο μυαλό, νεαρέ μου, πριν ακόμα εί­
ναι αργά. Για μένα δυο εκατομμύρια δεν είναι τί­
ποτα, εσείς όμως κινδυνεύετε να χάσετε τρία τέσ­
σερα από τα καλύτερα χρόνια της ζωής σας. Λέω
τρία τέσσερα γιατί δε θα μείνετε περισσότερο. Μην
ξεχνάτε επίσης, κακόμοιρε, ότι η εθελοντική φυλά­
κιση είναι πολύ πιο βαριά από την υποχρεωτική. Η
σκέψη ότι οποιαδήποτε στιγμή έχετε το δικαίωμα
να βγείτε έξω ελεύθερος θα δηλητηριάσει όλη σας
την ύπαρξη μέσα στο κελί της φυλακής. Σας λυπά­
μαι!
Ο τραπεζίτης τώρα, βηματίζοντας από τη μια
γωνιά στην άλλη, θυμόταν όλ' αυτά κι αναρωτιόταν:
«Γιατί μπήκε αυτό το στοίχημα; Ποιο το όφελος
που ο νομικός έχασε δεκαπέντε χρόνια ζωής, κι εγώ
πετάω δυο εκατομμύρια; Μπορεί αυτό να αποδεί­
ξει στους ανθρώπους ότι η καταδίκη σε θάνατο εί­
ναι χειρότερη ή καλύτερη από τα ισόβια δεσμά; Όχι
βέβαια. Μωρολογίες κι ανοησίες. Α π ό τη δική μου
πλευρά ήταν μια παραξενιά ανθρώπου που είναι
χορτάτος, κι απ' την πλευρά του νομικού απληστία
για λ ε φ τ ά . . . » .
Θυμήθηκε επίσης αυτά που έγιναν ύστερα από
το βράδυ εκείνο. Αποφάσισαν ο νομικός να εκτί­
σει την εθελοντική ποινή του κάτω από την αυστη­
ρότερη επίβλεψη, σε μία από τις πτέρυγες κοντά
στο σπίτι του τραπεζίτη. Συμφώνησαν ότι στη
διάρκεια των δεκαπέντε χρόνων δε θα είχε το δι­
καίωμα να περάσει το κατώφλι της πτέρυγας, να
βλέπει ανθρώπους ζωντανούς, ν' ακούει ανθρώπι­
νες φωνές και να παίρνει γράμματα ή εφημερίδες.
Του επιτρεπόταν να έχει μουσικό όργανο, να δια­
βάζει βιβλία, να γράφει γράμματα, να πίνει κρασί
και να καπνίζει. Με τον έξω κόσμο, σύμφωνα με ει­
δικό όρο, μπορούσε να επικοινωνεί μόνο χωρίς να
μιλάει, μέσα από ένα μικρό παράθυρο φτιαγμένο
ειδικά γι' αυτόν το σκοπό. Η συμφωνία προέβλεπε
ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες, ώστε
να υπάρχει αυστηρή απομόνωση, και υποχρέωνε το
νομικό να μείνει στη φυλακή ακριβώς δεκαπέντε
χρόνια, από τις 12 το μεσημέρι της 14ης Νοεμβρίου
1870 μέχρι τις 12 το μεσημέρι της 14ης Νοεμβρίου
1885. Η παραμικρή απόπειρα από το νομικό να π α ­
ραβεί τους όρους, έστω και δυο λεπτά πριν από το
τέλος της προθεσμίας, απελευθέρωνε τον τραπεζί­
τη από την υποχρέωση να του πληρώσει τα δυο
εκατομμύρια.
Τον πρώτο χρόνο φυλακής του, κι όσο μπορεί
κανείς να κρίνει από τα σύντομα σημειώματα, υπέ­
φερε πολύ από τη μοναξιά και την πλήξη. Από την
πτέρυγα, νύχτα και μέρα, ακουγόταν συνεχώς το
πιάνο. Κρασί και καπνό αρνήθηκε να πάρει. Το
κρασί, έγραφε, διεγείρει τις επιθυμίες, οι οποίες εί­
ναι εχθροί του φυλακισμένου. Άλλωστε, να πίνεις
ωραίο κρασί και να μη βλέπεις κανέναν, δεν υ π ά ρ ­
χει τίποτα πιο πληκτικό. Όσο για τον καπνό, βρο­
μίζει τον αέρα στο δωμάτιο του. Τον πρώτο χρόνο
του έστελναν κυρίως βιβλία ελαφρού περιεχομένου.
Περίπλοκα ερωτικά μυθιστορήματα, διηγήματα με
εγκληματικό και φανταστικό περιεχόμενο, κωμω­
δίες και άλλα.
Τη δεύτερη χρονιά η μουσική σίγησε στην πτέ­
ρυγα κι ο νομικός ζητούσε στα σημειώματα του μ ό ­
νο κλασικούς. Τον πέμπτο χρόνο ακούστηκε πάλι
μουσική κι ο έγκλειστος νομικός παρακάλεσε για
κρασί. Εκείνοι που τον παρακολουθούσαν απ' το
παράθυρο έλεγαν ότι ολόκληρη εκείνη τη χρονιά μ ό ­
νο έτρωγε, έπινε και ξάπλωνε στο στρώμα, συχνά
χασμουριόταν και μιλούσε θυμωμένα με τον εαυτό
του. Βιβλία δε διάβαζε. Μερικές φορές καθόταν τις
νύχτες να γράψει. Έγραφε για πολλή ώρα και, κ ο ­
ντά στα ξημερώματα, έσκιζε σε μικρά κομμάτια όλα
όσα είχε γράψει. Άλλες φορές τον άκουγαν που
έκλαιγε.
Στο δεύτερο μισό του έκτου χρόνου ο φυλακι­
σμένος ασχολήθηκε επίμονα με τη μελέτη γλωσσών,
φιλοσοφίας και ιστορίας. Ρίχτηκε με τα μούτρα στη
μελέτη αυτών των επιστημών, τόσο, που ο τραπεζί­
της μόλις προλάβαινε να του στέλνει βιβλία. Μέσα
σε τέσσερα χρόνια ζήτησε και του 'στειλαν γύρω
στους εξακόσιους τόμους. Κατά την περίοδο αυτής
της μανίας ο τραπεζίτης, μεταξύ των άλλων, έλαβε
από τον κατάδικο του το εξής γράμμα:
«Αγαπητέ μου δεσμοφύλακα! Σας γράφω
αυτές τις γραμμές σε έξι γλώσσες. Δείξτε τις
στους ειδικούς κι ας τις διαβάσουν. Αν δε βρουν
κανένα λάθος, τότε, πολύ θα σας παρακαλούσα,
προστάξτε να πυροβολήσουν στον κήπο με το
ντουφέκι. Ο πυροβολισμός αυτός θα μου πει ότι
οι προσπάθειες μου δεν πήγαν χαμένες. Οι μ ε ­
γαλοφυίες όλων των εποχών και όλων των χ ω ­
ρών του κόσμου μιλούν σε διαφορετικές γλώσ­
σες, αλλά μέσα σ' όλους καίει μία και μόνη φλό­
γα. Ω, αν ξέρατε ποια ουράνια ευτυχία δοκιμά­
ζει τώρα η ψυχή μου που ξέρω πώς να τους κ α ­
ταλάβω!».
Η επιθυμία του κατάδικου εκπληρώθηκε και ο
τραπεζίτης πρόσταξε να πυροβολήσουν στον κήπο
δυο φορές.
Στη συνέχεια, μετά το δέκατο χρόνο, ο νομικός
καθόταν ακίνητος στο τραπέζι και διάβαζε μόνο το
Ευαγγέλιο. Στον τραπεζίτη φαινόταν περίεργο που
ένας άνθρωπος ο οποίος κατάφερε να διαβάσει σε
τέσσερα χρόνια εξακόσιους δύσκολους τόμους
χρειάστηκε ένα σχεδόν χρόνο για να διαβάσει ένα
ευκολονόητο και όχι χοντρό βιβλίο. Μετά το Ε υ α γ ­
γέλιο πήραν σειρά η ιστορία των θρησκειών και η
θεολογία.
Τα τελευταία δυο χρόνια της φυλάκισης ο κατά­
δικος διάβαζε υπερβολικά πολύ, χωρίς καμία διά­
κριση. Τη μια φορά μελετούσε φυσικές επιστήμες,
την άλλη ζητούσε Μπάυρον ή Σαίξπηρ. Σε μερικά
σημειώματα του παρακαλούσε να του στείλουν τ α υ ­
τόχρονα και χημεία και εγχειρίδιο ιατρικής και μ υ ­
θιστόρημα και κάποια φιλοσοφική ή θεολογική
πραγματεία. Μ' όλα αυτά τα διαβάσματα που έκα­
νε, έμοιαζε σαν να κολυμπούσε στη θάλασσα, ανά-
μεσα στα συντρίμμια κάποιου καραβιού, και, επι­
θυμώντας να σωθεί, πιανόταν άπληστα πότε απ' το
'να συντρίμμι και πότε απ' τ' άλλο!
II
Ο γερο-τραπεζίτης θυμόταν όλα αυτά και σκε­
πτόταν: «Αύριο στις 12 το μεσημέρι θα είναι ελεύ­
θερος. Κατά τη συμφωνία, υποχρεώνομαι να του
πληρώσω δυο εκατομμύρια. Αν το κάνω, για μένα
όλα τελειώνουν, θα χρεοκοπήσω ο ρ ι σ τ ι κ ά . . . » . Πριν
από δεκαπέντε χρόνια δεν ήξερε κι ο ίδιος πόσα
εκατομμύρια είχε, αλλά τώρα φοβόταν να θέσει
στον εαυτό του το ερώτημα: Τα λεφτά που είχε ή τα
χρέη του ήταν περισσότερα; Το ριψοκίνδυνο χρημα­
τιστηριακό παιχνίδι, οι τολμηρές κερδοσκοπίες και
το θερμόαιμο του χαρακτήρα του, απ' το οποίο δεν
μπορούσε ν' απαλλαγεί ακόμα και στα γεράματα,
οδήγησαν λίγο λίγο τις δουλειές του σε παρακμή και
ο απαθής, ο επαρμένος, ο περήφανος ζάπλουτος μ ε ­
ταμορφώθηκε σ' έναν κοινό και μέτριο τραπεζίτη
που τρέμει σε κάθε άνοδο και κάθοδο στις αξίες που
έπαιρναν τα χρεόγραφα.
— Καταραμένο στοίχημα! μουρμούριζε ο γέρος
πιάνοντας με απόγνωση το κεφάλι του. Γιατί δεν πέ­
θανε αυτός ο άνθρωπος; Είναι ακόμα σαράντα χ ρ ο ­
νών. Θα μου πάρει ό,τι έχω και δεν έχω, θα παντρευ­
τεί, θα απολαύσει τη ζωή, θα παίζει στο χρηματιστή­
ριο, κι εγώ, σαν ζητιάνος, θα βλέπω με ζήλια και θ'
ακούω κάθε μέρα να μου λέει τα ίδια λόγια: «Μένω
υπόχρεος απέναντι σας για την ευτυχία μου, επι­
τρέψτε μου να σας βοηθήσω!». Ε όχι, αυτό πάει π ο ­
λύ! Η μοναδική σωτηρία από τη χρεοκοπία και την
ντροπή είναι ο θάνατος αυτού του ανθρώπου!
Χτύπησε η ώρα τρεις. Ο τραπεζίτης έβαλε το α υ ­
τί του ν' αφουγκραστεί. Στο σπίτι όλοι κοιμούνταν
και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος έξω απ'
τα παράθυρα που έκαναν τα παγωμένα απ' το κρύο
δέντρα. Προσπαθώντας να μη βγάλει ούτε άχνα, π ή ­
ρε από το χρηματοκιβώτιο το κλειδί της πόρτας, η
οποία δεν άνοιξε ποτέ στη διάρκεια δεκαπέντε χ ρ ό ­
νων, φόρεσε το παλτό του και βγήκε απ' το σπίτι.
Έ ξ ω ήταν σκοτεινά κι έκανε κρύο. Έβρεχε. Στο
αλσύλλιο φυσούσε με βουητό δυνατός υγρός αέρας,
που έκανε τα δέντρα να γέρνουν ακατάπαυστα μια
από δω και μια από κει. Ο τραπεζίτης προσπαθού­
σε να εντείνει την όραση του, αλλά δεν έβλεπε ο ύ ­
τε γη ούτε άσπρα αγάλματα ούτε δέντρα ούτε την
πτέρυγα. Πλησιάζοντας προς το μέρος της, φώναξε
δυο φορές το φύλακα. Απάντηση καμία. Ήταν φα­
νερό ότι είχε πάει να καλυφθεί απ' την κακοκαιρία
και τώρα θα κοιμόταν κάπου στην κουζίνα ή στο
θερμοκήπιο.
«Αν έχω το κουράγιο να κάνω αυτό που σκο­
πεύω να κάνω» σκέφτηκε ο γέρος «η υποψία θα π έ ­
σει πρώτα απ' όλα στο φύλακα».
Ψηλαφώντας στο σκοτάδι τα σκαλοπάτια και
την πόρτα, μπήκε στον προθάλαμο της πτέρυγας.
Προχώρησε λίγο χωρίς να βλέπει και βρέθηκε σ' ένα
μικρό διάδρομο. Άναψε ένα σπίρτο. Δεν υπήρχε ψυ­
χή. Είδε μόνο το κρεβάτι χωρίς στρώμα, ενώ στη γ ω -
νιά μαύριζε μια μαντεμένια σόμπα. Οι σφραγίδες
στην πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο του φυλα­
κισμένου ήταν άθικτες...
Όταν έσβησε το σπίρτο, ο γέρος, τρέμοντας από
την ταραχή, κοίταξε στο παραθυράκι.
Μέσα στο δωμάτιο φώτιζε αμυδρά ένα κερί. Ο
ίδιος ο φυλακισμένος καθόταν κοντά στο τραπέζι.
Φαινόταν μόνο η ράχη του, τα μαλλιά του κεφαλιού
και τα πόδια. Πάνω στο τραπέζι, στα δυο καθίσμα­
τα και στο χαλί, κοντά στο τραπέζι, βρίσκονταν
ανοιχτά βιβλία.
Πέρασαν πέντε λεπτά κι ο φυλακισμένος δεν
κουνήθηκε ούτε μια φορά. Τα δεκαπέντε χρόνια στη
φυλακή τον δίδαξαν να κάθεται ακίνητος. Ο τραπε­
ζίτης χτύπησε με το δάχτυλο στο παράθυρο, αλλά ο
φυλακισμένος δεν απάντησε στο χτύπο ούτε με μια
κίνηση. Ο τραπεζίτης τότε έβγαλε προσεχτικά απ'
την πόρτα τη σφραγίδα κι έβαλε το κλειδί στην κλει-
δαρότρυπα. Α π ό τη σκουριασμένη κλειδαριά ακού­
στηκε ένας βραχνός ήχος και η πόρτα έτριξε. Ο τρα­
πεζίτης περίμενε ότι θ' ακουστεί αμέσως κραυγή έκ­
πληξης και βήματα, αλλά πέρασαν δυο τρία λεπτά
και μέσα ήταν ησυχία όπως πρώτα. Αποφάσισε να
μπει στο δωμάτιο.
Στο τραπέζι καθόταν ακίνητος ένας άνθρωπος
που δεν έμοιαζε με τους συνηθισμένους ανθρώπους.
Ήταν σκελετός τυλιγμένος εφαρμοστά με δέρμα, εί­
χε μακριά, όπως οι γυναίκες, σγουρά μαλλιά και
τραχύμαλλη γενειάδα. Το χρώμα στο πρόσωπο του
ήταν κίτρινο με χωματένια απόχρωση, τα μάγουλα
βαθουλωτά, η ράχη μακρουλή και στενή, και το χέ-
ρι με το οποίο κρατούσε το μαλλιαρό του κεφάλι
ήταν τόσο λεπτό κι αδύνατο, που, όταν το κοίταζες,
ένιωθες φρίκη. Τα μαλλιά του έλαμπαν σαν ασήμι
και, κοιτάζοντας το γεροντικό κι εξαντλημένο π ρ ό ­
σωπο, κανένας δε θα πίστευε ότι ήταν μόνο σαρά­
ντα χρονών. Κοιμόταν... Μπροστά στο γερμένο κε­
φάλι του, πάνω στο τραπέζι, ήταν ένα φύλλο χ α ρ ­
τιού, που είχε κάτι γραμμένο με ψιλά γράμματα.
«Απαίσιος άνθρωπος!» σκέφτηκε ο τραπεζίτης.
«Κοιμάται και στα όνειρα του ίσως βλέπει εκατομ­
μύρια! Αρκεί να πάρω αυτόν το μισοπεθαμένο, να
τον πετάξω στο κρεβάτι και να τον πνίξω απλά με
το μαξιλάρι. Ακόμα και η πιο ευσυνείδητη πραγμα­
τογνωμοσύνη δεν πρόκειται να βρει σημάδια βίαιου
θανάτου. Αλλά ας κοιτάξουμε πρώτα να δούμε τι
γράφει εδώ».
Ο τραπεζίτης πήρε απ' το τραπέζι το χαρτί και
διάβασε τα εξής:
«Αύριο στις 12 το μεσημέρι παίρνω την ελευ­
θερία μου και το δικαίωμα να επικοινωνώ με
τους ανθρώπους. Προτού όμως αφήσω αυτό το
δωμάτιο και προτού ιδώ τον ήλιο, θεωρώ ανα­
γκαίο να σας πω λίγα λόγια. Με καθαρή τη σ υ ­
νείδηση μπροστά στο Θεό, ο οποίος με βλέπει,
σας δηλώνω ότι περιφρονώ και την ελευθερία
και τη ζωή και την υγεία και όλα όσα ονομάζο­
νται στα βιβλία σας αγαθά του κόσμου.
»Επί δεκαπέντε χρόνια σπούδασα προσεχτι­
κά τη ζωή. Είναι αλήθεια ότι δεν είδα γη και αν­
θρώπους, αλλά, διαβάζοντας τα βιβλία σας, γ ε ύ -
τηκα το αρωματικό κρασί, τραγούδησα τραγού­
δια, κυνήγησα ελάφια κι αγριογούρουνα, α γ ά π η ­
σα γυναίκες... Αιθέριες καλλονές, πλασμένες με
τη μαγεία που τους εμφύσησε η μεγαλοφυία των
ποιητών σας, μ' επισκέπτονταν τα βράδια σαν
ένα πανάλαφρο σύννεφο και μου έλεγαν ψιθυρι­
στά υπέροχα παραμύθια, με τα οποία μεθούσε
το μυαλό μου. Μέσα από τα βιβλία σας σκαρ­
φάλωνα στις κορφές του Έλμπορους και του
Μονμπλάν, απ' όπου τα πρωινά έβλεπα τον ήλιο
να ανατέλλει και τα δειλινά να πλημμυρίζει τον
ουρανό, τον ωκεανό και τις κορφές των βουνών
με το πορφυρό του χρυσάφι. Α π ό κει ψηλά έβλε­
πα πώς έλαμπαν οι αστραπές, όταν πάνω απ' το
κεφάλι μου χαράκωναν εκτυφλωτικά τα σύννε­
φα. Έβλεπα πράσινα δάση, λιβάδια, ποτάμια,
λίμνες, πόλεις, άκουγα τις Σειρήνες να τραγου­
δούν και τους βοσκούς να παίζουν τις φλογέρες
τους, ψηλάφιζα τα φτερά υπέροχων διαβόλων
που έρχονταν πετώντας να μιλήσουμε για το
Θ ε ό . . . Ριχνόμουν μέσα στην απύθμενη άβυσσο
των βιβλίων σας, έκανα θαύματα, σκότωνα,
έκαιγα πόλεις, έκανα κηρύγματα νέων θρη­
σκειών, κατακτούσα ολόκληρα βασίλεια...
»Τα βιβλία σας μου 'δωσαν σοφία. Όλα α υ ­
τά που για αιώνες δημιουργούσε η ακούραστη
ανθρώπινη σκέψη στριμώχτηκαν στο κρανίο μου
σ' ένα μικρό σβόλο. Ξέρω ότι είμαι πιο γνωστι­
κός απ' όλους σας.
«Περιφρονώ τα βιβλία σας κι όλα τα καλά
του κόσμου, περιφρονώ τη σύνεση και τη σοφία.
Είναι όλα ασήμαντα, εφήμερα, πλασματικά κι
απατηλά, είναι αρρωστημένη φαντασία. Είστε
σοφοί και περήφανοι, αλλά ο θάνατος θα σας
εξαφανίσει από το πρόσωπο της γης, ακριβώς
όπως θα κάνει και με τα ποντίκια που είναι κ ά ­
τω από το πάτωμα. Όσο για τους απογόνους
σας, την ιστορία, την αθανασία των μεγαλοφυών
ανθρώπων σας, θα παγώσουν όλα ή θα καούν κι
αυτά μαζί με τη γήινη σφαίρα.
»Έχετε χάσει το λογικό σας και δε βαδίζετε
στο σωστό δρόμο. Το ψέμα το δέχεστε σαν α λ ή ­
θεια και την ασχήμια σαν ομορφιά. Θα σας έκα­
νε έκπληξη αν, σαν αποτέλεσμα κάποιων συνθη­
κών, στις μηλιές και στις πορτοκαλιές μεγάλω­
ναν ξαφνικά, αντί καρπών, βάτραχοι και σαύρες
ή αν τα τριαντάφυλλα άρχιζαν να αναδίνουν μ υ ­
ρουδιά ιδρωμένων αλόγων. Εκπλήσσομαι, λοι­
πόν, με σας, που ανταλλάξατε τον ουρανό με τη
γ η . Δε θέλω να σας καταλάβω.
»Για να σας αποδείξω στην πράξη την περι­
φρόνηση μου σε κάτι με το οποίο εσείς ζείτε, α ρ ­
νούμαι να πάρω τα δύο εκατομμύρια, τα οποία
κάποτε ονειρευόμουν σαν να ήταν ο παράδεισος
και τα οποία τώρα καταφρονώ. Για να αφαιρέ­
σω από τον εαυτό μου το δικαίωμα αυτό, θα βγω
από δω πέντε ώρες πριν από το συμφωνημένο
χρόνο και, με τον τρόπο αυτό, θα καταπατήσω
τη συμφωνία».
Αφού τα διάβασε αυτά, ο τραπεζίτης άφησε το
χαρτί στο τραπέζι, φίλησε τον παράξενο άνθρωπο
στο κεφάλι, άρχισε να κλαίει και βγήκε από την πτέ­
ρυγα. Ποτέ άλλη φορά, ακόμα κι ύστερα από μεγά­
λες χασούρες στο χρηματιστήριο, δεν αισθανόταν
τέτοια καταφρόνηση για τον εαυτό του όπως τώρα.
Όταν έφτασε στο σπίτι ξάπλωσε στο κρεβάτι, αλλά
η συγκίνηση και τα κλάματα δεν τον άφηναν να κοι­
μηθεί για πολλή ώ ρ α . . .
Την άλλη μέρα το πρωί έτρεξαν χλωμοί οι φύλα­
κες και του ανακοίνωσαν ότι ο άνθρωπος που έμε­
νε στην πτέρυγα βγήκε απ' το παράθυρο στον κ ή ­
πο, πήγε στην εξώπορτα κι ύστερα κάπου εξαφανί­
στηκε. Ο τραπεζίτης μαζί με τους υπηρέτες πήγε
αμέσως στην πτέρυγα και διαπίστωσε την απόδρα­
ση του φυλακισμένου του. Για να μην προκληθούν
περιττές διαδόσεις, πήρε απ' το τραπέζι το χαρτί με
την απάρνηση και, επιστρέφοντας στο σπίτι του, το
κλείδωσε μέσα στο χρηματοκιβώτιο.


ANTON ΤΣΕΧΟΦ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ Μια επιλογή
Μετάφραση
ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΓΙΏΡΓΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ - Άντον Τσέχωφ

ΜΙΣΑΝΟΙΞΕ Η ΠΟΡΤΑ του γραφείου του γιατρού Κοσέλκωφ κι ο Σάσα Σμυρνώφ, μοναχογιός της μαμάς του, παρουσιάστηκε, σφίγγοντας κάτω απ' τη μασχάλη του ένα πακέτο τυλιγμένο μ' εφημερίδα.
- Λοιπόν, αγαπητό μου παιδί, αναφώνησε με θέρμη ο γιατρός. Πώς αισθάνεσθε σήμερα; Τι καλά νέα μας φέρνετε;
Ο Σάσα άρχισε ν' ανοιγοκλείνει τα μάτια, ακούμπησε το χέρι του στην καρδιά και τραύλισε νευρικά:
- Η μαμά μου σας στέλνει χαιρετισμούς και παρακαλεί να σας ευχαριστήσω… Είμαι μοναχογιός της μαμάς μου και μου σώσατε τη ζωή… και οι δυο μας δεν ξέρουμε πώς να σας ευχαριστήσουμε.
- Ελάτε, ελάτε τώρα, νεαρέ μου φίλε. Ας μη μιλάμε γι' αυτό, τον έκοψε ο γιατρός, κυριολεκτικά λιώνοντας από ευχαρίστηση. Έκαμα μόνο ό,τι καθένας στη θέση μου θα 'χε κάνει.
- Είμαι ο μοναχογιός της μαμάς μου… Είμαστε φτωχοί και το αντιλαμβάνεσθε, δεν είμαστε σε θέση να σας πληρώσουμε για τους κόπους σας… και μας στενοχωρεί τόσο πολύ, γιατρέ, μολοντούτο κι οι δυο μας, η μαμά μου κι εγώ, που μ' έχει μοναχογιό, σας παρακαλούμε να δεχθείτε ένα δείγμα της ευγνωμοσύνης μας, ετούτο το πραγματάκι που… είναι αντικείμενο σπάνιας αξίας, ένα υπέροχο αριστούργημα, μια μπρούτζινη αντίκα.
Ο γιατρός έκανε μια γκριμάτσα.
- Γιατί, αγαπητέ μου φίλε, είπε. Είναι ολότελα περιττό. Δε μου χρειάζεται διόλου.
- Ω, όχι, όχι, τραύλισε ο Σάσα. Σας παρακαλώ να το δεχθείτε.
Κι άρχισε να ξετυλίγει το δέμα, συνεχίζοντας, ταυτόχρονα, τα παρακαλετά.
- Αν δεν το δεχθείτε, θα μας προσβάλετε και τη μαμά μου κι εμένα. Πρόκειται για σπανιότατο έργο τέχνης… Μια μπρούτζινη αντίκα. Μας το άφησε ο μπαμπάς μου σαν πέθανε, το τιμούσαμε σαν το πιο αγαπητό του ενθύμιο… Ο μπαμπάς μου αγόραζε μπρούτζινες αντίκες και τις πουλούσε στους εραστές των παλιών συλλογών… Και τώρα η μαμά μου κι εγώ συνεχίζουμε την ίδια εργασία.
Ο Σάσα έλυσε το πακέτο και το ακούμπησε ενθουσιασμένος στο τραπέζι.
Ήτανε ένα χαμηλό καντηλέρι από παλιό μπρούτζο, έργο πραγματικής τέχνης που παρίστανε ένα σύμπλεγμα. Στο βάθρο πατούσανε δυο γυναικεία αγαλματάκια ντυμένα με το κοστούμι της μητέρας μας Εύας και σε στάσεις που δεν έχω ούτε την αυθάδεια ούτε την ιδιοσυγκρασία να περιγράψω. Τα πρόσωπα χαμογελούσανε με κοκεταρία και γενικά σου γεννούσανε την εντύπωση πως αν δεν ήτανε υποχρεωμένες να υποστηρίζουν το καντηλέρι θα ξαπλώνανε κάτω από το βάθρο τους και θα δίνανε μια παράσταση την οποία, …καλέ μου αναγνώστη, ντρέπομαι ακόμα και που την σκέπτομαι.
Όταν ο γιατρός επιθεώρησε το δώρο, έξυσε αργά το κεφάλι του και ξεφύσηξε τη μύτη του.
- Ναι, πράγματι, περίφημη εργασία, μουρμούρισε… Αλλά - πώς να σας το πω - όχι εντελώς… εννοώ… μάλλον τολμηρό κάπως… ούτε τόσο δα φιλολογικό, έτσι δεν είναι… Ξέρετε… ο διάβολος ξέρει…
-Γιατί;
- Ο ίδιος ο Βελζεβούλ δε θα μπορούσε να συλλάβει τίποτε φοβερότερο. Αν έβαζα μια τέτοια φαντασμαγορία πάνω στο γραφείο μου θα μόλυνα όλο το σπίτι μου.
- Μα γιατί, γιατρέ; Τι περίεργες αντιλήψεις που έχετε περί τέχνης, φώναξε ο Σάσα με τόνο προσβεβλημένο. Αυτό είναι πραγματικό αριστούργημα. Κοιτάχτε το μόνο. Τέτοια αρμονική ομορφιά! Μόνο να το βλέπεις σου ξεχειλίζει η έκσταση την ψυχή και σε πνίγουνε στο λαιμό σου λυγμοί. Ξεχνάτε καθετί επίγειο αντικρίζοντας τέτοια ωραιότητα… Μονάχα δέστε το. Τι ζωή, τι κίνηση, τι έκφραση.
- Τα καταλαβαίνω περίφημα αυτά, αγαπητό μου παιδί, τον έκοψε ο γιατρός. Αλλά… είμαι άνθρωπος παντρεμένος. Μικρά παιδιά μπαινοβγαίνουνε στο δωμάτιο, και συνεχώς δέχομαι εδώ κυρίες.
- Φυσικά, είπε ο Σάσα. Αν το αντικρίζετε με τα μάτια του όχλου, βλέπετε αυτό το ευγενικό αριστούργημα με όλως διόλου αλλιώτικο πρίσμα. Αλλά, βεβαίως, εσείς γιατρέ, στέκεστε πάνω απ' όλα τούτα. Και μάλιστα όταν η άρνησή σας να δεχθείτε ένα τέτοιο δώρο πρόκειται να προσβάλει βαθιά και τους δυο μας, και τη μαμά μου κι εμένα που μ' έχει μοναχογιό… Μου σώσατε τη ζωή και σ' ανταπόδοση σας προσφέρουμε το πιο ακριβό μας απόκτημα… Λυπάμαι μόνο που δεν μπορούμε να σας προσφέρουμε άλλο ένα να τα έχετε ζευγάρι τα καντηλέρια σας.
- Σας ευχαριστώ, φίλε μου! πολύ σας ευχαριστώ! Τα σέβη μου στη μητέρα σας και… Αλλά για όνομα του Θεού. Δεν το βλέπετε μοναχός σας; Μικρά παιδάκια να μπαινοβγαίνουνε στο δωμάτιο και οι κυρίες εδώ συνεχώς… Πάντως αφήστε το εκεί. Δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μαζί σας κανείς.
- Ούτε μια λέξη, ξεφώνισε ο Σάσα χαρούμενος. Βάλτε το καντηλέρι εδώ, πλάι στο βάζο. Μα το Θεό είναι κρίμα που δεν έχω το ταίρι του να σας το δώσω. Αλλά δε γίνεται αλλιώς. Λοιπόν αντίο, γιατρέ.
Αφού έφυγε ο Σάσα, ο γιατρός κοιτούσε πολλή ώρα το καντηλέρι κι έξυνε το κεφάλι του.
«Είναι όμορφο, αλήθεια», σκεφτότανε, «θα 'τανε κρίμα να το πετάξω… Κι όμως
δεν τολμώ και να το κρατήσω… Χμ… Τώρα ποιος θα βρεθεί να μπορέσω να του το χαρίσω».
Μετά από πολλή προσπάθεια συλλογίστηκε τον καλό του φίλο, το δικηγόρο Ούχωβ, που του ήτανε υποχρεωμένος και για νομικές υποθέσεις.
- Περίφημα, έτριψε τα χέρια του ο γιατρός. Μια κι είμαι στενός του φίλος, δεν είναι κι εύκολο να του δώσω λεφτά, κι έτσι του δίνω ετούτο το ακατανόμαστο αντικείμενο… Είναι κι ο κατάλληλος άνθρωπος… ανύπαντρος και κάπως εύθυμο πιτσουνάκι.
Αμ' έπος, αμ' έργον. Ο γιατρός ντύθηκε, άρπαξε το καντηλέρι και τράβηξε γραμμή στο σπίτι του Ούχωβ.
- Καλημέρα, καλέ μου φίλε, είπε. Ήρθα να σ' ευχαριστήσω για τους κόπους σου. Το ξέρω πως δεν θα δεχθείς πληρωμή και γι' αυτό κι εγώ θα σου κάνω αυτό το δώρο. Ένα εξαίρετο αριστούργημα… Έλα πες μου και μόνος σου, δεν είναι όνειρο;
Μόλις ο δικηγόρος το είδε μαγεύτηκε με την ομορφιά του.
- Τι υπέροχο καλλιτέχνημα, γέλασε με τρομερό θόρυβο. Για το Θεό, τι βάζουνε στα κεφάλια τους οι καλλιτέχνες. Τι χάρη μαγευτική. Μα πού το πέτυχες ετούτο το έξοχο κομματάκι;
Αλλά παρευθύς η ευθυμία του σβήστηκε και φάνηκε τρομαγμένος. Κοιτώντας κλεφτά κατά την πόρτα τού είπε:
- Δεν μπορώ όμως να το δεχτώ, φίλε μου. Παρ' το τώρα αμέσως πίσω.
- Γιατί; ρώτησε ανήσυχος ο γιατρός.
- Γιατί… γιατί… η μητέρα μου συχνά μ' επισκέπτεται, οι πελάτες μου έρχοντ' εδώ… Κι εκτός τούτου, θα με ντρόπιαζε ακόμα και στα μάτια των υπηρετών μου…
- Μη λες άλλη λέξη, φώναξε ο γιατρός κάνοντας βίαιες χειρονομίες. Απλούστατα πρέπει να το δεχτείς, θα 'τανε από μέρους σου μεγάλη αχαριστία να τ' αρνηθείς. Τέτοιο αριστούργημα! Τι κίνηση, τι έκφραση… Πολύ θα με θίξεις αν δεν το πάρεις.
- Αν γινότανε κάπως να πασαλειφτεί με κατιτί, ή να το σκεπάζαμε μ' ένα φύλλο συκής…
Αλλά ο γιατρός αρνιόταν να το ακούσει. Χειρονομώντας πιο βίαια, έφυγε απ' το σπίτι του Ούχωβ, σίγουρος πως είχε ξεφορτωθεί το δώρο.
Σαν έφυγε ο γιατρός, ο δικηγόρος εξέτασε το καντηλέρι προσεχτικά και τότε, ακριβώς όπως και ο γιατρός, βάλθηκε να σπάζει το μυαλό του τι στην οργή θα το έκανε…
- Ω, ωραιότατο πράμα, σκεφτότανε. Είναι κρίμα να το πετάξω, αλλά και να το κρατήσω, ντροπή, καλύτερα να το κάνω δώρο σε κανέναν… Το βρήκα!… Απόψε κιόλας θα το χαρίσω στον ηθοποιό Σόσκιν. Ο παλιάνθρωπος, τ' αρέσουνε κάτι τέτοια
και εκτός τούτου, απόψε έχει και την τιμητική του.
Αμ' έπος, αμ' έργον. Εκείνο τ' απόγευμα κιόλας το καλοπακεταρισμένο καντηλέρι μεταφέρθηκε στου ηθοποιού Σόσκιν.
Όλο το βράδυ στο καμαρίνι του Σόσκιν γινόταν πολιορκία από κυρίους που σπεύδανε να επιθεωρήσουν το δώρο. Και συνεχώς το δωμάτιο αντηχούσε από εύθυμα γέλια που τα περισσότερα μοιάζανε με χλιμιντρίσματα αλόγων.
Αν καμιά θεατρίνα πλησίαζε στην πόρτα και ρωτούσε: «Μπορώ να μπω;» η βραχνή φωνή του Σόσκιν αποκρινόταν αμέσως:
- Ω, όχι, όχι, αγαπητή μου. Δεν επιτρέπεται. Δεν είμαι ντυμένος!
Μετά την παράσταση ο ηθοποιός ανασήκωσε τους ώμους του, κούνησε τα χέρια του και είπε:
- Τώρα, τι στην οργή θα το κάνω ετούτο; Κάθομαι μόνος στο σπίτι. Συχνά μου έρχονται θεατρίνες επίσκεψη, και μήπως είναι καμιά φωτογραφία, να τη χώσεις μεσ' στο συρτάρι;
- Γιατί δεν το πουλάτε; του πρότεινε ο περουκέρης. Ξέρω κάποια γριά που αγοράζει αντίκες… Τη λένε Σμύρνοβα… Καλύτερα να πεταχτείτε ως εκεί. Θα σας δείξουν το μέρος, την ξέρουνε όλοι…
Ο ηθοποιός ακολούθησε τη συμβουλή του.. .
Δυο μέρες αργότερα ο Κοσέλκωφ καθόταν στο γραφείο του και έφτιαχνε χάπια. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και όρμησε στο γραφείο ο Σάσα. Ακτινοβολούσε απ' τα χαμόγελα και το στήθος του φούσκωνε από χαρά… Στα χέρια του κρατούσε ένα πράμα τυλιγμένο σ' εφημερίδα.
- Γιατρέ, φώναξε με κομμένη ανάσα. Σκεφτείτε τη χαρά μου! Τέτοια τύχη δεν τη φαντάζεστε. Μόλις κατάφερα να σας βρω και το ταίρι στο καντηλέρι σας! Η μαμά μου είναι τόσο ευτυχής και είμαι μοναχογιός της… Μου σώσατε τη ζωή.
Και ο Σάσα αναρριγώντας από ευγνωμοσύνη και έκσταση απόθεσε το καντη­λέρι μπροστά στο γιατρό.
Εκείνος άνοιξε το στόμα του, σαν για να πει κάτι, αλλά δεν πρόφερε λέξη… Είχε χάσει τη δύναμη του λόγου.

μτφρ. Αλέξανδρος Κοτζιάς