.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Η «Βαβυλώνια αιχμαλωσία» στην Καρθαγένη και Οι Μανιχαϊκές επιρροές του ι. Αυγουστίνου – ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ



1. Η «Βαβυλώνια αιχμαλωσία» στην Καρθαγένη
Με την άφιξή του στην Καρθαγένη (371) ο νεαρός Αυγουστίνος παραδόθηκε στις υλικές απολαύσεις. Χαιρόταν να βλέπει θεατρικές παραστάσεις «...με τους εραστές όταν έσμιγαν για ν' απολαύσουν τις ένοχες χαρές τους, όσο κι αν αυτές ήταν φανταστικές και σκηνοθετημένες...».
Πέρα από τη γνωριμία του με την εξουσία της σάρκας, ο Αυγουστίνος έκανε παρέα με τους «ανατροπείς», μαθητές που αναστάτωναν με πειράγματα τους καινούριους, παιδιά συνεσταλμένα και δειλά.
Το θράσος του, όπως γράφει, δεν είχε όρια όταν κατά τη διάρκεια κάποιας ακολουθίας, σε ναό της Καρθαγένης (372), γνώρισε την ανεπίσημη γυναίκα του (Concubine η συνείσακτη), από την οποία προέκυψε θνητός καρπός, ο γιος τους Αδεοδάτος. Αν και στη σχέση αυτή τον είχαν οδηγήσει οι ανήσυχες ορμές και η απερισκεψία του, ο ίδιος, όπως γράφει, παρέμεινε πιστός στη γυναίκα αυτή, από την οποία έμαθε πόση απόσταση υπάρχει ανάμεσα στο συμβόλαιο του γάμου, με σκοπό τη δημιουργία οικογένειας, και σε ένα δεσμό με σκοπό τον σεξουαλικό έρωτα. Στην τελευταία περίπτωση, γράφει, τα παιδιά είναι συνήθως ανεπιθύμητα, ανεξαρτήτως αν μετά τη γέννησή τους καθίστανται αγαπητά. Η αναφορά του προφανώς αφορά το γιό του Αδεοδάτο. Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι οι δοκιμασίες του έρωτα είναι πάρα πολλές. Δεν είναι μόνο εκείνες που περιγράφουν οι κωμωδιογράφοι, όταν ακούμε στα θέατρα «Παντρεύθηκα μια γυναίκα, τι συμφορά! Γεννηθήκανε παιδιά, άλλα βάσανα». Οι δοκιμασίες είναι πολύ περισσότερες. Οι προσβολές, οι υποψίες, η έχθρα, ο πόλεμος και πάλι η ειρήνη.
Παρόλα αυτά, ελάχιστοι άνθρωποι παραμένουν αλώβητοι από τις προκλήσεις της εφηβείας, καταπνίγοντας το σαρκικό δέλεαρ. Πολλοί μάλιστα, αφού φθάσουν στην ηλικία που ο άνθρωπος δέχεται τις εντολές του Θεού και είναι σε θέση να υποταγεί στην κυριαρχία του νόμου Του, αφήνουν τον εαυτό τους να παρασύρεται από τα ελαττώματα «...και καθίστανται παραβάται του νόμου, αλλά κατόπιν προσφεύγουν εις την χάριν, ήτις τους βοηθεί δια της πικράς οδού της μετανοίας, και δι' αγώνος σφοδροτέρου και λυσσωδεστέρου κατάγουν την νίκην, καθυποτάσσουν το πνεύμα αυτών (sic-αυτών) εις τον Θεόν και εξουσιάζουν προς χάριν Αυτού την σάρκα των».
Την ευμάρεια της Καρθαγένης μπορούσε κάποιος να τη δει σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου της πόλης. Πλήθος μυθικών παραστάσεων, που προκάλεσαν ιδιαίτερη εντύπωση στο νεαρό Αυγουστίνο, ήταν ιστορημένες στα μωσαϊκά του λιμανιού της Καρθαγένης, γεγονός το οποίο ο ίδιος καταγράφει στην Πολιτεία του Θεού. Από τη διασκέδαση της εποχής φαίνεται ότι δεν έλειπαν ούτε οι κοκκορομαχίες.
Ανάμεσα στα πολλά καθημερινά περιστατικά της Καρθαγένης, που τον επηρέασαν, ήταν η συναναστροφή του με μάγους, αλλά και με έναν αστρολόγο ο οποίος τον απέτρεψε από την ανούσια μελέτη των άστρων, διαβεβαιώνοντάς τον ότι τα περισσότερα πράγματα οφείλονται στον παράγοντα «τύχη», αφού «...δεν πρέπει να απορεί κανείς αν η ανθρώπινη ψυχή μπορεί, χάρη σε κάποιο ανώτερο ένστικτο που η ίδια αγνοεί, να δίνει μιαν απάντηση – όχι βέβαια χάρη στο ωροσκόπιο, αλλά στην τύχη – που να ταιριάζει με το πρόβλημα ή τη ζωή του ενδιαφερομένου».
Διηγείται όμως μια πραγματική ιστορία με τη γέννηση του Φιρμίνου, φίλου του ι. Αυγουστίνου, την οποία άκουσε από τον πατέρα του Φιρμίνου. Ο Φιρμίνος ήταν γιος πλουσίου κι όταν η μητέρα του έμεινε έγκυος σε αυτόν, έμεινε ταυτόχρονα και μια σκλάβα ενός φίλου του Πατέρα του. Μέσω αγγελιοφόρων μπόρεσαν να μάθουν ότι τα δύο παιδιά που γεννήθηκαν ακριβώς την ίδια ώρα και επομένως τα άστρα είχαν ακριβώς την ίδια θέση, το μεν παιδί του πλούσιου, ο Φιρμίνος, προχώρησε απρόσκοπτος στη λεωφόρο της κοινωνικής επιτυχίας, σε αντίθεση με τον γιο του σκλάβου ο οποίος για μια ζωή εξακολουθούσε να υπηρετεί το αφεντικό του.
Το συμπέρασμά του, λοιπόν, αναφορικά με την αστρολογία και τη δύναμή της, την οποία καταδικάζει στην Πολιτεία του Θεού, είναι ότι «...αν οι προφητείες των ανθρώπων που μελετάν τα άστρα βγαίνουν αληθινές, αυτό δεν οφείλεται στη μαντική τέχνη, αλλά στην τύχη. Και όταν βγαίνουν ψεύτικες δεν είναι από λάθος της μεθόδου, αλλά από ψεύδος της τύχης».
Σχετικά μάλιστα με την οιωνοσκοπία, είχε διαβάσει τον Κικέρωνα, ο οποίος έγινε οιωνοσκόπος στα 55 χρόνια του. Αργότερα στα 64 χρόνια του, ακόμα κι αυτός ο Κικέρων θα διακωμωδούσε τους οιωνοσκόπους στα έργα του.
Παρά τη «Βαβυλώνια αιχμαλωσία», ο ι. Αυγουστίνος ήταν ο πρώτος στη σχολή της ρητορικής. Εκτός του προκαθορισμένου προγράμματος σπουδών του, διάβαζε τον Ορτένσιο (Hortensius) του Κικέρωνα, διαπιστώνοντας ότι μέσα του είχε ανάψει η φωτιά για την αιώνια σοφία. Σύμφωνα με τον Ι. Θεοδωρακόπουλο, ο ι. Αυγουστίνος μελετούσε αδιάκοπα το βιβλίο του Κικέρωνα «...όχι για να τελειοποιήση τη γλωσσική του ικανότητα, αλλά για να κατανοήση το περιεχόμενό του». Προηγουμένως, διαβάζοντας τις χριστιανικές Γραφές, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα «...ότι δεν μπορούσαν να συγκριθούν με το μεγαλείο του Κικέρωνα».
Η επαφή του νεαρού Αυγουστίνου με τη φιλοσοφία ήταν το έναυσμα για την επιστροφή του στο Θεό. Ένα μήνυμα του Θεού και μια προειδοποίηση.

2. Οι Μανιχαϊκές επιρροές
Ο νεαρός Αυγουστίνος, έχοντας απαρνηθεί τις Γραφές, έπεσε «...σε ανθρώπους που ληρολογούσαν αλαζονικά, σκέφτονταν υλικά και ρητόρευαν ακατάσχετα». Ήταν οι μανιχαίοι της Καρθαγένης,που επαναλάμβαναν βαρύγδουπα το όνομα του Θεού, του Χριστού και του Παράκλητου που είχαν εσφαλμένες απόψεις για τα στοιχεία του κόσμου και για όλα αυτά που εκείνοι θεωρούσαν ως αλήθεια. Αυτή όμως ήταν μια ύστερη κρίση του ι. Αυγουστίνου σχετικά με τους μανιχαίους. Εκείνη την εποχή στην Καρθαγένη, στα δεκαεννιά του χρόνια, είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από αυτούς, οι οποίοι μάλιστα είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Βόρεια Αφρική.
Αν και ο νεαρός Αυγουστίνος παρέμεινε οπαδός της αίρεσης έως τα εικοσιοκτώ του χρόνια, πολύ αργότερα οι θεολογικοί του αντίπαλοι τον κατηγόρησαν ότι ακόμα δεν είχε ξεφύγει από τη μανιχαϊκή αίρεση. Χαρακτηριστική είναι μια από τις ερωταποκρίσεις μεταξύ Αυγουστίνου και Ιουλιανού Αικλάνων (386-455) στο ημιτελές έργο, Contra Adimantum, του ι. Αυγουστίνου. Ο Ιουλιανός, επίσκοπος μικρής πόλης κοντά στο Benevento, απευθυνόμενος στον τότε επίσκοπο Αυγουστίνο, στηλιτεύει το μανιχαϊκό παρελθόν του (για το οποίο ο Ιουλιανός είχε μάθει εκ του σύνεγγυς κατά την βραχύχρονη παραμονή του στην Ιππώνα και την Καρθαγένη προ του 417), και υπαινίσσεται ότι ο Αυγουστίνος δεν είχε κατορθώσει ακόμα να απαλλαγεί από τον δυαλισμό του μανιχαϊσμού. Για το λόγο αυτό, στην 42η ερώτηση, του γράφει περιπαιχτικά: «Si mutabit Aethiops pellem suam, aut pardus narietatem (Jereme, XIII, 23); ita et tu a Manichaeorum mysteriis elueris» δηλαδή, «Εάν αλλάξει ο Αιθίοπας το δέρμα του ή η λεοπάρδαλη το (κατάστικτο) δέρμα της (Ιερεμ. 13, 23) έτσι και εσύ θα ξεπλυείς από τα Μυστήρια των Μανιχαίων».
Οι μανιχαίοι είχαν να προτείνουν στον Αυγουστίνο τη δική τους εξήγηση για την ιστορία του κόσμου. Ο Μάνης (216-276) θεωρούσε ότι ήταν ο τελευταίος μεγάλος Προφήτης μετά το Βούδα, τον Ζωροάστρη και το Χριστό. Ταύτιζε τον εαυτό του με τον Παράκλητο και σε κάθε περιοχή τόνιζε τα παραλαμβανόμενα από κάθε τυπική θρησκεία ιδιαίτερα στοιχεία. Η αρχή του καλού και η αρχή του κακού, οι αιώνες του φωτός και του σκότους, ο πρώτος άνθρωπος, η κλήση του πνεύματος και η απόκριση του ανθρώπου σε μια αλληλουχία τριών δημιουργιών, ήταν τα κύρια συστατικά του μανιχαϊσμού. Οι περισσότεροι από τους οπαδούς των μανιχαϊστικών κοινοτήτων, λόγω του αυστηρότατου ασκητισμού, «...παρέμεναν στην τάξη των κατηχουμένων, για να μη τηρούν όσα ήσαν υποχρεωτικά για τους τελείους».
Ποια ήταν όμως η επιρροή της μανιχαϊκής εξήγησης της ιστορίας του κόσμου και τι είχε απορρίψει ο ι. Αυγουστίνος; Νηφάλιος έπειτα από χρόνια καθώς έγραφε στις Εξομολογήσεις του, δήλωνε μετανιωμένος που αυτός και οι φίλοι του ως θύματα κουβαλούσαν προσφορές στους αγίους και εκλεκτούς των μανιχαίων (ενν. τους τελείους), ομολογώντας με μια φράση: «Ήμασταν υπερφίαλοι στη γνώση, δαιμονόπληκτοι στην πίστη και άδειοι σε όλα». Στην Πολιτεία του Θεού, αναφερόμενος ο ίδιος στο στάδιο ενηλικίωσης των ανθρώπων, παρατηρεί συναφώς: «Αναμφιβόλως, εμφανή ελαττώματα κατανικώνται ενίοτε υπό κρυπτών ελαττωμάτων, άτινα φημίζονται ως αρεταί. Επί κεφαλής αυτών ευρίσκεται η υπεροψία και ποια τις καταστρεπτική αυταρέσκεια».
Στο έργο του De Genesi contra Manichaeos, ο ι. Αυγουστίνος αναφέρεται εμφαντικά στην ελεύθερη βούληση του Θεού για τη δημιουργία του δίπτυχου Άνθρωπος-Κόσμος, αφού ο Θεός δεν ήταν υποχρεωμένος από κάποια άλλη δύναμη να διασπείρει μέρος της φωτεινής φύσης του στο εχθρικό σκοτάδι (όπως οι μανιχαίοι θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν τη δημιουργία του κόσμου), και εν συνεχεία στην πρόταση, στην επιθυμία και στο λόγο.
Πολύ αργότερα, βέβαια, θα απέρριπτε όλες αυτές τις απόπειρες αναζήτησης του μανιχαϊκού καλού και κακού, ορίζοντάς τις στη σφαίρα της δικής του ανθρώπινης βούλησης και διδάσκοντας το ποίμνιό του. Σε αντίθεση μάλιστα προς τη θεϊκή βούληση, η ανθρώπινη κρίνεται από τον ίδιο άλλοτε ως καλή, άλλοτε ως κακή, εξαρτώμενη κυρίως από τις καλές ή κακές κινήσεις της ψυχής.
Με αφορμή τα παραπάνω, ο Πατέρας της Δύσης φθάνει πολύ αργότερα στο σημείο να διατυπώσει τη θέση περί της καλής χρήσης των παθών από τους χρηστούς ανθρώπους, καθιστώντας σαφές ότι του αμαρτήματος του Αδάμ προηγήθηκε η κακή βούλησή του.



ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
Ο ΙΕΡΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ Ε' ΑΙΩΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ OSTRACON 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια: