.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Η πόρνη με καρδιά από σιδηροπυρίτη ή που βρίσκει μια Maggie ο συγγραφέας – Harlan Ellison

Παίζανε λοιπόν ένα καινούργιο έργο του Κλιντ 'Ηστγουντ (που αποδείχτηκε τελικά πρώτης τάξεως υπνωτικό) και δεν γουστάριζα να το δω μόνος, έτσι τηλεφώνησα στη Λίντα και τη ρώτησα αν ήθελε να πάμε παρέα και μου είπε ναι και ξεκίνησα με το αυτοκίνητο για την Σιπαλβίντα (όπου ο κόσμος ήταν γεμάτος με διαφημιστικά του Γουάλλας πράγμα που μου την έδωσε αρκετά) για να την πάρω και στην πόρτα εμφανίστηκε ο ξάδερφος της ο Λέην που με έμπασε μέσα και μου είπε πως η Λίντα ετοιμαζόταν κι έτσι καθίσαμε και τα 'παμε λιγάκι. «Νομίζω, χμ, ότι γράφετε επιστημονική φαντασία» είπε. Του έγνεψα ναι.
«Πώς, δηλαδή, χμ, πώς φτάνει κανείς εκεί;»
Εντυπωσιακή ερώτηση. Φυσικά δεν υπάρχει τρόπος να δώσεις καμιά έξυπνη απάντηση πέρα από κοινότοπες ανοησίες. Κι αυτό γιατί η ερώτηση είναι ηλίθια. Είναι σαν να σε ρωτάει κάποιος: πώς φτάνεις στο σεξ; Προφανώς η απάντηση είναι: Αρχίζεις να το κάνεις, απλώς. Παραλλάζοντας ελαφρά την ερώτηση έτσι που να ταιριάζει με το γράψιμο - γιατί το σεξ μπορούν να το κάνουν ακόμη και οι άσχετοι - η καλύτερη απάντηση είναι: «Αν έχεις ταλέντο αρχίζεις απλώς να το κάνεις».
Για ν' αφήσουμε τ' αστεία όμως, θα μπορούσε να πει ίσως κανείς πως «φτάνει» στο γράψιμο όταν είναι απίστευτα ευαίσθητος στη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων, όταν παρατηρεί τα πάντα, ακόμη και τις παραμικρές λεπτομέρειες για το πώς μιλάνε, σκέφτονται, πώς περπατάνε, πώς ντύνονται, πώς συμβιβάζονται, τι πιστεύουν για τον εαυτό τους και τους άλλους, πως φέρονται με παρέα, πώς πολιορκούν τους στόχους τους, πώς τα κάνουν θάλασσα, τι κάνουν για να αισθανθούν καλά και με ποιους ειδικούς τρόπους φροντίζουν ασυνείδητα να αυτοκαταστρέφονται, τι επίδραση έχει πάνω τους η κριτική, πώς αντιδρούν στον έρωτα, πόσο κομμάτι της μέρας τους αφιερώνουν στην εκδίκηση και πόσο χρησιμοποιούν για να προσαρμοστούν στον κόσμο γύρω τους...
Με δυο λόγια βγες και γνώρισε τους ανθρώπους και από το απόθεμα της συσσωρευμένης γνώσης σου θα αναβλύσουν ιδέες για διηγήματα. Γιατί αυτή είναι η απάντηση στην άλλη ηλίθια ερώτηση που κάνουν στους συγγραφείς (συνήθως οι ακροατές διαλέξεων, οι νοικοκυρές των προαστίων και οι ορθοδοντικοί στα κοκτέηλ): «Από που αντλείς τις ιδέες σου;»
Αν έχεις λοιπόν σκοπό να γίνεις συγγραφέας πάρ' το απόφαση πως αυτές τις δυο ερωτήσεις θα στις κάνουν χιλιάδες φορές στον πολυκύμαντο βίο σου. Γιατί όλος ο κόσμος σχεδόν νομίζει ότι μπορεί να γίνει συγγραφέας. Οι περισσότεροι διστάζουν να ονειρευτούν ότι θα μπορούσαν να γίνουν πυρηνικοί φυσικοί ή βιρτουόζοι βιολιστές, όλοι όμως ανεξαιρέτως πιστεύουν πως κρύβουν μέσα τους ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, μόνο που δεν έχουν καιρό να κάτσουν να το γράψουν. Σαχλαμάρες φυσικά. Μα αν είσαστε απλώς μια μύγα στον τοίχο και ακούγατε πόσοι άσχετοι πλησιάζουν τους συγγραφείς για να τους πουν «Έχω ζήσει μια τρομερή ζωή, δεν υπάρχει τίποτε πιο ενδιαφέρον. Γιατί δεν κάθεσαι να γράψεις τη ζωή μου, τα κέρδη μισά μισά» θα καταλαβαίνατε πόση αλήθεια κρύβει αυτή η θλιβερή εμπειρία.
Γιατί τελικά, όσες συνταρακτικές ιδέες κι αν έχεις για διηγήματα, ποτέ δεν θα γίνεις συγγραφέας αν δεν γνωρίσεις ανθρώπους και δεν θα γίνεις ποτέ συγγραφέας αν δεν ζωντανέψουν οι άνθρωποι μέσα στις ιστορίες σου. Η καλύτερη πλοκή στον κόσμο δεν είναι παρά μια σειρά από αδιάφορα συμβάντα αν δεν βάλεις μέσα της ζωντανούς, ανθρώπους με σάρκα και οστά. Αντίστροφα όμως, μια ανιαρή ιστορία μπορεί να γίνει ενδιαφέρουσα αν τα πρόσωπα είναι συναρπαστικά.
Στην ιδανική περίπτωση ένας συγγραφέας με ταλέντο θα συνδυάσει και τα δυο σε μια ιστορία που θα σε κρατήσει, γιατί μιλάει για ανθρώπους πραγματικούς και ενδιαφέροντες που τους συμβαίνουν πράγματα ιδιαίτερα και συναρπαστικά. Αν όμως ήμουνα υποχρεωμένος να στερηθώ το ένα από τα δυο, θα προτιμούσα τους ανθρώπους από την πλοκή γιατί όπως είπε ο Γουίλιαμ Φόκνερ στον λόγο του όταν του απένειμαν το Νόμπελ (10 Δεκέμβρη 1950): «... τα προβλήματα της ανθρώπινης καρδιάς σε σύγκρουση με τον εαυτό της (είναι) τα μόνα που μπορούν να δώσουν καλό γράψιμο γιατί είναι τα μόνα που αξίζουν να γράψεις γι' αυτά, που αξίζουν την αγωνία και το μόχθο».
Αυτό που θα μπορούσα να πω στον Λέην είναι: Βγες έξω και ζήσε πολλές νύχτες και μέρες, μάθε να παρατηρείς τα πάντα, αποθήκευσε μια μεγάλη γνώση των ανθρώπων και μετά απλώς κάθισε κάτω και άρχισε να περνάς κι άλλες νύχτες και μέρες όμως τώρα μόνος με τη γραφομηχανή σου, προσπαθώντας να αποτυπώσεις αυτούς τους ανθρώπους στο χαρτί με καινούριους και γοητευτικούς τρόπους. Πώς όμως να το πεις αυτό σε κάποιον που σου έκανε την ερώτηση; Αυτός που ρωτάει έχει πολλές πιθανότητες να μη γίνει ποτέ συγγραφέας. Είναι ένα από τα πράγματα που ένας συγγραφέας τα γνωρίζει διαισθητικά. Όταν ρωτάς, σημαίνει πως δεν έχεις τη διαίσθηση.
Αν παρ' όλα αυτά απαντούσα στον Λέην με την παραπάνω μυστική συνταγή, δεν θα συνέχιζε με την επόμενη στερεότυπη ερώτηση:
«Πού βρίσκεις τα πρόσωπα που γράφεις;» Πράγμα που είναι το ίδιο απολύτως με το: «Από πού αντλείς τις ιδέες σου;"
Λοιπόν, θα χρειαζόταν ένα δοκίμιο ανάλογο με το προηγούμενο για να σχεδιάσω μια απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του Λέην αλλά μια κι είμαστε εδώ και εγώ και εσείς, τι μας εμποδίζει να το τολμήσουμε;
Ας πούμε λοιπόν, η Μάγκι από πού ξεφύτρωσε; Ορισμένα μέρη της προέρχονται από μια γυναίκα που τη λένε Σων (η, οποία, όταν της έδωσα ένα αντίτυπο του δημοσιευμένου διηγήματος και της είπα ότι είχε αποτελέσει το μοντέλο της Μάγκι με κοίταξε σαν να είχα μόλις πέσει από μια καταπακτή κάτω από ένα μανιτάρι. Δεν έβρισκε τίποτε κοινό ανάμεσα σ' αυτήν και την ηρωίδα, πράγμα που ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα. Η Μάγκι γεννήθηκε από τη Σων, αλλά η Σων δεν είναι η Μάγκι. Ούτε και η Μάγκι είναι η Σων, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Υπάρχουν σημεία ομοιότητας και η γενική ατμόσφαιρα για μένα σαν δημιουργό, είναι η ίδια, αλλά ένα δικό μου δημιούργημα δεν θα μπορούσε να αντιγράφει βήμα προς βήμα τη ζωή).
Η ιστορία όμως για το πώς γεννήθηκε η Μάγκι, ίσως να απαντάει κατά κάποιο τρόπο στο ερώτημα από πού προέρχονται οι ιστορίες και οι ήρωες. Γι' αυτό θα σας διηγηθώ πώς έγινε.
Γνώρισα τη Σων το 1963 εδώ στο Λος Αντζελες. Ήταν και είναι πάντα μια απίστευτα ωραία και εντυπωσιακή γυναίκα με έναν αέρα που κάνει την παρουσία της αισθητή ακόμη κι όταν μπαίνει μέσα σ' ένα κατάμεστο δωμάτιο. Έχω δει ολόκληρες παρέες από ξέφρενους γλεντοκόπους να χάνουν τη μιλιά τους και να γυρίζουν να κοιτάξουν τη Σων καθώς μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Ντύνεται κομψά, είναι ψηλή, το πρόσωπό της είναι όπως το περιέγραψα στο διήγημα και με δυο λόγια είναι από τις γυναίκες που δεν συναντάς δεύτερη μέσα σε δέκα χρόνια.
Δεν έχω ιδέα πώς πραγματικά κερδίζει το ψωμί της η Σων. Είμαι βέβαιος πως δεν είναι ούτε κωλ γκερλ ούτε πόρνη, εξίσου σίγουρος όμως είμαι πως είναι το είδος ακριβώς της γυναίκας που θα χρησιμοποιούσε την ασυνήθιστη θηλυκότητα και τον αισθησιασμό της για να τυλίξει ένα πλούσιο άνδρα και να ζήσει πλάι του όσο χρειάζεται για να αποκομίσει καθαρά οφέλη. Είναι όμως φανερό ότι αξιολογεί τον εαυτό της πολύ ψηλά για να πουληθεί φτηνά. Είναι το είδος της γυναίκας - όπως τη βλέπω εγώ - για την οποία μιλούσε ο Λωτρέκ όταν έλεγε: «Οι γυναίκες ποτέ δεν χαρίζουν την αγάπη τους - τη δανείζουν και... με το μεγαλύτερο τόκο». Προσέξτε παρακαλώ τη διάκριση που κάνω εδώ: όχι μια πόρνη, μια φτηνιάρα, απλώς μια γυναίκα που χρησιμοποιεί το σεξ σαν άλλο ένα εργαλείο για να πετύχει τους στόχους της. Η διάκριση είναι σημαντική γιατί αγγίζει στην καρδιά το χαρακτήρα της Μάγκι. Στο διήγημα η Μάγκι βρίσκεται μαζί με το Νάνσιο, αλλά όπως του εξηγεί με φοβερή σαφήνεια, δεν του ανήκει. Εξακολουθεί να ανήκει μόνο στον εαυτό της. Αν την είχα κάνει μονοδιάστατα μια πόρνη, ένα κομμάτι κρέας, δεν νομίζω ότι το διήγημα θα πετύχαινε την καρδιά του θέματος όπως νομίζω ότι την πετυχαίνει τώρα. Από αυτές τις συχνά λεπτές και τονικές διακρίσεις στη διαγραφή ενός χαρακτήρα μπορεί τελικά να κριθεί το αν θα δημιουργήσεις ένα νέο χαρακτήρα ή απλώς θα στήσεις άλλη μια χάρτινη φιγούρα... Στην περίπτωσή μας θα είχα μια πόρνη με χρυσή καρδιά, αυτό το μπαγιάτικο κλισέ δακρύβρεχτων και φτηνών ρομάντζων του 1930, όπου οι συγγραφείς ενδιαφέρονταν περισσότερο να εδραιώσουν το φαλλοκρατισμό τους παρά να γυρίσουν τον καθρέφτη της ζωής σε μια νέα κατεύθυνση.
Όμως ξεφεύγω από την ιστορία μου. Για να ξαναγυρίσω...
Ένιωθα σωματική έλξη για τη Σων, την έλξη όμως αυτή την περιόριζε κάπως μια ασυνείδητη αντίδρασή μου απέναντί της, μια αντίδραση που γεννιέται πάντα μέσα μου όταν βρίσκομαι απέναντι σε αφρισμένα νερά, σε ρουφήχτρες, σε άγρια ρεύματα. Δεν ξαπλώσαμε ποτέ, όπως λένε στο δρόμο, Και με κάποιο περίεργο τρόπο γίναμε φίλοι. Η Σων ήταν για μένα ένα απ' αυτά τα εξωτικά τοτέμ που όλοι μας κρατάμε μέσα στη ζωή μας για να μας δείχνουν πόσο καλά προσαρμοσμένοι και «νορμάλ» είμαστε κι εγώ γι' αυτήν ένας πονηρός νάνος που άνοιγε έξυπνες συζητήσεις σε βαρετά δείπνα, κάποιος που ξυπνάει οποιαδήποτε ώρα της μέρας όταν του κάνουν απελπισμένα τηλεφωνήματα.
Ένα βράδυ γυρίζαμε στο μικρό της σπίτι και ήταν τύφλα στο μεθύσι. Την κουβάλησα στην κρεβατοκάμαρα, μια κρεβατοκάμαρα ακριβώς όπως την περιέγραψα στο διήγημα, μόνο που ποτέ δεν την περιέγραψα στο διήγημα.
(Τι στην οργή θέλει να πει τώρα; Ή την περιέγραψε μέσα στο διήγημα, ή δεν την περιέγραψε. Δεν μπορούν να γίνουν και τα δυο).
Λάθος. Μπορούν να γίνουν και τα δυο. Στην πραγματικότητα πρέπει να γίνουν και τα δυο αν θέλεις να είναι σωστός ο χαρακτήρας που έπλασες, αν θέλεις οι ήρωες σου να μοιάζουν ζωντανοί. Γιατί - κι εδώ είναι η ουσία - αυτό που πρέπει να επιδιώκει ο συγγραφέας δεν είναι η δημοσιογραφική αποτύπωση της ζωής, αλλά η αληθοφάνεια, μια μεταλλαγμένη και μετατονισμένη αντίληψη της ζωής που μοιάζει για αληθινή. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας μπορεί να επιλέξει τα στοιχεία που ταιριάζουν καλύτερα, που μοιάζουν πιο δυνατά, που είναι πιο καίρια. Για τον συγγραφέα η καλύτερη προσέγγιση σ' αυτή την αληθοφάνεια εξασφαλίζεται μέσα από την εξοικείωση με το πλαίσιο των χαρακτήρων.
Όλα τα σιωπηλά πράγματα, οι μικρές λεπτομέρειες που δεν χρειάζεται να εμφανιστούν ποτέ στην τυπωμένη σελίδα κι ωστόσο ζουν εκεί, μέσα στις σκιές, πίσω από τις λέξεις.
Η κρεβατοκάμαρα της Σων: οι τοίχοι καλυμμένοι με βελουτέ ταπετσαρία, σε χρώμα βαθύ κόκκινο και μαύρο. Ένα τεράστιο κρεβάτι με κεφαλή από δαντελωτό φερ φορζέ. Ένας αισθησιασμός ήταν διάχυτος παντού, σε κάθε αντικείμενο που είχε διαλέξει να βάλει μέσα στο δωμάτιο. Το μπάνιο ήταν προέκταση της κρεβατοκάμαρας, ως τα χρυσά δελφίνια που σχημάτιζαν τις βρύσες στο νιπτήρα και τη μπανιέρα. Από κάποια άποψη ήταν ένα εξευγενισμένο αντίγραφο αριστοκρατικού πορνείου της Νέας Ορλεάνης και παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσες να σταθείς σε κάτι συγκεκριμένο για να κάνεις τη σύγκριση, το σύνολο του ανέδινε έναν... ένα, πώς να το πω... έναν αέρα Μαγγκι-σμού. Το δωμάτιο ήταν προέκταση των αναγκών της, των πόθων της, του παρελθόντος της, των ελπίδων της για το μέλλον, ήταν το στυλ και η πρόσοψή της.
(Δεν συνέβη να γράψω κάποια σκηνή στην κρεβατοκάμαρα της Σων, όμως αυτή η κρεβατοκάμαρα ήταν εκεί, μπαίνοντας μέσα στην περιγραφή της Μάγκι. Για μένα, η υλική παρουσία της κρεβατοκάμαρας αυτής επιβεβαίωνε την αίσθηση που είχα για το ποια ήταν η Σων και η ανάμνησή της βρισκόταν γύρω μου όταν έγραφα την ιστορία. Έτσι, χωρίς να εγγράψω αυτό το στοιχείο μέσα στη συγκεκριμένη ιστορία της Μάγκι, βρισκόταν μέσα, όχι απλώς σαν δεδομένο αλλά σαν κεντρικό στοιχείο).
Θα μπορούσε να το 'χαμε κάνει εκείνο το βράδυ, η αντίδραση όμως που ανέφερα πρωτύτερα με έσπρωξε να τη σκεπάσω απλώς με μια κουβέρτα και να φύγω σιγανά από το σπίτι.
Έκανα δυο χρόνια να την ξαναδώ. Στις 7 Οκτωβρίου 1965, ημέρα Πέμπτη, βρισκόμουνα στο Λας Βέγκας και συναντηθήκαμε ξανά. Είχα γράψει το σενάριο (που αλλοιώθηκε όπως πάντα) μιας ταινίας που λεγόταν The Oscar, για την Embassy Pictures του Τζόζεφ Ε. Λιβάιν. Παρά το γεγονός ότι το είχα γράψει για τον Στηβ Μακ Κουήν και τον Πήτερ Φολκ, διάλεξαν τον Στέφεν Μπόυντ και τον Τόνυ Μπένετ και προκειμένου να προωθήσει το πρώτο (και όπως τελικά αποδείχτηκε και τελευταίο) έργο του Μπένετ, ο Λιβάιν μετέφερε αεροπορικά όλο το καστ και το συνεργείο, συμπεριλαμβανομένης και της διαφημιστικής ομάδας από το Χόλυγουντ στο Λας Βέγκας, για την πρεμιέρα του Μπένετ στο ξενοδοχείο Ριβιέρα.
Μια μικρή παρέκβαση τώρα που δεν είναι παρέκβαση. Οι άνθρωποι λειτουργούν σε συνάρτηση με το περιβάλλον τους. Είναι τόσο αυτονόητο αυτό που κανονικά δεν θα έπρεπε να το πω, συχνά όμως εκπλήττομαι τόσο πολύ από την αφέλεια εκείνων που θέλουν να γίνουν συγγραφείς και βάζουν ερωτήσεις όπως το «Πού αντλείτε τις ιδέες σας;» που αναγκάζομαι να λέω τέτοια πράγματα.
Αν καταλάβατε αυτή τη δήλωση, θα έχετε καταλάβει γιατί η διαγραφή ενός χαρακτήρα μπορεί να διατυπωθεί με όρους χώρου. Δηλαδή ένα άτομο βρίσκει συγκινησιακή ισορροπία στην ύπαιθρο κι ένα άλλο μόνο στις μεγαλουπόλεις. Ένας συγγραφέας μπορεί να πλάσει έναν ήρωα συνδέοντάς τον με το σκηνικό μέσα στο οποίο λειτουργεί. Προσωπικά πιστεύω ότι χρειάζεται να είσαι αρκετά ιδιαίτερο άτομο για να τριγυρίζεις άνετα στο Λας Βέγκας. Ένας τυφλοπόντικας των χωραφιών δεν θα τα κατάφερνε καθόλου ακόμη κι ένας αρουραίος της πόλης θα δυσκολευόταν. Γιατί το Βέγκας δεν είναι ούτε πόλη ούτε χωριό. Είναι ένα πολιτισμικό τεχνητό κατασκεύασμα, ένα αφύσικο εξόγκωμα στη μέση της ερήμου. Ένα πράγμα που ποτέ δεν θα είχε ευδοκιμήσει χωρίς την απληστία και τα ρηχά όνειρα και μια έλλειψη μέσα στον χαρακτήρα του Αμερικανού που απαιτεί εκπλήρωση σε κάθε είδους Ντίσνεϋλαντς.
Το κλίμα του Λας Βέγκας έχει για μένα κάτι από τον Λάβκραφτ: σκοτεινό και καταχθόνιο παραμονεύει μ' ένα χαμόγελο Βοργία κάτω από τον αθώο ήλιο της Νεβάδα, ώσπου να ρουφήξει κάθε χώρα και ελπίδα από τις ψυχές των χαμένων αυτού του κόσμου, των ανθρώπων σαν τον Κόστνερ - για παράδειγμα (Σαν παρένθεση παρενθέσεως θέλω να πω ότι ίσως χρειάζεται το μυαλό ενός μυθοπλάστη για να δει αυτές τις ιδιότητες στο Λας Βέγκας. Ξέρω δεκάδες ανθρώπων που ζουν στο Λας Βέγκας και μου μιλούν για τις εκκλησίες και τα σχολεία και την καλή ζωή, εμένα όμως μου σηκώνεται η τρίχα κάθε φορά που πλησιάζω σ' αυτό το μέρος και χρειάστηκε ένας άλλος μυθοπλάστης, ο Richard Matheson, για να συλλάβει αυτό που συνέλαβα κι εγώ γι' αυτό τον τόπο, όταν έγραψε το σενάριο για τον Night-Staltzer καθησυχάζοντάς με έτσι ότι δεν ήμουνα μια μοναχική ψυχή που έβλεπε εφιάλτες πίσω από το νέον)... Κι αυτό μου θυμίζει να σας πω σχετικά με το «πλάσιμο των χαρακτήρων» ότι για να γίνει αποτελεσματικό το στήσιμο των πρωτότυπων χαρακτήρων μέσα στο συγκεκριμένο σκηνικό τους, θα πρέπει να αντλεί κανείς υλικό από τους υπόγειους κραδασμούς που εκπέμπει ένας τόπος, είτε πρόκειται για τρώγλη του Χάρλεμ, ή για προπολεμικό ερείπιο σε μια ξεχασμένη περιοχή της Λουϊζιάνας, είτε ένα καζίνο του Λας Βέγκας. Κι εδώ πάλι θα πρέπει να μεσολαβήσει η διαίσθηση του συγγραφέα. Τελικά βλέπετε, δεν ήταν και τόσο παρέκβαση.
Λας Βέγκας λοιπόν. Ένα ειδικό μέρος με μια ειδική ατμόσφαιρα. Ένας ρυθμός παράνομου σεξ, ένα υπόγειο ρεύμα κινδύνου και έξαψης, ένας ειδικός ήχος στον αέρα. Παρακολούθησα την παράσταση του Μπένετ στο Ριβιέρα - μαύρη γραβάτα και σμόκιν, πολλές καλλονές, πολλή λάμψη - και μετά οι παραγωγοί μου κι όλη η υπόλοιπη συντροφιά από το The Oscar, σκόρπισαν ο καθένας στις προσωπικές του μανίες. Άλλοι να κυνηγήσουν χορεύτριες, άλλοι για ύπνο και άλλοι για τυχερά παιχνίδια. Δεν είχα διάθεση για ύπνο παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει μεσάνυχτα κι έτσι κάθισα σ' ένα τραπέζι του μπλακτζάκ κι άρχισα να παίζω.
Ίσως να είχε περάσει μισή ώρα όταν αισθάνθηκα ένα χέρι στον ώμο μου. Γύρισα τα μάτια μου από τον κρουπιέρη και είδα τη Σων, απίθανα γοητευτική και ξαφνικά - κλικ! - τόσο ταιριαστή με το σκηνικό που συνειδητοποίησα χωρίς καν να το σκεφτώ, πως η Σων είχε γεννηθεί για το Λας Βέγκας και το Λας Βέγκας για τη Σων. Σύμφωνα με το παλιό ρητό αν το Λας Βέγκας ή η Σων δεν υπήρχαν θα έπρεπε ο ένας να επινοήσει τον άλλον.
Εξαργύρωσα τις μάρκες μου (σαν προσωπική υποσημείωση εδώ θέλω να πω ότι ο χαρακτήρας του Κόστνερ δεν είναι ο Συγγραφέας. Πολλές φορές μια δυναμική συνισταμένη ενός χαρακτήρα ξεπηδάει από την προσωπικότητα του συγγραφέα, στην περίπτωση του Κόστνερ όμως που είναι ένας χαμένος με όλες τις βαθύτερες έννοιες αυτής της λέξης αντλούσα από άλλες πηγές. Στην ιστορία ο Κόστνερ χάνει και ξαναχάνει στα τραπέζια. Στην πραγματική ζωή εγώ κερδίζω συνεχώς. Αυτό σημαίνει, στο γράψιμο, να παίζεις κόντρα στο Σύνδρομο του Πορτνόυ). Κάναμε μια βόλτα έξω στο πάρκινγκ. Η Σων μου είπε ότι δούλευε σαν χορεύτρια σ' ένα από τα καζίνα. Αυτό μου φάνηκε παράξενο. Ποτέ δεν είχε αφήσει να εννοηθεί ότι ήξερε καν τα βασικά του χορού και για να μπεις στο μπαλέτο των μεγάλων ξενοδοχείων του Βέγκας, έπρεπε να είσαι πολύ καλή χορεύτρια. Φυσικά υπάρχουν κι αυτές που ονομάζουν «γυμνά αγάλματα», που στέκονται απλώς και δείχνουν την ομορφιά τους, κάτι όμως μέσα μου με προειδοποιούσε πως η Σων δεν μου έλεγε την αλήθεια. Ίσως είχε μπλέξει σε κάποια μπερδεμένη ιστορία και δεν ήθελε να τη μάθω. Στην πραγματικότητα δεν είχε σημασία. Μου είπε ότι ζούσε στο Βέγκας και με κάλεσε να γυρίσω σπίτι μαζί της.
Αυτή ήταν ίσως η μοναδική στιγμή στη σχέση μας που θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο κρεβάτι. Και οφείλω να ομολογήσω πως ήμουνα έτοιμος να πω ναι. Κάτι όμως με έτρωγε μέσα μου, κάτι για τη Σων και το Λας Βέγκας, για τη νύχτα και την ηλεκτρική της αμεσότητα. Είπα όχι κι εκείνη μπήκε στο αυτοκίνητό της και έφυγε αφού ανταλλάξαμε τις συνηθισμένες κενές υποσχέσεις «να μη χαθούμε».
Έμεινα όρθιος στο πάρκινγκ προσπαθώντας να φέρω αυτή την ιδέα από το πίσω μέρος του μυαλού μου ως το προσκήνιο. Πρέπει να καταλάβετε ότι τη στιγμή εκείνη άρχιζα να αποστασιοποιούμαι από την πραγματικότητά μου. Αν υπάρχει κάποια στιγμή που μπορεί ένας συγγραφέας να αναγνωρίσει σαν τη δημιουργική στιγμή που μια ιστορία παίρνει μορφή μέσα στο κεφάλι του, τη στιγμή που οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να εντοπίσουν από τις πρώτες αρχές της γραπτής ιστορίας, πρέπει να είναι μια στιγμή σαν αυτή που έζησα στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου Ριβιέρα στο Λας Βέγκας. Γιατί κάτι άφριζε μέσα μου, όλες οι ασυνείδητες συνδέσεις ολοκληρώνονταν, οι καρτέλες των δεδομένων περνούσαν από επεξεργασία, όλο το μηχάνημα δούλευε στο φουλ.
Γύρισα στο καζίνο και κάθισα σ' ένα τραπέζι του μπλακτζάκ. Δεν έπαιξα όμως. Ήμουνα σκεφτικός και το μυαλό μου γύρισε από μόνο του στο μέρος όπου είχε γεννηθεί το όνειρο. Ο κρουπιέρης ενοχλήθηκε που έπιανα το χώρο, αλλά συνέχισε το μοίρασμα προσπερνώντας με.
Ήχοι. Ένα αμάλγαμα ήχων ήταν αυτό που τελικά πυροδότησε την επιστροφή του ονείρου στη συνείδησή μου. Ο ήχος από τις τυχερές μηχανές που κλικκλικ-κλικ γύριζαν και πλήρωναν... ήχοι των ανθρώπων που στοιχημάτιζαν το μέλλον τους ελπίζοντας ότι θα ξεφύγουν από το παρόν τους... ο τροχός της τύχης... οι φωνές των κρουπιέρηδων.
Όλα ταίριαζαν μαζί.
Η Σων. Το Λας Βέγκας. Η υπουλότητα των τυχερών μηχανών. Η λατρεία μιας μοντέρνας θεότητας που προσωποποιείται από την τύχη και η απελπισία που φέρνει ο θάνατος της τύχης.
Σηκώθηκα από το τραπέζι του μπλακτζάκ και όρμησα επάνω.
Μια από τις παραξενιές μου είναι ότι ταξιδεύω πάντα με τη γραφομηχανή μου. Όπου και να πάω, η μηχανή με ακολουθεί γιατί έχω διαπιστώσει πως δεν μπορώ να προβλέψω πότε θα κάνει την εισβολή του το όνειρο. Η γραφομηχανή με περίμενε. Πέταξα τα ρούχα μου κι άρχισα να γράφω (Για να καταλάβετε τα παρακάτω είναι απαραίτητο να σας πω ότι συχνά γράφω γυμνός. Δεν πρόκειται για υψηλή καλλιτεχνική απόλαυση, είναι απλώς θέμα βολής. Όταν γράφω συχνά περπατάω πάνω κάτω και συμμετέχω σωματικά καθώς ξετυλίγεται η ιστορία. Μερικές φορές παίζω μόνος μου ορισμένους ρόλους και συζητάω με τους ήρωες μου. Έτσι λοιπόν: ήμουνα γυμνός και έγραφα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου του Λας Βέγκας όπου η θερμοκρασία του κλιματισμού ήταν αρκτική).
Έχω διαπιστώσει ότι το πιο δύσκολο σε μια ιστορία είναι να στήσεις σωστά το χαρακτήρα. Συνήθως αυτό πρέπει να γίνει ξεκινώντας από τον πυρήνα. Και πυρήνας είναι η ιδιαίτερη λειτουργία που θα εξυπηρετήσει ο χαρακτήρας μέσα στην πλοκή. Αν είναι απαραίτητο ένας χαρακτήρας να έχει κάποια έντονη δράση π.χ., είναι σκέτη αυτοκτονία να τον περιγράψεις σαν σωματικά ανεπαρκή: ανάπηρο, φυματικό, πολύ κοντό, έφηβο... Αν είναι απαραίτητο ο χαρακτήρας να συλλάβει κάποια αφηρημένη ιδέα ή να φτάσει σε κάποια βαθιά φιλοσοφική ή ηθική απόφαση, τότε θα ήταν καταστροφικό να τον περιγράψεις σαν αλήτη, ή ανήθικο ή τόσο χαμηλά πεσμένο που οι αποφάσεις να είναι αταίριαστες με τη βασική του φύση. Φυσικά αυτοί είναι εμπειρικοί κανόνες. Μπορεί να φτιάξει κανείς μια θαυμάσια αντίστιξη φέρνοντας έναν ανάπηρο αντιμέτωπο με μια κατάσταση όπου θα πρέπει να ξεπεράσει την αναπηρία του για να φτάσει κάπου, ή ανάλογα μπορεί κανείς να δώσει μια λεπτή νότα ανθρωπιάς αν πάρει έναν ήρωα που ποτέ στη ζωή του δεν έκανε λεπτές ηθικές διακρίσεις, και τον δείξει να παλεύει μ' αυτή την ανάγκη. Σε γενικές όμως γραμμές, οι κανόνες ισχύουν. Μερικές φορές είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν το κεντρικό πρόσωπο θα είναι άνδρας ή γυναίκα. Κατά παράδοση στη μυθιστοριογραφία οι άνδρες ήταν οι χαρακτήρες που διηγούνται την ιστορία, οι σωτήρες, οι ήρωες. Η γνώμη μου είναι πως πολλά απ' αυτά οφείλονται στον ανδρικό σωβινισμό. Ασυνείδητος σεξισμός.
Στην περίπτωση της «Όμορφης Μάγκι των Ασημένιων Νομισμάτων» το πρόβλημα ήταν ακόμη πιο περίπλοκο. Ο χαρακτήρας με τα μάτια του οποίου βλέπουμε την ιστορία δεν θα μπορούσε να είναι η Μάγκι εξαιτίας του στυλ και του σχήματος που είχα αποφασίσει να χρησιμοποιήσω, όμως η Μάγκι έπρεπε να είναι η πρωταγωνίστρια, το πιο δυνατό πρόσωπο στην ιστορία. Ο Κόστνερ για να κάνει αυτά που είχε να κάνει, έπρεπε να είναι από τους χαμένους, τους αδύνατους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν φτιάχνουν συμπαθητικούς χαρακτήρες ταύτισης. Έτσι χώρισα στη μέση την οπτική γωνία εισάγοντας τον Κόστνερ σαν παρόν και τη Μάγκι σαν φλας μπακ (ενώνοντάς τους μόνο στο ονειρικό κομμάτι όπου η Μάγκι «παίρνει» τον ανδρισμό του Κόστνερ). Άφησα όμως κάποια συννεφάκια απ' το χαρακτήρα της Μάγκι, να περνούν φευγαλέα μέσα στις σκηνές του Κόστνερ, ώστε η παρουσία της να είναι πάντα κέντρο. Καθώς έγραφα την ιστορία ολόκληρη τη νύχτα ως το άλλο πρωί, η Μάγκι άρχισε να μου γίνεται έμμονη ιδέα. Ήταν ένας από τους πιο ζωντανούς χαρακτήρες που έχω δημιουργήσει ποτέ. Στην πραγματικότητα είναι αστείο: τη Μάγκι δεν τη δημιούργησα εγώ, μόνη της δημιούργησε τον εαυτό της. Γι' αυτό και θεωρώ πως είναι το καλύτερο διήγημά μου. Επειδή είναι τόσο σωστή, τόσο ζωντανή, ανταποκρίνεται στην προειδοποίηση του Φόκνερ για το μοναδικό πραγματικό ήρωα που αξίζει να γράψεις γι' αυτόν και βοηθάει την πραγματοποίηση της πιο ιερής συγγραφικής προσπάθειας: γίνεται πραγματικός άνθρωπος. Αν το σκεφτείτε θα δείτε πως τα σπουδαιότερα βιβλία είναι εκείνα όπου ένας κεντρικός ήρωας ξεπηδάει τυλιγμένος μέσα σε μια τέτοια αύρα αληθοφάνειας που ποτέ δεν τον ξεχνάς. Ο Πιπ, ο Χωκ Φιν, ο Κουασιμόδος, ο Καπετάνιος Αχααβ, ο Ρόμπερτ Τζορντον, ο Τζέηκ Γκάτσμπυ, ο Μπεν Ράιχ, η λαίδη Μάκβεθ, ο Πρίγκιπας Μόσκιν, ο Σέρλοκ Χολμς, o Γουίνστον Σμιθ, ο Τουάν Τζιμ, η Ρίμα το κορίτσι-πουλί, η Αδελφή Κάρυ, είναι χαραγμένοι στη μνήμη μας, συνεχίζουν να ζουν και αφού κλείσουμε το βιβλίο. Πολύ καιρό αφού ο αναγνώστης έχει ξεχάσει τα μπερδέματα της πλοκής ή της αισθητικές λεπτομέρειες του στυλ, ο χαρακτήρας μένει χαραγμένος στο μυαλό του. Είναι σαν να έχουν ζήσει, έχουν ζήσει πραγματικά κι αυτό το δώρο, ότι τον έφερε σ' επαφή μ' ένα τόσο σημαντικό πρόσωπο, ο αναγνώστης δεν μπορεί ούτε με ολόκληρες περιουσίες να το ξεπληρώσει στο συγγραφέα.
Πέρα όμως από τη ζωή που προσπάθησα να εμφυσήσω μέσα στη Μάγκι, υπάρχει μια ενέργεια που εμφύσησε εκείνη στο γράψιμο μου, αναγκάζοντάς με να την περιγράψω όπως εκείνη ήθελε. Έτσι για άλλη μια φορά, όπως πολλές στο παρελθόν, έβλεπα ένα χαρακτήρα να παίρνει στα χέρια του την ιστορία. Και νομίζω πως αν ένας συγγραφέας δουλεύει καλά, αν ελέγχει το υλικό του, ακόμη κι όταν δεν ξέρει ποια κατεύθυνση παίρνει η ιστορία, ο κεντρικός ήρωας θα αναλάβει τα πράγματα και θα βοηθήσει. Όσο πιο στέρεα ριζώνει ένας ήρωας στο μυαλό του αναγνώστη, τόσο πιο πολύ απαιτεί να ειπωθεί η ιστορία του σωστά, βγάζοντας τον συγγραφέα από μια περιοχή και βάζοντάς τον σε μιαν άλλη, οδηγώντας την πλοκή σε κατευθύνσεις που μπορεί να μην είχε υποψιαστεί ο συγγραφέας σαν δυνατές. Είναι μια εμπειρία θαυμαστή και τρομαχτική ταυτόχρονα.
Τόσο δυνατή ήταν μέσα μου η Μάγκι που έγραφα κι έγραφα χωρίς καμιά συναίσθηση του τόπου και του χρόνου, ούτε καν των αναγκών του σώματος. Και με τον τρόπο της η Μάγκι κόντεψε να με ξεκάνει όπως και τον Κόστνερ. Καθισμένος εκεί και γράφοντας μέσα στο παγωμένο δωμάτιο άρπαξα ένα κρυολόγημα που γύρισε σε οξεία πνευμονία πριν να καταλήξει σε πλευρίτιδα. Απ' όσο θυμάμαι, έπεσα λιπόθυμος τη δεύτερη μέρα του γραψίματος, με μετέφεραν άρον άρον στο Λος Άντζελες όπου μ' έβαλαν στο νοσοκομείο και ξύπνησα πολύ αργότερα φωνάζοντας να μου φέρουν τη γραφομηχανή μου για να τελειώσω την ιστορία μου.
Το πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα όλης αυτής της περιπέτειας είναι ότι δεν θυμάμαι ολόκληρα κομμάτια της ιστορίας. Τα δυο κομμάτια με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία, αμέσως μετά την καρδιακή προσβολή και το θάνατο της Μάγκι, πρέπει να γράφτηκαν καθώς έπεφτα σε κώμα. Είναι πραγματικά πολύ περίεργα κομμάτια: το ένα φαίνεται να προσπαθεί να περιγράψει τη στιγμή του θανάτου της και το άλλο - στο αρχικό χειρόγραφο - ήταν γραμμένο στο χέρι με τόσο μικροσκοπικά και ακατανόητα γράμματα που χρειάστηκε να το ξαναχτυπήσω στη μηχανή πριν να το δώσω στον εκδότη. Νομίζω πως προσπαθούσα μέσα στην παραζάλη μου να περιγράψω πώς αισθάνεται μια ασώματη ψυχή παγιδευμένη μέσα σε μια μηχανή κερμάτων. Κι αν αυτό δεν είναι καθαρή τρέλα τότε ο Σπύρος Αγκνιου είναι η Δεύτερη Παρουσία.
Αυτό που αποδεικνύουν όλα αυτά, τουλάχιστον σε μένα, είναι πως η Μάγκι είναι μια προσωπικότητα τόσο δυναμική που κατά κάποιο μαγικό τρόπο έγραψε μόνη της την ιστορία της. Και μη νομίζετε ότι πρόκειται για μοναδικό γεγονός. Σχεδόν όλοι οι καλοί συγγραφείς με τους οποίους έχω μιλήσει μου έχουν διηγηθεί παρόμοιες ιστορίες: σε κάποιο σημείο της εξέλιξης μιας ιστορίας, ένας ήρωας βγήκε από την παθητικότητα και αρνήθηκε να κάνει αυτό που ήθελε ο συγγραφέας. Μερικοί αρνήθηκαν να ερωτευτούν όταν τους το διέταξαν, άλλοι αρνήθηκαν να πεθάνουν, κι άλλοι επέμειναν να γίνει η ζωή τους πιο σημαντική από τη ζωή των χαρακτήρων του είχε διαλέξει ο συγγραφέας σαν πρωταγωνιστές. Είναι πράγματα που συμβαίνουν.
Ο Αλέξις Μπάντρις, ένας συγγραφέας που έχει γράψει μερικά από τα καλύτερα έργα ε.φ. μου είπε κάποτε, όταν βρισκόμουνα στην αρχή της καριέρας μου, ότι δεν μπορείς να περιγράψεις ένα χαρακτήρα λέγοντας ότι έμοιαζε σαν τον Κάρυ Γκραντ με μεγαλύτερα αυτιά. Θυμάμαι μια ιστορία που έγραψε κάποτε ο Αλέξις, όπου ο κακός ήταν ένας γραφειοκράτης που μασούλαγε καραμέλες σ' όλη τη διάρκεια μιας δύσκολης συνομιλίας με τον πρωταγωνιστή. Αυτό απετέλεσε κλειδί για τη φύση του ήρωα... δεν θυμάμαι πώς... έχουν περάσει δεκάξι χρόνια από τότε που το πρωτοδιάβασα... όμως αυτό το χαρακτηριστικό του ήρωα έμεινε χαραγμένο στο μυαλό μου αν κι έχω ξεχάσει την ιστορία. Αυτό που εννοούσε ο Αλέξις για τα αυτιά του Κάρυ Γκραντ ήταν ότι δεν υπάρχουν ετοιματζίδικες συνταγές για το χτίσιμο ενός χαρακτήρα. Πρέπει να σκάψεις και να ψάξεις και να ζήσεις, για να βρεις τα στοιχεία της ανθρωπιάς που είναι απαραίτητα για να ταιριάξει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σε μια συγκεκριμένη ιστορία.
Και πέρα απ' αυτό όμως δεν αρκεί να πεις πώς είναι ένας χαρακτήρας. Πρέπει να το δείξεις. Ο τρόπος που μιλάει ένας χαρακτήρας για τον εαυτό του και η αλήθεια ή το ψέμα που αποκαλύπτονται όταν συγκρίνονται με τις πράξεις του ήρωα, ο τρόπος που μιλούν οι άλλοι γι' αυτόν ο τρόπος που αντιδρούν οι άλλοι - μ' αυτούς τους τρόπους βλέπουμε την προσωπικότητα να αποκαλύπτεται μόνη της αντί να μας λέει ένας παντογνώστης συγγραφέας ότι είναι έτσι κι έτσι.
Ο ρυθμός ομιλίας του ήρωα, ο τρόπος που ντύνεται, οι συχνοί μανιερισμοί του, η μυρωδιά του, το βάδισμά του... αποτελούν μέρη ενός ολοκληρωμένου σχεδιάσματος, χωρίς να ξεχνάμε όμως ότι δεν θα 'πρεπε να λέει κανείς για ένα χαρακτήρα περισσότερα απ' όσα είναι απαραίτητα για μια κατανόηση και αναγνώριση ανάλογη με το βάρος του χαρακτήρα. Ο Τσέχοφ έχει πει κάποτε: «Αν στην πρώτη πράξη δείχνεις ένα πιστόλι κρεμασμένο στον τοίχο, πρέπει να φροντίσεις ως το τέλος της δεύτερης πράξης να έχει πυροβολήσει». Με άλλα λόγια μην παραγεμίζεις την ιστορία μ' ένα σωρό άχρηστες περιγραφές για ένα χαρακτήρα, αν δεν είναι απαραίτητες στην πλοκή ή στην πρόσδοση μεγαλύτερης ζωντάνιας στο χαρακτήρα.
Να θυμάσαι: οι χαρακτήρες δεν υπάρχουν εν κενώ. Ζούνε σε συνάρτηση με την εποχή τους, τον τόπο τους, το παρελθόν τους και τις αντιδράσεις που τους προκαλούν οι άλλοι χαρακτήρες. Πρέπει να έχουν μια εσωτερική συνέπεια. Η Κέητ Σμιθ δεν μπορεί ποτέ να συλληφθεί κάνοντας λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Κάτι τέτοιο δεν θα λειτουργούσε. Κανείς δεν θα το πίστευε. Ο Αμπι Χόφμαν δεν θα εξέδιδε ποτέ ένα βιβλίο στο Stanyan Press του Rod McKuen. Φαίνεται παράλογο και δεδομένου ότι ο συγγραφέας δυσκολεύεται αρκετά να πείσει τους αναγνώστες τους να αναστείλουν τη φυσική τους δυσπιστία όσο χρειάζεται για να δεχτούν τις βασικές αρχές μιας ιστορίας - ιδιαίτερα μιας ιστορίας ε.φ. - δε σηκώνει να προσθέτει κι ένα παράλογο χαρακτήρα που λειτουργεί εκτός κειμένου.
Συνάντησα τη Σων πριν από δυο μήνες περίπου στο The Farmer's Μάρκετ. Ήταν πάντα υπέροχη. Λίγο πιο μεγάλη ίσως αλλά ηλιοκαμένη και λυγερή. Φορούσε ένα μεγάλο ανοιχτόγκριζο καπέλο που κατέβαινε χαμηλά πάνω από το ένα μάτι και μόλις είχε γυρίσει από τη Γουατεμάλα ή την Ουρουγουάη ή κάποιο παρόμοιο μέρος.
Της είπα ότι είχα σκοπό να γράψω αυτό το κείμενο. Γέλασε και με φίλησε στο μάγουλο. «Δεν πιστεύω να προσπαθείς ακόμη να πείσεις τον κόσμο ότι είμαι το μοντέλο γι' αυτή τη φοβερή ηρωίδα», είπε.
«Κανείς δεν θα σε πίστευε!»
Ίσως να είναι έτσι. Έχω όμως μια υποψία ότι κάπου στη Γουατεμάλα ή στην Ουρουγουάη ή κάπου αλλού, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, βρίσκεται ένας πλούσιος άντρας που έχει γίνει λίγο λιγότερο πλούσιος, επειδή έζησε δίπλα στη Μάγκι για λίγες βδομάδες, κι αυτός θα με πιστέψει.
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη


Κυριακή 23 Μαρτίου 2025

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ – Albert Camus

Οι θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλάει αδιάκοπα ένα βράχο ως την κορυφή ενός βουνού απ' όπου η πέτρα, με το βάρος της, ξανάπεφτε. Είχαν σκεφτεί, κάπως δικαιολογημένα, πως δεν υπάρχει πιο φοβερή τιμωρία απ' τη χωρίς όφελος κι ελπίδα εργασία.
Εάν πιστέψουμε τον Όμηρο, ο Σίσυφος ήταν ο πιο ήσυχος κι ο συνετότερος των θνητών. Μια άλλη, όμως, παράδοση τον παρουσιάζει σαν ληστή. Δε βλέπω εδώ καμιά διαφορά. Οι γνώμες διαφέρουν πάνω στα αίτια που τον ανάγκασαν να γίνει ο χωρίς κέρδος εργάτης του Άδη. Κατ' αρχάς του καταλογίζουν κάποια αστοχασιά με τους θεούς. Αποκάλυψε τα μυστικά τους. Η Αίγινα, κόρη του Ασωπού, αρπάχτηκε από τον Δία. Ο πατέρας ταράχτηκε απ' την απαγωγή και απευθύνθηκε στον Σίσυφο. Αυτός, που ήξερε για την αρπαγή, υποσχέθηκε στον Ασωπό να τον βοηθήσει, με τον όρο πως θα έδινε νερό στον Ακροκόρινθο. Για τους ουράνιους κεραυνούς, θα δεχτεί την ευλογία του νερού. Τιμωρήθηκε στον Άδη. Ο Όμηρος μας διηγείται επίσης ότι ο Σίσυφος αλυσόδεσε το Θάνατο. Ο Πλούτων δεν μπόρεσε να ανεχτεί το θέαμα της έρημης και σιωπηλής αυτοκρατορίας του. Έσπευσε να στείλει το θεό του πολέμου που ελευθέρωσε το Θάνατο από τα χέρια του νικητού του.
Λένε ακόμα πως όταν ο Σίσυφος ήταν ετοιμοθάνατος θέλησε να δοκιμάσει ανόητα την αγάπη της γυναίκας του. Τη διέταξε ν' αφήσει άταφο το πτώμα του στη μέση της δημόσιας πλατείας. Ο Σίσυφος ξαναβρέθηκε στον Άδη. Κι εκεί, θυμωμένος εξ αιτίας μιας υπακοής τόσο αντίθετης στην ανθρώπινη αγάπη, πήρε την άδεια από τον Πλούτωνα να επιστρέψει στη γη για να τιμωρήσει τη γυναίκα του. Μα όταν ξανάδε την όψη αυτού του κόσμου, γεύτηκε το νερό και τον ήλιο, τις ζεστές πέτρες και τη θάλασσα, δεν ήθελε να γυρίσει στην καταχθόνια σκιά. Οι προσκλήσεις, οι θυμοί κι οι συμβουλές δεν απέδωσαν τίποτα. Για πολλά χρόνια αφέθηκε στην καμπύλη του κόλπου, στη λάμψη της θάλασσας και στα χαμόγελα της γης.
Χρειαζόταν η επέμβαση των θεών. Ο Ερμής ήρθε να πιάσει τον θρασύ από το σβέρκο και, αποσπώντας τον απ' τις χαρές του, τον ξανάφερε με τη βία στον Άδη όπου ο βράχος του ήταν έτοιμος.
Έχουμε ήδη καταλάβει πως ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας. Τα πάθη του τον συνιστούν περισσότερο απ' το μαρτύριο του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, το μίσος του για το θάνατο και το πάθος του για τη ζωή του στοίχισαν αυτό το ανείπωτο μαρτύριο, να δίνει όλο του το είναι χωρίς ανταμοιβή. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για τα γήινα πάθη. Δε μας αφηγούνται τίποτα για τον Σίσυφο στον Άδη. Οι μύθοι φτιάχνονται για να τους ζωογονεί η φαντασία. Σ' αυτόν βλέπουμε μόνο όλη την προσπάθεια ενός τεντωμένου κορμιού ν' ανασηκώσει την πελώρια πέτρα, να τη γυρίσει και να την κάνει ν' αναρριχηθεί σε μια πλαγιά που έχει ανεβοκατέβει εκατό φορές. Βλέπουμε το συσπασμένο πρόσωπο, το κολλημένο πάνω στην πέτρα μάγουλο, τον ώμο που δέχεται το λασπωμένο όγκο, το πόδι που τον στηρίζει, τη διαστολή των μυώνων, την ανθρώπινη σιγουριά δυο χεριών γεμάτων γη. Στο έπακρο αυτής της τρομερής προσπάθειας, της μετρημένης με το χωρίς ουρανό διάστημα και το χωρίς βάθος χρόνο, ο σκοπός εκπληρώνεται. Ο Σίσυφος τότε, κοιτάζει την πέτρα να κατηφορίζει σε μερικές στιγμές προς αυτόν το χαμηλό κόσμο απ' όπου θα πρέπει να την ανεβάσει πάλι στην κορυφή. Ξανακατεβαίνει στην πεδιάδα.
Όσο διαρκεί αυτή η επιστροφή, αυτή η παύση, ο Σίσυφος μ' ενδιαφέρει. Ένα πρόσωπο που βασανίζεται τόσο κοντά στις πέτρες είναι ήδη πέτρα. Βλέπω αυτό τον άνθρωπο να ξαναπηγαίνει, βαδίζοντας βαριά μα σταθερά, προς το ατέλειωτο μαρτύριο. Αυτή η ώρα που είναι σαν μια αναπνοή και ξανάρχεται το ίδιο σίγουρα με τη δυστυχία του, αυτή η ώρα, είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια απ' τις στιγμές της, από τότε που αφήνει την κορυφή και κατευθύνεται σιγά - σιγά προς τις τρώγλες των θεών, είναι υπέροχος μέσα στη μοίρα του. Είναι πιο δυνατός από το βράχο του.
Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωας του έχει συνείδηση. Πράγματι, που θα βρισκόταν ο πόνος του, εάν σε κάθε βήμα τον ενθάρρυνε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργάτης όλες τις μέρες της ζωής του κάνει την ίδια δουλειά κι αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά δεν είναι τραγικός παρά στις σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής τους: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκή η κατάβαση του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριο του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση.

Έτσι, αν η κατάβαση γίνεται για μερικές μέρες μέσα στον πόνο, μπορεί να γίνει επίσης μέσα στη χαρά. Αυτή η φράση δεν είναι υπερβολική. Φαντάζομαι ακόμα τον Σίσυφο να ξαναπηγαίνει προς το
βράχο του και τον πόνο ν' αρχίζει. Όταν οι εικόνες της γης μένουνε τόσο δυνατά στη μνήμη, όταν η επιθυμία της ευτυχίας γίνεται τόσο έντονη, στην καρδιά του ανθρώπου γεννιέται όλη η θλίψη: είναι η νίκη του βράχου, γίνεται βράχος ο ίδιος. Η αμέτρητη λύπη είναι ανυπόφορη. Είναι οι νύχτες μας στη Γεσθημανή. Μα οι αβάσταχτες αλήθειες καταστρέφουν όταν μαθαίνονται. Έτσι, στην αρχή, ο Οιδίπους υπακούει στο πεπρωμένο που αγνοεί. Η τραγωδία του αρχίζει από τη στιγμή που μαθαίνει. Αλλά τότε, τυφλός κι απελπισμένος, γνωρίζει ότι το μόνο που τον κρατάει δεμένο μ' αυτό τον κόσμο είναι το δροσερό χέρι ενός κοριτσιού και μια μεγαλόστομη φράση αντηχεί: "Παρά τις τόσες δοκιμασίες, τα γερατειά και το μεγαλείο της ψυχής μου, μου δίνουν το δικαίωμα να κρίνω πως όλα είναι καλά". Ο Οιδίπους του Σοφοκλή, σαν τον Κιρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, δίνει έτσι τον τύπο της παράλογης νίκης. Η αρχαία σύνεση συναντιέται με το σύγχρονο ηρωισμό.
Δεν ανακαλύπτει κανείς το παράλογο αν δεν επιχειρήσει να γράψει κάποιο εγχειρίδιο ευτυχίας. "Ε, πώς, από τόσο στενούς δρόμους…;" Όμως, ένας κόσμος υπάρχει. Η ευτυχία και το παράλογο είναι δυο παιδιά της ίδιας γης. Είναι αχώριστα. Θα ήταν σφάλμα να πει κανείς πως η ευτυχία γεννιέται αναγκαστικά από την ανακάλυψη του παράλογου. Συμβαίνει το ίδιο συχνά, το συναίσθημα του παράλογου να γεννιέται από την ευτυχία. "Κρίνω πως όλα είναι καλά", λέει ο Οιδίπους, κι αυτή η φράση είναι ιερή. Αντηχεί στο βάρβαρο και περιορισμένο από τον ανθρώπινο κόσμο. Δείχνει πως τίποτα δεν είναι, δεν ήταν εξαντλημένο. Διώχνει απ' αυτό τον κόσμο ένα θεό που μπήκε μ' απληστία και με τη γεύση των ανώφελων πόνων. Από το πεπρωμένο δημιουργεί μια ανθρώπινη υπόθεση που πρέπει οπωσδήποτε να ρυθμιστεί ανάμεσα στους ανθρώπους.
Όλη η βουβή χαρά του Σίσυφου βρίσκεται εκεί. Το πεπρωμένο του του ανήκει. Ο βράχος είναι η πραγματικότητά του. Όμοια, ο παράλογος άνθρωπος όταν μελετάει το μαρτύριο του, κάνει όλα τα είδωλα να βουβαθούν. Στο ξαφνικά παραδομένο στη σιωπή του σύμπαν, υψώνονται οι χιλιάδες μικρές έκθαμβες φωνές της γης. Ασυνείδητες και μυστικές επικλήσεις, προσκλήσεις προς όλα τα πρόσωπα, αποτελούν την αναγκαία επιστροφή και το τίμημα της νίκης. Δεν υπάρχει ήλιος χωρίς σκιά και πρέπει να γνωρίσουμε τη νύχτα. Ο παράλογος άνθρωπος λέει ναι και ο αγώνας του θα είναι πια αδιάκοπος. Εάν υπάρχει ένα προσωπικό πεπρωμένο, δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή εξαιρετικής τύχης ή το πολύ να υπάρχει μια, εκείνη που κρίνεται σαν μοιραία κι αξιοκαταφρόνητη. Όσο για τις υπόλοιπες, ο άνθρωπος ξέρει πως είναι κύριος της ζωής του. Σ' αυτή την κρίσιμη στιγμή που ο άνθρωπος ξαναγυρίζει στη ζωή του, ο Σίσυφος - πηγαίνοντας πάλι προς το βράχο του - μελετάει αυτή την ασύνδετη σειρά των πράξεων που γίνεται πεπρωμένο του, φτιαγμένο από τον ίδιο, απλό κάτω απ' το βλέμμα της μνήμης και σφραγισμένο σε λίγο με το θάνατό του. Έτσι, πεισμένος για την εντελώς ανθρώπινη προέλευση όλων των ανθρώπινων, τυφλός που ποθεί να δει και ξέρει πως η νύχτα είναι ατέλειωτη, βρίσκεται πάντα σε πορεία. Ο βράχος γυρίζει ακόμα.
Αφήνω τον Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Ο Σίσυφος όμως, συμβολίζει την ανώτερη πίστη που αρνιέται στους θεούς κι ανυψώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά. Αυτό το σύμπαν, αδέσποτο στο εξής, δεν του φαίνεται άκαρπο ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα γι' αυτόν, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.


Albert Camus
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ
δοκίμιο πάνω στο παράλογο

Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

Αύριο θα είναι πια πολύ αργά – JOHN GRIBBIN

Θα ήταν σφάλμα να μείνει κανείς με την εντύπωση ότι το μόνο πρόβλημα από την αφαίμαξη του όζοντος είναι η αύξη­ση των περιστατικών του καρκίνου του δέρματος στους αν­θρώπους με λευκή επιδερμίδα. Αυτή είναι μόνον μία από τις πολλές επιπτώσεις του προβλήματος. Ανέφερα ήδη προηγουμένως τις περιβαλλοντολογικές και κλιματολογικές συ­νέπειες. Σήμερα οι βιολόγοι, με το δεδομένο της τρύπας του όζοντος της Ανταρκτικής, προβληματίζονται γύρω από τους κινδύνους που αντιπροσωπεύει για το φυτοπλαγκτόν της επιφάνειας του ωκεανού η αυξημένη έκθεσή του στις υπεριώδεις ακτινοβολίες του Ήλιου στη νότια πολική ζώνη. Ο Σαϊέντ Ελ Σαϊέντ και οι συνάδελφοι του, από το πανεπιστή­μιο του Τέξας Α & Μ, ανακάλυψαν ότι η αυξημένη έκθεση στις υπεριώδεις ακτινοβολίες μειώνει τη δραστηριότητα του φυτοπλαγκτόν. Βέβαια, μια γνωστή φωνή θα μπορούσε
να παρατηρήσει πάνω σ' αυτό: «Άμα έχεις δει ένα φυτο­πλαγκτόν είναι σαν να τα έχεις δει όλα!». Αλλά το φυτοπλαγ­κτόν αντιπροσωπεύει τη βάση της αλυσίδας διατροφής, που από αυτήν εξαρτώνται τα ψάρια, τα μαλάκια και τα οστρακό­δερμα. Τι μας ενδιαφέρουν όμως τα ψάρια (και οι πιγκουί­νοι); Στην εφημερίδα Γκάρντιαν, στις 27 Νοεμβρίου 1987, διάβασα μιαν ανάλογη περίπτωση.
Πολλές αφρικάνικες χώρες, προκειμένου να καταπολε­μήσουν τη μύγα τσε-τσε, που προκαλεί ασθένεια του ύπνου, αποψίλωσαν ολόκληρες δασικές και ελώδεις περιοχές και τις παράδωσαν στις αγροκαλλιέργειες και την κτηνοτροφία. Με την ενέργεια αυτή. τα άγρια ζώα που δεν προσβάλλονται από την ασθένεια του ύπνου, όπως οι αντιλόπες, οι ζέβρες, οι βούβαλοι και πολλά άλλα, αναγκάστηκαν να αποσυρθούν σε περιορισμένες δασικές εκτάσεις, ενώ οι ζώνες που αποψιλώθηκαν καταστρέφονται σήμερα από την υπερβολική βόσκηση και το σφυροκόπημα των οπλών των κατοικίδιων βοοειδών, και μεταμορφώνονται σε έρημους. «Αυτό είναι έ­να από τα χειρότερα πράγματα που συμβαίνουν σήμερα στην Αφρική», δήλωσε ο Ραούλ ντι Τουά, από το υπουργείο Δρυμών και Άγριων Ζώων της Ζιμπάμπουε. Βλέπουμε λοι­πόν, μια φοβερής έκτασης καταστροφή να πλήττει το κύριο σώμα της Γαίας, μακριά από τα πολικά της άκρα, εξαιτίας της καλοπροαίρετης πρόθεσης για την καταπολέμηση της μύγας τσε-τσε. Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να προβλέψει τις γενικότερες συνέπειες που θα έχει η προσβολή του φυτοπλαγκτόν της Ανταρκτικής από τις αυξημένες υπεριώδεις ακτινοβολίες, με το δεδομένο μάλιστα, ότι το φυτοπλαγκτόν, σαν βάση της ωκεάνιας αλυσίδας διατροφής, είναι πο­λύ πιο σημαντικό για τη Γαία από τις μύγες.
Η όλη υπόθεση της τρύπας του ουρανού και των συνε­πειών της για την ανθρωπότητα δεν τελειώνει εδώ. Αξίζει τον κόπο όμως να τελειώσουμε την αφήγηση αυτού του μέ­ρους της όλης ιστορίας με δυο αποσπάσματα από τα κείμενα των πρωτοπόρων ερευνητών του προβλήματος. Ο Τζο Φάρμαν που ανακάλυψε την τρύπα του όζοντος, γράφει στο άρ­θρο του που δημοσίευσε στο περιοδικό Νιου Σάιεντιστ, στις 12 Νοεμβρίου 1987, ότι «κανείς δεν μπόρεσε να προβλέψει στο παρελθόν τις αφαιμάξεις του όζοντος. Το μάθημα που μας διδάσκει το πάθημα είναι ολοφάνερο: η όλη πολιτική της παραγωγής των CFC βασίστηκε πάνω στη λανθασμένη αντίληψη ότι γνωρίζουμε απόλυτα τις διαδικασίες ελέγχου του στρώματος του όζοντος. Αλλά μέσα στα τελευταία χρό­νια αποδείχθηκε ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα». Και ο Σέρι Ρόουλαντ, μιλώντας στο Τσάπελ Χιλ, στις 11 Μαρτίου 1987, υπογράμμισε ότι, «δεν έχει κανένα νόημα μια διεθνής συμ­φωνία που να καλύπτει μόνο τη Βόρεια Αμερική, τη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία, αν στον υπόλοιπο κόσμο συνεχι­στεί η αυξημένη παραγωγή και έκλυση προϊόντων CFC στην ατμόσφαιρα. Αν ο στόχος μας είναι να αποφύγουμε την αύ­ξηση της συγκέντρωσης των οργανοχλώριων στην ατμό­σφαιρα, που είναι ήδη υπεύθυνη για το άνοιγμα της τρύπας του όζοντος πάνω στην Ανταρκτική, τότε θα πρέπει να υιο­θετήσουμε μια γενική περικοπή όλων των χρήσεων κατά 95%, σε παγκόσμια κλίμακα και χωρίς καμίαν εξαίρεση».
Όπως παρατηρεί ακόμη ο Φάρμαν, η συνθήκη του Μόν­τρεαλ μας καταδίκασε σε μιαν αύξηση του χλωρίου της στρατόσφαιρας, που θα τριπλασιαστεί μέχρι το 2020, σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα — ή θα δεκαπλασιαστεί σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατούσε στη στρατόσφαιρα πριν αρχίσει να διαδίδεται η χρήση των CFC στον κόσμο. Και ο Ρόουλαντ συμπεραίνει ότι ακόμη κι αν γίνει κά­ποιο θαύμα και σταματήσουν αμέσως όλες οι εκλύσεις από σήμερα, η αφαίμαξη του όζοντος θα συνεχίσει να αυξάνεται κατά τα επόμενα είκοσι χρόνια, εξαιτίας της μεγάλης διάρ­κειας ζωής των CFC στην ατμόσφαιρα. Εφόσον η διάρκεια ζωής αυτών των προϊόντων φτάνει τα 120 χρόνια, αυτό ση­μαίνει από όλα τα μόρια των CFC που υπήρχαν κατά το 1987 στην ατμόσφαιρα, το 90% θα εξακολουθεί να υπάρχει κατά το έτος 2000, το 39% κατά το έτος 2100 και το 7% κατά το έτος 2300. Η βλάβη που έχουμε προκαλέσει ήδη στο στρώμα του όζοντος θα έχει συνέπειες για μας, για τα εγγόνια και τα δισέγγονα μας, κατά τους δυο επόμενους αιώνες.

JOHN GRIBBIN
TO ΟΖΟΝ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΠΕΙΛΗ 
ΤΡΥΠΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
Μετάφραση ΜΑΡΙΟΣ ΒΕΡΕΤΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΡΟΡΑ 1988

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

Το σκαθάρι και ο θάνατος – Carlos Castaneda



...Την άλλη μέρα προχώρησα βαθύτερα στα ανατολικά βουνά. Αργά το απόγευμα, έφτασα σ’ ένα πιο ψηλό επίπεδο οροπέδιο. Για μια στιγμή νόμισα πως είχα ξανάρθει εκεί. Κοίταξα γύρω μου προσπαθώντας να προσανατολιστώ, αλλά δεν μπόρεσα ν’ αναγνωρίσω κανένα από τα γύρω βουνά. Αφού διάλεξα προσεχτικά ένα κατάλληλο μέρος στην άκρη μιας γυμνής βραχώδους περιοχής, κάθισα να ξεκουραστώ. Ένιωθα πολύ ζεστά και γαλήνια εκεί. Άνοιξα την νεροκολοκύθα μου για να φάω κάτι, αλλά ήταν αδειανή. Ήπια λίγο νερό. Ήταν ζεστό και μπαγιάτικο. Σκέφτηκα πως δεν μου έμενε τίποτε άλλο να κάνω από το να γυρίσω στο σπίτι του Δον Χουάν και άρχισα ν’ αναρωτιέμαι αν θα ‘πρεπε να πάρω το δρόμο της επιστροφής αμέσως. Ξάπλωσα μπρούμυτα κι ακούμπησα το κεφάλι στο μπράτσο μου. Δεν ένιωθα άνετα και χρειάστηκε ν’ αλλάξω θέση πολλές φορές ώσπου τέλος βρέθηκα να κοιτάζω τη δύση. Ο ήλιος είχε ήδη κατέβει χαμηλά. Τα μάτια μου ήταν κουρασμένα. Κοίταξα στο έδαφος μπροστά μου και είδα ένα μεγάλο μαύρο σκαθάρι. Είχε προβάλλει πίσω από μια πέτρα κι έσπρωχνε ένα βώλο κοπριάς δύο φορές μεγαλύτερο από τον δικό του όγκο. Παρακολούθησα τις κινήσεις του για πολλή ώρα. Το έντομο δεν φαινόταν να νοιάζεται για την παρουσία μου και συνέχισε να σπρώχνει το φορτίο του πάνω από πέτρες, ρίζες, ρωγμές κι ανωμαλίες του εδάφους. Απ’ ό,τι μπορούσα να ξέρω το έντομο δεν είχε επίγνωση της παρουσίας μου, αλλά ξαφνικά μου πέρασε η σκέψη ότι δεν μπορούσα να είμαι εντελώς βέβαιος γι’ αυτό. Η σκέψη αυτή προκάλεσε μια σειρά από λογικές εκτιμήσεις σχετικά με τη φύση του κόσμου των εντόμων σε αντίθεση με τον δικό μας. Το σκαθάρι κι εγώ βρισκόμαστε στον ίδιο κόσμο, αλλά ο κόσμος αυτός δεν ήταν προφανώς όμοιος και για τους δυό μας. Απορροφήθηκα να το  παρακολουθώ και θαύμαζα την τεράστια δύναμη που του ήταν αναγκαία για να σέρνει το φορτίο του πάνω απ’ τις πέτρες και τα κοιλώματα του εδάφους.
Παρακολούθησα το έντομο για πολλή ώρα και ξαφνικά αντιλήφθηκα τη σιωπή που βασίλευε γύρω μου. Μονάχα ο αέρας σφύριζε απαλά μέσα από τα φύλα και τα κλαδιά του θαμνότοπου. Σήκωσα το κεφάλι μου και γυρίζοντας προς τ’ αριστερά, μ’ ένα γρήγορο και ενστικτώδη τρόπο, το μάτι μου συνέλαβε μια αχνή σκιά, κάτι σαν κυμάτισμα πάνω σε μια πέτρα λίγα μέτρα μακρυά μου. Στην αρχή δεν έδωσα προσοχή, αλλά κατόπιν συνειδητοποίησα πως το κυμάτισμα βρισκόταν στ’ αριστερά μου. Γύρισα πάλι προς το μέρος του απότομα και διέκρινα καθαρά μια σκιά πάνω στην πέτρα. Είχα την παράξενη εντύπωση πως η σκιά γλίστρησε αμέσως προς τα κάτω και πως το χώμα την απορρόφησε όπως απορροφάει το στυπόχαρτο μια σταλαγματιά μελάνη. Ένα ρίγος διέτρεξε τη ράχη μου. Μου πέρασε η σκέψη ότι αυτός που παρακολουθούσε εμένα και το σκαθάρι ήταν ο θάνατος. 
Έστρεψα πάλι το βλέμμα προς το έντομο, αλλά δεν μπόρεσα να το βρω. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να είχε φτάσει στον προορισμό του και είχε αφήσει το φορτίο του να γλιστρήσει μέσα σε κάποια τρύπα του εδάφους που ήταν η φωλιά του. Ακούμπησα το σαγόνι μου πάνω σε μια λεία πέτρα.
Ξαφνικά το σκαθάρι πρόβαλε από μια βαθειά τρύπα και σταμάτησε λίγους πόντους μακρύτερα από το πρόσωπό μου. Φαινόταν να με κοιτάζει και για μια στιγμή ένιωσα ότι είχε αντιληφθεί την παρουσία μου, πιθανόν με τον τρόπου που είχα αντιληφθεί κι εγώ την παρουσία του θανάτου μου. Ανατρίχιασα. Το σκαθάρι κι εγώ δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί τελικά. Ο θάνατος, σαν σκιά μας παρακολουθούσε και τους δύο πίσω από ένα βράχο. Με κατέλαβε μια χαρούμενη έξαψη. Το σκαθάρι κι εγώ είμαστε ίδιοι. Κανένας μας δεν ήταν καλύτερος από τον άλλο. Ο θάνατός μας μάς εξίσωνε.
Ο ενθουσιασμός και η χαρά  με κατέκλυσαν τόσο πολύ που άρχισα να κλαίω. Ο Δον Χουάν είχε δίκιο. Είχε δίκιο σε όλα. Ζούσα σε ένα πολύ μυστηριώδη κόσμο κι όπως όλοι οι άνθρωποι ήμουν κι εγώ ένα μυστήριο ον· κι όμως δεν ήμουν σημαντικότερος από ένα σκαθάρι…

Carlos Castaneda
Ταξίδι στο Ιξτλάν
Μετάφραση Άγγελος Μαστοράκης
Εκδόσεις Καστανιώτη 1978  


Κυριακή 2 Μαρτίου 2025

Το κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν – Κ. Π. Καβάφης



Η καλώς διωργανισμένη και πλουσία έκθεσις κοραλλίων κοκκινοχρόων, μελάνων και λευκών ήτις τω 1883 εφείλκυσε την προσοχήν των κατοίκων του Λονδίνου, παρεκίνησε τους ειδήμονας να δημοσιεύσωσι κριτικάς τής εκθέσεως περιγραφάς εν ταις εφημερίσιν – εν αις κυρίως επαινείτο η συλλογή τής Λαίδης Βραίσσεϊ – και εκτενείς διατριβάς επί της φύσεως του κοραλλίου. Ολίγιστοι όμως των ειδημόνων τούτων εφαίνοντο γιγνώσκοντες ότι το κοράλλιον εκτός τής αξίας αυτού ως λίθος σπάνιος και πολύτιμος, έχει και ετέραν αξίαν, μυθολογικήν· συμπέρασμα σαφώς αποδειχθέν υπό του γνωστού Γουσταύου Οππέρτ εν τω επί του Τευτονικού «Γράαλ» έργω αυτού, εις ο παραπέμπω τον αναγνώστην. 
Πρώτος ο Οβίδιος, εν ταις Μεταμορφώσεσι, διηγείται ότι του Περσέως φονεύσαντος την Μέδουσαν το επί της όχθης ρεύσαν αυτής αίμα εσχημάτισε κοράλλιον κατέχον αρετάς θεραπευτικάς. Θεραπευτικαί ιδιότητες επίσης αποδίδονται των κοραλλίω εν τω Ορφικώ ποιήματι των επιγραφομένω «Λιθική»· ως και εν μεταγενεστέρα «Λιθική», συνταχθείση περί τα 1100 μ.Χ. υπό Μαρβοδίου, επισκόπου Ρεννών, εν η φημίζεται ο πολύτιμος ούτος λίθος ως πανάκειον αποδεδειγμένης αξίας.
Ο μέγας άραψ φυσιολόγος Αβικέννης, ο περί τα 1000 μ.Χ. ακμάσας, μετεχειρίζετο το κοράλλιον εν ταις ιατρικαίς αυτού συνταγαις· και εν τω «Κατόπτρω της Φύσεως» (Speculum naturale), εκδοθέντι εν Στρασβούργω τω 1473, αφού επαναλαμβάνωνται τα υπό του Οβιδίου, Ορφικού ποιητού, και Μαρβοδίου λεγόμενα, μανθάνομεν ότι το κοράλλιον έχει την ιδιότητα τού αποδιώκειν τα απαίσια πνεύματα, διότι αι διακλαδώσεις αυτού σχηματίζουσι συχνάκις σταυρόν:

Quia fequenta parvoram ejus extensio modum crucis habet.

Δυτικός τις συγγραφεύς τού Μεσαιώνος – αγνοών, ως φαίνεται, την παραγωγήν τής λέξεως «κοράλλιον» εκ του ελληνικού ρήματος «κορέω» (στολίζω) και «αλς» (θάλασσα) – υποστηρίζει τας υπερφυσικάς αρετάς τού λίθου δι’ ιδιαιτέρας ετυμολογίας τής ονομασίας αυτού καθ’ ην πηγάζει εκ του λατινικού ουσιαστικού «cor» και του ρήματος «alere», άπερ δηλούσιν: η τροφή της καρδίας:

Qvaeritur, unde suum sint maeta coralia nomen!
Nempe quod his hominis cor aluisse datum.

Έτεροι ύμνουν την θεραπευτικήν επιρροήν ην ο λίθος ούτος εξήσκει επί των ασθενειών τού στομάχου, της αιμορραγίας, της οφθαλμίας, και του σεληνιασμού· αν και κατά τον αρχιεπίσκοπον Κύπρου Επιφάνιον τα τελευταία δύο νοσήματα ιατρεύοντο ου μόνον υπό του κοραλλίου, αλλά και υπό του τοπαζίου και ιάσπεως.
Παλαιός Γερμανός ποιητής περιορίζει την θεραπευτικήν ενέργειαν τού κοραλλίου εις τας εν παρθενία βιωσάσας γυναίκας· προσθέτει δε ότι έχει την ιδιότητα του αυξάνειν την ρώμην τών ανδρών. Τέλος, λατινικόν σύγγραμμα επιγραφόμενον «Μεταλλικόν Μουσείον» ρητώς λέγον ότι «το κοράλλιον αντιπροσωπεύει το αίμα του Χριστού» αποδίδει αυτώ πάσαν θεραπευτικήν και προφυλακτικήν δύναμιν.
Εν τη «Καταιγίδι» τού Σακεσπήρου το πνεύμα Αριήλ, εν στροφαίς πολλής λυρικής ωραιότητος, βεβαιοί τον Φερδινάνδον ότι ο πατήρ του επνίγη και ότι βυθισθέντος του σώματός του εις τα βάθη τής θαλάσσης τα οστά του μετατράπησαν εις κοράλλιον:

Of his bones is coral made

Παρά τισι μωαμεθανικοίς λαοίς τής μεσημβρινής Ρωσίας επικρατεί το έθος τού ενταφιάζειν τούς αποθανόντας συν ικανή ποσότητι κοραλλίου.

(Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Κωνσταντινούπολις» το 1886)

Κ. Π. Καβάφη
Άπαντα Ποιήματα και Πεζά
Εκδόσεις Πάπυρος 1995


Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025

ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ∆ΥΟ ΖΩΕΣ - Ambrose Bierce

Αυτή είναι η αλλόκοτη ιστορία του Ντέιβιντ Ουίλιαµ Ντακ, όπως την διηγήθηκε ο ίδιος. Ο Ντακ είναι ένας γέρος που ζει στην Ορόρα, στο Ιλινόις, αλλά τον σέβονται σε όλη την χώρα. Οι περισσότεροι τον γνωρίζουν σαν «Νεκρό Ντακ».
«Το Φθινόπωρο του 1866 ήµουν οπλίτης στο ∆έκατο Όγδοο Σύνταγµα Πεζικού. Ο Λόχος µου είχε έδρα το Οχυρό Φιλ Κέρνι, υπό τις διαταγές του Συνταγµατάρχη Κάρινγκτον. Η περιοχή συνδέθηκε λίγο ως πολύ µε την ιστορία του φρουρίου, ειδικά µετά την σφαγή από τους Σιου ογδόντα ενός οπλιτών και αξιωµατικών. ∆εν γλίτωσε κανείς. Έµειναν όλοι εκεί και πολέµησαν, παραβαίνοντας τις διαταγές του διοικητή τους, του γενναίου αλλά ριψοκίνδυνου Συνταγµατάρχη Φέτερµαν. Όταν έγινε αυτό, εγώ προσπαθούσα να παραδώσω σπουδαίες διαταγές στο Οχυρό Σ. Φ. Σµίθ, στο Μπιγκ Χορν. Το τόπος ήταν γεµάτος Ινδιάνους αγριεμένους. Μιλιούνια παντού. Γι’ αυτό ταξίδευα πάντα νύχτα και κρυβόµουν όσο καλύτερα µπορούσε πριν ξηµερώσει. Για να µην τραβάω την προσοχή τους, ταξίδευα πεζός, µε µιαν αυτόµατη καραµπίνα και προµήθειες για τρεις µέρες στο γυλιό µου.
»Την δεύτερη µέρα, ξεχώρισα ανάµεσα στα βράχια ένα στενό ένα στενό πέρασµα. Ήταν ακόµη σκοτεινά, και µου φάνηκε καλή κρυψώνα για την µέρα. Ήταν γεµάτο µεγάλα βράχια που είχαν κυλήσει από τις πλαγιές. Στην βάση ενός βράχου φύτρωναν κάτι θάµνα. Έστρωσα εκεί και το έριξα στον ύπνο. Μου φάνηκε πως δεν πρόλαβα καλά-καλά να κλείσω τα µάτια µου, παρόλο που είχε µεσηµεριάσει ήδη, όταν µε ξύπνησε µια τουφεκιά. Η σφαίρα χτύπησε στο βράχο, ακριβώς πάνω από το κεφάλι µου. Με ανακάλυψε µια οµάδα Ινδιάνων, και τώρα µε είχαν περικυκλώσει για τα καλά. Την τουφεκιά την είχε ρίξει ένας από αυτούς, αλλά δεν ήξερε σηµάδι. Βρισκόταν ψηλά πάνω στον λόφο. Ο καπνός του όπλου του τον πρόδωσε, κι έτσι πετάχτηκα όρθιος πριν προλάβει να κατέβει την πλαγιά. Έσκυψα κι άρχισα να τρέχω ανάµεσα στους θάµνους κάνοντας ελιγµούς, ενώ γύρω µου οι σφαίρες των αόρατων εχθρών έπεφταν βροχή. Τα τσακάλια δεν µε κυνήγησαν, πράγµα που µου φάνηκε παράξενο, γιατί από τα ίχνη µου θα είχαν ήδη καταλάβει πως ήµουν µόνος. ∆εν άργησα να καταλάβω τον λόγο της απραξίας τους. Καµιά κατοσταριά µέτρα πιο κάτω αναγκάστηκα να σταµατήσω το τρέξιµο. Το φαράγγι, που µου είχε φανεί για πέρασµα µέσα στην νύχτα, σταµατούσε στο κοίλωµα ενός σχεδόν οριζόντιου και εντελώς γυµνού βράχου. Είχα πιαστεί σαν τον ποντικό στην φάκα. ∆εν χρειαζόταν να µε κυνηγήσουν. Απλά να περιµένουν.
»Και περίµεναν. ∆υο µέρες και δυο νύχτες, καραδοκούσαν στην κορυφή του λόφου, πίσω από τα θεριεµένα δέντρα. ∆υο µέρες και δυο νύχτες, µε την πλάτη κολληµένη στον βράχο, περίµενα την πείνα, την δίψα, κι απελπιζόµουν πως κανείς δεν θα µε γλίτωνε, κι έριχνα καταπάνω τους, όπου έβλεπα καπνό από όπλο, και µου έριχναν κι αυτοί. Φυσικά, την νύχτα δεν τολµούσα να κλείσω τα µάτια. Η αγρύπνια ήταν το µεγαλύτερο µαρτύριο.
»Θυµάµαι το πρωί της τρίτης µέρας, που ήξερα πως θα ήταν η τελευταία µου. Θυµάµαι, κάπως ακαθόριστα, πως πάνω στην απελπισία µου άρχισα να παραληρώ. Πετάχτηκα ακάλυπτος κι άρχισα να ρίχνω στα τυφλά. ∆εν θυµάµαι τίποτε άλλο από εκείνη την µάχη.
»Το επόµενο πράγµα που κατάφερα να φέρω στο µυαλό µου ήταν ένα ποτάµι. Σύρθηκα από το νερό στην όχθη του, καθώς έπεφτε η νύχτα. Ήµουν ολόγυµνος και δεν ήξερα που βρισκόµουν. Ταξίδευα όλη-νύχτα νότια. Κρύωνα, τα πόδια µου µε πονούσαν. Χάραζε όταν βρέθηκα µπροστά στο Οχυρό Σ. Φ. Σµιθ, στον προορισµό µου, αλλά χωρίς τα έγγραφα που θα έπρεπε να τους φέρω. Ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα ήταν ο Ουίλιαµ Μπρίσκο, ένας Λοχίας που τον γνώριζα καλά. Φαντάζεσαι την έκπληξή του όταν µε είδε σ’ αυτήν την κατάσταση; Την δική µου να δεις, όταν µε ρώτησε ποιος διάολος ήµουν.
‘Ο Ντέιβ Ντακ’ απάντησα. ‘Ποιος άλλος;’
»Με κοίταξε σαν νυχτοπούλι.
‘Θα ’θελες’ είπε, και παρατήρησα πως τραβήχτηκε λίγο. «Τι τρέχει;» πρόσθεσε.
»Του εξήγησα τι µου συνέβη την προηγουµένη. Με άκουσε προσεκτικά, συνεχίζοντας να µε καρφώνει µε το βλέµµα του. Ύστερα είπε: ‘Φιλαράκο µου, αν είσαι ο Ντέιβ Ντακ, τότε οφείλω να σε πληροφορήσω πως σε έθαψα πριν από δύο µήνες. Βγήκα µε µια µικρή περίπολο και βρήκαµε το πτώµα σου κόσκινο από τις σφαίρες, µε το κεφάλι φρεσκογδαρµένο, και ολίγον τι ακρωτηριασµένο, εκεί που λες πως σε πλάκωσαν οι Ινδιάνοι. Λυπάµαι. Έλα στην σκηνή µου να σου δείξω τα ρούχα σου και µερικά γράµµατα που κουβαλούσες. Τα έγγραφα τα έχει ο ∆ιοικητής’.
»Πραγµατικά, µε πήγε στην σκηνή του, µου έδειξε τα ρούχα που φορούσα και τα γράµµατα που είχα στην τσέπη µου. ∆εν έκανε κανένα σχόλιο. Ύστερα, µε πήγε στον ∆ιοικητή, ο οποίος άκουσε την ιστορία µου, και διέταξε ψυχρά τον Μπρίσκο να µε βάλει στο κρατητήριο. Καθώς µε πήγαινε εκεί, του είπα:
‘Μπιλ Μπρίσκο, είσαι σίγουρος πως έθαψες το πτώµα που φορούσε αυτά τα ρούχα;»
‘Σιγουρότατος’ απάντησε. ‘Ήταν ο Ντέιβ Ντακ, εντάξει; Όλοι τον γνωρίζαμε. Γι’ αυτό, το καλό που σου θέλω είναι ν’ αφήσεις τα παραμύθια, παλιοαπατεώνα, και να πεις ποιος είσαι’.
‘Και τι δεν θα ’δινα να μάθω’ είπα εγώ.
»Μια βδομάδα αργότερα, δραπέτευσα από το κρατητήριο, κι απομακρύνθηκα όσο περισσότερο μπορούσα. ∆υο φορές έψαξα να βρω εκείνο το μέρος που πέρασα τα πάνδεινα. ∆εν κατάφερα τίποτε».
Ambrose Bierce
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ