.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

ΚΑΠΝΟΤΌΠΙΑ [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ] – ERSKINE CALDWELL


Κάθε φορά που ο Τζήτερ στοχαζόταν τη γης και το βιός πούχε χάσει, έλεγε πως για όλη τούτη τη συφορά φταίγαν οι αθρώποι. Ώρες-ώρες έλεγε πως το φταίξιμο είταν όσο να πεις και δικότου, πίστευε ωστόσο πεισματικά πως αν έφτασε στο χάλι πούχε φτάσει είταν γιατί τον πήραν στο λαιμότους οι άλοι. Όπως και νάναι, δεν τον κατηγόρησε και τόσο το λοχαγό Τζον όσο κατηγόρησε τους άλους. Ο λοχαγός Τζον τούχε φερθεί πάντοτες εντάξει κ' είχε κάνει γιαυτόν όσα δεν έκανε ποτέςτου άλος κανένας. Όταν ο Τζήτερ είχε ξεπεράσει το κρέντιτότου στα μαγαζιά του Φούλερ, ο λοχαγός Τζον δεν είπε κουβέντα. Τον άφικε κι αγόραζε αβέρτα. Το τέλος όμως δεν άργησε νάρθει. Με το ξεπερασμένο σύστημα του λοχαγού, η καλιέργεια του μπαμπακιού δε σύφερνε πια κι ο λοχαγός Τζον παράτησε τη φάρμα και μετακόμισε στην Ογκάστα. Δεν έκανε καμια προσπάθεια να δείξει στους κολήγουςτου πως να προσαρμοστούν στις νεότερες και πιο οικονομικές μέθοδες καλιέργειας γιατί νόμιζε πως είταν χαμένος κόπος κάθε τέτια προσπάθεια. Προτίμησε να πουλήσει τα ζώα και τα εργαλεία και να κατέβει στην Ογκάστα. Μια λογική εκμετάλευση των χτημάτωντου, των υποζυγίων και των εργαλείων θα μπορούσαν να δόσουν τη δυνατότητα στον Τζήτερ και σε ντουζίνες άλους σαν τον Τζήτερ που βρεθήκαν να εξαρτιούνται απ το λοχαγό Τζον , να βγάνουν σοδιές πυ θαν τους δίνανε το ψωμίτους και θαν τους περίσεβε κιόλας μπαμπάκι ναν το πουλήσουν με κέρδος. Ένας αγροτικός συνεταιρισμός θαν τους είχε σώσει όλους.
Τώρα ο Τζήτερ είχε πέσει στη φτώχεια και στην εξαθλίωση. Τούχαν πάρει τα μέσα για να ζήσει και πέθαινε λίγο λίγο της πείνας.
Όλος κείνος ο τόπος ένα γύρω είταν στην αρχή χτήμα του παπού του Τζήτερ. Εδώ κ' εβδομηνταπέντε χρόνια τα χώματάτου είταν τα καλύτερα σ' ολάκερη την κεντροδυτική Γεωργία. Ο παπούςτου είχε ξεχερσόσει το μεγαλύτερο μέρος απ τα χτήματα για να φυτέψει καπνό. Τα χώματα κείνη την εποχή είταν ένα κ' ένα για καπνό. Είταν ένας αμουδερός πηλός και τ' αυλάκι γινόταν βαθύ και στεγνό. Κ' είταν ακόμα εκατοντάδες οι ετοιμόροπες καπναποθήκες με σκασμένη τη λάσπη στους τοίχους – απομεινάρια της παλιάς φυτείας. Μερικές από δαύτες στέκονταν ακόμα, οι πιότερες όμως είχαν σαπίσει κ' είχαν πέσει χάμου σωρός.
Ο δρόμος που περνούσε μπροστά απ το σπίτι του Τζήτερ, είταν ο αρχικός ταμπακόδρομος πούχε φτιάξει ο παπούςτου. Είταν κάπου δεκαπέντε μίλια μακρύς και τράβαγε κατά τα νοτιοανατολικά απ τα ριζά των λόφων του Πιεντμόντ, όπου άρχιζαν οι αμόλοφοι, ως τους απότομους όχτους του ποταμού. Πάνω σε κείνον το δρόμο κυλάγανε τα βαρέλια με τον καπνό, κάτι μεγάλα βαρέλια γιομάτα φύλα καπνό που τον δούλευαν και τον ξέραιναν στις πλινθόχτιστες αποθήκες. Χιλιάδες βαρέλια κύλησαν έτσι απ την κορφή της πλαγιάς που ένονε την αλυσίδα των αμόλοφων κ' είχαν φτιάξει έναν καλοπάτητο και στέρεο δρόμο ολάκερη εκείνη την απόσταση τα δεκαπέντε μίλια. Άλοτες τα βαρέλια τα σπρόχνανε τσούρμα νέγροι ως τότες όμως ακολούθαγαν την κορυφογραμή της πλαγιάς γιατί αν ξέφευγαν από κει, τα μεγάλα βαρέλια θα κατρακύλαγαν το λόφο και θα πέφτανε μέσα στα ρέματα που τρέχανε πλάι-πλάι με το δρόμο και χύνονταν στο ποτάμι κιαν βρεχόταν ο καπνός θα χάλαγε και δε θ' άξιζε πεντάρα.
Ύστερα από εβδομηνταπέντε χρόνια, ο ταμπακόδρομος έμενε ακόμα και μόλο που σε πολλές μεριές είχε αρχίσει να δείχνει πως πάει να σβήσει, τα χαράγματάτου είταν τόσο βαθύ που θάμενε όσο κ' οι αμόλοφοι, είσαντε ντουζίνες οι ταμπακόδρομοι στη δυτική μεριά της κοιλάδας της Σαβάνας, μερικοί κανά μιλι μονάχα μάκρος, κιάλοι που τραβάγαν εικοσπέντε με τριάντα μίλια ως τα ριζά των λόφωντου Πιεντμόντ. Αν προπάταγες βορειοανατολικά, μπόραγες νάσαι σίγουρος πως θ' αντάμονες έξι κι οχτώ τέτιους ταμπακόδρομους σε μια μονάχα μέρα. Η περιοχή, είταν το κοτσάνι, πλατύ στο κάτου μέρος που άρχιζε σιγά-σιγά και διακλαδιζόταν σε φλέβες όσο προχώραγες προς τα πάνου. Στις πλαγιές της κοιλάδας οι χείμαροι τρέχανε σχηματίζοντας αυλακιές σαν τα νεύρα ενού φοινικόφυλου.
Ο πατέρας του Τζήτερ είχε κληρονομήσει τη μισή απ την αρχική φυτεία των Λέστερ και σελίγο η μισήτου κληρονομιά τούφυγε μές απ τα χέρια. Και πρώτα-πρώτα, βρέθηκε σ' αδυναμία να πλερόσει τους φόρους. Τα πιότερα στρέματα πουληθήκανε για να πλεροθεί ο φορατζής που όλο και πιότερα γύρευε από χρόνο σε χρόνο. Ό,τι απόμεινε, το δούλεψε όσο καλύτερα μπορούσε. Δεν έβαζε τίποτα άλο από μπαμπάκι. Εξαιτίας όμως ο αμουδερός πηλός, ο πατέρας του Τζήτερ βρισκόταν κάθε χρόνο στην ανάγκη να ρίχνει όλο και πιότερο λίπασμα. Η αμουδερή γης δεν μπόραγε να κρατήσει το λίπασμα σαν πέφταν οι μεγάλες καλοκαιριάτικες βροχές. Οι βροχές παράσερναν το λίπασμα πριν προφτάσουν οι ρίζες του μπαμπακιού ναν το ρουφήξουν.
Σα μεγάλοσε αρκετά ο Τζήτερ και μπόραε να δουλέψει στα χωράφια, η γης είχε γίνει τόσο φαγάνα που τα πιότερα χωράφια τ' αφήκανε να γίνουν πευκοδάσα. Η γης είχε εξαντληθεί απ το φύτεμα του μπαμπακιού τόσα χρόνια συνέχεια κ' είταν αδύνατο να βγάλεις πάνω απόνα τέταρτο της μπάλας απ' το κάθε στρέμ. Οι αγρότες ρίχναν όλο και πιότερο λίπασμα στα χωράφια και κείνο ξεπλενόταν όλο και πιο γρήγορα μες απ τ' αμουδερά χώματα, πριν προφτάσουν οι μπαμπακιές ναν τα τραβήξουν με τις ρίζες τους.
Σαν πέθανε ο πατέραςτου, του άφικε κληρονομιά ό,τι είχε απομείνει απ τα χωράφια και τα χρέη των Λέστερ. Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να γίνει είταν να κανονιστεί η υποθήκη. Για να πληρωθούν οι δανειστές, κόπηκε όλη η ξυλεία και πουλήθηκε κιάλο μεγάλο μέρος της γης. Δυό χρόνια αργότερα ο Τζήτερε βρέθηκε βουτηγμένος στα χρέη ως το λαιμό. Όταν ταχτοποιήθηκαν οι απαιτήσεις δεν είχε μήτε στρέμα γης δικότου μήτε σπίτι. Ο λοχαγός Τζον άφισε τον Τζήτερ και τη φαμίλιατου να μείνει σ' ένα απ τα σπίτια και να δουλέψει τα χωράφια μισακά. Αυτό έγινε δέκα χρόνια πριν απ τον Παγκόσμιο Πόλεμο.
Απο κει κι ύστερα ο Τζήτερ βούλιαζε στη φτώχια κάθε χρόνο και χειρότερα. Το πράμα φαίνεται νάφτασε ως εκεί που δεν έπαιρνε άλοόταν ο λοχαγός Τζόν πούλησε τα μουλάρια του και τ' άλλα ζώα και μετακόμισε στην Ογκάστα. Από τότες κ' ύστερα ο Τζήτερ έχασε και τα δυό τρίτα της σοδιάς πούπαιρνε για το μόχτοτου κάθε χρόνο και δεν ξαναβρέθηκε ποτέςτου πια νάχει πίστωση ανοιχτή για τρόφιμα, ταμπάκο κιάλα χρειαζούμενα, στα μαγαζιά του Φούλερ. Φεύγοντας ο λοχαγός Τζον πήρε μαζίτου και το κρέντιτο. Ο Τζήτερ τάχε χαμένα και δεν ήξερε τι να κάνει. Δίχως φαΐ και ταμπάκο – άρχισε ναν του φαίνεται πως δεν άξιζε τον κόπο να ζήσει μια τέτια ζωή.
Τα πιότερα παιδιά του είχαν φύγει κιόλας απ το σπίτι πηγαίνοντας στην Ογκάστα για αλού. Ο Τζήτερ δεν είχε ιδέα που ακριβώς βρίσκονταν τώρα.
Η Άντα τούχε φτιάξει δεκαεφτά παιδιά. Τα πέντε είχαν πεθάνει και τα δώδεκα π' απόμειναν, σκορπίσανε. Μονάχα η Έλη Μαίη κι ο Ντιούντ μέναν ακόμα σπίτι. Η Περλ έμενε δυό μίλια μόλις μακριά, δεν ήρθε όμως ποτέςτης να δει τον Τζήτερ και την Άντα, μήτε και κείνοι πήγαιναν ποτές ναν τη δούνε. Τα παιδιά πούχαν πεθάνει, είταν θαμένα εδώ και κει στη φάρμα. Η γης οργόθηκε μετά το θάνατότους κ' έτσι που δεν είχαν βάλει κανένα σημάδι στους τάφους, κανένας δεν ήξερε τώρα που να ψάξει, αν λάχαινε και του πέρναγε η ιδέα ναν τους βρει.
Εξόν απ τον Ντιούντ και την Έλη Μαίη, όλα τα παιδιά είταν παντρεμένα. Ο Τζήτερ νόμιζε πως ήξερε που βρίσκεται ο Τομ, δεν ήταν όμως και πολύ σίγουρος. Τούλαχε ν' ακούσει στα μαγαζιά του Φούλερ πως ο Τομ που είταν ο μεγαλύτερος γιόςτου, είχε ένα συνεργείο πούκοβε τραβέρσες στη γειτονική επαρχία, κάπου είκοσι μίλια μακριά.
Κανένας δεν είχε ιδέα που βρίσκονταν τ' άλα παιδιά, μήτε αν ζούσαν ακόμα όλατους. Η Λίζη Μπελ είταν η τελευταία πούχε φύγει απ το σπίτι. Είχε φύγει δω και πολά χρόνια λέγοντας πως θα πάγαινε να δουλέψει σ' ένα κλωστάδικο στο απέναντι μέρος του ποταμού, πέρα απ την Ογκάστα. Είταν καμιά δεκαριά και παραπάνου τα κλωστάδικα στην κοιλάδα του Χόρσκρικ, δεν είχε πει όμως σε ποιο απ όλα θα πάγαινε να πιάσει δουλιά. Του Τζήτερ τούχαν πει πως βρισκόταν ακόμα εκεί πως είχε παντρεφτεί κ' είχε κιόλας εφτά παιδιά. Δεν ήξερε αν είταν αλήθια όλα τούτα γιατί μήτε αυτός μήτε η Άντα λάβαινε ποτές κάνα γράματης.

Είταν φορές που ο Τζήτερ ένιοθε μοναξιά έτσι που δεν είχε όλα τα παιδιάτου γύρωτου και πολύ το λαχτάραγε να βρισκόταν κανένα να γύρναγε ναρχότανε ναν τόνε δει και για ναν τούγραφε κάνα γράμα. Κάθε φορά που στοχαζόταν κάτι τέτιο, αναρωτιόταν μήπως και του γράφανε και δεν τάπαιρνε τα γράματάτους. Δεν πέρναε επαρχιακός ταχυδρόμος απ τον ταμπακόδρομο μήτε κι ο Τζήτερ είχε γραματοκιβώτιο. Τόχε όμως ειπωμένα αμέτρητες φορές πως θα κατέβαινε καμιά μέρα στο ταχυδρομικό γραφείο του Φούλερ και θα ρώταγε αν είχε ρθει κάνα γράμα για λόγουτου απ τη Λίζη Μπέλ ή την Κλάρα ή τον Τομ ή από κανένα άλοτου παιδί. Κ' ήξερε πως θάπρεπε να βρει και κάπιονε ναν του διαβάσει το γράμα γιατί μήτε αυτός μήτε η Άντα μάθανε ποτέςτους να διαβάζουν. Είχε κατέβει στο Φούλερ χίλιες φορές από τότες που το πρωτοσκέφτηκε να ρωτήσει στο ταχυδρομείο μην έχει κάνα γράμα, ως τώρα όμως ακόμε δεν τάχε καταφέρει να περάσει να ρωτήσει.
Έλπιζε πως καμιά μέρα θαν του ρχόταν βολετό να ξεκινήσει και να πάει στην επαρχία Μπαρκ να δει τον Τομ. Χρόνια τώρα σκεδίαζε να κάνει αυτό το ταξίδι, όμως κάθε φορά όλο και κάπιο εμπόδιο θαν τούμπαινε μπροστά. Άλοτες έφταιγε κείνη η σακαράκα τ' αυτοκίνητο που δεν έλεγε να ξεκινήσει κιάλοτες του τα χάλαγε ο καιρός κ' οι λάσπες στους δρόμους.
Το ταξίδι για να δει τον Τομ το σκεδίαζε για δυό λόγους. Ήθελε φυσικά να δει το γιότου και να κάτσει ναν τα πούνε, ο σπουδαιότερος λόγος ωστόσο είταν που ο Τζήτερ πίστευε πως ο Τομ θαν τούκοβε ένα ταχτικό μηνιάτικο σα μάθαινε πόσο άσκημα είχε ρέψει στην πείνα και πόσο κάναν κρα κι αυτός κ' η Άντα για λίγη μάσα και ταμπάκο. Απ όσα είχε ακουστά ο Τζήτερ στα μαγαζιά του Φούλερ, είχε καταλάβει πως δε θάτανε τίποτα για τον Τομ ναν του δίνει λίγα δολάρια κάθε βδομάδα. Όλοι του λέγανε πως ο Τόμ είχε πενήντα μ' εξήντα μουλάρια και τα διπλά βόδια κ' έβαζε ένα σωρό λεφτά στο πουγγίτου απ τις τραβέρσες που πούλαγε στους σιδερόδρομους. Ο Τζήτερ τάχε ακούσει πολές φορές όλ αυτά στο Φούλερ και δεν τούμενε καμιά αμφιβολία πως είταν αλήθια. Δεν τόβαζε ο νουςτου πως ο Τομ θ' αρνιόταν ποτές ναν τους συντρέξει, αυτόνε και την Άντα, σαν πάγαινε και τούλεγε τι φτώχια τους έδερνε. Τώρα πούχαν περάσει τα κρύα κ' οι βροχές του χειμώνα, ο Τζήτερ έλπιζε πως θαν τα κατάφερνε καμιά μέρα να κάνει το ταξίδι σαν έμπαινε το καλοκαίρι. Δεν θάχε λάσπες στους δρόμους τότες πια και θ' αργούσε να σκοτεινιάσει.
Ο χειμώνας που πέρναγε κ' η άνοιξη π' άρχιζε κ' έμπαινε σιγά-σιγά, είχαν τη συνηθισμένητους επίδραση πάνου στον Τζήτερ. Οι ζεστές τελευταίες μέρες του Φλεβάρη, είχαν ξυπνήσει και πάλι μέσατου τη λαχτάρα να οργόσει τη γης. Κάθε χρονιά, τέτια εποχή, έβαζε ξανά τα δυνατάτου να κάνει χωράφι και νάβρει τρόπο ν' αγοράσει τον μπαμπακόσπορο και το λίπασμα με κρέντιτο απ τα μαγαζιά του Φούλερ. Όσο κιαν παιδευόταν κατάληγε πάντα να βρεθεί μπροστά σε μαγαζάτορες που του κόβανε με το μαχαίρι την κουβέντα κι αρνιόνταν ναν του δόκουν μιας πεντάρας κρέντιτο. Ωστόσο ο Τζήτερ έβαζε φωτιά σε κάνα-δυό χωράφια κάθε άνοιξη και τα καθάριζε απ τα βούρλα έτσι που νάναι έτοιμα για όργομα αν λάχαινε και βρισκόταν κανένας ναν του δανείσει ένα μουλάρι και ναν του δόκει λίγο μπαμπακόσπορο και λίπασμα. Κάθε άνοιξη τούτα τα τελευταία έξη-εφτά χρόνια, ξανά και μάτα πάλε, η ίδια ιστορία.
Ο Τζήτερ είχε κληρονομημένον έναν έρωτα για τη γης που όλα τα παθήματα κ' οι καταστροφές δεν είχαν καταφέρει ναν τον ξεριζόσουν από μέσατου. Είχε ζήσει όλη τη ζωήτου σ' ένα μικρό απομεινάρι της φυτείας των Λέστερ και μόλο που τόξερε καλά πως μήτε αυτό το απομεινάρι δεν είταν νομικά δικότου, ένιοθε πως θα πέθαινε αν αναγκαζότανε να φύγει από κει. Κιαν ακόμα του δινόταν η ευκαιρία να πάει και να δουλέψει στη φάρμα κανενός άλου μισακά, πάλε δε θα δεχότανε να πάει και να ζήσει ακόμα και να δουλέψει στα κλωστάδικα. Το ανήσυχο ρεύμα των άλων κολήγων που φεύγαν και τραβάγαν για τις φάμπρικες, τον άφινε αδιάφορο τον Τζήτερ. Μπορεί νάναι καμπόσοι που τόχουν στο σκαρίτους να δουλεύουν στα κλωστάδικα, έλεγε, όσο για μένανε όμως, κάλιο τόχω να πεθάνω της πείνας παρά ν' απαρατήσω τη γης. Εφτά χρόνια τώρα, δεν είχε αλάξει γνώμη. Αν άλαξε σε κάτι, είταν που τόχε πάρει πιο πεισματικά απόφαση από κάθε άλη φορά να μείνει κει που βρισκόταν με κάθε θυσία.
Σαν έφυγε η Λίζη Μπελ απ το σπίτι, η Άντα είχε πει πως της καλάρεσε να μετακομίσει κ' ελόουτης στην Ογκάστα. Ο Τζήτερ όμως δεν ίδρονε τ' αυτίτου ό,τι κιαν τούλεγε. Μήτε στιγμή δεν τόχε λαχταρήσει ποτέςτου ν' απαρατήσει τη γης και να ζήσει σε μια πολιτεία με φάμπρικες.
-Οι αθρώποι της πολιτείας, έχουνε χούγια που δεν τα γουστέρνει ο Κύριος Ημών, είχε πει ο Τζήτερ κουνόντας το κεφάλιτου. Δεν είναι θέλημα του Κύριου Ημών ένας άθρωπος πούχει μέσατου τη μυρουδιά της γης να πάει και να κλειστεί σε μια φάμπρικα στην Ογκάστα. Μπορεί νάναι καμπόσοι που ναν τόχει το σκαρίτους να ξηγιούνται τέτοιας λογής, όμως ο Κύριος Ημών δεν τόβανε ποτέςτου κατανού να κάνω και γω το ίδιο. Μ' έβανε δω χάμου στη γης να πορευτώ και δεν τόχω σκοπό ναν τήνε παρατήσω. Αν είταν να μένω κλεισμένος οληνώρα μέσα σε μια φάμπρικα, θάνιοθα όπως νιόθει ένα κοτόπουλο που του κόβεις το κεφάλι.
-Μιλάς σα γερομπουνταλάς, είχε πει η Άντα ζοχαδιασμένη. Χίλιες βολές καλυτερα ναν τη βολέψεις στις φάμπρικες παρά να κάθεσαι δω χάμου στον ταμπακόδρομο και να ψοφάς της πείνας. Κάτου κει θα μπόραγα νάχα όσο ταμπάκο γουστάριζε η καρδιάμου. Δω χάμου όμως δεν έχω μήτε τόσο που να φτάνει να μου κόψει τη λιγούρα.
-Ο Κύριος Ημών τόχει σκοπό να μας συντρέξει, της είχε αποκριθεί ο Τζήτερ. Ετοιμάζουμαι κιόλας να δεχτώ την απλοχεριάτου. Λέω με το νουμου, πως μπορεί να μας θυμηθεί απ ώρα σ' ώρα. Δε θα μας αφίκει να μείνουμε δω πέρα και να ψοφήσουμε της πείνας. Θα μας στείλει όπου νάναι λίγο ταμπάκο και τίποτις για μάσα. Σ' όλημου τη ζωή στάθηκα θεοφοβούμενος άθρωπος κι ο Κύριος Ημών δε θα μ' αφίκει να βασανίζουμαι άλο.
-Κάτσε κει που κάθεσαι και καρτέρα! Δέκα χρόνια να περάσουν, στο ίδιο χάλι θάσαι – α δεν τάχεις τινάξει μέχρι τότες. Ακόμα και τα παιδιά σταθήκανε πιο μυαλομένα από σένα – μην τάχα δε μας απαράτησαν και φύγανε να δουλέψουν στις φάμπρικες μόλις μεγαλόσανε μια στάλα; Τόδανε πως δεν φελάει να κάθουνται δω χάμου να περμένουν ναν τους βάλεις συ καμιά μπουκιά στ άδιοτους στόμα και στις άδιεςτους κοιλιές. Το πήραν χαμπάρι πως δε θα κούναγες ποτές μήτε το μικρόσου δάχτυλο για ναν το ταΐσεις. Μόνε να κάθεσαι και να γλωσοκοπανάς είσαι άξιος. Α δεν είμανε τόσο γριά, θα σηκονόμουνα τούτη τη στιγμή και θα πάγαινα στις φάμπρικες να βγάνω κάνα μεροκάματο.
-Ο Κύριος Ημών μου στέλνει κάθε λογής κακό και συφορά, μόνο και μόνο για να δοκιμάσει την ψυχήμου. Σίγουρα θαν τόχει σκοπό να κάνει κάτιτις σπουδαίο και μεγάλο για λόουμου γιατί, μα την αλήθεια με δοκιμάζει σκληρά. Σάμπως να μου φαίνεται πως στοχάζεται και λέει: Άμα τα καταφέρει ο Τζήτερ και τα βγάλει πέρα με τη φαμελιάτου, μπορεί ναν τούχω εμπιστοσύνη πως θαν τον βάνει κάτου και τον οξαποδώ.
-Σιγά τον πολυέλαιο! είχε πει η Άντα. Άμα ο Κύριος Ημών δεν πει να κουνήσει το χεράκιτου τώρα σύντομα, κλάψεμας. Το φουκαριάρικο το στομάχιμου το τρελαίνουν οι πόνοι ολημερίς, σα δεν έχω λίγο ταμπάκο να μου κόψει τη λιγούρα.



ERSKINE CALDWELL
ΚΑΠΝΟΤΌΠΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια: