.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021

Πρώτη γεύση από αίμα – James Ellroy



Την Παρασκευή 10 Ιουνίου του 1964 άρχιζε το μουσικό αφιέρωμα του σταθμού KRLA σε παλιές  χρυσές  επιτυχίες. Οι δύο συνωμότες που έκαναν ανίχνευση στο χώρο όπου θα γινόταν η «απαγωγή» άνοιξαν τέρμα το φορητό ραδιόφωνό τους για να πνίξουν τη φασαρία από τα ηλεκτρικά πριόνια, τα σφυριά και τους λοστούς. O σαματάς από την ανακαίνιση της αίθουσας στον τρίτο όροφο και η μουσική των Fleetwood ρίχτηκαν στη μάχη για την εξασφάλιση της ηχητικής υπεροχής.
O Λάρι «Μπέρντμαν» Κρεγκ είχε κολλήσει το ραδιόφωνο στο αυτί του. Του προξενούσε κατάπληξη που όλα αυτά τα μαστορέματα γίνονταν μόλις μία βδομάδα πριν κλείσει το σχολείο για το καλοκαίρι. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο Gary U.S. Bonds βγήκε στα ραδιοκύματα τραγουδώντας: «Τελείωσε επιτέλους το σχολείο και χαίρομαι που πέρασα την τάξη». O Λάρι έπεσε στο πλαστικό δάπεδο, πάνω στα πριονίδια, και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Μπορεί να έκλεινε το σχολείο, αλλά ο ίδιος δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει την τάξη, παρ’ όλα αυτά στ’ αρχίδια του, δεν έδινε μία. Κυλιόταν χάμω αδιαφορώντας για το χνουδάτο μοβ πουκάμισο Sir Guy που είχε σουφρώσει πρόσφατα.
O Nτέλμπερτ «Γουάιτι» Χέινς είχε αρχίσει να αηδιάζει και να του τη δίνει κανονικά. O Μπέρντμαν ή ήταν ψυχάκιας ή παρίστανε τον ψυχάκια, που πάει να πει πως το τσιράκι του μια ζωή ήταν πιο έξυπνος απ’ αυτόν, που πάει να πει ότι γελούσε σε βάρος του. O Γουάιτι περίμενε να σταματήσει ο Λάρι τα γέλια, και τότε ακούμπησε τις παλάμες του κάτω σαν να έκανε πουσάπς και σηκώθηκε. Ήξερε τι θ’ ακολουθούσε – ένα κατεβατό από πρόστυχα σχόλια για τα πουσάπς που έκανε πάνω από τη Ρούθι Ρόζενμπεργκ, και πώς ο Λάρι θα την έβαζε να του πάρει πίπα ενώ θα ήταν κρεμασμένος από τους κρίκους στο γυμναστήριο των κοριτσιών.
Το γέλιο του Λάρι ξεθύμανε και άνοιξε το στόμα του να μιλήσει. Αλλά ο Γουάιτι δεν τον άφησε να φτάσει μέχρι εκεί. Του άρεσε η Ρούθι και δεν γούσταρε ν’ ακούει να βρίζουν τα καλά κορίτσια. Έστριψε τη μύτη της μπότας του ανάμεσα στις ωμοπλάτες του Λάρι, στο σημείο που ήξερε ότι ο πόνος ήταν δυνατός σαν ηλεκτρική εκκένωση. O Λάρι τσίριξε και πετάχτηκε όρθιος, σφίγγοντας το ραδιόφωνο πάνω στο στήθος του.
«Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό».
«Όχι, αλλά το έκανα» είπε ο Γουάιτι. «Μπορώ και διαβάζω το μυαλό σου, ψυχάκια. Τάχα μου ψυχάκια. Γι’ αυτό μην πεις κακά λόγια για τα καλά κορίτσια. Με το κωλόπαιδο είπαμε να τα βάλουμε, όχι με τα καλά κορίτσια».
O Λάρι συγκατένευσε. O Γουάιτι τον είχε βάλει σ’ ένα πολύ σημαντικό σχέδιο, κι αυτό αρκούσε για να του περάσει ο θυμός για το χτύπημα. Πήγε στο πιο κοντινό παράθυρο, κοίταξε έξω και σκέφτηκε τον ποιητή με τα μαλακά δερμάτινα μοκασίνια του, τα πουλοβεράκια του με τους ρόμβους, το στιλάκι του ομορφόπαιδου και την ποιητική του επιθεώρηση, που την τύπωνε πάνω από το φωτογραφείο στην Αλβαράντο, εκεί όπου ζούσε, σκουπίζοντας κάθε μέρα το μαγαζί με αντάλλαγμα τροφή και στέγη.
Η Ποιητική Επιθεώρηση του Γυμνασίου Μάρσαλ. Σαχλά, αδελφίστικα ποιήματα. Ξενέρωτες ερωτικές μαλακίες που όλοι ήξεραν ότι ήταν αφιερωμένες σ’ εκείνη την ψηλομύτα Ιρλανδέζα που είχε έρθει στο σχολείο με μετεγγραφή από τις καλόγριες και στις κρυόκωλες ψηλομύτες σκύλες της ποιητικής αυλής της. Και φαρμακερές επιθέσεις σ’ αυτόν, στον Γουάιτι και σε όλους τους σωστούς ντόπιους μαθητές του Μάρσαλ. Τη φορά που ο Λάρι είχε φτιαχτεί με κόλλα και είχε πετάξει μια μολότοφ στο «Folk Song Club», η Επιθεώρηση είχε μνημονεύσει το επεισόδιο δημοσιεύοντας ένα σκίτσο του με φόρμα καταδρομέα και ένα αδυσώπητο τετράστιχο:

Ένας παλικαράς καινούργιος εμφανίστηκε,
τον λένε Μπέρντμαν και για γράμματα ποτέ του
δεν σκοτίστηκε.
Όπλα του η ύπουλη επίθεση και η ψευτομαγκιά του,
και σίγουρα δεν στέκει και πάρα πολύ στα καλά του.

O Γουάιτι την είχε πατήσει πολύ χειρότερα. Όταν είχε σπάσει στο ξύλο τον Μπιγκ Τζον Καφετζιάν σε έναν τίμιο καβγά στη Θολωτή Αυλή, ο σαχλαμάρας αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος της Επιθεώρησης και ένα «επικό» ποίημα που περιέγραφε το συμβάν, αποκαλούσε τον Γουάιτι «θλιβερό σκουπίδι και άθλιο λευκό προβοκάτορα», και τελείωνε με μια πρόβλεψη για το μέλλον του, με τη μορφή επιτάφιου ύμνου:

Καμιά νεκροψία ποτέ δεν θα δείξει
αυτό που η μαύρη καρδιά του βαθιά έχει κρύψει·
το μίσος κι ο τρόμος βασιλεύουν
στο μεγάλο κενό πίσω απ’ τα μπράτσα που παλεύουν.

O Λάρι είχε προθυμοποιηθεί να πάρει μια γρήγορη εκδίκηση για τον Γουάιτι, κάνοντας χάρη και στον εαυτό του ταυτόχρονα. Άλλον έναν καβγά ή μια μολότοφ, είχε πει ο υπεύθυνος Αρρένων, και θα έτρωγε οριστική αποβολή – και μόνο στη σκέψη ότι τέρμα το σχολείο, ο Λάρι κατουριόταν πάνω του από τη χαρά του. Αλλά ο Γουάιτι είχε απορρίψει την ιδέα της γρήγορης εκδίκησης λέγοντας: «Όχι, παραείναι εύκολο. O αλήτης πρέπει να υποφέρει όπως εμείς. Μας έκανε ρεζίλι σε όλο το σχολείο. Θα του το ανταποδώσουμε και με το παραπάνω».


Έτσι καταστρώθηκε το σχέδιο να τον ξεβρακώσουν, να τον μαυρίσουν στο ξύλο, να του μπογιατίσουν τα γεννητικά όργανα και να τον ξυρίσουν. Τώρα, αν όλα πήγαιναν καλά, είχε φτάσει η στιγμή. O Λάρι κοίταξε τον Γουάιτι που σχεδίαζε με το δάχτυλο σβάστικες στο ψιλό πριονίδι. Στο ραδιόφωνο τελείωσε η διασκευή του «Come go with me» από τους Del-Vikings κι άρχισαν οι ειδήσεις, που σήμαινε ότι η ώρα ήταν τρεις. Ένα λεπτό αργότερα ακούστηκαν τα ξεφωνητά των μαστόρων, και ο Λάρι τούς παρακολούθησε να μαζεύουν τα σύνεργα και τα ηλεκτροκίνητα εργαλεία τους και να την κοπανάνε του σκοτωμού από την κεντρική εσωτερική σκάλα, αφήνοντάς τους μόνους στο σχολείο να περιμένουν τον ποιητή.
O Λάρι ξεροκατάπιε και σκούντησε τον Γουάιτι κάπως φοβισμένα, μήπως και τον ενοχλούσε στο αθόρυβο καλλιτεχνικό του έργο.
«Είσαι σίγουρος ότι θα ’ρθει; Κι αν ψυλλιαστεί ότι είναι ψεύτικο το σημείωμα;»
O Γουάιτι σηκώθηκε από το πάτωμα, τον κοίταξε κι έριξε μια κλοτσιά στη μισάνοιχτη μεταλλική πόρτα μιας εντοιχισμένης ντουλάπας, ξεκολλώντας την από τους μεντεσέδες της.
«Θα έρθει. Σημείωμα από την ιρλανδέζα γκόμενα; Σίγουρα θα νομίσει ότι είναι ραβασάκι για ερωτικό ραντεβού. Χαλάρωσε. Έβαλα την αδερφή μου και το ’γραψε. Ροζ χαρτί αλληλογραφίας, κοριτσίστικο γράψιμο. Μόνο που δεν θα είναι ερωτικό το ραντεβού. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, ε πατριωτάκι;»
O Λάρι κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Καταλάβαινε.
Oι συνωμότες περίμεναν αμίλητοι, ο Λάρι ονειροπολώντας και ο Γουάιτι ψαχουλεύοντας τα παρατημένα ντουλάπια των μαθητών μήπως και βρει τίποτα αφημένο μέσα. Με το που άκουσαν βήματα αποκάτω τους, στο διάδρομο του δεύτερου ορόφου, ο Λάρι τράβηξε από μια χαρτοσακούλα του μπακάλη ένα βαμβακερό σώβρακο, ενώ από την τσέπη του έβγαλε ένα σωληνάριο πολύ δυνατή κόλλα. Άδειασε όλο το σωληνάριο στο σώβρακο, κι ύστερα κόλλησε με την πλάτη στα εντοιχισμένα ντουλάπια που ήταν πιο κοντά στο κεφαλόσκαλο. O Γουάιτι μαζεύτηκε δίπλα του, με ένα ξεσκονόπανο τυλιγμένο στη δεξιά του γροθιά.
«Αγαπημένη;»
Προηγήθηκε η ψιθυριστή, διστακτική φωνή, και ακολούθησαν τα βήματα, που έμοιαζαν να γίνονται όλο και πιο τολμηρά όσο ανέβαιναν προς το κεφαλόσκαλο του ορόφου. O Γουάιτι μετρούσε από μέσα του. Όταν υπολόγισε ότι ο ποιητής είχε φτάσει σε απόσταση που μπορούσε να τον πιάσει με τα χέρια του, έκανε πέρα τον Λάρι και κόλλησε στον τοίχο, ακριβώς δίπλα στο τελευταίο σκαλοπάτι.
«Αγάπη μου;»
O Λάρι άρχισε να γελάει, και τότε ο ποιητής κοκάλωσε με το ένα πόδι στο επόμενο σκαλοπάτι και το χέρι του πάνω στην κουπαστή της σκάλας. O Γουάιτι βούτηξε αυτό το χέρι και το τράβηξε με δύναμη προς τα πάνω, ρίχνοντας τον ποιητή μπρούμυτα στα δύο τελευταία σκαλοπάτια. Τράβηξε πάλι με φόρα, και μετά χαλάρωσε την πίεση ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε για να βρεθεί ο ποιητής γονατισμένος στο πάτωμα, στην κορυφή της σκάλας.
Όταν ο αντίπαλός του σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε με ένα ανήμπορο, παρακλητικό βλέμμα, ο Γουάιτι τον κλότσησε στο στομάχι, κι όταν άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα τον τράβηξε και τον σήκωσε όρθιο.
«Τώρα, Μπέρντμαν!» στρίγκλισε ο Γουάιτι.
O Λάρι τύλιξε το μουλιασμένο στην κόλλα σώβρακο γύρω από το στόμα και τα ρουθούνια του ποιητή, και το κράτησε εκεί ώσπου το τρέμουλο έγινε γουργούρισμα και το δέρμα στους κροτάφους από ροζ κόκκινο κι έπειτα μπλε, κι ο ποιητής άρχισε να αγκομαχάει πασχίζοντας ν’ αναπνεύσει.
O Λάρι χαλάρωσε την πίεση κι έκανε πίσω, αφήνοντας το σώβρακο να πέσει στο πάτωμα. O ποιητής σηκώθηκε όρθιος σπαρταρώντας, έγειρε προς τα πίσω κι έσκασε πάνω στη μισάνοιχτη πόρτα ενός ντουλαπιού. O Γουάιτι έμεινε στη θέση του, με τις γροθιές σφιγμένες, και παρακολουθούσε τον ποιητή που σφάδαζε χωρίς να μπορεί να πάρει ανάσα.
«Τον σκοτώσαμε» ψιθύριζε. «Γαμώ το Θεό μου, τον σκοτώσαμε».
O Λάρι είχε πέσει στα γόνατα και σταυροκοπιόταν κάνοντας προσευχές, όταν ο ποιητής κατάφερε τελικά να ρουφήξει αέρα μ’ ένα από τα αγκομαχητά του. Τον έβγαλε φτύνοντας μαζί κι έναν τεράστιο σβόλο από πηγμένη κόλλα και φλέματα, κι άρχισε να ψελλίζει στριγκά:
«Σκ... σκ... σκ... σκουλήκι!».
O ποιητής ξεστόμισε τη λέξη μαζί με την πρώτη ανάσα που πήρε. Το χρώμα του άρχισε να ξαναγίνεται κανονικό και ανασηκώθηκε αργά στα γόνατα.
«Σκουλήκι! Λευκό σκουπίδι, απόβρασμα, σκουλήκι! Ηλίθιε, άσχημε, κακέ, ανήθικε!»
O Γουάιτι Χέινς έβαλε τα γέλια καθώς τον πλημμύρισε η ανακούφιση. O Λάρι Κρεγκ ανάσαινε με ξερά αναφιλητά, από ανακούφιση κι αυτός, και τα χέρια του που ήταν σταυρωμένα σε προσευχή σφίχτηκαν σε γροθιές. Το γέλιο του Γουάιτι έγινε υστερικό. O ποιητής, όρθιος τώρα, έστρεψε όλη του την οργή σ’ αυτόν:
«Ανδρείκελο, κουρδιστέ δρυοκολάπτη! Καμιά γυναίκα δεν πρόκειται να σ’ αγγίξει ποτέ! Τα κορίτσια που ξέρω εγώ γελάνε όλα μ’ εσένα και το ανύπαρκτο πουλί σου! Χωρίς πουλί δεν έχει σεξ!».
O Γουάιτι φούντωσε κι άρχισε να τρέμει. Σήκωσε το δεξί του πόδι κι έριξε μια κλοτσιά με όλη του τη δύναμη στα γεννητικά όργανα του ποιητή. O ποιητής ούρλιαξε κι έπεσε στα γόνατα.
«Άνοιξε το ραδιόφωνο!» φώναξε ο Γουάιτι. «Τέρμα!»


O Λάρι υπάκουσε. O ήχος των Beachboys πλημμύρισε το διάδρομο, και ο Γουάιτι άρχισε στις κλοτσιές και στις μπουνιές τον ποιητή, που, πεσμένος στο πάτωμα και κουλουριασμένος σε εμβρυακή στάση, δεν έλεγε να σταματήσει να μουρμουρίζει «Σκουλήκι! Σκουλήκι!», ενώ τα χτυπήματα έπεφταν βροχή.
Όταν το πρόσωπο και τα χέρια του ποιητή είχαν πια καλυφθεί με αίμα, ο Γουάιτι έκανε πίσω για να απολαύσει την εκδίκησή του. Κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του για να σερβίρει στον ποιητή μια ζεστή και υγρή χαριστική βολή, και διαπίστωσε ότι του είχε σηκωθεί. Το πρόσεξε και ο Λάρι, και κοίταξε τον αρχηγό του μήπως κι έπαιρνε μια ιδέα για το τι υποτίθεται ότι θα γινόταν τώρα. Ξαφνικά ο Γουάιτι τρομοκρατήθηκε. Κοίταξε κάτω, τον ποιητή, που βόγκηξε πάλι «Σκουλήκι!» κι έφτυσε ένα ρυάκι αίμα πάνω στη στρατιωτική μπότα του με την ατσάλινη ενίσχυση στη μύτη. Τότε ο Γουάιτι κατάλαβε τι σήμαινε η στύση του, γονάτισε δίπλα στον ποιητή, του έβγαλε το κοτλέ Levi’s και το μποξεράκι αποκάτω, κι έπεσε άγαρμπα πάνω του πλακώνοντάς τον. O ποιητής ούρλιαξε, μόνο μία φορά, όταν μπήκε μέσα του. Μετά, κατά έναν περίεργο τρόπο, η ανάσα του σταθεροποιήθηκε σε κάτι σαν ειρωνικό γέλιο. O Γουάιτι τελείωσε, τραβήχτηκε και κοίταξε τον σοκαρισμένο Λάρι για υποστήριξη. Για να τον διευκολύνει, ανέβασε κι άλλο την ένταση του ραδιοφώνου, κάνοντας ένα τραγούδι του Έλβις Πρίσλεϊ να ακουστεί σαν στριγκό θρηνητικό ουρλιαχτό. Ύστερα στάθηκε παραδίπλα και παρακολούθησε το τσιράκι του να συγκατατίθεται στην τελική του πρόταση.


Τον άφησαν εκεί, ανίκανο για δάκρυα και χωρίς τη θέληση να αισθανθεί τίποτα πέρα από την κενότητα της συντριβής του. Πάνω που πήγαιναν να φύγουν, στο ραδιόφωνο άρχισε να παίζει το «Cathy’s Clown» των Everly Brothers. Γέλασαν και οι δύο, και ο Γουάιτι του έριξε μια τελευταία κλοτσιά.
O ποιητής έμεινε πεσμένος εκεί μέχρι που σιγουρεύτηκε ότι το προαύλιο του σχολείου ήταν τελείως έρημο. Σκεφτόταν την αληθινή αγάπη του και φανταζόταν ότι τώρα ήταν μαζί του, με το κεφάλι γερμένο στο στήθος του, να του λέει πόσο πολύ της άρεσαν τα σονέτα που έγραφε γι’ αυτήν.
Τελικά σηκώθηκε όρθιος. Δυσκολευόταν να περπατήσει. Σε κάθε βήμα ένας καυτός πόνος τού τρυπούσε τα σωθικά κι ανέβαινε ως το στήθος του. Ψηλάφισε το πρόσωπό του. Ήταν καλυμμένο με μια κολλώδη κρούστα που πρέπει να ήταν αίμα. Το έτριψε μανιασμένα με το μανίκι του, ώσπου από τα γδαρσίματα άρχισε να κυλάει φρέσκο αίμα πάνω στο λείο δέρμα. Αυτό τον έκανε να αισθανθεί καλύτερα, και το γεγονός ότι δεν είχε βγάλει ούτε ένα δάκρυ τον έκανε να αισθανθεί ακόμα πιο καλά.
Εκτός από κάτι σκόρπιες ομάδες παιδιών που περιφέρονταν παίζοντας κυνηγητό, το μεγάλο προαύλιο ήταν έρημο, και ο ποιητής το διέσχισε με αργά, οδυνηρά βήματα. Σιγά σιγά άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ένα ζεστό υγρό κυλούσε στο εσωτερικό των ποδιών του. Σήκωσε το δεξί μπατζάκι του παντελονιού του και είδε ότι η κάλτσα του είχε μουσκέψει από αίμα ανάκατο μ’ ένα ασπριδερό πράγμα. Έβγαλε τις κάλτσες του και τράβηξε κουτσαίνοντας προς την Αψίδα της Δόξας, μια στοά με μαρμάρινη επένδυση στους τοίχους, όπου μνημονεύονταν όλες οι προηγούμενες τάξεις αποφοίτων του σχολείου. O ποιητής σκούπισε με τα δύο ματωμένα βαμβακερά σφουγγάρια που κρατούσε στις χούφτες του τις μασκότ, που απεικόνιζαν από τους Αθηναίους του ’63 μέχρι τους Δελφιείς του ’31 στο τέρμα. Βαδίζοντας ξυπόλυτος, κερδίζοντας δύναμη κι αποφασιστικότητα με κάθε νέο βήμα, πέρασε από τη νότια πύλη του σχολείου και βγήκε στην Γκρίφιθ Παρκ Μπούλεβαρντ, με το μυαλό του ξέχειλο από ασύνδετα αποσπάσματα ποίησης και στίχους γεμάτους συναίσθημα – όλα για κείνην.
Βλέποντας το ανθοπωλείο στη γωνία των Γκρίφιθ Παρκ και Χαϊπέριον, κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο προορισμός του. Ατσάλωσε τη θέλησή του για ανθρώπινη επαφή, μπήκε στο μαγαζί και διάλεξε δώδεκα κόκκινα τριαντάφυλλα για να σταλούν σε μια διεύθυνση που την ήξερε απέξω, αλλά δεν την είχε επισκεφτεί ποτέ. Πήρε και μια λευκή κάρτα να βάλει μαζί, όπου έγραψε κάποιους συλλογισμούς του για τον έρωτα τον χαραγμένο στο αίμα. Πλήρωσε τον ανθοπώλη, που του χαμογέλασε και τον διαβεβαίωσε ότι τα λουλούδια του θα παραδίδονταν σε μία ώρα το πολύ.
O ποιητής βγήκε ξανά στο δρόμο και διαπίστωσε ότι ήθελε ακόμα δύο ώρες για να χαθεί το φως της μέρας κι ότι δεν είχε πουθενά να πάει. Αυτό τον τρόμαξε, και για να σταματήσει να φοβάται τόσο προσπάθησε να συνθέσει μια ωδή στο φως της μέρας που χάνεται. Προσπάθησε, προσπάθησε, αλλά το μυαλό του δεν έλεγε να συντονιστεί, κι ο φόβος του έγινε τρόμος, και τότε έπεσε στα γόνατα αποζητώντας με λυγμούς μια φράση ή μια λέξη που θα τα έκανε πάλι όλα εντάξει.



James Ellroy
Αίμα στο Φεγγάρι
Μετάφραση Γωγώ Αρβανίτη
Εκδόσεις Μεταίχμιο 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: