.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Το ημερολόγιο του Alistair Bannerman – David Irving

[Απόσπασμα από το Κεφάλαιο «Με τα βρακιά τους κατεβασμένα»]
Κοντά σε μια ερειπωμένη πόλη της Γαλλίας, ο Ρόμελ στέκεται όρθιος κρατώντας στα χέρια του ένα χιλιοταλαιπωρημένο βιβλιαράκι. Το ξεφυλλίζει με περιέργεια και περιεργάζεται τις μουντζουρωμένες σημειώσεις. Δεν είναι το σημειωματάριό του, αλλά κάτι που μόλις του έχει παραδώσει ο Στρατηγός Feuchtinger. Η 21η Μεραρχία Panzer του Feuchtinger το έχει ανακαλύψει στη διάρκεια της μάχης που εξακολουθεί να μαίνεται ανάμεσα στους Γερμανούς και τους Συμμάχους εισβολείς γύρω από αυτή την πόλη, τον Ιούνιο του 1944. όπως διαπιστώνεται, πρόκειται για το προσωπικό ημερολόγιο ενός Άγγλου αξιωματικού, του Λοχαγού Alistair Bannerman. Είναι γραμμένο με τη μορφή ενός μεγάλου γράμματος προς την Elizabeth, τη νεαρή σύζυγο που είχε αφήσει σε μια αγροικία στο Dorset όταν έφυγε για να αναλάβει τη διοίκηση μιας διμοιρίας αντιαρματικών εναντίον των Γερμανών. Χάρη σε αυτό και με τη βοήθεια διερμηνέα, ο Ρόμελ μαθαίνει μερικά πράγματα για την ψυχή των ανδρών τους οποίους πολεμά και για τις τελευταίες ημέρες τους στην Αγγλία, καθώς προετοιμάζονταν για τη μεγαλύτερη εισβολή στην Ιστορία.
Το ημερολόγιο αρχίζει την Κυριακή, 28 Μαΐου του 1944 – την ημέρα που ο Ρόμελ είχε περάσει με τον Μαρκήσιο de Choisy. Σε κάποιο ανώνυμο στρατόπεδο στο Sussex της νοτιοανατολικής Αγγλίας, μόλις έχουν ληφθεί πλήρη μέτρα ασφαλείας και όλες οι κινήσεις από και προς το στρατόπεδο ελέγχονται αυστηρά. Για πρώτη φορά ο Λοχαγός Bannerman αισθάνεται παγιδευμένος. Συνειδητοποιεί ότι μπορεί να μην ξαναδεί τη νεαρή του οικογένεια και το ημερολόγιο αρχίζει να αναφέρεται ανάμεσα στο ειδυλλιακό παρελθόν, το ανιαρό παρόν και τα φριχτά γεγονότα που μέλλουν να συμβούν. «Προς το παρόν δεν αισθανόμαστε μεγαλειώδεις» γράφει. «Σε αυτή τη ζωή υπάρχουν ένα σωρό μικροενοχλήσεις. Οι ατέλειωτες ασκήσεις, η πίεση, οι αρβύλες και οι ιδρωμένες κάλτσες, και τώρα η αίσθηση ότι ζεις σε κλουβί – όλα αυτά είναι μικροενοχλήσεις που υψώνουν ένα τείχος ανάμεσα σε εμάς και τη ζωή, όπως θέλουν να τη παρουσιάζουν οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί, από την περίοπτη θέση τους. Έχω προσπαθήσει να εξηγήσω στη διμοιρία μου ότι ετοιμαζόμαστε να γράψουμε Ιστορία και ότι κάποια ημέρα τα παιδιά τους θα διαβάζουν για τα κατορθώματά μας στα σχολικά τους βιβλία, αλλά το μόνο που βλέπω είναι μισά χαμόγελα...».
Έτσι συνεχίζει το ημερολόγιο – άλλοτε περιγράφοντας ότι τα αποβατικά για τα άρματα μάχης είναι πιο άνετα σκάφη σε σύγκριση με τα πλοιάρια εφόδου του πεζικού, όπου οι στρατιώτες ξερνοβολούν ο ένας επάνω στον άλλο στη διάρκεια μιας αποβατικής άσκησης, και άλλοτε επιστρέφει με νοσταλγία σε βαρκάδες το Μάιο στο Dorset, σε πικνικ, στο απαλό φόρεμα της συζύγου του και στις τρυφερές στιγμές που είχε ζήσει μαζί της την άνοιξη. «Μετά σκέφτομαι εσένα, την οικογένειά μου, τον Οκτώβριο , όταν τα μήλα βρίσκονται ήδη στις αποθήκες και τα φθινοπωρινά λουλούδια πλημμυρίζουν τους κήπους με τα χαλκοκόκκινα και μπλε χρώματά τους. Τα πρωινά είναι ψυχρά και γεμάτα υγρασία, κάνοντας τα λιβάδια να αστράφτουν από σταγόνες σαν διαμάντια, αλλά κάνει ακόμα αρκετή ζέστη, έτσι μπορείς να ξαπλώνεις στην ύπαιθρο – όπως έκανα τον περασμένο Οκτώβριο παρακολουθώντας τα πρώτα βήματα του Andrew...».
Συνεπώς ο Bannerman προετοιμάζεται για την προσεχή μάχη. «Ιδροκοπούμε μέσα στις χοντροφτιαγμένες αρβύλες και τις απολυμασμένες στολές», γράφει, «συναρμολογώντας και οπλίζοντας τα ατσάλινα θηρία μας, για να καταστρέψουμε τη Φύση στην απέναντι πλευρά της Μάγχης». Διοικεί τον ουλαμό του εδώ και δεκαοκτώ μήνες και σε αυτό το διάστημα έχει πάρει μόλις λίγες ημέρες άδεια για να δει την Elizabeth. «Ξέρω ποιοι από τους άνδρες μου είναι ευτυχισμένοι με το γάμο τους, ποιοι έχουν παιδιά, και, επίσης, ξέρω τα ονόματα μερικών. Ξέρω τους λουφαδόρους και αυτούς που δήθεν τα ξέρουν όλα». Κάπου κάπου δείχνει ενοχλημένος με τις γεμάτες βεβαιότητα διακηρύξεις του Τσώρτσιλ, του Μοντγκόμερι και του Αϊζενχάουερ. «Είναι τερατώδες να μιλάς για αυτή την επικείμενη θυσία αίματος σαν να πρόκειται για μια ημέρα στον ιππόδρομο ή για κάποιο παιχνίδι. Δεν είναι. Ο πόλεμος είναι μια ανήθικη υπόθεση, προσβάλλει την ανθρώπινη ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την ειρήνη με ένα είδος βραδύνοιας, απληστίας και απάθειας και μεταμορφώνει όλους του ανθρώπους σε ερπετά που δεν βλέπουν την ώρα να χιμήξουν το ένα στο λαρύγγι του άλλου, να καταστρέψουν τις φημισμένες και όμορφες πόλεις τους και τις αξίες που χρειάστηκαν 2.000 χρόνια για να δημιουργήσουν… Για τους στρατιώτες που στεγάζονται σε πρόχειρα παραπήγματα οι ραδιοφωνικές ρητορείες του Τσώρτσιλ ακούγονται λιγάκι ενοχλητικές. Δεν έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη στον Καινούργιο Κόσμο ούτε πιστεύουν σε κάποια μεγαλόπνοη απελευθερωτική αποστολή. Γνωρίζουν ότι θα δημιουργηθεί ένα απέραντο οστεοφυλάκιο. Το μόνο που θέλουν είναι να βάλουν ένα τέλος σε όλα, και να επιστρέψουν στη ζωή του πολίτη, στα σπίτια τους στην προσωπική τους ζωή, στις συζύγους και στα αγαπημένα τους προσωπα».
Το ημερολόγιο επιστρέφει στην Κυριακή, 28 Μαΐου. «Μόλις φάγαμε και στη συνέχεια ακούσαμε μια ομιλία του διοικητή μας. Επανέλαβε μερικά από τα πράγματα που ανέφερε ο Μοντγκόμερι στους επικεφαλής των ταγμάτων… Αναφέρει ότι οι πρώτες τέσσερις ημέρες θα είναι κρίσιμες, και θα χρειαστεί να ριψοκινδυνεύσουμε. Πρέπει να δράσουμε γρήγορα και με τόλμη για να κερδίσουμε έδαφος. Ο διοικητής μας λέει ότι οι πιο κρίσιμες στιγμές μας θα είναι οι πρώτες έξι ώρες, όταν θα πρέπει να προωθηθούμε στην ξηρά με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δύναμη για να φθάσουμε στον Αντικειμενικό μας Σκοπό – μια πόλη με το κωδικό όνομα «Πολωνία». Δεν γνωρίζω που βρίσκεται. Είναι απόρρητο και, Δόξα τω Θεώ, από αυτή την άποψη η ασφάλειά μας φαίνεται ικανοποιητική. Σκέψου τη στιγμή που θα ανοίξουμε τους χάρτες μας στο πλοίο και θα μάθουμε το αληθινό όνομα του στόχου της επίθεσής μας… Ο διοικητής λέει ότι ο Ρόμελ προσφάτως επιθεώρησε το κομμάτι του εδάφους στο οποίο πρόκειται να εισβάλουμε και έχει ενισχυθεί ακόμα περισσότερο, όπως και οι υπόλοιπες επάκτιες οχυρώσεις. Έχουν τοποθετήσει σε βάθος μερικούς πολύ επικίνδυνους πασσάλους και μεταλλικά σουβλιά μέσα στο νερό και δίχως αμφιβολία μας επιφυλάσσουν πολύ περισσότερες εκπλήξεις. Ο Μόντι όμως λέει ότι δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τις εκπλήξεις τους μένοντας πίσω και περιμένοντας. Λένε ότι η τάδε μεραρχία Panzer έχει ήδη μετακινηθεί πλησιέστερα στην περιοχή μας. Διαθέτει περίπου είκοσι άρματα Tiger, ενενήντα Panther και πάνω από εκατό Panzer IV. Επομένως είναι σαφές ότι τα έξι μικρά πυροβόλα μου θα τα αναχαιτίσουν, στην περίπτωση που επιτεθούν εναντίον του τάγματός μας».
Είναι πλέον 31 Μαΐου. Στη Γαλλία ο Ρόμελ μελετά τα διαγράμματα της παλίρροιας και αποφασίζει ότι σύντομα θα μπορέσει να φύγει με άδεια για τη Γερμανία χωρίς να ανησυχεί. Στο Sussex, τα αποβατικά στρατεύματα παίρνουν τα τελευταία τους γράμματα από το σπίτι. «Τώρα υπάρχει μόνο ο πόλεμος» γράφει ο Bannerman στο ημερολόγιο του. «Σε νοσταλγώ πολύ, για την κατανόησή σου, για την ήρεμη αγάπη σου και για την τρυφερότητα σου, και σήμερα θέλω τόσο πολύ να πλημμυρίσω το στόμα σου με παθιασμένα και παράτολμα φιλιά, να ξαπλώσω πλάι σου και να νιώσω την αβάσταχτη γλύκα από το γυμνό κορμί σου, μέσα σε ένα δροσερό δωμάτιο, με την καλοκαιρινή αύρα να χαϊδεύει σαν ζέφυρος την επιδερμίδα σου. Ω, πόσο με βασανίζει να νιώθω τον πόθο του καλοκαιριού στο αίμα μου, αυτή τη δικαιολογημένη λαχτάρα για σένα, αγαπημένη και γοητευτική γυναίκα μου. Κι όμως, ξέρω ότι το καθήκον και το συρματόπλεγμα, η μοίρα και η ανθρώπινη τρέλα απλώνουν χιλιάδες μίλια ανάμεσά μας!… Πόση γιγάντια προσπάθεια πρέπει να καταβάλει τώρα ο κάθε άνδρας, για να αντιμετωπίσει κάτι σαν κι αυτό. Άνδρες, που η ζωή τους μπορεί να τελειώσει πολύ σύντομα, άνδρες σχεδόν αμόρφωτοι και αδαείς, χωρίς φιλοσοφικά ερείσματα, άνδρες με ασθενικές αποξενωμένες, φτωχές ή άπορες οικογένειες, άνδρες που δεν έχουν γνωρίσει ποτέ την αγάπη, άνδρες που δεν είχαν ποτέ τους μεγάλες φιλοδοξίες, ούτε και ήθελαν μια νέα παγκόσμια τάξη. Κι όμως όλοι πηγαίνουμε πρόθυμα στη μάχη, όπως μας έχουν διατάξει. Ελπίζω ότι η χώρα θα αναγνωρίσει αυτούς τους άνδρες για αυτό που έχουν να κάνουν τώρα...».
Η σκέψη του  Bannerman τρέχει συνεχώς στο ζεστό και ήμερο τοπίο του Dorset, σε περιπάτους στην ύπαιθρο, στον έρωτα και στα γέλια: « “Ο Ουίνι το Αρκουδάκι!” Το έχω μαζί μου – αυτό και την Καινή Διαθήκη. Σύντομα θα ανθίσουν τα τριαντάφυλλα, τα ρόδα θα ταιριάζουν έξοχα με το λευκό και μπλε ριγέ σου φόρεμα. Αν ήσουν εδώ, θα ξεκούμπωνα σιγά σιγά τα κουμπιά του φορέματος σου, ύστερα θα φιλούσα πρώτα το σβέρκο σου, μετά το μικρό λακκάκι στο λαιμό σου και μετά την απαλή σχισμή ανάμεσα στα στήθη σου. Κι εκεί θα έβαζα τα τριαντάφυλλα, μια τέλεια διακόσμηση για ένα τόσο όμορφο μέρος… Αύριο είναι 1 Ιουνίου και θα κάνουμε ένα βήμα πιο κοντά. Προωθούμαστε προς τον τομέα της επιβίβασης. Σήμερα μας έδωσαν τους κωδικούς για τις πρώτες ημέρες. Γεμίσαμε τα κάνιστρα μας με καύσιμα και πήραμε τις μερίδες και τα πυρομαχικά μας».
1ΙΟΥΝΙΟΥ. Στον τομέα της επιβίβασης περιμένουν και προσπαθούν να μαντέψουν ποια πόλη θα είναι η «Πολωνία». Κάνουν βόλτες, πίνουν μπύρα, κοπανούν τα πλήκτρα του πιάνου στη λέσχη και τραγουδούν τραγούδια όπως το We Must Never Say Goodbye, το Moonlight Becomes You και το As Time Goes By. Μαθαίνει ανησυχητικές ειδήσεις: εκείνη η μεραρχία Panzer κατευθύνεται προς την «Πολωνία» και κάνει τακτικές ασκήσεις.
2 ΙΟΥΝΙΟΥ. Ο Ρόμελ έχει βγει ξανά για κυνήγι με τον Μαρκήσιο de Choisy. Ο Bannerman γράφει: «Σήμερα το πρωί ακούσαμε ότι αύριο το ξημέρωμα πάμε για επιβίβαση. Οπότε, αρχίζει το πανηγύρι».
3 ΙΟΥΝΙΟΥ. Ο Ρόμελ στο Παρίσι, αγοράζει παπούτσια. Το ημερολόγιο του Bannerman αναφέρει: «Εγερτήριο νωρίς, αφού ξυπνήσαμε στις 4:30. Κάτω από το φως της λάμπας θυέλλης, μόλις προλάβαμε να μεταλάβουμε στις 5:00, προτού αναχωρήσουμε στις 6:00». Η ημέρα περνά μεταφέροντας με βίντσι τα βαρέα πυροβόλα και τον εξοπλισμό στο αποβατικό σκάφος. «Η Ημέρα D είναι η Δευτέρα, οπότε μας μένει μόνο, αύριο, η Κυριακή».
4ΙΟΥΝΙΟΥ. Το πρωί καθώς ο Ρόμελ αναχωρεί από τη Γαλλία για το σπίτι του στο Herrlingen, ο Bannerman γράφει: «Σου έχω γράψει ένα γράμμα αλλά δεν ξέρω αν θα έρθει κάποιος για να το πάρει. Είμαστε αγκυροβολημένοι, φυσά δυνατός άνεμος και η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη… Έχουμε μεταφέρει στο πλοίο αυτά τα θηριώδη ρυμουλκούμενα και το κατάστρωμα είναι ασφυκτικά γεμάτο με ελκυστήρες, τζιπ, οχήματα μεταφοράς προσωπικού, πυροβόλα και άρματα μάχης. Οι άνδρες κοιμούνται πάνω σε λινάτσες ή μέσα στα οχήματά τους, με τρεις κουβέρτες ο καθένας. Ξάπλωσα λίγο μετά τις εννέα μέσα στην τιμονιέρα και κοιμήθηκα βαθιά πάνω σε ένα φορείο. Πιστεύω ότι η Ημέρα D θα είναι η αυριανή, κι έτσι δεν μου μένει πολύς καιρός… Προσεύχομαι να έχω θάρρος, μολονότι ξέρω πως δεν είμαι ήρωας…
»Στο όχημα μεταφοράς προσωπικούτου λοχία Matthews, μέσα στο οποίο υποτίθεται ότι θα επιβιβασθώ, όλοι στη μονάδα έχουν γράψει με κιμωλία τα ονόματα των κοριτσιών τους και έχουν ζωγραφίσει καρδούλες. Έτσι, για να μη μείνω απ’ έξω, πρόσθεσα το όνομά σου στην γκαλερί. Βρίσκεσαι ανάμεσα στην Doris του υποδεκανέα Baker και στη Vera του λοχία Matthews. Το λιμάνι είναι πλημμυρισμένο από πλοία, έχουν υψωθεί μπαλόνια φραγμού(1) και οι άνδρες γευματίζουν ανά μικρές ομάδες. Αναρωτιέμαι ποιο φόρεμα να φοράς. Είναι 13:00 και υποθέτω ότι αυτή τη στιγμή θα κατεβάζεις τον Andrew για το κυριακάτικο γεύμα. Τα ηλιοκαμένα χέρια σου ετοιμάζουν το φαγητό και εκείνος το απαιτεί γκρινιάζοντας από το καρεκλάκι του. Αν ήμουν τώρα μαζί σου, θα σε διέκοπτα για αρκετή ώρα, για ένα φιλί και θα έβλεπα το γέλιο στα μάτια σου, καθώς θα γύριζες για να μου προσφέρεις τα απαλά σου χείλη, προτού στραφείς ξανά στη δουλειά σου σαν καλή μητέρα. Πόσο μου αρέσει να βλέπω την ντροπαλή έκφραση κατάπληξης στο πρόσωπο του Andrew όταν μας βλέπει να αγκαλιαζόμαστε… Είμαστε στο λιμάνι όλη την ημέρα. Η εισβολή έχει αναβληθεί λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών και το λιμάνι είναι γεμάτο πλοία».
Ο Bannerman βγαίνει στην ακτή για να ξεμουδιάσει. Το ίδιο κάνει και ο Ρόμελ στη Γερμανία, μαζί με τη Λούσι (την γυναίκα του).
5 ΙΟΥΝΙΟΥ. Ο Bannerman γράφει: «Φυσά ακόμα δυνατός άνεμος, αλλά λίγο μετά το πρωινό σηκώσαμε άγκυρα και σαλπάραμε. Τα κατάλευκα βράχια φωτίζονται από τον ήλιο σαν λευκές κουρτίνες κατά μήκος της χαμηλής καταπράσινης ακτής. Ο λευκός στόλος από τα αρματαγωγά, τα σκάφη υποστήριξης με τα μεγάλα ασημένια μπαλόνια φραγμού και τα άλλα ταχέα σκάφη, που αφήνουν πίσω τους σύννεφα λευκού αφρού, σχηματίζουν μια υπέροχη εικόνα από γαλάζιο, λευκό και ασημί. Ένα μέρος της βρετανικής αρμάδας δείχνει περισσότερο σαν να λαμβάνει μέρος σε αγώνες ανοικτής θαλάσσης.
»Δίνεται το σήμα: “Άνοιγμα σφραγισμένων διαταγών στις 7:00”. Μια άλλη διαταγή από μια βενζινάκατο: “Ώρα απόπλου 12:30”. Επομένως η Ημέρα D πρέπει να είναι η αυριανή. Σαλπάραμε στις 12:45. Συγκέντρωσα όλους τους άνδρες και τους είπα ότι έφθασε η ώρα. Δεν μου ήταν εύκολο να μιλήσω, καθώς έπρεπε με το ένα χέρι να κρατώ το κιγκλίδωμα και με το άλλο τα έγγραφα, και να έχω το νου μου μήπως ο άνεμος μου πάρει το μικρόφωνο από τα χέρια. Έπρεπε να φωνάζω για να ακουστώ πάνω από τον άνεμο, τη θάλασσα και τις μηχανές. Τους είπα με μεγάλη συναίσθηση απέναντι στη σημασία αυτής της στιγμής, ότι αύριο είναι η Ημέρα D και ότι τα πρώτα κύματα της επίθεσης μας θα πλήξουν τις ακτές στις 7:25. αντικειμενικός μας Σκοπός είναι η Caen. Οι δυνάμεις μας πρόκειται να εισβάλουν στη Νορμανδία και τη Βρετάνη. Εκείνη τη νύχτα, ο Bannerman δυσκολεύεται να κοιμηθεί.
6 ΙΟΥΝΙΟΥ. «Νομίζω πως όλοι έχουμε την αίσθηση, κάπου κάπου ότι ονειρευόμαστε. Ο φίλος μου ο James μίλησε για λογαριασμό όλων όταν είπε: “Έχω συνεχώς την αίσθηση ότι η γυναίκα μου θα με σκουντήσει στην πλάτη για να μου πει ότι παρακοιμήθηκα και ότι έχω αργήσει μισή ώρα για το πρωινό”. Τώρα είναι 3:00 και βρίσκομαι επάνω στη γέφυρα. Το φεγγάρι λάμπει και παρά τη συννεφιά έχει αρκετό φως. Μπορώ να διακρίνω τις νηοπομπές και τις σειρές από τα μικρά σκάφη και τα σκούρα μπαλόνια να διαγράφονται μπροστά και πίσω μας, πάνω στην γκρίζα θάλασσα… Έτσι, σαλπάρουμε προς την Caen. Κι εσύ, άγγελε μου, ελπίζω να κοιμάσαι, να κοιμάσαι βαθιά στην κρεβατοκάμαρα των παιδιών. Το να σε σκέπτομαι με έχει βοηθήσει τόσο. Έχω αντλήσει μεγάλο κουράγιο από αυτό. Σε φαντάζομαι να ακούς καθημερινά το δελτίο των εννέα και να με σκέφτεσαι τρυφερά. Ελπίζω ότι ο Andrew κοιμάται βαθιά με το ξανθό του κεφάλι ακουμπισμένο στο μαξιλαράκι του και ότι ο Richard έχει βολευτεί μέσα στο κρεβατάκι του».
Οι ώρες περνούν, καθώς ο αποβατικός στόλος πλησιάζει αργά στη Νορμανδία. Δεξιά του, ο Bannerman μπορεί να διακρίνει αντιαεροπορικά πυρά – πρέπει να είναι η άμυνα του Χερβούργου. «Πιστεύω πως θα πρέπει ήδη να έχεις ακούσει τις ειδήσεις αγάπη μου. Τα μάτια μου δακρύζουν καθώς συνειδητοποιώ ότι αυτή ακριβώς τη στιγμή μπορεί να ακούς το δελτίο...»
Αμέσως μετά το ημερολόγιο σταματά απότομα.



David Irving
Ρόμελ
Η Αλεπού της Ερήμου
Μετάφραση Γιάννης Καστανάρας
Εκδόσεις Γκοβόστη 2005

Οι φωτογραφίες προέρχονται από:


https://www.historyextra.com/period/second-world-war/if-i-dont-come-home-letters-from-a-d-day-captain/
όπου επίσης αναγράφεται ότι:
«Bannerman's notebook was confiscated when he was taken prisoner by the Germans on 7 June 1944. Having narrowly escaped death, and survived the ordeal of a prisoner of war camp, Bannerman returned home to his wife and sons in April 1945.
Extraordinarily, some years later a German translation of his diary was returned to him, and is now available to read. The book accompanies the ITV documentary If I Don't Come Home - Letters from D-Day, in which Bannerman features».

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

To Zante – Στη Ζάκυνθο – Edgar Allan Poe

 


Fair isle, that from the fairest of all flowers
Thy gentlest of all gentle names dost take,
How many memories of what radiant hours
At sight of thee and thine at once awake!
How many scenes of what departed bliss!
How many thoughts of what entombed hopes!
How many visions of a maiden that is
No more — no more upon thy verdant slopes!
No more! — alas, that magical sad sound
Transforming all! Thy charms shall please no more —
Thy memory no more! Accursed ground
Henceforth I hold thy flower-enamelled shore,
O, hyacinthine isle! O, purple Zante!
Isola d’oro! Fior di Levante!

***

Από τ' ωραιότερο λουλούδι, εσύ ανθονήσι,
επήρες το γλυκόνομα που σε ομορφαίνει.
Πόσες στη θύμησή του, όποιος θα σε αντικρίσει,
λαμπρές κι αρμονικές στιγμές δεν ανασταίνει!
Ξυπνούν θωριές ευτυχισμένες που έχουν σβήσει,
ελπίδες φευγαλέες και στοχασμοί χαμένοι,
τ' όραμα εκείνης που δεν θα ξαναγυρίσει
ποτέ στη χλοερή γη τη μοσκοβολισμένη.
Ποτέ πλια! Τον αντίλαλο γρικώ θλιμμένο. —
Δεν θα ξαναχαρώ τα μαγικά σου κάλλη…
Και τώρα πια θάναι καταραμένο
για με τ' ολάνθιστό σου το ακρογιάλι,
ω φλόγα του Υακίνθου, Ζάκυνθος εσύ,
λουλούδι της Ανατολής, Χρυσό Νησί!

Μετάφραση Μαρίνος Σγούρος
Περιοδικό Νέα Εστία, 39 (15 Φεβρ. 1946)

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΚΛΑΣΣΙΚΈΣ ΕΡΜΗΝΕΊΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ - Enrico Mattievich



Στην Οδύσσεια του Όμηρου η Κίρκη είπε στον Οδυσσέα, ότι η είσοδος που έδινε πρόσβαση στο βασίλειο του Άδη-Πλούτωνα βρισκό­ταν στην άκρη του ωκεανού. Ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου ή καλύτε­ρα η προσωποποίηση αυτού του κόσμου λεγόταν Άδης, όταν συσχετιζό­ταν με το φόβο, τον αιφνιδιασμό και το θάνατο, για να περιγράψει τις πιο σκοτεινές όψεις της Κόλασης. Αλλά, όταν συσχετιζόταν με τον ορυ­κτό πλούτο που η γη έκρυβε στα έγκατα της ή με τα αγαθά, φρούτα της γενναιόδωρης γης, τότε σαν καλοκάγαθο άρχοντα αυτού του κόσμου τον έλεγαν Πλούτωνα, από την έννοια του πλούτου (26). Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την εκδοχή ένα από τα κυριότερα εμβλήματα αυτού του θεού ήταν το κέρας της αφθονίας, της «Αμάλθειας», πηγής αστείρευ­της αφθονίας οποιουδήποτε είδους (27). Η τοποθεσία και η τοπογραφία αυτού του υπόγειου και πάμπλουτου κόσμου αναφέρονταν μόνο στις αλληγορίες των επικών ραψωδιών, ζωντανών ακόμα στις ημέρες του Όμηρου. Στις ημέρες του Πλάτωνα αυτές οι μακρινές παραδόσεις, ήδη έντονα ποτισμένες από μυστικά δόγματα, μεταμορφώνονται σε σκοτει­νούς μύθους. Περνάνε σε δεύτερο στάδιο, γεννιόταν η Φιλοσοφία.
Ο Πλάτων δοκιμάζει μία φυσική περιγραφή της γης και της κό­λασης στο «Φαίδων», βασισμένη σε μία ορθολογική ερμηνεία των αρ­χαίων μύθων (28). Η γη σ’ αυτή τη περιγραφή έχει σφαιρική μορφή και είναι τοποθετημένη στο κέντρο του ουρανού. Κρατιέται σε ισορροπία, μαζί με άλλα άστρα, σ’ ένα περιβάλλον ονομαζόμενο αιθέρας.
Βεβαιώνει ο Πλάτων, ότι η γήινη σφαίρα είναι πελώρια, αφού η περιοχή από τις ανατολικές ακτές της Μαύρης θάλασσας μέχρι τους στύλους του Ηρακλή δεν είναι παρά ένα μικρό μέρος. Δίδοντας τον λόγο στον Σωκράτη περιγράφει τη Γη ορατή από το διάστημα σαν μια σφαί­ρα από δέρμα με 12 κομμάτια. Πιθανώς αναφέρεται στο δωδεκάεδρο, μορφή στην οποία οι Πυθαγόρειοι αποδίδουν μεγάλη σημασία, εξαι­τίας του σχήματος που περισσότερο πλησιάζει την σφαίρα.
Στην συνέχεια φαντάζεται, ότι η γήινη σφαίρα είναι καλυμμένη, ας πούμε, από κοιλότητες γεμάτες με νερό και αέρα. Περιγράφει περιο­χές κοίλες και ομόκεντρες της Γης, σαν φλούδες από κρεμμύδι, φτιαγ­μένες από ανοίγματα τοπογραφικά δύσκολα να τα φανταστεί κανείς και βεβαιώνει, ότι αυτές οι υπόγειες περιοχές επικοινωνούν μεταξύ τους. Εκεί μέσα κυλούν υπόγειοι ποταμοί πελώριοι και αστείρευτοι, με ζε­στά και κρύα νερά. Εκεί από κάτω υπάρχει φωτιά και μεγάλοι ποτα­μοί φωτιάς. Από όλες τις αβύσσους κάτω από τη γη η μεγαλύτερη αναφέρεται από τον Όμηρο, όταν λέει: «πολύ μακριά, στην πιο βαθιά άβυσσο που είναι κάτω από την γη» (Ιλ., Θ, 14) και που ο ίδιος ο ποιη­τής αναφέρει σε διάφορα άλλα αποσπάσματα, όμοια με τους άλλους συγγραφείς που επίσης το αναφέρουν, ονομάζοντας την «Ο Τάρταρος». Σ' αυτή τη μυθολογική ερμηνεία της Γης ο Πλάτων περιγράφει τη κυ­κλοφορία νερού σε διάφορες υπόγειες επικαλύψεις σαν ένα φίδι που τυλίγεται πολλές φορές γύρω από τη Γη για να κατεβεί αργότερα κα­ταλήγοντας στον Τάρταρο.
Περιγράφοντας την Κόλαση είπε, ότι τα ρεύματα είναι πολλά με αξιόλογη και διαφόρων τύπων κοίτη αλλά ότι τα κυριότερα είναι τέσ­σερα: Ο Αχέροντας, ο Πυριφλεγέθοντας, ο Στύγας και ο Κωκυτός. Ο Αχέροντας κυλάει στην αντίθετη κατεύθυνση του ωκεανού, διασχίζει έρημους, κυλάει κάτω από την γη και φτάνει στα έλη της Αχερουσίας, όπου βρίσκονται οι περισσότεροι νεκροί. Ο καυτός από νερό και λά­σπη ποταμός, μόλις βγει από την πηγή, πέφτει με ορμή σε έναν αχανή χώρο, καμμένο από μεγάλη φωτιά. Σχηματίζει μία λίμνη μεγαλύτερη από την θάλασσα του Ιόνιου. Εμφανίζεται μέσα από στριφογυρισμένους λασπώδεις μαιάνδρους, τυλίγεται γύρω από τη γη και φτάνει στην άκρη των ελών της Αχερουσίας, στον Τάρταρο.
Ο ποταμός Πυριφλεγέθοντας σχηματίζεται από κύματα λάβας η οποία ξεπετάει φωτιές σε διάφορα σημεία της επιφάνειας της γης. Μπρο­στά σ’ αυτόν εκβάλλει ένας ποταμός παράξενος και άγριος, από την όψη του και το βαθυγάλαζο χρώμα των υδάτων του. Ο ποταμός ονομάζεται Στύγας και Στυξ η λίμνη που σχηματίζει. Αφού εκβάλει στην λίμνη και αποκτήσει παράξενες ιδιότητες, καταπίνεται από την γη. Ο ποτα­μός Κωκυτός προχωράει ελικοειδώς αντίθετα από τον Πυριφλεγέθο-ντα και εκβάλλει στον Τάρταρο.
Σίγουρα με αυτή την τοπογραφία της Κόλασης, που ο Πλάτωνας περιγράφει βασιζόμενος στην μυθολογία, κανένας ήρωας δεν θα ήξε­ρε να εισχωρήσει μέχρι εκεί. Και γι' αυτό δια μέσω του έργου σοφών και φιλοσόφων οι οξυδερκείς αλληγορίες έγιναν απίστευτες εξηγήσεις.
Τα μονοπάτια για να εισχωρήσει κανείς στα βασίλεια του Πλούτωνα φαίνονταν χαμένα για πάντα.


Enrico Mattievich
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΟΛΑΣΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Χρυσαυγή Νιάρου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ 2004

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Φλώρα ἢ Λάβρα – Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ὤ! πόσον μακρά, ἀτελείωτη αὐτὴ ἡ ἀμμουδιά! Ὅταν ἀναλογίζωμαι τὴν πορείαν μου, φεῦ, ἂς εἴπω, τὴν σταδιοδρομίαν μου, εἰς τὴν ζωήν, πάντοτε τὴν ἀμμουδιὰν αὐτὴν ἐνθυμοῦμαι.
Ἐπερπατοῦσα τὴν ἄμμον-ἄμμον, θερινὴν πρωίαν, πρὸς τὰς δυσμάς, ἐκεῖ ὅπου εἶναι σκιαὶ ἀκόμη― ὤ, τί αὔρα δροσερά! Ἐβουλιοῦσα μὲ τοὺς πόδας, ἀργοποροῦσα, ἐσκόνταφτα εἰς τὴν ἄμμον τὴν μαλακήν. Πότε εἰς τὴν ὑγράν, λεπτὴν ἄμμον ― ὤ, τί δροσιά, ὤ, τί γλύκα! ἐκεῖ ὅπου παίζει μὲ τὰς συχνὰς ἐφόδους τὸ κῦμα, παιδίον τοῦ γαλανοῦ πόντου νήπιον, χαϊδευμένον τῆς θαλάσσης μωρόν ― παίζει τὸ †τόμολο† ἢ τὸ σκλαβάκι. Νά, τώρα θὰ σὲ πιάσω! Νά, σ᾿ ἔπιασα! Ἔβρεχε μόλις τοὺς πόδας σου κ᾿ ἔφευγε. Δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ σὲ πιάσῃ, νὰ σὲ σύρῃ εἰς τὰ ἄντρα τῆς Γοργόνος, νὰ σὲ λικνίσῃ καὶ σὲ ἀποκοιμίσῃ μαλακά, νὰ σὲ παραπέμψῃ μαγευμένον εἰς τὰ αἰώνια βασίλεια τῆς Ἀμφιτρίτης. Ὤ! ποία θαλασσία ἀηδών, ψυχὴ πολυπαθὴς καὶ πολύτροπος, ἀκούεται νὰ κελαδῇ ἐκεῖ εἰς τὰ βάθη τοῦ πόντου.
Πότε ἔφευγα τὴν γειτνίασιν τοῦ ἀτάκτου παιδίου, ἢ ἐζήτουν στερεώτερον πέδον εἰς τὴν ἄμμον τὴν χονδρήν, εἰς τὸ μεσαῖον στρῶμα ὅλου τοῦ πλάτους τῆς ἀμμουδιᾶς. Ἐκεῖ χαλίκια καὶ ὄστρακα καὶ φύκη ξηρά, καὶ γιαλόξυλα θαλασσοποτισμένα, ἐκβρασμένα ἀπὸ τὰς τρικυμίας τοῦ Εὔρου καὶ τοῦ Λιβός. Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὰ φύκη καὶ τὰ ξύλα καὶ τὰ ὄστρακα, ράκη ἀπὸ δίκτυα καὶ φελλοί, καὶ σκασμένα στίλβοντα, ὡς ἀπολιθωμένα, μικρὰ ψαράκια. Καὶ ἀνάμεσα εἰς ὅλ᾿ αὐτά, τόπια καὶ πανάκια λευκά, πεταμένα, καὶ μάγια…
Ἀνέλαβα ἓν ἐξ αὐτῶν ―καὶ μετέπειτα ἔνιψα ἑπτάκις τὴν χεῖρα εἰς τὸ κῦμα― καὶ τὸ ἔσχισα, νὰ ἰδῶ τί εἶχε μέσα. Ἦτον εἶδος τόπι, σφαῖρα ἀπὸ ὕφασμα πυκνὸν καὶ σφιχτόν. Περιεῖχε πανὶ καὶ κλωστήν, καὶ πάλιν πανὶ καὶ παραμέσα πάλιν ἄλλο πανὶ καὶ κλωστήν ― ὅμοια μὲ τὰ κυτία ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει εἰς τοὺς χάσκοντας θεατὰς ὁ θαυματοποιός, κυτία μικρά, καὶ κυτία μικρότερα ἀλλεπάλληλα ἐπ᾿ ἄπειρον. Τί εἴδους φίλτρα νὰ ἐσήμαινεν ἆρα τοῦτο;
Ἴσως τὰ φυλλοκάρδια, τὰ μύχια τοῦ ἐραστοῦ, ἐννόει νὰ τὰ δέσῃ ἡ κόρη, ὡς μὲ πανὶ καὶ κλωστήν, μὲ μόνον τ᾿ ὄνομα καὶ τὴν ἐνθύμησίν της ἐπ᾿ ἄπειρον. Καὶ ἡ κόρη, ἥτις ἐκατῴκει βέβαια εἰς τὸ ὕψος τοῦ βράχου ἐκείνου πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, εἶχε ρίψει τὸ περίαπτον εἰς τὴν θάλασσαν διὰ νὰ τὴν μαγεύσῃ ― ἢ μᾶλλον μὲ τὴν ἐντολὴν ὅπως τὸ μεταβιβάσῃ αὕτη εἰς τὸν νέον τῶν ὀνείρων της, θαλασσινόν, ἀρμενίζοντα εἰς τὰ πικρὰ κύματα. Καὶ ἡ θάλασσα, ἄτρωτος εἰς τὰ μάγια, καὶ μὴ θέλουσα νὰ ἐπαγγέλλεται τὴν προμνήστριαν, τὸ ἐξέρασε μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα περιττὰ πράγματα, καὶ τὸ παρέπεμψεν εἰς τὴν χονδρὴν ἄμμον.
Πότε ἀνέβαινα εἰς τὴν ἄνω γραμμὴν τῆς ἀμμουδιᾶς, εἰς τὸ ἀκρινὸν στρῶμα. Ἐκεῖ, πέραν καὶ πέραν, εἰς ὅλον τὸ μῆκος τῆς παραθαλασσίας, φραγμοὶ ἀπὸ βάτους καὶ θάμνους ἀκανθοφόρους καὶ αἰγοκλήματα, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ δίοδοι ὄχι ἀναίμακτοι ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ ἔσωθεν ἄμπελοι χύνουσαι ἄρωμα μέθης, μὲ τὸ ἡδυπαθὲς φύλλωμά των, καὶ σπάρτα ὠχρὰ καὶ ξανθὰ εἰς τὸν ἄνεμον, καὶ ἐλαιῶνες μὲ τὸ φαιὸν ἀειθαλὲς κράτος τοῦ στολισμοῦ των. Καὶ εἰς τὴν ἄκραν πρὸς δυσμὰς τὸ ρίζωμα τοῦ λόφου, καὶ εἶτα βουνὰ καὶ ἄλλα βουνὰ ἐκεῖθεν. Καὶ ἡ ἀμμουδιὰ ἡ ἀτελείωτη, ἐξηκολούθει ἀκόμη.
* * *
Ἔξω, ἀπὸ τοὺς μακρινοὺς κάμπους τῶν ὀψίμων καρπῶν, ὅπου εὑρίσκονται συνοικισμοὶ ζευγιτῶν καὶ γαιοκτημόνων, κατὰ διαστήματα ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὁμάδες ἔρχονται, κατὰ τὸ πλεῖστον γυναικῶν καὶ παιδίων, μὲ ὑποζύγια φορτωμένα. Ἀνάγκη νὰ συμμορφώσῃ τις τὸ βῆμά του καὶ τὸν τρόπον του πρὸς τὰς ἕξεις καὶ τὰς προλήψεις τῶν ἀγροδιαίτων τούτων πλασμάτων. Εὐτυχῶς εἶναι ἀναπεπταμένον τὸ μέρος καὶ δὲν ἀπειλεῖται δυσάρεστόν τι ξάφνισμα ἢ σκιάξιμο, ὅπως δύναται νὰ συμβῇ εἰς σύνδενδρον, ἑλικοειδῆ δρόμον. Μακρόθεν ἅμα ἴδῃ τις τὰ βαδίζοντα συμπλέγματα, ὀφείλει νὰ δείξῃ ὅτι δὲν ἔρχεται κατεπάνω των, ἀλλὰ μὲ ἄνετον καὶ ἀργὸν μᾶλλον βῆμα, νὰ τηρῇ ἀπόστασιν καὶ κατεύθυνσιν ἄλλην, ἐν παρόδῳ στέλλων πόρρωθεν χαιρετισμόν, ἐὰν ἀντιληφθῇ τις καὶ νοήσῃ ὅτι αἱ χωρικαὶ εἶναι γραῖαι ἢ μητέρες τέκνων· ἐὰν ὅμως εἶναι δειλαὶ παρθένοι, τὸ ἀσφαλέστερον εἶναι ν᾿ ἀπέχῃ τις.
* * *
Ἐκεῖ, εἰς τὸ ἀνώτερον στρῶμα τῆς ἀμμουδιᾶς, ὄχι πλέον ἄμμος, ἀλλὰ χῶμα. Καὶ ἴχνη παλαιῶν ρευμάτων ἀπεξηραμμένων. Ἄλλοτε, εἰς τὸ ἔαρ τοῦ βίου μου, ἠρχόμην πολλάκις τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν Μεγάλην Ἀμμουδιάν. Κ᾿ ἐδῶ ρεύματα, καὶ χείμαρροι, καὶ φλέβες νεροῦ καὶ ρυάκια διέσχιζον τὴν ἄμμον. Τώρα, μετὰ τόσων παλαιῶν ἐνιαυτῶν μακρὰν ξενιτείαν, εἰς τὸ φθινόπωρον αὐτὸ τῆς ζωῆς, ἔρχομαι ἐδῶ τὴν πρωίαν. Τί ἔγιναν τὰ ρεύματα, τὰ ρυάκια, τὰ νάματα τὰ δροσερά, ὅσα κατήρχοντο ἀπὸ τοὺς λόφους καὶ διέσχιζον τὴν ἄμμον; Τί ἔγιναν αἱ πηγαὶ καὶ τὰ νάματα τῆς νεότητος, τὰ ὁποῖα ἀνέβλυζόν ποτε καὶ ἐδρόσιζον τὴν ψυχήν μου;
Ἐκεῖ, εἰς τὴν ἄκραν, ἡ Μεγάλη Ἀμμουδιὰ κόπτεται ἀπὸ μίαν προβλῆτα κρημνώδη ἀκτὴν πρὸς τὸν αἰγιαλόν. Πέραν αὐτῆς ἀρχίζει ἄλλη ἀμμουδιά, εἶτα νέα ἀκτὴ προβάλλει εἰς τὸ κῦμα, εἶτα πάλιν ἀμμουδιά, μαλακὴ ἀγκάλη, καὶ τέλος ἀκρωτήρια καὶ βράχοι κρημνώδεις. Ἐκεῖ, εἰς τὸ ρίζωμα τοῦ λόφου, πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν πρώτην μικρὰν προβλῆτα, δρομίσκος τερπνός, πλάγιος ἀνέρπει μέσῳ τῶν θάμνων· ὁ τόπος ὅλος μοσκοβολᾷ ἀπὸ μυρσίνας καὶ ἠχολογεῖ ἀπὸ ἀναβάτας τῶν δένδρων τέττιγας, καὶ τὸ ᾆσμα τῶν σπίνων καὶ κοσσύφων μαγεύει καὶ ζωντανεύει ὅλον τὸ δάσος. Πρέπει νὰ ἀνέλθωμεν τὸν δρομίσκον αὐτόν. Ἡ πόλις δὲν μᾶς καλεῖ. Ἡ ἐρημία δὲν μᾶς διώκει.
Ἂς ἀνέλθωμεν. Ἀνάμεσα εἰς τὸ ἄλσος τῶν σχοίνων καὶ τῶν μυρσινῶν, εἰς τὰ ἐκτυλισσόμενα ἀλλεπαλλήλως τοπία, εἰς τὰ πλάγια καὶ τὰς κλιτῦς τῶν κοιλάδων, παντοῦ βλέπω καὶ ἀκούω χωρικοὺς νὰ ἐργάζωνται. Μονήρης, φεῦ! ἄεργος περιπατητής, μὲ ἀληθῆ συστολὴν καὶ ταπείνωσιν αἰσθάνεται ἑαυτὸν ἐκτοπισμένον εἰς τὴν ἐρημίαν, ὅπως καὶ εἰς τὴν πόλιν. Διατί νὰ μὴν εἶναί τις ζευγηλάτης, γεωργός, ἡμεροδουλευτής; Ἀλλοίμονον, πολὺ ἀργά!
Ἠρέμα καὶ βραδέως ἀνέρχομαι. Εὑρίσκομαι αἴφνης μετάρσιος εἰς ὕψος, ὁπόθεν βλέπω τὸν μακρὸν αἰγιαλὸν ὅλον, καὶ τὸν ἔρημον πλοίων μεσημβρινὸν κόλπον, καὶ τὰ νησιὰ κατέμπροσθέν των φαιοπράσινα, καὶ τὰ νῶτα τῆς πόλεως ἐρειδόμενα ἐπὶ ὑψηλοῦ βράχου, καὶ τὸ κοιμητήριον ἐπὶ τῆς ἐντεῦθεν ἀποκρήμνου ἀκτῆς, ὄπισθεν τῆς δυσμικῆς ἐσχατιᾶς ταύτης. Ὤ, κοιμητήριον! Ἀπὸ ὅλας τὰς τόσας σκοπιὰς καὶ περιωπὰς τὰς ὑπερκειμένας τῆς θαλάσσης, σὺ μόνον βλέπεις μὲ ἀπτόητον διαυγὲς ὄμμα τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα καὶ δὲν τὰ λέγεις! Τέλος, ἀφοῦ κατῆλθον εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, ἔφθασα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δευτέρας ἀμμουδιᾶς. Ἐστάθην εἰς τὸ βάθος, ὅπου κατήρχετο ρεῦμα. Ἰδοὺ τέλος ἓν ρεῦμα! Ἀνάμεσα εἰς τὴν μελῳδίαν τῶν κλώνων τῶν πευκῶν, σειομένων εἰς τὴν πρωινὴν αὔραν, καὶ εἰς τὸν ψίθυρον τοῦ νεροῦ εἰς τὴν κοίτην του, ἐμορμύριζε βαθὺ μυστήριον.
Ἦτο ἄκρα ἐρημία. Βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Μία σκαπάνη γεωργοῦ ἠκούετο μελαγχολικῶς ἠχοῦσα μακράν, καὶ ἀντήχει εἰς τὸ στέρνον μου ὁ κτύπος. Ἐκεῖ ἀπὸ τὴν ἄμμον ἓν ὅραμα ἀνέβη. Μέσα ἀπὸ ἐρείπιον ἀγροτικῆς οἰκίας, ἐξῆλθε μία ὄψις γραίας. Κυρτή, μὲ μαύρην μανδήλαν, ἐκράτει δέσμην λεπτῶν ξηροκλάδων ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ ἀριστεροῦ. Μὲ ἀνασηκωμένα τὰ κράσπεδα τῆς πενιχρᾶς ποδιᾶς της, καὶ ἀνυπόδητος.
Μία πτωχὴ γραῖα κουβαλοῦσα ξύλα ἐπὶ τοῦ ὤμου… Ἀλλ᾿ ὄχι! ἦτο Μοῖρα.
Δὲν τὴν εἶχα ἰδεῖ ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν, ὅταν ἤμην παιδίον. Αὐτὴ δὲ ἦτο καὶ τότε γραῖα καὶ τώρα γραῖα. Ἐντούτοις τὴν ἀνεγνώρισα.
― Βρίσκεσαι ἀκόμη, γρια-Φλώρα; τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει.
― Δὲν μὲ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, ἀπήντησε· μὲ λένε Λάβρα.
Λαύρα; Ἔλεγε τάχα τὸ ὄνομα τῆς Δάφνης τὸ λατινικόν, τὸ ὄνομα σεμνοῦ ἐνδιαιτήματος μοναχοῦ, ἢ τὸ ὄνομα τῆς ἐρωμένης τοῦ Πετράρχα; Πλὴν ἐκείνη ἔλεγε Λάβρα, κ᾿ ἐνόει βέβαια τὴν φλόγα τῆς καρδίας της. Ἐν ἀλλοφροσύνῃ τὸ ὄμμα μου ἀπεσπάσθη πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τῆς γραίας, κ᾿ ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου τοῦ παλαιοῦ οἰκίσκου. Φαίνεται ὅτι εἶχα μίαν ἀνάμνησιν, μεμακρυσμένον ὅραμα τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἓν ὄνειρον, ἢ ἓν ὄνομα.
― Αὐτὸ τὸ χάλασμα ποὺ βλέπεις παιδί μου, εἶπεν ἡ γραῖα ὡς νὰ ἐμάντευσε τὴν ἀπορίαν μου, εἶναι «τοῦ Βασιλιᾶ τὸ σπίτι».
Ἄ, ναί, τώρα ἐνθυμοῦμαι. Ὅταν ἤμεθα παιδία, μᾶς ὡδήγει συχνὰ ὁ δάσκαλος διὰ νὰ κολυμβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἐκεῖθεν ἐσχατιὰν τοῦ αἰγιαλοῦ ― εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμμουδιᾶς τῆς μεγάλης. Ἐκεῖθεν ἀγναντεύαμεν μακρὰν πρὸς τὴν ἀγκάλην αὐτὴν τοῦ μικροῦ αἰγιαλοῦ, ἐντεῦθεν τῆς πρώτης ἀκτῆς, ἓν λευκὸν ὄνειρον, ἓν ὡραῖον σπιτάκι, γλυκεῖαν καὶ ποθητὴν καλιὰν ἐν μέσῳ παραδεισίου πρασινάδας, εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἄμμου, τοῦ αἰγιαλοῦ, εἰς τὸ φίλημα τοῦ κύματος. Ὁ λευκὸς οἰκίσκος καὶ ἡ ἐξοχὴ ἐκείνη ἐκαλεῖτο «στοῦ Βασιλιᾶ». Διατί ἆρα; Ὁ γέρων φουστανελοφόρος, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μικροῦ τοπίου, ἐκαλεῖτο καὶ αὐτὸς γερο-Βασιλιάς. Ἀλλ᾿ ἀγνοῶ ἂν τὸ κτῆμα ὠνομάσθη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἢ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ κτῆμα.
Ἐλαχταρούσαμεν τότε ὡς παιδία νὰ ἐκτείνωμεν ἕως τὸ μέρος αὐτὸ τοὺς περιπάτους μας διὰ ν᾿ ἀπολαύσωμεν τὸ ὄνειρον, τὴν μαγείαν. Ἀλλ᾿ ὁ δάσκαλος δὲν ἐπέτρεπε.
Τώρα, ὅταν μετὰ τόσα μακρὰ ἔτη ἀσκόπως καὶ ἀμνήμων ἦλθον ἕως ἐδῶ, τώρα ἐξέλιπε πλέον τὸ λευκόν, τὸ περιπόθητον ὄνειρον, τὸ ὁποῖον ἐσάλευε ποτὲ μεταξὺ φάσματος καὶ ὑπαρκτοῦ, μεταξὺ ἄμμου καὶ θαλάσσης. Καὶ βλέπω αὐτὸ τὸ μαυρισμένον ἐρείπιον, τὸ χάλασμα, τὸ κατάλυμα τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἀνέμων, ἔσωθεν τοῦ ὁποίου εἶχε φανῆ ὅτι ἐξῆλθεν ἡ γραῖα αὐτή, ἄλλο ἐρείπιον ζῶν καὶ κινούμενον, διὰ νὰ μοὶ ἐνθυμίσῃ τὸ ὄνομα τοῦ παλαιοῦ ὀνείρου, διὰ νὰ τὸ μνημονεύσῃ, αὐτὸ τὸ θαμμένον ὄνειρον. Ἄ! ἐνθυμοῦμαι, ἔμαθα. Ἡ γραῖα αὕτη ἦτον «χαροκαμένη» καὶ δυστυχής. Εἶχε θάψει ὅλα τὰ τέκνα της, καὶ αὐτὴ ἐπέζη ἀκόμη… Καὶ δὲν ἐκαλεῖτο πλέον Φλώρα, ἀλλὰ Λάβρα.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Άπαντα, τόμος 4
Εκδόσεις ΔΟΜΟΣ


Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ - BOCCACCIO GIOVANNI

Ο δον Φελίτσε μαθαίνει στον αδελφό Πούτσιο με ποιον τρόπο να εξασφαλίσει τη μακαριότητα, υποδεικνύοντας του έναν εξιλασμό. Ο αδελφός Πούτσιο συμμορφώνεται, και ο δον Φελίτσε το γλεντάει με τη γυναίκα του αδελφού.

Η Φιλομένη τέλειωσε την αφήγησή της, κι ο Διονέος δε σταματούσε να επαινεί τόσο την εφευρετικότητα της κυράς, όσο και την προσευχή που είχε πει στο τέλος η Φιλομένη. Αλλά η βασίλισσα στράφηκε χαμογελαστή στον Πάμφιλο και είπε:
«Η σειρά σου Πάμφιλε, να μας διασκεδάσεις, με καμιά ευχάριστη ιστορία».
Ο Πάμφιλος αποκρίθηκε αμέσως πως είναι πρόθυμος, και άρχισε:
Κυρία μου, πολλοί άνθρωποι, στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν τον Παράδεισο, δεν προσέχουν πως δίνουν το κλειδί του σε άλλους. Αυτό, όπως θ’ ακούσετε, δεν είναι πολύς καιρός που έχει συμβεί σε μια γειτόνισσά μας.
Όπως έχω ακούσει να λένε, στο Σαν Μπρανκάτσιο, κατοικούσε κάποιος Πούτσιο ντι Ρινιέρι, αγαθός άνθρωπος και παραλής, που τον κόλλησε μανία με τη θρησκεία, προσχώρησε σαν λαϊκό μέλος στο τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου, και τον έλεγαν πια αδελφό Πούτσιο. Όπως το σπιτικό του ήταν όλο κι όλο η γυναίκα του και μια υπηρέτρια, δεν είχε πολυασχοληθεί μ’ αυτό, και περνούσε τον περισσότερο καιρό του στην εκκλησία. Αγαθούλης και βλάκας, έλεγε τα πατερημά του, πήγαινε εσπερινό, νήστευε, ακολουθούσε τον κανόνα του τάγματος και διατυμπάνιζε πως ανήκε στους μαστιγωτές. Η γυναίκα του, που την έλεγαν Ισαβέλα, ακόμη νέα κοπέλα, είκοσι οχτώ με τριάντα χρονών, ήταν δροσάτη και νοστιμούλα, στρουμπουλή, ίδια αφράτο μήλο, αλλά η ευλάβεια του άντρα της, καθώς και η ηλικία του, την καταδίκαζαν σε δίαιτες που, για τα δικά της γούστα, διαρκούσαν πολύ καιρό. Ενώ είχε όρεξη να κοιμηθεί ή, ας πούμε, να το γλεντήσει με τον Πούτσιο, ήταν υποχρεωμένη ν’ ακούει το Βίο του Ιησού Χριστού, τα κηρύγματα του αδελφού Ναστάτζιο, τους θρήνους της Μαγδαληνής ή κάποια ανάλογη εποικοδομητική αφήγηση.
Τον ίδιο καιρό γύρισε από το Παρίσι ένας καλόγερος, που τον έλεγαν δον Φελίτσε, από το τάγμα του Αγίου Μπρανκάτσιο, νεότατος, με ωραίο παρουσιαστικό, ξεφτέρι στο μυαλό και βαθύς θεολόγος. Έπιασε στενές σχέσεις με τον αδελφό Πούτσιο, του έλυνε όλες τις θρησκευτικές αμφιβολίες, κι όπως κατάλαβε με τι λογής άνθρωπο είχε να κάνει, προσποιόταν τον αυστηρά ηθικό και άγιο, τόσο, που ο αδελφός Πούτσιο άρχισε να τον παίρνει συχνά στο σπίτι του, ακόμα και να τον κρατάει για φαγητό, είτε μεσημέρι είτε βράδυ. Για να ‘ναι ευχάριστη στον άντρα της η κυρά έπιασε αρκετή οικειότητα με τον δον Φελίτσε και του έκανε πολλές φιλοφρονήσεις.
Έτσι ο καλόγερος έγινε φίλος του σπιτιού, και βλέποντας την κυρά τόσο δροσάτη και στρουμπουλή, κατάλαβε τι θα της έλειπε. Βάλθηκε λοιπόν να βρει έναν τρόπο να ξαλαφρώσει τον αδελφό Πούτσιο από το μόχθο του. Της πέταξε μια ματιά με πολλή επιτηδειότητα, ύστερα άλλη μια, και τα κατάφερε τόσο καλά, που άναψε στην καρδιά της τη φωτιά που έκαιγε και τον ίδιο. Βλέποντας πως το πέτυχε, ο καλόγερος στην πρώτη ευκαιρία που του παρουσιάστηκε, μίλησε μαζί της. Μα όσο κι αν τη βρήκε πρόθυμη να ικανοποιήσει την επιθυμία του, δεν ήταν εύκολο να βρεθεί τρόπος, επειδή εκείνη πουθενά αλλού εκτός από το σπίτι της δεν τολμούσε να διακινδυνέψει – και στο σπίτι της δεν ήταν δυνατόν, επειδή ο αδελφός Πούτσιο δεν απουσίαζε ποτέ από την πόλη, προς μεγάλη στενοχώρια του καλόγερου. Ωστόσο, αφού το στριφογύρισε πολλή ώρα στο μυαλό του ο δον Φελίτσε βρήκε τον τρόπο να πλαγιάσει με την κυρά μέσα στο σπίτι, δίχως να προκαλέσει υποψίες και με την παρουσία του ίδιου του συζύγου. Είπε λοιπόν μια μέρα στον αδελφό Πούτσιο, καθώς πήγαιναν μαζί:
«Έχω αντιληφθεί πολλές φορές, αδελφέ Πούτσιο, πως η μεγαλύτερη επιθυμία σου είναι να γίνεις άγιος. Νομίζω πως ακολουθείς έναν πολύ μακρύ δρόμο για να φτάσεις σ’ αυτό το σκοπό, ενώ υπάρχει ένας άλλος πολύ πιο σύντομος. Βλέπεις, όμως, ο Πάπας και οι άλλοι μεγάλοι ιεράρχες που τον γνωρίζουν και τον ακολουθούν οι ίδιοι, δε θέλουν να γίνει γνωστός, επειδή ο κλήρος που ζει κυρίως από ελεημοσύνες, θα λιμοκτονούσε αν οι πιστοί σταματούσαν τις ελεημοσύνες και τις άλλες προσφορές. Αλλά μια και είσαι φίλος μου και με έχεις τιμήσει με το παραπάνω, αν μπορούσα να λογαριάζω στην απόλυτη εχεμύθεια σου κι αν είσαι αποφασισμένος ν’ ακολουθήσεις αυτό το δρόμο, θα σου εμπιστευόμουν το μυστικό».
Ο αδελφός Πούτσιο, που πέθαινε να μάθει το μυστικό, άρχισε πρώτα να τον παρακαλάει επίμονα να του το φανερώσει, και ύστερα να ορκίζεται πως ποτέ, εκτός με τη συγκατάθεση του καλόγερου, δε θ’ αποκαλύψει το μυστικό, βεβαιώνοντας πως θα συμμορφωθεί, αν κρίνει πως είναι ικανός.
«Αφού μου υπόσχεσαι» είπε ο καλόγερος, «θα στο φανερώσω. Μάθε πως σύμφωνα με τους άγιους πατέρες της εκκλησίας, όποιος επιθυμεί να γίνει μακάριος, οφείλει να εκτελέσει τον εξιλασμό που θ’ ακούσεις. Αλλά να εξηγούμεθα. Δεν εννοώ μ’ αυτό πως μετά τον εξιλασμό θα πάψει να ‘σαι ο αμαρτωλός που είσαι τώρα. Να όμως τι θα συμβεί: οι πριν απ’ τον εξιλασμό αμαρτίες σου θα συγχωρηθούν και θα σβηστούν, και όσες θα κάνεις μετά δε θα καταγραφούν στο παθητικό σου για την Κόλαση: ο αγιασμός θα τις εξαλείψει, όπως συμβαίνει με τα ελαφρά αμαρτήματα. Προέχει λοιπόν, στην αρχή του εξιλασμού, να ξομολογηθείς τις αμαρτίες σου με τη μεγαλύτερη επιμέλεια. Ύστερα, θ’ αρχίσεις να νηστεύεις και να τηρείς αυστηρή αποχή επί σαράντα μέρες, αποφεύγοντας να πλησιάσεις οποιαδήποτε γυναίκα, ακόμα και τη νόμιμη σύζυγό σου. Δεν τελείωσα. Βρες κάποιο μέρος στο σπίτι σου, απ’ όπου να μπορείς ν’ αγναντεύεις τη νύχτα τον ουρανό. Πήγαινε εκεί την ώρα του απόδειπνου και φρόντισε να τοποθετήσεις ένα τραπέζι πολύ φαρδύ, έτσι ώστε να στέκεσαι όρθιος και να μπορείς να λυγίσεις τη μέση σου προς τα πίσω. Εκεί, πατώντας πάντα χάμω, άπλωσε τα μπράτσα σου, σαν να ‘σουν σταυρωμένος. Σ’ αυτή τη θέση, να κοιτάζεις τον ουρανό και να προσέχεις να μην κουνήσεις ούτε τοσοδά ίσαμε την αυγή. Αν ήξερες τα γράμματα, θα ‘πρεπε όλο αυτό το διάστημα να πεις ορισμένες προσευχές που θα μπορούσα να σου υποδείξω, μα όπως δεν τα ξέρεις, είναι αρκετό να πεις τριακόσια Πάτερ ημών και τριακόσια Χαίρε Μαρία προς δόξαν της Αγίας Τριάδος. Κι όπως θα ‘χεις τα μάτια σου στυλωμένα ψηλά, να σκέφτεσαι αδιάκοπα πως ο Θεός είναι ο δημιουργός του ουρανού και της γης, και μην ξεχνάς ποτέ τα πάθη του Χριστού, μια και θα ‘σαι στην ίδια στάση που ήταν κι Εκείνος πάνω στο σταυρό. Σαν θα σημάνει ο όρθρος, μπορείς να φύγεις από κει, να θέλεις κι έτσι ντυμένος όπως είσαι, να πέσεις στο κρεβάτι σου να κοιμηθείς. Αλλά το πρωί μην ξεχάσεις να πας στην εκκλησία, ν’ ακούσεις τουλάχιστον τρεις λειτουργίες και να πεις πενήντα Πάτερ ημών και άλλα τόσα Χαίρε Μαρία. Ύστερα αν έχεις κάποια δουλειά, μπορείς να φροντίσεις γι’ αυτήν με απλότητα. Φάε το μεσημέρι κι έπειτα πήγαινε στην εκκλησία για τον εσπερινό: θα πεις μερικές προσευχές που θα σου τις δώσω γραμμένες και που δίχως αυτές δε γίνεται τίποτα. Και τέλος, την ώρα του απόδειπνου, να ξαναρχίσεις όσα σου έχω πει. Έχε εμπιστοσύνη στην πείρα μου: αν τα κάνεις όλα αυτά με ευλάβεια, ελπίζω πως πριν από το τέλος του εξιλασμού, θα ‘χεις μια θαυματουργή εντύπωση αιώνιας μακαριότητας».
Τότε του λέει ο αδελφός Πούτσιο:
«Όλα αυτά ούτε υπερβολικά βαριά είναι, ούτε πιάνουν πάρα πολλή ώρα. Μπορώ πολύ καλά να τα κάνω. Λέω με την ευχή του Θεού, ν’ αρχίσω την Κυριακή».
Πάνω σ’ αυτό χώρισε με τον δον Φελίτσε και γύρισε στο σπίτι του, με την άδεια να τα διηγηθεί όλα στη γυναίκα του. Η κυρά κατάλαβε αμέσως τι ήθελε να πει ο καλόγερος με την υποχρέωση να μείνει ο άντρας της ακίνητος ίσαμε το πρωί. Βρήκε το στρατήγημα πολύ καλό και είπε πως την ευχαριστούσε πολύ κι αυτό και όλα τα άλλα μέτρα που έπαιρνε για τη σωτηρία της ψυχής του. Πρόσθεσε μάλιστα πως για να κάνει ο Θεός πιο τέλειο τον εξοπλισμό του, ήταν πρόθυμη να νηστέψει μαζί του, αλλά τίποτα περισσότερο.
Κατά τη συμφωνία, λοιπόν, σαν ήρθε η Κυριακή, ο αδελφός Πούτσιο άρχισε τον εξιλασμό του, και ο μεσέρ καλόγερος συνεννοήθηκε με την κυρά, και σχεδόν κάθε βράδυ, διαλέγοντας κάποια στιγμή που δεν κινδύνευε να τον δουν, ερχόταν στο σπίτι της, φέρνοντας πάντα μαζί του ό,τι χρειαζόταν για να καλοφάνε και να πιουν. Ύστερα πλάγιαζε μαζί της ίσαμε την αυγή, σηκωνόταν κι έφευγε. Ήταν η ώρα που ο αδελφός Πούτσιο πήγαινε να κοιμηθεί.
Το μέρος που είχε διαλέξει ο αδελφός Πούτσιο για τον εξιλασμό του, ήταν πλάι στη συζυγική κρεβατοκάμαρα και μονάχα ένας λεπτός τοίχος χώριζε τα δύο δωμάτια. Μια νύχτα που το νταραβέρισμα τού μεσέρ καλόγερου με την κυρά έπαιρνε διαστάσεις καλπασμού, ο αδελφός Πούτσιο ένιωσε να τρέμει το πατωμα. Είχε πει κιόλας εκατό Πάτερ ημών, σταμάτησε, και δίχως να κουνήσει, φώναξε στη γυναίκα του ρωτώντας τι έκανε. Η κυρά, που ήταν ετοιμόλογη και που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν καβάλα, αποκρίθηκε:
«Άντρα μου, κουνιέμαι όσο μπορώ»
«Κουνιέσαι; Τι θες να πεις μ’ αυτό;» της λέει.
Η κυρά γέλασε με την καρδιά της, όχι χωρίς λόγο βέβαια, και αποκρίθηκε:
«Δεν ξέρεις τι θα πει αυτό; Σ’ έχω ακούσει χίλιες φορές να λες την παροιμία: “Όποιος το βράδυ δεν έχει φάει, τα καπούλια του κουνάει”».
Ο αδελφός Πούτσιο νόμισε πως η νηστεία τής είχε φέρει αϋπνία, και πως για τούτο δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη στο κρεβάτι.
«Γυναίκα» της λέει, «σου το ‘χω πει να μη νηστεύεις. Εσύ όμως δε θέλησες να με ακούσεις. Τώρα προσπάθησε να μείνεις ήσυχη και να κοιμηθείς. Κουνιέσαι τόσο πολύ στο κρεβάτι σου, που τρέμει ολόκληρο το σπίτι».
Τότε του λέει εκείνη:
«Μην ανησυχείς, ξέρω τι πρέπει να κάνω. Εσύ κοίταξε τον εαυτό σου – εγώ θα τα καταφέρω όσο και να ‘ναι».
Ο αδελφός Πούτσιο ησύχασε και ξανάπιασε τα Πάτερ ημών του. Μα από κείνη τη νύχτα κι έπειτα, η κυρά και ο μεσέρ καλόγερος έστησαν σ’ ένα άλλο δωμάτιο ένα κρεβάτι κι έκαναν εκεί το κέφι τους όσο κρατούσε ο εξιλασμός του αδελφού Πούτσιο. Και σαν έφευγε ο καλόγερος, εκείνη γύριζε στο κρεβάτι της, κι ο αδελφός Πούτσιο, αφού εκτελούσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα, πήγαινε κι αυτός να πλαγιάσει. Μ’ αυτό το ρυθμό συνεχίστηκε ο εξιλασμός του αδελφού Πούτσιο, καθώς και το γλέντι των δύο εραστών, και η κυρά αστειευόταν συχνά πάνω σ’ αυτό με τον καλόγερο:
«Βάζεις τον αδελφό Πούτσιο» του έλεγε «να κάνει τον εξιλασμό που ανοίγει σ’ εμάς τον Παράδεισο».
Ήταν ενθουσιασμένη μ’ αυτή τη ζωή, και ύστερα από τις μακροχρόνιες νηστείες που την είχε υποχρεώσει ο άντρας της, συνήθισε σ’ αυτά τα τσιμπούσια. Έτσι, αφού τέλειωσε ο εξιλασμός του αδελφού Πούτσιο, βρήκε τον τρόπο να τα συνεχίσει αλλού μαζί με τον καλόγερο και να το γλεντάει κρυφά.
Και για να μην υπάρχει ασυμφωνία ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος της αφήγησης μου, σας λέω πως ο αδελφός Πούτσιο, που νόμιζε πως θ’ αξιωνόταν τον Παράδεισο, έμπασε σ’ αυτόν πρώτα τον καλόγερο, που του είχε δείξει το γρήγορο μέσον, και ύστερα τη γυναίκα του, που ζούσε κοντά του στερημένη από εκείνο που ο μεσέρ καλόγερος, από ευσπλαχνία, της χορήγησε τόσο απλόχερα.
 
BOCCACCIO GIOVANNI
ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ (1355)
[ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ – ΙΣΤΟΡΙΑ IV]
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 1993

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ – ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ



Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
- Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι…, λέει σιγά.
Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
- Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. 
- Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
- Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι…
Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
- Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ…, έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
- Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
- Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!
Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
- Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.
Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
- Ποιος το ξέρει…, του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
- Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
- Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι…
- Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος…
Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε…»
Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν…, εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη…»
Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
Το πουλί πέταξε, έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
- Ε, Βασίλη!… Ε, Αργύρη!…
Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
- Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
- Δελφίνια θα είναι και τώρα.
Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
- Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
Τι να θέλουν;
Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
- Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν! Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
- Τι καλά που ήταν!
Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
- Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
- Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
- Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
- Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία.
- Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.
Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
- Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
- Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
- Α, αλήθεια!… Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
- Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
- Όχι. Ποτές.
- Θα το ήθελες τώρα;
Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
- Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
- Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
- Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως. Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά…
- Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
- Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος. Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
- Δεν έχω τίποτα άλλο…, μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
- Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
- Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
- Πάντα, παιδί μου.
- Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι…, μουρμουρίζει το αγόρι.
- Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
- Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
- Για ποιους λες, παιδί μου;
- Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα- Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
- Τους σκοτώσαν είπες;
- Α, δεν το ήξερες ακόμα;…
Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
- Δεν ήξεραν, παππούλη…, λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν…
Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
- Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν… Αρκετή ώρα πέρασε.
- Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
- Να φύγουμε.
Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
- Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
- Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.
Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.