Δυο δρόμοι χωρίζονταν σ’ ένα κιτρινισμένο δάσος
Λυπόμουν που και τους δύο δε γινόταν να διαβώ
Γιατί ένας ταξιδιώτης ήμουν, στάθηκα για ώρα
Να κοιτάζω τον ένα ως πέρα μακριά
Στο σημείο που στα χαμόκλαδα χανόταν.
Λυπόμουν που και τους δύο δε γινόταν να διαβώ
Γιατί ένας ταξιδιώτης ήμουν, στάθηκα για ώρα
Να κοιτάζω τον ένα ως πέρα μακριά
Στο σημείο που στα χαμόκλαδα χανόταν.
Ύστερα, δίκαια κι ωραία, τον άλλο πήρα,
Ίσως επειδή ταίριαζε καλύτερα
Μια κι ήτανε χορταριασμένος και απάτητος
Αν και εκεί μπροστά στην αρχή τους
ήταν όμοια και οι δύο πατημένοι.
Όμοιοι απλώνονταν μπροστά μου εκείνο το πρωί
Τα φύλλα κανένα βήμα δεν είχε μαυρίσει.
Ώ ! άφησα τον πρώτο για μια άλλη μέρα!
Ξέροντας ωστόσο πως η μια διαδρομή σε άλλη οδηγεί
Αμφέβαλλα αν ποτέ μου θα κατάφερνα να γυρίσω πίσω.
Θα το λέω αυτό με έναν αναστεναγμό
Σε κάποιο τόπο ύστερα από χρόνια και χρόνια :
Πως σ' ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ –
Πήρα τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο,
Και τούτο έκανε όλη τη διαφορά.
***
Two roads diverged in a yellow wood,
And sorry I could not travel both
And be one traveler, long I stood
And looked down one as far as I could
To where it bent in the undergrowth;
Then took the other, as just as fair,
And having perhaps the better claim,
Because it was grassy and wanted wear;
Though as for that the passing there
Had worn them really about the same,
And both that morning equally lay
In leaves no step had trodden black.
Oh, I kept the first for another day!
Yet knowing how way leads on to way,
I doubted if I should ever come back.
I shall be telling this with a sigh
Somewhere ages and ages hence:
Two roads diverged in a wood, and I—
I took the one less traveled by,
And that has made all the difference.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου