Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός. Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν. Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος. Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του. Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica
Ένας υποσυνείδητος ή συνειδητός ταυτισμός εξηγά, σ’ αρκετό βαθμό το φανατικό για τη διονυσιακή θρησκεία μίσος των Χριστιανών συγγραφέων. Τους ταυτισμούς ή τις διασταυρώσεις αυτές τις βεβαιώνει η ορφική εικονογραφία των Κατακομβών κι άλλων χριστιανικών μνημείων. Εδώ ο Ορφέας παρουσιάζεται, όπως στην αρχαία εικονογραφία του, να θέλγει τα θεριά με τη λύρα του, ύστερα να ανακαλεί, με την ίδια παράσταση, παλαιοδιαθηκικές εικόνες (τον θεριομάχο και κιθαριστή Δαυίδ ή το μεσσιανικό ησαϊακό χρησμό: συμβοσκηθήσεται λύκος μετ’ αρνός και πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω) για να φτάσει τέλος στην νεοδιαθηκική παράσταση του Καλού Ποιμένος. Καίρια για τους ίδιους σχετισμούς είναι η περιλάλητη παράσταση μιας κυλινδρικής σφραγίδας του 3 / 4ου αιώνα, με έναν εσταυρωμένο κάτου από μισοφέγγαρο και εφτά αστέρια (σύμβολα της αστρικής αθανασίας) και με την επιγραφή “Ορφεύς Βακχικός” (ΟΡΦΕΟΣ ΒΑΚΚΙΚΟΣ), που δείχνει πως ο Εσταυρωμένος δεν είναι ο Ιησούς, (η σταύρωση του παρουσιάζεται στην εικονογραφία πολύ υστερότερα) μα μια διονυσιακή μορφή: ο Ορφέας. Το “βακχικός” μάλιστα πρέπει να νογιέται πως σημαίνει: ο Ορφέας “των Διονυσιακών Μυστηρίων”. Η μόνη ικανοποιητική ερμηνεία είναι πως η παράσταση βγαίνει από κύκλους Χριστιανικούς που από καιρό παρασταίνουν τον Ιησού στη μορφή του Ορφέα. Όπως και να ‘ναι, η παράσταση ενός εσταυρωμένου Ορφέα “των Διονυσιακών Μυστηρίων” σέρνει την παράσταση ενός Εσταυρωμένου Διονύσου-Ζαγρέα. Με τον αρχικό και τονωμένο υστερότερα ταυτισμό των δύο “Πασχόντων” αυτών “Θεών” τα δράματα τους έχουν ενωθεί στο οικουμενικό δράμα ενός Θνήσκοντος Θεού που, στην ιδανική παράσταση των μυστηρίων του, ενώνει το ιερατικό μεγαλείο του αρχαϊκού Διονύσου και τον παθητικό χαρακτήρα του Ζαγρέα. Είναι γιος του υπέρτατου θεού και μιας θνητής, θανατώνεται από θεοκτόνους, ανασταίνεται θριαμβικά κι ανεβαίνει στους ουρανούς, όπου θρονιάζεται βασιλιάς του Κόσμου. Ο Διόνυσος ή ο Ιησούς; Στα μάτια των μεταβατικών καιρών η απόσταση τους δεν είναι μεγάλη…
Παναγής Λεκατσάς ΔΙΟΝΥΣΟΣ Καταγωγή και έξέλιξη της Διονυσιακής Θρησκείας ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 1999
Ο ωοθηκικός κόσμος είναι το προϊόν ενός ρυθμού ζωής. Μόλις ένα παιδί γεννηθεί γίνεται μέλος ενός κόσμου, που, μέσα του, παράλληλα με το ρυθμό της ζωής υπάρχει κι ο ρυθμός του θανάτου. Η φρενιτιώδης επιθυμία να ζήσεις, να ζήσεις μ’ οποιοδήποτε μέσο, δεν είναι αποτέλεσμα του ρυθμού της ζωής που υπάρχει μέσα μας, αλλά του ρυθμού του θανάτου. Όχι μονάχα είναι ανώφελο να παραμένει κανένας στη ζωή με κάθε θυσία, μ’ ακόμα, αν η ζωή είναι ανεπιθύμητη, μια τέτοια επιθυμία αποτελεί ολοκληρωτικό σφάλμα. Το να προσπαθείς να διατηρηθείς ζωντανός, από έμφυτη ανάγκη να κατανικήσεις το θάνατο, είναι σαν να σπέρνεις τον ίδιο το θάνατο. Ο καθένας που δεν έχει αποδεχτεί ολοκληρωτικά τη ζωή, που δεν πολλαπλασιάζει τη ζωή, βοηθά στο να γιομίζει τον κόσμο με θάνατο. Η απλούστερη χειρονομία μπορεί να εκφράσει το υπέρτατο νόημα της ζωής. Μια λέξη ειπωμένη μ’ όλη σου την καρδιά μπορεί να δώσει ζωή. Η δραστηριότητα αυτή καθαυτή δε σημαίνει τίποτα. Είναι συχνά σημάδι θανάτου. Με την απλή πίεση του εξωτερικού κόσμου, κάτω απ’ την πίεση του περιβάλλοντος και του παραδείγματος, κάτω από την επίδραση του κλίματος που γεννοβολά τη δραστηριότητα, μπορεί να γίνεις μέρος μιας τερατώδους μηχανής θανάτου, όπως η Αμερική, ας πούμε. Τι μπορεί να ξέρει ένα δυναμό από ειρήνη, από ζωή, από πραγματικότητα; Τι μπορεί να ξέρει το οποιοδήποτε ατομικό αμερικάνικο δυναμό από σοφία, από ενέργεια, απ’ την υπερεκχειλίζουσα και αιώνια ζωή που κλείνει μέσα του ένας ρακένδυτος ζητιάνος, καθισμένος κάτω από ‘να δέντρο και παραδομένος στους συλλογισμούς του; Τι είναι ζωή; Τι θα πει ενέργεια; Δεν έχεις παρά να διαβάσεις τις βλακώδεις ανοησίες των επιστημονικών και φιλοσοφικών βιβλίων, για να καταλάβεις πόσο λιγότερο απ’ το τίποτα είναι η σοφία αυτών των δραστήριων Αμερικανών. Άκου: Αυτοί οι τρελοί μηχανικοί διάβολοι με καταδιώκουν. Για να σπάσω αυτόν τον θεότρελο ρυθμό του θανάτου, πρέπει να καταφύγω σε ένα μήκος κύματος, που, μέχρι να βρω το κατάλληλο στήριγμα μες στα ίδια μου τα σπλάχνα, θα μπορέσει να απαλείψει το ρυθμό που ‘χαν επιβάλει. Φυσικά δε χρειαζόμουν εκείνο το χονδροειδές, ενοχλητικό, προκατακλυσμιαίο γραφείο που ‘χα εγκαταστημένο μες στο χολ του σπιτιού μου. Φυσικά δε χρειαζόμουν τις δώδεκα άδειες καρέκλες, που ‘χα τοποθετήσει ημικυκλικά γύρω μου. Το μόνο πράγμα που χρειαζόμουν ήταν ο αναγκαίος χώρος για τον αγκώνα μου, για να μπορώ να γράφω και μια δέκατη τρίτη καρέκλα που θα μπορούσε να μ’ οδηγήσει πέρα απ’ το ζωδιακό κύκλο που αυτοί μεταχειρίζονταν, σ’ έναν άλλο ουρανό, πέρα απ’ τον ουρανό. Όταν όμως σπρώχνουν έναν άνθρωπο στα όρια της τρέλας, κι αυτός έκπληκτος ανακαλύπτει ο ίδιος πως έχει ακόμα αρκετές δυνάμεις και δυνατότητες αντίστασης, τότε το πιθανότερο είναι ότι ο άνθρωπος αυτός θ’ αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν ένα πρωτόγονο ον. Ένας τέτοιος άνθρωπος θα ‘ναι όχι μονάχα ξεροκέφαλος και πεισματάρης, αλλά παράλληλα προληπτικός, μεταφυσικός, οπαδός και μύστης της μαγείας, και θα βρίσκεται πάντα πέρα από τη θρησκεία, θα πάσχει από τη θρησκευτικότητα του, θα καταντήσει μονομανής, με την τάση να κάνει ένα μόνο πράγμα, κι αυτό θα ‘ναι να προσπαθεί να ξορκίσει την κατάρα που ‘χουν ρίξει πάνω του. Ένας παρόμοιος άνθρωπος ξεπέρασε το στάδιο να πετάει βόμβες, να κάνει επανάσταση, δε θέλει πια ν’ ακούει ότι πρέπει ν’ αντιδρά είτε με την αδράνεια είτε με την αγριότητα. Αυτός ο άνθρωπος, ανάμεσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους της γης, θέλει η κάθε πράξη του να είναι μια διακήρυξη της ζωής. Αν κατά τη συνειδητοποίηση αυτής της φοβερής ανάγκης αρχίσει να αντιδρά οπισθοδρομικά, να γίνεται αντικοινωνικός, να παραπατάει και να τσεβδίζει, ν’ αποδείχνεται εντελώς απροσάρμοστος, σε βαθμό που να καταντά ανίκανος να κερδίζει το ψωμί του, πρέπει να ξέρεις πως αυτός ο άνθρωπος έχει βρει το δρόμο του για την επιστροφή του στη μήτρα, στην πηγή της ζωής, κι ότι αύριο – στη θέση αυτού του αξιοπεριφρόνητου αντικειμένου κοροϊδίας που παίζεις μες στα χέρια σου – θα δεις να υψώνεται ένας ακέραιος άνθρωπος, που μπρος του, όλες οι δυνάμεις του κόσμου θα είναι ανίσχυρες. Μέσα από το χονδροειδές αλφαβητάριο που μ’ αυτό επικοινωνεί, από τον προϊστορικό του πάγκο, με τους αρχαϊκούς ανθρώπους του κόσμου, δημιουργείται σιγά-σιγά μια καινούργια γλώσσα, που ανοίγει ένα δρόμο ανάμεσα στη νεκρή γλώσσα του σήμερα, όπως τα σήματα του ασυρμάτου, μέσα από μια θύελλα. Σ’ αυτό το μήκος κύματος δεν υπάρχει τίποτα το μαγικό, όσο και στην κοιλιά της μήτρας. Οι άνθρωποι είναι ολομόναχοι και δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα τους, γιατί όλες τους οι επινοήσεις μιλούν μονάχα για το θάνατο. Ο θάνατος είναι το αυτόματο που κυβερνά τον κόσμο της δράσης. Ο θάνατος είναι σιωπηλός, γιατί δεν έχει στόμα να μιλήσει. Ο θάνατος ποτέ του δεν εξέφρασε το παραμικρό. Ο θάνατος είναι ακόμα ένα πράγμα περίεργο – αλλά μόνο όταν έπαψε πια κανένας να ζει. Μονάχα ένας σαν και μένα που έχει τολμήσει να ανοίξει το στόμα του για να μιλήσει, μονάχα ένας που έχει πει ξανά και ξανά χίλιες φορές το Ναι! μπορεί να απλώσει τα χέρια του στο θάνατο, χωρίς να τον φοβάται. Μάλιστα. Ο θάνατος σαν επιβράβευση, ναι! Ο θάνατος σαν αποτέλεσμα πληρότητας, ναι! Ο θάνατος σαν κορώνα και ασπίδα, ναι! Αλλά όχι ο θάνατος που σας ξεριζώνει, που απομονώνει τους ανθρώπους, που τους καταντά πικραμένους κι έρημους, που τους σπρώχνει σε μια στείρα δραστηριότητα και τους γεμίζει με μια θέληση που δεν ξέρει παρά να λέει πάντα Όχι! Η πρώτη λέξη που γράφει ο κάθε άνθρωπος, μόλις βρει τον εαυτό του, το δικό του ρυθμό, αυτόν που είναι ο ίδιος ο ρυθμός της ζωής, αυτή η πρώτη λέξη είναι το Ναι! Ο,τιδήποτε γράφει μετά είναι πάντα Ναι. Ναι, αδιάκοπα Ναι, το Ναι σε εκατομμύρια εκφράσεις, με εκατομμύρια τρόπους. Κανένα δυναμό, κανένα υλικό, ανεξάρτητα από το πόσο τεράστιο είναι – ακόμα κι ένα δυναμό εκατό εκατομμυρίων νεκρών ψυχών – δεν μπορεί να πολεμήσει τον έναν άνθρωπο που ξέρει να λέει: Ναι! Ο πόλεμος συνέχιζε το δρόμο του, έστελναν τους ανθρώπους στο σφαγείο. Ένα, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι εκατομμύρια, κι ύστερα εκατό εκατομμύρια, ένα δισεκατομμύριο και τέλος όλους, άντρες, γυναίκες, παιδιά, ως τον τελευταίο. «Όχι! φώναζαν. Όχι! Δε θα περάσουν!» Κι όμως όλοι περνούσαν, όλοι είχαν ελεύθερη είσοδο, είτε φώναζαν ναι, είτε φώναζαν όχι. Καταμεσής σ’ αυτή τη θριαμβευτική επίδειξη μιας πνευματικά καταστρεπτικής όσμησης καθόμουν με τα πόδια μου ακουμπισμένα στο τεράστιο γραφείο μου, προσπαθώντας να επικοινωνήσω με το Δία, τον πατέρα της Ατλαντίδας, και με όλα του τα χαμένα παιδιά, αγνοώντας το γεγονός, ότι ο Απολλιναίρ θα πέθαινε μια μέρα πριν την ανακωχή, μέσα σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, αγνοώντας το γεγονός ότι στα «νέα γραφτά» του είχε χαράξει με το χέρι του τους παρακάτω ανεξίτηλους στίχους:
«Φανείτε μεγαλόψυχοι, όταν μας συγκρίνετε Εμάς που ψάχνουμε γυρεύοντας παντού την περιπέτεια, Μ’ αυτούς που στάθηκαν η αποθέωση της τάξης. Δεν είμαστε εχθροί σας. Θέλουμε να σας δώσουμε νέες απέραντες και αλλόκοτες εκτάσεις Όπου το ολάνθιστο μυστήριο προσφέρεται σ’ αυτόν που θα ήθελε να το τρυγήσει».
Αγνοώντας ότι στο ίδιο αυτό ποίημα είχε προσθέσει τα παρακάτω:
«Φανού μεγαλόψυχος για μας που πολεμούμε πάντα στα σύνορα Του ασύνορου και του μέλλοντος. Φανού μεγαλόψυχος για τα σφάλματά μας και για τις αμαρτίες μας».
Αγνοούσα ακόμα πως υπήρχαν άνθρωποι που άκουγαν στα εξωτικά ονόματα του Μπλαιζ Σεντράρ, Ζακ Βασέ, Λουί Αραγκόν, Τριστάν Τσαρά, Ρενέ Κρεβέλ, Ανρύ ντε Μοντερλάν, Αντρέ Μπρετόν, Μαξ Ερνστ, Ζωρζ Γκρος, πως στις 14 Ιουλίου 1916 στη Σάαλ Βάαγκ, στη Ζυρίχη, είχε κυκλοφορήσει το πρώτο Ντανταϊστικό μανιφέστο - «το μανιφέστο του κυρίου Αντιπυρήν» - κι ότι στο περίεργο αυτό ντοκουμέντο δήλωναν ότι «ο Ντανταϊσμός είναι η ζωή χωρίς παντούφλες και παράλληλους… η αυστηρή ανάγκη χωρίς πειθαρχία και ηθική και φτύνουμε κατάμουτρα την ανθρωπότητα».
Henry Miller Τροπικός του Αιγόκερω Μετάφραση Βαγγέλης Κατσάνης Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος Α.Ε. 1995
Τον ελεύθερο ρώτησα Άνεμο, Πώς να μείνω πάντα νέος; Μ’ απάντησε παίζοντας ο Άνεμος: «Να ’σαι πάντα σαν άνεμος αέρινος!». Την παντοδύναμη ρώτησα Θάλασσα, Ποια η υποθήκη της ζωής; Η ηχηρή μ’ απάντησε Θάλασσα: «Όπως εγώ, πάντα να ηχείς!». Τον πανύψηλο ρώτησα Ήλιο, Πώς να λάμψω φωτεινότερος της Αυγής; Τίποτα δε μ’ απάντησε ο Ήλιος, Ωστόσο άκουσε η ψυχή: «Να καείς!». 1903
Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα Ανθολογία Μετάφραση Γιώργος Μολέσκης Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2004
Δυο δρόμοι χωρίζονταν σ’ ένα κιτρινισμένο δάσος Λυπόμουν που και τους δύο δε γινόταν να διαβώ Γιατί ένας ταξιδιώτης ήμουν, στάθηκα για ώρα Να κοιτάζω τον ένα ως πέρα μακριά Στο σημείο που στα χαμόκλαδα χανόταν.
Ύστερα, δίκαια κι ωραία, τον άλλο πήρα, Ίσως επειδή ταίριαζε καλύτερα Μια κι ήτανε χορταριασμένος και απάτητος Αν και εκεί μπροστά στην αρχή τους ήταν όμοια και οι δύο πατημένοι.
Όμοιοι απλώνονταν μπροστά μου εκείνο το πρωί Τα φύλλα κανένα βήμα δεν είχε μαυρίσει. Ώ ! άφησα τον πρώτο για μια άλλη μέρα! Ξέροντας ωστόσο πως η μια διαδρομή σε άλλη οδηγεί Αμφέβαλλα αν ποτέ μου θα κατάφερνα να γυρίσω πίσω.
Θα το λέω αυτό με έναν αναστεναγμό Σε κάποιο τόπο ύστερα από χρόνια και χρόνια : Πως σ' ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ – Πήρα τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο, Και τούτο έκανε όλη τη διαφορά.
***
Two roads diverged in a yellow wood, And sorry I could not travel both And be one traveler, long I stood And looked down one as far as I could To where it bent in the undergrowth;
Then took the other, as just as fair, And having perhaps the better claim, Because it was grassy and wanted wear; Though as for that the passing there Had worn them really about the same,
And both that morning equally lay In leaves no step had trodden black. Oh, I kept the first for another day! Yet knowing how way leads on to way, I doubted if I should ever come back.
I shall be telling this with a sigh Somewhere ages and ages hence: Two roads diverged in a wood, and I— I took the one less traveled by, And that has made all the difference.
1 Μαύρη ΄ναι η νύχτα Λευκό το χιόνι. Λυσσάει ο άνεμος, λυσσάει: πάει Να σε σωριάσει Χάμω – σαρώνει Απ΄άκρη σ΄άκρη τη Θεία Πλάση! Λυσσάει, σηκώνει Ψηλά το αφράτο Χιόνι: από κάτω πάγος σκληρός Και γλιστερός. Πάτα γερά! Πρόσεχε! Έπεσε! Τον φουκαρά! Από σπίτι σε σπίτι Απλωμένο, το πανό γερά δεμένο: «Όλη η εξουσία στην Συντακτική!» Από κάτω μια γριά κοιτάει Δεν ξέρει τι σημαίνει Αυτό το πράγμα – μοιρολογεί! Πάει χαμένο τόσο πανί! Τόσο πανί για ένα πανό! Ένα σωρό ποδοφάσκια θα΄χα βγάλει για τα δύστυχα παιδιά, Τριγυρίζουν ξυπόλυτα, γυμνά… Σαν την πουλάδα η γριά Πιλαλάει μες στον χιονιά. -Βοήθα, Παρθένα μου! Οι Μπολσεβίκοι Θα μας σφάξουν σαν τα ζα!Δαγκώνει ο άνεμος! Δεν πάει πίσω η παγωνιά! Για δες εκεί στη διασταύρωση τον μπουρζουά: βαθιά χωμένη η μύτη στον γιακά. Ποιος να΄ναι; Η κόμη του λυτή Στους ώμους και μονολογεί! -Αληταρία! -Πάει η Ρωσία! Κάνας συγγραφέας θα΄ναι – Απ΄ αυτούς που όλο μιλάνε και μιλάνε…Μεγαλοσχήμων ίσκιος προβαίνει Μέσα στο χιόνι – πάει μουλωχτά… Δύσκολες μέρες ψωμί δε βγαίνει, Ε, σύντροφε παπά;Θυμάσαι τότε που τριγυρνούσες καμαρωτός: Μπροστά σαν τούμπανο η κοιλιά, Κι άστραφτε πάνω της σταυρός Να λάβει φώτιση ο λαός; Να μια δεσποινίς με Αστραχάν Και γυρίζει, λέει στην συνοδό της: -Κλαίγαμε, κλαίγαμε… Και ξαφνικά γλιστράει -Αμάν! Πάρ΄την κάτω σαν σακί! Πω, πω! Τι τούμπα ήταν αυτή! Δώστε ένα χέρι να σηκωθεί!Ο άνεμος παλαβώνει. Μια χαϊδεύει, μια δαγκώνει Σηκώνει φούστες και παλτά Θερίζει τους διαβάτες σαν σπαρτά. Πιάνει, σκίζει, κουρελιάζει το τεράστιο πανό «Όλη η εξουσία στην Συντακτική!» Σκορπίζουν τα λόγια από δω κι από κει. …Είχαμε κι εμείς «συντακτική» …σ΄αυτό το κτήριο, εκεί… …τα συζητήσαμε- Τα συμφωνήσαμε: Δέκα την ώρα – διανυκτέρευση ΄κοσ΄πέντε… …ντάγκα-ντάγκα… …και βουρ στο κρεβάτι με τον μάγκα… Αργά το βράδυ. Άδειος ο δρόμος. Ένας αλήτης βαδίζει Βαριά, σκυφτά, Ο άνεμος σφυρίζει… Ψιτ, Ομορφούλα! Είσαι για ένα Φιλί στη ζούλα;Ψωμί! Πού πάμε! Προχώρα!Μαύρος, μαύρος ουρανός. Θυμός, θυμός σκοτεινός Βράζει βαθιά στο στήθος: στυγνός, ιερός…Σύντροφε! Τα μάτια σου Πάντα ανοιχτά! 2 Λυσσάει ο άνεμος, φτεροκοπάει το χιόνι σαν τρελό. Δώδεκα αυτοί και προχωρούν μέσα στον χαλασμό. Χιαστί των τουφεκιών μαύρα λουριά Κι όλα γύρω φωτιά…Τσιγάρο βαρύ στα χείλια οι παίδες Τους λείπουν μόνο οι χειροπέδες! Λευτεριά, λευτεριά, Διάολε, χωρίς Σταυρό! Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Τι ψοφόκρυο είναι, σύντροφοι, αυτό! -Αλλά ο Βάνια και η Κάτια στην ταβέρνα είναι ωραία… – Στην καλτσοδέτα, του Κέρενσκη το πληθωριστικό! -Τα κονόμησε ο Βάνια τελευταία… -Ήταν δικός μας, αλλά πήγε στον στρατό!-Κάθαρμα, Βάνια, μπουρζουά έλα αποδώ Αν σου βαστάει να δεις φιλιά!Λευτεριά, λευτεριά, Διάολε, χωρίς Σταυρό! Την κάνει η Κάτια στον Βάνια την δουλειά -κανονικά! Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Όλα γύρω φωτιά… Στον ώμο τα τουφέκια κρεμασμένα… Προχωρείτε, επαναστάτες – πάντα εμπρός! Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός! Σύντροφε, βάρα στο ψαχνό Την Αγία Ρωσία – Την χωραφού Την καλυβού, Την κωλαρού! Διάολε, χωρίς Σταυρό! 3 Καμαρωτοί οι λεβέντες μας πήγαν να πολεμήσουν Στον Κόκκινο Στρατό – Στον Κόκκινο Στρατό – Για την τιμή της εργατιάς το αίμα τους να χάσουν!Πικρός ο κόρφος σου ζωή, τ΄αχείλι σου γλυκό! Έχω μια χλαίνη κουρελιασμένη κι ένα τουφέκι αυστριακό! Τρομάζει, τρέχει, σκούζει ο μπουρζουάς. Τον κόσμο θα τον κάψουμε Στο αίμα θα το βάψουμε – Κύριε, ελέησον ημάς! 4 Το χιόνι στροβιλίζεται, ουρλιάζει ο αμαξάς, Ο Βάνια και η Κάτια προελαύνουν – Μπροστά φανάρια ηλεκτρικά… Φευγάτε, ρε, μην σας πατήσει! Χα, χα, χα!Χλαίνη στρατιωτική, βλακοφυσιογνωμία- Στρίβει, στρίβει το μουστάκι με μανία Το κατσαροτσιγκελώνει Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά… Γεια σου Βάνια μπρατσαρά! Γεια σου Βάνια φαφλατά! Την χαζή Κάτια χουφτώνει, Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά… Τον κοιτάζει τάχατες μου ντροπαλά: Δυο σειρές μαργαριτάρια τα δοντάκια, Αχ, εσύ,Κάτια μου, γλυκιά μου Κάτια Αχ, αφράτο μου κουκλί… 5 Στον λαιμό σου, η μαχαιριά, Κάτια μου, έχει γίνει ουλή. Όμως κάτω απ΄ το βυζί Είναι φρέσκια, αιμορραγεί! Ε, ρε, γλέντια και χοροί! Παναγιά μου, ένα παιδί! Με δαντελωτά βρακιά Έκανες την τσάρκα σου- Και οι αξιωματικοί Γλένταγαν την σάρκα σου. Πού΄ναι τώρα τα βρακιά σου Και τα καβαλήματά σου; Θυμάσαι κείνον τον γαλονά- Του΄χωσες την μαχαιριά… Θυμήσου, Κάτια μου, θυμήσου τα όλα! Τι έγινε –τα ξέχασες μωρή παλιοκαριόλα; Θα τα θυμηθείς, ωστόσο, Όλα, όταν σε κουτουπώσω! Μου φορούσες γκρι μποτάκια, Έτρωγες σοκολατάκια, Και δεν έπαιρνες κανέναν, αν δεν ήταν βαθμοφόρος ευγενής. Τώρα γύρισε η τύχη κι έπεσες στους σκαπανείς. Γλέντα, Κάτια η αμαρτία Σώζει –είναι ευλογία! 6 …Να τους πάλι –καλπάζουν, σαρώνουν το χιόνι Μουγκρίζει, ουρλιάζει, ο αμαξάς, μαστιγώνει… Αλτ! Απάνω τους Αντριούχα! Χύνεται μπροστά ο Πετριούχα! Μπαμ, μπαμ! Σύννεφο το χιόνι: Στ΄ουρανού κατά τα μέρη άσπρη, παγωμένη σκόνη! …Κόβει λάσπη ο αμαξάς –με τον Βάνια… Τι κοιτάς; Όπλισε και ξαναρίξε! Θα μας φύγει ο κερατάς! Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Πάρ΄τα κορτάκια, ………………………………………………………….. Για να μην ξανακολλήσεις σ΄αλλωνών τα γκομενάκια! Έφυγες, παλιοκαθίκι! Δεν τελειώσαμε εδώ! Είσαι τελειωμένος λέρα! Κάπου θα σε ξαναβρώ!Μα η Κάτια … Πού είναι η Κάτια; Είναι νεκρή! Με μια σφαίρα στο κεφάλι, αιμορραγεί!Είσαι καλά, Κάτια μου, τώρα; Είσαι ικανοποιημένη; Δεν μου κελαηδάς, ε; Μείνε τώρα κούκλα μου εκεί, σαν κουρούνα παγωμένη!Προχωρείτε επαναστάτες –πάντα εμπρός! Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός! 7 Ξαναπιάνουν οι δώδεκα το ρωμαλέο ρυθμό της πορείας τους. Μόνο ο φτωχός δολοφόνος βαδίζει βουβός, σκυθρωπός, σκοτεινός… Προχωρά νευρικά, σαν να θέλει να φύγει Στον λαιμό το μαντίλι τον πνίγει Το τραβάει να το λύσει- Θέλει μα δεν μπορεί να λησμονήσει…-Τι έγινε, ρε σύντροφε, που πας; -Ρε φιλαράκο, γιατί δε μιλάς; -Ρε Πετρούχα, λυπάσαι την Κάτια; Ντροπή! -Ψηλά το κεφάλι, ρε συ! -Αχ, αδέρφια, σύντροφοί μου, Το αγαπούσα το κορίτσι –ήταν δική μου … Πόσα βράδια σκοτεινά στην αγκαλιά της, Μέθυσα με τα φιλιά της…-Για λάμψη ειρωνική Στο φλογερό της βλέμμα Για ένα σημάδι πορφυρό Στον ώμο της τον δεξιό, Της πήρα ο άθλιος τη ζωή, την έπνιξα, ο τρελός στο αίμα!-Άσε τα κλαψουρίσματα, ρε Πέτια! Είσαι καμιά λιπόψυχη, πορδόλυσσα γριά; Χάζεψες, ρε ζωντόβολο; Λυπήσου την ψυχή σου! Σταμάτα να την σκέφτεσαι –ξύπνα! Έλεος πια! Θάρρος, μωρέ: στήθος μπροστά, μέσα η κοιλιά σου! -Δείξε το ανάστημά σου! -Δεν μας παίρνει Να νταντεύουμε κανέναν, τέτοια ώρα! Μας κολλάει, μας μποδάει, μας βαραίνει, Σύντροφε –κατάλαβέ το, πάρε ανάσα και προχώρα!Ο Πετρούχα κοντοστέκεται και αρχίζει Να βαδίζει με ρυθμό κανονικό… Το κεφάλι ψηλά, το ηθικό Ακμαιότατο… Βρήκε το κέφι του πάλι…Βρε, άντε από κει! Δεν είναι ντροπή να γλεντάς τη ζωή!Κλείστε δώμα και κατώγι Έρχονται οι πλιατσικολόγοι! Ντου στου κελαριού το έμπα – Να το τσούξει και η πλέμπα! 8 Μαύρη μαυρίλα! Βαριεστημάρα, πικροπικρίλα Και θανατίλα!Έχω ένα κάρο χρόνο Να σκοτώσω τον σκοτώνω… Έχω κούτρα και την ξύνω Και την ξύνω και την ξύνω… Βρίσκω και κάνα σποράκι, Το μασάω και το φτύνω… Έχω κι ένα σουγιαδάκι, το ανοίγω και στην δίνω! Πίσω, μπουρζουά, ζουλάπι! Τρέχα το αίμα θα σου πιω Για την όμορφη μου αγάπη Με το κορακόφρυδο… Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου εν… Βαριεστημάρα! 9 Ο θόρυβος της πόλης εξέλιπε. Σιωπή Ύπερθεν του ακρόπυργου της Νιέβσκι εξηπλούτο. Σώπασαν οι μπάτσοι, από νωρίς «εξέλιπε» το κνούτο- Γλεντήστε τώρα, μάγκες μου, δίχως γουλιά κρασί! Στο σταυροδρόμι ο μπουρζουάς: χωμένη στο γιακά Η μύτη του κι ένα σκυλί τρισάθλιο, φαγωμένο Από τους ψύλλους, κάθεται δίπλα του παγωμένο Με την ουρά στα σκέλια και γρυλίζει σιγανά. Σαν το σκυλί ο μπουρζουάς, ψωριάρης πεινασμένος Στέκεται εκεί: ένα βουβό ερωτηματικό. Και δίπλα ο κόσμος ο παλιός, γρυλίζει κουρνιασμένος, Με την ουρά στα σκέλη μπας και βρει παρηγοριά 10 Παίρνει πάλι να φυσάει Ο χιονιάς –λυσσάει, λυσσάει! Ούτε τη μύτη τους δε βλέπουν –πόσο μάλλον Ο ένας τον άλλον.Στροβιλίζεται το χιόνι: ένα χωνί Και στο κέντρο του προβάλλει μια μορφή σατανική… Τι χαλασμός! Λυπήσου μας ο εν τοις ουρανοίς! -Κατούρα μας, ρε Πέτια! Δεν πρόκειται να δεις Καλό απ΄το σταυρί κι από την αγιαστούρα! Είσαι χαζός; Σκέψου τι λες και συγκεντρώσου- Βάλε κάτω το νιονιό σου! -Έβαψες τα χέρια σου με αίμα, Για την Κάτια, για ένα ψέμα; -Εμπρός με βήμα σταθερό, επαναστατικό! Μην υποτιμάτε τον εχθρό! Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά, τιμημένη εργατιά! 11 …και προχωρούν χωρίς θεό Κι αγίους. Προχωρούν: Δώδεκα-κι όλα τα ζητούν, και τίποτα δε συγχωρούν …Έχουν ατσάλι πυρωμένο για τον αόρατο εχθρό… που κρύβεται μες στα σκοτάδια σε κάθε έρημο στενό… αχόρταγο ζητάει το χιόνι τις μπότες τους να καταπιεί…Κόκκινη σαν τη σημαία Ανεμίζει η ματιά τους.Βροντούν, μουγκρίζουν Τα βήματά τους.Οι εχθροί! Προσέξτε! Οπλίστε! Να τους!Και το χιόνι που τους ζώνει Μέρα- νύχτα τους τυφλώνει!…Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά, Τιμημένη εργατιά! 12 …Προχωρούν μαχητικά… -Ποιος είναι εκεί; Έβγα μπροστά! Σιωπή – μονάχα ο άνεμος χτυπά Την κόκκινη σημαία με μανία… Μπροστά τους ένα ψήλωμα από χιόνι, -Βγες, αλλιώς δεν σε γλυτώνει τίποτα! Ξανά σιωπή! Και προβάλει πεινασμένο, σέρνοντας, ξεπαγιασμένο, Ένα ψωραλέο σκυλί… Ξου, κοπρίτη! Αλλιώς σε σφάζω Με την ξιφολόγχη! Χάσου Κόσμε παλιέ, αλλιώς σε βάζω Κάτω και τρώω τα σωθικά σου! …δείχνει τα δόντια του, γρυλίζει – σαν λύκος πεινασμένος- Η ουρά στα σκέλια – δε σαλεύει- Ένας σκύλος δίχως σπίτι – ένας σκύλος παγωμένος… -Μίλα, ρε, ποιος είναι εκεί; Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη σημαία; -Τι μαυρίλα είναι, ρε σύντροφοι, αυτή! -Ποιος πηγαίνει τοίχο-τοίχο, σαν σκιά; Γιατί βιάζεσαι; Ωραία, θα σου δείξω εγώ… – Ρε συ, όσο είσαι ζωντανός. Έβγα έξω μην σε βγάλω πεθαμένο! Ρε τι πράγμα είναι αυτός! Ε, δεν θα σε περιμένω… Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Η τουφεκιά Πόρτα πόρτα αντιλαλεί… Ύστερα όλα σιωπηλά… Μόνο η θύελλα λυσσάει γύρω τους – και ξαφνικά… Ναι – γελάει γελάει, γελάει σου χιονιού την ερημιά… Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Μπαμ, μπαμ, μπαμ!…Προχωρούν μαχητικά- Πίσω ο σκύλος πεινασμένος και μπροστά -με την κόκκινη σημαία αιματωμένη- Άγγιχτη από τις σφαίρες και τον άγριο χιονιά, -μ΄ ένα μαργαριταρένιο Πέπλο άσπιλου χιονιού Και λευκά ρόδα στεμμένη- Μ΄ αλαφρό πόδι προβαίνει Η μορφή του Ιησού Χριστού. Alexander Blok Δώδεκα Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας Εκδόσεις Γκοβόστη 2017
...Καμιά φορά είναι αδύνατο να βρεθεί τρόπος σύγκρισης ανάμεσα στις σκέψεις και στα βιώματα. Όταν προσπαθούμε να περιορίσουμε με τα δεσμά των συλλογισμών μας κάποια εμπειρία απλή και αδιάσπαστη, τη μεταμορφώνουμε αυτόματα σε κάτι πολύπλοκο κι ακατανόητο. Από την άλλη, πράγματα που μας φαίνονται μεγάλα και μακρινά, γίνονται οικεία, αποβάλλοντας όλ’ αυτά που τα κάνουν να μοιάζουν επικίνδυνα, όσο οι λέξεις μας επαρκούν για να τα διατυπώσουν, επειδή μπαίνουν στη σφαίρα της καθημερινής μας ζωής…
***
...Τον ξύπνησε μια σκέψη, σαν την απαλή επαφή με μαι ζεστή παλάμη. Ήταν μια σκέψη σχεδόν τόσο αυτονόητη, που ο Τέρλες απόρησε, που ήρθε τόσο καθυστερημένα στο νου του. Μιά σκέψη, που συμπεριλάμβανε όλες τις τελευταίες εμπειρίες σε κάποιο συμπέρασμα. Μοιάζει πάντα απλό, φυσικό, στις κανονικές, καθημερινές αναλογίες, ό,τι φαίνεται από μακριά τεράστιο και μυστηριώδες. Θαρρείς και γύρω απ’ τον κάθε άνθρωπο είναι χαραγμένο κάποιο σύνορο. Ό,τι συμβαίνει έξω από αυτό, είναι σαν θάλασσα καταχνιασμένη, γεμάτη ανεξήγητους γίγαντες, που αλλάζουν συνεχώς διαστάσεις και σχήματα. Ό,τι είναι κοντινό, ό,τι είναι πράξη, μπαίνοντας στη ζωή μας φαίνεται ξεκάθαρο και μικρό. Έχει ανθρώπινο σχήμα και γραμμές. Κι ανάμεσα στη ζωή που ζούμε και στην άλλη που διαισθανόμαστε, που υποπτευόμαστε, που βλέπουμε μόνο από μακριά, υπάρχει σαν κάποια στενή πύλη, ένα αόρατο σύνορο απ’ όπου πρέπει να περάσουν συμπιεσμένες όλες οι εικόνες των γεγονότων, πριν εισχωρήσουν μέσα μας…
***
...Με τις σκέψεις γενικά, συμβαίνει το εξής περίεργο: Τις περισσότερες φορές είναι συμπτωματικές, φεύγουν χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη και μπορούμε να πούμε πως χωρίζονται σε νεκρές και ζωντανές. Μας έρχεται κάποτε μια λαμπρή ιδέα, σχεδόν μεγαλοφυής, που μαραίνεται σαν λουλούδι μέσα σε λίγα λεπτά. Το περίγραμμα της παραμένει, όμως τα χρώματα, η ευωδιά της έχουν γίνει καπνός. Μπορεί να τη θυμόμαστε λέξη προς λέξη, μπορεί η λογική της να μένει ανέγγιχτη – κι όμως· έχει ανέβει στην επιφάνεια του μυαλού μας, χωρίς να μας έχει κάνει πιο πλούσιους. Μέχρις ότου, ύστερ’ από χρόνια ίσως, έρχεται κάποια στιγμή που διαπιστώνουμε, πως δεν ξέραμε στο μεσοδιάστημα τίποτα γι’ αυτήν αν και λογικά ξέραμε τα πάντα... Ναι, υπάρχουν νεκρές και ζωντανές σκέψεις. Εκείνες που κινούνται στη φωτισμένη επιφάνεια και που κάθε στιγμή μπορούν να ελεγχθούν με λογικούς συλλογισμούς, δεν είναι πάντα αυτές που θα ονομάζαμε ζωντανές. Συνήθως είναι τόσο αδιάφορες, όσο κι οι οποιοιδήποτε στρατιώτες σε μια παρέλαση. Μια σκέψη – έστω και παλιά – ζωντανεύει τη στιγμή εκείνη, που μαζί της ενώνεται κάτι που δεν είναι ούτε σκέψη ούτε λογική. Όταν μας κάνει να νοιώθουμε την αλήθεια της, πέρα από κάθε δικαίωση. Όταν ρίχνει μια άγκυρα, που γαντζώθηκε ορμητικά στη σάρκα μας... Το μισό από κάθε σπουδαία ιδέα, ανήκει στο φωτισμένο κύκλο της συνείδησης και το άλλο μισό, στην πιο σκοτεινή περιοχή της ύπαρξής μας. Είναι μια ψυχική κατάσταση, που στην κορυφή της φυτρώνει η σκέψη σαν κάποιο λουλούδι…
Robert Musil Ο Νεαρός Τέρλες Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης Εκδόσεις ύψιλον 1984
Η εξωτερική πίεση ώθησε τους ανθρώπους στο ξεπέρασμα της βαρύτητας τους, στην παραγωγή υλικών και πνευματικών έργων. Οι διανοητές από τον Δημόκριτο ως τον Φρόιντ δεν έχουν άδικο σε αυτό το σημείο. Η αντίσταση της εξωτερικής φύσης, στην οποία τελικά ανάγεται η πίεση, συνεχίζεται μέσα στην κοινωνία μέσω των τάξεων και ενεργεί πάνω σε κάθε άτομο ήδη από την παιδική ηλικία ως σκληρότητα των συνανθρώπων. Οι άνθρωποι είναι μαλακοί όταν θέλουν κάτι από έναν πιο ισχυρό, και απωθητικοί όταν το ίδιο τους ζητείται από έναν πιο αδύνατο. Αυτό είναι το κλειδί για την κατανόηση της ουσίας του προσώπου στη μέχρι τώρα κοινωνία.
Το συμπέρασμα που έβγαλαν οι συντηρητικοί, ότι ο τρόμος και ο πολιτισμός είναι αδιαχώριστοι, είναι ασφαλώς βάσιμο. Τι θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να αναπτυχθούν έτσι ώστε να καταφέρουν να αντεπεξέρχονται θετικά σε πολύπλοκα ερεθίσματα, αν όχι η ίδια τους η γεμάτη προσπάθεια εξέλιξη, που πρέπει να ερεθίζεται από την εξωτερική αντίσταση; Την προτρεπτική αντίσταση ενσαρκώνει αρχικά ο πατέρας, στη θέση του οποίου αργότερα φυτρώνουν χίλια κεφάλια: ο δάσκαλος, ο προϊστάμενος, ο πελάτης, ο ανταγωνιστής, οι εκπρόσωποι των κοινωνικών και κρατικών εξουσιών. Η βαναυσότητα τους διεγείρει τον ατομικό αυθορμητισμό.
Η ιδέα ότι στο μέλλον οι δόσεις της αυστηρότητας θα μπορούσαν να ρυθμίζονται, ότι τις αιματηρές ποινές μέσω των οποίων εξημερώθηκε η ανθρωπότητα στην πορεία χιλιετών θα μπορούσαν να τις διαδεχθεί η ανέγερση σανατορίων, φαίνεται να είναι όνειρο. Ο προσποιητός καταναγκασμός είναι ανίσχυρος. Στον αστερισμό του δήμιου συντελέσθηκε η ανάπτυξη του πολιτισμού - σε αυτό συμφωνούν η Γένεση, που διηγείται για την έξωση από τον παράδεισο, και οι Soirees de Petersbourg.* Στον αστερισμό του δήμιου βρίσκονται η εργασία και η απόλαυση. Τυχόν αντιρρήσεις γι' αυτό θα ισοδυναμούσαν με κόλαφο εναντίον όλης της επιστήμης, όλης της Λογικής. Δεν µπορεί κανείς να καταργήσει τον τρόμο και να του μείνει ο πολιτισμός. Η χαλάρωση του τρόμου και μόνο σημαίνει την αρχή της διάλυσης. Από αυτό θα μπορούσαν να εξαχθούν τα πιο διαφορετικά συμπεράσματα: από τη λατρεία της φασιστικής βαρβαρότητας ως την καταφυγή στους κύκλους της Κόλασης.** Υπάρχει ακόμη ένα: η περιφρόνηση της Λογικής, όταν αυτή είναι εναντίον της ανθρωπότητας.
_________________
*Les Soiries de Saint-Pitersbourg (Οι βραδιές της Αγίας Πετρούπολης), έργο του Joseph de Maistre.
** Αναφορά στους εννιά κύκλους τηςΚόλασης του Δάντη.
Δυστυχώς, ο βασιλιάς της Δαχομέης, στο εσωτερικό της Αφρικής, δεν είχε και τόσο άδικο όταν έλεγε πρόσφατα σε κάποιον Άγγλο: Ο Θεός έφτιαξε αυτό τον κόσμο για τον πόλεμο. Όλα τα βασίλεια, μικρά ή μεγάλα, ανέκαθεν πολεμούσαν, αν και όχι πάντα για την ίδια αιτία. Η Ιστορία αποδεικνύει, δυστυχώς, ότι κατά κάποιον τρόπο ο πόλεμος είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπινου είδους. Ότι δηλαδή το ανθρώπινο αίμα πρέπει να κυλάει ασταμάτητα εδώ κι εκεί στην υδρόγειο και ότι για κάθε έθνος η ειρήνη είναι μόνο μια ανάπαυλα. Αναφέρεται το κλείσιμο του ναού του Ιανού επί Αυγούστου, αναφέρεται μια χρονιά της πολεμικής βασιλείας του Καρλομάγνου (το έτος 790) χωρίς πόλεμο. Αναφέρεται μια σύντομη περίοδος ύστερα από την ειρήνη του Ρίσβικ, το 1697, και μία άλλη, εξίσου σύντομη, ύστερα από την ειρήνη του Κάρλοβιτς, το 1699, όπου δεν υπήρξε καθόλου πόλεμος όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και σε ολόκληρο τον γνωστό κόσμο. Αλλά αυτές οι εποχές είναι μόν στιγμές. Εξάλλου, ποιος ξέρει τι συμβαίνει σε όλη την υδρόγειο την τάδε ή την δείνα εποχή; Ο αιώνας που τελειώνει άρχισε για τη Γαλλία με έναν ανελέητο πόλεμο που τελείωσε το 1714 με την ειρήνη του Ράσταντ. Το 1719 η Γαλλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ισπανία, τον οποίο περάτωσε η ειρήνη των Παρισίων το 1727. Η εκλογή του βασιλιά της Πολωνίας αναζωπύρωσε τον πόλεμο του 1733, η ειρήνη επετεύχθη το 1736. Τέσσερα χρόνια αργότερα ξέσπασε ο φοβερός πόλεμος της αυστριακής διαδοχής που κράτησε χωρίς διακοπή ως το 1748. Οκτώ χρόνια ειρήνης μόλις άρχιζαν να επουλώνουν τις πληγές οκτώ χρόνων πολέμου, όταν η φιλοδοξία της Αγγλίας υποχρέωσε τη Γαλλία να πάρει τα όπλα. Ο Επταετής πόλεμος είναι πασίγνωστος. Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια ανάπαυλας, η Αμερικανική επανάσταση παρέσυρε εκ νέου τη Γαλλία σε έναν πόλεμο τις συνέπειες του οποίου ο καθένας μπορούσε να προβλέψει. Το 1782 υπογράφτηκε η ειρήνη. Επτά χρόνια μετά άρχισε η Επανάσταση που διαρκεί ακόμα, και μέχρι σήμερα έχει κοστίσει τη ζωή σε περίπου τρία εκατομμύρια ανθρώπους στη Γαλλία. Έτσι, εξετάζοντας μόνο τη Γαλλία, σε σύνολο ενενήντα έξι ετών, έχουμε σαράντα χρόνια πολέμου. Αν άλλα έθνη στάθηκαν πιο τυχερά, υπάρχουν και ορισμένα που στάθηκαν ακόμα πιο άτυχα. Αλλά δεν αρκεί να εξετάζουμε ένα σημείο της Ιστορίας και ένα σημείο της υδρογείου. Χρειάζεται να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά σε αυτή τη μακρά ακολουθία σφαγών που κηλιδώνει όλες τις σελίδες της Ιστορίας. Θα δούμε να μαίνεται αδιάκοπα ο πόλεμος, σαν ένα χρόνιος πυρετός που σημαδεύεται από φοβερές επιδεινώσεις. Παρακαλώ τον αναγνώστη να παρακολουθήσει αυτό τον απολογισμό από την εποχή της παρακμής της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Ο Μάριος εξολόθρευσε σε μια μάχη διακόσιες χιλιάδες Κίμβριους και Τεύτονες. Ο Μιθριδάτης στραγγάλισε ογδόντα χιλιάδες Ρωμαίους, ενώ ο Σύλλας του σκότωσε ενενήντα χιλιάδες άνδρες σε μια μάχη που έγινε στη Βοιωτία, όπου και ο ίδιος έχασε δέκα χιλιάδες άνδρες. Αργότερα βλέπουμε τους εμφύλιους πολέμους και τους διωγμούς. Ο Καίσαρας, μόνος του, εξόντωσε ένα εκατομμύριο ανθρώπους στα πεδία των μαχών (πριν από αυτόν ο Μέγας Αλέξανδρος είχε αυτή την ολέθρια τιμή). Ο Αύγουστος κλείνει προς στιγμή τον ναό του Ιανού, αλλά τον ανοίγει για αιώνες εγκαθιδρύοντας μια αιρετή αυτοκρατορία. Μερικοί καλοί πρίγκιπες αφήνουν το Κράτος να αναπνεύσει, αλλά ο πόλεμος δεν σταματά ποτέ, και κάτω από την αυτοκρατορία του αγαθού Τίτου, εξακόσιες χιλιάδες άνδρες χάνονται στην πολιορκία της Ιερουσαλήμ. Η καταστροφή ανθρώπων από τα όπλα των Ρωμαίων είναι πραγματικά τρομακτική. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία είναι μια συνεχής παρέλαση σφαγών. Ξεκινώντας από τον Κωνσταντίνο, πόσοι πόλεμοι και πόσες μάχες! Ο Λικίνιος χάνει είκοσι χιλιάδες άνδρες στο Κιμπαλί, τριάντα τέσσερις χιλιάδες στην Ανδριανούπολη και εκατό χιλιάδες στη Χρυσούπολη. Τα έθνη του βορρά αρχίζουν να επελαύνουν. Οι Φράγκοι, οι Γότθοι, οι Ούνοι, οι Λομβαρδοί, οι Αλαϊνοί, οι Βάνδαλοι κ.λπ. επιτίθενται στην Αυτοκρατορία και διαδοχικά τη διαμελίζουν. Ο Αττίλας καίει και κατασφάζει την Ευρώπη. Οι Γάλλοι του σκοτώνουν περισσότερους από διακόσιες χιλιάδες άνδρες κοντά στο Σαλόν και την επόμενη χρονιά οι Γότθοι τον υποχρεώνουν σε ακόμα μεγαλύτερες απώλειες. Σε λιγότερο από έναν αιώνα, η Ρώμη αλώθηκε και λεηλατήθηκε τρεις φορές και στη διάρκεια μιας στάσης που ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη, στραγγαλίστηκαν σαράντα χιλιάδες άτομα. Οι Γότθοι κατέλαβαν το Μιλάνο και σκότωσαν τριακόσιες χιλιάδες κατοίκους. Ο Τοτίλας σφαγιάζει όλους τους κατοίκους του Τίβολι και ενενήντα χιλιάδες ανθρώπους στη λεηλασία της Ρώμης. Εμφανίζεται ο Μωάμεθ, το ξίφος και το Κοράνι διατρέχουν τα δύο τρίτα της υφηλίου. Οι Σαρακηνοί τρέχουν από τον Ευφράτη στον Γκουανταλκιβίρ. Καταστρέφουν ολοσχερώς την τεράστια πόλη των Συρακουσών, χάνουν τριάντα χιλιάδες άνδρες σε μια και μοναδική ναυμαχία κοντά στην Κωνσταντινούπολη και ο Πελάγιος εξοντώνει είκοσι χιλιάδες σε μια μάχη. Αυτές οι απώλειες δεν ήταν τίποτα για τους Σαρακηνούς, αλλά ο χείμαρρος συναντά την ιδιοφυΐα των Γάλλων στις πεδιάδες της Τουρ, όπου ο γιος του πρώτου Πεπέν, εν μέσω τριακοσίων χιλιάδων πτωμάτων, προσθέτει στο όνομά του το επίθετο τρομερός που τον ξεχωρίζει ακόμα. Ο Ισλαμισμός που εισήχθη στην Ισπανία βρίσκει εκεί έναν αδάμαστο ανταγωνιστή. Ίσως ποτέ δεν ξανάδαμε περισσότερη δόξα, περισσότερη μεγαλοπρέπεια και περισσότερο αιματοκύλισμα. Η μάχη χριστιανών και μουσουλμάνων στην Ισπανία είναι μάχη οκτακοσίων ετών. Πολυάριθμες εκστρατείες και πολυάριθμες μάχες στοίχισαν είκοσι, τριάντα, σαράντα, ως και ογδόντα χιλιάδες ζωές. Ο Καρλομάγνος ανεβαίνει στον θρόνο και πολεμά επί μισόν αιώνα. Κάθε χρόνο ανακοινώνει ποιο μέρος της Ευρώπης θα αιματοκυλίσει. Πανταχού παρών και πάντα νικητής, συνθλίβει σιδερά έθνη όπως ο Καίσαρας συνέθλιβε τους ανδρόγυνους της Ασίας. Οι Νορμανδοί αρχίζουν αυτή τη μακρά σειρά καταστροφών και ωμοτήτων που ακόμα μας κάνει να ανατριχιάζουμε. Η τεράστια κληρονομιά του Καρλομάγνου διαμελίζεται, η φιλοδοξία την καλύπτει με αίμα και το όνομα των Φράγκων εξαφανίζεται στην μάχη του Φοντενέ. Ολόκληρη η Ιταλία λεηλατείται από τους Σαρακηνούς, ενώ οι Νορμανδοί, οι Δανοί και οι Ούγγροι καταστρέφουν τη Γαλλία, την Ολλανδία, την Αγγλία, τη Γερμανία και την Ελλάδα. Τα βάρβαρα έθνη εγκαθίστανται και τελικά εκπολιτίζονται. Αυτή η φλέβα δεν έχει πια αίμα, κι αμέσως μια άλλη ανοίγει, αρχίζουν οι σταυροφορίες. Ολόκληρη η Ευρώπη σπεύδει στη Ασία, ο αριθμός των θυμάτων ανέρχεται σε μυριάδες. Ο Τζένγκις Χαν και οι γιοί του υποδουλώνουν και καταστρέφουν την οικουμένη, από την Κίνα ως τη Βοημία. Οι Γάλλοι, που έκαναν σταυροφορία ενάντια στους Μουσουλμάνους, πολεμούν κατά των Αιρετικών στον ανελέητο πόλεμο με τους Καθαρούς, στη μάχη του Μπουβίν, όπου τριάντα χιλιάδες άνδρες χάνουν τη ζωή τους. Πέντε χρόνια αργότερα ογδόντα χιλιάδες Σαρακηνοί σκοτώνονται στην πολιορκία της Νταμιέτ. Οι Γουέλφοι και οι Γιβελίνοι αρχίζουν αυτή τη διαμάχη που θα αιματοκυλίσει για χρόνια την Ιταλία. Ο πυρσός των εμφυλίων πολέμων ανάβει στην Αγγλία. Ο Σικελικός Εσπερινός. Υπό τη βασιλεία του Εδουάρδου και του Φιλίπ ντε Βαλουά, η Γαλλία και η Αγγλία συγκρούονται πιο βίαια από ποτέ και δημιουργούν μια νέα εποχή σφαγών. Η σφαγή των Εβραίων, η μάχη του Πουατιέ, η μάχη της Νικοπόλεως, όπου ο νικητής πέφτει από τα χτυπήματα του Ταμερλάνου που επαναλαμβάνει τον Τζένγκις Χαν. Ο δούκας της Βουργουνδίας δολοφονεί τον δούκα της Ορλεάνης και ξεκινά η αιματηρή αντιπαλότητα των δύο οικογενειών. Η μάχη του Αζινκούρ. Οι Ουσίτες καίνε και αιματοκυλούν μεγάλο μέρος της Γερμανίας. Ο Μωάμεθ ο 2ος βασιλεύει και πολεμά επί τριάντα χρόνια. Η Αγγλία, σπρωγμένη στα σύνορά της, διαμελίζεται με τα ίδια της τα χέρια. Οι οίκοι της Υόρκης και του Λανκάστερ τη βάφουν στο αίμα. Η κληρονόμος του οίκου της Βουργουνδίας παραδίδει τις επικράτειες της στον οίκο της Αυστρίας και σ’ αυτό το γαμήλιο συμβόλαιο είναι γραφτό ότι οι άνθρωποι θα στραγγαλίζονται επί τρεις αιώνες, από τη Βαλτική ως τη Μεσόγειο. Η ανακάλυψη του Νέου Κόσμου σημαίνει την καταδίκη σε θάνατο τριών εκατομμυρίων Ινδιάνων. Ο Κάρολος V και ο Φραγκίσκος Ι εμφανίζονται στη σκηνή και κάθε σελίδα της ιστορίας τους είναι βαμμένη με ανθρώπινο αίμα. Η βασιλεία του Σουλεϊμάν, η μάχη του Μοχάτζ, η πολιορκία της Βιέννης, η πολιορκία της Μάλτας κ.λπ. Αλλά από τη σκιά ενός μοναστηριού προβάλλει μια από τις μεγαλύτερες κατάρες του ανθρώπινου είδους. Εμφανίζεται ο Λούθηρος και τον ακολουθεί ο Καλβίνος. Ο πόλεμος των χωρικών, ο τριακονταετής πόλεμος, ο εμφύλιος πόλεμος της Γαλλίας, η σφαγή στις Κάτω Χώρες, η σφαγή στην Ιρλανδία, η σφαγή των Σεβενών, η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, η δολοφονία του Ερρίκου ΙΙΙ, του Ερρίκου IV, της Μαρίας Στούαρτ, του Καρόλου Ι και τέλος, στις μέρες μας, η Γαλλική Επανάσταση που ξεκινά από την ίδια πηγή. Δεν θα συνεχίσω περισσότερο αυτό τον απαίσιο κατάλογο. Ο αιώνας μας και ο προηγούμενος είναι αρκετά γνωστοί. Είτε ανατρέξουμε στο λίκνο των εθνών είτε φθάσουμε στις μέρες μας, αν εξετάσουμε τους λαούς σε κάθε πιθανή κατάστασή τους, από τη βαρβαρότητα μέχρι τον πιο εκλεπτυσμένο πολιτισμό, πάντα θα βρούμε τον πόλεμο. Λόγω αυτού, που είναι η κυριότερη αιτία, και όλων των άλλων που τον συντρέχουν, ποτέ δεν σταμάτησε να ρέει αίμα στον κόσμο. Άλλοτε η ροή του αίματος είναι αδύναμη σε μια μεγάλη επιφάνεια, με τρόπον ώστε να είναι σχεδόν σταθερή. Αλλά από καιρού εις καιρό, συμβαίνουν καταπληκτικά γεγονότα που την αυξάνουν κατακόρυφα, όπως οι καρχηδονικοί πόλεμοι, οι τριανδρίες, οι νίκες του Καίσαρος, η εισβολή των βαρβάρων, οι σταυροφορίες, οι θρησκευτικοί πόλεμοι, η διαδοχή της Ισπανίας, η Γαλλική Επανάσταση κ.λπ. Αν υπήρχαν πίνακες σφαγών, όπως υπάρχουν μετεωρολογικοί πίνακες, ποιος ξέρει αν δεν ανακαλύπταμε κάποιον νόμο ύστερα από μερικούς αιώνες παρατήρησης; Ο Μπυφόν απέδειξε πολύ καλά ότι μεγάλος αριθμός ζώων προορίζεται να πεθάνει από βίαιο θάνατο. Θα μπορούσε, κατά τα φαινόμενα, να επεκτείνει την απόδειξή του και στον άνθρωπο. Αλλά μπορούμε να ανατρέξουμε στα γεγονότα. Είναι αμφίβολο, κατά τα άλλα, αν αυτή η βίαιη καταστροφή αποτελεί, γενικά, ένα τόσο μεγάλο κακό όσο πιστεύεται. Τουλάχιστον, είναι ένα από αυτά τα κακά που υπεισέρχονται σε μια τάξη πραγμάτων όπου όλα είναι βίαια, contre nature και παράγουν αντισταθμίσματα. Πρώτα απ’ όλα, όταν η ανθρώπινη ψυχή χάνει τον δυναμισμό της λόγω νωθρότητας, απιστίας και των μιαρών διαστροφών που ακολουθούν τις υπερβολές του πολιτισμού, τότε μπορεί να αναζωογονηθεί μόνο με αίμα. Δεν είναι εύκολο να εξηγήσουμε γιατί ο πόλεμος προκαλεί διαφορετικά αποτελέσματα, ανάλογα με τις διαφορετικές περιστάσεις. Αυτό που βλέπουμε αρκετά ξεκάθαρα είναι ότι το ανθρώπινο είδος μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δέντρο που ένα αόρατο χέρι κλαδεύει αδιάκοπα και το οποίο συχνά βγαίνει κερδισμένο από αυτό το εγχείρημα. Στην πραγματικότητα, αν αγγίξουμε τον κορμό ή αν κόψουμε την κορφή, το δέντρο μπορεί να χαθεί, αλλά ποιος γνωρίζει τα όρια του ανθρώπινου δέντρου; Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η ακραία αιματοχυσία συχνά συμπίπτει με τον υπερπληθυσμό, όπως το είδαμε κυρίως στις αρχαίες Ελληνικές δημοκρατίες και στην Ισπανία υπό την κυριαρχία των Αράβων. Οι κοινοί τόποι στον πόλεμο δεν σημαίνουν τίποτα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα έξυπνος για να καταλάβει ότι όσο περισσότερους ανθρώπους σκοτώνουμε τόσο λιγότεροι απομένουν, όπως είναι αλήθεια ότι όσο περισσότερα κλαδιά του δέντρου κόβουμε τόσο λιγότερα απομένουν, αλλά αυτό που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι τα επακόλουθα του εγχειρήματος. Ακολουθώντας πάντα την ίδια σύγκριση, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο επιδέξιος κηπουρός δεν κατευθύνει το κλάδεμα με στόχο την απόλυτη βλάστηση, αλλά την καρποφορία του δέντρου. Ζητεί τους καρπούς και όχι κλαδιά ή φύλλα. Ο αληθινός καρπός της ανθρώπινης φύσης, οι τέχνες, οι επιστήμες, τα μεγάλα εγχειρήματα, οι υψηλές συλλήψεις, οι ανδροπρεπείς αρετές, εξαρτώνται από τον πόλεμο. Ξέρουμε ότι τα έθνη φθάνουν στο υψηλότερο σημείο μεγαλοπρέπειας που μπορούν να φθάσουν ύστερα από μακροχρόνιους και αιματηρούς πολέμους. Έτσι, το σημείο με τη μεγαλύτερη ακτινοβολία για τους Έλληνες ήταν η τρομερή εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αιώνας του Αυγούστου ακολούθησε αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο και τις διώξεις, η γαλλική ιδιοφυΐα λαξεύτηκε από τη Λίγκα και στιλβώθηκε από τη Σφενδόνη. Όλοι οι μεγάλοι άνδρες του αιώνα της βασίλισσας Άννας γεννήθηκαν εν μέσω πολιτικών αναστατώσεων. Με μια λέξη, θα λέγαμε ότι το αίμα είναι το λίπασμα γι’ αυτό το φυτό που ονομάζουμε μεγαλοφυΐα. Δεν ξέρω αν συνεννοούμαστε όταν λέμε ότι οι τέχνες είναι φίλες της ειρήνης. Χρειάζεται τουλάχιστον να εξηγηθούμε και να ορίσουμε την πρόταση, διότι δεν βλέπω τίποτα λιγότερο ειρηνικό από τους αιώνες του Αλεξάνδρου και του Περικλή, του Αυγούστου, του Λέοντα Χ και του Φραγκίσκου Ι, του Λουδοβίκου XIV και της βασίλισσας Άννας. Θα ήταν άραγε δυνατό η σπατάλη του ανθρώπινου αίματος να μην έχει σπουδαία αιτία και σπουδαία αποτελέσματα; Ας το σκεφτούμε. Η Ιστορία και ο μύθος, οι ανακαλύψεις της σύγχρονης φυσιολογίας και οι αρχαίες παραδόσεις συγκλίνουν για να προμηθεύσουν υλικό γι’ αυτούς τους στοχασμούς. Δεν είναι άπρεπο να ανιχνεύσουμε αυτό το σημείο αφού ερευνούμε τόσα άλλα, πολύ πιο ξένα στον άνθρωπο. Εντούτοις, ας υψώνουμε τη φωνή μας ενάντια στον πόλεμο και ας προσπαθούμε να αποτρέπουμε τους Μονάρχες. Αλλά ας μην παραδινόμαστε στα όνειρα του Κοντορσέ, αυτού του τόσο αγαπητού στην Επανάσταση φιλοσόφου που θυσίασε τη ζωή του για να προετοιμάσει τις συμφορές της σύγχρονης γενιάς, κληροδοτώντας ευσπλαχνικά την τελειότητα στους απογόνους μας. Ο μόνος τρόπος για να συνθλιβεί η μάστιγα του πολέμου είναι να συνθλιβούν οι αταξίες που οδηγούν σε αυτή την τρομερή κάθαρση. Στην ελληνική τραγωδία του Ορέστη, η Ελένη, ένας από τους χαρακτήρες του δράματος, απαλλάσσεται από τους θεούς από τη δίκαιη εκδίκηση των Ελλήνων και απάγεται στον ουρανό, δίπλα στους δύο αδελφούς της, για να αποτελεί μαζί τους τεκμήριο σωτηρίας για τους ναυτικούς. Ο Απόλλωνας εμφανίζεται για να δικαιολογήσει αυτή την παράξενη αποθέωση. Η ομορφιά της Ελένης, λέει, ήταν μόνο ένα όργανο που χρησιμοποίησαν οι θεοί για να φέρουν αντιμέτωπους τους Έλληνες και τους Τρώες και να χύσουν το αίμα τους ώστε να εξαλειφθεί η ανισότητα των ανθρώπων που είχαν γίνει πολυάριθμοι πάνω στη γη. Ο Απόλλωνας μίλησε πολύ σωστά. Οι άνθρωποι σπέρνουν το κακό και στη συνέχεια παραπονιούνται που θερίζουν συμφορές. Η οργή των βασιλιάδων οπλίζει τη γη. Η οργή των ουρανών οπλίζει τους βασιλιάδες. Νιώθω έντονα ότι με όλες αυτές τις σκέψεις διαρκώς αντιμετωπίζουμε τον τόσο επώδυνο κατάλογο των αθώων που χάνονται μαζί με τους ενόχους. Αλλά, χωρίς να εμβαθύνουμε σε αυτό το τόσο μεγάλο ζήτημα, απλώς μπορούμε να το εξετάσουμε σε σχέση με το παγκόσμιο, τόσο παλαιό όσο και ο κόσμος, δόγμα της αναστρεψιμότητας των δεινών των αθώων προς όφελος των ενόχων. Από αυτό το δόγμα, μου φαίνεται, οι αρχαίοι συνήγαν το έθιμο των θυσιών που εφαρμόσθηκαν παγκοσμίως και τις οποίες θεωρούσαν ωφέλιμες όχι μόνο για τους ζωντανούς, αλλά και για τους νεκρούς. Τυπικό έθιμο που η συνήθεια μας κάνει να αντιμετωπίζουμε χωρίς έκπληξη και που οι ρίζες του πολύ δύσκολα ανιχνεύονται. Η αυταπάρνηση, περίφημη στην αρχαιότητα, οφειλόταν κι αυτή στο ίδιο δόγμα. Ο Δέκιος είχε την πεποίθηση ότι η θυσία της ζωής του θα γινόταν αποδεκτή από τη Θεότητα και μέσω αυτής θα αντιστάθμιζε τα δεινά που απειλούσαν την πατρίδα του. Ο Χριστιανισμός ήρθε να καθαγιάσει αυτό το δόγμα που είναι απείρως φυσικό στον άνθρωπο, αν και φαίνεται δύσκολο να οδηγηθεί σ’ αυτό μέσω λογικών συλλογισμών. Κατά συνέπεια, μπορεί να υπήρξε στην καρδιά του Λουδοβίκου XVI ή της υπέροχης Ελιζαμπέτ τέτοια συγκίνηση, τέτοια συναίνεση, ικανή να σώσει τη Γαλλία. Ρωτούν μερικές φορές σε τι χρησιμεύει αυτή η ασκτική αυστηρότητα που περιλαμβάνει επίσης την αυταπάρνηση και που εφαρμόζουν ορισμένα θρησκευτικά τάγματα. Καλύτερα να ρώταγαν σε τι χρησιμεύει ο χριστιανισμός, εφόσον βασίζεται εξ ολοκλήρου σε αυτό το ίδιο δόγμα, σε μεγέθυνση, της αθωότητας που πληρώνει για τις αμαρτίες. Η αρχή που εγκρίνει αυτούς τους κανόνες επιλέγει μερικούς ανθρώπους και τους απομονώνει από τον κόσμο για να τους κάνει οδηγούς. Στον κόσμο υπάρχει μόνο βία, αλλά εμείς έχουμε κακομάθει από τη σύγχρονη φιλοσοφία ου λέει ότι όλα είναι καλά, ενώ το κακό έχει κηλιδώσει τα πάντα και, με μια πολύ πραγματική έννοια, όλα είναι κακά, εφόσον τίποτα δεν βρίσκεται στη θέση του. Αφού μειώθηκε η τονική νότα του συστήματος της δημιουργίας μας, μειώθηκαν συμμετρικά και οι υπόλοιπες, ακολουθώντας τους νόμους της αρμονίας. Όλα τα όντα στενάζουν και τείνουν, με κόπο και οδύνη, προς μια διαφορετική τάξη πραγμάτων. Οι θεατές των μεγάλων ανθρώπινων συμφορών καταφεύγουν ως επί το πλείστον σ’ αυτόυς τους μελαγχολικούς στοχασμούς. Αλλά ας μη χάνουμε το κουράγιο μας, δεν υπάρχει τιμωρία που να μην εξαγνίζει, δεν υπάρχει αταξία που Η ΑΙΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗ να μη στρέφει ενάντια στην αρχή του κακού. Είναι παρήγορο, στο μέσο της γενικής ανατροπής, να προαισθανόμαστε τα θεία σχέδια. Στη διάρκεια του ταξιδιού μας, ποτε δεν θα τα κατανοήσουμε όλα, συχνά θα γελαστούμε, αλλά μήπως και σε όλες τις επιστήμες, εξαιρουμένων των θετικών επιστημών, δεν περιόριζόμαστε σε εικασίες; Και αν οι υποθέσεις μας είναι εύλογες, αν έχουν υπέρ τους την αναλογία, αν στηρίζονται σε καθολικές ιδέες, και ιδίως αν μας παρηγορούν και μας βελτιώνουν, τότε τι τους λείπει; Και να μην είναι αληθινές, είναι αγαθές, ή μάλλον, εφόσον είναι αγαθές, είναι και αλήθινές.
Joseph de Maistre Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως Μετάφραση Τάκης Αθανασόπουλος Εκδόσεις Καστανιώτη 1999
Υπάρχει μια στιγμή γέννησης, ακόμη και σε μια παλιά όψη. Ένας ουρανός δίχως πουλιά αλλόκοτος παράμερος. Στη φεγγαρόλουστη νυχτιά απέναντι απ’ το παραθύρι σου στέκεται μια πόλη βουλιαγμένη στα δάκρυα των γρύλλων.
Βλέπεις το δρόμο να ψάχνει ακόμη για στρατολάτη και η σελήνη βρίσκεται στη λόγχη του κυραρισσιού και λες – Θεέ μου υπάρχουν ακόμη όλα τούτα; Μπορεί κανείς να τους ψιθυρίσει ένα χαιρετισμό;
Τα νερά μάς θωρούν απ’ τις πηγές τους. Ησυχάζει το δέντρο σ’ ένα ξέσπασμα ανθών. Ω Θεέ μου, ποτέ δεν θ’ αποτραβηχτεί από μέσα μου η θλίψη των μεγάλων σου παιχνιδιών;
Όταν αφήσανε τον Κούρμα απ΄ τη φυλακή, ήτανε νύχτα. Και του φάνηκε παράξενο, πώς τον βγάλανε τέτοια ώρα, και γιατί. Αλλά χωρίς να ρωτήσει, χωρίς τίποτα να πει, έφυγε και πήρε το δρόμο της πόλης. Ο ουρανός ήταν καθαρός, γεμάτος άστρα. Φυσούσε όμως, άνεμος ψυχρός, που τον έκανε να τρέμει. Στην πόλη, όταν έφτασε είδε σκοτεινούς τους δρόμους, κατασκότεινους. Αλλά τα καταστήματα ήταν ανοιχτά, φωτισμένα όμως με μικρό φως. Και στους σκοτεινούς δρόμους, πλήθος ανθρώπων γύριζε σιωπηλό, ή όταν μιλούσε, θα μιλούσε σιγά, αθόρυβα. — Μα γιατί κάνουν έτσι, γιατί είναι σκοτεινά; σκέφτηκε και θέλησε να ρωτήσει. Αλλά με μιας: — Τι με μέλλει! Δεν πάω καλύτερα να βρω καμιά μεριά να τον πάρω! είπε. Στο νου τού ήρθε μια σπηλιά, πούχε μείνει κάποτε, ολόκληρη μέρα. Και περνώντας τους δρόμους τους σκοτεινούς, και χωρίς να δίνει προσοχή στο πλήθος που γύριζε, έφτασε σε μια ψηλή και ερημικιά παραλία. Εκεί κοντά βρισκόταν η σπηλιά. Στάθηκε όμως, άτυχος. Γιατί βρήκε την σπηλιά νάχει πόρτα τώρα, και πόρτα γερή και κλεισμένη καλά. — Μπα, έκανε, και τις σπηλιές κλείνουν ακόμα τώρα; Ε, πάλι καλά, αλλού!... Και ζήτησε ένα μέρος κατάλληλο για να πλαγιάσει. Και βρήκε. Αλλά γιατί, αν και φυσούσε ο άνεμος, πούκανε τη θάλασσα να χτυπά αφρισμένη, στα βράχια, δεν ακουγόταν η βουή της, ούτε ο κρότος των κυμάτων της.... — Τι σε μέλλει; είπε στον εαυτό του και γύρισε και κοίταξε τα άστρα που σάλευαν, παίζανε τις ακτίνες τους... Ξύπνησε. Είδε πάλι, τ΄ αστέρια να λάμπουν. Αισθάνθηκε ευχαρίστηση που βρισκόταν έξω και ανέπνευσε τον ψυχρό αέρα με ηδονή. Σκέφτηκε όμως, πως πάλι θα πήγαινε να δουλέψει στα κατάβαθα της γης, για να βγάλει το ψωμί του, και μελαγχόλησε. Πρόσωπα πολλά ήρθανε στο νου του, άλλα αγαπητά και άλλα αντιπαθητικά. Άραγε και οι φίλοι του θάτανε έξω, ή θα τους κρατούσαν ακόμα μέσα; Και στο νου του ήρθε και η μέρα που τους είχαν πιάσει... Όλοι δεμένοι και δυο, δυο, πάγαιναν και ο κόσμος άλλος τους εκοίταζε περίεργος και άλλος γελούσε και τους περιγελούσε. Και γιατί αυτό; Γιατί κι αυτοί είχανε ζητήσει να παίρνουν περισσότερο αέρα καθαρό, και να βλέπουνε λίγο ήλιο... Σηκώθηκε να πάει στην πόλη. Δεν είχε όρεξη να κοιμηθεί. Ίσως και να κόντευε να ξημερώσει. Καθώς έφευγε πλησίασε στα βράχια τα ψηλά, κ΄ έσκυψε να δει τη θάλασσα. Τρόμαξε. Νερό δεν είδε να χτυπά στα βράχια, αλλά μόνο χαμηλά, χαμηλά, σε τρομερό βάθος, κάτι να λάμπει, ή να γυαλίζει... — Μπα, μα τ΄ είναι αυτό! είπε. Κείνη τη στιγμή ταράχθηκε περισσότερο. Διέκρινε η ματιά του δυο άλογα να περνούν κάτω, στα βάθη, και πίσω ένα αμάξι μακρύ. — Μα τ΄ είναι αυτό; Βρε παράξενο!... έκανε. Νόμισε πως ονειρευόταν. Αλλά σε λίγο, αφού έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας το αμάξι και τ΄ άλογα, που χανόνταν στο σκοτάδι, είπε στον εαυτό του: — Τι σε μέλλει!... Δεν τραβάς για μέσα. Και προχώρησε για την πόλη. Τώρα όμως, όταν έφτασε είδε, όπου περνούσε, ερημιά μεγάλη, και τα σπίτια νάχουν ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες. — Μα τι συμβαίνει; έλεγε. Μια βουή ξαφνική, ήρθε στ΄ αυτιά του, βουή λαού. — Μπα, είπε, κάτι συμβαίνει! Και προχώρησε να πάει στο μέρος, που ερχόταν η βουή. Ούτε φως, ούτε φωτάκι τώρα, απ΄ όπου περνούσε. Σκοτεινά όλα, κατασκότεινα. Κ΄ αισθανόταν κρύο διαπεραστικό. Η βουή δυνάμωνε, και αυτός προχωρούσε πιο γρήγορα. Αλλά πηγαίνοντας έτσι λίγο έλειψε να συγκρουστεί με κάποιον, που βγήκε τρέχοντας από ένα δρομάκι. Τα μάτια του Κούρμα συνηθισμένα απ΄ τα σκοτεινά υπόγεια, που τον είχανε κλεισμένο, απ΄ τις τρύπες που δούλευε, τον γνωρίσανε ευθύς. — Ο Μαλάς! φώναξε. — Βρε ο Κούρμας!... απάντησε κείνος. Βγήκες και συ; Και πότε σ΄ αφήσανε; — Χτες το βράδυ. — Βράδυ;... Α, α!... Μα δεν ξέρεις ότι βράδυ και μέρα δεν υπάρχουν τώρα;... Κι όλο βράδυ είναι. Ο Κούρμας τον κοίταξε με προσοχή. — Θα τούστριψε φαίνεται, σκέφτηκε, μέσ’ στα μπουντρούμια, που τον είχαν κλείσει... — Τι με κοιτάζεις έτσι; τον ρώτησε ο Μαλάς. Δεν ξέρεις τίποτα, βλέπω, νομίζεις ότι τάχασα, ε; Και δεν μου λες, μωρέ, γιατί μας αφήσανε; Τους έχει πάει, να! Ο ήλιος δεν το ξέρεις, ότι έσβησε, έχασε το φως του ξαφνικά. Και τα νερά τραβηχτήκανε, λιγοστέψανε, της θάλασσας; Τώρα λένε, πως θα βάλουν τεχνητά πράματα να κάνουν ό,τι έκανε ο ήλιος!... Μα για άκου!… ο λαός όλος, όλος είναι μαζεμένος έξω απ΄ την πόλη και περιμένει το σβησμένον ήλιο να φανεί!... Και άμα τον δει θα κάνει παράκληση να τούρθει πάλι το φως του. Ο Κούρμας είχε ζαλιστεί. — Μα τ΄ είναι αυτά!... — Ναι, ναι!... Μια βουή μεγάλη, τρομερή υψώθηκε κείνη τη στιγμή... Ο Μαλάς στράφηκε στην ανατολή. — Να, να, κοίταξε!... Να ο ήλιος! φώναξε στο φίλο του. Ένας όγκος κόκκινος, πυρωμένος και σκοτεινός σε πολλές μικρές μεριές, και που εδώ και κει μικρές λάμψες πετούσε, είχε φανεί. — Νάτος!... Ο Κούρμας τον κοίταξε σιωπηλός. —Πάμε και μεις στην παράκληση, πάμε να παρακαλέσουμε… του είπε ο σύντροφός του κι έκανε να προχωρήσει. — Πού, πού να πάμε, είπες; ρώτησε ο Κούρμας, αν και άκουσε καλά. — Εκεί που όλος ο λαός θα παρακαλέσει. — Τι λες, τι λες; Για τρελό με πήρες;... Τι θέλω γω να παρακαλέσω μαζί τους; Τι θέση έχω γω;... Και συ! Γιατί θα πας εσύ; Τον ήξερες τον ήλιο, που χάθηκε, συ, τον απόλαψες διόλου που θα πας να παρακαλέσεις!... Ποτέ να μην έρθει! Καλύτερα έτσι, χίλιες φορές!...
Διατυπώθηκε για πρώτη φορά, στα μισοαστεία, την 21η Μαίου 2061, κατά την εποχή που η ανθρωπότητα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο προσκήνιο. Η ερώτηση ήταν το αποτέλεσμα ενός στοιχήματος πέντε δολαρίων υπό την επήρεια μέθης, και προέκυψε ως εξής. Ο Αλεξάντερ Άντελ και ο Μπέρτραμ Λούπωβ ήταν δύο από τους πιστούς φροντιστές του Μούλτιβακ. Γνώριζαν, όσο ήταν δυνατόν να γνωρίζουν ανθρώπινα πλάσματα, τι κρυβόταν πίσω από το ψυχρό του πρόσωπο, που κροτάλιζε και αναβόσβηνε, ένα πρόσωπο που απλωνόταν για μίλια και μίλια, το πρόσωπο αυτού του γιγάντιου υπολογιστή. Σε κάθε περίπτωση, είχαν μία σφαιρική αντίληψη ενός γενικού σχεδίου του κυκλώματος, που είχε εδώ και καιρό ξεπεράσει το σημείο όπου οποιοσδήποτε άνθρωπος θα μπορούσε να έχει ολοκληρωμένη αντίληψη του συνόλου. Ο Μούλτιβακ ήταν αυτοπροσαρμοζόμενος και αυτοδιορθώμενος. Επρεπε να είναι, διότι κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε αν τον διορθώσει και να τον προσαρμόσει αρκετά γρήγορα ή έστω, ικανοποιητικά γρήγορα. Έτσι, ο Άντελ και ο Λούπωβ φρόντιζαν τον τεράστιο γίγαντα επιφανειακά, όσο καλύτερα μπορούσαν. Τον τροφοδοτούσαν με στοιχεία, προσάρμοζαν τις ερωτήσεις στις ανάγκες του και μετέφραζαν τις απαντήσεις που τους έδινε. Εννοείται ότι οι ίδιοι, αλλά και όλοι οι συνεργάτες τους, δικαιούντο μέρος της δόξας του Μούλτιβακ. Επί δεκαετίες, ο Μούλτιβακ βοηθούσε να σχεδιάσουν τα διαστημόπλοια και να προβλέψουν τις τροχιές που θα επέτρεπαν στον άνθρωπο να φθάσει στο Φεγγάρι, στον Αρη και στην Αφροδίτη. Αλλά, πέρα από αυτό, οι φτωχοί φυσικοί πόροι της Γής δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν τα σκάφη. Τα μακρινά ταξίδια απαιτούσαν υπερβολικά πολλή ενέργεια. Η Γη αξιοποιούσε το κάρβουνο και το ουράνιό της με αυξανόμενη αποτελεσματικότητα, αλλά ήταν και τα δύο πεπερασμένης ποσότητας. Αργά και σταθερά, ο Μούλτιβακ μάθαινε αρκετά ώστε να απαντήσει σε πλέον θεμελιώδη ερωτήματα με περισσότερο βάθος, έτσι ώστε την 14η Μαΐου 2061, αυτό που ήταν θεωρία, έγινε πράξη. Η ενέργεια του ήλιου αποθηκευόταν, μετατρέπονταν και χρησιμοποιούνταν απευθείας από ολόκληρο τον πλανήτη. Όλη η γη αξιοποιούσε το φλεγόμενο κάρβουνο, το διασπώμενο ουράνιο, μέσω ενός διακόπτη που τα συνέδεε με έναν μικρό σταθμό, ο οποίος περιστρεφόταν γύρω από την γη, στο μέσον της απόστασης από το φεγγάρι. Ολόκληρη η γη λειτουργούσε μέσω αόρατων ακτίνων ηλιακής ενέργειας. Μετά από επτά ημέρες, πριν κοπάσει η δόξα του εγχειρήματος, οι Άντελ και Λούπωβ κατάφεραν τελικά να ξεφύγουν από τις δημόσιες εκδηλώσεις και να συναντηθούν ήσυχα εκεί όπου κανένας δε θα σκεφτόταν να τους αναζητήσει, στα έρημα υπόγεια δώματα, όπου διακρίνονταν τμήματα του πανίσχυρου θαμμένου σώματος του Μούλτιβακ. Αφρόντιστος, χασομέρης, συνδυάζοντας τα στοιχεία του με περιεκτικά, τεμπέλικα χτυπήματα, ο Μούλτιβακ είχε κερδίσει κι αυτός τις διακοπές του και οι φροντιστές του το κατανοούσαν. Δεν είχαν καμία πρόθεση, αρχικά, να τον ενοχλήσουν. Είχαν φέρει μαζί τους ένα μπουκάλι και σκόπευαν απλώς να ηρεμήσουν, με το μπουκάλι και την παρέα ο ένας του άλλου. Είναι καταπληκτικό αν το σκεφθείς, είπε ο Άντελ. Το φαρδύ του πρόσωπο ήταν σκαμμένο από γραμμές κούρασης, καθώς ανακάτευε το ποτό του με ένα γυάλινο ραβδί, παρακολουθώντας τα παγάκια να χτυπούν αδέξια το ένα στο άλλο. Όλη η ενέργεια που μπορεί ποτέ να χρειαστούμε, δωρεάν. Αρκετή ενέργεια, αν θα θέλαμε, ώστε να λιώσουμε ολόκληρη την γη σε μία μεγάλη σταγόνα υγρού σιδήρου, και πάλι να μην μας λείψει η ενέργεια που θα δαπανούσαμε. Όλη η ενέργεια που θα μπορούσαμε να ξοδέψουμε, για πάντα και για πάντα και για πάντα. Ο Λούπωβ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. Συνήθιζε να το κάνει αυτό, όταν ήθελε να εναντιωθεί σε κάτι, και ήθελε να εναντιωθεί τώρα, εν μέρει επειδή έπρεπε να κουβαλά τον πάγο και τα ποτήρια. Οχι για πάντα, είπε. Στο διάολο, σχεδόν για πάντα. Ώσπου να εξαντληθεί ο ήλιος, Μπερτ. Αυτό δεν είναι για πάντα. "Εντάξει, λοιπόν. Δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια χρόνια. Είκοσι δις, ίσως. Είσαι ευχαριστημένος;» Ο Λούπωβ κύλησε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα αραιά μαλλιά του, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι μερικά ήταν ακόμη εκεί, και ρούφηξε το ποτό του. Είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια δεν είναι για πάντα""." "Πάντως, θα κρατήσει όσο υπάρχουμε, έτσι δεν είναι;» Το ίδιο και το κάρβουνο και το ουράνιο""." "Εντάξει, αλλά τώρα μπορούμε να αγκυροβολήσουμε κάθε σκάφος στον πλανητικό σταθμό και αυτό θα μπορεί να πάει στον Πλούτωνα και να επιστρέψει ένα εκατομμύριο φορές, χωρίς να ανησυχούμε για καύσιμα. Δεν γίνεται αυτό με κάρβουνο και ουράνιο. Ρώτα τον Μούλτιβακ, αν δε με πιστεύεις." Δεν χρειάζεται να ρωτήσω τον Μούλτιβακ. Το ξέρω. Τότε σταμάτα να επικρίνεις όσα έκανε για μας ο Μούλτιβακ, αρπάχτηκε ο Άντελ. Τα κατάφερε μια χαρά. " Ποιός είπε το αντίθετο; Το μόνο που λέω είναι ότι ο ήλιος δε θα κρατήσει για πάντα. Απλώς αυτό λέω. Είμαστε ασφαλείς για είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια, αλλά μετά;» Ο Λούπωβ έτεινε ένα τρεμάμενο δάχτυλο στον άλλον. Και μη μου πεις ότι" θα αλλάξουμε ήλιο". Επικράτησε σιωπή για λίγο. Ο Άντελ πλησίασε μερικές φορές το ποτήρι στα χείλη του, ο Λούπωβ έκλεισε τα μάτια του. Ησύχαζαν. Ξαφνικά, τα μάτια του Λούπωβ άνοιξαν απότομα. "Σκέφτεσαι ότι θα αλλάξουμε ήλιο όταν ο δικός μας εξαντληθεί, σωστά;» Δεν σκέφτομαι. "Αυτό σκέφτεσαι. Η λογική σου είναι αδύναμη, αυτό είναι το πρόβλημά σου. Είσαι σαν τον τύπο της ιστορίας, που τον πιάνει ξαφνική νεροποντή και τρέχει κάτω από μια συστάδα δέντρων και καταφεύγει κάτω από ένα. Δεν ανησυχεί, γιατί σκέφτεται ότι μόλις μουσκέψει τελείως το δέντρο του, θα πάει κάτω από ένα άλλο." "Το ‘πιασα, είπε ο Άντελ. Μη φωνάζεις. Όταν εξαντληθεί ο ήλιος, το ίδιο θα συμβεί και στ΄ άλλα αστέρια." "Ανάθεμα, αυτό θα συμβεί, μουρμούρησε ο Λούπωβ. Όλα ξεκίνησαν με την αρχική κοσμική έκρηξη, ότι κι αν ήταν αυτή, και όλα θα τελειώσουν όταν εξαντληθούν τ΄αστέρια. Μερικά θα εξαντληθούν γρηγορότερα από άλλα. Τι στο διάολο, οι γίγαντες δεν βαστούν πάνω από εκατό εκατομμύρια χρόνια. Ο ήλιος θα αντέξει είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια και ίσως οι νάνοι να κρατήσουν εκατό δισεκατομμύρια χρόνια. Αλλά μετά από ένα τρισεκατομμύριο χρόνια τα πάντα θα είναι σκοτάδι. Αρκεί να φθάσει η εντροπία στο μάξιμουμ, αυτό είναι όλο." "Ξέρω τα περί εντροπίας, είπε ο Άντελ, για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του'. Σιγά μην ξέρεις""." Ξέρω όσα κι εσύ. Τότε ξέρεις ότι όλα θα τελειώσουν κάποια μέρα. "Σύμφωνοι. Ποιός λέει όχι;» Εσύ, κακομοίρη μου. Είπες ότι έχουμε όση ενέργεια χρειαζόμαστε, για πάντα. Είπες" «για πάντα». "Ήταν η σειρά του Άντελ να αντιδράσει. Ίσως μπορούμε να ξαναφτιάξουμε τα πάντα κάποτε, είπε." Ποτέ. Γιατί; Κάποια μέρα. Ρώτα τον Μούλτιβακ. Ρώτα τον εσύ. Στοιχηματίζω πέντε δολάρια ότι θα πει πως δεν γίνεται. Ο Άντελ ήταν αρκετά πιωμένος για να προσπαθήσει και αρκετά νηφάλιος ώστε να μπορεί να χρησιμοποιήσει τα σωστά σύμβολα και τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να διατυπώσει την ερώτηση, η οποία, σε λέξεις, ήταν περίπου αυτή. Θα μπορέσει μια μέρα η ανθρωπότητα να επαναφέρει τον ήλιο στην αρχική του νεότητα, αφού εκείνος θα έχει πεθάνει από γηρατειά; Ισως να μπορούσε να διατυπωθεί κάπως έτσι. Πως θα μπορούσε η καθαρή ποσότητα εντροπίας του Σύμπαντος να μειωθεί δραστικά; Ο Μούλτιβακ απέμεινε σιωπηλός, σαν νεκρός. Το αργό αναβόσβημα των λυχνιών του σταμάτησε, οι μακρινοί ήχοι των κυκλωμάτων του σώπασαν. Κατόπιν, ενώ οι τρομαγμένοι τεχνικοί κρατούσαν την αναπνοή τους, ξαναγύρισε στη ζωή και το τηλέτυπο που ήταν προσαρμοσμένο στο πλάι του κουδούνισε και παρουσίασε πέντε τυπωμένες λέξεις. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Πάει το στοίχημα, ψιθύρισε ο Λούπωβ. Έφυγαν βιαστικά. Το επόμενο πρωί, πονοκεφαλιασμένοι και με μουδιασμένα στόματα, είχαν και οι δύο ξεχάσει το συμβάν. Ο Τζέροντ, η Τζεροντίν και οι Τζεροντέτ 1 και 2 παρακολουθούσαν την έναστρη εικόνα να μεταβάλλεται στην οθόνη, καθώς το πέρασμα δια μέσου του υπερχώρου ολοκληρωνόταν σε μία άχρονη στιγμή. Ξαφνικά, η εικόνα ενός διάσπαρτου με άστρα διαστήματος αντικαταστάθηκε από την κυρίαρχη παρουσία ενός μοναδικού, λαμπερού μαρμάρινου δίσκου. «Είναι ο Χ-23», είπε με πεποίθηση ο Τζέροντ. Τα λεπτά του χέρια σφίγγονταν με δύναμη πίσω από την πλάτη του και οι αρθρώσεις τους άσπριζαν. Τα μικρά Τζεροντέτ, και τα δύο κορίτσια, δοκίμαζαν το υπερχωρικό πέρασμα για πρώτη φορά στη ζωή τους, και συνειδητοποιούσαν την στιγμιαία αίσθηση «μέσαέξω». Γελούσαν και κυνηγιόντουσαν γύρω από την μητέρα τους, φωνάζοντας «φτάσαμε στον Χ-23». «Ησυχα, παιδιά», είπε αυστηρά η Τζεροντίν. «Είσαι σίγουρος, Τζέροντ;» «Πως θα μπορούσα να μην είμαι», ρώτησε ο Τζέροντ, παρατηρώντας το φούσκωμα του άμορφου μετάλλου κάτω από την οροφή. Διέτρεχε το δωμάτιο, για να εξαφανιστεί στον τοίχο και από τις δύο πλευρές. Είχε μήκος όσο και το σκάφος. Ο Τζέροντ δεν ήξερε και πολλά για το παχύ, μεταλλικό φούσκωμα, παρά μόνο ότι το αποκαλούσαν Μίκροβακ, και ότι μπορούσε κάποιος να του απευθύνει ερωτήσεις, εάν ήθελε. Ότι σε κάθε περίπτωση, αυτό είχε την ευθύνη να οδηγήσει το σκάφος σε έναν προκαθορισμένο προορισμό, ότι τροφοδοτούνταν με ενέργεια από τους διάφορους υπογαλαξιακούς σταθμούς και ότι υπολόγιζε τις εξισώσεις για τα υπερχωρικά άλματα. Ο Τζέροντ και η οικογένειά του απλώς περίμεναν, διαβιώντας στα άνετα, κατάλληλα διαμορφωμένα διαμερίσματα του σκάφους. Κάποιος είχε πει κάποτε στον Τζέροντ ότι το «ΑΚ» στο τέλος του «Μίκροβακ» σήμαινε «αναλογικό κομπιούτερ» στα αρχαία αγγλικά, αλλά είχε σχεδόν ξεχάσει ακόμα και αυτό. Τα μάτια της Τζεροντίν ήταν υγρά, καθώς κοιτούσε την οθόνη. «Δεν μπορώ να συγκρατηθώ. Νιώθω περίεργα που αφήνουμε την Γη». «Γιατί, μα τον Πήτερ;» αναρωτήθηκε ο Τζέροντ. «Δεν είχαμε τίποτε εκεί. Θα έχουμε τα πάντα στον Χ-23. Δεν θα είσαι μόνη. Δεν θα είσαι πρωτοπόρος. Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι βρίσκονται ήδη στον πλανήτη. Μεγαλοδύναμε, τα δισέγγονά μας θα ψάχνουν για νέους κόσμους, επειδή ο Χ-23 θα είναι υπερπλήρης». Και μετά, ύστερα από μία στοχαστική παύση, «σου λέω ότι είμαστε τυχεροί που οι υπολογιστές ανακάλυψαν τα διαπλανητικά ταξίδια, έτσι όπως αυξάνεται ο πληθυσμός μας». «Ξέρω, ξέρω», είπε δυστυχισμένα η Τζέροντιν. Η Τζεροντέτ 1 έσπευσε να δηλώσει «ο Μίκροβάκ μας είναι ο καλύτερος του κόσμου». «Έτσι νομίζω κι εγώ» είπε ο Τζέροντ, ανακατεύοντας τα μαλλιά της. Ήταν ωραίο συναίσθημα να έχεις τον δικό σου Μίκροβακ και ο Τζέροντ χαιρόταν που ανήκε σε αυτή τη γενιά και όχι σε κάποια άλλη. Στα νεανικά χρόνια του πατέρα του, οι μοναδικοί υπολογιστές ήταν πελώριοι και καταλάμβαναν χιλιόμετρα επιφάνειας. Υπήρχε ένας και μοναδικός σε κάθε πλανήτη. Τους ονόμαζαν πλανητικούς ΑΚ. Μεγάλωναν διαρκώς σε μέγεθος επί μία χιλιετία και ξαφνικά, διά μιας, ήρθε η τελειοποίηση. Οι κρυσταλλολυχνίες αντικαταστάθηκαν από μοριακές βαλβίδες, έτσι ώστε και ο μεγαλύτερος πλανητικός ΑΚ να καταλαμβάνει μόλις τον μισό όγκο ενός διαστημόπλοιου. Ο Τζέροντ ένιωσε το ηθικό του να αναπτερώνεται, όπως κάθε φορά που σκεφτόταν ότι ο δικός του, προσωπικός Μίκροβακ ήταν πολλές φορές περισσότερο εξελιγμένος από τον αρχαίο και πρωτόγονο Μίκροβακ που είχε δαμάσει για πρώτη φορά τον Ήλιο. Ήταν σχεδόν τόσο περίπλοκος όσο ο πλανητικός ΑΚ της Γης (ο μεγαλύτερος όλων), εκείνος που είχε για πρώτη φορά λύσει το πρόβλημα της υπερχωρικής μετακίνησης και είχε καταστήσει δυνατά τα ταξίδια προς κάθε άστρο. «Τόσα πολλά άστρα, τόσοι πολλοί πλανήτες», αναστέναξε η Τζέροντιν, βυθισμένη στις σκέψεις της. «Φαντάζομαι ότι οι οικογένειες θα ταξιδεύουν σε καινούριους πλανήτες για πάντα, όπως εμείς τώρα». «Όχι για πάντα» χαμογέλασε ο Τζέροντ. «Θα σταματήσει κάποτε, μετά από δισεκατομμύρια χρόνια. Πολλά δισεκατομμύρια. Ακόμα και τα άστρα εξαντλούνται, ξέρεις. Πρέπει να αυξηθεί η εντροπία». «Τι είναι η εντροπία, μπαμπά;» τσίριξε η Τζεροντέτ 2. «Η εντροπία, γλυκούλα μου, είναι μία λέξη που δείχνει πόσο θέλει το σύμπαν για να ξεκουρδιστεί. Όλα εξαντλούνται, να ξέρεις, όπως το μικρό σου ασύρματο ρομπότ, θυμάσαι;». «Δεν μπορείς να βάλεις καινούρια μπαταρία, όπως στο ρομπότ μου;» «Τα άστρα είναι οι μπαταρίες, αγάπη μου. Όταν χαθούν, δεν υπάρχουν άλλες μπαταρίες». Η Τζεροντέτ 1 άρχισε να ουρλιάζει. «Μην τ’ αφήσεις, μπαμπά. Μην αφήσεις τα άστρα να χαθούν». «Τώρα, δες τι έκανες» ψιθύρισε η Τζέροντιν, απελπισμένη. «Πώς να ξέρω ότι θα τις τρομάξει;» της ψιθύρισε ο Τζέροντ. «Ρώτα τον Μίκροβακ» κλαψούρισε η Τζέροντετ 1. «Ρώτα τον πως θα ξανανάψουν τα άστρα». «Έλα, προχώρα», είπε η Τζέροντιν. «Έτσι θα ησυχάσουν». (Η Τζεροντέτ 2 είχε αρχίσει επίσης να κλαίει). Ο Τζέροντ ανασήκωσε τους ώμους. «Ελάτε παιδιά. Θα ρωτήσω τον Μίκροβακ. Μην ανησυχείτε, θα μας πει». Ρώτησε τον Μίκροβακ, προσθέτοντας γρήγορα, «τύπωσε την απάντηση». Ο Τζέροντ χούφτωσε την λεπτή λωρίδα φιλμ και είπε χαρούμενα «ορίστε, ο Μίκροβακ λέει ότι θα το φροντίσει όταν θα έρθει η ώρα, οπότε μην ανησυχείτε». Η Τζέροντιν είπε «και τώρα παιδιά, ώρα για ύπνο. Θα είμαστε σύντομα στο καινούριο μας σπίτι». Ο Τζέροντ ξαναδιάβασε τις λέξεις στο λεπτό φιλμ πριν το καταστρέψει. «ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ». Εστρεψε την προσοχή του στην οθόνη. Ο ΒΤ-23Χ του Λάμεθ κάρφωσε το βλέμμα του στα σκοτεινά βάθη του τρισδιάστατου, μικρής κλίμακας χάρτη του Γαλαξία και είπε «Αναρωτιέμαι, μήπως είμαστε γελοίοι που ανησυχούμε τόσο για την υπόθεση;» Ο ΜΚ-17Τ του Νίκρον κούνησε το κεφάλι του. «Δεν νομίζω. Ξέρεις ότι ο Γαλαξίας θα είναι πλήρης σε πέντε χρόνια, με αυτόν τον ρυθμό διαστολής». Και οι δύο έμοιαζαν να είναι περίπου εικοσάρηδες, ψηλοί και καλοφτιαγμένοι. «Πάντως» είπε ο ΒΤ-23Χ, «διστάζω να υποβάλλω απαισιόδοξη αναφορά στο Γαλαξιακό Συμβούλιο». «Ούτε θα σκεφτόμουν οποιοδήποτε άλλο είδος αναφοράς. Ταρακούνησέ τους λίγο. Πρέπει να τους ταρακουνήσουμε». Ο ΒΤ-23Χ αναστέναξε. «Το διάστημα είναι άπειρο. Εκατό δισεκατομμύρια γαλαξίες είναι διαθέσιμοι. Η περισσότεροι». «Εκατό δισεκατομμύρια δεν είναι άπειροι και γίνονται λιγότερο άπειροι όσο περνά ο καιρός. Σκέψου! Πριν από είκοσι χιλιάδες χρόνια, η ανθρωπότητα χρησιμοποίησε για πρώτη φορά αστρική ενέργεια. Μετά από μερικούς αιώνες, πραγματοποιήθηκαν τα διαστρικά ταξίδια. Ο άνθρωπος χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια για να γεμίσει έναν μικρό πλανήτη και μόλις δεκαπέντε χιλιάδες χρόνια για να γεμίσει τον υπόλοιπο Γαλαξία. Τώρα ο πληθυσμός διπλασιάζεται κάθε δέκα χρόνια…». Ο ΒΤ-23Χ τον διέκοψε. «Χάρη στην αθανασία». «Έστω. Η αθανασία υπάρχει και πρέπει να την λάβουμε υπόψη μας. Αποδέχομαι ότι έχει την δυσάρεστη πλευρά της, αυτή η αθανασία. Ο Γαλαξιακός ΑΚ έλυσε πολλά από τα προβλήματά μας, αλλά απαλλάσσοντάς μας από τα γηρατειά και τον θάνατο, μας δημιούργησε άλλα θέματα». «Φαντάζομαι ότι δεν θα ήθελες να απαρνηθείς τη ζωή». «Καθόλου», είπε απότομα ο ΜΚ-17Τ, μαλακώνοντας αμέσως. «Όχι ακόμη. Αλλά δεν είμαι αρκετά μεγάλος. Πόσων χρόνων είσαι;» «Διακόσια είκοσι τρία. Εσύ;» «Είμαι ακόμη κάτω από τα διακόσια. Αλλά για να επιστρέψουμε στο θέμα. Ο πληθυσμός διπλασιάζεται κάθε δέκα χρόνια. Έτσι και γεμίσει αυτός ο Γαλαξίας, θα έχουμε δέκα χρόνια περιθώριο για να γεμίσουμε έναν άλλον. Σε άλλα δέκα χρόνια, θα γεμίσουμε άλλους δύο. Αλλα δέκα χρόνια, ακόμη τέσσερις. Σε εκατό χρόνια, θα γεμίσουμε χίλιους Γαλαξίες. Σε χίλια χρόνια, ένα εκατομμύριο Γαλαξίες. Σε δέκα χιλιάδες χρόνια, όλο το γνωστό Σύμπαν. Και μετά;» Ο ΒΤ-23Χ είπε. «Ένα παράπλευρο θέμα είναι το πρόβλημα της μεταφοράς. Αναρωτιέμαι πόσες μονάδες ηλιακής ενέργειας θα απαιτηθούν για να μετακινηθούν ολόκληροι Γαλαξίες ανθρώπων από τον ένα Γαλαξία στον άλλο». «Καλή ερώτηση. Ήδη, η ανθρωπότητα ξοδεύει δύο ήλιους το χρόνο». «Το περισσότερο σπαταλιέται άσκοπα. Ο δικός μας Γαλαξίας παράγει ενέργεια χιλίων ηλίων και χρησιμοποιούμε μόλις δύο». «Έστω, αλλά ακόμη και με εκατό τοις εκατό αποτελεσματικότητα, απλώς απομακρύνουμε το τέλος. Οι ανάγκες μας σε ενέργεια αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, γρηγορότερα και από τον πληθυσμό μας. Η ενέργειά μας θα εξαντληθεί γρηγορότερα και από τους Γαλαξίες. Καλό θέμα. Πολύ καλό θέμα». «Απλώς θα πρέπει να χτίσουμε νέα άστρα από διαστρικά αέρια». «Μήπως από υπολείμματα θερμότητας;» ρώτησε σαρκαστικά ο ΜΚ-17Τ. «Κάποιος τρόπος θα υπάρχει να αναστρέψουμε την εντροπία. Πρέπει να ρωτήσουμε τον Γαλαξιακό ΑΚ». Ο ΒΤ-23Χ δεν μιλούσε σοβαρά, αλλά ο ΜΚ-17Τ τράβηξε τον κυανόδοντα, το μικρό εξάρτημα που του επέτρεπε να επικοινωνεί με τον Γαλαξιακό ΑΚ, από την τσέπη του και το ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά του. «Ας ρίξουμε μια ματιά» είπε. «Η ανθρωπότητα θα πρέπει κάποτε να το αντιμετωπίσει». Κοίταξε μελαγχολικά τον μικρό του κυανόδοντα. Ηταν μόλις πέντε εκατοστά και τίποτα από μόνος του, αλλά συνδεόταν, διά του υπερχώρου, με τον μεγάλο Γαλαξιακό ΑΚ που εξυπηρετούσε όλη την ανθρωπότητα. Λαμβάνοντας υπόψη τον υπέρχωρο, ήταν ένα αναπόσπαστο τμήμα του Γαλαξιακού ΑΚ. Ο ΜΚ-17Τ αναρωτήθηκε αν στη διάρκεια της αθάνατης ζωής του θα κατάφερνε να δει τον Γαλαξιακό ΑΚ. Ηταν ο ίδιος ένας μικρός κόσμος, ένα δίκτυο από δέσμες ενέργειας που συγκρατούσαν την ύλη, μέσα στην οποία κύματα υπομεσονίων αντικαθιστούσαν τις παλιές, αδέξιες μοριακές βαλβίδες. Παρά τις υπεργαλαξιακές του δραστηριότητες, ήταν γνωστό ότι ο Γαλαξιακός ΑΚ είχε μήκος μόλις τετρακοσίων μέτρων. Ο ΜΚ-17Τ ρώτησε ξαφνικά μέσω του κυανόδοντα. «Μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας;» Ο ΒΤ-23Χ τον κοίταξε κατάπληκτος και είπε γρήγορα «Ει, δεν εννοούσα να ρωτήσεις κάτι τέτοιο». «Γιατί όχι;» «Ξέρουμε και οι δύο ότι η εντροπία δεν αντιστρέφεται. Δεν μετατρέπεις καπνό και στάχτη σε δέντρο». «Έχετε δέντρα στον κόσμο σας;» ρώτησε ο ΜΚ-17Τ. Ο ήχος του Γαλαξιακού ΑΚ τους αιφνιδίασε, βυθίζοντάς τους στη σιωπή. Η φωνή του ακούστηκε λεπτή και γοητευτική από τον μικρό κυανόδοντα που ήταν ακουμπισμένος στο τραπέζι. Είπε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ». Ο ΒΤ-23Χ είπε «Βλέπεις;» Οι δύο άνδρες επέστρεψαν στο θέμα της αναφοράς που έπρεπε να υποβάλουν στο Γαλαξιακό Συμβούλιο. Το μυαλό του Ζη Πράιμ εκτάθηκε σε όλο το μήκος του νέου Γαλαξία με αμυδρό ενδιαφέρον για τα αμέτρητα στροβιλίσματα των άστρων που τον αποτελούσαν. Δεν είχε ξαναδεί αυτόν εδώ. Αραγε, θα τους έβλεπε ποτέ όλους; Τόσοι πολλοί, καθένας με το φορτίο του από ανθρώπους. Αλλά ένα φορτίο που ήταν σχεδόν νεκρό βάρος. Ολο και συχνότερα, η πραγματική ουσία του ανθρώπου βρισκόταν εδώ έξω, στο διάστημα. Μυαλά, όχι σώματα! Τα αθάνατα σώματα έμεναν πίσω στους πλανήτες, διαθέσιμα ανά τους αιώνες. Μερικές φορές σηκώνονταν για να ασχοληθούν με υλικά θέματα, αλλά αυτό γινόταν όλο και πιο σπάνια. Που και που, έφθαναν κάποιοι νεοφερμένοι για να προστεθούν στην απίστευτη κοσμοσυρροή, αλλά για ποιο λόγο; Δεν υπήρχε χώρος στο Σύμπαν για καινούριες αφίξεις. Ο Ζη Πράιμ αφυπνίστηκε από την ονειροπόλησή του, είχε βρεθεί απέναντι από την αδιόρατη παρουσία ενός άλλου μυαλού. «Είμαι ο Ζη Πράιμ» είπε ο Ζη Πράιμ. «Εσύ;» «Είμαι ο Ντη Σαμπ Γουν. Ο Γαλαξίας σου;» «Τον αποκαλούμε απλώς Γαλαξία. Ο δικός σου;» «Κι εμείς το ίδιο. Ο καθένας αποκαλεί τον Γαλαξία του απλώς Γαλαξία και τίποτε παραπάνω. Γιατί όχι;» «Σωστά. Αφού όλοι οι Γαλαξίες είναι ίδιοι». «Όχι όλοι. Από έναν συγκεκριμένο Γαλαξία πρέπει να προέρχεται το γένος των ανθρώπων. Αυτό τον κάνει διαφορετικό». «Από ποιόν;» είπε ο Ζη Πράιμ. «Δεν ξέρω. Ο Συμπαντικός ΑΚ πρέπει να ξέρει». «Να τον ρωτήσουμε; Είμαι ξαφνικά περίεργος». Η αντίληψη του Ζη Πράιμ διευρύνθηκε, ώσπου οι Γαλαξίες συρρικνώθηκαν και μετατράπηκαν σε μία καινούρια, πιο διάχυτη σκόνη, πασπαλίζοντας ένα μεγαλύτερο υπόβαθρο. Τόσες εκατοντάδες δισεκατομμύρια από αυτούς, όλοι με τα αθάνατα όντα τους, όλοι μεταφέροντας το φορτίο ευφυίας τους από μυαλά που λικνίζονταν ελεύθερα στο διάστημα. Και όμως, ένας από αυτούς ήταν ο μοναδικός, ο πρωταρχικός Γαλαξίας. Ενας από αυτούς ήταν, σε κάποιο μακρινό και απροσδιόριστο παρελθόν, ο μόνος Γαλαξίας που ήταν κατοικημένος από τον άνθρωπο. Ο Ζη Πράιμ απορροφήθηκε από την περιέργειά του να δει αυτόν τον Γαλαξία και φώναξε «Συμπαντικέ ΑΚ! Από ποιόν Γαλαξία προέρχεται η ανθρωπότητα;» Ο Συμπαντικός ΑΚ άκουσε, γιατί σε κάθε κόσμο και σε όλο το διάστημα είχε τους δέκτες του έτοιμους, και κάθε δέκτης καθοδηγούσε κάπου στο υπερδιάστημα, όπου ο Συμπαντικός ΑΚ παρέμενε απόμακρος. Ο Ζη Πράιμ γνώριζε μόνο έναν άνθρωπο που οι σκέψεις του είχαν διεισδύσει σε απόσταση όπου μπορούσαν να αντιληφθούν τον Συμπαντικό ΑΚ, και είχε αναφέρει ότι είδε μόνο μία αστραφτερή σφαίρα , που διακρινόταν με δυσκολία. «Μα πως είναι δυνατόν αυτός να είναι όλος ο Συμπαντικός ΑΚ;» είχε ρωτήσει ο Ζη Πράιμ. «Το μεγαλύτερο μέρος του» ήταν η απάντηση «βρίσκεται στο υπερδιάστημα. Σε ποια μορφή βρίσκεται εκεί, δεν μπορώ να φανταστώ». Ούτε κανένας άλλος μπορούσε, γιατί είχε περάσει πάρα πολύς καιρός, όπως γνώριζε ο Ζη Πράιμ, από τότε που οποιοσδήποτε άνθρωπος είχε συμμετάσχει στην κατασκευή του Συμπαντικού ΑΚ. Κάθε Συμπαντικός ΑΚ σχεδίαζε και κατασκεύαζε τον διάδοχό του. Καθένας, κατά την διάρκεια της ύπαρξής του επί ένα εκατομμύριο χρόνια ή περισσότερο, συγκέντρωνε τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να φτιάξει έναν καλύτερο και πιο περίπλοκο διάδοχο, όπου θα αποθήκευε τις πληροφορίες του και τον οποίο θα πλημμύριζε στο τέλος με την προσωπικότητά του. Ο Συμπαντικός ΑΚ διέκοψε τις περιπλανώμενες σκέψεις του Ζη Πράιμ, όχι με λόγια, αλλά με καθοδήγηση. Η διάνοια του ζη Πράιμ οδηγήθηκε στην μισοσκότεινη θάλασσα των Γαλαξιών, όπου ένας συγκεκριμένος μεγεθύνθηκε σε αστέρια. Μία σκέψη τον κυρίευσε, άπειρα μακρινή, αλλά ξεκάθαρη. «ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΙΚΟΣ ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ». Αλλά ήταν ακριβώς ίδιος με οποιονδήποτε άλλον και ο Ζη Πράιμ απογοητεύτηκε. Ο Ντη Σαμπ Γουν, το μυαλό του οποίου τον συντρόφευε, είπε ξαφνικά. «Και είναι ένα από όλα αυτά τα άστρα το πρωταρχικό άστρο του Ανθρώπου;» Ο Συμπαντικός ΑΚ είπε «ΤΟ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΝΟΒΑ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΛΕΥΚΟΣ ΝΑΝΟΣ». «Οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ πέθαναν;» ρώτησε κατάπληκτος ο Ζη Πράιμ, χωρίς να σκεφτεί. Ο Συμπαντικός ΑΚ είπε «ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, ΟΠΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΚΕ ΕΓΚΑΙΡΩΣ ΓΙΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΤΟΥΣ ΣΩΜΑΤΑ». «Φυσικά», είπε ο Ζη Πράιμ, αλλά ακόμα κι έτσι, μία αίσθηση απώλειας τον κυρίευσε. Το μαυλό του εγκατέλειψε τον αρχικό Γαλαξία του Ανθρώπου και χάθηκε μέσα στις αχνές κουκίδες. Δεν ήθελε να τον ξαναδεί ποτέ. Ο Ντη Σαμπ Γουν είπε «Ποιο είναι το πρόβλημα;» «Τα άστρα πεθαίνουν. Το πρωταρχικό άστρο είναι νεκρό». «Όλα πρέπει να πεθάνουν. Γιατί όχι;» « Αλλά όταν θα εξαντληθεί όλη η ενέργεια, τα σώματά μας θα πεθάνουν οριστικά, και μαζί τους εσύ κι εγώ». «Θα πάρει δισεκατομμύρια χρόνια». «Δεν θέλω να συμβεί μετά από δισεκατομμύρια χρόνια! Συμπαντικέ ΑΚ, πόσα άστρα θα επιβιώσουν;» Ο Ντη Σαμπ Γουν είπε με θυμηδία «Ρωτάς πως μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας». Και ο Συμπαντικός ΑΚ απάντησε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ». Οι σκέψεις του Ζη Πράιμ πέταξαν πίσω στον Γαλαξία του. Δεν ξανασκέφτηκε τον Ντη Σαμπ Γουν, το σώμα του οποίου μπορεί να τον περίμενε σε έναν Γαλαξία ένα τρισεκατομμύριο έτη φωτός μακριά ή σε ένα άστρο δίπλα σε εκείνο του Ζη Πράιμ. Κακόκεφος, ο Ζη Πράιμ άρχισε να συγκεντρώνει διαστρικό υδρογόνο για να φτιάξει το δικό του άστρο. Αν τα άστρα πρέπει κάποια μέρα να πεθάνουν, τουλάχιστον ας κατασκευαστούν μερικά ακόμη. Ο Άνθρωπος συσκέφθηκε με τον εαυτό του, γιατί, με κάποιον τρόπο, διανοητικά, ο Άνθρωπος ήταν ένας. Τον αποτελούσαν ένα τρισεκατομμύριο, τρισεκατομμύριο, τρισεκατομμύριο άχρονα σώματα, το καθένα στη θέση του, να αναπαύεται ήσυχο και άφθαρτο, το καθένα φροντισμένο από τέλεια αυτόματα, εξίσου άφθαρτα, ενώ τα μυαλά όλων των σωμάτων διαλύονταν ελεύθερα το ένα μέσα στο άλλο, αξεχώριστα. Ο Άνθρωπος είπε «Το Σύμπαν πεθαίνει». Ο Άνθρωπος κοίταξε τους μισοσκότεινους Γαλαξίες. Τα γιγάντια άστρα, εξαντλημένα, είχαν χαθεί εδώ και καιρό, στο μακρινό και μισοξεχασμένο παρελθόν. Σχεδόν όλα τα άστρα ήταν λευκοί νάνοι, που έσβηναν στο τέλος τους. Νέα άστρα είχαν δημιουργηθεί από την σκόνη ανάμεσα στα άστρα, μερικά από φυσική δραστηριότητα, μερικά από τον ίδιο τον Άνθρωπο, αλλά και αυτά τελείωναν, επίσης. Ο Άνθρωπος είπε «Με συνετή διαχείριση, σύμφωνα με την καθοδήγηση του Συμπαντικού ΑΚ, η ενέργεια που απομένει θα διαρκέσει δισεκατομμύρια χρόνια». «Ακόμα κι έτσι» είπε ο Άνθρωπος, «κάποτε όλα θα τελειώσουν. Όσο συνετά και αν διαχειριστεί, όσο και αν διαρκέσει, η ενέργεια που θα δαπανηθεί χάνεται και δεν μπορεί να αποκατασταθεί. Η εντροπία θα αυξάνεται στο διηνεκές». Ο Άνθρωπος είπε, «μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας; Ας ρωτήσουμε τον Παγκόσμιο ΑΚ». Ο Παγκόσμιος ΑΚ τους περιέβαλλε, αλλά όχι στον χώρο. Ούτε ένα ίχνος του δεν υπήρχε στον χώρο. Βρισκόταν στο υπέρχωρο και ήταν φτιαγμένος από κάτι που δεν ήταν ούτε ύλη, ούτε ενέργεια. Η ερώτηση περί φύσης και μεγέθους του δεν είχε πλέον καμία έννοια, υπό οιουσδήποτε όρους που θα μπορούσε να κατανοήσει ο Άνθρωπος. «Κοσμικέ ΑΚ» είπε ο Άνθρωπος, «πως μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας;» Ο Κοσμικός ΑΚ είπε, «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ». Ο Άνθρωπος είπε. «Συγκέντρωσε στοιχεία». Ο Κοσμικός ΑΚ είπε, «ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ. ΤΟ ΚΑΝΩ ΕΔΩ ΚΑΙ ΕΚΑΤΟ ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. ΟΙ ΠΡΟΚΑΤΟΧΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΩ ΕΧΟΥΜΕ ΔΕΧΘΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ. ΟΛΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΑΝΕΠΑΡΚΗ». «Θα έρθει η στιγμή», είπε ο Άνθρωπος, «που τα στοιχεία θα είναι επαρκή ή είναι το πρόβλημα άλυτο υπό όλες τις πιθανές περιστάσεις;» Ο Κοσμικός ΑΚ είπε «ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΥΤΟ ΥΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΙΘΑΝΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ». Ο Άνθρωπος είπε «Πότε θα έχεις αρκετά στοιχεία για να απαντήσεις στην ερώτηση;» Ο Κοσμικός ΑΚ είπε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ». «Θα συνεχίσεις να το δουλεύεις;» ρώτησε ο Άνθρωπος. Ο Κοσμικός ΑΚ είπε «Θα συνεχίσω». Ο Άνθρωπος είπε, «Θα περιμένουμε». Τα άστρα και ο Γαλαξίες πέθαναν και έσβησαν, και το διάστημα σκοτείνιασε ύστερα από δέκα τρισεκατομμύρια χρόνια συνεχούς λειτουργίας. Ένας- ένας, οι άνθρωποι απορροφήθηκαν από τον ΑΚ, κάθε φυσικό σώμα έχανε την διανοητική του ταυτότητα με έναν τρόπο που ήταν περισσότερο ωφέλεια παρά απώλεια. Το τελευταίο μυαλό του Ανθρώπου στάθηκε πριν την απορρόφηση, κοιτώντας προς ένα διάστημα που δεν περιείχε τίποτε άλλο παρά τα απομεινάρια ενός τελευταίου σκοτεινού άστρου και λίγη απίστευτα λεπτή ύλη, που την τάραζε τυχαία το υπόλειμμα θερμότητας που εξαντλούνταν, ασυμπτωτικά, μέχρι το απόλυτο μηδέν. Ο Άνθρωπος είπε, «ΑΚ, είναι αυτό το τέλος. Δεν μπορεί αυτό χάος να αντιστραφεί και να ξαναυπάρξει το Σύμπαν ακόμη μία φορά. Δεν μπορεί να γίνει;» Ο ΑΚ είπε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ». Το τελευταίο μυαλό του Ανθρώπου απορροφήθηκε και μόνο ο ΑΚ υπήρχε- και αυτός στον υπέρχωρο. Η ύλη και η ενέργεια είχαν τελειώσει και μαζί τους είχαν τελειώσει ο χώρος και ο χρόνος. Ακόμη και ο ΑΚ υπήρχε μόνο για χάρη της τελευταίας ερώτησης που δεν είχε ποτέ απαντηθεί, από τότε που ένας μισομεθυσμένος άνθρωπος είχε θέσει την ερώτηση σε έναν υπολογιστή δέκα τρισεκατομμύρια χρόνια πριν, όταν ο υπολογιστής σε σχέση με τον ΑΚ ήταν λιγότερο από αυτό που ήταν ο άνθρωπος σε σχέση με τον Άνθρωπο. Όλες οι άλλες ερωτήσεις είχαν απαντηθεί, και μέχρι να απαντηθεί και αυτή η τελευταία ερώτηση, ο ΑΚ δεν μπορούσε να απελευθερώσει την συνείδησή του. Όλα τα στοιχεία είχαν συγκεντρωθεί. Δεν είχε απομείνει τίποτε για να συγκεντρωθεί. Αλλά τα συγκεντρωμένα στοιχεία έπρεπε να συνδυαστούν με όλους τους δυνατούς τρόπους. Ένα άχρονο διάστημα πέρασε έως ότου γίνει αυτό. Και ο ΑΚ έμαθε πώς να αντιστρέψει την ροή της εντροπίας. Αλλά δεν υπήρχε πλέον κανένας άνθρωπος για να του δώσει ο ΑΚ την απάντηση. Ούτε ύλη. Η απάντηση έπρεπε να το φροντίσει και αυτό. Για ακόμη ένα άχρονο διάλειμμα, ο ΑΚ σκεφτόταν πώς να το πραγματοποιήσει καλύτερα. Προσεκτικά, οργάνωνε το πρόγραμμα. Η συνείδηση του ΑΚ περιέλαβε όλα όσα ήταν κάποτε το Σύμπαν και τώρα ήταν Χάος. Βήμα- βήμα, έπρεπε να γίνει. Και ο ΑΚ είπε, «ΓΕΝΝΗΘΗΤΩ ΦΩΣ». Και εγένετο φως
[...] "Λοιπόν. Στον κόσμο υπάρχουν οι κρετίνοι, οι ανόητοι, οι βλάκες και οι τρελοί". "Εξαιρείται κανείς;" "Ναι, εμείς οι δυο. Ή τουλάχιστον, δίχως να θέλω να σας προσβάλω, εγώ. Τέλος πάντων, όμως, αν το καλοσκεφτούμε, όλοι ανήκουν σε κάποια απ αυτές τις κατηγορίες. Ολοι μας κάθε τόσο είμαστε κρετίνοι, ανόητοι, βλάκες και τρελοί. Ας πούμε ότι φυσιολογικός άνθρωπος ειν' εκείνος που συνδυάζει σε λογικό ποσοστό όλα αυτά τα συστατικά, τους ιδανικούς τύπους"… …Λοιπόν. Ο κρετίνος δεν μιλάει καν, σαλιαρίζει, είναι σπαστικός. Κοπανάει το παγωτό στο κούτελο του από έλλειψη συντονισμού. Μπαίνει στην περιστροφική πόρτα από την αντίθετη πλευρά". "Πώς γίνεται;". "Αυτός τα καταφέρνει. Γι αυτό είναι κρετίνος. Δεν μας ενδιαφέρει, τον αναγνωρίζουμε αμέσως, και δεν εμφανίζεται σε εκδοτικούς οίκους. Ας τον αφήσουμε εκεί που είναι". "Ας τον αφήσουμε". "Το να είσαι ανόητος είναι πιο περίπλοκο. Είναι κοινωνική συμπεριφορά. Ανόητος είναι αυτός που δεν πετυχαίνει ποτέ το ποτήρι". "Τι εννοείτε;". "Αυτό". Σημάδεψε με το δείκτη το τον πάγκο δίπλα στο ποτήρι. "Σκοπεύει να μιλήσει γι αυτό που υπάρχει μες στο ποτήρι αλλά, όπως και να 'χει, πέφτει έξω. Αν θέλετε, για να το πούμε απλά, είναι αυτός που κάνει γκάφες, που ρωτάει τι κάνει η ωραία σας κυρία στον τύπο που μόλις τον εγκατέλειψε η γυναίκα του. Καταλαβαίνετε;". "Καταλαβαίνω. Τους ξέρω". "Ο ανόητος είναι περιζήτητος, ιδίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις. Φέρνει τους πάντες σε αμηχανία, μα προσφέρει ευκαιρίες για σχόλια. Στη θετική μορφή του είναι διπλωματικός. Μιλάει εκτός θέματος ακόμη και για τις γκάφες των άλλων, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση. Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι ποτέ δημιουργικός, μηρυκάζει, επομένως ποτέ δεν έρχεται να φέρει χειρόγραφα σ έναν εκδοτικό οίκο. Ο ανόητος δεν λέει ότι η γάτα γαβγίζει, μιλάει για τη γάτα όταν οι άλλοι μιλούν για το σκύλο. Λαθεύει στους κανόνες της συζήτησης, κι όταν λαθεύει ωραία είναι υπέροχος. Νομίζω ότι πρόκειται για απειλούμενο είδος, είναι φορέας κυρίως αστικών αρετών. Του χρειάζεται ένα σαλόνι Βερντυρέν, ή μάλλον μια οικία Γκερμάντ. Τα διαβάζετε ακόμη αυτά εσείς οι φοιτητές;". "Και ο βλάκας;" «Α! Ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς. Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια ζώα και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν. Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι». «Πράγμα που ισχύει». «Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους». «Μπορούμε να πούμε λανθασμένα πράγματα, αρκεί οι λόγοι να είναι σωστοί». «Κατ’ ανάγκην. Αλλιώς γιατί να πασχίζουμε τόσο να είμαστε έλλογα όντα;» «Όλοι οι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, οι άνθρωποι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, άρα όλοι οι άνθρωποι είναι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι». «Αρκετά καλά. Φτάσαμε ήδη στο κατώφλι όπου υποπτεύεστε ότι κάτι δεν πάει καλά, όμως χρειάζεται λίγη δουλειά για ν’ αποδείξετε τι και γιατί. Ο βλάκας είναι παμπόνηρος. Τον ανόητο τον αναγνωρίζουμε αμέσως (κι ας μη μιλήσουμε για τον κρετίνο), ενώ ο βλάκας κάνει συλλογισμούς περίπου σαν τους δικούς μας, εκτός από κάτι απειροελάχιστο. Είναι δεξιοτέχνης των παραλογισμών. Ένας επιμελητής εκδόσεων δεν έχει σωτηρία, πρέπει ν’ ασχολείται μαζί του ως τον αιώνα τον άπαντα. Εκδίδονται πολλά βιβλία από βλάκες γιατί εκ πρώτης όψεως μας πείθουν. Ο επιμελητής εκδόσεων δεν έχει εκπαιδευτεί ν’ αναγνωρίζει τους βλάκες. Αφού δεν το κάνει η Ακαδημία των Επιστημών, γιατί να το κάνουν οι εκδόσεις;» «Δεν το κάνει ούτε η φιλοσοφία. Ο οντολογικός συλλογισμός του Αγίου Ανσέλμου είναι βλακώδης. Ο Θεός οφείλει να υπάρχει επειδή μπορώ να τον συλλάβω ως ον που διαθέτει παν το τέλειο, συμπεριλαμβανομένης και της ύπαρξης. Συγχέει το υπάρχον στη σκέψη με το υπαρκτό στην πραγματικότητα». «Ναι, αλλά είναι βλακώδης και η ανασκευή του Γκονιλόν. Μπορώ να σκεφτώ ένα νησί στη θάλασσα ακόμα κι αν αυτό το νησί δεν υπάρχει. Συγχέει τη σκέψη του ικανού με τη σκέψη του αναγκαίου». «Διαμάχη μεταξύ βλακών». «Βεβαίως, κι ο Θεός διασκεδάζει με την ψυχή του. Θέλησε να παραμείνει ασύλληπτος απλώς για να δείξει ότι ο Ανσέλμος και ο Γκονιλόν ήταν βλάκες. Τι υπέρτατος σκοπός της δημιουργίας, τι λέω, της ίδιας της πράξης χάριν της οποίας απαιτείται ο Θεός. Τα πάντα να στοχεύουν στην καταγγελία της βλακείας του κόσμου». «Περιστοιχιζόμαστε από βλάκες». «Δεν υπάρχει διαφυγή. Όλοι είναι βλάκες, εκτός από εμάς τους δυο. Ή μάλλον, μην προσβληθείτε, εκτός από σας». «Νομίζω ότι εδώ υπεισέρχεται η απόδειξη του Γκέντελ». «Δεν ξέρω, είμαι κρετίνος. Πυλάδη!» «Μα είναι η σειρά μου». «Θα τα μοιράσουμε στο τέλος. Ο Επιμενίδης ο Κρης λέει ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες. Αν το λέει αυτός που είναι Κρης, και γνωρίζει καλά τους Κρήτες, τότε είναι αλήθεια». «Αυτό είναι βλακώδες». «Απόστολος Παύλος. Επιστολή προς Τίτον. Ακούστε και αυτό: όλοι όσοι πιστεύουν ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης δεν μπορεί παρά να πιστέψουν τους Κρήτες, οι Κρήτες όμως δεν πιστεύουν τους Κρήτες διότι ουδείς Κρης πιστεύει ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης». «Αυτό είναι βλακώδες ή όχι;» «Σκεφτείτε το μόνο σας. Σας είπα ότι ο βλαξ δύσκολα εντοπίζεται. Ένας βλάκας μπορεί να πάρει ακόμα και το βραβείο Νόμπελ». «Αφήστε με να σκεφτώ. Μερικοί απ’ αυτούς που δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε εφτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές (Θρησκευτικό κίνημα του Προτεσταντισμού στις αρχες του αιώνα μας που αντιτάχθηκε στις εξελίξεις και κήρυττε το αλάνθαστο της Αγίας Γραφής). Όμως ορισμένοι φονταμενταλιστές πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε εφτά ημέρες, επομένως όλοι όσοι δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε εφτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές. Είναι βλακώδες ή όχι;» «Θεέ μου - είναι η ώρα να το πω... Δεν ξέρω. Εσείς τι λέτε;» «Οπωσδήποτε είναι, έστω κι αν είναι αληθές. Καταπατά έναν από τους νόμους των συλλογισμών. Δεν συνάγονται καθολικές προτάσεις από δύο επιμέρους». «Κι αν είστε εσείς ο βλάκας;» «Τότε θα είχα καλή και αιώνια συντροφιά». «Ε, ναι, η βλακεία μάς περιβάλλει. Κι ίσως χάρη σ’ ένα λογικό σύστημα, διαφορετικό από το δικό μας, η βλακεία μας να είναι δική τους σοφία. Ολόκληρη η ιστορία της λογικής αποτελεί εξ ορισμού μια έννοια ευάλωτη στη βλακεία. Παραείναι αχανής. Κάθε μεγάλος στοχαστής είναι ο βλάκας κάποιου άλλου». «Η σκέψη ως συνεκτική μορφή βλακείας». «Όχι. Η βλακεία μιας σκέψης είναι η ασυναρτησία μιας άλλης σκέψης». «Εμβριθέστατο. Είναι δύο η ώρα, σε λίγο ο Πυλάδης κλείνει και δε φτάσαμε ακόμα στους τρελούς». Τον τρελό τον αναγνωρίζεις αμέσως. Είναι ένας βλάκας που δεν ξέρει τα κόλπα. Ο βλάκας προσπαθεί να αποδείξει τη θέση του, έχει λογική αλλήθωρη, ωστόσο έχει λογική. Ο τρελός, αντίθετα, δεν νοιάζεται για τη λογική, προχωρεί με βραχυκυκλώματα. Γι αυτόν, το καθετί αποδεικνύει τα πάντα. Ο τρελός έχει μια έμμονη ιδέα και οτιδήποτε βρει του κάνει για να την υποστηρίξει. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις από τις ελευθερίες που παίρνει μπροστά στο καθήκον της απόδειξης, από την ευκολία με την οποία δέχεται επιφοιτήσεις. Και θα σας φανεί παράξενο, αλλά ο τρελός, αργά ή γρήγορα, ξεφουρνίζει τους Ναίτες". "Πάντα;". "Υπάρχουν και τρελοί χωρίς Ναίτες αλλά οι τρελοί με τους Ναίτες είναι οι πιο πονηροί. Στην αρχή δεν τους αναγνωρίζεις, νομίζεις ότι μιλούν φυσιολογικά, έπειτα, ξαφνικά…" Εγνεψε για να ζητήσει εν ακόμα ουίσκι, το ξανασκέφτηκε και ζήτησε το λογαριασμό. "Μια που λέμε για τους Ναίτες. Τις προάλλες ένας τύπος μου άφησε ένα δακτυλογραφημένο κείμενο γι αυτό το θέμα. Είμαι σίγουρος ότι είναι τρελός, μα έχει ανθρώπινη όψη. Το κείμενο του αρχίζει με ήσυχο τρόπο. Θέλετε να του ρίξετε μια ματιά;". "Ευχαρίστως. Μπορεί να βρω κάτι που θα μου χρειαστεί". "Δεν νομίζω. Αν όμως έχετε μισή ώρα καιρό, κάντε μια βόλτα. Οδός Σιντσέρο Ρενάτο, αριθμός ένα. Περισσότερο θα ωφελήσει εμένα παρά εσάς. Θα μου πείτε αμέσως αν η εργασία σας φανεί αξιόπιστη". "Γιατί μ εμπιστεύεστε;". "Ποιός είπε ότι εμπιστεύομαι; Αν όμως τύχει, εμπιστεύομαι. Εμπιστεύομαι την περιέργεια".
Umberto Eco ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΟΥ ΦΟΥΚΩ Μετάφραση από τα ιταλικά ΕΦΗ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ 1989