.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

ΕΥΡΗΚΑ [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 2] – EDGAR ALLAN POE


Πορευόμαστε ανάμεσα στα πεπρωμένα της γήινης ύπαρξής μας – είμαστε περικυκλωμένοι από αμυδρές   Α ν α μ ν ή σ ε ι ς   ενός πολύ πλατύτερου Πεπρωμένου, μακρινού, χαμένου στο παρελθόν των αιώνων, και ασύλληπτα τρομερού.
Η Νιότη μας είναι παράξενα στοιχειωμένη από τέτοιες σκιές. Ποτέ όμως δεν τις παίρνουμε για όνειρα. Τις γ ν ω ρ ί ζ ο υ μ ε σαν Αναμνήσεις. Ό σ ο   δ ι α ρ κ ε ί  α υ τ ή  η   Ν ι ό τ η, η διαφορά είναι ολοφάνερη. Και δεν υπάρχει περίπτωση να τις εκλάβουμε για κάτι άλλο, έστω και στιγμιαία.
Όσο είμαστε νέοι, η αίσθηση πως υ π ά ρ χ ο υ μ ε είν' ό,τι φυσικότερο. Το κατανοούμε π λ ή ρ ω ς. Τ' ό τι κάποτε δ ε ν υπήρχαμε – ή, και το σπουδαιότερο, πως ίσως δεν υπήρξαμε ποτέ – συνιστά μιαν από τις αντιλήψεις που, κ α τ ά τ η δ ι ά ρ κ ε ι α τ η ς Ν ε ό τ η τ α ς, δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε.  Γιατί να μην υπάρχουμε; Ετούτη είναι –  μ έ χ ρ ι  τ η ν Ε π ο χ ή  τ η ς   Ε ν η λ ι κ ί ω σ η ς – η πιο δύσκολη ερώτηση. Η ύπαρξη, η αυθυπαρξία, έξω απ' το χρόνο και για όλη την αιωνιότητα, μοιάζει, μέχρι την εποχή της Ενηλικίωσης, μια φυσική και αυτονόητη κατάσταση: μ ο ι ά ζ ε ι, ε π ε ι δ ή  ε ί ν α ι.
Φτάνει όμως μια στιγμή, που η συμβατική Λογική μας ξυπνάει απ' την αλήθεια του οράματός μας. Η Αμφιβολία, η Έκπληξη και η Δύσνοια έρχονται ταυτόχρονα. Λένε: «Ζεις, αλλά υπήρξε μια εποχή που δεν ζούσες. Δημιουργήθηκες. Υπάρχει μια Διάνοια μεγαλύτερη απ' τη δική σου. Μόνο διαμέσου εκείνης της Διάνοιας δύνασαι να ζήσεις». Αυτά τα πράγματα προσπαθούμε να τα καταλάβουμε, μα δε μπορούμε: δ ε   μ π ο ρ ο ύ μ ε γιατί τα πράγματα τούτα, όντας αναληθή, παραμένουν κατανάγκην δύσληπτα.
Στη ζωή κάθε σκεπτομένου ανθρώπου έρχεται μια ξεχωριστή στιγμή, μια στιγμή διαύγειας, που αισθάνεται χαμένος ανάμεσα στα κύματα των μάταιων προσπαθειών του να καταλάβει ή να πιστέψει ότι υπάρχει κάτι μ ε γ α λ ύ τ ε ρ ο   α π ό   τ η ν   ί δ ι α   τ ο υ  ψ υ χ ή. Η απόλυτη αδυναμία της ψυχής να αιστανθεί κατώτερη από κάποιαν άλλη, η έντονη δυσαρέσκεια, η δυσφορία απέναντι σ' ετούτη τη σκέψη – ετούτα τα συναισθήματα, μαζί με την κυρίαρχη τάση για το τέλειο, για την τελειότητα – αποτελούν τις πνευματικές – που εδώ συμπίπτουν με τις υλικές – προσπάθειες για επιστροφή στην αρχική Ενότητα. Είναι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, μια-κάποια απόδειξη (που ξεπερνά κατά πολύ ό,τι ο Άνθρωπος ονομάζει απόδειξη) πως καμιά ψυχή δ ε ν   ε ί ν α ι υποδεέστερη από κάποιαν άλλη, ότι κάθε ψυχή είναι εν μέρει ο Δημιουργός του εαυτού της. Ότι, μ' άλλα λόγια, ο Θεός, ο υλικός κ α ι πνευματικός Θεός, τ ώ ρ α υπάρχει μόνο στην Ύλη και στο Πνεύμα που έχουν διασκορπιστεί στο Σύμπαν. Και πως η επιστροφή της διασκορπισμένης Ύλης και του Πνεύματος στην αφετηρία τους θα σημάνει την ανασύσταση του καθαρώς Πνευματικού κι Εξατομικευμένου Θεού.
Μ' αυτή την έννοια – μόνο μ' αυτή την έννοια – κατανοούμε τα αινίγματα της Θείας Αδικίας, της Αδυσώπητης Μοίρας. Μόνο με αυτή την έννοια η ύπαρξη του Κακού αποχτά κάποιο νόημα. Και κάτι παραπάνω: γίνεται  υποφερτή. Η ψυχή μας  δεν  επαναστατεί  πια εναντίον μιας  μεγάλης   Θ λ ί ψ η ς,  που εμείς οι ίδιοι επιβάλαμε στον εαυτό μας για να προωθήσουμε τα συμφέροντά μας – προκειμένου δηλαδή ν' αντλήσουμε περισσότερη   χ α ρ ά, έστω κι αν κάνουμε λάθος.

Μίλησα για τις  Α ν α μ ν ή σ ε ι ς  που μας κυνηγούν κατά τη διάρκεια της Νιότης. Μερικές φορές μας καταδιώκουν και σε μεγαλύτερη ηλικία: σιγά-σιγά παίρνουν όλο και λιγότερο αόριστη μορφή – και κάπου-κάπου μας μιλούν χαμηλόφωνα, λέγοντας:
«Σε κάποια παλιά εποχή, μές στη Νύχτα του Χρόνου, υπήρχε ένα αιώνιο Όν – ένα από τα άπειρα παρόμοια Όντα που κατοικούν στις άπειρες σφαίρες του άπειρου χώρου. Το Ον αυτό δε μπορούσε (και δεν μπορεί) – περισσότερο απ' ό,τι μπορείτε σεις – να επεκτείνει, πραγματικά ν' αυξήσει, τη χαρά της Ύπαρξής του. Ακριβώς όμως όπως μ π ο ρ ε ί τ ε σεις να επεκτείνετε ή να περιορίσετε τις απολαύσεις σας (ενώ η χαρά παραμένει πάντα η ίδια), έτσι κι αυτό το Θείο Ον εναλλάσει στο διηνεκές τη Συγκέντρωση με τη σχεδόν άπειρη Διάχυση του Εαυτού του. Αυτό που εσείς ονομάζετε Αστρικό Σύμπαν δεν είναι παρά η τωρινή του κατάσταση, η φάση της Διάχυσης. Τώρα απολαμβάνει άπειρες ατελείς χαρές – τις μεμονωμένες και ανάμικτες με πόνο χαρές των ασύλληπτα πολυάριθμων ετούτων πραγμάτων που ονομάζετε πλάσματά του, και που, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά μια άπειρη εξατομίκευση του Εαυτού του. Όλ' αυτά τα πλάσματα – ό λ α αυτά που ονομάζετε έμψυχα, καθώς κι εκείνα που δεν τους αναγνωρίζετε ζωή μόνο και μόνο επειδή δεν διακρίνετε εκδηλώσεις της – ό λ α αυτά τα πλάσματα έχουν σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό την ικανότητα να αισθάνονται χαρά και πόνο. Αλλά το γενικό σύνολο των αισθημάτων τους είναι ακριβώς το σύνολο της Χαράς που ανήκει δικαιωματικά στο Θεϊκό Ον όταν είναι συγκεντρωμένο στον Εαυτό του. Τα πλάσματα τούτα είν' επίσης, λίγο-πολύ, λιγότερο ή περισσότερο φανερά, Συνειδητά Όντα. Έχουν συνείδηση, πρώτο, μιας ταυτότητας και, δεύτερο (με τη βοήθεια φευγαλέων αναλαμπών), της ταυτότητάς τους με το περί ου ο λόγος Θεϊκό Ον – της ταυτότητάς τους με το Θεό. Από τις δυό τούτες κατηγορίες συνείδησης, φανταστείτε την πρώτη να εξασθενεί και τη δεύτερη να ενδυναμώνεται κατά τη διάρκεια των πάμπολλων αιώνων που πρέπει να κυλήσουν, ωσότου οι μυριάδες των εξατομικευμένων Διανοιών – και των λαμπρών αστέρων – γίνουν Ένα. Σκεφτείτε ότι η έννοια της ατομικής ταυτότητας σταδιακά θα χαθεί στη γενική συνείδηση – ότι ο Άνθρωπος, π.χ., παύοντας ασυναίσθητα να αισθάνετει Άνθρωπος, θα φτάσει κάποτε, σε κείνη τη θριαμβική εποχή, ν' αναγνωρίζει την ταυτότητα της υπόστασής του με του Ιεχωβά. Και στο μεταξύ, μη λησμονάτε πως όλα είναι Ζωή – Ζωή. Ζωή εν Ζωή. Το μικρότερο μέσα στο μεγαλύτερο. Κι όλα μέσα στο  Θ ε ί ο   Π ν ε ύ μ α».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η οδύνη που συνοδεύει τη σκέψη ότι θα χάσουμε την προσωπική μας ταυτότητα απαλύνεται ευθύς μόλις συνειδητοποιήσουμε ότι η πιο πάνω διαδικασία ισοδυναμεί με την απορρρόφηση όλων των άλλων διανοιών (δηλαδή του Σύμπαντος) από τη δική μας. Για να υπάρχει ο Θεός παντού, πρέπει ο καθένας από μας να γίνει Θεός.



EDGAR ALLAN POE
ΕΥΡΗΚΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
ΣΠΥΡΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG
ΜΙΚΡΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ


Δεν υπάρχουν σχόλια: