.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Όνειρο; – Haruki Murakami

                           [Απόσπασμα από το διήγημα «Ύπνος»]
...Θυμάμαι με τέλεια διαύγεια το πρώτο βράδυ που έχασα την ικανότητά μου να κοιμάμαι. Έβλεπα ένα αποκρουστικό όνειρο – ένα σκοτεινό, γλοιώδες όνειρο. Δεν θυμάμαι το περιεχόμενό του, αλλά θυμάμαι πως το αισθανόμουν: απειλητικό και τρομακτικό. Ξύπνησα τη στιγμή της κορύφωσης. Ανέκτησα τελείως τις αισθήσεις μου μ’ ένα ξάφνιασμα, σαν να με είχαν σύρει την τελευταία στιγμή πίσω από κάποια μοιραία καμπή. Αν είχα παραμείνει στο όνειρο για ένα δευτερόλεπτο ακόμα, θα είχα χαθεί για πάντα. Μετά το ξύπνημα μου, η αναπνοή μου έβγαινε με οδυνηρά βογγητά για κάμποση ώρα. Τα χέρια και τα πόδια μου τα αισθανόμουν παράλυτα εκεί που ήμουν ξαπλωμένη. Ήμουν ακινητοποιημένη, ακούγοντας τον εαυτό μου ν’ ανασαίνει με δυσκολία, σαν να είχα απλωθεί στο έδαφος μιας τεράστιας σπηλιάς.
«Όνειρο ήταν», έλεγα στον εαυτό μου, και περίμενα να ηρεμήσει η αναπνοή μου. Ξαπλωμένη ακίνητη, αισθανόμουν την καρδιά μου να δουλεύει ξέφρενα και τους πνεύμονές μου να σπεύδουν να της στείλουν αίμα, κάνοντας συσπάσεις όπως ένα φυσερό. Άρχισα να αναρωτιέμαι τι ώρα είναι. Ήθελα να κοιτάξω το ρολόι δίπλα στο μαξιλάρι μου, αλλά δεν μπορούσα να στρίψω το κεφάλι μου αρκετά. Τότε ακριβώς, μου φάνηκε ότι είδα κάτι φευγαλέα στο κάτω μέρος του κρεβατιού μου, κάτι σαν μια απροσδιόριστη μαύρη σκιά. Μου κόπηκε η ανάσα. Η καρδιά μου, οι πνεύμονές μου, ό,τι είχα μέσα μου, όλα φάνηκαν να παγώνουν εκείνη τη στιγμή. Με δυσκολία μπόρεσα να δω τη μαύρη σκιά.
Τη στιγμή που προσπάθησα να εστιάσω πάνω της, η σκιά άρχισε να παίρνει μία συγκεκριμένη μορφή, σαν να περίμενε να την προσέξω. Η σιλουέτα της έγινε ευδιάκριτη. Άρχισε να παίρνει ουσία κι ύστερα εμφανίζονταν οι λεπτομέρειες. Ήταν ένας αυστηρός γέρος που φορούσε ένα μαύρο πουκάμισο κολλημένο πάνω του. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα και κοντά, και τα μάγουλά του βαθουλωμένα. Στεκόταν κοντά στα πόδια μου, εντελώς ακίνητος. Δεν είπε τίποτα, αλλά τα διαπεραστικά του μάτια με κοιτούσαν επίμονα. Ήταν μάτια τεράστια, και μέσα τους μπορούσα να διακρίνω ένα κόκκινο δίκτυο αγγείων. Το πρόσωπο του γέρου ήταν τελείως ανέκφραστο. Δεν μου έλεγε τίποτα. Έμοιαζε σαν μία πύλη προς το σκοτάδι.
Ήξερα πως τούτο δεν ήταν όνειρο πια. Είχα ξυπνήσει από τ’ όνειρο. Κι όχι επειδή έτυχε να ξυπνήσω σιγά-σιγά, αλλά επειδή τα βλέφαρά μου είχαν ανοιχτεί βίαια. Όχι, τούτο δεν ήταν όνειρο. Ήταν πραγματικότητα. Και στην πραγματικότητα, ένας γέρος που δεν τον είχα ξαναδεί στεκόταν κοντά στο κάτω μέρος του κρεβατιού. Κάτι έπρεπε να κάνω – ν’ ανάψω το φως, να ξυπνήσω τον άντρα μου, να ουρλιάξω. Προσπάθησα να κινηθώ. Πάλεψα για να μπουν σε κίνηση τα μέλη μου, αλλά τίποτα. Δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε το δακτυλάκι μου. Όταν μου έγινε σαφές ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να κουνηθώ, μ’ έπιασε ένας απερίγραπτος τρόμος, ένας αρχέγονος φόβος που δεν είχα βιώσει ποτέ μου, σαν μία ανατριχίλα που αναδύεται σιωπηλά απ’ το απύθμενο πηγάδι της ανάμνησης. Προσπάθησα να ουρλιάξω, αλλά δεν ήμουν ικανή να βγάλω κάποιον ήχο, ούτε καν να κουνήσω τη γλώσσα μου. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κοιτάζω τον γέρο.
Εκείνη τη στιγμή είδα ότι κρατούσε κάτι – ένα ψηλό, λεπτό, καμπυλωτό πράγμα που έβγαζε μια άσπρη λάμψη. Καθώς κοίταζα αυτό το αντικείμενο, απορώντας για το τι ακριβώς είναι, άρχισε να παίρνει ένα συγκεκριμένο σχήμα, όπως ακριβώς η σκιά πιο πριν. Ήταν μια κανάτα, μία παλιά κανάτα από πορσελάνη. Μετά από λίγη ώρα, ο άντρας έγειρε την κανάτα κι άρχισε να ρίχνει νερό πάνω στα πόδια μου. Δεν μπορούσα να αισθανθώ το νερό. Το είδα και το άκουσα να πλατσουρίζει καθώς έπεφτε πάνω στα πόδια μου, αλλά δεν αισθανόμουν τίποτα.
Ο γέρος συνέχισε να ρίχνει νερό στα πόδια μου. Τι παράξενο – όσο κι αν έριχνε, η κανάτα δεν άδειαζε ποτέ. Άρχισα ν’ ανησυχώ πως τα πόδια μου τελικά θα σάπιζαν και θα έλιωναν. Αυτό θα συνέβαινε, οπωσδήποτε. Τι άλλο θα μπορούσαν να πάθουν με τόσο νερό να χύνεται πάνω τους; Όταν μου πέρασε από το μυαλό ότι τα πόδια μου θα σάπιζαν και θα έλιωναν, δεν μπορούσα να το αντέξω άλλο.
Έκλεισα τα μάτια μου κι εξαπέλυσα ένα ουρλιαχτό τόσο δυνατό, που έμεινα χωρίς δυνάμεις. Αλλά δεν έφυγε ποτέ απ’ το σώμα μου. Αντηχούσε μέσα μου σιωπηλά, σπαράζοντας με και βγάζοντας την καρδιά μου εκτός λειτουργίας. Ό,τι είχα μέσα στο κεφάλι μου άσπρισε για μια στιγμή καθώς το ουρλιαχτό διαπέρασε το κάθε μου κύτταρο. Κάτι πέθανε μέσα μου. Κάτι έλιωσε, αφήνοντας μονάχα ένα ανατριχιαστικό κενό. Μια εκρηκτική λάμψη είχε αποτεφρώσει όλα όσα καθόριζαν τη ζωή μου.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου ο γέρος είχε φύγει. Η κανάτα είχε φύγει. Το κάλυμμά του κρεβατιού ήταν στεγνό και δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι είχαν βραχεί τα πόδια μου. Το κορμί μου όμως ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα, μία φρικτή ποσότητα ιδρώτα, περισσότερο ιδρώτα απ’ όσο φαντάστηκα ότι θα μπορούσε να παράγει ένας άνθρωπος. Κι όμως, ήταν αναμφίβολα ο δικός μου ιδρώτας.
Κούνησα το ένα δάκτυλο. Ύστερα άλλο ένα, κι άλλο ένα, κι όλα τα υπόλοιπα. Αμέσως μετά λύγισα τα χέρια μου και κατόπιν τα πόδια μου. Έκανα μια περιστροφική κίνηση με τα πέλματά μου και λύγισα τα γόνατα. Τα μέλη του σώματός μου δεν κινήθηκαν ακριβώς όπως θα έπρεπε, αλλά τουλάχιστον κινήθηκαν. Αφού έλεγξα προσεκτικά για να δω αν λειτουργούσαν όλα τα μέλη, σιγά-σιγά ανασηκώθηκα κι έκατσα. Σάρωσα όλο το δωμάτιο από τη μία γωνιά στην άλλη μέσα στο θαμπό φως που έμπαινε απ’ τα φώτα του δρόμου. Σίγουρα δεν ήταν εδώ ο γέρος.
Το ρολόι δίπλα στο μαξιλάρι μου έδειχνε 12:30. Μόνο μιάμιση ώρα κοιμόμουν. Στο κρεβάτι του, ο άντρας μου κοιμόταν βαριά. Δεν ακουγόταν καν η αναπνοή του. Πάντα έτσι κοιμάται, σαν να έχει εκλείψει κάθε εγκεφαλική δραστηριότητα από μέσα του. Δεν τον ξυπνάει σχεδόν καμία δύναμη.
Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και πήγα στο μπάνιο. Πέταξα το λουσμένο στον ιδρώτα νυχτικό μου στο πλυντήριο κι έκανα ντους. Αφού φόρεσα καθαρές πυτζάμες, πήγα στο καθιστικό, άνοιξα το φωτιστικό δαπέδου δίπλα στον καναπέ και κάθισα εκεί πίνοντας ένα γεμάτο ποτήρι κονιάκ. Δεν πίνω σχεδόν ποτέ. Όχι πως νοιώθω τη σωματική αποστροφή για το αλκοόλ που νοιώθει ο άντρας μου. Κάποτε έπινα αρκετά, μάλιστα, αλλά αφότου παντρεύτηκα, απλά το έκοψα. Μερικές φορές, όταν δυσκολευόμουν να κοιμηθώ, έπινα καμιά γουλιά κονιάκ. Εκείνο το βράδυ, όμως, αισθανόμουν ότι χρειαζόμουν ένα ολόκληρο ποτήρι για να ηρεμήσουν τα τεντωμένα νεύρα μου.
Το μόνο ποτό που είχαμε στο σπίτι ήταν ένα μπουκάλι Rémy Martin που καθόταν στον μπουφέ. Ήταν δώρο. Είχε περάσει τόσος καιρός που ούτε θυμόμουν ποιος μας το έφερε. Το μπουκάλι είχε μια λεπτή στρώση σκόνης. Δεν είχαμε  πραγματικά ποτήρια του κονιάκ, γι’ αυτό το έριχνα σε ένα κανονικό ποτήρι και το έπινα σιγά-σιγά.
Πρέπει να βρισκόμουν σε κατάσταση έκστασης, σκέφτηκα. Είχα ακούσει για την έκσταση από μια φίλη στο πανεπιστήμιο που είχε περάσει μία τέτοια εμπειρία. Όλα ήταν απίστευτα καθαρά, είχε πει. Δεν μπορείς να το πιστέψεις, ότι είναι ένα είδος ονείρου. «Δεν πίστευα ότι ήταν όνειρο όταν συνέβαινε, κι ακόμη δεν το πιστεύω». Έτσι ακριβώς αισθανόμουν κι εγώ. Βέβαια, πρέπει να ήταν όνειρο – ένα είδος ονείρου που δεν το νοιώθεις σαν όνειρο.
Αν και με εγκατέλειπε ο τρόμος, το σώμα μου δεν σταματούσε να τρέμει. Είχε μπει στο πετσί μου, όπως οι κυκλικές αναταράξεις στην επιφάνεια του νερού μετά από σεισμό. Μπορούσα να διακρίνω το ελαφρύ ρίγος που είχα.  Το ουρλιαχτό  το δημιούργησε. Εκείνο το ουρλιαχτό που δεν βρήκε ποτέ μαι φωνή ήταν ακόμη φυλακισμένο στο σώμα μου, κάνοντάς το να τρέμει.
Έκλεισα τα μάτια μου και κατάπια άλλη μια γουλιά κονιάκ. Η ζεστασιά απλώθηκε απ’ τον λαιμό μου στο στομάχι. Η αίσθηση ήταν τρομερά αληθινή.
Με αγωνία σκέφτηκα τον γιο μου. Η καρδιά μου άρχισε πάλι να χτυπά δυνατά. Έσπευσα από τον καναπέ στο δωμάτιό του. Κοιμόταν βαθιά, με το ένα χέρι πάνω στο στόμα του και το άλλο να εξέχει απ’ το κρεβάτι. Φαινόταν τόσο ασφαλής και ήρεμος όσο και ο άντρας μου. Ίσιωσα την κουβέρτα του. Αυτό που μου τάραξε τον ύπνο τόσο βίαια, είχε επιτεθεί μόνο σε μένα. Κανείς τους δεν αισθάνθηκε τίποτα.
Επέστρεψα στο καθιστικό και γυρόφερα εκεί. Δεν νύσταζα καθόλου.
Σκέφτηκα να πιω άλλο ένα ποτήρι κονιάκ. Ήθελα, μάλιστα, να πιω ακόμα περισσότερο αλκοόλ. Ήθελα να ζεστάνω το κορμί μου κι άλλο, να ηρεμήσω τα νεύρα μου κι άλλο και να αισθανθώ αυτό το δυνατό, διαπεραστικό άρωμα στο στόμα μου ξανά. Αφού δίστασα λίγο, αποφάσισα να μην το κάνω. Δεν ήθελα να ξεκινήσω τη μέρα μου μεθυσμένη. Έβαλα το κονιάκ πίσω στον μπουφέ, πήγα το ποτήρι στο νεροχύτη της κουζίνας και το έπλυνα. Βρήκα μερικές φράουλες στο ψυγείο και τις έφαγα.
Συνειδητοποίησα ότι τα ρίγη είχαν σχεδόν εγκαταλείψει το πετσί μου.
Τι ήταν ακριβώς ο μαυροφορεμένος γέρος; αναρωτήθηκα. Δεν τον είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Αυτά τα μαύρα ρούχα του ήταν τόσο παράξενα. Έμοιαζαν με μια στενή φόρμα, που όμως ήταν παλιομοδίτικη. Δεν είχα ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Κι αυτά τα μάτια – κόκκινα και ορθάνοιχτα. Ποιος ήταν; Γιατί έριχνε νερό πάνω στα πόδια μου; Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο;
Είχα ερωτήσεις, όχι απαντήσεις...

Haruki Murakami
Ο Ελέφαντας Εξαφανίζεται
Δεκαεπτά Ιστορίες
Μετάφραση Γιώργος Βουδικλάρης, Θανάσης Δούβρης
Εκδόσεις Κοάν 2007


Δεν υπάρχουν σχόλια: