Σ’ εκείνη την πόλη καθώς δεν την ήξερα κι επίφοβο αισθάνθηκα το μέρος που έφτασα, χωρίς ν’ ακούγεται τίποτα Τα κεφάλια των ζώων μου φάνηκε έβλεπα στοιχειωμένα Στο ύψος των ζώων που ήτανε άλλοτε την ώρα που γίνονται λύκοι
Και μόλις στα γόνατα σέρνοντας μπορούσε κανένας άνθρωπος να περάσει Κι όλοι τους αυτό έκαναν σε κείνη τη συνοικία καθώς το είδα Μα ακόμη πιο τρομερό κρύα ήτανε τρομερό −κίτρινα− Πώς να το πω; Τα σώματά τους από το τέλος του λαιμού τους αρχίζοντας Από το πτώμα που ήτανε
Πετσιά ήτανε που είχαν ξυστεί μεριές απ' το κρέας Κι ένα μεγάλο δέρμα ζώου άσπρο αν ήτανε −χλωμό ήτανε− Κουνώντας πια ελαφρά ανέβαινε και σκέπασε τη Συνοικία των Σφαγείων
Ελένη Βακαλό Το άλλο του πράγματος Ποίηση 1954-1994 Τα Κοινά / Του Κόσμου 1978 Εκδόσεις Νεφέλη 1995
...Το εθνικιστικό κίνημα, οι φάλαγγες που παρήλαυναν, το ενθουσιώδες πλήθος. Η συντριπτική ήττα του 1939 τα είχε σαρώσει όλα αυτά, αφήνοντας μόνον την πικρή ανάμνηση της ανθρώπινης παράνοιας. Αντισημιτικό ήταν και το πρόγραμμα των ναζί· μόνο που εκείνοι δεν αρκούνταν στο μποϊκοτάρισμα των εβραϊκών καταστημάτων, στην παρενόχληση των Εβραίων πλανόδιων πωλητών, ή στη δημοσίευση σχετικών άρθρων. Μου είναι εξαιρετικά οδυνηρό να γράψω για την τραγωδία του γκέτο της Βαρσοβίας, της οποίας υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας. Η εικόνα του φλεγόμενου γκέτο είναι τόσο έντονα χαραγμένη στη μνήμη μου ώστε να δυσκολεύομαι να αποτιμήσω ψύχραιμα όσα συνέβησαν. Θα ήθελα, ωστόσο, να αναφερθώ σε ένα και μόνο περιστατικό. Όταν κάθομαι σε ένα παρισινό καφενείο ή περπατάω στους δρόμους μιας μεγαλούπολης, συχνά μια εικόνα με στοιχειώνει. Κοιτάζοντας τις γυναίκες που περνούν, με τα πλούσια μαλλιά τους, το υπερήφανα ανασηκωμένο πηγούνι τους, τον λεπτοκαμωμένο λαιμό τους που οι άψογες γραμμές του γεννούν θαυμασμό αλλά και επιθυμία, δεν μπορώ να αποφύγω την εικόνα μιας νεαρής εβραιοπούλας. Ήταν, νομίζω, περίπου είκοσι ετών. Το σώμα της, πληθωρικό, όμορφο, έσφυζε από υγεία. Έτρεχε, με τα χέρια ψηλά, τα πλούσια στήθη της να πάλλονται, φωνάζοντας με όλη της τη δύναμη «Όχι! Όχι! Όχι!». Της φαινόταν αδιανόητο ότι έπρεπε να πεθάνει· ήταν κάτι που ερχόταν «απέξω», που της επιβαλλόταν, τόσο παράταιρο με το απροετοίμαστο για κάτι τέτοιο, ερωτεύσιμο σώμα της. Οι σφαίρες των SS τη βρήκαν καθώς η κραυγή απελπισίας έβγαινε από το στόμα της. Η στιγμή που οι σφαίρες διαπερνούν τη σάρκα είναι στιγμή «απορίας» για το σώμα. Για ένα δευτερόλεπτο ζωή και θάνατος συνυπάρχουν, πριν το άψυχο σώμα πέσει στο οδόστρωμα και οι μπότες των SS το κλοτσήσουν, παραμερίζοντας το. Αυτή η κοπέλα δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία από τα εκατομμύρια που έχασαν τη ζωή τους στο άνθος της ηλικίας τους. Αξίζει, πάντως, να αναλογιστώ γιατί αυτή ειδικά η κοπέλα έρχεται στη μνήμη μου τόσο συχνά, και ιδιαίτερα σε στιγμές που απολαμβάνω την αίσθηση να είναι κανείς ζωντανός και να περιβάλλεται από ανθρώπους όλο ζωή. Υπάρχει, ίσως ένα νήμα που συνδέει αυτή την αίσθηση με τις οργιαστικές τελετές ορισμένων φυλών, κατά τη διάρκεια των οποίων άντρες και γυναίκες αλλάζουν ελεύθερα ερωτικό σύντροφο. Η μονογαμία δεν μπορεί, προφανώς, να καλύψει αυτή την αίσθηση, από την οποία και απορρέει η αγάπη για την ανθρωπότητα, για το ανθρώπινο είδος. Ίσως αυτή η αγάπη απαιτεί, όταν κοιτάζω μια παρέα από γυναίκες που χαμογελούν ικανοποιημένες με τον εαυτό τους, να σκέφτομαι τη νεαρή εβραιοπούλα σαν μια από αυτές, σαν παρούσα και σαν όμοιά τους…
Ήταν κάποτε ένας κυνηγός και γερακάρης, τον λέγανε Σονζό και ζούσε στην επαρχία Ταμούρα Νο Γκο, στο Νομό Μούτσου. Μια μέρα, πήγε να κυνηγήσει μα δε συνάντησε κανένα θήραμα. Στο δρόμο της επιστροφής, στην τοποθεσία Ακανούμα, πήρε το μάτι του ένα ζευγάρι πάπιες οσιντόρι(1). Κολυμπούσαν πλάι πλάι στα νερά του μικρού ποταμού που έπρεπε να περάσει. Αν σκοτώσεις λένε, ένα οσιντόρι θα σε βρει μεγάλη δυστυχία. Ο Σονζό όμως πεινούσε, σκόπευσε λοιπόν το ζευγάρι. Το βέλος τρύπησε το αρσενικό· το θηλυκό ξέφυγε μέσα από τις καλαμιές της αντίπερα όχθης και χάθηκε. Ο Σονζό κουβάλησε το σκοτωμένο πουλί στο σπίτι και το μαγείρεψε. Εκείνο το βράδυ είδε άσχημο όνειρο. Μια πολύ όμορφη γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο, πλησίασε το μαξιλάρι κι άρχισε να κλαίει. Το κλάμα της ήταν τόσο γοερό, που ακούγοντάς το ο Ζονζό νόμισε πως θα σχιστεί η καρδιά του. Η νεαρή γυναίκα του έλεγε: - Γιατί, αχ! Γιατί τον σκότωσες; Ήμασταν ευτυχισμένοι οι δυό μας στην Ακανούμα… Τώρα τον σκότωσες!… Σε τι σου έφταιξε; Ξέρεις τουλάχιστον τι έγκλημα διέπραξες; Τι ποταπό και σκληρό έγκλημα; Σκότωσες και μένα γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον άντρα μου! Αυτό ήρθα να σου πω… Άρχισε πάλι να κλαίει τόσο απελπισμένα, που οι λυγμοί της τρύπησαν τα κόκαλα του Σονζό κι έφτασαν ως το μεδούλι. Η φωνή της, που τη διέκοπταν οι λυγμοί, απάγγειλε τους παρακάτω στίχους:
(Μόλις βασίλεψε η μέρα, του πρότεινα να ‘ρθει κοντά μου! Στο εξής θα κοιμάμαι μόνη μου στον ίσκιο που ρίχνουν οι καλαμιές της Ακανούμα(3) Αχ! Ανείπωτη θλίψη!) Κι ύστερα φώναξε: - Αχ! Δεν ξέρεις… όχι, δεν μπορείς να ξέρεις τι έκανες! Αύριο όμως, όταν θα ξαναπάς στην Ακανούμα, θα καταλάβεις… θα καταλάβεις… Με τα λόγια αυτά, κλαίγοντας πάντα γοερά, έφυγε. Το πρωί, το όνειρο ήταν ακόμη τόσο ζωντανό στο μυαλό του, που ο Σονζό ένιωθε ταραγμένος. Θυμήθηκε τα λόγια της νεαρής γυναίκας: «Αύριο όμως, όταν θα ξαναπας στην Ακανούμα θα καταλάβεις… θα καταλάβεις...». Αποφάσισε λοιπόν να πάει αμέσως εκεί, να μάθει μήπως το όνειρό του ήταν κάτι παραπάνω από απλό όνειρο. Ο Σονζό πήγε στην Ακανούμα. Φτάνοντας στο ποτάμι είδε το θηλυκό οσιντόρι να κολυμπάει μόνο του. Την ίδια στιγμή τον διέκρινε κι εκείνο· αντί να φύγει όμως κολύμπησε προς το μέρος του κοιτάζοντάς τον συνέχεια με μια παράξενη προσοχή. Ξαφνικά, μ’ ένα χτύπημα του ράμφους άνοιξε πληγή στα πλευρά του κι έσβησε εκεί μπροστά στα μάτια του κυνηγού. Ο Σονζό ξύρισε το κεφάλι του και κλείστηκε σε μοναστήρι.
_________________ 1. Στην Άπω Ανατολή οι πάπιες αυτές συμβολίζουν το συζυγικό έρωτα. 2. Μακόμο είναι οι μεγάλες καλαμιές με τις οποίες φτιάχνουν τα πανέρια. 3. Αυτοί οι στίχοι έχουν διπλό λυπητερό νόημα. Οι συλλαβές που σχηματίζουν το κύριο όνομα Ακανούμα («Κόκκινος ή Ματωμένος Βάλτος») μπορούν να διαβαστούν επίσης ως ακάνου μα («στους χρόνους του αχώριστου ή θαυμάσιου έρωτά μας»)
Λευκάδιος Χερν ή Lafcadio Hearn ή Γιάκουμο Κοϊζούμι Κείμενα από την Ιαπωνία Μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς Εκδόσεις Ινδικτος 1997
Ο Δαρβίνος μας πληροφόρησε ότι είμαστε ξαδέρφια των πιθήκων, όχι των αγγέλων. Μετά μάθαμε ότι προερχόμασταν από την αφρικανική ζούγκλα, και πως δεν μας έφερε ο πελαργός από το Παρίσι. Και δεν πάει πολύς καιρός που μάθαμε ότι τα γονίδιά μας είναι σχεδόν ίδια με εκείνα του ποντικού. Δεν ξέρουμε πια αν είμαστε αριστουργήματα του Θεού ή κακόγουστα αστεία του Διαβόλου. Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια: οι εξολοθρευτές των πάντων, οι διώκτες του πλησίον μας, οι δημιουργοί της ατομικής βόμβας, της βόμβας υδρογόνου και της βόμβας νετρονίου, η οποία είναι και η πιο οικονομική, αφού εξολοθρεύει τους ανθρώπους αφήνοντας άθικτα τα πράγματα, τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν μηχανές, τα μόνα που ζουν υπηρετώντας τις μηχανές που επινοούν, τα μόνα που καταστρέφουν τα σπίτια τους, τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει, τα μόνα που είναι άξια να νοικιάσουν ή να πουλήσουν τις υπηρεσίες τους, ή να νοικιάσουν και να πουλήσουν τους ομοίους τους, τα μόνα που σκοτώνουν από ευχαρίστηση, τα μόνα που βασανίζουν, τα μόνα που βιάζουν. Επίσης τα μόνα που γελάνε, τα μόνα που κάνουν όνειρα, που μετατρέπουν σε μετάξι το σάλιο του σκώληκα, που μετατρέπουν τα σκουπίδια σε ομορφιά, που ανακαλύπτουν άγνωστα χρώματα στο ουράνιο τόξο, που δίνουν νέες μουσικές στις φωνές του κόσμου και δημιουργούν λέξεις, για να μην χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της.
Eduardo Galeano Καθρέφτες - Μια Σχεδόν Παγκόσμια Ιστορία Μετάφραση Ισμήνη Κανσή Εκδόσεις Πάπυρος 2009
Η βροχή μας είχε κλείσει σ΄ ένα μαγαζάκι. Ώρες μέναμε κει και μιλούσαμε. Είχαμε πει πολλά και πολλά, κι έπειτα χωρίς να μιλούμε κοιτάζαμε τη βροχή, που λεπτή, μονότονη έπεφτε και σα να τσιμπούσε τ΄ απλωμένα νερά. Και δεν ήταν κανείς άλλος στο μαγαζάκι, από μας. Ο μάγερας μαγέρευε και πίσω του, στον τοίχο άπειρες μύγες είχαν καθήσει. Νόμιζες πως ήταν κεντημένος, ή νάχαν απλώσει κάποιο βέλο με βουλίτσες μαύρες. Η σιωπή μας δεν κράτησε πολύ. Ο Σαμούλης μίλησε: — Είπαμε πριν, είπε, για όνειρα, για τα σκυλιά, που ουρλιάζουν, όταν πρόκειται να πέσει κάποιο κακό στο σπίτι, που μένουν. Και πολλές φορές και για γειτονικά, ή συγγενικά. Αλλ΄ εγώ θα σας πω τώρα, και πως ζώα άγρια, πουλιά, όρνεα, κλαίνε, θρηνούν όταν είναι να πέσει στον τόπο που ζουν από χρόνια, στην πατρίδα τους, κάποια συμφορά μεγάλη!… Ήτανε Σεπτέμβριος του 16. Ένα βράδυ κλεισμένος στο δωμάτιό μου έγραφα. Η ώρα ήταν περασμένη. Είχα βαλθεί να τελειώσω κι ας μ΄ έβρισκε και το ξημέρωμα. Είχα, λοιπόν, βυθιστεί στο γράψιμο, ή σε κείνο που έγραφα, όταν ξαφνικά μέσ΄ στην ησυχία της νύχτας, ακούω μια φωνή, ένα κλάμα έξω, κομμένο σαν κλάμα γυναίκας, γριάς. Προπάντων γριάς, αυτή την εντύπωση μούκανε. Ακροάστηκα καλά. Ναι, ναι, ήταν ένα κλάμα κομμένο ή που κοβόταν, γεμάτο πόνο, ένα παράξενο όμως, κλάμα κι απαίσιο μαζί! — Μα τ΄ είναι αυτό! είπα. Το κλάμα ξακολουθούσε μες στην ησυχία της νύχτας. Με φρίκη πέταξα την πέννα, και αρπάζοντας ένα μπαστούνι χοντρό, χωρίς να ξέρω γιατί, βγήκα στην αυλή. Μα ήτανε σα να θρηνούσε κάποια γριά στρίγγλα καθισμένη κάπου κει κοντά… Η σελήνη φώτιζε δυνατά κυκλωμένη από σύννεφα. Και μες στο σπίτι ησυχία, στ΄ άλλα δωμάτια. Κανείς δε φαινότανε νάχε ακούσει τίποτα. Το κλάμα πιο δυνατό ακουγόταν. Και όπως σας είπα, ήτανε σαν εκεί κοντά, σε κάποια μεριά, να καθόταν γριά μάγισσα, κακιά γριά και μάντισα κακών νάκλαιγε, ν’ άφηνε φωνή πόνου μεγάλου. Όρμησα έξω, στο δρόμο. Αλλά μόλις επρόβαλα απ΄ τη σκιά του σπιτιού και φωτίστηκα απ΄ το φως της σελήνης, μια φωνή αλλιώτικη, φόβου άγρια, ακούστηκε να βγαίνει από κει κοντά. Ύψωσα το ξύλο. Τίποτα δεν είδα. — Μα τι είναι αυτό! είπα. Μην είναι νυχτοπούλι, κουκουβάγια; Προσπάθησα να δω στα κεραμίδια των αντικρινών σπιτιών, ενός μάλιστα, χαμηλού πολύ, που ήταν και σε κατηγοριά και όπου μου φάνηκε πως βγήκε η φωνή. Τίποτα, τίποτα. Το φως της σελήνης φώτιζε καλά τα κεραμίδια. Και η φωνή είχε πάψει. Ένα σκυλί ερχότανε γρήγορα, μαύρο, γνωστό μου, με τη μύτη κάτω και την ουρά μαζεμένη. Και μπήκε μέσα στο αντικρινό σπίτι από μια τρύπα. Έκανα να μπω μέσα, όταν ακούω φωνές πολλές, όμοιες με κείνη, από παντού, απ΄ το λόφο του Φιλοπάππου, απ΄ τους αντικρινούς λόφους, απ΄ τα χωράφια, από παντού, όλες να κλαίνε, να θρηνούν! — Μα τι σημαίνει αυτό; ρώτησα τον εαυτό μου. Αισθανόμουν ότι κάτι κακό σήμαινε. Την άλλη μέρα το διηγήθηκα αυτό σε ένα γέρο γνωστό μου, ένα γέρο δάσκαλο. Τ’ άκουσε με προσοχή και μούπε έπειτα: — Μην είναι η γλαύκα των Αθηνών, και αυτή θάναι, κι έκλαιγε για κάποιο κακό μεγάλο, μεγάλα κακά, που θα πέσουν στην Αθήνα και στην Ελλάδα;
[Σημείωσις του «ΝΟΥΜΑ». Το άρθρο αυτό του μακαρίτη Περικλή Γιαννόπουλου βρέθηκε μέσα σε παλιό συρτάρι του «Νουμά», λησμονημένο εκεί από τα 1903 που μας το είχε δώσει μαζί μ’ ένα άλλο άρθρο, «Ο Τραγουδιστής» που τυπώθηκε στον 34 αριθμό 1903 του «Νουμά», με την υπογραφή «Ι. Άνεμος», πούχει και τούτο άρθρο. Στα «Τηλεφωνήματα» μέσα υπάρχει ολόκληρος ο Γιαννόπουλος με τις φωτεινές του ιδέες, με τις γοητευτικές παραξενιές του και με το ιδιόρρυθμο ύφος του.]
Δεν εννοείτε, δεν εννοείτε, δεν εννοείτε. Και έχετε δίκαιον, πληρέστατον δίκαιον. Δεν είναι δυνατόν να φαντασθήτε τι είδους εργασία έχει γίνει και πόση εργασία· τι είδους είναι αυτή, πως πρέπει να κινηθή και προς ποίον σκοπόν. Και θέλετε να χυθή εις τα παλαιά καλούπια· αλλά πως αφού είναι νέα, είναι άλλη; Και διστάζετε να δοκιμάσετε· τι σας μέλει; προς ποίους απευθύνεσθε; δεν απευθύνεσθε προς τους πολλούς; Προς αυτούς κ’ εγώ. Δώσε σεις την εργασίαν μου προς τους πολλούς και αφίσατε αυτούς να κρίνουνε, αυτούς ερωτήσατε αν τους αρέση, αν τους κάμνη καλόν. Τους πολλούς. Προς τους πολλούς απευθύνομαι εγώ. Τους πολλούς θέλω να εξυπνήσω· των πολλών θέλω να ελευθερώσω, ν’ αναστήσω την ψυχήν. Μου ζητάτε κοψίματα, ραψίματα, κτενίσματα ιδεών. Τι σας μέλει; Τι σας μέλει; Εγώ μειόνουμαι, εγώ βλάπτομαι, εγώ χάνω. Νομίζετε ότι δεν το εννοώ; Αλλ’ αυτό θέλω. Εάν εγώ πάρω και τελειώσω κάτι τι, αυτό ετελείωσε, δεν έχει να τα πάρη άλλος, τίποτε δεν ωφελεί, είναι ιδικόν μου. Αλλά εάν πετάξω σωρούς σωρούς ιδεών, δυνατόν ο καθείς να πάρη, να κόψη, να ράψη, να κτενίση, να δημιουργήσει ό,τι θέλει. Να λ.χ.: Ένας άνθρωπος που έζησε δέκα χρόνια εις την Ακρόπολιν και την αγάπησε, φυσικώτατα κάτι περισσότερον να είδε από κάθε σοφόν που πήγε μόνον να την μελετήση, φυσικώτατα δυνατόν να ειπή ωραία πράγματα. Και μ’ αυτό τι; Θα ειπούν μόνον: Ωραία τα λέγει. Και έπειτα; Τίποτε. Και αυτό δεν θέλω ακριβώς. Επαναλαμβάνω δε εκατομμυριοστήν φοράν. Ό,τι θέλω να ειπώ, δύναμαι να το ειπώ ωραιότατα. Δεν θέλω, δεν θέλω, δεν θέλω και δεν πρέπει να θέλω. Απευθύνομαι προς όλους μη εξαιρών κανένα: Θέλετε να δημιουργηθεί ένας ιδεολογικός κόσμος ωραίος; Σεις θα τον δημιουργήσετε άμα σας εύρουν τον δρόμον. Εσείς θα τον χαρήτε, όχι εγώ. Θέλετε να ξεπαγώσουν, να ξεναρκωθούν, να κινηθούν οι πολλοί προς όλα τα ωραία που ποθήτε; Αφήστε με ελεύθερον να τους κεντρίσω, και να τους οιστρηλατίσω όπως ξέρω εγώ. Και σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, σας παρακαλώ: Πάρετε να διαβάσετε μιαν Μελέτην της Ελληνικής Γραμμής και του Χρώματος που θα δημοσιευθή εις την «Ανατολήν». Θα σας φανή καλή και τα λοιπά να είναι και δεν είναι τίποτε. Είναι σπουδαία – εγώ βλέπετε μιλώ στήθος με στήθος και δεν είναι τίποτε, εν συγκρίσει προς τα κατόπιν. Αυτά τα δυό φύλλα έχουν δυό αγκωνάρια θεμελίων. Ενός κόσμου. Καθ’ όλους τους κανόνας του κτισίματος. Και κόκκορας ακόμα έχει σφαγεί. Και δια το κάθε τι είναι το ίδιον. Δεν θέλετε χιλίας χιλιάδας τοιούτων μελετών; Βάλετε το χέρι σας εις την καρδιάν σας. Δεν σας χρειάζονται εκατομμύρια τοιούτων ιδεών; Δεν σας είναι χρησιμώτεραι από κάθε άλλο; Δεν προτιμάτε σωρούς υλικών με τα οποία να κτίσετε σεις ό,τι θέλετε παρά δυό τρία τελειωμένα λιθάρια; Και δεν είναι κρίμα αν αύριον ψοφήσω να τα πάρω μαζί μου εγώ; Διατί δεν θέλετε να τα πάρετε, να τα εξασφαλίσετε, να τα μεταχειρισθήτε μίαν ώραν αρχίτερα; Ποίος σας λέγει ότι αύριον δεν είναι πιθανόν ένα κεραμίδι να μου κόψη τον αέρα; Εσάς εσάς σας χρειάζονται αυτά· εμένα δεν μου χρειάζονται τίποτε. Εμένα με ενοχλούν μόνον, με βαρύνουν μόνον. Μη κάμνετε σαν Ευρωπαίοι. Εγώ δεν κάθομαι να κτενίσω τέτοια βάρη. Εγώ θέλω να είμαι ελαφρός, σαν πουλί. Τύχη τα πάντα και τύχη ώθησεν έναν από εμάς να ιδή δέκα πράγματα περισσότερα δια την κοινήν ζωήν. Πάρετε αυτά τα πράγματα, μη τα χάσετε. Εγώ τίποτε δεν σας ζητώ και τίποτε δεν έχετε να μου δώσετε. Επαίνους δεν θέλω. Δόξαν σας την χαρίζω. Εγώ θα σας αδειάσω εις το κεφάλι ό,τι εείναι χρήσιμον, κινητικόν, ηδονικόν της ζωής σας· γρήγορα, γρήγορα και έπειτα χαίρετε, χαίρετε. Εγώ μίαν φοράν θα ζήσω, δεν θα ζήσω δύο. Και όταν περάση η νεότης, τα ρέστα σας τα χαρίζω. Κ’ εγώ δεν έχω σκοπό να να φάω τα νειάτα μου με σας. Εγώ την μόνην δόξαν που εζήλευσα είναι η δόξα των φιλιών. Θέλω να αισθάνομαι το κεφάλι μου άδειο, κούφιο, φορτωμένο με το στεφάνι των φιλιών. Και θέλω να πεθάνω νέος. Και θέλω να πεθάνω ορθός. Θα κάμω ό,τι είναι δυνατόν για να σας πείσω να τα πάρετε, για να σας δείξω ότι είναι χρήσιμα για σας. Θέλετε να τα πάρετε; Πάρετέ τα, είναι ιδικά σας. Δεν θέλετε; Τύφλα σας! ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΝΟΥΜΑΣ Χρονιά ΙΔ – φύλλο 19 * Αθήνα Σάββατο 1 Οχτώβρη 1916 * Αριθμός 600 (σελ. 269-270)
Οι βαριές πόρτες του αμπαριού άνοιξαν από πάνω μας κι από τη στενή σιδερένια σκαλίτσα αρχίσαμε να βγαίνουμε αργά, ένας ένας, στο κατάστρωμα. Οι φρουροί ήταν παραταγμένοι πυκνή αλυσίδα στα κιγκλιδώματα της πρύμνης του πλοίου με τις κάννες των τουφεκιών στραμμένες πάνω μας. Κανένας μας ωστόσο δεν τους έδινε σημασία. Κάποιος φώναζε «πιο γρήγορα, πιο γρήγορα», το πλήθος σπρωχνόταν όπως σε όλους τους σταθμούς κατά την επιβίβαση. Έδειχναν το δρόμο μόνο σ’ εκείνους που προηγούνταν – ανάμεσα στα τουφέκια προς τη φαρδιά σκάλα, μετά στη μαούνα, κι από τη μαούνα, από άλλη σκάλα, στη στεριά. Το πλοίο μας είχε φέρει δώδεκα χιλιάδες άτομα, και όσο ξεφόρτωνε είχες χρόνο να περιεργαστείς τα πέριξ. Μετά τις ζεστές, ανοιξιάτικα ηλιόλουστες μέρες του Βλαδιβοστόκ, μετά τα καθαρότατα χρώματα του απωανατολίτικου ουρανού, άψογα και έντονα, χωρίς ενδιάμεσους τόνους και μεταπτώσεις, που θα θυμάμαι για όλη μου τη ζωή… Έπεφτε ένα παγωμένο ψιλόβροχο από έναν θολό, ασπριδερό, σκυθρωπό, μονόχρωμο ουρανό. Γυμνοί, άδενδροι, πετρώδεις πρασινωποί βράχοι υψώνονταν μπροστά μας, και στα κενά ανάμεσα τους, στους πρόποδές τους σχεδόν, σέρνονταν αναμαλλιασμένα, σκουρόγκριζα, κουρελιάρικα σύννεφα. Σαν να σκέπαζαν αυτή τη σκυθρωπή βραχώδη γωνιά ξακρίδια μιας γιγάντιας κουβέρτας. Το θυμάμαι καλά: Ήμουν απολύτως ήρεμος, έτοιμος για οτιδήποτε, αλλά η καρδιά μου χτύπησε και σφίχτηκε ασυναίσθητα. Και, αποστρέφοντας το βλέμμα από το θέαμα, σκέφτηκα ότι μας έφεραν εδώ για να πεθάνουμε. Το αμπέχονό μου μουσκευόταν λίγο λίγο. Καθόμουν πάνω στη βαλίτσα που, από μια αιώνια ανθρώπινη ματαιότητα, είχα πάρει μαζί μου από το σπίτι την ώρα της σύλληψης. Όλοι, όλοι είχαμε πράγματα: βαλίτσες, σακίδια περασμένα στην πλάτη, μπόγους με κουβέρτες… Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι το ιδανικό εφόδιο του συλληφθέντα είναι ένας μικρός υφασμάτινος τορβάς με ένα ξύλινο κουτάλι μέσα. Όλα τα υπόλοιπα, είτε είναι ένα απολειφάδι μολυβιού είτε είναι κουβέρτα, εμποδίζουν. Ψέμα, ψέμα, την περιφρόνηση για την ατομική ιδιοκτησία μας την είχαν μπολιάσει για τα καλά. Κοιτούσα το πλοίο που ακουμπούσε στον κυματοθραύστη, τόσο μικρό και παραπαίον ανάμεσα στα γκρίζα, σκοτεινά κύματα. Μέσα από το σκούρο πέπλο της βροχής ξεπρόβαλλαν οι σκυθρωποί όγκοι των βράχων που περιέβαλλαν τον όρμο Ναγκάγεβο(1), και μόνο πέρα μακριά, εκεί από όπου είχε φτάσει το πλοίο, φαινόταν ο απεριόριστα καμπυλωτός ωκεανός, λες και στην παραλία ήταν ξαπλωμένο ένα γιγάντιο αγρίμι που βαριανάσαινε κι ο αέρας φυσούσε πάνω στο τρίχωμά του, διώχνοντας τα φολιδωτά κύματα που έλαμπαν στη βροχή. Έκανε κρύο κι ήταν τρομακτικά. Η ζεστή ανοιξιάτικη φωτεινότητα των χρωμάτων του ηλιόλουστου Βλαδιβοστόκ είχε μείνει πίσω, σε έναν άλλο, πραγματικό κόσμο. Εδώ ήμασταν σε έναν κόσμο εχθρικό και σκυθρωπό. Κανένα κτίριο δεν φαινόταν εκεί κοντά. Ο μοναδικός δρόμος, που παρέκαμπτε το βράχο, χανόταν κάπου προς τα πάνω. Επιτέλους το ξεφόρτωμα τελείωσε, και σούρουπο πια η μεταγωγή κινήθηκε προς τα βουνά. Κανένας δεν ρωτούσε τίποτα. Το πλήθος των βρεγμένων ανθρώπων άρχισε να ανεβαίνει το δρόμο, σταματώντας συχνά να πάρει ανάσα. Οι βαλίτσες έγιναν πολύ βαριές, τα ρούχα μας μουσκεύτηκαν. Δύο στροφές κι εκεί δίπλα μας, πιο πάνω από εμάς σε μια προεξοχή του λόφου, είδαμε τις σειρές από αγκαθωτό σύρμα. Από τη μέσα μεριά του σύρματος στριμώχνονταν κάτι άντρες. Κάτι φώναζαν και ξαφνικά άρχισαν να μας πετάνε καρβέλια ψωμί. Πετούσαν το ψωμί πάνω από τα συρματοπλέγματα, εμείς το πιάναμε, το κόβαμε και το μοιραζόμασταν. Πίσω μας είχαμε μήνες φυλακής, σαρανταπέντε μέρες μεταφοράς με τραίνο και πέντε μέρες στη θάλασσα. Πεινούσαμε όλοι. Σε κανέναν δεν είχαν δώσει οδοιπορικά. Το ψωμί φαγώθηκε με λαιμαργία. Ο τυχερός που έπιανε το ψωμί το μοιραζόταν με όλους όσοι επιθυμούσαν – μια ευγένεια την οποία θα ξεμαθαίναμε διαπαντός μέσα σε τρεις βδομάδες. Μας οδηγούσαν όλο και πιο πέρα, όλο και πιο ψηλά. Οι στάσεις γίνονταν όλο και πιο συχνές. Και να, μπροστά μας μια ξύλινη πύλη, αγκαθωτά συρματοπλέγματα, και στο εσωτερικό τους σειρές από σκούρες λόγω βροχής σκηνές από καραβόπανο, άσπρες και ανοιχτοπράσινες, τεράστιες. Μας χώριζαν μετρώντας μας και γεμίζοντας τη μια σκηνή μετά την άλλη. Οι σκηνές είχαν σειρές από ξύλινες διώροφες κουκέτες, κατά το σύστημα του τραίνου, σε κάθε κουκέτοα οκτώ άνθρωποι. Ο καθένας πήρε τη θέση του. Το καραβόπανο έσταζε, λιμνούλες υπήρχαν και στο δάπεδο και στις κουκέτες, αλλά ήμουν τόσο κουρασμένος (κι όλοι ήταν το ίδιο κουρασμένοι μ’ εμένα, από τη βροχή, τον αέρα, την αλλαγή, τα μουσκεμένα ρούχα, τις βαλίτσες), που τυλιγμένος όπως όπως χωρίς να σκεφτώ τα βρεγμένα ρούχα μου, αλλά και που θα τα στέγνωνα, ξάπλωσα κι αποκοιμήθηκα αμέσως. Ήταν σκοτεινά και κρύα…
________________________ (1) Μικρός οικισμός στο λιμάνι του Μαγκαντάν.
VARLAM SHALAMOV Ιστορίες από την Κολυμά Μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου Εκδόσεις Άγρα 2022
...Συνέχισαν την πορεία τους. Είχε αετούς κι άλλα πουλιά στην κοιλάδα και πολλά ελάφια, και είχε άγριες ορχιδέες και συστάδες μπαμπού. Το ποτάμι εκεί ήταν αρκετά πλατύ και περνούσε ανάμεσα σε πελώριους ογκόλιθους, και καταρράχτες έπεφταν παντού μέσα από την ψηλή και μπερδεμένη ζούγκλα. Ο δικαστής πορευόταν πλέον μπροστά, μαζί με έναν από τους Ντέλαγουερ, και διατηρούσε το τουφέκι του γεμάτο με μικρούς σκληρούς σπόρους φραγκόσυκου, και το βράδυ περιποιούνταν με μαεστρία τα πολύχρωμα πουλιά που είχε σκοτώσει, τρίβοντας το δέρμα τους με μπαρούτι, γεμίζοντάς τα με μπάλες από ξεραμένα χόρτα και αποθηκεύοντας τα στους σάκους του. Έβαζε τα φύλλα δέντρων και φυτών στο σημειωματάριό του και κυνηγούσε ακροπατώντας τις ορεινές πεταλούδες με το πουκάμισο απλωμένο στα δύο του χέρια, μιλώντας τους ψιθυριστά, αντικείμενο άξιο μελέτης κι ο ίδιος. Ο Τόουντβάιν καθόταν και τον παρατηρούσε που κρατούσε τις σημειώσεις του με τις σελίδες στραμμένες προς τη φωτιά για να βλέπει, και τον ρώτησε ποιος ο λόγος για όλα αυτά. Η πένα του δικαστή σταμάτησε το γρατζούνισμα. Γύρισε και κοίταξε τον Τόουντβάιν. Μετά άρχισε πάλι να γράφει. Ο Τόουντβάιν έφτυσε μέσα στη φωτιά. Ο δικαστής συνέχισε να γράφει και μετά έκλεισε το σημειωματάριό του, το άφησε στο πλάι, πίεσε τις παλάμες του τη μία με την άλλη, τις πέρασε προς τα κάτω πάνω από τη μύτη και το στόμα του και τις ακούμπησε στα γόνατά του. Οτιδήποτε υπάρχει, είπε. Οτιδήποτε στην πλάση υπάρχει χωρίς τη γνώση μου, υπάρχει χωρίς τη συγκατάθεσή μου. Κοίταξε γύρω του το σκοτεινό δάσος όπου ήταν καταυλισμένοι. Έγνεψε προς τα δείγματα που είχε συλλέξει. Αυτά τα ανώνυμα πλάσματα, είπε, μπορεί να σου φαίνεται πως έχουν πολύ μικρή σημασία, ή ίσως και καθόλου. Κι όμως, και το παραμικρό ζωύφιο μπορεί να μας καταβροχθίσει. Οποιοδήποτε τόσο δα πλασματάκι κάτω απ’ αυτή την πέτρα, που κανείς άνθρωπος δεν το γνωρίζει. Μόνο η φύση μπορεί να υποδουλώσει τον άνθρωπο, και μόνο όταν η ύπαρξη και της τελευταίας μικροσκοπικής οντότητας εξιχνιαστεί και παρουσιαστεί ολόγυμνη μπροστά του, τότε και μόνο τότε θα μπορεί να γίνει επικυρίαρχος της γης. Τι σημαίνει επικυρίαρχος; Φύλακας. Φύλακας ή αφέντης. Τότε γιατί να μην τον πούμε φύλακα; Γιατί είναι ένα ιδιαίτερο είδος φύλακα. Ο επικυρίαρχος κυβερνά ακόμη κι εκεί όπου υπάρχουν άλλοι άρχοντες. Η εξουσία του υπερισχύει των τοπικών αποφάσεων. Ο Τόουντβάιν έφτυσε. Ο δικαστής έβαλε τις παλάμες του στο έδαφος. Κοίταξε τον συνομιλητή του. Εγώ έχω δικαιώματα σ’ αυτό εδώ το έδαφος. Όμως παντού εδώ πάνω υπάρχουν αυτόνομοι θύλακες ζωής. Αυτόνομοι. Για να γίνει λοιπόν δικό μου, τίποτα δεν επιτρέπεται να συμβαίνει επάνω του παρά μόνο με τη δική μου έγκριση. Ο Τόουντβάιν καθόταν με τα πόδια σταυρωτά μπροστά στη φωτιά. Κανείς δεν μπορεί να μάθει τα πάντα στη γη, είπε. Ο δικαστής έγειρε στο πλάι το μεγάλο κεφάλι του. Όποιος πιστεύει ότι τα μυστικά του κόσμου θα μείνουν αιώνια κρυμμένα, ζει μέσα στο μυστήριο και το φόβο. Η δεισιδαιμονία θα τον κρατά πίσω. Η βροχή θα διαβρώσει τις πράξεις της ζωής του. Όποιος όμως αναθέσει στον εαυτό του το καθήκον να ξεχωρίσει το νήμα της τάξης από το υφαντό, μόνο και μόνο από αυτή του την απόφαση θα έχει πάρει στα χέρια του τα ηνία του κόσμου, και μόνο με αυτά τα ηνία θα βρει τον τρόπο να θέσει ο ίδιος τους όρους της μοίρας του. Δεν βλέπω τι σχέση έχει αυτό με το να πιάνεις πουλιά. Η ελευθερία των πουλιών είναι προσβολή για μένα. Θα προτιμούσα να τα έχω όλα μέσα σε ζωολογικό κήπο. Θα ήταν πολύ μεγάλος αυτός ο κήπος. Ο δικαστής χαμογέλασε. Ναι, είπε. Θα ήταν.
Cormac McCarthy Αιματοβαμμένος Μεσημβρινός ή Το Δειλινό Κοκκίνισμα στη Δύση Μετάφραση Γιώργος Κυριαζής Εκδόσεις Gutenberg 2024
Καίει τ’ αλώνι ως το πέρα μεσημέρι κι ο ήλιος είναι σπαθί ζεματισμένο. Καίνε οι καβαλίνες απ’ τα ζώα στα χωράφια και πιο πολύ στην άκρα σιωπή της καίει η μέλισσα βαθιά στο άνθος.
Πατούμε στο χώμα σημαίνει πατούμε πάνω στους νεκρούς στην όχθη μας τη σταύρωση.
Ξάφνου η αστραπή τινάχτηκε κραδαίνοντας το μπλάβο σταφύλι τ’ ουρανού.
Δε λυγίζει τίποτα. Κι ας είπα το στήθος ηλιογέννητο. Δε λυγίζουν τα δέντρα κι ο αέρας αλύγιστος ούτε βρύση να γίνω ούτε φλάουτο το νερό δε λυγίζει και ο ήχος. Κάθε μέρα ευθεία κάθε νύχτα τεντωμένη ο καημός ένα τόξο πανάρχαιο κι ο θεός ακαμψία.
Με το μαύρο η πλατειά σου ανθοφορία κόσμε που ντύθηκες αϊτός τα φυλλώματα και τ’ άστρα. Με το μαύρο η αίγα και το πρόβατο η ρίζα με το μαύρο καθώς ανοίγω τους καρπούς και χύνεται μελάνι. Μ’ ένα πόδι τα οράματα. Μέρα και νύχτα ο αέρας είν’ αθέατος.
Περιμένω τ’ αστέρια σε γαλάζια λεπτότητα. Πώς θα ’θελα ν’ αχτιδοβολήσουν τ’ άντερά μου! Η ερημιά που ξέρουμε δεν είναι του θανάτου.
Χαράματα και χάθηκαν τ’ αστέρια. Στο δέντρο χύθηκαν αιφνίδια πουλιά τη σιωπή του για να λαμποκόψουν.
Ενάρετος που είναι ο πορτοκαλιώνας. Τα δέντρα χαίρονται μέσα τους απ’ τη ζωή της τσιμουδιάς. Ελευθερία· στερέωμα της σιωπής. Ομοιόμορφο νεκροταφείο των προβλημάτων. Αναρρίχηση στο Αθώο Γεγονός.
Φωνή χαράς ανάερη ωσάν μεταξοχάρτι. Κάποιος θα μηρυκάζει αόρατη χλόη στ’ αγγελοχώραφα. Γιατί τους φοβηθήκαμε τους μύθους;
Η νόηση μοιάζει με παγοθραυστικό. Το αίσθημα με πολλές σημαίες. Η θέληση – πάλι – φαίνεται σαν κάποια εποχή του Είναι. Μα η καρδιά δεν έχει τ’ όμοιο της.
Την ώρα που χρυσίζει η μελαγχολία και μπαίνει ο θεός στον κήπο του τον άνθρωπο αλίμονο αν εξοκείλω στα μάτια μου.
Νίκος Καρούζος Η Δεύτερη Εποχή [Πενθήματα 1969] Εκδόσεις Ερατώ 1988
Ήταν τιγρένιος ο ουρανός τις πρώτες ώρες του πρωινού – μια πορτοκαλιά υδατογραφία από ήλιο και πάχνη πίσω από ένα καμουφλάζ γκριζόμαυρων λωρίδων που παρασύρονταν από τα ρεύματα. Αργότερα θα είχε βροχή, μια μέτρια παλίρροια και μέτριες θερμοκρασίες. Μια ανιαρή και εντελώς συνηθισμένη μέρα, εκτός από μια σύντομη καταιγίδα το απόγευμα, που ο ουρανός θα γέμιζε με αστραπές και η θάλασσα θα γινόταν γκρίζα. Κανείς δε θα πίστευε πως η αστυνομία βρισκόταν στο πόδι, κανείς δε φανταζόταν τι σόι δράματα είχαν παιχτεί την προηγούμενη βδομάδα. Μέσα στη νύχτα, ο καιρός και η θάλασσα είχαν σβήσει τα ίχνη από τα τζιπ, τις σανίδες και τις μπότες των αστυνομικών. Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να φανερώνεις πως είχαν πατήσει άνθρωποι εκεί. Η παραλία είχε εγκαταλειφθεί ξανά, όπως τους προηγούμενους μήνες πριν τα έργα στο Πευκοδάσος. Είναι βέβαια κρίμα που τα σκυλιά της αστυνομίας έπιασαν τη μυρωδιά από νεκρή ανθρώπινη σάρκα και οδήγησαν τους γεμάτους περιέργεια αφέντες τους στους αμμόλοφους για να πάρουν τα πτώματα και να τους προσφέρουν μια «ευπρεπή ταφή», έτσι ώστε οι νεκροί να είναι λιγότερο θαυμαστοί μέσα στον τάφο. Οι αμμόλοφοι από μόνοι τους θα μπορούσαν να είχαν ξεφορτωθεί τον Τζόζεφ και τη Σελίς. Η γη ξέρει να εξασκεί την τέχνη της ταφής. Αγκαλιάζει και ασπάζεται τους νεκρούς. Ο Τζόζεφ και η Σελίς μετά από λίγο καιρό θα είχαν γίνει ένα με το τοπίο. Τα σώματά τους θα αποτελούσαν απλώς κάτι το πολύ πεθαμένο σ’ ένα τοπίο ήδη σμιλεμένο από θάνατο. Δε θα γίνονταν τίποτα σπουδαίο. Το ίδιο και οι μύγες και τα καβούρια. Το ίδιο και οι φώκιες. Ακόμα και τα αστέρια αποσυντίθενται, σκάνε στον ουρανό. Τα πάντα γεννιούνται για να πεθάνουν. Το σύμπαν έχει μάθει να τα βγάζει πέρα με το θάνατο. Έτσι, αν δεν ήταν τα σκυλιά, τα υπολείμματα της ζωής του Τζόζεφ και της Σελίς θα παράδερναν στους αμμόλοφους για να αποκτήσουν νέα σχήματα. Ίσως και να είχαν βρει μια σύντομη αιωνιότητα κάτω από την άμμο, πρώτα μαζί, να αγγίζουν ο ένας τον άλλο, μα μετά από λίγο θα έπρεπε να χωριστούν, να στροβιλιστούν και να παρασυρθούν στην αδιάφορη θάλασσα ή να βυθιστούν στα χώματα και τα βότσαλα της γης. Ένα τέτοιο ταξίδι είναι πιο αργό από ό,τι το ταξίδι μέσα σε μια νεκροφόρα. Πιο αργό κι από παγετώνα. Αντιθέτως, το μόνο που άφησαν ήταν ένα κίτρινο στίγμα πάνω στο χορτάρι των αμμόλοφων (που αλλιώς το έλεγαν άγγελο, μαλλιά της ερήμου ή γαλήνη) όπου είχαν αγαπηθεί και είχαν πεθάνει, περιτριγυρισμένοι από ένα ορθογώνιο που σχημάτισε η σκηνή και που το πράσινό του ήταν πιο ανοιχτό. Τα πτώματα είχαν φράξει το φως και είχαν πατικώσει το μαλακό έδαφος από κάτω τους. Για σχεδόν έξι μέρες, το χορτάρι αναγκάστηκε να ζήσει μόνο από τη ρίζα του, ψάχνοντας για θρεπτικά συστατικά και μεταλλικά στοιχεία με τις λεπτές ίνες του, ενώ το φύλλωμά του κόντευε να ασπρίσει στο σκοτάδι. Οι μακρόστενες, βαριές μορφές του Τζόζεφ και της Σελίς είχαν κλέψει την ελεύθερη ενέργεια του χορταριού και το είχαν καταντήσει φάντασμα του πράσινου εαυτού του. Ήταν λες και κάποιος είχε ρίξει ένα μουσαμά ή είχε σύρει ένα σωρό από φύκια στους αμμόλοφους για να τα χρησιμοποιήσει ως λίπασμα στα χωράφια, και μετά να πήγε να τα μαζέψει, κάμποσες μέρες αργότερα, για να αφήσει τα κατάλοιπα τους στο γρασίδι. Και το παραμικρό χορταράκι είχε γίνει μαλακό και είχε κατσαρώσει· ήταν τόσο άχρωμο και αδύναμο που έμοιαζε σαν μιας ημέρας βλαστάρι, τόσο ισχνό και ξεψυχισμένο σαν το κομμένο καλάμι. Μερικά φύλλα ήταν τσακισμένα και είχαν πληγωθεί, ενώ κάποια άλλα είχαν σκιστεί. Ορισμένα είχαν πατικωθεί στο αμμώδες έδαφος, λες και αναπτύσσονταν ανάποδα και τρύπωναν στη γη. Τα σκουλήκια και οι κάμπιες που μισούσαν το φως είχαν ανέβει στην επιφάνεια, έτσι για αλλαγή, για να συρθούν και να γλιστρήσουν πάνω στις σπάνιες σπηλιές, αφήνοντας τα τούνελ και τα ίχνη τους σαν διακοσμητικά στο έδαφος. Η μυρωδιά ήταν σαν κόκκινο κρασί την ώρα που ζυμώνεται, γήινο, πλούσιο. Μα μόλις έφυγαν η σκηνή και τα πτώματα και πέρασε πια ή αβάσταχτη νύχτα, το πληγωμένο χορτάρι ξαναζωντάνεψε. Η ελπίδα πηγάζει αιώνια στο φυσικό κόσμο. Τα φύλλα και οι μίσχοι ξεπήδησαν ξανά. Έσυραν το σώμα τους από την κολλώδη λάσπη για να κοιτάξουν κατάματα το πρωινό. Έκλεισαν σφιχτά τα πρωτεϊνένια μάτια τους για να μην τυφλωθούν από τον ήλιο. Έκαναν φωτοσύνθεση. Τα αποθηκευμένα αποθέματα νερού και διοξειδίου του άνθρακα στο χορτάρι συνωμότησαν με το λεπτό φως εκείνης της γεμάτης πάχνη και ομίχλη μέρας, για να σχηματίσουν υδατάνθρακες και να δώσουν πίσω στον κόσμο το υποπροϊόν οξυγόνου του. Επιτέλους οι τραυματισμένοι χλωροπλάστες θα μπορούσαν πια να συνεχίσουν τη δουλειά τους, φυλακίζοντας την ενέργεια του ήλιου. Ήταν οι αρχιμάστορες του χορταριού, οι δημιουργοί της χλωροφύλλης. Σταδιακά, σαν η αυγή έγινε πιο πυκνή, καθώς η μέρα βάρυνε κι έδωσε τη θέση της στο απόγευμα, επέστρεψαν οι χρωστικές ουσίες της φυτικής ουλής, που το πτώμα της εκτεινόταν πάνω στο γρασίδι. Κατά το σούρουπο, το παραλληλόγραμμο όπου το χορτάρι είχε χάσει το χρώμα του απ’ τον καιρό εξαφανίστηκε. Και κατά το σούρουπο της επόμενης μέρας, το φάντασμα είχε γίνει πια χυμώδες στις άκρες και λίγο κιτρινωπό πιο χαμηλά εκεί που τα φύλλα πλησίαζαν στους μίσχους. Στη συνέχεια το χορτάρι άρχισε να σκουραίνει, μέρα με τη μέρα. Πήρε ένα χρώμα πράσινο της άνοιξης, μετά πράσινο του μήλου. Πράσινο του μπουκαλιού. Πράσινο της ζήλιας, και τέλος πράσινο σαν το χορτάρι. Με το τελευταίο φως της ένατης μέρας μετά το φόνο, εξαφανίστηκαν πια όλα τα ίχνη της ζωής και της αγάπης που είχαν χυθεί εκεί. Ο φυσικός κόσμος είχε επιστρέψει δριμύτερος για να κατακλύσει πάλι τον τόπο. Η λαμπρότητα του σύμπαντος ξαναγύρισε. Αν υπήρχε καθόλου αίμα στο χώμα από τη σύντομη διαμονή του Τζόζεφ και της Σελίς στους αμμόλοφους, το μόνο που μπορούσε να πετύχει ήταν να κάνει ακόμα πιο δυνατό και ζωηρό το μουρμουρητό του χορταριού.
***
Και ακόμα, σήμερα και κάθε μέρα, οι αμμόλοφοι σηκώνονται στυλώνονται και υπονομεύονται. Ο άνεμος κάνει τις κορφές τους να μεταναστεύουν και μετά τις ξαναφέρνει πίσω. Κάνουν ό,τι μπορούν για να υψώσουν τις ράχες τους ενάντια στον καιρό και τη θάλασσα, και να κλείσουν το δρόμο στις θλίψεις του κόσμου που μεταφέρει ο αέρας. Παντού στις παραλίες του Κόλπου του Βαρύτονου και σε όλη την ακτή πέρα από αυτόν, με τη μία παλίρροια μετά την άλλη, ξανά και ξανά, τα κύματα τραβούν μαζί τους, ξεβράζουν και ξεδιαλέγουν τα πτώματα και τα κομματιασμένα, αποσκελετωμένα υπολείμματα από ψάρια και πουλιά, πεταλίδες και ποντίκια, μαλάκια, θηλαστικά, μύδια και καβούρια. Και ο Τζόζεφ με τη Σελίς απολαμβάνουν ένα τέλος ασυναίσθητο, γεμάτο αγάπη, πέρα από κάθε εμπειρία.
Αυτές είναι οι ατέλειωτες μέρες των νεκρών.
Jim Crace Νεκροί Μετάφραση Χαρά Γιαννακοπούλου Εκδόσεις Οξύ 2001
Ένας υποσυνείδητος ή συνειδητός ταυτισμός εξηγά, σ’ αρκετό βαθμό το φανατικό για τη διονυσιακή θρησκεία μίσος των Χριστιανών συγγραφέων. Τους ταυτισμούς ή τις διασταυρώσεις αυτές τις βεβαιώνει η ορφική εικονογραφία των Κατακομβών κι άλλων χριστιανικών μνημείων. Εδώ ο Ορφέας παρουσιάζεται, όπως στην αρχαία εικονογραφία του, να θέλγει τα θεριά με τη λύρα του, ύστερα να ανακαλεί, με την ίδια παράσταση, παλαιοδιαθηκικές εικόνες (τον θεριομάχο και κιθαριστή Δαυίδ ή το μεσσιανικό ησαϊακό χρησμό: συμβοσκηθήσεται λύκος μετ’ αρνός και πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω) για να φτάσει τέλος στην νεοδιαθηκική παράσταση του Καλού Ποιμένος. Καίρια για τους ίδιους σχετισμούς είναι η περιλάλητη παράσταση μιας κυλινδρικής σφραγίδας του 3 / 4ου αιώνα, με έναν εσταυρωμένο κάτου από μισοφέγγαρο και εφτά αστέρια (σύμβολα της αστρικής αθανασίας) και με την επιγραφή “Ορφεύς Βακχικός” (ΟΡΦΕΟΣ ΒΑΚΚΙΚΟΣ), που δείχνει πως ο Εσταυρωμένος δεν είναι ο Ιησούς, (η σταύρωση του παρουσιάζεται στην εικονογραφία πολύ υστερότερα) μα μια διονυσιακή μορφή: ο Ορφέας. Το “βακχικός” μάλιστα πρέπει να νογιέται πως σημαίνει: ο Ορφέας “των Διονυσιακών Μυστηρίων”. Η μόνη ικανοποιητική ερμηνεία είναι πως η παράσταση βγαίνει από κύκλους Χριστιανικούς που από καιρό παρασταίνουν τον Ιησού στη μορφή του Ορφέα. Όπως και να ‘ναι, η παράσταση ενός εσταυρωμένου Ορφέα “των Διονυσιακών Μυστηρίων” σέρνει την παράσταση ενός Εσταυρωμένου Διονύσου-Ζαγρέα. Με τον αρχικό και τονωμένο υστερότερα ταυτισμό των δύο “Πασχόντων” αυτών “Θεών” τα δράματα τους έχουν ενωθεί στο οικουμενικό δράμα ενός Θνήσκοντος Θεού που, στην ιδανική παράσταση των μυστηρίων του, ενώνει το ιερατικό μεγαλείο του αρχαϊκού Διονύσου και τον παθητικό χαρακτήρα του Ζαγρέα. Είναι γιος του υπέρτατου θεού και μιας θνητής, θανατώνεται από θεοκτόνους, ανασταίνεται θριαμβικά κι ανεβαίνει στους ουρανούς, όπου θρονιάζεται βασιλιάς του Κόσμου. Ο Διόνυσος ή ο Ιησούς; Στα μάτια των μεταβατικών καιρών η απόσταση τους δεν είναι μεγάλη…
Παναγής Λεκατσάς ΔΙΟΝΥΣΟΣ Καταγωγή και έξέλιξη της Διονυσιακής Θρησκείας ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 1999
Ο ωοθηκικός κόσμος είναι το προϊόν ενός ρυθμού ζωής. Μόλις ένα παιδί γεννηθεί γίνεται μέλος ενός κόσμου, που, μέσα του, παράλληλα με το ρυθμό της ζωής υπάρχει κι ο ρυθμός του θανάτου. Η φρενιτιώδης επιθυμία να ζήσεις, να ζήσεις μ’ οποιοδήποτε μέσο, δεν είναι αποτέλεσμα του ρυθμού της ζωής που υπάρχει μέσα μας, αλλά του ρυθμού του θανάτου. Όχι μονάχα είναι ανώφελο να παραμένει κανένας στη ζωή με κάθε θυσία, μ’ ακόμα, αν η ζωή είναι ανεπιθύμητη, μια τέτοια επιθυμία αποτελεί ολοκληρωτικό σφάλμα. Το να προσπαθείς να διατηρηθείς ζωντανός, από έμφυτη ανάγκη να κατανικήσεις το θάνατο, είναι σαν να σπέρνεις τον ίδιο το θάνατο. Ο καθένας που δεν έχει αποδεχτεί ολοκληρωτικά τη ζωή, που δεν πολλαπλασιάζει τη ζωή, βοηθά στο να γιομίζει τον κόσμο με θάνατο. Η απλούστερη χειρονομία μπορεί να εκφράσει το υπέρτατο νόημα της ζωής. Μια λέξη ειπωμένη μ’ όλη σου την καρδιά μπορεί να δώσει ζωή. Η δραστηριότητα αυτή καθαυτή δε σημαίνει τίποτα. Είναι συχνά σημάδι θανάτου. Με την απλή πίεση του εξωτερικού κόσμου, κάτω απ’ την πίεση του περιβάλλοντος και του παραδείγματος, κάτω από την επίδραση του κλίματος που γεννοβολά τη δραστηριότητα, μπορεί να γίνεις μέρος μιας τερατώδους μηχανής θανάτου, όπως η Αμερική, ας πούμε. Τι μπορεί να ξέρει ένα δυναμό από ειρήνη, από ζωή, από πραγματικότητα; Τι μπορεί να ξέρει το οποιοδήποτε ατομικό αμερικάνικο δυναμό από σοφία, από ενέργεια, απ’ την υπερεκχειλίζουσα και αιώνια ζωή που κλείνει μέσα του ένας ρακένδυτος ζητιάνος, καθισμένος κάτω από ‘να δέντρο και παραδομένος στους συλλογισμούς του; Τι είναι ζωή; Τι θα πει ενέργεια; Δεν έχεις παρά να διαβάσεις τις βλακώδεις ανοησίες των επιστημονικών και φιλοσοφικών βιβλίων, για να καταλάβεις πόσο λιγότερο απ’ το τίποτα είναι η σοφία αυτών των δραστήριων Αμερικανών. Άκου: Αυτοί οι τρελοί μηχανικοί διάβολοι με καταδιώκουν. Για να σπάσω αυτόν τον θεότρελο ρυθμό του θανάτου, πρέπει να καταφύγω σε ένα μήκος κύματος, που, μέχρι να βρω το κατάλληλο στήριγμα μες στα ίδια μου τα σπλάχνα, θα μπορέσει να απαλείψει το ρυθμό που ‘χαν επιβάλει. Φυσικά δε χρειαζόμουν εκείνο το χονδροειδές, ενοχλητικό, προκατακλυσμιαίο γραφείο που ‘χα εγκαταστημένο μες στο χολ του σπιτιού μου. Φυσικά δε χρειαζόμουν τις δώδεκα άδειες καρέκλες, που ‘χα τοποθετήσει ημικυκλικά γύρω μου. Το μόνο πράγμα που χρειαζόμουν ήταν ο αναγκαίος χώρος για τον αγκώνα μου, για να μπορώ να γράφω και μια δέκατη τρίτη καρέκλα που θα μπορούσε να μ’ οδηγήσει πέρα απ’ το ζωδιακό κύκλο που αυτοί μεταχειρίζονταν, σ’ έναν άλλο ουρανό, πέρα απ’ τον ουρανό. Όταν όμως σπρώχνουν έναν άνθρωπο στα όρια της τρέλας, κι αυτός έκπληκτος ανακαλύπτει ο ίδιος πως έχει ακόμα αρκετές δυνάμεις και δυνατότητες αντίστασης, τότε το πιθανότερο είναι ότι ο άνθρωπος αυτός θ’ αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν ένα πρωτόγονο ον. Ένας τέτοιος άνθρωπος θα ‘ναι όχι μονάχα ξεροκέφαλος και πεισματάρης, αλλά παράλληλα προληπτικός, μεταφυσικός, οπαδός και μύστης της μαγείας, και θα βρίσκεται πάντα πέρα από τη θρησκεία, θα πάσχει από τη θρησκευτικότητα του, θα καταντήσει μονομανής, με την τάση να κάνει ένα μόνο πράγμα, κι αυτό θα ‘ναι να προσπαθεί να ξορκίσει την κατάρα που ‘χουν ρίξει πάνω του. Ένας παρόμοιος άνθρωπος ξεπέρασε το στάδιο να πετάει βόμβες, να κάνει επανάσταση, δε θέλει πια ν’ ακούει ότι πρέπει ν’ αντιδρά είτε με την αδράνεια είτε με την αγριότητα. Αυτός ο άνθρωπος, ανάμεσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους της γης, θέλει η κάθε πράξη του να είναι μια διακήρυξη της ζωής. Αν κατά τη συνειδητοποίηση αυτής της φοβερής ανάγκης αρχίσει να αντιδρά οπισθοδρομικά, να γίνεται αντικοινωνικός, να παραπατάει και να τσεβδίζει, ν’ αποδείχνεται εντελώς απροσάρμοστος, σε βαθμό που να καταντά ανίκανος να κερδίζει το ψωμί του, πρέπει να ξέρεις πως αυτός ο άνθρωπος έχει βρει το δρόμο του για την επιστροφή του στη μήτρα, στην πηγή της ζωής, κι ότι αύριο – στη θέση αυτού του αξιοπεριφρόνητου αντικειμένου κοροϊδίας που παίζεις μες στα χέρια σου – θα δεις να υψώνεται ένας ακέραιος άνθρωπος, που μπρος του, όλες οι δυνάμεις του κόσμου θα είναι ανίσχυρες. Μέσα από το χονδροειδές αλφαβητάριο που μ’ αυτό επικοινωνεί, από τον προϊστορικό του πάγκο, με τους αρχαϊκούς ανθρώπους του κόσμου, δημιουργείται σιγά-σιγά μια καινούργια γλώσσα, που ανοίγει ένα δρόμο ανάμεσα στη νεκρή γλώσσα του σήμερα, όπως τα σήματα του ασυρμάτου, μέσα από μια θύελλα. Σ’ αυτό το μήκος κύματος δεν υπάρχει τίποτα το μαγικό, όσο και στην κοιλιά της μήτρας. Οι άνθρωποι είναι ολομόναχοι και δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα τους, γιατί όλες τους οι επινοήσεις μιλούν μονάχα για το θάνατο. Ο θάνατος είναι το αυτόματο που κυβερνά τον κόσμο της δράσης. Ο θάνατος είναι σιωπηλός, γιατί δεν έχει στόμα να μιλήσει. Ο θάνατος ποτέ του δεν εξέφρασε το παραμικρό. Ο θάνατος είναι ακόμα ένα πράγμα περίεργο – αλλά μόνο όταν έπαψε πια κανένας να ζει. Μονάχα ένας σαν και μένα που έχει τολμήσει να ανοίξει το στόμα του για να μιλήσει, μονάχα ένας που έχει πει ξανά και ξανά χίλιες φορές το Ναι! μπορεί να απλώσει τα χέρια του στο θάνατο, χωρίς να τον φοβάται. Μάλιστα. Ο θάνατος σαν επιβράβευση, ναι! Ο θάνατος σαν αποτέλεσμα πληρότητας, ναι! Ο θάνατος σαν κορώνα και ασπίδα, ναι! Αλλά όχι ο θάνατος που σας ξεριζώνει, που απομονώνει τους ανθρώπους, που τους καταντά πικραμένους κι έρημους, που τους σπρώχνει σε μια στείρα δραστηριότητα και τους γεμίζει με μια θέληση που δεν ξέρει παρά να λέει πάντα Όχι! Η πρώτη λέξη που γράφει ο κάθε άνθρωπος, μόλις βρει τον εαυτό του, το δικό του ρυθμό, αυτόν που είναι ο ίδιος ο ρυθμός της ζωής, αυτή η πρώτη λέξη είναι το Ναι! Ο,τιδήποτε γράφει μετά είναι πάντα Ναι. Ναι, αδιάκοπα Ναι, το Ναι σε εκατομμύρια εκφράσεις, με εκατομμύρια τρόπους. Κανένα δυναμό, κανένα υλικό, ανεξάρτητα από το πόσο τεράστιο είναι – ακόμα κι ένα δυναμό εκατό εκατομμυρίων νεκρών ψυχών – δεν μπορεί να πολεμήσει τον έναν άνθρωπο που ξέρει να λέει: Ναι! Ο πόλεμος συνέχιζε το δρόμο του, έστελναν τους ανθρώπους στο σφαγείο. Ένα, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι εκατομμύρια, κι ύστερα εκατό εκατομμύρια, ένα δισεκατομμύριο και τέλος όλους, άντρες, γυναίκες, παιδιά, ως τον τελευταίο. «Όχι! φώναζαν. Όχι! Δε θα περάσουν!» Κι όμως όλοι περνούσαν, όλοι είχαν ελεύθερη είσοδο, είτε φώναζαν ναι, είτε φώναζαν όχι. Καταμεσής σ’ αυτή τη θριαμβευτική επίδειξη μιας πνευματικά καταστρεπτικής όσμησης καθόμουν με τα πόδια μου ακουμπισμένα στο τεράστιο γραφείο μου, προσπαθώντας να επικοινωνήσω με το Δία, τον πατέρα της Ατλαντίδας, και με όλα του τα χαμένα παιδιά, αγνοώντας το γεγονός, ότι ο Απολλιναίρ θα πέθαινε μια μέρα πριν την ανακωχή, μέσα σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, αγνοώντας το γεγονός ότι στα «νέα γραφτά» του είχε χαράξει με το χέρι του τους παρακάτω ανεξίτηλους στίχους:
«Φανείτε μεγαλόψυχοι, όταν μας συγκρίνετε Εμάς που ψάχνουμε γυρεύοντας παντού την περιπέτεια, Μ’ αυτούς που στάθηκαν η αποθέωση της τάξης. Δεν είμαστε εχθροί σας. Θέλουμε να σας δώσουμε νέες απέραντες και αλλόκοτες εκτάσεις Όπου το ολάνθιστο μυστήριο προσφέρεται σ’ αυτόν που θα ήθελε να το τρυγήσει».
Αγνοώντας ότι στο ίδιο αυτό ποίημα είχε προσθέσει τα παρακάτω:
«Φανού μεγαλόψυχος για μας που πολεμούμε πάντα στα σύνορα Του ασύνορου και του μέλλοντος. Φανού μεγαλόψυχος για τα σφάλματά μας και για τις αμαρτίες μας».
Αγνοούσα ακόμα πως υπήρχαν άνθρωποι που άκουγαν στα εξωτικά ονόματα του Μπλαιζ Σεντράρ, Ζακ Βασέ, Λουί Αραγκόν, Τριστάν Τσαρά, Ρενέ Κρεβέλ, Ανρύ ντε Μοντερλάν, Αντρέ Μπρετόν, Μαξ Ερνστ, Ζωρζ Γκρος, πως στις 14 Ιουλίου 1916 στη Σάαλ Βάαγκ, στη Ζυρίχη, είχε κυκλοφορήσει το πρώτο Ντανταϊστικό μανιφέστο - «το μανιφέστο του κυρίου Αντιπυρήν» - κι ότι στο περίεργο αυτό ντοκουμέντο δήλωναν ότι «ο Ντανταϊσμός είναι η ζωή χωρίς παντούφλες και παράλληλους… η αυστηρή ανάγκη χωρίς πειθαρχία και ηθική και φτύνουμε κατάμουτρα την ανθρωπότητα».
Henry Miller Τροπικός του Αιγόκερω Μετάφραση Βαγγέλης Κατσάνης Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος Α.Ε. 1995
Τον ελεύθερο ρώτησα Άνεμο, Πώς να μείνω πάντα νέος; Μ’ απάντησε παίζοντας ο Άνεμος: «Να ’σαι πάντα σαν άνεμος αέρινος!». Την παντοδύναμη ρώτησα Θάλασσα, Ποια η υποθήκη της ζωής; Η ηχηρή μ’ απάντησε Θάλασσα: «Όπως εγώ, πάντα να ηχείς!». Τον πανύψηλο ρώτησα Ήλιο, Πώς να λάμψω φωτεινότερος της Αυγής; Τίποτα δε μ’ απάντησε ο Ήλιος, Ωστόσο άκουσε η ψυχή: «Να καείς!». 1903
Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα Ανθολογία Μετάφραση Γιώργος Μολέσκης Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2004
Δυο δρόμοι χωρίζονταν σ’ ένα κιτρινισμένο δάσος Λυπόμουν που και τους δύο δε γινόταν να διαβώ Γιατί ένας ταξιδιώτης ήμουν, στάθηκα για ώρα Να κοιτάζω τον ένα ως πέρα μακριά Στο σημείο που στα χαμόκλαδα χανόταν.
Ύστερα, δίκαια κι ωραία, τον άλλο πήρα, Ίσως επειδή ταίριαζε καλύτερα Μια κι ήτανε χορταριασμένος και απάτητος Αν και εκεί μπροστά στην αρχή τους ήταν όμοια και οι δύο πατημένοι.
Όμοιοι απλώνονταν μπροστά μου εκείνο το πρωί Τα φύλλα κανένα βήμα δεν είχε μαυρίσει. Ώ ! άφησα τον πρώτο για μια άλλη μέρα! Ξέροντας ωστόσο πως η μια διαδρομή σε άλλη οδηγεί Αμφέβαλλα αν ποτέ μου θα κατάφερνα να γυρίσω πίσω.
Θα το λέω αυτό με έναν αναστεναγμό Σε κάποιο τόπο ύστερα από χρόνια και χρόνια : Πως σ' ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ – Πήρα τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο, Και τούτο έκανε όλη τη διαφορά.
***
Two roads diverged in a yellow wood, And sorry I could not travel both And be one traveler, long I stood And looked down one as far as I could To where it bent in the undergrowth;
Then took the other, as just as fair, And having perhaps the better claim, Because it was grassy and wanted wear; Though as for that the passing there Had worn them really about the same,
And both that morning equally lay In leaves no step had trodden black. Oh, I kept the first for another day! Yet knowing how way leads on to way, I doubted if I should ever come back.
I shall be telling this with a sigh Somewhere ages and ages hence: Two roads diverged in a wood, and I— I took the one less traveled by, And that has made all the difference.
1 Μαύρη ΄ναι η νύχτα Λευκό το χιόνι. Λυσσάει ο άνεμος, λυσσάει: πάει Να σε σωριάσει Χάμω – σαρώνει Απ΄άκρη σ΄άκρη τη Θεία Πλάση! Λυσσάει, σηκώνει Ψηλά το αφράτο Χιόνι: από κάτω πάγος σκληρός Και γλιστερός. Πάτα γερά! Πρόσεχε! Έπεσε! Τον φουκαρά! Από σπίτι σε σπίτι Απλωμένο, το πανό γερά δεμένο: «Όλη η εξουσία στην Συντακτική!» Από κάτω μια γριά κοιτάει Δεν ξέρει τι σημαίνει Αυτό το πράγμα – μοιρολογεί! Πάει χαμένο τόσο πανί! Τόσο πανί για ένα πανό! Ένα σωρό ποδοφάσκια θα΄χα βγάλει για τα δύστυχα παιδιά, Τριγυρίζουν ξυπόλυτα, γυμνά… Σαν την πουλάδα η γριά Πιλαλάει μες στον χιονιά. -Βοήθα, Παρθένα μου! Οι Μπολσεβίκοι Θα μας σφάξουν σαν τα ζα!Δαγκώνει ο άνεμος! Δεν πάει πίσω η παγωνιά! Για δες εκεί στη διασταύρωση τον μπουρζουά: βαθιά χωμένη η μύτη στον γιακά. Ποιος να΄ναι; Η κόμη του λυτή Στους ώμους και μονολογεί! -Αληταρία! -Πάει η Ρωσία! Κάνας συγγραφέας θα΄ναι – Απ΄ αυτούς που όλο μιλάνε και μιλάνε…Μεγαλοσχήμων ίσκιος προβαίνει Μέσα στο χιόνι – πάει μουλωχτά… Δύσκολες μέρες ψωμί δε βγαίνει, Ε, σύντροφε παπά;Θυμάσαι τότε που τριγυρνούσες καμαρωτός: Μπροστά σαν τούμπανο η κοιλιά, Κι άστραφτε πάνω της σταυρός Να λάβει φώτιση ο λαός; Να μια δεσποινίς με Αστραχάν Και γυρίζει, λέει στην συνοδό της: -Κλαίγαμε, κλαίγαμε… Και ξαφνικά γλιστράει -Αμάν! Πάρ΄την κάτω σαν σακί! Πω, πω! Τι τούμπα ήταν αυτή! Δώστε ένα χέρι να σηκωθεί!Ο άνεμος παλαβώνει. Μια χαϊδεύει, μια δαγκώνει Σηκώνει φούστες και παλτά Θερίζει τους διαβάτες σαν σπαρτά. Πιάνει, σκίζει, κουρελιάζει το τεράστιο πανό «Όλη η εξουσία στην Συντακτική!» Σκορπίζουν τα λόγια από δω κι από κει. …Είχαμε κι εμείς «συντακτική» …σ΄αυτό το κτήριο, εκεί… …τα συζητήσαμε- Τα συμφωνήσαμε: Δέκα την ώρα – διανυκτέρευση ΄κοσ΄πέντε… …ντάγκα-ντάγκα… …και βουρ στο κρεβάτι με τον μάγκα… Αργά το βράδυ. Άδειος ο δρόμος. Ένας αλήτης βαδίζει Βαριά, σκυφτά, Ο άνεμος σφυρίζει… Ψιτ, Ομορφούλα! Είσαι για ένα Φιλί στη ζούλα;Ψωμί! Πού πάμε! Προχώρα!Μαύρος, μαύρος ουρανός. Θυμός, θυμός σκοτεινός Βράζει βαθιά στο στήθος: στυγνός, ιερός…Σύντροφε! Τα μάτια σου Πάντα ανοιχτά! 2 Λυσσάει ο άνεμος, φτεροκοπάει το χιόνι σαν τρελό. Δώδεκα αυτοί και προχωρούν μέσα στον χαλασμό. Χιαστί των τουφεκιών μαύρα λουριά Κι όλα γύρω φωτιά…Τσιγάρο βαρύ στα χείλια οι παίδες Τους λείπουν μόνο οι χειροπέδες! Λευτεριά, λευτεριά, Διάολε, χωρίς Σταυρό! Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Τι ψοφόκρυο είναι, σύντροφοι, αυτό! -Αλλά ο Βάνια και η Κάτια στην ταβέρνα είναι ωραία… – Στην καλτσοδέτα, του Κέρενσκη το πληθωριστικό! -Τα κονόμησε ο Βάνια τελευταία… -Ήταν δικός μας, αλλά πήγε στον στρατό!-Κάθαρμα, Βάνια, μπουρζουά έλα αποδώ Αν σου βαστάει να δεις φιλιά!Λευτεριά, λευτεριά, Διάολε, χωρίς Σταυρό! Την κάνει η Κάτια στον Βάνια την δουλειά -κανονικά! Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Όλα γύρω φωτιά… Στον ώμο τα τουφέκια κρεμασμένα… Προχωρείτε, επαναστάτες – πάντα εμπρός! Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός! Σύντροφε, βάρα στο ψαχνό Την Αγία Ρωσία – Την χωραφού Την καλυβού, Την κωλαρού! Διάολε, χωρίς Σταυρό! 3 Καμαρωτοί οι λεβέντες μας πήγαν να πολεμήσουν Στον Κόκκινο Στρατό – Στον Κόκκινο Στρατό – Για την τιμή της εργατιάς το αίμα τους να χάσουν!Πικρός ο κόρφος σου ζωή, τ΄αχείλι σου γλυκό! Έχω μια χλαίνη κουρελιασμένη κι ένα τουφέκι αυστριακό! Τρομάζει, τρέχει, σκούζει ο μπουρζουάς. Τον κόσμο θα τον κάψουμε Στο αίμα θα το βάψουμε – Κύριε, ελέησον ημάς! 4 Το χιόνι στροβιλίζεται, ουρλιάζει ο αμαξάς, Ο Βάνια και η Κάτια προελαύνουν – Μπροστά φανάρια ηλεκτρικά… Φευγάτε, ρε, μην σας πατήσει! Χα, χα, χα!Χλαίνη στρατιωτική, βλακοφυσιογνωμία- Στρίβει, στρίβει το μουστάκι με μανία Το κατσαροτσιγκελώνει Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά… Γεια σου Βάνια μπρατσαρά! Γεια σου Βάνια φαφλατά! Την χαζή Κάτια χουφτώνει, Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά… Τον κοιτάζει τάχατες μου ντροπαλά: Δυο σειρές μαργαριτάρια τα δοντάκια, Αχ, εσύ,Κάτια μου, γλυκιά μου Κάτια Αχ, αφράτο μου κουκλί… 5 Στον λαιμό σου, η μαχαιριά, Κάτια μου, έχει γίνει ουλή. Όμως κάτω απ΄ το βυζί Είναι φρέσκια, αιμορραγεί! Ε, ρε, γλέντια και χοροί! Παναγιά μου, ένα παιδί! Με δαντελωτά βρακιά Έκανες την τσάρκα σου- Και οι αξιωματικοί Γλένταγαν την σάρκα σου. Πού΄ναι τώρα τα βρακιά σου Και τα καβαλήματά σου; Θυμάσαι κείνον τον γαλονά- Του΄χωσες την μαχαιριά… Θυμήσου, Κάτια μου, θυμήσου τα όλα! Τι έγινε –τα ξέχασες μωρή παλιοκαριόλα; Θα τα θυμηθείς, ωστόσο, Όλα, όταν σε κουτουπώσω! Μου φορούσες γκρι μποτάκια, Έτρωγες σοκολατάκια, Και δεν έπαιρνες κανέναν, αν δεν ήταν βαθμοφόρος ευγενής. Τώρα γύρισε η τύχη κι έπεσες στους σκαπανείς. Γλέντα, Κάτια η αμαρτία Σώζει –είναι ευλογία! 6 …Να τους πάλι –καλπάζουν, σαρώνουν το χιόνι Μουγκρίζει, ουρλιάζει, ο αμαξάς, μαστιγώνει… Αλτ! Απάνω τους Αντριούχα! Χύνεται μπροστά ο Πετριούχα! Μπαμ, μπαμ! Σύννεφο το χιόνι: Στ΄ουρανού κατά τα μέρη άσπρη, παγωμένη σκόνη! …Κόβει λάσπη ο αμαξάς –με τον Βάνια… Τι κοιτάς; Όπλισε και ξαναρίξε! Θα μας φύγει ο κερατάς! Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Πάρ΄τα κορτάκια, ………………………………………………………….. Για να μην ξανακολλήσεις σ΄αλλωνών τα γκομενάκια! Έφυγες, παλιοκαθίκι! Δεν τελειώσαμε εδώ! Είσαι τελειωμένος λέρα! Κάπου θα σε ξαναβρώ!Μα η Κάτια … Πού είναι η Κάτια; Είναι νεκρή! Με μια σφαίρα στο κεφάλι, αιμορραγεί!Είσαι καλά, Κάτια μου, τώρα; Είσαι ικανοποιημένη; Δεν μου κελαηδάς, ε; Μείνε τώρα κούκλα μου εκεί, σαν κουρούνα παγωμένη!Προχωρείτε επαναστάτες –πάντα εμπρός! Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός! 7 Ξαναπιάνουν οι δώδεκα το ρωμαλέο ρυθμό της πορείας τους. Μόνο ο φτωχός δολοφόνος βαδίζει βουβός, σκυθρωπός, σκοτεινός… Προχωρά νευρικά, σαν να θέλει να φύγει Στον λαιμό το μαντίλι τον πνίγει Το τραβάει να το λύσει- Θέλει μα δεν μπορεί να λησμονήσει…-Τι έγινε, ρε σύντροφε, που πας; -Ρε φιλαράκο, γιατί δε μιλάς; -Ρε Πετρούχα, λυπάσαι την Κάτια; Ντροπή! -Ψηλά το κεφάλι, ρε συ! -Αχ, αδέρφια, σύντροφοί μου, Το αγαπούσα το κορίτσι –ήταν δική μου … Πόσα βράδια σκοτεινά στην αγκαλιά της, Μέθυσα με τα φιλιά της…-Για λάμψη ειρωνική Στο φλογερό της βλέμμα Για ένα σημάδι πορφυρό Στον ώμο της τον δεξιό, Της πήρα ο άθλιος τη ζωή, την έπνιξα, ο τρελός στο αίμα!-Άσε τα κλαψουρίσματα, ρε Πέτια! Είσαι καμιά λιπόψυχη, πορδόλυσσα γριά; Χάζεψες, ρε ζωντόβολο; Λυπήσου την ψυχή σου! Σταμάτα να την σκέφτεσαι –ξύπνα! Έλεος πια! Θάρρος, μωρέ: στήθος μπροστά, μέσα η κοιλιά σου! -Δείξε το ανάστημά σου! -Δεν μας παίρνει Να νταντεύουμε κανέναν, τέτοια ώρα! Μας κολλάει, μας μποδάει, μας βαραίνει, Σύντροφε –κατάλαβέ το, πάρε ανάσα και προχώρα!Ο Πετρούχα κοντοστέκεται και αρχίζει Να βαδίζει με ρυθμό κανονικό… Το κεφάλι ψηλά, το ηθικό Ακμαιότατο… Βρήκε το κέφι του πάλι…Βρε, άντε από κει! Δεν είναι ντροπή να γλεντάς τη ζωή!Κλείστε δώμα και κατώγι Έρχονται οι πλιατσικολόγοι! Ντου στου κελαριού το έμπα – Να το τσούξει και η πλέμπα! 8 Μαύρη μαυρίλα! Βαριεστημάρα, πικροπικρίλα Και θανατίλα!Έχω ένα κάρο χρόνο Να σκοτώσω τον σκοτώνω… Έχω κούτρα και την ξύνω Και την ξύνω και την ξύνω… Βρίσκω και κάνα σποράκι, Το μασάω και το φτύνω… Έχω κι ένα σουγιαδάκι, το ανοίγω και στην δίνω! Πίσω, μπουρζουά, ζουλάπι! Τρέχα το αίμα θα σου πιω Για την όμορφη μου αγάπη Με το κορακόφρυδο… Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου εν… Βαριεστημάρα! 9 Ο θόρυβος της πόλης εξέλιπε. Σιωπή Ύπερθεν του ακρόπυργου της Νιέβσκι εξηπλούτο. Σώπασαν οι μπάτσοι, από νωρίς «εξέλιπε» το κνούτο- Γλεντήστε τώρα, μάγκες μου, δίχως γουλιά κρασί! Στο σταυροδρόμι ο μπουρζουάς: χωμένη στο γιακά Η μύτη του κι ένα σκυλί τρισάθλιο, φαγωμένο Από τους ψύλλους, κάθεται δίπλα του παγωμένο Με την ουρά στα σκέλια και γρυλίζει σιγανά. Σαν το σκυλί ο μπουρζουάς, ψωριάρης πεινασμένος Στέκεται εκεί: ένα βουβό ερωτηματικό. Και δίπλα ο κόσμος ο παλιός, γρυλίζει κουρνιασμένος, Με την ουρά στα σκέλη μπας και βρει παρηγοριά 10 Παίρνει πάλι να φυσάει Ο χιονιάς –λυσσάει, λυσσάει! Ούτε τη μύτη τους δε βλέπουν –πόσο μάλλον Ο ένας τον άλλον.Στροβιλίζεται το χιόνι: ένα χωνί Και στο κέντρο του προβάλλει μια μορφή σατανική… Τι χαλασμός! Λυπήσου μας ο εν τοις ουρανοίς! -Κατούρα μας, ρε Πέτια! Δεν πρόκειται να δεις Καλό απ΄το σταυρί κι από την αγιαστούρα! Είσαι χαζός; Σκέψου τι λες και συγκεντρώσου- Βάλε κάτω το νιονιό σου! -Έβαψες τα χέρια σου με αίμα, Για την Κάτια, για ένα ψέμα; -Εμπρός με βήμα σταθερό, επαναστατικό! Μην υποτιμάτε τον εχθρό! Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά, τιμημένη εργατιά! 11 …και προχωρούν χωρίς θεό Κι αγίους. Προχωρούν: Δώδεκα-κι όλα τα ζητούν, και τίποτα δε συγχωρούν …Έχουν ατσάλι πυρωμένο για τον αόρατο εχθρό… που κρύβεται μες στα σκοτάδια σε κάθε έρημο στενό… αχόρταγο ζητάει το χιόνι τις μπότες τους να καταπιεί…Κόκκινη σαν τη σημαία Ανεμίζει η ματιά τους.Βροντούν, μουγκρίζουν Τα βήματά τους.Οι εχθροί! Προσέξτε! Οπλίστε! Να τους!Και το χιόνι που τους ζώνει Μέρα- νύχτα τους τυφλώνει!…Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά, Τιμημένη εργατιά! 12 …Προχωρούν μαχητικά… -Ποιος είναι εκεί; Έβγα μπροστά! Σιωπή – μονάχα ο άνεμος χτυπά Την κόκκινη σημαία με μανία… Μπροστά τους ένα ψήλωμα από χιόνι, -Βγες, αλλιώς δεν σε γλυτώνει τίποτα! Ξανά σιωπή! Και προβάλει πεινασμένο, σέρνοντας, ξεπαγιασμένο, Ένα ψωραλέο σκυλί… Ξου, κοπρίτη! Αλλιώς σε σφάζω Με την ξιφολόγχη! Χάσου Κόσμε παλιέ, αλλιώς σε βάζω Κάτω και τρώω τα σωθικά σου! …δείχνει τα δόντια του, γρυλίζει – σαν λύκος πεινασμένος- Η ουρά στα σκέλια – δε σαλεύει- Ένας σκύλος δίχως σπίτι – ένας σκύλος παγωμένος… -Μίλα, ρε, ποιος είναι εκεί; Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη σημαία; -Τι μαυρίλα είναι, ρε σύντροφοι, αυτή! -Ποιος πηγαίνει τοίχο-τοίχο, σαν σκιά; Γιατί βιάζεσαι; Ωραία, θα σου δείξω εγώ… – Ρε συ, όσο είσαι ζωντανός. Έβγα έξω μην σε βγάλω πεθαμένο! Ρε τι πράγμα είναι αυτός! Ε, δεν θα σε περιμένω… Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Η τουφεκιά Πόρτα πόρτα αντιλαλεί… Ύστερα όλα σιωπηλά… Μόνο η θύελλα λυσσάει γύρω τους – και ξαφνικά… Ναι – γελάει γελάει, γελάει σου χιονιού την ερημιά… Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Μπαμ, μπαμ, μπαμ!…Προχωρούν μαχητικά- Πίσω ο σκύλος πεινασμένος και μπροστά -με την κόκκινη σημαία αιματωμένη- Άγγιχτη από τις σφαίρες και τον άγριο χιονιά, -μ΄ ένα μαργαριταρένιο Πέπλο άσπιλου χιονιού Και λευκά ρόδα στεμμένη- Μ΄ αλαφρό πόδι προβαίνει Η μορφή του Ιησού Χριστού. Alexander Blok Δώδεκα Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας Εκδόσεις Γκοβόστη 2017
...Καμιά φορά είναι αδύνατο να βρεθεί τρόπος σύγκρισης ανάμεσα στις σκέψεις και στα βιώματα. Όταν προσπαθούμε να περιορίσουμε με τα δεσμά των συλλογισμών μας κάποια εμπειρία απλή και αδιάσπαστη, τη μεταμορφώνουμε αυτόματα σε κάτι πολύπλοκο κι ακατανόητο. Από την άλλη, πράγματα που μας φαίνονται μεγάλα και μακρινά, γίνονται οικεία, αποβάλλοντας όλ’ αυτά που τα κάνουν να μοιάζουν επικίνδυνα, όσο οι λέξεις μας επαρκούν για να τα διατυπώσουν, επειδή μπαίνουν στη σφαίρα της καθημερινής μας ζωής…
***
...Τον ξύπνησε μια σκέψη, σαν την απαλή επαφή με μαι ζεστή παλάμη. Ήταν μια σκέψη σχεδόν τόσο αυτονόητη, που ο Τέρλες απόρησε, που ήρθε τόσο καθυστερημένα στο νου του. Μιά σκέψη, που συμπεριλάμβανε όλες τις τελευταίες εμπειρίες σε κάποιο συμπέρασμα. Μοιάζει πάντα απλό, φυσικό, στις κανονικές, καθημερινές αναλογίες, ό,τι φαίνεται από μακριά τεράστιο και μυστηριώδες. Θαρρείς και γύρω απ’ τον κάθε άνθρωπο είναι χαραγμένο κάποιο σύνορο. Ό,τι συμβαίνει έξω από αυτό, είναι σαν θάλασσα καταχνιασμένη, γεμάτη ανεξήγητους γίγαντες, που αλλάζουν συνεχώς διαστάσεις και σχήματα. Ό,τι είναι κοντινό, ό,τι είναι πράξη, μπαίνοντας στη ζωή μας φαίνεται ξεκάθαρο και μικρό. Έχει ανθρώπινο σχήμα και γραμμές. Κι ανάμεσα στη ζωή που ζούμε και στην άλλη που διαισθανόμαστε, που υποπτευόμαστε, που βλέπουμε μόνο από μακριά, υπάρχει σαν κάποια στενή πύλη, ένα αόρατο σύνορο απ’ όπου πρέπει να περάσουν συμπιεσμένες όλες οι εικόνες των γεγονότων, πριν εισχωρήσουν μέσα μας…
***
...Με τις σκέψεις γενικά, συμβαίνει το εξής περίεργο: Τις περισσότερες φορές είναι συμπτωματικές, φεύγουν χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη και μπορούμε να πούμε πως χωρίζονται σε νεκρές και ζωντανές. Μας έρχεται κάποτε μια λαμπρή ιδέα, σχεδόν μεγαλοφυής, που μαραίνεται σαν λουλούδι μέσα σε λίγα λεπτά. Το περίγραμμα της παραμένει, όμως τα χρώματα, η ευωδιά της έχουν γίνει καπνός. Μπορεί να τη θυμόμαστε λέξη προς λέξη, μπορεί η λογική της να μένει ανέγγιχτη – κι όμως· έχει ανέβει στην επιφάνεια του μυαλού μας, χωρίς να μας έχει κάνει πιο πλούσιους. Μέχρις ότου, ύστερ’ από χρόνια ίσως, έρχεται κάποια στιγμή που διαπιστώνουμε, πως δεν ξέραμε στο μεσοδιάστημα τίποτα γι’ αυτήν αν και λογικά ξέραμε τα πάντα... Ναι, υπάρχουν νεκρές και ζωντανές σκέψεις. Εκείνες που κινούνται στη φωτισμένη επιφάνεια και που κάθε στιγμή μπορούν να ελεγχθούν με λογικούς συλλογισμούς, δεν είναι πάντα αυτές που θα ονομάζαμε ζωντανές. Συνήθως είναι τόσο αδιάφορες, όσο κι οι οποιοιδήποτε στρατιώτες σε μια παρέλαση. Μια σκέψη – έστω και παλιά – ζωντανεύει τη στιγμή εκείνη, που μαζί της ενώνεται κάτι που δεν είναι ούτε σκέψη ούτε λογική. Όταν μας κάνει να νοιώθουμε την αλήθεια της, πέρα από κάθε δικαίωση. Όταν ρίχνει μια άγκυρα, που γαντζώθηκε ορμητικά στη σάρκα μας... Το μισό από κάθε σπουδαία ιδέα, ανήκει στο φωτισμένο κύκλο της συνείδησης και το άλλο μισό, στην πιο σκοτεινή περιοχή της ύπαρξής μας. Είναι μια ψυχική κατάσταση, που στην κορυφή της φυτρώνει η σκέψη σαν κάποιο λουλούδι…
Robert Musil Ο Νεαρός Τέρλες Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης Εκδόσεις ύψιλον 1984
Η εξωτερική πίεση ώθησε τους ανθρώπους στο ξεπέρασμα της βαρύτητας τους, στην παραγωγή υλικών και πνευματικών έργων. Οι διανοητές από τον Δημόκριτο ως τον Φρόιντ δεν έχουν άδικο σε αυτό το σημείο. Η αντίσταση της εξωτερικής φύσης, στην οποία τελικά ανάγεται η πίεση, συνεχίζεται μέσα στην κοινωνία μέσω των τάξεων και ενεργεί πάνω σε κάθε άτομο ήδη από την παιδική ηλικία ως σκληρότητα των συνανθρώπων. Οι άνθρωποι είναι μαλακοί όταν θέλουν κάτι από έναν πιο ισχυρό, και απωθητικοί όταν το ίδιο τους ζητείται από έναν πιο αδύνατο. Αυτό είναι το κλειδί για την κατανόηση της ουσίας του προσώπου στη μέχρι τώρα κοινωνία.
Το συμπέρασμα που έβγαλαν οι συντηρητικοί, ότι ο τρόμος και ο πολιτισμός είναι αδιαχώριστοι, είναι ασφαλώς βάσιμο. Τι θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να αναπτυχθούν έτσι ώστε να καταφέρουν να αντεπεξέρχονται θετικά σε πολύπλοκα ερεθίσματα, αν όχι η ίδια τους η γεμάτη προσπάθεια εξέλιξη, που πρέπει να ερεθίζεται από την εξωτερική αντίσταση; Την προτρεπτική αντίσταση ενσαρκώνει αρχικά ο πατέρας, στη θέση του οποίου αργότερα φυτρώνουν χίλια κεφάλια: ο δάσκαλος, ο προϊστάμενος, ο πελάτης, ο ανταγωνιστής, οι εκπρόσωποι των κοινωνικών και κρατικών εξουσιών. Η βαναυσότητα τους διεγείρει τον ατομικό αυθορμητισμό.
Η ιδέα ότι στο μέλλον οι δόσεις της αυστηρότητας θα μπορούσαν να ρυθμίζονται, ότι τις αιματηρές ποινές μέσω των οποίων εξημερώθηκε η ανθρωπότητα στην πορεία χιλιετών θα μπορούσαν να τις διαδεχθεί η ανέγερση σανατορίων, φαίνεται να είναι όνειρο. Ο προσποιητός καταναγκασμός είναι ανίσχυρος. Στον αστερισμό του δήμιου συντελέσθηκε η ανάπτυξη του πολιτισμού - σε αυτό συμφωνούν η Γένεση, που διηγείται για την έξωση από τον παράδεισο, και οι Soirees de Petersbourg.* Στον αστερισμό του δήμιου βρίσκονται η εργασία και η απόλαυση. Τυχόν αντιρρήσεις γι' αυτό θα ισοδυναμούσαν με κόλαφο εναντίον όλης της επιστήμης, όλης της Λογικής. Δεν µπορεί κανείς να καταργήσει τον τρόμο και να του μείνει ο πολιτισμός. Η χαλάρωση του τρόμου και μόνο σημαίνει την αρχή της διάλυσης. Από αυτό θα μπορούσαν να εξαχθούν τα πιο διαφορετικά συμπεράσματα: από τη λατρεία της φασιστικής βαρβαρότητας ως την καταφυγή στους κύκλους της Κόλασης.** Υπάρχει ακόμη ένα: η περιφρόνηση της Λογικής, όταν αυτή είναι εναντίον της ανθρωπότητας.
_________________
*Les Soiries de Saint-Pitersbourg (Οι βραδιές της Αγίας Πετρούπολης), έργο του Joseph de Maistre.
** Αναφορά στους εννιά κύκλους τηςΚόλασης του Δάντη.
Δυστυχώς, ο βασιλιάς της Δαχομέης, στο εσωτερικό της Αφρικής, δεν είχε και τόσο άδικο όταν έλεγε πρόσφατα σε κάποιον Άγγλο: Ο Θεός έφτιαξε αυτό τον κόσμο για τον πόλεμο. Όλα τα βασίλεια, μικρά ή μεγάλα, ανέκαθεν πολεμούσαν, αν και όχι πάντα για την ίδια αιτία. Η Ιστορία αποδεικνύει, δυστυχώς, ότι κατά κάποιον τρόπο ο πόλεμος είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπινου είδους. Ότι δηλαδή το ανθρώπινο αίμα πρέπει να κυλάει ασταμάτητα εδώ κι εκεί στην υδρόγειο και ότι για κάθε έθνος η ειρήνη είναι μόνο μια ανάπαυλα. Αναφέρεται το κλείσιμο του ναού του Ιανού επί Αυγούστου, αναφέρεται μια χρονιά της πολεμικής βασιλείας του Καρλομάγνου (το έτος 790) χωρίς πόλεμο. Αναφέρεται μια σύντομη περίοδος ύστερα από την ειρήνη του Ρίσβικ, το 1697, και μία άλλη, εξίσου σύντομη, ύστερα από την ειρήνη του Κάρλοβιτς, το 1699, όπου δεν υπήρξε καθόλου πόλεμος όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και σε ολόκληρο τον γνωστό κόσμο. Αλλά αυτές οι εποχές είναι μόν στιγμές. Εξάλλου, ποιος ξέρει τι συμβαίνει σε όλη την υδρόγειο την τάδε ή την δείνα εποχή; Ο αιώνας που τελειώνει άρχισε για τη Γαλλία με έναν ανελέητο πόλεμο που τελείωσε το 1714 με την ειρήνη του Ράσταντ. Το 1719 η Γαλλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ισπανία, τον οποίο περάτωσε η ειρήνη των Παρισίων το 1727. Η εκλογή του βασιλιά της Πολωνίας αναζωπύρωσε τον πόλεμο του 1733, η ειρήνη επετεύχθη το 1736. Τέσσερα χρόνια αργότερα ξέσπασε ο φοβερός πόλεμος της αυστριακής διαδοχής που κράτησε χωρίς διακοπή ως το 1748. Οκτώ χρόνια ειρήνης μόλις άρχιζαν να επουλώνουν τις πληγές οκτώ χρόνων πολέμου, όταν η φιλοδοξία της Αγγλίας υποχρέωσε τη Γαλλία να πάρει τα όπλα. Ο Επταετής πόλεμος είναι πασίγνωστος. Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια ανάπαυλας, η Αμερικανική επανάσταση παρέσυρε εκ νέου τη Γαλλία σε έναν πόλεμο τις συνέπειες του οποίου ο καθένας μπορούσε να προβλέψει. Το 1782 υπογράφτηκε η ειρήνη. Επτά χρόνια μετά άρχισε η Επανάσταση που διαρκεί ακόμα, και μέχρι σήμερα έχει κοστίσει τη ζωή σε περίπου τρία εκατομμύρια ανθρώπους στη Γαλλία. Έτσι, εξετάζοντας μόνο τη Γαλλία, σε σύνολο ενενήντα έξι ετών, έχουμε σαράντα χρόνια πολέμου. Αν άλλα έθνη στάθηκαν πιο τυχερά, υπάρχουν και ορισμένα που στάθηκαν ακόμα πιο άτυχα. Αλλά δεν αρκεί να εξετάζουμε ένα σημείο της Ιστορίας και ένα σημείο της υδρογείου. Χρειάζεται να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά σε αυτή τη μακρά ακολουθία σφαγών που κηλιδώνει όλες τις σελίδες της Ιστορίας. Θα δούμε να μαίνεται αδιάκοπα ο πόλεμος, σαν ένα χρόνιος πυρετός που σημαδεύεται από φοβερές επιδεινώσεις. Παρακαλώ τον αναγνώστη να παρακολουθήσει αυτό τον απολογισμό από την εποχή της παρακμής της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Ο Μάριος εξολόθρευσε σε μια μάχη διακόσιες χιλιάδες Κίμβριους και Τεύτονες. Ο Μιθριδάτης στραγγάλισε ογδόντα χιλιάδες Ρωμαίους, ενώ ο Σύλλας του σκότωσε ενενήντα χιλιάδες άνδρες σε μια μάχη που έγινε στη Βοιωτία, όπου και ο ίδιος έχασε δέκα χιλιάδες άνδρες. Αργότερα βλέπουμε τους εμφύλιους πολέμους και τους διωγμούς. Ο Καίσαρας, μόνος του, εξόντωσε ένα εκατομμύριο ανθρώπους στα πεδία των μαχών (πριν από αυτόν ο Μέγας Αλέξανδρος είχε αυτή την ολέθρια τιμή). Ο Αύγουστος κλείνει προς στιγμή τον ναό του Ιανού, αλλά τον ανοίγει για αιώνες εγκαθιδρύοντας μια αιρετή αυτοκρατορία. Μερικοί καλοί πρίγκιπες αφήνουν το Κράτος να αναπνεύσει, αλλά ο πόλεμος δεν σταματά ποτέ, και κάτω από την αυτοκρατορία του αγαθού Τίτου, εξακόσιες χιλιάδες άνδρες χάνονται στην πολιορκία της Ιερουσαλήμ. Η καταστροφή ανθρώπων από τα όπλα των Ρωμαίων είναι πραγματικά τρομακτική. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία είναι μια συνεχής παρέλαση σφαγών. Ξεκινώντας από τον Κωνσταντίνο, πόσοι πόλεμοι και πόσες μάχες! Ο Λικίνιος χάνει είκοσι χιλιάδες άνδρες στο Κιμπαλί, τριάντα τέσσερις χιλιάδες στην Ανδριανούπολη και εκατό χιλιάδες στη Χρυσούπολη. Τα έθνη του βορρά αρχίζουν να επελαύνουν. Οι Φράγκοι, οι Γότθοι, οι Ούνοι, οι Λομβαρδοί, οι Αλαϊνοί, οι Βάνδαλοι κ.λπ. επιτίθενται στην Αυτοκρατορία και διαδοχικά τη διαμελίζουν. Ο Αττίλας καίει και κατασφάζει την Ευρώπη. Οι Γάλλοι του σκοτώνουν περισσότερους από διακόσιες χιλιάδες άνδρες κοντά στο Σαλόν και την επόμενη χρονιά οι Γότθοι τον υποχρεώνουν σε ακόμα μεγαλύτερες απώλειες. Σε λιγότερο από έναν αιώνα, η Ρώμη αλώθηκε και λεηλατήθηκε τρεις φορές και στη διάρκεια μιας στάσης που ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη, στραγγαλίστηκαν σαράντα χιλιάδες άτομα. Οι Γότθοι κατέλαβαν το Μιλάνο και σκότωσαν τριακόσιες χιλιάδες κατοίκους. Ο Τοτίλας σφαγιάζει όλους τους κατοίκους του Τίβολι και ενενήντα χιλιάδες ανθρώπους στη λεηλασία της Ρώμης. Εμφανίζεται ο Μωάμεθ, το ξίφος και το Κοράνι διατρέχουν τα δύο τρίτα της υφηλίου. Οι Σαρακηνοί τρέχουν από τον Ευφράτη στον Γκουανταλκιβίρ. Καταστρέφουν ολοσχερώς την τεράστια πόλη των Συρακουσών, χάνουν τριάντα χιλιάδες άνδρες σε μια και μοναδική ναυμαχία κοντά στην Κωνσταντινούπολη και ο Πελάγιος εξοντώνει είκοσι χιλιάδες σε μια μάχη. Αυτές οι απώλειες δεν ήταν τίποτα για τους Σαρακηνούς, αλλά ο χείμαρρος συναντά την ιδιοφυΐα των Γάλλων στις πεδιάδες της Τουρ, όπου ο γιος του πρώτου Πεπέν, εν μέσω τριακοσίων χιλιάδων πτωμάτων, προσθέτει στο όνομά του το επίθετο τρομερός που τον ξεχωρίζει ακόμα. Ο Ισλαμισμός που εισήχθη στην Ισπανία βρίσκει εκεί έναν αδάμαστο ανταγωνιστή. Ίσως ποτέ δεν ξανάδαμε περισσότερη δόξα, περισσότερη μεγαλοπρέπεια και περισσότερο αιματοκύλισμα. Η μάχη χριστιανών και μουσουλμάνων στην Ισπανία είναι μάχη οκτακοσίων ετών. Πολυάριθμες εκστρατείες και πολυάριθμες μάχες στοίχισαν είκοσι, τριάντα, σαράντα, ως και ογδόντα χιλιάδες ζωές. Ο Καρλομάγνος ανεβαίνει στον θρόνο και πολεμά επί μισόν αιώνα. Κάθε χρόνο ανακοινώνει ποιο μέρος της Ευρώπης θα αιματοκυλίσει. Πανταχού παρών και πάντα νικητής, συνθλίβει σιδερά έθνη όπως ο Καίσαρας συνέθλιβε τους ανδρόγυνους της Ασίας. Οι Νορμανδοί αρχίζουν αυτή τη μακρά σειρά καταστροφών και ωμοτήτων που ακόμα μας κάνει να ανατριχιάζουμε. Η τεράστια κληρονομιά του Καρλομάγνου διαμελίζεται, η φιλοδοξία την καλύπτει με αίμα και το όνομα των Φράγκων εξαφανίζεται στην μάχη του Φοντενέ. Ολόκληρη η Ιταλία λεηλατείται από τους Σαρακηνούς, ενώ οι Νορμανδοί, οι Δανοί και οι Ούγγροι καταστρέφουν τη Γαλλία, την Ολλανδία, την Αγγλία, τη Γερμανία και την Ελλάδα. Τα βάρβαρα έθνη εγκαθίστανται και τελικά εκπολιτίζονται. Αυτή η φλέβα δεν έχει πια αίμα, κι αμέσως μια άλλη ανοίγει, αρχίζουν οι σταυροφορίες. Ολόκληρη η Ευρώπη σπεύδει στη Ασία, ο αριθμός των θυμάτων ανέρχεται σε μυριάδες. Ο Τζένγκις Χαν και οι γιοί του υποδουλώνουν και καταστρέφουν την οικουμένη, από την Κίνα ως τη Βοημία. Οι Γάλλοι, που έκαναν σταυροφορία ενάντια στους Μουσουλμάνους, πολεμούν κατά των Αιρετικών στον ανελέητο πόλεμο με τους Καθαρούς, στη μάχη του Μπουβίν, όπου τριάντα χιλιάδες άνδρες χάνουν τη ζωή τους. Πέντε χρόνια αργότερα ογδόντα χιλιάδες Σαρακηνοί σκοτώνονται στην πολιορκία της Νταμιέτ. Οι Γουέλφοι και οι Γιβελίνοι αρχίζουν αυτή τη διαμάχη που θα αιματοκυλίσει για χρόνια την Ιταλία. Ο πυρσός των εμφυλίων πολέμων ανάβει στην Αγγλία. Ο Σικελικός Εσπερινός. Υπό τη βασιλεία του Εδουάρδου και του Φιλίπ ντε Βαλουά, η Γαλλία και η Αγγλία συγκρούονται πιο βίαια από ποτέ και δημιουργούν μια νέα εποχή σφαγών. Η σφαγή των Εβραίων, η μάχη του Πουατιέ, η μάχη της Νικοπόλεως, όπου ο νικητής πέφτει από τα χτυπήματα του Ταμερλάνου που επαναλαμβάνει τον Τζένγκις Χαν. Ο δούκας της Βουργουνδίας δολοφονεί τον δούκα της Ορλεάνης και ξεκινά η αιματηρή αντιπαλότητα των δύο οικογενειών. Η μάχη του Αζινκούρ. Οι Ουσίτες καίνε και αιματοκυλούν μεγάλο μέρος της Γερμανίας. Ο Μωάμεθ ο 2ος βασιλεύει και πολεμά επί τριάντα χρόνια. Η Αγγλία, σπρωγμένη στα σύνορά της, διαμελίζεται με τα ίδια της τα χέρια. Οι οίκοι της Υόρκης και του Λανκάστερ τη βάφουν στο αίμα. Η κληρονόμος του οίκου της Βουργουνδίας παραδίδει τις επικράτειες της στον οίκο της Αυστρίας και σ’ αυτό το γαμήλιο συμβόλαιο είναι γραφτό ότι οι άνθρωποι θα στραγγαλίζονται επί τρεις αιώνες, από τη Βαλτική ως τη Μεσόγειο. Η ανακάλυψη του Νέου Κόσμου σημαίνει την καταδίκη σε θάνατο τριών εκατομμυρίων Ινδιάνων. Ο Κάρολος V και ο Φραγκίσκος Ι εμφανίζονται στη σκηνή και κάθε σελίδα της ιστορίας τους είναι βαμμένη με ανθρώπινο αίμα. Η βασιλεία του Σουλεϊμάν, η μάχη του Μοχάτζ, η πολιορκία της Βιέννης, η πολιορκία της Μάλτας κ.λπ. Αλλά από τη σκιά ενός μοναστηριού προβάλλει μια από τις μεγαλύτερες κατάρες του ανθρώπινου είδους. Εμφανίζεται ο Λούθηρος και τον ακολουθεί ο Καλβίνος. Ο πόλεμος των χωρικών, ο τριακονταετής πόλεμος, ο εμφύλιος πόλεμος της Γαλλίας, η σφαγή στις Κάτω Χώρες, η σφαγή στην Ιρλανδία, η σφαγή των Σεβενών, η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, η δολοφονία του Ερρίκου ΙΙΙ, του Ερρίκου IV, της Μαρίας Στούαρτ, του Καρόλου Ι και τέλος, στις μέρες μας, η Γαλλική Επανάσταση που ξεκινά από την ίδια πηγή. Δεν θα συνεχίσω περισσότερο αυτό τον απαίσιο κατάλογο. Ο αιώνας μας και ο προηγούμενος είναι αρκετά γνωστοί. Είτε ανατρέξουμε στο λίκνο των εθνών είτε φθάσουμε στις μέρες μας, αν εξετάσουμε τους λαούς σε κάθε πιθανή κατάστασή τους, από τη βαρβαρότητα μέχρι τον πιο εκλεπτυσμένο πολιτισμό, πάντα θα βρούμε τον πόλεμο. Λόγω αυτού, που είναι η κυριότερη αιτία, και όλων των άλλων που τον συντρέχουν, ποτέ δεν σταμάτησε να ρέει αίμα στον κόσμο. Άλλοτε η ροή του αίματος είναι αδύναμη σε μια μεγάλη επιφάνεια, με τρόπον ώστε να είναι σχεδόν σταθερή. Αλλά από καιρού εις καιρό, συμβαίνουν καταπληκτικά γεγονότα που την αυξάνουν κατακόρυφα, όπως οι καρχηδονικοί πόλεμοι, οι τριανδρίες, οι νίκες του Καίσαρος, η εισβολή των βαρβάρων, οι σταυροφορίες, οι θρησκευτικοί πόλεμοι, η διαδοχή της Ισπανίας, η Γαλλική Επανάσταση κ.λπ. Αν υπήρχαν πίνακες σφαγών, όπως υπάρχουν μετεωρολογικοί πίνακες, ποιος ξέρει αν δεν ανακαλύπταμε κάποιον νόμο ύστερα από μερικούς αιώνες παρατήρησης; Ο Μπυφόν απέδειξε πολύ καλά ότι μεγάλος αριθμός ζώων προορίζεται να πεθάνει από βίαιο θάνατο. Θα μπορούσε, κατά τα φαινόμενα, να επεκτείνει την απόδειξή του και στον άνθρωπο. Αλλά μπορούμε να ανατρέξουμε στα γεγονότα. Είναι αμφίβολο, κατά τα άλλα, αν αυτή η βίαιη καταστροφή αποτελεί, γενικά, ένα τόσο μεγάλο κακό όσο πιστεύεται. Τουλάχιστον, είναι ένα από αυτά τα κακά που υπεισέρχονται σε μια τάξη πραγμάτων όπου όλα είναι βίαια, contre nature και παράγουν αντισταθμίσματα. Πρώτα απ’ όλα, όταν η ανθρώπινη ψυχή χάνει τον δυναμισμό της λόγω νωθρότητας, απιστίας και των μιαρών διαστροφών που ακολουθούν τις υπερβολές του πολιτισμού, τότε μπορεί να αναζωογονηθεί μόνο με αίμα. Δεν είναι εύκολο να εξηγήσουμε γιατί ο πόλεμος προκαλεί διαφορετικά αποτελέσματα, ανάλογα με τις διαφορετικές περιστάσεις. Αυτό που βλέπουμε αρκετά ξεκάθαρα είναι ότι το ανθρώπινο είδος μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δέντρο που ένα αόρατο χέρι κλαδεύει αδιάκοπα και το οποίο συχνά βγαίνει κερδισμένο από αυτό το εγχείρημα. Στην πραγματικότητα, αν αγγίξουμε τον κορμό ή αν κόψουμε την κορφή, το δέντρο μπορεί να χαθεί, αλλά ποιος γνωρίζει τα όρια του ανθρώπινου δέντρου; Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η ακραία αιματοχυσία συχνά συμπίπτει με τον υπερπληθυσμό, όπως το είδαμε κυρίως στις αρχαίες Ελληνικές δημοκρατίες και στην Ισπανία υπό την κυριαρχία των Αράβων. Οι κοινοί τόποι στον πόλεμο δεν σημαίνουν τίποτα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα έξυπνος για να καταλάβει ότι όσο περισσότερους ανθρώπους σκοτώνουμε τόσο λιγότεροι απομένουν, όπως είναι αλήθεια ότι όσο περισσότερα κλαδιά του δέντρου κόβουμε τόσο λιγότερα απομένουν, αλλά αυτό που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι τα επακόλουθα του εγχειρήματος. Ακολουθώντας πάντα την ίδια σύγκριση, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο επιδέξιος κηπουρός δεν κατευθύνει το κλάδεμα με στόχο την απόλυτη βλάστηση, αλλά την καρποφορία του δέντρου. Ζητεί τους καρπούς και όχι κλαδιά ή φύλλα. Ο αληθινός καρπός της ανθρώπινης φύσης, οι τέχνες, οι επιστήμες, τα μεγάλα εγχειρήματα, οι υψηλές συλλήψεις, οι ανδροπρεπείς αρετές, εξαρτώνται από τον πόλεμο. Ξέρουμε ότι τα έθνη φθάνουν στο υψηλότερο σημείο μεγαλοπρέπειας που μπορούν να φθάσουν ύστερα από μακροχρόνιους και αιματηρούς πολέμους. Έτσι, το σημείο με τη μεγαλύτερη ακτινοβολία για τους Έλληνες ήταν η τρομερή εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αιώνας του Αυγούστου ακολούθησε αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο και τις διώξεις, η γαλλική ιδιοφυΐα λαξεύτηκε από τη Λίγκα και στιλβώθηκε από τη Σφενδόνη. Όλοι οι μεγάλοι άνδρες του αιώνα της βασίλισσας Άννας γεννήθηκαν εν μέσω πολιτικών αναστατώσεων. Με μια λέξη, θα λέγαμε ότι το αίμα είναι το λίπασμα γι’ αυτό το φυτό που ονομάζουμε μεγαλοφυΐα. Δεν ξέρω αν συνεννοούμαστε όταν λέμε ότι οι τέχνες είναι φίλες της ειρήνης. Χρειάζεται τουλάχιστον να εξηγηθούμε και να ορίσουμε την πρόταση, διότι δεν βλέπω τίποτα λιγότερο ειρηνικό από τους αιώνες του Αλεξάνδρου και του Περικλή, του Αυγούστου, του Λέοντα Χ και του Φραγκίσκου Ι, του Λουδοβίκου XIV και της βασίλισσας Άννας. Θα ήταν άραγε δυνατό η σπατάλη του ανθρώπινου αίματος να μην έχει σπουδαία αιτία και σπουδαία αποτελέσματα; Ας το σκεφτούμε. Η Ιστορία και ο μύθος, οι ανακαλύψεις της σύγχρονης φυσιολογίας και οι αρχαίες παραδόσεις συγκλίνουν για να προμηθεύσουν υλικό γι’ αυτούς τους στοχασμούς. Δεν είναι άπρεπο να ανιχνεύσουμε αυτό το σημείο αφού ερευνούμε τόσα άλλα, πολύ πιο ξένα στον άνθρωπο. Εντούτοις, ας υψώνουμε τη φωνή μας ενάντια στον πόλεμο και ας προσπαθούμε να αποτρέπουμε τους Μονάρχες. Αλλά ας μην παραδινόμαστε στα όνειρα του Κοντορσέ, αυτού του τόσο αγαπητού στην Επανάσταση φιλοσόφου που θυσίασε τη ζωή του για να προετοιμάσει τις συμφορές της σύγχρονης γενιάς, κληροδοτώντας ευσπλαχνικά την τελειότητα στους απογόνους μας. Ο μόνος τρόπος για να συνθλιβεί η μάστιγα του πολέμου είναι να συνθλιβούν οι αταξίες που οδηγούν σε αυτή την τρομερή κάθαρση. Στην ελληνική τραγωδία του Ορέστη, η Ελένη, ένας από τους χαρακτήρες του δράματος, απαλλάσσεται από τους θεούς από τη δίκαιη εκδίκηση των Ελλήνων και απάγεται στον ουρανό, δίπλα στους δύο αδελφούς της, για να αποτελεί μαζί τους τεκμήριο σωτηρίας για τους ναυτικούς. Ο Απόλλωνας εμφανίζεται για να δικαιολογήσει αυτή την παράξενη αποθέωση. Η ομορφιά της Ελένης, λέει, ήταν μόνο ένα όργανο που χρησιμοποίησαν οι θεοί για να φέρουν αντιμέτωπους τους Έλληνες και τους Τρώες και να χύσουν το αίμα τους ώστε να εξαλειφθεί η ανισότητα των ανθρώπων που είχαν γίνει πολυάριθμοι πάνω στη γη. Ο Απόλλωνας μίλησε πολύ σωστά. Οι άνθρωποι σπέρνουν το κακό και στη συνέχεια παραπονιούνται που θερίζουν συμφορές. Η οργή των βασιλιάδων οπλίζει τη γη. Η οργή των ουρανών οπλίζει τους βασιλιάδες. Νιώθω έντονα ότι με όλες αυτές τις σκέψεις διαρκώς αντιμετωπίζουμε τον τόσο επώδυνο κατάλογο των αθώων που χάνονται μαζί με τους ενόχους. Αλλά, χωρίς να εμβαθύνουμε σε αυτό το τόσο μεγάλο ζήτημα, απλώς μπορούμε να το εξετάσουμε σε σχέση με το παγκόσμιο, τόσο παλαιό όσο και ο κόσμος, δόγμα της αναστρεψιμότητας των δεινών των αθώων προς όφελος των ενόχων. Από αυτό το δόγμα, μου φαίνεται, οι αρχαίοι συνήγαν το έθιμο των θυσιών που εφαρμόσθηκαν παγκοσμίως και τις οποίες θεωρούσαν ωφέλιμες όχι μόνο για τους ζωντανούς, αλλά και για τους νεκρούς. Τυπικό έθιμο που η συνήθεια μας κάνει να αντιμετωπίζουμε χωρίς έκπληξη και που οι ρίζες του πολύ δύσκολα ανιχνεύονται. Η αυταπάρνηση, περίφημη στην αρχαιότητα, οφειλόταν κι αυτή στο ίδιο δόγμα. Ο Δέκιος είχε την πεποίθηση ότι η θυσία της ζωής του θα γινόταν αποδεκτή από τη Θεότητα και μέσω αυτής θα αντιστάθμιζε τα δεινά που απειλούσαν την πατρίδα του. Ο Χριστιανισμός ήρθε να καθαγιάσει αυτό το δόγμα που είναι απείρως φυσικό στον άνθρωπο, αν και φαίνεται δύσκολο να οδηγηθεί σ’ αυτό μέσω λογικών συλλογισμών. Κατά συνέπεια, μπορεί να υπήρξε στην καρδιά του Λουδοβίκου XVI ή της υπέροχης Ελιζαμπέτ τέτοια συγκίνηση, τέτοια συναίνεση, ικανή να σώσει τη Γαλλία. Ρωτούν μερικές φορές σε τι χρησιμεύει αυτή η ασκτική αυστηρότητα που περιλαμβάνει επίσης την αυταπάρνηση και που εφαρμόζουν ορισμένα θρησκευτικά τάγματα. Καλύτερα να ρώταγαν σε τι χρησιμεύει ο χριστιανισμός, εφόσον βασίζεται εξ ολοκλήρου σε αυτό το ίδιο δόγμα, σε μεγέθυνση, της αθωότητας που πληρώνει για τις αμαρτίες. Η αρχή που εγκρίνει αυτούς τους κανόνες επιλέγει μερικούς ανθρώπους και τους απομονώνει από τον κόσμο για να τους κάνει οδηγούς. Στον κόσμο υπάρχει μόνο βία, αλλά εμείς έχουμε κακομάθει από τη σύγχρονη φιλοσοφία ου λέει ότι όλα είναι καλά, ενώ το κακό έχει κηλιδώσει τα πάντα και, με μια πολύ πραγματική έννοια, όλα είναι κακά, εφόσον τίποτα δεν βρίσκεται στη θέση του. Αφού μειώθηκε η τονική νότα του συστήματος της δημιουργίας μας, μειώθηκαν συμμετρικά και οι υπόλοιπες, ακολουθώντας τους νόμους της αρμονίας. Όλα τα όντα στενάζουν και τείνουν, με κόπο και οδύνη, προς μια διαφορετική τάξη πραγμάτων. Οι θεατές των μεγάλων ανθρώπινων συμφορών καταφεύγουν ως επί το πλείστον σ’ αυτόυς τους μελαγχολικούς στοχασμούς. Αλλά ας μη χάνουμε το κουράγιο μας, δεν υπάρχει τιμωρία που να μην εξαγνίζει, δεν υπάρχει αταξία που Η ΑΙΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗ να μη στρέφει ενάντια στην αρχή του κακού. Είναι παρήγορο, στο μέσο της γενικής ανατροπής, να προαισθανόμαστε τα θεία σχέδια. Στη διάρκεια του ταξιδιού μας, ποτε δεν θα τα κατανοήσουμε όλα, συχνά θα γελαστούμε, αλλά μήπως και σε όλες τις επιστήμες, εξαιρουμένων των θετικών επιστημών, δεν περιόριζόμαστε σε εικασίες; Και αν οι υποθέσεις μας είναι εύλογες, αν έχουν υπέρ τους την αναλογία, αν στηρίζονται σε καθολικές ιδέες, και ιδίως αν μας παρηγορούν και μας βελτιώνουν, τότε τι τους λείπει; Και να μην είναι αληθινές, είναι αγαθές, ή μάλλον, εφόσον είναι αγαθές, είναι και αλήθινές.
Joseph de Maistre Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως Μετάφραση Τάκης Αθανασόπουλος Εκδόσεις Καστανιώτη 1999
Υπάρχει μια στιγμή γέννησης, ακόμη και σε μια παλιά όψη. Ένας ουρανός δίχως πουλιά αλλόκοτος παράμερος. Στη φεγγαρόλουστη νυχτιά απέναντι απ’ το παραθύρι σου στέκεται μια πόλη βουλιαγμένη στα δάκρυα των γρύλλων.
Βλέπεις το δρόμο να ψάχνει ακόμη για στρατολάτη και η σελήνη βρίσκεται στη λόγχη του κυραρισσιού και λες – Θεέ μου υπάρχουν ακόμη όλα τούτα; Μπορεί κανείς να τους ψιθυρίσει ένα χαιρετισμό;
Τα νερά μάς θωρούν απ’ τις πηγές τους. Ησυχάζει το δέντρο σ’ ένα ξέσπασμα ανθών. Ω Θεέ μου, ποτέ δεν θ’ αποτραβηχτεί από μέσα μου η θλίψη των μεγάλων σου παιχνιδιών;
Όταν αφήσανε τον Κούρμα απ΄ τη φυλακή, ήτανε νύχτα. Και του φάνηκε παράξενο, πώς τον βγάλανε τέτοια ώρα, και γιατί. Αλλά χωρίς να ρωτήσει, χωρίς τίποτα να πει, έφυγε και πήρε το δρόμο της πόλης. Ο ουρανός ήταν καθαρός, γεμάτος άστρα. Φυσούσε όμως, άνεμος ψυχρός, που τον έκανε να τρέμει. Στην πόλη, όταν έφτασε είδε σκοτεινούς τους δρόμους, κατασκότεινους. Αλλά τα καταστήματα ήταν ανοιχτά, φωτισμένα όμως με μικρό φως. Και στους σκοτεινούς δρόμους, πλήθος ανθρώπων γύριζε σιωπηλό, ή όταν μιλούσε, θα μιλούσε σιγά, αθόρυβα. — Μα γιατί κάνουν έτσι, γιατί είναι σκοτεινά; σκέφτηκε και θέλησε να ρωτήσει. Αλλά με μιας: — Τι με μέλλει! Δεν πάω καλύτερα να βρω καμιά μεριά να τον πάρω! είπε. Στο νου τού ήρθε μια σπηλιά, πούχε μείνει κάποτε, ολόκληρη μέρα. Και περνώντας τους δρόμους τους σκοτεινούς, και χωρίς να δίνει προσοχή στο πλήθος που γύριζε, έφτασε σε μια ψηλή και ερημικιά παραλία. Εκεί κοντά βρισκόταν η σπηλιά. Στάθηκε όμως, άτυχος. Γιατί βρήκε την σπηλιά νάχει πόρτα τώρα, και πόρτα γερή και κλεισμένη καλά. — Μπα, έκανε, και τις σπηλιές κλείνουν ακόμα τώρα; Ε, πάλι καλά, αλλού!... Και ζήτησε ένα μέρος κατάλληλο για να πλαγιάσει. Και βρήκε. Αλλά γιατί, αν και φυσούσε ο άνεμος, πούκανε τη θάλασσα να χτυπά αφρισμένη, στα βράχια, δεν ακουγόταν η βουή της, ούτε ο κρότος των κυμάτων της.... — Τι σε μέλλει; είπε στον εαυτό του και γύρισε και κοίταξε τα άστρα που σάλευαν, παίζανε τις ακτίνες τους... Ξύπνησε. Είδε πάλι, τ΄ αστέρια να λάμπουν. Αισθάνθηκε ευχαρίστηση που βρισκόταν έξω και ανέπνευσε τον ψυχρό αέρα με ηδονή. Σκέφτηκε όμως, πως πάλι θα πήγαινε να δουλέψει στα κατάβαθα της γης, για να βγάλει το ψωμί του, και μελαγχόλησε. Πρόσωπα πολλά ήρθανε στο νου του, άλλα αγαπητά και άλλα αντιπαθητικά. Άραγε και οι φίλοι του θάτανε έξω, ή θα τους κρατούσαν ακόμα μέσα; Και στο νου του ήρθε και η μέρα που τους είχαν πιάσει... Όλοι δεμένοι και δυο, δυο, πάγαιναν και ο κόσμος άλλος τους εκοίταζε περίεργος και άλλος γελούσε και τους περιγελούσε. Και γιατί αυτό; Γιατί κι αυτοί είχανε ζητήσει να παίρνουν περισσότερο αέρα καθαρό, και να βλέπουνε λίγο ήλιο... Σηκώθηκε να πάει στην πόλη. Δεν είχε όρεξη να κοιμηθεί. Ίσως και να κόντευε να ξημερώσει. Καθώς έφευγε πλησίασε στα βράχια τα ψηλά, κ΄ έσκυψε να δει τη θάλασσα. Τρόμαξε. Νερό δεν είδε να χτυπά στα βράχια, αλλά μόνο χαμηλά, χαμηλά, σε τρομερό βάθος, κάτι να λάμπει, ή να γυαλίζει... — Μπα, μα τ΄ είναι αυτό! είπε. Κείνη τη στιγμή ταράχθηκε περισσότερο. Διέκρινε η ματιά του δυο άλογα να περνούν κάτω, στα βάθη, και πίσω ένα αμάξι μακρύ. — Μα τ΄ είναι αυτό; Βρε παράξενο!... έκανε. Νόμισε πως ονειρευόταν. Αλλά σε λίγο, αφού έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας το αμάξι και τ΄ άλογα, που χανόνταν στο σκοτάδι, είπε στον εαυτό του: — Τι σε μέλλει!... Δεν τραβάς για μέσα. Και προχώρησε για την πόλη. Τώρα όμως, όταν έφτασε είδε, όπου περνούσε, ερημιά μεγάλη, και τα σπίτια νάχουν ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες. — Μα τι συμβαίνει; έλεγε. Μια βουή ξαφνική, ήρθε στ΄ αυτιά του, βουή λαού. — Μπα, είπε, κάτι συμβαίνει! Και προχώρησε να πάει στο μέρος, που ερχόταν η βουή. Ούτε φως, ούτε φωτάκι τώρα, απ΄ όπου περνούσε. Σκοτεινά όλα, κατασκότεινα. Κ΄ αισθανόταν κρύο διαπεραστικό. Η βουή δυνάμωνε, και αυτός προχωρούσε πιο γρήγορα. Αλλά πηγαίνοντας έτσι λίγο έλειψε να συγκρουστεί με κάποιον, που βγήκε τρέχοντας από ένα δρομάκι. Τα μάτια του Κούρμα συνηθισμένα απ΄ τα σκοτεινά υπόγεια, που τον είχανε κλεισμένο, απ΄ τις τρύπες που δούλευε, τον γνωρίσανε ευθύς. — Ο Μαλάς! φώναξε. — Βρε ο Κούρμας!... απάντησε κείνος. Βγήκες και συ; Και πότε σ΄ αφήσανε; — Χτες το βράδυ. — Βράδυ;... Α, α!... Μα δεν ξέρεις ότι βράδυ και μέρα δεν υπάρχουν τώρα;... Κι όλο βράδυ είναι. Ο Κούρμας τον κοίταξε με προσοχή. — Θα τούστριψε φαίνεται, σκέφτηκε, μέσ’ στα μπουντρούμια, που τον είχαν κλείσει... — Τι με κοιτάζεις έτσι; τον ρώτησε ο Μαλάς. Δεν ξέρεις τίποτα, βλέπω, νομίζεις ότι τάχασα, ε; Και δεν μου λες, μωρέ, γιατί μας αφήσανε; Τους έχει πάει, να! Ο ήλιος δεν το ξέρεις, ότι έσβησε, έχασε το φως του ξαφνικά. Και τα νερά τραβηχτήκανε, λιγοστέψανε, της θάλασσας; Τώρα λένε, πως θα βάλουν τεχνητά πράματα να κάνουν ό,τι έκανε ο ήλιος!... Μα για άκου!… ο λαός όλος, όλος είναι μαζεμένος έξω απ΄ την πόλη και περιμένει το σβησμένον ήλιο να φανεί!... Και άμα τον δει θα κάνει παράκληση να τούρθει πάλι το φως του. Ο Κούρμας είχε ζαλιστεί. — Μα τ΄ είναι αυτά!... — Ναι, ναι!... Μια βουή μεγάλη, τρομερή υψώθηκε κείνη τη στιγμή... Ο Μαλάς στράφηκε στην ανατολή. — Να, να, κοίταξε!... Να ο ήλιος! φώναξε στο φίλο του. Ένας όγκος κόκκινος, πυρωμένος και σκοτεινός σε πολλές μικρές μεριές, και που εδώ και κει μικρές λάμψες πετούσε, είχε φανεί. — Νάτος!... Ο Κούρμας τον κοίταξε σιωπηλός. —Πάμε και μεις στην παράκληση, πάμε να παρακαλέσουμε… του είπε ο σύντροφός του κι έκανε να προχωρήσει. — Πού, πού να πάμε, είπες; ρώτησε ο Κούρμας, αν και άκουσε καλά. — Εκεί που όλος ο λαός θα παρακαλέσει. — Τι λες, τι λες; Για τρελό με πήρες;... Τι θέλω γω να παρακαλέσω μαζί τους; Τι θέση έχω γω;... Και συ! Γιατί θα πας εσύ; Τον ήξερες τον ήλιο, που χάθηκε, συ, τον απόλαψες διόλου που θα πας να παρακαλέσεις!... Ποτέ να μην έρθει! Καλύτερα έτσι, χίλιες φορές!...