Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Charles Baudelaire. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Charles Baudelaire. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024

Θλίψεις της Σελήνης – Tristesses de la lune – Charles Baudelaire

Απόψε η σελήνη ονειρεύεται με νωχέλεια πολλή.
Όπως πάνω σε πολυάριθμα μαξιλάρια
Μια καλλονή που με χέρι αφηρημένο κι ελαφρύ χαϊδεύει
Το περίγραμμα των μαστών της πριν κοιμηθεί.

Πάνω στη στιλπνή ράχη από ράθυμες χιονοστοιβάδες,
Ψυχορραγώντας, αφήνεται στις μακριές λιποψυχίες,
Περιφέρει τα μάτια της πάνω σ’ οπτασίες λευκές 
Που ανεβαίνουν στο γαλανό αιθέρα σαν ανθοφορίες.

Όταν καμιά φορά σ’ αυτή τη σφαίρα, στην άπραγη της ατονία,
Αφήνει να ρέει ένα κρυφό δάκρυ,
Κάποιος ευλαβικός ποιητής, του ύπνου εχθρός,

Παίρνει μες στην παλάμη του το χλομό δάκρυ,
Με τις ιριδίζουσες ανταύγειες σαν ένα τεμάχιο οπάλιο,
Και το φυλά μες στην καρδιά του μακριά απ’ του ήλιου τη ματιά.

***

Ce soir, la lune rêve avec plus de paresse ;
Ainsi qu'une beauté, sur de nombreux coussins,
Qui d'une main distraite et légère caresse
Avant de s'endormir le contour de ses seins,

Sur le dos satiné des molles avalanches,
Mourante, elle se livre aux longues pâmoisons,
Et promène ses yeux sur les visions blanches
Qui montent dans l'azur comme des floraisons.

Quand parfois sur ce globe, en sa langueur oisive,
Elle laisse filer une larme furtive,
Un poète pieux, ennemi du sommeil,

Dans le creux de sa main prend cette larme pâle,
Aux reflets irisés comme un fragment d'opale,
Et la met dans son coeur loin des yeux du soleil.

Charles Baudelaire
Τα Άνθη του Κακού – Les Fleurs du Mal 
Μετάφραση Δέσπω Καρούσου 
Εκδόσεις Γκοβόστη (Έκδοση Δίγλωσση)

Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

Κιόλας - Charles Baudelaire

Εκατό φορές ο ήλιος είχε κιόλας αναβλύσει, ακτινοβόλος ή θλιμμένος, απ’ τον πελώριο κάδο της θάλασσας που οι άκρες του μόλις διακρίνονταν. Εκατό φορές είχε ξαναβουτήξει σπινθηροβόλος ή σκυθρωπός, μέσα στο πελώριο βραδινό λουτρό του. Εδώ και πολλές μέρες, μπορούσαμε ν’ ατενίζουμε την άλλη μεριά του στερεώματος και ν’ αποκρυπτογραφούμε το ουράνιο αλφάβητο στους αντίποδες. Και κάθε ταξιδιώτης βογκούσε και γόγγυζε. Θα λέγαμε ότι καθώς πλησιάζαμε στη στεριά ερεθιζόταν η οδύνη τους. «Πότε λοιπόν», έλεγαν, «θα πάψουμε να κοιμόμαστε έναν ύπνο που τον ταράζει το κύμα, και τον αναστατώνει ένας άνεμος που ροχαλίζει πιο δυνατά από μας; Πότε θα μπορέσουμε να φάμε κρέας που να μην είναι αλμυρό όπως το αισχρό στοιχείο που μας κουβαλάει πάνω του; Πότε θα μπορέσουμε να χωνέψουμε σε μια ακίνητη πολυθρόνα;
Υπήρχαν άλλοι που σκέφτονταν τις εστίες τους, που νοσταλγούσαν τις άπιστες και άχαρες γυναίκες τους, και τα φωνακλάδικα βλαστάρια τους. Όλοι ήταν τόσο ξετρελαμένοι από την εικόνα της απούσας γης, που θα έτρωγαν, νομίζω, χορτάρι με περισσότερο ενθουσιασμό απ’ τα ζώα.
Επιτέλους μια παραλία σχηματίστηκε. Και είδαμε, πλησιάζοντας, ότι ήταν μια γη υπέροχη, εκθαμβωτική. Είχαμε την εντύπωση ότι οι μουσικές της ζωής ξεχύνονταν από κει σε ένα αόριστο μουρμουρητό, κι ότι απ’ αυτές τις ακτές, τις τόσο πλούσιες σε κάθε είδους βλάστηση, αναδιδόταν, σε πολλές λεύγες, απόσταση, μια εξαίσια μυρωδιά λουλουδιών και φρούτων.
Αμέσως όλοι έγιναν χαρούμενοι, όλοι εγκατέλειψαν την κακή τους διάθεση. Όλες οι φιλονικίες ξεχάστηκαν, όλες οι αδικίες συγχωρέθηκαν αμοιβαία. Οι μονομαχίες που είχανε συμφωνηθεί διαγράφτηκαν απ’ τη μνήμη κι όλες οι μνησικακίες πετάξανε σαν καπνοί.
Εγώ μόνο ήμουνα θλιμμένος, ακατανόητα θλιμμένος. Όμοιος με ιερέα που του απέσπασαν τη θεότητα του, δεν μπορούσα, χωρίς μια σπαρακτική πίκρα, ν’ αποχωριστώ αυτήν τη θάλασσα που είναι τόσο τρομακτικά γοητευτική, αυτήν τη θάλασσα με την τόσο άπειρη ποικιλία της μέσα στην τρομερή απλότητά της, και που μοιάζει να περιέχει μέσα της και να παριστάνει με τα μάτια της, με τις περπατησιές της, τους θυμούς της και τα χαμόγελά της, τις διαθέσεις, τις αγωνίες  και τις εκστάσεις των ψυχών που έζησαν, που ζουν και που θα ζήσουν!
Και λέγοντας αντίο σ’ αυτή την ασύγκριτη ομορφιά ένοιωθα απογοητευμένος μέχρι θανάτου. Και γι’ αυτό, όταν όλοι οι σύντροφοί μου είπαν: Επιτέλους!» δεν μπόρεσα παρά να φωνάξω: «Κιόλας!»
Ωστόσο, ήταν η στεριά, η στεριά με τους θορύβους της, τα πάθη της, τις ανέσεις της, τις γιορτές της. Ήτανε μια γη πλούσια και θαυμάσια, γεμάτη υποσχέσεις, που μας έστελνε ένα μυστηριώδες άρωμα ρόδου και μόσχου, κι απ’ όπου οι μουσικές της ζωής έφταναν ως εμάς σαν ένα ερωτικό μουρμουρητό.


Charles Baudelaire
Η Μελαγχολία του Παρισιού
Μικρά Πεζά Ποιήματα
(Le Spleen de Paris)
Μετάφραση Στέργιος Βαρβαρούσης
Εκδόσεις Ερατώ 1985

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

ΤΟ ΣΚΟΠΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ / LE TIR ET LE CIMETIÈRE – CHARLES BAUDELAIRE



— À la vue du cimetière, Estaminet. — « Singulière enseigne, — se dit notre promeneur, — mais bien faite pour donner soif ! À coup sûr, le maître de ce cabaret sait apprécier Horace et les poëtes élèves d’Épicure. Peut-être même connaît-il le raffinement profond des anciens Égyptiens, pour qui il n’y avait pas de bon festin sans squelette, ou sans un emblème quelconque de la brièveté de la vie ».
Et il entra, but un verre de bière en face des tombes, et fuma lentement un cigare. Puis, la fantaisie le prit de descendre dans ce cimetière, dont l’herbe était si haute et si invitante, et où régnait un si riche soleil.
En effet, la lumière et la chaleur y faisaient rage, et l’on eût dit que le soleil ivre se vautrait tout de son long sur un tapis de fleurs magnifiques engraissées par la destruction. Un immense bruissement de vie remplissait l’air, — la vie des infiniment petits, — coupé à intervalles réguliers par la crépitation des coups de feu d’un tir voisin, qui éclataient comme l’explosion des bouchons de champagne dans le bourdonnement d’une symphonie en sourdine.
Alors, sous le soleil qui lui chauffait le cerveau et dans l’atmosphère des ardents parfums de la Mort, il entendit une voix chuchoter sous la tombe où il s’était assis. Et cette voix disait : « Maudites soient vos cibles et vos carabines, turbulents vivants, qui vous souciez si peu des défunts et de leur divin repos ! Maudites soient vos ambitions, maudits soient vos calculs, mortels impatients, qui venez étudier l’art de tuer auprès du sanctuaire de la Mort ! Si vous saviez comme le prix est facile à gagner, comme le but est facile à toucher, et combien tout est néant, excepté la Mort, vous ne vous fatigueriez pas tant, laborieux vivants, et vous troubleriez moins souvent le sommeil de ceux qui depuis longtemps ont mis dans le But, dans le seul vrai but de la détestable vie ! »

* . *

- Η θέα του νεκροταφείου, Καφενείο. - Μοναδική επιγραφή, είπε ο περιπατητής(1) μας. - αλλά καλά φτιαγμένη για να φέρνει δίψα! Σίγουρα, ο ιδιοκτήτης αυτού του κέντρου ξέρει να τιμά τον Οράτιο και τους ποιητές μαθητές του Επίκουρου. Ίσως μάλιστα να κατέχει τη βαθιά εκλέπτυνση των αρχαίων Αιγυπτίων, που δεν υπήρχε γι’ αυτούς καλό γλέντι χωρίς σκελετό ή χωρίς ένα οποιοδήποτε έμβλημα της συντομίας της ζωής.
Και μπήκε, ήπιε ένα ποτήρι μπύρα απέναντι από τους τάφους και κάπνισε αργά ένα πούρο. Μετά του ήρθε η ιδιοτροπία να κατεβεί μέσα σ’ αυτό το νεκροταφείο, που το χορτάρι του ήταν τόσο ψηλό και ελκυστικό, και όπου βασίλευε ένας τόσο πλούσιος ήλιος.
Πραγματικά, το φως και η ζέστη οργίαζαν, και θα ‘λεγε κανείς ότι ο μεθυσμένος ήλιος κυλιόταν σ’ όλο του το μάκρος πάνω σ’ ένα χαλί από εξαίσια λουλούδια θρεμμένα από το θάνατο. Ένα απέραντο θρόισμα ζωής γέμιζε τον αέρα – η ζωή των αιώνια μικρών –, κομμένο σε κανονικά διαστήματα από το βρόντο των πυροβολισμών ενός γειτονικού σκοπευτήριου, που ξέσπαγαν όπως η έκρηξη των φελλών της σαμπάνιας μέσα στο βουητό μιας συμφωνίας σε σουρντίνα.
Τότε, κάτω από τον ήλιο που του ζέσταινε το κεφάλι και μέσα στην ατμόσφαιρα των φλογερών αρωμάτων του Θανάτου, άκουσε μια φωνή να ψιθυρίζει κάτω από τον τάφο που καθόταν. Και αυτή η φωνή έλεγε: «Καταραμένοι να ‘ναι οι στόχοι σας και οι καραμπίνες σας, θορυβώδεις ζωντανοί, που σκοτίζεστε τόσο λίγο για τους πεθαμένους και για τη θεϊκή τους ησυχία! Καταραμένες να ‘ναι οι φιλοδοξίες σας, καταραμένοι να ‘ναι οι λογαριασμοί σας, ανυπόμονοι θνητοί, που έρχεστε να μάθετε την τέχνη του φόνου κοντά στο ιερό του Θανάτου! Αν ξέρατε πόσο εύκολο είναι να κερδίσετε το βραβείο, πόσο εύκολο είναι να φτάσετε το σκοπό, και πόσο όλα είναι κενό, εκτός από το Θάνατο, δεν θα κουραζόσαστε τόσο, εργατικοί ζωντανοί, και θα ταράζατε λιγότερο συχνά τον ύπνο αυτών που από πολύ καιρό έφτασαν το Σκοπό, τον μόνο αληθινό σκοπό της μισητής ζωής!»

_____________
(1) Στο γαλλικό promeneur: αυτός που κάνει περίπατο με φιλοσοφική διάθεση.




CHARLES BAUDELAIRE
20 ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
από τη συλλογή
PETITS POEMES EN PROSE
(LE SPLEEN DE PARIS)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΥΑ ΜΥΛΩΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ 1978

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

LE POISON / ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ / ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΙ - CHARLES BAUDELAIRE



Le vin sait revêtir le plus sordide bouge
D'un luxe miraculeux,
Et fait surgir plus d'un portique fabuleux
Dans l'or de sa vapeur rouge,
Comme un soleil couchant dans un ciel nébuleux.

L'opium agrandit ce qui n'a pas de bornes,
Allonge l'illimité,
Approfondit le temps, creuse la volupté,
Et de plaisirs noirs et mornes
Remplit l'âme au delà de sa capacité.

Tout cela ne vaut pas le poison qui découle
De tes yeux, de tes yeux verts,
Lacs où mon âme tremble et se voit à l'envers...
Mes songes viennent en foule
Pour se désaltérer à ces gouffres amers.

Tout cela ne vaut pas le terrible prodige
De ta salive qui mord,
Qui plonge dans l'oubli mon âme sans remords,
Et charriant le vertige,
La roule défaillante aux rives de la mort!

Το δηλητήριο

Το κρασί ξέρει να ντύνει την πιο άθλια τρώγλη
Με πολυτέλεια θαυμαστή,
Και πλήθος περιστύλια φανταστικά εγείρει
Μέσα στου πορφυρού αχνού του το χρυσάφι,
Ως δύων ήλιος σε ομιχλώδη ουρανό.

Το όπιο το απεριόριστο διευρύνει,
Την απεραντοσύνη εκτείνει,
Κάνει το χρόνο πιο βαθύ, σκάβει την ηδονή,
Και με στυγνές και μαύρες τέρψεις
Γεμίζει την ψυχή ως να ξεχειλίσει.

Ετούτα όλα δεν αξίζουν όσο το δηλητήριο που ρέει
Από τα μάτια σου, τα πράσινά σου μάτια,
Λίμνες όπου η ψυχή μου τρέμει και καθρεφτίζεται αντίστροφα…
Τα όνειρά μου έρχονται κοπάδι
Τη δίψα τους να σβήσουν σε τούτες τις πικρές αβύσσους.

Ετούτα όλα δεν αξίζουν όσο το φρικαλέο θαύμα
Του διαβρωτικού σου σάλιου
Που την αμετανόητη ψυχή μου βυθίζει μες στην λήθη,
Και αντάμα με τον ίλιγγο,
Λιπόθυμη στις όχθες του θανάτου την κυλά!

Μετάφραση Αργύρης Χιόνης

***

Το φαρμάκι

Το κρασί ξέρει να ντύνει την τρώγλη την πιο ρυπαρή
Με χλιδή θαυμαστή,
Και κάνει ν' αναφύεται πιο πολύ από μια στοά μυθική
Μες στο χρυσάφι και τη ρόδινή της αχλύ,
Σαν τον ήλιο που γέρνει μες στο συννεφιασμένο ουρανό.

Το όπιο μεγαλώνει αυτό που δεν έχει όρια,
Το ατέλειωτο απλώνει,
Το χρόνο βαθαίνει, σκάβει την ηδονή,
Και με μαύρες σκυθρωπές χαρές
Γεμίζει πέρα απ' την ικανότητά της την ψυχή.

Όλα αυτά δεν αξίζουν το φαρμάκι που ξεχύνεται
Απ' τα μάτια σου, απ' τα πράσινα μάτια σου,
Λίμνες όπου η ψυχή μου φοβάται κι αντίστροφα κοιτάζεται
Φτάνουν πλήθος τα όνειρά μου
Για να ξεδιψάσουν σ' αυτά τα βάραθρα τα πικρά.

Όλα αυτά δεν αξίζουν το φοβερό θαύμα
Του σάλιου σου που δαγκώνει,
Που βυθίζει μες στη λήθη την ψυχή μου δίχως τύψη
Και μεταφέροντας τον ίλιγγο,
Την κυλάει ανήμπορη στις όχθες του θανάτου!


Charles Baudelaire
Τα άνθη του κακού
Μετάφραση ΔΕΣΠΩ ΚΑΡΟΥΣΟΥ
Έκδοση Δίγλωσση
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ


Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Τα Λύτρα [La rançon] – Charles Baudelaire


Ο άνθρωπος έχει, για να ξεπληρώσει τα λύτρα του,
Δυο αγρούς με πέτρα πορώδη, βαθιά και πλούσια,
Που πρέπει ν' ανακινεί και να εκχερσώνει
Με το σιδερένιο εργαλείο της κρίσης.

Το πιο μικρό ρόδο για ν' αποκτήσει,
Ελάχιστα στάχυα για να σουφρώσει,
Με τα δάκρυα του γκρίζου μετώπου του
Αδιάκοπα πρέπει να ποτίζει.

Ο ένας είναι η Τέχνη κι ο άλλος η Αγάπη.
-Για ν' αποδώσει ο επιεικής κριτής,
Όταν της απόλυτης δικαιοσύνης
Θ' ανατείλει η φοβερή μέρα,

Θα πρέπει να τους δείξει σιταποθήκες
Γεμάτες θερισμούς και λουλούδια
Που με τα σχήματα και τα χρώματα
Κερδίζουν των Αγγέλων την αποδοχή.

* * *

L'homme a, pour payer sa rançon,
Deux champs au tuf profond et riche,
Qu'il faut qu'il remue et défriche
Avec le fer de la raison ;

Pour obtenir la moindre rose,
Pour extorquer quelques épis,
Des pleurs salés de son front gris
Sans cesse il faut qu'il les arrose.

L'un est l'Art, et l'autre l'Amour.
- Pour rendre le juge propice,
Lorsque de la stricte justice
Paraîtra le terrible jour,

Il faudra lui montrer des granges
Pleines de moissons, et des fleurs
Dont les formes et les couleurs
Gagnent le suffrage des Anges.

Charles Baudelaire
Τα Άνθη του Κακού – Les Fleurs du Mal
Μετάφραση Δέσπω Καρούσου
Έκδοση Δίγλωσση
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ


Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Η ΑΠΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ – Charles Baudelaire


Τι κάνει ο θεός, λοιπόν, μ' αυτό το κύμα των αναθεματισμών
Που ανεβαίνει κάθε μέρα στα προσφιλή του αγγελούδια;
Σαν τύραννος χορτασμένος από κρέας και κρασιά,
Αποκοιμιέται στο γλυκόν ήχο των φρικτών βλασφημιών μας.

Τ' αναφιλητά των μαρτύρων και των βασανισμένων
Είναι συμφωνία μεθυστική χωρίς αμφιβολία,
Αφού παρά το αίμα που η ηδονή τους κοστίζει,
Οι ουρανοί δεν ένιωσαν ακόμη χορτασμένοι!

Α! Χριστέ μου, θυμήσου τον κήπο των ελαιών!
Μες στην απλότητά σου γονατιστός παρακαλούσες
Εκείνον που γελούσε στον ουρανό του με των καρφιών τον ήχο
Που οι απαίσιοι δήμιοι φύτευαν μες στις ζωντανές σου σάρκες.

Όταν είδες να φτύνει πάνω στη θεότητά σου
Ο άσωτος της φρουράς και των μαγειρείων,
Κι όταν ένιωσες να βυθίζονται τ' αγκάθια
Μες στο κρανίο σου όπου ζούσε η αχανής Ανθρωπότητα.

Όταν του τσακισμένου κορμιού σου το φοβερό φορτίο
Τέντωνε τ' απλωμένα σου μπράτσα, που το αίμα
Κι ο ιδρώτας κυλούσαν απ' το χλωμό σου μέτωπο,
Όταν μπροστά σ' όλους στάθηκες σα στόχος.

Ονειρευόσουν κείνες τις μέρες τόσο λαμπρές κι ωραίες
Όπου ήρθες τη θεία υπόσχεση να εκπληρώσεις,
Όπου ανεβασμένος στο ήμερο γαϊδουράκι πατούσες
Τους στρωμένους με λουλούδια και βάγια δρόμους.

Όπου, με την καρδιά γεμάτη μ' ελπίδα κι ανδρεία,
Μαστίγωνες όλους τους αισχρούς εμπόρους μ' όλη τη δύναμή σου,
Μήπως, εκεί έγινες δάσκαλος επιτέλους; Η τύψη
Δεν πέρασε πιο βαθιά απ' τη λόγχη μες στο πλευρό σου;

Βέβαια θ' απέλθω ευχαριστημένος από έναν κόσμο
Όπου η πράξη δεν είναι αδελφή του ονείρου.
Είθε να μπορώ τη ρομφαία να χρησιμοποιώ κι απ' αυτή να χαθώ!
Ο Άγιος Πέτρος απαρνήθηκε τον Ιησού... καλά έκανε!

Charles Baudelaire
Τα άνθη του κακού
Δίγλωσση έκδοση
Μετάφραση Δέσπω Καρούσου
Εκδόσεις Γκοβόστη  

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

ΜΕΘΥΣΤΕ - Charles Baudelaire


Πρέπει να 'σαι πάντα μεθυσμένος. Εκεί είναι όλη η ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα. Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο του Χρόνου που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη, πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα.
Αλλα με τί; Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει. Αλλά μεθύστε.
Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού, στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαράς σας, ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο ή χαμένο, ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, το κάθε τι που φεύγει, το κάθε τι που βογγά, το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι που τραγουδά, ρωτήστε τι ώρα είναι. Και ο αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: «Είναι η ώρα να μεθύσετε! Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθύστε. Μεθύστε χωρίς διακοπή! Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει».



Charles Baudelaire
20 ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
από τη συλλογή
PETITS POEMES EN PROSE
(LE SPLEEN DE PARIS)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΥΑ ΜΥΛΩΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ 1978

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Η μουσική [La musique] - Charles Baudelaire

Η μουσική συχνά σαν θάλασσα με συνεπαίρνει!
Προς το χλωμό μου αστέρι,
Κάτω από ομίχλης οροφή ή σε πελώριο μέσα αιθέρα,
Σηκώνω πανί.

Το στήθος προτεταμένο, τα πνεμόνια φουσκωμένα
Σαν του πανιού,
Σκαρφαλώνω  στη ράχη των στοιβαγμένων κυμάτων
Που η νύχτα μου κρύβει.

Μέσα μου νιώθω  να πάλλουν όλα τα πάθη
Πλοίου που υποφέρει.
Ο ούριος άνεμος, η τρικυμία κι οι σπασμοί της

Στ' απέραντο  βάραθρο πάνω
Με λικνίζουν. Άλλες φορές, λεία νηνεμία, μέγας καθρέφτης
Της απελπισίας μου!


*  *
*

La musique souvent me prend comme une mer!
Vers ma pale etoile,
Sous un plafond de brume ou dans un vaste ether,
Je mets a la voile;

La poitrine en avant et les poumons gonfles
Comme de la toile,
J' escalade le dos des flots amonceles
Que la nuit me voile;

Je sens vibrer en  moi toutes le passions
D'un vaisseau qui souffre;
Le bon vent, la tempete et ses convulsions

Sur l'immense gouffre
Me bercent. D' autres fois, calme plat, grand miroir
De mon desespoir!



Charles Baudelaire
Τα άνθη του κακού
Μετάφραση Δέσπω Καρούσου
Έκδοση Δίγλωσση
Εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

DUELLUM - CHARLES BAUDELAIRE

Δύο πολεμιστές έτρεξαν ο ένας πάνω στον άλλο.
Τα όπλα τους κηλίδωσαν τον αέρα με λάμψη και αίμα.
Αυτά τα παιχνίδια, οι σιδερένιες κλαγγές είναι κοσμοχαλασιές
Μιας νιότης βασανισμένης απ' τον έρωτα που σιγοκλαίει!

Τα ξίφη μας είναι θρυμματισμένα σαν τη νιότη μας,
Αγαπητή μου! Αλλά τα δόντια, τ' ακονισμένα νύχια,
Εκδικούνται σε λίγο το σπαθί και το ύπουλο στιλέτο!
-Ω παραφορά ώριμων καρδιών λαβωμένων απ' τον έρωτα!

Μες τη χαράδρα που συχνάζουν γατόπαρδοι και λύγκες
Οι ήρωές μας αγκαλιασμένοι μοχθηρά, κύλησαν,
Και το δέρμα τους θ' ανθίσει την ξηρασία των βάτων.

-Τούτο το βάραθρο είναι κόλαση από φίλους κατοικημένη!
Εκεί χωρίς τύψεις ας κυλήσουμε, αμαζόνα απάνθρωπη,
Για να διαιωνίσουμε την ορμή του μίσους μας!

CHARLES BAUDELAIRE
ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΕΣΠΩ ΚΑΡΟΥΣΟΥ
ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΓΛΩΣΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Ο ΕΠΙΣΤΡΕΦΩΝ ΝΕΚΡΟΣ - ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ

Σαν τους αγγέλους με το άγριο μάτι θηρίου
Θα ξαναγυρίσω στην κόγχη του δωματίου σου
Και προς εσένα θα γλιστρήσω χωρίς θόρυβο
Μαζί με τους ίσκιους της νύχτας.

Και θα σου δώσω, μελαχροινή μου,
Κρύα φιλιά, όπως η σελήνη,
Και χάδια φιδιού
Που έρπει γύρω από ένα λάκκο.

Οταν έρθει το πελιδνό πρωί,
Θα βρεις τη θέση μου άδεια,
Οπου μέχρι τη νύχτα θα κάνει κρύο.

Οπως άλλοι με την τρυφερότητα,
Στη ζωή σου και τη νεότητά σου,
Εγω θέλω να βασιλεύω με τη φρίκη.

ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ
ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝ

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Ο καθένας και η χίμαιρά του - Charles Baudelaire (1821 - 1867)

Κάτω από ένα απέραντο ουρανό γκρίζο, σε μια μεγάλη πεδιάδα γεμάτη σκόνη, χωρίς μονοπάτια, χωρίς χλόη, χωρίς ένα γαϊδουράγκαθο, χωρίς μια τσουκνίδα, συνάντησα πολλούς ανθρώπους, που βάδιζαν κυρτοί.
Καθένας απ' αυτούς έφερε στην πλάτη του μια πελώρια Χίμαιρα, τόσο βαριά όσο ένας σάκος αλεύρι ή κάρβουνο, ή όσο ο οπλισμός ενός Ρωμαίου πεζού στρατιώτη.
Αλλά το τερατώδες κτήνος δεν ήταν ένα βάρος αδρανές. αντίθετα περιτυλισσόταν και καταπίεζε τον άνθρωπο με τους ελαστικούς και δυνατούς μυς του. Γραπωνόταν με τα πελώρια νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του. και το μυθικό του κεφάλι ξεπερνούσε το μέτωπο του ανθρώπου, όπως μια απ' αυτές τις περικεφαλαίες με τις οποίες οι αρχαίοι πολεμιστές ελπίζανε να προσθέσουν τρόμο στον εχθρό.
Ρώτησα έναν απ' αυτούς τους ανθρώπους να μου πει που πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε ότι δεν ήξερε τίποτε για τούτο, ούτε αυτός ούτε οι άλλοι. αλλά προφανώς πήγαιναν κάπου, γιατί ήταν σπρωγμένοι από μια ανίκητη ανάγκη να βαδίζουν.
Πράγμα περίεργο, να σημειώσουμε: κανένας απ' αυτούς τους ταξιδιώτες δεν είχε ύφος θυμωμένο εναντίον του άγριου κτήνους, που ήταν κρεμασμένο απ' το λαιμό του και προσκολλημένο στην πλάτη του. είπε ότι το θεωρούσε σαν να αποτελούσε μέρος του ίδιου. Όλα αυτά τα πρόσωπα, κουρασμένα και σοβαρά, δεν μαρτυρούσαν καμία απελπισία. κάτω από τον μελαγχολικό θόλο του ουρανού, τα πόδια βυθισμένα στην σκόνη ενός εδάφους το ίδιο περίλυπου όσο ο ουρανός, πορεύονταν με την καρτερική φυσιογνωμία εκείνων, που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντοτε.
Και η ακολουθία πέρασε δίπλα μου και βυθίστηκε στον ορίζοντα, στο μέρος όπου η στρογγυλή επιφάνεια του πλανήτη διαφεύγει από την περιέργεια του ανθρωπίνου βλέμματος.
Και στην διάρκεια κάποιων στιγμών επέμενα να θέλω να καταλάβω αυτό το μυστήριο. αλλά, σε λίγο η ακαταμάχητη Αδιαφορία κατέπεσε πάνω μου και ένιωθα τόσο βαριά καταπονημένος, όσο δεν ήταν αυτοί οι ίδιοι από τις καταθλιπτικές τους Χίμαιρες.

Μετάφραση: ΧΡΥΣ. ΤΣΙΚΡΙΤΣΗ - ΚΑΤΣΙΑΝΑΚΗ
ΞΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ (ΣΕΙΡΑ 3η)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ - Charles Baudelaire

Θέλω να μιλήσω και για μια άλλη αίρεση (η πρώτη είν' η αίρεση της προόδου), την αίρεση της διδασκαλίας, που σέρνει από κοντά, συνεπακόλουθά της αναπόφευχτα, τις αιρέσεις του πάθους, της αλήθειας, της ηθικής. Ένα σωρό κόσμος φαντάζεται πως ο σκοπός της ποίησης είναι μια οποιαδήποτε διδασκαλία κι ότι πρέπει πότε να τονώνει τη συνείδηση, πότε να τελειοποιεί τα ήθη, και πότε ν' αποδείχνει κάτι ωφέλιμο…
[…] Η Ποίηση - φτάνει μόνο να κατεβούμε μέσα μας λιγάκι, να ρωτήσουμε την ψυχή μας, ν' ανακαλέσουμε στη μνήμη τους ενθουσιασμούς μας - άλλο σκοπό δεν έχει από τον Εαυτό της. Δεν μπορεί, δεν γίνεται να 'χει άλλον, και κανένα ποίημα δεν θα 'ναι τόσο μεγάλο, τόσο ευγενικό, τόσο άξιο να λέγεται ποίημα, όσο εκείνο που θα 'χει γραφτεί για μόνη την ηδονή να γράψουμε ένα ποίημα.
Δε θέλω να πω πως δεν εξευγενίζει η ποίηση τα ήθη - πρέπει να με νιώσετε καλά - πως δεν είναι το τελικό της αποτέλεσμα να υψώνει τον άνθρωπο πάνω απ' τη στάθμη των χυδαίων συμφερόντων. Κάτι τέτοιο θα ήταν, φυσικά, παράλογο. Λέω πως, αν ο ποιητής κυνηγήσει κάποιον ηθικό σκοπό, λιγόστεψε πολύ την ποιητική του δύναμη. Κι αστόχαστο δε θα 'ταν να στοιχηματίσουμε πως θα 'ναι το έργο του κακό. Η ποίηση δεν μπορεί - με κίνδυνο να πεθάνει ή να ξεπέσει - να συγχωνευτεί με την Επιστήμη και την Ηθική. Δεν έχει την Αλήθεια για αντικείμενο της, έχει μόνο τον Εαυτό της. Οι αποδεικτικοί τρόποι της Αλήθειας είναι άλλοι και βρίσκονται αλλού. Καμιά σχέση δεν έχει με τα τραγούδια η Αλήθεια. Ό,τι δίνει σ' ένα τραγούδι τη γοητεία, τη χάρη, το ακαταμάχητο, θ' αφαιρούσε απ' την Αλήθεια το κύρος και την εξουσία της. Ψυχρή, γαλήνια, ασυγκίνητη, η αποδειχτική διάθεση απορρίχνει της Μούσας τ' άνθη και τα διαμάντια. Είναι λοιπόν το εντελώς αντίθετο απ' την ποιητική διάθεση.[…]
Ο καθαρός Νους αποβλέπει στην Αλήθεια, το Γούστο μάς δείχνει την Ομορφιά, κι η Ηθική Έννοια μάς διδάσκει το Καθήκον. Γεγονός είναι πως το Γούστο έχει, με τα δυο άκρα, κάποιες ενδόμυχες συνάφειες, και μόνο μια ασήμαντη διαφορά το χωρίζει από την Ηθική Έννοια, τόσο που ο Αριστοτέλης δεν δίστασε να κατατάξει στις αρετές μερικές απ' τις λεπτές του ενέργειες. Για τούτο, ό,τι ερεθίζει προπαντός τον άνθρωπο του γούστου στη θέα της κακίας, είναι η δυσμορφία, η δυσαναλογία της. Η κακία παραβαίνει το σωστό και το αληθινό, σπρώχνει στην εξέγερση το Νου και τη Συνείδηση. Αλλά σαν προσβολή ενάντια στην αρμονία, σαν παραφωνία, θα πληγώσει εντελώς ιδιαίτερα μερικά ποιητικά πνεύματα. Και δεν νομίζω πως θα 'ναι σκανδαλιστικό να θεωρήσουμε την κάθε παράβαση της ηθικής, ή της ηθικής ομορφιάς, σαν πταίσμα ενάντια στην προσωδία και στον καθολικό ρυθμό.
Αυτός ακριβώς το θαυμαστό, το αθάνατο ένστικτο του Ωραίου μας κάνει να θεωρούμε τη Γη και τα θεάματά της σαν μια περίληψη, σαν μια ανταπόκριση των Ουρανών. Η δίψα η ακόρεστη, γι' αυτό που βρίσκεται "πέρα" και που μας φανερώνει η ζωή, είναι της αθανασίας μας η πιο ζωντανή απόδειξη. Με την ποίηση και μέσ' απ' την ποίηση, με την μουσική και μέσ' απ' τη μουσική, μπορεί να μισοβλέπει η ψυχή τα μεγαλεία που υπάρχουν πέρ' απ' τον τάφο. Κι όταν ένα εξαίσιο ποίημα φέρνει τα δάκρυα στην άκρη των ματιών, αυτά τα δάκρυα δεν είναι το σημάδι κάποιας υπερβολικής απόλαυσης, αλλ' είν' η μαρτυρία μιας οργισμένης μελαγχολίας, μιας αξίωσης των νεύρων, μιας φύσης, εξορισμένης στην ατέλεια, που θα ήθελε να κυριέψει την ίδια κιόλας στιγμή, πάνω σ' αυτή τη γη, έναν "εξ άποκαλύψεως" παράδεισο.
Έτσι ο σκοπός της ποίησης είναι, αυστηρά κι απλά, η ανθρώπινη λαχτάρα για κάποια ανώτερη ομορφιά. Κι η εκδήλωση αυτού του σκοπού βρίσκεται σ' έναν ενθουσιασμό, σ' έναν ερεθισμό της ψυχής - ενθουσιασμό εντελώς ανεξάρτητο από το πάθος που είναι η μέθη της καρδιάς, κι απ' την αλήθεια που είναι η βοσκή του λογικού. Γιατί το πάθος είναι φυσικό, υπερβολικά μάλιστα φυσικό, για να μην περάσει κάποιο τόνο, προσβλητικό, παράφωνο, μέσα στο χώρο της καθαρής ομορφιάς, πάρα πολύ κοινό και βίαιο για να μην σκανδαλίσει τις καθαρές Επιθυμίες, τις θελκτικές Μελαγχολίες και τις ευγενικές Απελπισίες που κατοικούν στις υπερφυσικές σφαίρες της Ποίησης.


Charles Baudelaire, "Δύο κείμενα του Σ. Μπωντλαίρ για τον Πόε"
στο: Edgar Allan Poe, Ποίηση και Φαντασία
επιμέλεια: Αλέξης Ζήρας
εκδ. Γαβριηλίδης

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ - ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ


Η Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ' απ' το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της: "Αυτό το παιδί μ' αρέσει".
Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της από σύννεφα και πέρασε αθόρυβα μεσ' απ' τα τζάμια. Επειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλίγυστη τρυφερότητα μιας μητέρας και εναπόθεσε τα χρώματα της στο πρόσωπο σου. Ετσι, οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μάγουλα σου εξαιρετικά χλωμά. Από την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα. Και σ' έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό, που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαις.
Ωστόσο, μες στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήριο. Και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε: "Θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου. Θα 'σαι όμορφη με τον τρόπο μου. Θ' αγαπάς ό,τι αγαπώ κι ό,τι μ' αγαπά. Το νερό, τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα. Την απέραντη και πράσινη θάλασσα. Το όμορφο και πολύμορφο νερό. Το μέρος όπου δε θα βρίσκεσαι. Τον εραστή που δε θα γνωρίσεις. Τα τερατώδη άνθη. Τ' αρώματα που φέρνουν παραλήρημα. Τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά!
Και θα σ' αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου. Θα 'σαι η βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγω τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια. Εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, τη γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ' απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ' αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ' άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους".
Και γι' αυτό καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ' όλη την ύπαρξη σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών.

ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ
(1821-1867)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ


Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Ο χαρούμενος νεκρός - Charles Baudelaire

Θέλω σε γη πολύ παχιά σαλίγκαρους γεμάτη,
να σκάψω λάκκο μόνος μου βαθύ, που να μπορώ
τα γέρικά μου κόκαλα ν' απλώσω με ραχάτι
κι ως καρχαρίας στο νερό, στη λήθη ύπνο να βρω.

Τις διαθήκες τις μισώ κι οι τάφοι δε μ' αρέσουν
παρά να παρακάλαγα να ‘ρθουν να με θρηνούν
θα προτιμούσα ζωντανός, να κράξω όρνια να πέσουν,
στο βρωμερό μου σκέλεθρο το αίμα μου να πιουν.

Σκουλήκια! ώ σύντροφοι δίχως αυτιά και μάτια, εμπρός!
να ένας λεύτερος για σας, χαρούμενος νεκρός.

Φιλήδονος φιλόσοφος, γέννα παλιά της σήψης
ελάτε στο κουφάρι μου ριχτείτε δίχως τύψεις
και πείτε μου, μπορεί να δει κι άλλους βασανισμούς
τ' άψυχο αυτό σαράβαλο, νεκρό μες τους νεκρούς;

Charles Baudelaire