.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Η γέφυρα – Martin Heidegger


Η γέφυρα, αιωρούμενη «ανάλαφρα και δυνατά», υψώνεται επάνω από τον ποταμό. Δεν συνδέει απλώς όχθες που προϋπάρχουν. Οι όχθες προβάλλουν το πρώτον ως όχθες κατά τη διάβαση της γέφυρας. Η γέφυρα αφήνει τις όχθες κατ' ιδίαν (ιδιαιτέρως) να κείνται η μια έναντι και ταυτοχρόνως υπεράνω της άλλης. Η μια πλευρά διακρίνεται από την άλλη μέσω της γέφυρας. Επιπλέον οι όχθες δεν εκτείνονται κατά μήκος του ποταμού ως αδιάφορες μεθοριακές λωρίδες χερσαίου εδάφους. Με τις όχθες η γέφυρα φέρνει εκάστοτε πλησίον του ποταμού τις εκτάσεις του τοπίου που απλώνεται πίσω από τις όχθες. Φέρνει ποταμό, όχθη και έδαφος σε σχέσεις αμοιβαίας γειτνιάσεως. Η γέφυρα περισυλλέγει τη γη ως τοπίο γύρω από τον ποταμό. Έτσι οδηγεί και συνοδεύει τον ποταμό κατά τη διέλευσή του μέσα από τα λιβάδια. Οι ορθοστάτες της γέφυρας, στηριζόμενοι στην κοίτη του ποταμού, υπομένουν την αιώρηση των τόξων, τα οποία αφήνουν τα ύδατα του ποταμού να ακολουθούν τη δική τους πορεία. Είτε τα ύδατα διατηρούν την πορεία τους γαλήνια και ζωηρά, είτε πέφτουν κατά κύματα με ορμή επάνω στους ορθοστάτες όταν ανοίγουν οι καταρράκτες του ουρανού ή όταν λιώνουν τα χιόνια, η γέφυρα είναι έτοιμη για τους καιρούς του ουρανού και για την ευμετάβλητη ουσία τους. Ακόμη και εκεί όπου η γέφυρα σκεπάζει τον ποταμό κρατά τη ροή του ανοικτή στον ουρανό με το να την υποδέχεται για μια στιγμή στην τοξωτή πύλη και να την ελευθερώνει την αμέσως επόμενη στιγμή από μέσα της.
Η γέφυρα αφήνει τον ποταμό να ακολουθεί την πορεία του και συγχρόνως χορηγεί στους θνητούς τη δική τους οδό ώστε να πορεύονται και να ταξιδεύουν από τόπο σε τόπο. Οι γέφυρες οδηγούν και συνοδεύουν με ποικίλους τρόπους. Η γέφυρα της πόλης οδηγεί από την περιοχή των ανακτόρων στην πλατεία του καθεδρικού ναού, η γέφυρα του ποταμού που βρίσκεται έξω από την κωμόπολη άγει άμαξες και υποζύγια στα γύρω χωριά. Η αφανής διάβαση της παλαιάς πέτρινης γέφυρας επάνω από τον ποταμό παρέχει στην άμαξα η οποία είναι γεμάτη με τον καρπό της συγκομιδής, τον δρόμο της από το λιβάδι στο χωριό, μεταφέρει το φορτίο με τα ξύλα από το μονοπάτι του αγρού στη δημοσιά. Η γέφυρα του αυτοκινητόδρομου είναι ενταγμένη στο οδικό δίκτυο που υπηρετεί βάσει υπολογισμών και με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο την κυκλοφορία σε μακρινές αποστάσεις. Κάθε φορά και πάντοτε με διαφορετικό τρόπο η γέφυρα οδηγεί και συνοδεύει προς τα εδώ και προς τα εκεί τα διστακτικά και ανυπόμονα βήματα των ανθρώπων, ώστε αυτοί να μεταβαίνουν σε άλλες όχθες και να φτάνουν εν τέλει ως οι θνητοί στην άλλη πλευρά. Άλλοτε με ψηλά και άλλοτε με χαμηλωμένα τόξα, η γέφυρα αιωρείται επάνω από τον χείμαρρο και το φαράγγι, είτε οι θνητοί συγκεντρώνουν την προσοχή τους στο αιωρούμενο στοιχείο της διέλευσης μέσω της γέφυρας, είτε λησμονούν ότι, ήδη πάντοτε καθ' οδόν προς την έσχατη γέφυρα, επιχειρούν κατά βάσιν να υπερβούν ό,τι είναι σύνηθες και καταστροφικό σε αυτούς, ώστε να αχθούν ενώπιον του σώζοντος στοιχείου του θείου. Η γέφυρα ως η αιωρούμενη διέλευση συλλέγει ενώπιον των θεοτήτων, είτε στοχαζόμαστε την παρουσία τους κατ' ιδίαν [ιδιαιτέρως] και εκφράζουμε την ευχαριστία μας για αυτή τους την παρουσία με εμφανή τρόπο, όπως με τη μορφή του αγίου της γέφυρας, είτε εξακολουθούμε να την παραποιούμε ή ακόμη και να την παραμερίζουμε.
Η γέφυρα περισυλλέγει γύρω από τον εαυτό της, με τον δικό της τρόπο γη και ουρανό, τις θεότητες και τους θνητούς.
Περισυλλογή σημαίνει σύμφωνα με μια παλαιά λέξη της γερμανικής γλώσσας «thing». Η γέφυρα είναι – και μάλιστα ως η χαρακτηρισμένη με τον παραπάνω τρόπο περισυλλογή του τετραμερούς-πράγμα. Βεβαίως, πολλοί πιστεύουν ότι η γέφυρα είναι κατ' αρχάς και κατ' ουσίαν απλώς γέφυρα. Εκ των υστέρων και κατά περίσταση μπορεί επίσης να εκφράσει ποικίλα άλλα πράγματα. Ως τέτοιου τύπου έκφραση μετατρέπεται κατόπιν σε σύμβολο, σε παράδειγμα για όλα όσα αναφέραμε προηγουμένως. Ωστόσο η γέφυρα, εάν είναι γνήσια γέφυρα, δεν είναι ποτέ αρχικά απλή γέφυρα και κατόπιν σύμβολο. Ούτε είναι εκ των προτέρων μόνο σύμβολο υπό την έννοια ότι εκφράζει κάτι το οποίο, αυστηρά εννοούμενο, δεν ανήκει σε αυτήν. Η γέφυρα είναι πράγμακαι μόνο τούτο. Μόνο; Ως αυτό το πράγμα περισυλλέγει το τετραμερές.
Βεβαίως, η σκέψη μας έχει από καιρό συνηθίσει να προσεγγίζει κατά τρόπον αρκετά ανεπαρκή την ουσία του πράγματος. Τούτο, στην πορεία της δυτικής σκέψης, είχε ως συνέπεια να παριστάνουμε το πράγμα ως άγνωστο χ, στο οποίο έχουμε προσαρτήσει ιδιότητες κατ' αίσθησιν αντιληπτές. Υπό τούτο το πρίσμα, όλα όσα ανήκουν ήδη στην περισυλλέγουσα ουσία αυτού του πράγματος φαίνονται να συνιστούν μεταγενέστερη προσθήκη της ερμηνευτικής μας παρέμβασης. Εντούτοις, η γέφυρα δεν θα ήταν ποτέ απλώς γέφυρα εάν δεν ήταν πράγμα.
Βεβαίως, η γέφυρα είναι πράγμα ιδιαίτερου είδους. Διότι περισυλλέγει το τετραμερές με τέτοιο τρόπο, ώστε να του διαθέτει κάποια θέση. Αλλά μόνο ό,τι είναι αυτό καθ' εαυτό τόπος μπορεί να παραχωρήσει θέση. Ο τόπος δεν υπάρχει ήδη πριν από τη γέφυρα. Βεβαίως, προτού φτιαχτεί η γέφυρα υπάρχουν πολλά μέρη κατά μήκος του ποταμού που μπορούν να καταληφθούν από κάτι. Ένα από αυτά προβάλλει ως τόπος και μάλιστα δια της γέφυρας. Έτσι λοιπόν αυτό που συμβαίνει πρωταρχικά δεν είναι το γεγονός ότι από την ίδια τη γέφυρα γεννιέται κατ' αρχάς ένας τόπος. Η γέφυρα είναι πράγμα, περισυλλέγει το τετραμερές, περισυλλέγει ωστόσο με τέτοιο τρόπο, ώστε να διαθέτει στο τετραμερές θέση. Από τη θέση αυτή προσδιορίζονται τοποθεσίες και οδοί δια των οποίων παραχωρείται χώρος.
Τα πράγματα τα οποία είναι κατ' αυτόν τον τρόπο τόποι διαθέτουν πρωταρχικά τους εκάστοτε χώρους. Αυτό που κατονομάζει η γερμανική λέξη «Raum», το δηλώνει η παλαιά της ονομασία. Raum, Rum σημαίνει τοποθεσία η οποία διανοίχθηκε για εγκατάσταση και κατάλυση. Ένας χώρος είναι κάτι παραχωρημένο, αποδεσμευμένο, δηλαδή ενταγμένο σε ένα όριο, στα αρχαία ελληνικά πέρας*. Το όριο δεν είναι αυτό στο οποίο κάτι σταματά, αλλά, όπως το είχαν ήδη αναγνωρίσει οι Έλληνες, το όριο είναι εκείνο απ' όπου κάτι αρχίζει να εκδιπλώνει την ουσία του. Γι' αυτό η έννοια είναι ορισμός, δηλαδή όριο. Ο χώρος είναι ουσιωδώς το παραχωρημένο, το αφημένο να εισέλθει στο όριό του. Το παραχωρημένο εκχωρείται κάθε φορά και έτσι συναρμόζεται, δηλαδή περισυλλέγεται μέσω ενός τόπου, δηλαδή μέσω ενός πράγματος, ομοειδούς προς τη γέφυρα. Συνεπώς οι χώροι προσλαμβάνουν την ουσία τους από τόπους και όχι από «τον» χώρο.


______________
Με έντονα στοιχεία ελληνικά στο πρωτότυπο (Σ.τ.Μ)


Martin Heidegger
ΚΤΙΖΕΙΝ, ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ, ΣΚΕΠΤΕΣΘΑΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΗΡΟΠΑΪΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΕΘΡΟΝ 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: