.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

ΚΑΤΣΑΡΙΔΕΣ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ – ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ


Ήταν εκείνο το υγρό χωριό στη μέση του βάλτου, το τελείως επίπεδο, που γιόρταζε πάντα μετά το Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και γίνονταν ιπποδρομίες. Μας έκανε πάντα τραπέζι με κοτόσουπα η αγαπημένη μου θεία, η μαμά του εξαδέρφου που πέθανε στην Αμερική κι έστειλε το είδωλό του να με αποχαιρετήσει στην αητοφωλιά που έμενα (Αραχώβης και Ιπποκράτους), εκείνη τη σκληρή χρονιά (1987) που απολύθηκα από το στρατό και πάλευα με τη φτώχεια, την ανέχεια, τους ασύστατους γονείς και τους κακεντρεχείς (λοιπούς) πρώην συγγενείς μου. Και λέω πρώην γιατί με συκοφάντησαν και με κατέτρεξαν τόσο πολύ που οι εχθροί περίττευαν. Και πραγματικά, εκτός από περιστασιακές επαγγελματικές αντιπαλότητες, δεν είχα ποτέ πραγματικούς εχθρούς, γιατί ήμουνα ταπεινός, προσηνής, ευγενικός κι αγαπούσα – πραγματικά και έμπρακτα – τους άλλους. Είχα βασανιστεί τοσο πολύ, μέσα μου κι έξω μου, που πίστευα πως όλοι οι άνθρωποι έχουν δίκιο κι όλα τα όντα είναι καλά – ακόμα και τα «κακά» και τα γκρίζα... ειδικά εκείνα. Γιατί είχαν στερηθεί την αγάπη και την αποδοχή. Είχαν βιώσει τη σκληρότητα της επιβίωσης κι αυτό τα έκανε τραχιά και χοντρόπετσα. Σαν τη γιαγιά τη Γιαννού. Όμως γι αυτήν θα μιλήσω σε ένα άλλο κεφάλαιο αυτού του ιδιόρυθμου συγγράματος.
Τώρα όμως ας ευθυμήσουμε λίγο. Σ' εκείνο το χωριό επικρατούσε μια ελευθεριότητα κι οι κάτοικοι τελούσαν σε κατάσταση διαρκούς ευθυμίας. Για να μην πω διαρκούς... ιθυφαλλικότητας (δική μου λέξη, μην την ψάξετε στα λεξικά). Κάτι το γλυκόπιοτο κρασί από τα παχιά αμπέλια, κάτι οι απαγορευμένες ουσίες (ξέρετε...) κάτι το τεμπελοχανιό κι η αργομισθία, κάτι η παραδοσιακή ραθυμία του κάμπου που τον δέρνει αλύπητα ο ήλιος τριακόσιες μέρες το χρόνο... Έρχονταν οι πόθοι και κόρωναν κι έφτανε ο αχός των σωμάτων μέχρι τον ουρανό. Όταν λερώνονταν βιάζονταν να πέσουν στα κρύα νερά του ποταμού Πάμισου, για να ξεπλυθούν από τα πειστήρια της απιστίας τους (όχι όμως κι από τις αμαρτίες τους – αφού δεν φαινόταν να θεωρεί κανείς αμαρτία το εκτόνωμα τωναισθησεων – ούτε καν ο παπάς της μονίμως άδειας εκκλησίας με τα κακόγουστα βιτρώ).
Ακόμα και στη γιορτή του χωριού, του Αγίου Γεωργίου, ακόμα και τότε, προτιμούσαν να στέκονται έξω από την εκκλησία, να χαζολογάνε τις γυναίκες των άλλων και τα κορίτσια της παντρειάς, να ξερογλείφονται τηρώντας την ψητή γουρουνοπούλα (με το λεμόνι ολόκληρο στο στόμα της)... Τέτοια ήταν η ευλάβειά τους που με το ένα χέρι έκαναν το σταυρό τους και με το άλλο κάπνιζαν χόρτο από την προσωπική τους φυτεία. Η άλλη θεία μου, η πρωτευουσιάνα, έλεγε ότι σιχαινόταν αυτό το κωλοχώρι και την υγρασία του, εκεί όμως κατέληξε, γριά, παρκισονική, καρδιοπαθής και άπορη (με μια μικρή σύνταξη) αφού τα τρία παιδιά της την εγκατέλειψαν άσπλαχνα, κι ας είχε υποστεί τα πάντα για να τα αναθρέψει όταν ορφάνεψαν. Εκείνα ήταν αχάριστα κι έπασχαν αό το αμάρτημα της αλαζονείας. Ψωροπερήφανοι, αρχοντοχωριάτες, πονηροί, υποκριτές, καλοί Σαμαρείτες για την μικρή κοινωνία. Γραμματείς και Φαρισαίοι όμως εκεί που η ανωνυμία τους ήταν εξασφαλισμένη. Όταν δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες έκαναν το κακό χωρίς αναστολές κι αν κάποιος τους έπαιρνε μυρωδιά κατά λάθος, έσπευδαν εκείνοι να τον βγάλουν τρελό και αναξιόπιστο. Τέλος πάντων... Περασμένα ξεχασμένα. Περυσινά ξινά σταφύλια, που λέει ο λόγος...

Η αστεία μας ιστορία τώρα. Εκεί λοιπόν, σε αυτό το ακατονόμαστο χωρίο, έμενε και μια χήρα με εφτά αγόρια. Ο πρώτος νταβατζής και καβαλάρης (στα άλογα, αλλά και στις ξένες γυναίκες). Οι άλλοι πήγαιναν από πίσω του σαν τα κολλητήρια ξωπίσω από τον Καραγκιόζη του Σπαθάρη, που έστηνε συχνά τον μπερντέ του στο καφενείο του χωριού, ντουμάνι πάντα από τους λουλέδες, τους ναργιλέδες και τα τυλιχτά τσιγάρα. Η τουρκοκρατία είχε περάσει προ πολλού, και το φεουδαρχικό σύστημα των τσιφλικάδων είχε προ πολλού εκπνεύσει, εκεί όμως στον μεσσηνιακό κάμπο φαινόταν να μην το είχε συνειδητοποιήσει ακόμα κανείς. Εν έτει 1975 έμοιαζαν όλα απαράλλαχτα. Κι ας έπεσε η χούντα κι ας έγινε μεταπολίτευση κι ας εμφανίζονταν τώρα πιο ελεύθερα οι πρωην πολιτικοί εξόριστοι, ο κοινωνικός αποκλεισμός του διαφορετικού καλά κρατούσε. Παπάδες και χωροφύλακες, αγροφύλακες και εισπράκτορες, οδηγοί λεωφορείου, τραίνου και νταλίκας, πηδούσαν ό,τι περπατούσε κι ό,τι κινιόταν, χωρίς να ρωτάνε πολλά πολλά για το φύλο, την ηλικία, την εθνότητα ή τα ...φρονήματα, φτάνει να έπλεναν μετά τα αχαμνά τους και τα χέρια τους (σαν τον Πόντιο Πιλάτο) και να μην μίλαγαν ποτέ για το ...φονικό. Γιατί και φονικά γίνονταν βεβαίως ουκ ολίγα, αλλά καλύπτονταν γρήγορα από τη στάχτη του χρόνου και τη στωικότητα των χωρικών που ήξεραν πως όλοι εκεί θα καταλήξουμε , επομένως δεν χρειάζεται να τα συζητάμε και πολύ αυτά τα πράγματα, γιατί όσο τα σκαλίζεις τόσο βρωμάνε...
Η χήρα λοιπόν δεν είχε καταθέσει τα ...όπλα. Οι κακές γλώσσες (οι γεροντοκόρες φαρμακομύτες γειτόνισσες με το ...μουστάκι) έλεγαν ότι και με τον ίδιο της το γιο κοιμόταν, ότι αυτή τον έβγαλε στο κλαρί και του έλεγε όλα τα κόλπα, πως μπορείς να σκλαβώσεις μια γυναίκα για πάντα. Μέχρι και με έναν καλόγερο πήγε η αθεόφοβη, από εκείνους που πούλαγαν κομποσχοίνια. Τον έβαλε στο κελάρι του σπιτιού και του δίδαξε τι εστί βερίκοκο. Αφού λοιπόν του πέταξε τα μάτια έξω και τον ξεζούμισε, του άρπαξε και όλη την είσπραξη, τον πέταξε αδέκαρο στο δρόμο με κλωτσιές ο νταβατζής γιος της, κατηγορώντας τον κακόμοιρο ότι διέφθειρε τη μητέρα του, αν και άνθρωπος της εκκλησίας. Δεν έπρεπε, λέει, να κάνει ένα τέτοιο πράγμα. Ειδεχθές έγκλημα το χαρακτήρισε, καταπώς τον είχε δασκαλέψει η κακούργα η μάννα του.
Όμως ο θεός τους τιμώρησε και τους δύο. Εκείνος πρώτα έπεσε από το μηχανάκι και μετά μια παντρεμένη του έριξε βιτριόλι και του έκανε τα ...αμελέτητα αγνώριστα. Κραυγή τρόμου έβγαλε η μάννα του όταν τον έπλενε στον τέντζερη. Μετά όμως και η ίδια γνώρισε τη θεία τιμωρία για τα ανομήματά της. Ένα απόγευμα που έλυσε τον κώτσο της για να λούσει τα μαλλιά της με ξίδι για τις ψείρες. Είχε γίνει η κόνιδα πίτουρο στο κεφάλι της, ανακάλυψε με φρίκη ότι οι κατσαρίδες είχαν χτίσει φωλιά στο κρανίο της και της είχαν μαδήσει ολόκληρες περιοχές τρώγοντας το κρέας της κεφαλής της. Εκείνη όμως απασχολημένη με τις ερωτοδουλειές του γιου της και τις δικές της παρασπονδίες δεν είχε χρόνο για τέτοιες λεπτομέρειες. Μετά τον κάματο της μέρας έπεφτε ξερή, χωρίς να λύσει καν τον κώτσο της. Ήταν τόση η λάτρα του σπιτιού, το κοτέτσι, η δουλειά στο χωράφι, τα κουνελάκια βρώμιζαν το σύμπαν κι έσκαβαν λαγούμια παντού... Που να βρει χρόνο να ψάξει τα λαγούμια στο ίδιο της το κεφάλι; Έτσι δικαιολογήθηκε στις γειτόνισσες που πήγαν να την συνδράμουν, όταν άκουσαν τις ουρανομήκεις κραυγές της. Έκανε χρόνια να γιατρευτεί. Το βάμμα ιωδίου άφησε όμως πληγές στο καύκαλό της και κυκλοφορούσε πάντα με μαντήλι, ακόμα και μέσα στο σπίτι. Κι όταν είχε εραστή φορούσε την περούκα που είχε αγοράσει από μια γύφτισα, που την είχε κλέψει από μια μεγαλοκυρία που έπεσε ξερή στη μέση του δρόμου. Της είχε έρθει κόλπος της κακομοίρας από το πολύ το πάχος. Αυτά για την ώρα αγαπητοί μου. Τα ευτράπελα και τα λαογραφικά. Θα επανέλθω δριμύτερος με άλλες περιπέτειες. Σας το υπόσχομαι. Καληνύχτα και καλή αυγινή που έλεγε η γιαγιά μου.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ
Το τζιτζίκι της Περσεφόνης
(Ανάλεκτα. Δραματικά και... άλλα)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια: