Coincidentia Oppositorum
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα E.W. HEINE. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα E.W. HEINE. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Βουτιά θανάτου – Salto Mortale – E. W. Heine


Το σόου απεδείχθη η μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία της τηλεόρασης. Τα νούμερα τηλεθέασης ήταν τόσο υψηλά, που τα άλλα κανάλια θα μπορούσαν να διακόψουν τη λειτουργία του προγράμματός τους. Όταν τα απογεύματα του Σαββάτου το «Salto Mortale» (η Βουτιά του Θανάτου) έκανε την εμφάνισή της στις οθόνες των τηλεοράσεων, ήταν σαν να σάρωνε κάποιος τους δρόμους και έμεναν άδειοι.
Βέβαια, τα κερδοφόρα τυχερά τηλεπαιχνίδια ήταν πάντα δημοφηλή: «Ένας θα κερδίσει στο τέλος» ή «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος». Αλλά όλα αυτά ήταν απλώς κουτιά, παιδικά παιχνίδια μπροστά στο Salto Mortale, τη βουτιά του θανάτου.
Όλοι μπορούσαν να λάβουν μέρος. Η αρμόδια επιτροπή στην τηλεόραση αναζητούσε ανάμεσα στους υποψήφιους – που κάθε φορά ήταν όλο και περισσότερες εκατοντάδες – τους κατάλληλους παίκτες, τρεις άντρες και δυο γυναίκες. Τα κριτήρια βάσει των οποίων γινόταν η επιλογή, ήταν δυσδιάκριτα, αλλά ήταν γνωστό ότι η νεότητα, η ζωντάνια και η ελκυστική εμφάνιση έπαιζαν ρόλο. Οι πέντε επιλεχθέντες έχαιραν άφθονης δημοσιότητας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για πολλές μέρες πριν το σόου. Συναντιόντουσαν κάθε Παρασκευή πρωί σε μια πολυτελή σουίτα, που είχε παραχωρηθεί γι’ αυτό το σκοπό, με όλες τις ανέσεις ενός ξενοδοχείου πέντε αστέρων. Εκεί, όταν βρίσκονταν στην πισίνα, στη σάουνα, όταν ατένιζαν τ’ αστέρια, όταν λαγοκοιμόντουσαν ή ακόμα και όταν χόρευαν, μπορούσε κανείς με βεβαιότητα να δει τα πρότυπα περί πολυτέλειας της ανθρώπινης φυλής που συνέβαιναν αβίαστα εδώ. Πληθώρα από κρυμμένες κάμερες μετέφεραν κάθε ανθρώπινη πλευρά της ζωής, ζωντανά αλλά και από απόσταση αναπνοής.
Τέσσερις απ’ αυτούς θα ήταν αύριο πολυεκατομμυριούχοι, πλούσιοι και ζηλευτοί από όλο τον κόσμο. Αλλά ένας, θα ήταν εκείνος που θα το πλήρωνε με τη ζωή του.
Όταν ο Φέλιξ Φέλντμπους βρήκε ένα γράμμα από την τηλεόραση στην πρωινή του αλληλογραφία, πίστεψε ευθύς ότι επρόκειτο για μια αρνητική απάντηση. Ποιος άλλωστε υπολογίζει ότι θα σταθεί τυχερός και θα κερδίσει το λαχείο;
Κι όμως – αφότου άνοιξε το γράμμα με το κουταλάκι του καφέ, διάβασε ότι είχε επιλεγεί για να λάβει μέρος στη Βουτιά του Θανάτου, στα μέσα του επόμενου μήνα.
Αμέσως βιάστηκε να τηλεφωνήσει στη φίλη του για να μοιραστεί μαζί της την συγκλονιστική είδηση: «Δεν είναι φοβερό;»
«Όχι, μην το κάνεις αυτό. Είσαι τρελός. Θα πεθάνω από τον φόβο μου», έλεγε η Βερένα. «Σε παρακαλώ, μην το κάνεις».
«Μα κανείς δεν πεθαίνει τόσο γρήγορα», γελούσε αυτός. «Το Σαββατοκύριακο θα βρίσκεται η φωτογραφία μου σε όλες τις εφημερίδες. Είμαι ένας σταρ. Αυτό πρέπει οπωσδήποτε, σήμερα κιόλας, να το γιορτάσουμε».
Το βράδυ έφαγαν στο καλύτερο εστιατόριο της πόλης, ό,τι πιο καλό και ακριβό υπήρχε. Όταν η Βερένα ρώτησε μετά από το επιδόρπιο: «Θα πάμε στο δικό σου σπίτι ή στο δικό μου;» αυτός απάντησε με ύφος κοσμικού ανθρώπου: «Ούτε στο ένα, ούτε στο άλλο».
Κάλεσε ένα ταξί να έρθει και ανέφερε το όνομα ενός ξενοδοχείου, που μόνο από την εξωτερική του όψη γνώριζε, αφού ποτέ άλλοτε δεν είχε τολμήσει να πάει. Σε μια σουίτα με διπλή μπανιέρα και μελί χρώματος μάρμαρο, μοιράζονταν την αγάπη που ξεχείλιζε από τα κορμιά τους, σαν τα πουλάκια κι ο ένας πιτσίλιζε τον άλλον με ακριβή σαμπάνια.
«Μα δεν κέρδισες ακόμα τα εκατομμύρια», τον προειδοποιούσε η Βερένα.
Ο Φέλιξ ανταπαντούσε: «Αν χάσω, που είναι πολύ αμφίβολο, δε θα χρειάζεται ούτως ή άλλως να ανησυχώ για τον τραπεζικό μου λογαριασμό. Και αν κερδίσω, θα έχω αρκετά για το υπόλοιπο της ζωής μου. Για ποιο λόγο λοιπόν να λογαριάζω τα χρήματα;»
Η μεγάλη μέρα όλο και πλησίαζε, και όσο πιο κοντά έφτανε, τόσο περισσότερο έφευγε ο ενθουσιασμός, αφού στο μυαλό ερχόταν η τρομερή εκείνη ερώτηση: «Και αν εγώ είμαι…;» Θα μπορούσε να σημαίνει τον θάνατό του, κι ήταν ακόμα νέος, υπερβολικά νέος. Ωστόσο, που αλλού μπορούσε κανείς να βγάλει χρήματα τόσο γρήγορα και κάτω από τόσο ευνοϊκές συνθήκες; Στο λόττο ή στο λαχείο θα υπήρχε η πιθανότητα να κερδίσει κανείς ένα τέτοιο ποσό, αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί ποτέ. Στη Βουτιά του Θανάτου όμως, από τους πέντε συμμετέχοντες, οι τέσσερις έπαιρναν το χρηματικό κέρδος. Που θα ξαναβρισκόταν τέτοια ευκαιρία;
Και το ρίσκο; Θεέ μου, αυτό το έβλεπε κανείς καθημερινά. Δεν θα ‘πρεπε όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μπαίνουν σε αεροπλάνο να σκέφτονται, αν θα ξαναγυρίσουν; Ο αριθμός των ανθρώπων που χάνουν τη ζωή τους ετησίως σε αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, είναι τόσο μεγάλος, όσο οι κάτοικοι μιας μικρής πόλης. Κι όμως, όλοι τους οδηγούν αυτοκίνητο!
Ο Φέλιξ σκέφτηκε όλα εκείνα τα σόου της Βουτιάς του Θανάτου που είχε δει. Κανένα δεν είχε χάσει. Η υπόθεση ήταν πάντα η ίδια, αλλά κάθε φορά διαφορετική και προκαλούσε το ενδιαφέρον. Πέντε αναστατωμένοι-χαρούμενοι άνθρωποι, γεμάτοι αισιοδοξία. Κι όμως, ένας απ’ αυτούς ήταν σαν να ήταν ήδη πεθαμένος αφού όταν ανέβαιναν στο αεροπλάνο το ένα αλεξίπτωτο δεν θα άνοιγε. Η κάμερα έδειχνε και τους πέντε στο αεροπλάνο τη στιγμή που πηδούσαν, αλλά και όλη τη σκηνή της πτώσης τους. Στο κράνος τους είχαν τοποθετημένη μια κάμερα, που έδειχνε τα πρόσωπά τους και τις παραμορφώσεις που προκαλούσε ο άνεμος, κι εκείνα τα μάτια τους, κι εκείνα τα μάτια τους, που αντανακλούσαν τον φόβο. Άραγε θα ανοίξει το αλεξίπτωτο; Και εκατομμύρια κόσμος που παρακολουθούσε από τις οθόνες της τηλεόρασης στο σπίτι, έθεταν το τρομερό ερώτημα: Λες να είναι αυτός; Ή λες να είναι η νεαρή κοπέλα που με γενναιότητα προσπαθεί να χαμογελάσει; Και τότε, ως αποκορύφωση της αγωνίας: το πρόσωπο εκείνου που συνειδητοποιεί ότι σε λίγα δευτερόλεπτα πρόκειται να συντριβεί στο έδαφος.
Ένα πρόσωπο που θα μείνει αξέχαστο, και του οποίου η ανάμνηση επαναλαμβάνεται με διάφορους τρόπους, σαν να προσπαθεί να κρατηθεί από τον χρόνο. Τι ρεαλιστικό μνημόσυνο, κανείς δε χρειάζεται να αποδείξει την αυθεντικότητά του! Ένας θάνατος που μεταδίδεται ζωντανά.
Φυσικά η πρόσκρουση δε φαίνεται, δε θα μπορούσε άλλωστε να φανεί, αφού και η κάμερα καταστρέφεται.
Στον ηλεκτρικό που έπαιρνε κάθε πρωί ο Φέλιξ για να πάει στο γραφείο του, δύο κυρίες συζητούσαν για μια αυτοκτονία, που η μια από αυτές είχε ζήσει και δει από πολύ μικρή απόσταση, κάτω από τη γέφυρα του σιδηρόδρομου στα δυτικά προάστια.
«Εγώ πάντως σα λέω», εξηγούσε εκείνη στην άλλη. «Ακούγεται σαν να σκάει στο έδαφος ένα πελώριο καρπούζι: πλαααφ! Το αίμα πετιέται σε απόσταση δέκα μέτρων. Σιχαμερό, πραγματικά σιχαμερό!»
Λίγες μέρες πριν από τη βουτιά, διάφορες καθημερινές εφημερίδες έβαζαν στοιχήματα, για το ποιος θα είναι ο άτυχος. Ο Φέλιξ θεωρούσε καλό οιωνό ότι δεν στοιχημάτιζαν σ’ αυτόν. Οι περισσότεροι πόνταραν στις δυο γυναίκες καθώς πάντα ένας άντρας από αυτούς που λάμβαναν μέρος, έπρεπε να το πιστεύει.
Ο Φέλιξ παραγκώνιζε το φόβο του με τα ερωτικά χάδια της Βερένας. Όταν ασχολιόταν με το λατινικό λεξιλόγιο, έμαθε πως το όνομα Φέλιξ στα λατινικά σημαίνει «ευτυχισμένος». Και τα ονόματα είναι οιωνοί. Τον φιλούσε, τον έβαζε στο κρεβάτι και έλεγε: «Έλα Φέλιξ, φτιάξε με!»
Έτσι έφτασε και η Παρασκευή. Την επόμενη μέρα η ομάδα της τηλεόρασης θα έπαιρνε τον Φέλιξ με μια μαύρη Ρολς Ρόυς, καθώς εκεί είχε κανονιστεί και η βιντεολήψη. Και από εκείνη την ώρα δεν συνέβαινε τίποτα που να μην βρισκόταν κάτω από την κρίση αναρίθμητων ματιών.
Εκεί μπορούσε κανείς να δει και το πέντε αστέρων σκηνικό, φτιαγμένο σε στυλ Big Brother, όπου παντού υπήρχαν κάμερες και μικρόφωνα. Ενοχλητική ήταν η ματαιόδοξη στάση των συμπαικτών του, όχι των γυναικών αλλά των ανδρών. Και τα δύο αγόρια, ένας φοιτητής γυμναστικής και ένας νεαρός διευθυντής, συμπεριφέρονταν με τέτοιο τρόπο, σαν να μην βρισκόντουσαν στην Βουτιά του Θανάτου, αλλά σε κανένα διαγωνισμό body building. Μόλις κατέφθασαν, έβγαλαν ευθύς αμέσως τα ρούχα τους και πέρασαν το υπόλοιπο της ημέρας στα ντους, στη σάουνα και στην πισίνα, όπου ρουφούσαν την κοιλιά τους και έπαιζαν επιδεικτικά με τους μύες τους. Μια από τις γυναίκες, μια νοσοκόμα, διάβαζε σε ένα βιβλίο, ότι οι ξαπλωμένοι ασθενείς, πρέπει να παραμένουν ήρεμοι, γιατί, όπως ήξερε και από προσωπική εμπειρία, τα κόκαλα του ανθρώπου είναι εύκολο να σπάσουν.
Η άλλη, ένα «περπατημένο» κορίτσι, ασχολιόταν με τα νύχια των χεριών και των ποδιών της, έβαφε τις βλεφαρίδες της, χτένιζε τα μαλλιά της και συνεχώς ασχολιόταν με τον εαυτό της. Όσον αφορούσε το επάγγελμά της, απαντούσε χωρίς ντροπή:
«Επαγγελματίας πόρνη, ειδική στο να εξαφανίζει ερεθισμούς». Ανέβαζε ψυχολογικά εκείνους τους άντρες που δεν είχαν καμία ερωτική κατάκτηση. Ήταν φανερό πως της ταίριαζε: όποιος, λόγω επαγγέλματος, περνάει πολλές ώρες της ημέρας σε ένα μέρος με λουκάνικα, τότε δεν αντέχει και στις ελεύθερες ώρες του να βλέπει λουκάνικα.
Ζευγαρώματα – αυτό που αποζητούν περισσότερο οι τηλεθεατές – είχαν γίνει εύκολα, εκτός βέβαια από τους δύο «ομορφονιούς» που αλληλοαλειφόντουσαν με λάδι και χτυπούσε ο ένας τον ώμο του άλλου εμπιστευτικά.
Μετά από την αναγκαία συνομιλία του με τον μικρό που περιγελούσε τον Θεό, ο Φέλιξ τραβήχτηκε πίσω τόσο, ώστε να φαίνεται από όλες τις κάμερες ότι αποτραβήχτηκε. Η επόμενη μέρα θα ήταν δύσκολη. Μπορεί και να ήταν η τελευταία του. Βλακείες. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Πριν κουκουλωθεί με το πάπλωμά του, χάρισε στην κάμερα ένα χαμόγελο. Ήξερε πως η Βερένα τον έβλεπε. Θα τον περίμενε μετά την προσγείωσή του στο ξενοδοχείο. Έτσι είχε κανονιστεί. Η μαρμάρινη μπανιέρα με το μελί χρώμα, ήταν το πιο κατάλληλο μέρος για να υποδεχτεί τον ήρωα που ξαναγύρισε σπίτι.
Μια ηλιόλουστη μέρα πήγαν στο αεροδρόμιο, μια μεγάλη πομπή με μπλε φώτα, τον τύπο και το φορτηγάκι με τις κάμερες.
Η Βερένα καθόταν οκλαδόν μπροστά από την τηλεόραση και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά από αγωνία. Τώρα έφτασαν στον χώρο από όπου αναχωρούσαν τα αεροπλάνα. Με τις προπέλες να λειτουργούν, οι παίχτες αποθανατίστηκαν για άλλη μια φορά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ήταν η τελευταία φωτογραφία που έδειχνε και τους πέντε. Στην επιστροφή, ο ένας θα έλειπε. Καθώς το αεροπλάνο ξεκίνησε, στην τηλεόραση έβαλαν τη μουσική υπόκρουση: η αρχή του Λυκόφωτος των Θεών. Μια αντρική φωνή έλεγε: «Στην αρχαία Ρώμη, όταν οι μονομάχοι ρισκάριζαν τη ζωή τους, ακουγόταν ηχηρά ο τελευταίος τους χαιρετισμός: «Morituri te salutant”, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν». Τότε έκλεισε η Βερένα την τηλεόραση.
Έπρεπε να τον έχω αποτρέψει, σκεφτόταν. Αλλά θα τα κατάφερνα; Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της.
Τώρα όμως, μην το βάζεις κάτω. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του χεριού της. Έπρεπε να βιαστεί.
Ο φοιτητής γυμναστικής πήδηξε πρώτος. Μετά από δέκα δευτερόλεπτα ακολούθησαν η «υπηρέτρια του έρωτα», ο διευθυντής και η νοσοκόμα. Ο Φέλιξ ήταν ο τελευταίος που εγκατέλειψε το αεροπλάνο. Ο αέρας της πτώσης ήταν σαν γροθιά. Και τότε η ελεύθερη πτώση, ένα αίσθημα που κυριολεκτικά κόβει την ανάσα και γυρίζει τ’ άντερα. Τρομερό!!! Από κάτω του, άνοιξε το πρώτο αλεξίπτωτο. Ύστερα και το δεύτερο. Ο Φέλιξ στροβιλίστηκε τόσο άγρια, που έχασε τους υπόλοιπους. Πότε θ’ ανοίξει το αλεξίπτωτό του; Έλα! Έλα ντε! Έπεσε στο έδαφος σαν βλήμα. Λίγες πνοές και θα γινόταν η πρόσκρουση. Ω, κύριε βοήθα με! Μπορούσε ήδη να δει καθαρά τους ανθρώπους στο αεροδρόμιο. Έγνεφαν και έσπρωχναν ο ένας τον άλλον, έδειχναν αυτόν. Όχι, όχι φώναζε κάτι μέσα του. Όχι!
Σαν να του τραβούσαν τα σκοινιά. Γύρισε το βλέμμα του προς τα επάνω. Σαν ένα μεγάλο άνθος, αναδείχθηκε το χρώμα του αστραφτερού μπλε ουρανού. Μια κραυγή χαράς βγήκε από το στήθος του. Ουφ, λίγο έλειψε. Λίγο αργότερα ακούμπησε στο έδαφος. Ο αέρας τον αναποδογύρισε. Εκεί έτρεξαν κοντά του οι άνθρωποι για τις Πρώτες Βοήθειες, και τον απάλλαξαν από το μπέρδεμα των σκοινιών.
Χειραψίες, χτυπήματα στον ώμο. Μια ομαδική φωτογραφία. Η νοσοκόμα λείπει.
Οι κάμερες βούιζαν. Μικρόφωνο μπροστά του, καταιγίδα από τα φλας και ερωτήσεις επί ερωτήσεων. Αισθανόταν σαν μαριονέτα.
«Ποια είναι η μεγαλύτερή σας επιθυμία;»
«Ένα ταξί. Φωνάξτε μου ένα ταξί, σας παρακαλώ».
Επιτέλους το ξενοδοχείο. Προσπέρασε τρέχοντας τα ασανσέρ, όρμησε στα σκαλιά και τα ανέβαινε τρία-τρία. Δωμάτιο 2. Άνοιξε την πόρτα. Βερένα! Στεκόταν εκεί στη μαρμάρινη μπανιέρα με το μελί χρώμα, γυμνή σαν την Αφροδίτη της Μήλου. Έβγαλε τα ρούχα του, αισθανόταν σαν να είχε μόλις αναστηθεί. Τον είχε καταλάβει μια απερίγραπτη δίψα για ζωή. Την αγκάλιασε με χέρια και με πόδια και την έπνιξε στα φιλιά. Γέμισε από ευτυχία, ευτυχία γεμάτη αγαλλίαση. Όρεξη, που ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει. Μια άγρια κραυγή…
Τότε προσέκρουσε.
Έσκασε σαν καρπούζι, έλεγαν οι τραυματιοφορείς, που μάζευαν τα απομεινάρια του.


E. W. Heine
ΔΙΑΒΟΛΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ
Παράξενες, συναρπαστικές Ιστορίες
Μετάφραση: Χίλντα Αλυσανδράτου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗ 2002

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

ΧΑΣΑΝ-Ι ΣΑΜΠΑΧ - E.W. HEINE

“Εδώ έξω δεν φοβάστε την οργή των Ασασίνων;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Οχι”, απάντησε ο αλ-Μανσούρ. “Πολύ πιο ασφαλής αισθάνομαι εδώ, στην αλ-Μαφάζε, παρά όταν είμαι στο παλάτι μου. Αλλά και πέρα απ' αυτό, θυμίσου το παραμύθι: κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του”.
“Τότε γιατί βάλατε σκοπιές;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Ο προφήτης είχε πει: έχε εμπιστοσύνη στον Αλλάχ, αλλά δέσε και τις καμήλες σου από τα γόνατα!”
“Γιατί θέλουν να σας σκοτώσουν οι Ασασίνοι;”
“Είναι μια μεγάλη και μπερδεμένη ιστορία, για την οποία δεν μου επιτρέπεται να μιλήσω. Στην ουσία, όμως, δεν ενδιαφέρονται τόσο για το άτομό μου όσο για το αξίωμά μου”.
“Μιλήστε μου για τους Ασασίνους”, είπε ο Ορλάντο. “Τι ξέρετε γι' αυτούς;”
“Αυτή είναι μια ακόμη μεγαλύτερη ιστορία”.
Ο αλ-Μανσούρ έριξε ένα ξύλο στη φωτιά, τυλίχτηκε σ' ένα σκέπασμα από δέρμα καμήλας και κοίταξε τ' αστέρια:
“Πολικός αστέρας της πίστης, έτσι αυτοαποκαλείται ο Χασάν-ι Σαμπάχ, ο Γέρος του Βουνού, θεμελιωτής και άρχων του τάγματος των Ασασίνων. Οι εχθροί του τον αποκαλούν κτήνος, αιμοχαρή, διάβολο. Για τους οπαδούς του είναι ένας Κουέιμ, ένας Μεσσίας, ο μεγαλοφυής αρχηγός μιας εκλεκτής μειοψηφίας. Κατάγεται από το Γκομ, την ιερή πόλη των Σιιτών στα όρια της ερήμου. Οι προπάτορές του ήταν πιστοί Σιίτες. Αυτός είναι οπαδός των Ισμαηλιτών. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε πολεμώντας την υπερδύναμη των Σουνιτών και τον πανίσχυρο σουλτάνο των Σελτζούκων Μελικσά, που το βασίλειό του εκτέινεται από τη Συρία ως το Ανατολικό Τουρκεστάν. Ανήκοντας πάντα στη μειοψηφία, μένοντας μακριά από τους ισχυρούς, ο Χασάν-ι Σαμπάχ ανέπτυξε μια πολεμική τακτική, τελείως άγνωστη έως τότε”.
“Πείτε μου κι άλλα γι' αυτόν τον Μεσσία”.
“Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Νισαπούρ – σπούδασε Νομικά _ έκανε με δύο σπουδαστές, πολύ φίλους του, μια παράξενη συμφωνία: Οποιος ευνοηθεί από την τύχη, αυτός θα βοηθεήσει και τους άλλους δύο να ανέβουν.
Ο μεγαλύτερος από τους τρεις φίλους έγινε ένας μεγάλος πολιτικός, στην υπηρεσία των Σελτζούκων. Πήρε τον τιμητικό τίτλο Νιτζαμουλμουλκ -σύμβουλος του κράτους- και έγινε πλούσιος και διάσημος υπηρετώντας διαδοχικά δύο σουλτάνους.
Ο δεύτερος, ο Ομαρ Καγιάμ, έγινε πολύ γνωστός σαν συγγραφέας και σοφός. Ο Νιτζαμουλμούλκ τον διόρισε διευθυντή του αστεροσκοπείου. Ο Ομάρ, με εντολή του σουλτάνου, βελτίωσε το ημερολόγιο, έκανε επιστημονικές εργασιές και έγραψε υπέροχα ποιήματα: Γιατί να κοιμόμαστε, όταν ανθίζουν τα ρόδα αγαπημένη.
Ο Νιτζαμουλμούλκ δεν ξέχασε και τον Χασάν. Τον προσκάλεσε στην αυλή και του προσφερε υψηλά αξιώματα. Εκείνος όμως είχε άλλα σχέδια. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα τη διδασκαλία των νόμων, έβρισκε την ευκαιρία να μελετήσει από πολύ κοντά τους μελλοντικούς εχθρούς του. Σε κάποιες συζητήσεις που είχε με τον φίλο του πάνω στον αντικειμενικό του στόχο, εκείνος του είπε: Παίζεις με τη ζωή σου. Και λέγεται πως ο Χασάν του απάντησε: Το μόνο που χρειάζομαι είναι δύο πιστοί οπαδοί που να μη φοβούνται τον θάνατο – και οι ημέρες του βρβμότουρκου είναι μετρημένες.
Ο Χασάν πήγε στο Κάιρο, όπου κυριαρχούσαν οι ισμαηλίτες, την πίστη των οποίων είχε απασθεί. Τρία χρόνια έμεινε στο βασίλειο του χαλίφη Μουστανσίρ. Το χαλιφάτο των Φατμιδών, το λίκνο των ισμαηλιτών, ήταν γι' αυτόν η πατρίδα της αλληθινής πίστη, η προστασία από την εχθρότητα των Σελτζόυκων Τούρκων κι από το μισητό χαλιφάτο των Σουνιτών Αββασιδών της Βαγδάτης. Μόνο εδώ, στο Κάιρο, υπήρχε το αληθινό Ισλάμ, το μοναδικό πάνω στη γη που έμενε απαράλαχτο από τα χρόνια του Προφήτη. Πόσο σημαντική ήταν για τον Χασάν η ορθόδοξη διαδοχή, φάνηκε στον αγώνα για το χαλιφάτο, που χώρισε τους Ισμαηλίτες σε δυό στρατόπεδα. Ο Χασάν πήγε με το μέρος του μεγαλύτερου, του νόμιμου πρίγκηπα Νιτζάρ και έτσι έγινε αρχηγός των Νιτζάρις, που είναι περισσότερο γνωστοί σαν Ασασίνοι”.
Ο αλ-Μανσούρ έκανε μια μεγάλη παύση. Άδειασε το πτήρι του. Πέρα στο ουάντι ακούστηκε το ουρλιαχτό ενός πεινασμένου λύκου.
“Και μετά τι έγινε;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Ο Χασάν γύριζε όλο το χαλιφάτο για να βρει οπαδούς, τους οποίους συγκέντρωνε για να τους πλάσει όπως εκείνος τους φανταζόταν. Σ' αυτό, τον βοήθησε το εκπληκτικό, χαρισματικό μυαλό του. Οργάνωνε σοφά μελετημένες ομάδες, που τις έστελνε μέχρι το πιο μικρό χωριό του χαλιφάτου για να συγκεντρώσει και νέους συναγωνιστές. Ετσι η δύναμη της αίρεσής του μεγάλωνε πιο γρηγορα απ' ό,τι μεγαλώνουν τα καλάμια του μπαμπού στη βροχή. Σκοπός του Χασάν ήταν να ανεβάσει στον θρόνο τον Νιντζάρ, και με τη βοήθεια του να βασιλέψει. Φυσικά οι εχθροί του πληροφορήθηκαν όλες αυτές τις δραστηριότητες. Οι Σελτζούκοι, με πρώτο και καλύτερο τον Νιτζαμουλμούλκ, ξεκίνησαν ένα αδυσώπητο πόλεμο εναντίον των Νιντζάρις και επικήρυξαν τον Χασάν-ι Σαμπάχ. Οι φίλοι έγιναν εχθροί. Κυνηγημένος, αναγκασμένος να κρύβεται από τους πρώην οπαδούς του, ο Χασάν επέστρεψε στην απομονωμένη περιοχή του Ντάιλαμ. Εδώ στα νοτιοδυτικά της Κασπίας θάλασσας, η γριά αλεπού – ο Χασάν πρέπει να ήταν πια τουλάχιστον πενήντα χρονών – αναζήτησε ασφαλές καταφύγιο. Το βρήκε στο οχυρωμένο Αλαμούτ, που ήταν ανεξάρτητο και άπαρτο, σαν αητοφωλιά.
Αφου πρώτα προσηλύτισαν οι οπαδοί του ορισμένους από τους κατοίκους του κάστρου, μπόρεσε ο Χασάν να εγκατασταθεί εκεί. Με άλλο όνομα κατάφερε να κερδίσει το υπόλοιπο της φρουράς, προς όφελος των Νιντζάρις. Οταν τελικά αποκαλύφθηκε ποιός πραγμάτικά ήταν, το οχυρό είχε περάσει στην κατοχή του χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα. Ο διοικητής του οχυρού Αλί Τοκ ανήθηκε να αποδεχτεί τον καινούριο κύριο, αφού δεν αναγνώριζε άλλον πνευματικό ηγέτη εκτός από τον Αββασίδη χαλίφη της Βαγδάτης και κανένα άλλο κοσμικό άρχοντα πέρα από τον σουλτάνο Μελικσά, της φυλής των Σελτζούκων. Ο Ατόκ ήταν έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του για την πίστη του. Ο Χασάν-ι Σαμπάχ θα μπορούσε να τον είχε θανατώσει ή να μην τον αφήσει να σταθεί σε χλωρό κλαρί. Αντί γι' αυτό, προτίμησε να του δώσει μια επιστολή που απευθυνόταν στον κυβερνήτη του Γκιρντκού και του Νταρμεγκάν. Στην επιστολή έλεγε: ο Αλί, ο γιός του Ατόκ, πήρε 3.000 δηνάρια ως πληρωμή για την πώληση του οχυρού του Αλαμούτ. Ζήτω ο προφήτης και η οικογένειά του.
Ο διοικητής δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να παραλάβει την επιστολή. Αισθάνθηκε παγιδευμένος. Είπε: Ο κυβερνήτης είναι άνθρωπος του σουλτάνου. Θα μου πάρει το κεφάλι αν του παρουσιάσω αυτό το έγγραφο.
Ο Χασάν-ι Σαμπάχ απάντησε: Θα φροντίσω εγώ για τη ζωή σου. Και θα πάρεις τα χρήματά σου”.
Ο αλ-Μανσούρ γέμισε το ποτήρι του.
“Τελικά τα πήρε τα λεφτά;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Θα σου φανεί απίστευτο αλλά τα πήρε. Ο κυβερνήτης διάβασε την επιστολή πολλές φορές δυνατά – ο Αλί Ατόκ φοβήθηκε για το χειρότερο – μετά φίλησε την περγαμηνή και είπε: Ο Αλλάχ είναι ο προστάτης μας. Αυτή η είδηση αξίζει πολύ περισσότερα από 3.000 δηνάρια. Δώστε του τα διπλά.
Αυτό που δεν ήξερε ο Αλί Ατόκ, ήταν πως ο κυβερνήτης ανήκε εδώ και πολύ καιρό στους κρυφούς οπαδούς του Χασάν-ι Σαμπάχ. Και το Αλαμούτ άξιζε πράγματι τα λεφτά του. Με την απόκτηση του οχυρού, οι ισμαηλίτες Νιντζάρις μεγάλωναν σημαντικά τη δύναμή τους. Μετά τηνάλωση του Αλαμούτ, αρχίζει η πραγματική ιστορία των Ασασίνων. Τα οχυρά έπεφταν στα χέρια τους, το ένα μετά το άλλο. Ο αγώνας ενάντια στους ορθόδοξους Σουνίτες και τους Σελτζούκους μπορούσε πειτέλους ν' αρχίσει.
Οι Ασασίνοι δίδαξαν στον κόσμο τι θα πει φόβος. Και το πρώτο θύμα τους, ποιός φαντάζεσαι πως ήταν; Ο Νιτζαμουλμούλκ, ο πρώην καλύτερος φίλος του Γέρου του Βουνού, όπως αποκαλούσαν τον Χασάν- Σαμπάχ μετά την εγκατάστασή του στο Αλαμούτ. Ο σουλτάνος και ο Νιταμουλμούλκ ταξίδευαν για τη Βαγδάτη με μεγάλη συνοδεία. Την ώρα που έμπαιναν στο πέρασμα του Ραστ, κοντά στο Ναχαβάντ, ένας δολοφόνος, μεταμφιεσμένος σε επαίτη καλόγερο, πλησίασε τον σύμβουλο. Το εγχειρίδιο άστραψε και την άλλη στιγμή ο Νιτζαμουλμούλκ βρέθηκε με τον λαιμό κομμένο πέρα για πέρα. Ο δολοφόνος δεν έκανε καμία προσπάθεια να ξεφύγει. Οι σωματοφύλακες του σουλτάνου τον έκαναν κομματάκια. Οι Ασασίνοι θα μπορούσαν να είχαν σκοτώσει και τον σουλτάνο Μελικσά, αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γέρος του Βουνού επέλεξε να σκοτώσει πρώτα τον φίλο του. Ο σουλτάνος έζησε μόνο μερικές ημέρες μετά τη δολοφονία του συμβούλου του. Πέθανε κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού, ανεσα στους σωματοφύλακές του, από κάποιον πυρετό. Γι' αυτόν τον βρωμερό τουρκόσπορο, το μαχαίρι πήγαινεπ ολύ, σχολίασε ο Γέρος του Βουνού, και συμπλήρωσε: Αυτό θα συμβεί και σε όλους όσοι τολμούν να αντιταχθούν στην αληθινή διδασκαλία. Γιατί, όπως λέει το Κοράνιο, Κεφάλαιο 4, στίχος 194: σφάξε τους ώσπου να εγκαταλείψουν τον αγώνα και να νικήσει η αληθινή διδασκαλία του Αλλάχ”.
“Πήγατε ποτέ στο Αλαμούτ;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Εγώ; Στο Αλαμούτ; Τι ερώτηση! Πήγες ποτέ στην κόλαση; Δεν γνωρίζω άνθρωπο που να πήγε εκεί με τη θέλησή του. Θαρρείς πως άδικα το αποκαλούν ας-Σαφάχ, αιματορουφήχτρα;”
“Πως τα καταφέρνει και θυσιάζονται οι άντρες του γι' αυτόν, χωρίς κανένα δισταγμό;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Αυτό το μυστικό έχει απασχολήσει πολλούς. Λένε ότι έχει στενές σχέσεις με τον διάβολο”.
“Εσείς τι πιστεέτε;”
“Να είναι κάποιο φάρμακο;”
“Φάρμακο;”
“Ξέρεις από που προέρχεται η λέξη ασασίν (δολοφόνος); Από το χασσασίν, δηλαδή τον χασισοπότη. Λένε ότι διαπράττουν τις δολοφονίες τους αφού πρώτα καπνίσουν χασίς, γιατί ελάχιστοι μπορούν να κατανοήσουν πως είναι δυνατόν να θυσιάζει ένας άνθρωπος με τόση προθυμία τη ζωή του, με ξάστερο μυαλό. Τέτοις δολοφονικός ιδεαλισμός αγχώνει τους ανθρώπους. Ετσι, προτιμούν να πιστεύουν ότι ο Γέρος ποτίζει τους αγγέλους του θανάτου με κάποιο διαβολικό ελιξίριο”.
“Εσείς καπνίζετε χασίς; Τι πιστύετε;”
“Το χασίς καταστέλλει την επιθετικότητα και μειώνει τα αντανακλαστικά, ιδιότητες που χρειάζονται οι Ασασίνοι περισσότερο από κάθε άλλον, προκειμου να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους. Το αποκλείο να είναι οι Ασασίνοι χασικλήδες. Βέβαια, υπάρχουν ουσίες, μίγματα διαφόρων ναρκωτικών, που μπορούν να ανεβάσουν την οξύνοια και τη δύναμή μας σε επίπεδα υπερανθρώπινα”.
“Γνωρίζετε καμιά τέτοια ουσία;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Το κιμίγια ασ-σα άντα, το ελιξίριο της μακαριότητας”.
“Θα ήθελα να το δοκιμάσω”.
“Η επιθυμία σου θα εκπληρωθεί”.

E.W. HEINE
ΤΟ ΚΟΛΙΕ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΙΩΑΝΝΑ ΛΕΜΠΕΣΗ – ΜΟΥΖΑΚΙΤΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗ