.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΑΒΟΣΙΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΑΖΤΕΚΟΥΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΜΕΞΙΚΟΥ – SIR JAMES GEORGE FRAZER


Η τιμή να ζήσει κανείς για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα του θεού και να πεθάνει βίαια με την ίδια ιδιότητα, δεν περιοριζόταν μόνο στους άνδρες του Μεξικού. Και γυναίκες επιτρεπόταν ή μάλλον επιβαλλόταν ν' απολαύσουν τη δόξα και να πάρουν μέρος στην καταδίκη ως αντιπρόσωποι γυναικείων θεοτήτων. Έτσι, κατά τη μεγάλη γιορτή του Σεπτεμβρίου, από την οποία είχαν προηγηθεί εφτά ημέρες αυστηρής νηστείας, καθαγίαζαν μια νεαρή σκλάβα, δώδεκα ή δεκατριών ετών, την πιο όμορφη που μπορούσαν να βρουν, για να αντιπροσωπεύσει τη Θεά του Αραβοσίτου, Τσικομεκόχουατλ. Την έντυναν με τα στολίδια της θεάς, βάζοντας στο κεφάλι της μίτρα και στο λαιμό και στα χέρια της στάχυα αραβοσίτου, στερεώνοντας στο στέμμα του κεφαλιού της ένα πράσινο φτερό όρθιο, για να μιμείται το στάχυ του αραβοσίτου. Αυτό το έκαναν, μαθαίνουμε, για να δηλώσουν ότι ο αραβόσιτος ήταν σχεδόν ώριμος κατά την εποχή της γιορτής, αλλά επειδή ήταν ακόμα τρυφερός, διάλεγαν ένα κορίτσι τρυφερής ηλικίας για να παίξει το ρόλο της Θεάς του Αραβοσίτου. Όλη την ημέρα οδηγούσαν το φτωχό παιδί, μαζί με όλα του τα στολίδια, το πράσινο φτερό να κουνιέται στο κεφάλι του, από σπίτι σε σπίτι, χορεύοντας εύθυμα, για να χαροποιήσουν τους ανθρώπους, μετά την ανία και τις στερήσεις της νηστείας.
Το βράδυ, όλοι οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν στο ναό, οι αυλές του οποίου φωτίζονταν από πλήθος φανάρια και κεριά. Εκεί, περνούσαν τη νύχτα χωρίς να κοιμηθούν. Και τα μεσάνυχτα, ενώ οι σάλπιγγες, οι αυλοί και τα κέρατα έπαιζαν εορταστική μουσική, έφερναν έαν φορητό πλαίσιο ή φορείο, στολισμένο με γιρλάντες από στάχυα αραβοσίτου και πιπεριού και γεμάτο με σπόρους όλων των ειδών, το οποίο άφηναν μπροστά στην πόρτα του δωματίου όπου βρισκόταν το ξύλινο είδωλο της θεάς. Τώρα το δωμάτιο ήταν στολισμένο και στεφανωμένο, μέσα κι έξω, με στεφάνια από στάχυα αραβοσίτου και πιπεριού, από κολοκύθες, τριαντάφυλλα και κάθε είδους σπόρους, θαύμα να το βλέπεις. Όλο το πάτωμα ήταν σκεπασμένο από αυτές τις πράσινες προσφορές των ευσεβών. Όταν σταματούσε η μουσική, εμφανιζόταν μια ιερή πομπή από ιερείς και προεστούς, με κεριά που τρεμόσβηναν και θυμιατήρια που κάπνιζαν, η οποία προχωρούσε έχοντας στη μέση τη μικρή κόρη, που έπαιζε το ρόλο της θεάς. Τότε την έβαζαν ν' ανεβεί στο φορείο, όπου αυτή στεκόταν όρθια πάνω στον αραβόσιτο, στα πιπέρια και στις κολοκύθες, με τα οποία ήταν στρωμένο το φορείο, στηρίζοντας τα χέρια της σε δυο κιγκλιδώματα για να μην πέσει. Έπειτα οι ιερείς κουνούσαν γύρω της τα θυμιατήρια που κάπνιζαν. Η μουσική άρχιζε ξανά, και ενώ έπαιζε, ένας ανώτερος λειτουργός του ναού, μ' ένα ξυράφι στο χέρι του, πλησίαζε ξαφνικά τη μικρή κόρη και έκοβε μ' επιδεξιότητα το πράσινο φτερό που φορούσε στο κεφάλι της, μαζί με τα μαλλιά όπου ήταν αυτό στερεωμένο, κόβοντας το βόστρυχο από τη ρίζα. Έπειτα παρουσίαζε, με μεγάλη επισημότητα και περίπλοκες τριριμόνιες, το φτερό και τα μαλλιά στο ξύλινο είδωλο της θεάς, κλαίγοντας και ευχαριστώντας την για τους καρπούς της γης και την πλούσια σοδειά που είχε δώσει στους ανθρώπους εκείνο το χρόνο. Και καθώς αυτός έκλαιγε και προσευχόταν, όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονταν στις αυλές του ναού, έκλαιγαν και προσεύχονταν μαζί του. Όταν τελείωνε αυτή η τελετή, το κορίτσι κατέβαινε από το φορείο και οδηγούνταν με συνοδεία στο μέρος όπου θα περνούσε την υπόλοιπη νύχτα. Αλλά όλοι οι άνθρωποι φρουρούσαν στις αυλές του ναού, κάτω από το φως των δαυλών, μέχρι τα χαράματα.

Με τον ερχομό της ημέρας, οι αυλές του ναού εξακολουθούσαν να είναι γεμάτες από τα πλήθη, τα οποία θεωρούσαν ιεροσυλία να φύγουν από τον περίβολο. Και οι ιερείς έφερναν πάλι τη νέα ντυμένη με τη στολή της θεάς, με τη μίτρα στο κεφάλι της και τα στάχυα αραβοσίτου γύρω από το λαιμό της. Αυτή ανέβαινε ξανά στο φορητό πλαίσιο ή φορείο και στεκόταν σ' αυτό, στηριγμένη με τα χέρια της στα κιγκλιδώματα. Έπειτα οι πρεσβύτεροι του ναού το σήκωναν στους ώμους τους και, ενώ μερικοί κουνούσαν τα θυμιατήρια που κάπνιζαν και άλλοι έπαιζαν όργανα ή τραγουδούσαν, το μετέφεραν με πομπή μέσα από τη μεγάλη αυλή στη μεγάλη αίθουσα του θεού Huitzilopochtli και μετά πίσω στην αίθουσα, όπου βρισκόταν το ξύλινο είδωλο της Θεάς του Αραβοσίτου, την οποία εκπροσωπούσε η νεαρή κόρη. Εκεί, ανάγκαζαν τη νέα να κατεβεί από το φορείο και να σταθεί πάνω στο σωρό του αραβοσίτου και των λαχανικών που ήταν απλωμένα με αφθονία πάνω στο πάτωμα του ιερού δωματίου. Ενώ αυτή στεκόταν εκεί, όλοι οι πρεσβύτεροι και οι ευγενείς έρχονταν κατά σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλο, κρατώντας πιατάκια γεμάτα από ξερό και πηγμένο αίμα, το οποίο είχαν πάρει από τ' αυτιά τους με κανόνα, κατά τη διάρκεια της νηστείας των εφτά ημερών. Ο ένας μετά τον άλλο κάθονταν οκλαδόν μπροστά της, που αυτό ήταν ισοδύναμο με το δικό μας πέσιμο στα γόνατα, και ξύνοντας το αίμα από το πιατάκι, το έριχνε μπροστά της ως προσφορά για την ανταπόδοση των ευεργετημάτων τα οποία αυτή, ως ενσάρκωση της Θεάς του Αραβοσίτου, είχε δώσει σ' αυτούς. Όταν οι άντρες είχαν έτσι ταπεινά προσφέρει το αίμα τους στην ανθρώπινη αντιπρόσωπο της θεάς, οι γυναίκες, σχηματίζοντας μια μεγάλη σειρά, έκαναν το ίδιο, πέφτοντας καθεμιά με τα πισινά στο έδαφος, μπροστά στο κορίτσι, και ξύνοντας το αίμα της από το πιατάκι. Η τελετή διαρκούσε πολύ, γιατί μικροί και μεγάλοι, νέοι και γέροι, όλοι ανεξαίρετα, έπρεπε να περάσουν μπροστά από την ενσαρκωμένη θεότητα και να κάνουν την προσφορά τους. Όταν αυτό τελείωνε, οι άνθρωποι γύριζαν σπίτι χαρούμενοι, για να ξεφαντώσουν με κρέας και φαγητά κάθε είδους, με τέτοια χαρά μας είπαν, όπως και οι καλοί χριστιανοί το Πάσχα, που τρώνε κρέας και άλλα αρτύσιμα αγαθά, μετά από τη μεγάλη εγκράτεια της Σαρακοστής. Και αφού έτρωγαν και έπιναν πολύ και ξεκουράζονταν μετά τη νυχτερινή αγρύπνια, επέστρεφαν τελείως αναζωογονημένοι στο ναό, για να δουν το τέλος της γιορτής.
Και το τέλος της γιορτής ήταν το εξής: Οι ιερείς, αφού συγκεντρωνόταν το πλήθος, λιβάνιζαν μ' επισημότητα τη μικρή κόρη που εκπροσωπούσε τη θεά. Μετά, την έριχναν με την πλάτη πάνω στο σωρό του αραβοσίτου και των σπόρων, έκοβαν το κεφάλι της και μαζεύοντας μέσα σ' έναν κουβά το αίμα που ανάβλυζε, ράντιζαν με αυτό το ξύλινο είδωλο της θεάς, τους τοίχους της αίθουσας και τις προσφορές από σιτηρά, πιπέρια, κολοκύθες, σπόρους και λαχανικά που ήταν απλωμένα στο πάτωμα. Ύστερα από αυτό, έγδερναν το ακέφαλο κορμί και ένας από τους ιερείς έκανε ό,τι μπορούσε για να χωρέσει ο ίδιος μέσα στο ματωμένο δέρμα. Όταν το κατόρθωνε, οι άλλοι τον έντυναν με όλα τα ρούχα που είχε φορέσει το κορίτσι. Έβαζαν τη μίτρα στο κεφάλι του, το περιδέραιο από χρυσά στάχυα αραβοσίτου γύρω από το λαιμό του και τα στάχυα αραβοσίτου από φτερά και χρυσό στα χέρια του και έτσι στολισμένο τον οδηγούσαν μπροστά στο κοινό, ενώ όλοι χόρευαν στον ήχο των τυμπάνων, και αυτός έπαιζε το ρόλο του αρχηγού της φάλαγγας, πηδώντας και μπαίνοντας επικεφαλής της πομπής, όσο πιο ζωηρά μπορούσε κανείς να περιμένει από αυτόν καθώς ήταν ενοχλημένος από το σφιχτό και γλοιώδες δέρμα του κοριτσιού και από τα ρούχα του, τα οποία πρέπει να ήταν πολύ μικρά για έναν ώριμο άντρα.


Sir James George Frazer
Ο Χρυσός Κλώνος
Μελέτη για τη Μαγεία και τη Θρησκεία
Τόμος Δ'
Μετάφραση Μπονίτα Μπικάκη
Εκδόσεις Εκάτη 1994


Δεν υπάρχουν σχόλια: