.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΛΑΧΕΙΟ ΣΤΗ ΒΑΒΥΛΩΝΑ - Jorge Luis Borges


Όπως όλοι οι άνδρες της Βαβυλώνας, έχω χρηματίσει, ανθύπατος. Όπως όλοι σκλάβος. Έχω όπως όλοι γνωρίσει την παντοδυναμία, την καταισχύνη, τα κάτεργα. Κοιτάξτε: απ’ το δεξί μου χέρι λείπει ο δείκτης. Κοιτάξτε: μέσα από τούτη τη σχισμή του μανδύα μου φαίνεται ένα κινναβάρινο σημάδι στο στομάχι μου: είναι το δεύτερο σύμβολο, το Beth. Το γράμμα αυτό, τις νύχτες με πανσέληνο, μου δίνει εξουσία πάνω σ’ όσους έχουν για σημάδι τους το Ghimel, με υποτάσσει όμως σ’ εκείνους με το γράμμα Aleph, που τις αφέγγαρες νύχτες οφείλουν υπακοή στους Ghimel. Στο φως της χαραυγής, σ’ ένα κελάρι, έχω τραχηλίσει ιερούς ταύρους, μπροστά σε μια μαύρη πέτρα. Για ένα ολόκληρο σεληνιακό έτος, έχω κηρυχθεί αόρατος. Φώναζα και δε μου αποκρίνονταν, έκλεβα ψωμί και δε μου παίρναν το κεφάλι. Έχω γνωρίσει αυτό που αγνοούν οι Έλληνες: την αβεβαιότητα. Σε μια μπρούντζινη αίθουσα, μπροστά στο σιωπηλό μαντίλι του στραγγαλιστή, μου στάθηκε πιστή η ελπίδα. Στον ποταμό των απολαύσεων, ο πανικός. Ο Ηρακλείδης ο Ποντικός αναφέρει με θαυμασμό πως ο Πυθαγόρας θυμόταν να ‘χει υπάρξει ως Πύρρος, και πρωτύτερα ως Εύφορβος, και πρωτύτερα ως κάποιος άλλος θνητός. Για να θυμηθώ ανάλογες μεταλλαγές, δεν έχω ανάγκη να προστρέξω ούτε στο θάνατο ούτε στη μαγγανεία.
Αυτή τη σχεδόν αποτρόπαιη ποικιλία την οφείλω σ’ ένα θεσμό, που άλλες πολιτείες αγνοούν ή που μπορεί σ’ αυτές να λειτουργεί μ’ έναν τρόπο ατελή και μυστικό: το Λαχείο. Δεν έχω αναδιφήσει την ιστορία του. Ξέρω για τους ισχυρούς σκοπούς του ό,τι ξέρει και για τη σελήνη ένας που δεν έχει διατρίψει στην αστρολογία. Έρχομαι από μια ιλιγγιώδη χώρα, όπου το Λαχείο αποτελεί βασικό μέρος της πραγματικότητας: ως τώρα, το σκεφτόμουν τόσο σπάνια, όσο και τα καμώματα των ανεξερεύνητων θεών ή την ίδια την καρδιά μου. Σήμερα, μακριά απ’ τη Βαβυλώνα και τ’ αγαπημένα μου έθιμά της, φέρνω με κάποιο δέος στο νου μου το Λαχείο και τις βλάσφημες εικασίες που μουρμουρίζουν μες στο σούρουπο οι πεπλοφόροι.
Ο πατέρας μου έλεγε πως παλιά (μιλούσε για χρόνια: για αιώνες) το Λαχείο στη Βαβυλώνα ήταν παιχνίδι των πληβείων. Έλεγε (δεν ξέρω αν είναι αλήθεια) πως οι κουρείς, για μερικά χάλκινα νομίσματα, σου ‘διναν κάτι τετράγωνα από κόκκαλο ή περγαμηνή, με ζωγραφισμένα σύμβολα. Η κλήρωση γινόταν μέρα μεσημέρι. Οι ευνοημένοι κέρδιζαν, χωρίς να χρειάζεται άλλη συνδρομή της τύχης, ασημένια κέρματα. Όπως βλέπετε, το σύστημα ήταν στοιχειώδες.
Δεν είναι λοιπόν παράξενο που τα «Λαχεία» αυτά απέτυχαν. Η ηθική αξία τους ήταν μηδαμινή. Δεν απευθύνονταν σ’ όλες τις δυνατότητες των ανθρώπων: αποκλειστικά και μόνο στην ελπίδα τους. Προς της γενικής αδιαφορίας, οι έμποροι που είχαν ιδρύσει αυτά τα αργυρώνητα Λαχεία άρχισαν να χάνουν χρήματα. Κάποιος εισηγήθηκε μια καινοτομία: την παρείσφρυση μερικών άτυχων λαχνών στον πίνακα των τυχερών αριθμών. Χάρη σ’ αυτή την καινοτομία, οι αγοραστές των αριθμημένων τετραγώνων είχαν διπλή πιθανότητα: να κερδίσουν ένα ποσό ή να πληρώσουν ένα πρόστιμο, που πολλές φορές δεν ήταν ευκαταφρόνητο. Αυτός ο ελαφρός κίνδυνος (σε κάθε τριάντα τυχερούς αριθμούς αναλογούσε ένας μοιραίος) προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, το ενδιαφέρον του κοινού. Οι Βαβυλώνιοι ρίχτηκαν στο παιχνίδι. Όποιον δεν αγόραζε λαχνούς τον έλεγαν λιπόψυχο, φοβιτσιάρη. Με τον καιρό, αυτή η δικαιολογημένη καταφρόνια πήρε διττή μορφή: περιφρονούσαν και αυτόν που δεν έπαιζε και τους χαμένους που πλήρωναν το πρόστιμο. Η Εταιρεία (έτσι άρχισαν τότε να τη λένε) κατακρατούσε τα κέρδη και δεν πλήρωνε τους τυχερούς, αν δεν είχε εισπράξει το σύνολο περίπου των προστίμων. Περνούσε τους χαμένους από δίκη: ο κριτής τους καταδίκαζε να πληρώσουν το αρχικό πρόστιμο και τα έξοδα, αλλιώς φυλακίζονταν για μερικές μέρες. Όλοι προτιμούσαν τη φυλακή για να εξαπατήσουν την Εταιρεία. Αυτή η παλικαριά μιας φούχτας ανθρώπων γέννησε την παντοδυναμία της Εταιρείας: την εκκλησιαστική, μεταφυσική εξουσία της.
Λίγο καιρό αργότερα, τα ποσά των προστίμων εξαφανίστηκαν από τους πίνακες των κληρώσεων και τη θέση τους πήραν οι μέρες φυλάκισης που επέσυρε κάθε άτυχος λαχνός. Αυτή η οικονομία, που τότε πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, είχε κολοσσιαία σημασία. Ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκαν στο Λαχείο στοιχεία μη χρηματικά. Η επιτυχία ήταν τεράστια. Παρακινημένη από τους παίκτες, η Εταιρεία υποχρεώθηκε να αυξήσει τους άτυχους αριθμούς.
Όλοι ξέρουν πως οι Βαβυλώνιοι είναι παθιασμένοι με τη λογική, καθώς και με τη συμμετρία. Τους φαινόταν ανακόλουθο οι τυχεροί αριθμοί να εξαργυρώνονται σε στρόγγυλα νομίσματα και οι άλλοι σε μερόνυχτα φυλακής. Κάποιοι ηθικολόγοι διακήρυσσαν πως η κατοχή νομισμάτων δε φέρνει πάντα την ευτυχία και πως υπάρχουν άλλες μορφές της, πιο άμεσες.
Άλλου είδους ανησυχία πλανιόταν στις φτωχογειτονιές. Τα μέλη του Ιερατείου πολλαπλασίαζαν τα στοιχήματα και γεύονταν όλες τις εναλλαγές του τρόμου και της ελπίδας. Οι φτωχοί (με μια ζήλια δικαιολογημένη ή αναπόφευκτη) ένιωθαν ξεκομμένοι απ’ αυτό το πασίδηλα απολαυστικό πάρε-δώσε. Το δίκαιο αίτημα να συμμετέχουν όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, με ίσους όρους στο Λαχείο, οδήγησε σε μια αγανακτισμένη εξέγερση, που η θύμησή της δεν έχει ξεθωριάσει με τα χρόνια. Μερικοί στενοκέφαλοι δεν κατάλαβαν (ή έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν) ότι επρόκειτο για μια νέα τάξη, για ένα αναγκαίο ιστορικό στάδιο… Ένας σκλάβος έκλεψε έναν πορφυρό λαχνό και κληρώθηκε να του κάψουν τη γλώσσα. Όμως ο κώδικας προέβλεπε την ίδια ποινή για τους κλέφτες των λαχνών. Μερικοί Βαβυλώνιοι ήταν της γνώμης ότι, αν του ανθρώπου αυτού του άξιζε το καυτό σίδερο, ήταν με την ιδιότητά του ως κλέφτη. Άλλοι, πιο μεγαλόψυχοι, πως ο δήμιος έπρεπε να δράσει, γιατί έτσι το θέλησε η τύχη… Έτσι, ξεκίνησε μια εποχή ταραχών και αξιοθρήνητων αιματοχυσιών. Στο τέλος ο λαός της Βαβυλώνας επέβαλε το θέλημά του, παρά την αντίσταση των πλουσίων, και πέτυχε όλους τους φιλόδοξους στόχους του. Πρώτα πρώτα, κατόρθωσε να πάρει η Εταιρεία όλη την κρατική εξουσία στα χέρια της. (Η συγκέντρωση αυτή ήταν απαραίτητη, εξαιτίας του τεράστιου εύρους και της πολυπλοκότητας των νέων λειτουργιών). Κατά δεύτερο λόγο το Λαχείο να γίνει μυστικό, δωρεάν για όλους. Η μαύρη αγορά των λαχνών πατάχθηκε απ’ τη ρίζα. Κάθε ελεύθερος άνθρωπος, που είχε μυηθεί στα μυστήρια του Βελ, συμμετείχε αυτομάτως στις ιερές κληρώσεις, που γίνονταν στους λαβυρίνθους του Θεού κάθε εξήντα νύχτες και καθόριζαν την τύχη του ως την επόμενη φορά. Οι συνέπειες ήταν ανυπολόγιστες. Μια ευνοϊκή κλήρωση μπορούσε να σημαίνει μια προαγωγή από συμβούλιο των μάγων, τη φυλάκιση ενός (δημόσιου ή ιδιωτικού) εχθρού ή την ανακάλυψη, μέσα στο γαλήνιο σκοτάδι της κάμαρας, εκείνης της γυναίκας που έχει αρχίσει πια να μας στοιχειώνει και που δεν ελπίζαμε ποτέ να ξαναδούμε. Μια άτυχη κλήρωση μπορούσε να επιφέρει ακρωτηριασμό, ατίμωση μ’ όλους τους τρόπους, θάνατο. Καμιά φορά, μια και μόνη πράξη – η συρφετώδης δολοφονία του Γ, η μυστηριώδης αποθέωση του Β – κληρωνόταν από μια ομάδα τριάντα σαράντα λαχνών. Ο συνδυασμός των κληρώσεων δεν ήταν εύκολος. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε πως τα μέλη της Εταιρείας ήταν (και είναι) παντοδύναμοι και πανούργοι. Σε πολλές περιπτώσεις, η επίγνωση πως κάποιες ευτυχίες δεν ήταν παρά προϊόντα της τύχης τους αποδυνάμωνε. Για να παρακάμψουν αυτό το εμπόδιο, οι πράκτορες της Εταιρείας προσέφυγαν στην υποβολή και στη μαγεία. Τα βήματά τους, οι χειρισμοί τους γίνονταν πια στα μυστικά. Διέθεταν αστρολόγους και κατάσκοπους για να γνωρίζουν τις κρυφές ελπίδες και τους κρυφούς τρόμους του καθένα. Υπήρχαν κάτι πέτρινα λιοντάρια, υπήρχε ένα ιερό αποχωρητήριο που το λέγαν Qaphqa, υπήρχαν κάτι ρωγμές σ’ ένα κονισαλέο υδραγωγείο που, όπως πίστευε όλος ο κόσμος, έβγαζαν στην Εταιρεία. Σ’ αυτά τα μέρη, οι μοχθηροί ή οι καλοθελητές άφηναν καταγγελίες. Οι λίγο ή πολύ αξιόπιστες πληροφορίες κατέληγαν σ’ ένα αλφαβητικό αρχείο.

Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, τα παράπονα δεν έλειψαν. Με τη γνωστή της διακριτικότητα, η Εταιρεία δεν απάντησε αμέσως. Προτίμησε να χαράξει πάνω στον ερειπωμένο τοίχο ενός εργοστασίου προσωπείων μια σύντομη δήλωση, που σήμερα είναι καταχωρισμένη στα ιερά βιβλία. Το δογματικό αυτό κείμενο αποφαινόταν πως το Λαχείο είναι μια παρεμβολή της τύχης στην τάξη του κόσμου και πως η παραδοχή σφαλμάτων δεν αντικρούει την τύχη: την επιβεβαιώνει. Έλεγε ακόμα πως όλα αυτά τα λιοντάρια και το ιερό δοχείο, παρόλο που δεν τα ‘χε απαγορέψει η Εταιρεία (και, επομένως, διατηρούσε το δικαίωμα να τα συμβουλεύεται), λειτουργούσαν χωρίς επίσημη άδεια.
Η δήλωση αυτή καταλάγιασε τις ανησυχίες του κόσμου. Είχε όμως κι άλλα αποτελέσματα, που ίσως ο συντάκτης τους δεν είχε προβλέψει. Άλλαξε ριζικά τους τρόπους σκέπτεσθαι και ενεργείν της Εταιρείας. Δε μου μένει πολύς χρόνος. Μας ειδοποίησαν πως το καράβι θα σηκώσει πανιά όπου να ‘ναι. Θα κάνω όμως μια προσπάθεια να εξηγήσω στα γρήγορα.
Όσο απίθανο κι αν φαίνεται, κανείς ως τότε δεν είχε επιχειρήσει να διατυπώσει μια γενική θεωρία των παιγνίων. Οι Βαβυλώνιοι δεν είναι πολύ θεωρητικοί. Δέχονται τα κελεύσματα της τύχης, της εμπιστεύονται τη ζωή τους, την ελπίδα τους, τον πανικό τους τρόμο, δεν τους περνά όμως ποτέ απ’ το μυαλό να ανιχνεύσουν τους λαβυρινθώδεις νόμους της, ούτε τις περιστρεφόμενες σφαίρες που την αποκαλύπτουν. Είναι ευνόητο ότι η ημιεπίσημη δήλωση που ανέφερα πιο πάνω ενέπνευσε πλείστες συζητήσεις νομικομαθηματικού χαρακτήρα, μια απ’ τις οποίες οδήγησε στην εξής υπόθεση: Αν το Λαχείο είναι μια επίταση της τύχης, μια περιοδική έγχυση του χάους στον κόσμο, δε θα ‘ταν σωστό ν’ αφήναμε την τύχη να καθορίζει όλα τα στάδια της κλήρωσης κι όχι μόνο ένα; Δεν είναι γελοίο ν’ αποφασίζει η τύχη το θάνατο κάποιου, κι όλες οι περιστάσεις του θανάτου του – αν θα εκτελεστεί μυστικά ή δημόσια, σε μια ώρα ή σ’ έναν αιώνα – να μην καθορίζονται απ’ την τύχη; Αυτοί οι τόσο δίκαιοι προβληματισμοί επέφεραν τελικά σημαντικές αλλαγές. Η εφαρμογή τους εδώ κι έναν αιώνα επιδείνωσε την αρχική τους πολυπλοκότητα, έτσι που, σήμερα, δεν τις καταλαβαίνουν παρά μόνο οι ειδικοί. Θα προσπαθήσω να τις συνοψίσω, έστω και συμβολικά.
Ας υποθέσουμε ότι γίνεται μια κλήρωση, που εντέλλεται το θάνατο ενός ανθρώπου. Για να υλοποιηθεί η εντολή, διεξάγεται δεύτερη κλήρωση, που προτείνει (ας πούμε) εννέα εκτελεστές. Απ’ αυτούς τους εκτελεστές, τέσσερις μπορούν να διεξαγάγουν μια τρίτη κλήρωση, που θα βγάλει το όνομα του δήμιου, δυο μπορούν ν’ αλλάξουν τον δυσμενή κλήρο μ’ έναν ευτυχή (την ανακάλυψη ενός θησαυρού, ας πούμε), ένας άλλος μπορεί να επιβαρύνει ακόμα πιο πολύ το θάνατο (να τον εκχυδαϊσει, λόγου χάρη, ή να τον εμπλουτίσει με βασανιστήρια), άλλοι μπορούν να αρνηθούν να εκτελέσουν την εντολή… Αυτό είναι ένα συμβολικό σχήμα. Στην πράξη, ο αριθμός των κληρώσεων είναι άπειρος. Καμιά απόφαση δεν είναι τελική, όλες διακλαδώνονται σε άλλες. Οι αστοιχείωτοι θεωρούν πως οι άπειρες κληρώσεις απαιτούν άπειρο χρόνο. Στην πραγματικότητα, αρκεί ο χρόνος να είναι απείρως διαιρετός, όπως μας διδάσκει η ξακουστή παραβολή της Κούρσας με τη Χελώνα. Αυτό το άπειρον συμφωνεί αξιοθαύμαστα με τους ελικοειδείς αριθμούς της Τύχης και το Επουράνιο Αρχέτυπο του Λαχείου, που λατρεύουν οι πλατωνικοί… θαρρώ πως ένας παραμορφωμένος απόηχος των ιεροτελεστιών μας έχει φτάσει ως τον Τίβερη: ο Αίλιος Λαμπρίδιος, στο έργο του Βίος Αντωνίνου Ηλιογάβαλου, αναφέρει πως αυτός ο αυτοκράτορας έγραφε πάνω σε στρείδια την τύχη που επιφύλασσε στους καλεσμένους του: ο ένας κέρδιζε δέκα πουγγιά χρυσάφι, ο άλλος δέκα μύγες, δέκα βερβερίτσες, δέκα αρκούδες. (Αξίζει να θυμηθούμε πως ο Ηλιογάβαλος ανατράφηκε στη Μικρά Ασία, απ’ τους ιερείς του ομώνυμου θεού).
Υπάρχουν ακόμα απρόσωπες κληρώσεις, ακαθόριστου σκοπού: ένας κλήρος έλεγε να ρίξουν ένα ζαφείρι απ’ την Ταπροβάνη στο νερό του Ευφράτη. Ένας άλλος να αφήσουν ένα πουλί απ’ την κορφή ενός πύργου. Ένας άλλος να παίρνουν (ή να προσθέτουν) έναν κόκκο άμμο απ’ την ακρογιαλιά μια φορά κάθε αιώνα. Κάπου κάπου, οι συνέπειες είναι φοβερές.
Κάτω απ’ την ευεργετική επιρροή της Εταιρείας, τα ήθη μας έχουν εμποτιστεί απ’ την τύχη. Ο αγοραστής δέκα αμφορέων με δαμασκηνό κρασί δεν θα εκπλαγεί αν βρει μέσα σ’ έναν απ’ αυτούς ένα φυλαχτό ή μια οχιά. Ο γραφιάς που συντάσσει ένα συμβόλαιο δεν παραλείπει σχεδόν ποτέ να παρεισαγάγει κάποιο λάθος. Ακόμα κι εγώ ο ίδιος, σ’ αυτή τη βιαστική εξιστόρηση, κάποιο μεγαλείο, κάποια θηριωδία θα ‘χω διαστρεβλώσει. Ίσως ακόμα και κάποια μυστηριώδη μονοτονία… Οι ιστορικοί μας, που είναι οι πιο οξυδερκείς της οικουμένης, έχουν επινοήσει μια μέθοδο να ρυθμίζουν την τύχη. Είναι πασίγνωστο πως οι εφαρμογές αυτής της μεθόδου είναι (κατά κανόνα) αξιόπιστες. Φυσικά δεν ανακοινώνονται δημοσίως χωρίς μια κάποια δόση πλαστότητας. Κατά τα λοιπά, τίποτα δεν είναι πιο πορωμένο απ’ τη μυθοπλασία όσο η ιστορία της Εταιρείας… Το παλαιογραφικό εύρημα ενός ναού μπορεί να είναι έργο μιας πλήρωσης χτεσινής – ή προαιώνιας. Δεν επιδίδεται βιβλίο που να μην έχει κάποια διαφορά από αντίτυπο σε αντίτυπο. Οι γραφιάδες δίνουν μυστικό όρκο να παραλείπουν, να παρεισάγουν, να παραλλάσσουν. Καλλιεργείται, επίσης, το πλάγιο ψεύδος.
Η Εταιρεία, με μια θεία μετριοφροσύνη, αποφεύγει κάθε δημοσιότητα. Όπως είναι φυσικό, οι πράκτορές της είναι μυστικοί. Οι διαταγές που εκδίδονται ή μια πίσω απ’ την άλλη – σχεδόν ασταμάτητα – δεν έχουν καμία διαφορά απ’ αυτές που μοιράζουν απλόχερα οι απατεώνες. Στο κάτω κάτω, ποιος μπορεί να καυχηθεί πως είναι μόνο απατεώνας; Ο μεθύστακας που αυτοσχεδιάζει μια παράλογη εντολή, ο ονειρευτής που πετάγεται στον ύπνο του και στραγγαλίζει με τα χέρια του τη γυναίκα που κοιμάται πλάι του μήπως εκτελούν μια μυστική απόφαση της Εταιρείας; Αυτή η σιωπηλή λειτουργία, που μοιάζει μ’ εκείνη του Θεού, μπορεί να προκαλέσει κάθε είδους υποθέσεις. Μια απ’ αυτές κάνει τον αποτρόπαιο υπαινιγμό πως η Εταιρεία έχει πάψει να υπάρχει εδώ και αιώνες, πως η ιερή αταξία της ζωής μας είναι πέρα για πέρα κληρονομική, παραδοσιακή. Μια άλλη, αντίθετα, θέλει την Εταιρεία αιώνια και κηρύσσει πως θα ζει μέχρι την τελευταία νύχτα, που ο τελευταίος θεός θα σβήσει τον κόσμο. Μια άλλη δηλώνει πως η Εταιρεία είναι παντοδύναμη, αλλά ασκεί την εξουσία της μόνο πάνω σε μικροσκοπικά πράγματα: στο κελάηδισμα ενός πουλιού, στις αποχρώσεις της σκουριάς και της σκόνης, στα όνειρα που βλέπουμε την αυγή, μισόξυπνοι. Μια άλλη, δια στόματος προσωπιδοφόρων αιρεσιαρχών, πως η Εταιρεία δεν υπήρξε κι ούτε θα υπάρξει ποτέ. Μια άλλη, εξίσου απαίσια, πως είναι αδιάφορο αν δέχεσαι ή αρνείσαι την ύπαρξη αυτού του ζοφερού σωματείου, γιατί η Βαβυλώνα δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα άπειρο παιχνίδι της τύχης.


Jorge Luis Borges
Μυθοπλασίες
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία 1990

Δεν υπάρχουν σχόλια: