.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Διάλογοι Χάρωνος, Ερμού και νεκρών διαφόρων – ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ


ΧΑΡΩΝ. Ακούσετε πως είνε η κατάστασίς μας. Το πλοιάριον είνε μικρόν, ως βλέπετε, και σαθρωμένον ολίγον και κάνει από παντού νερά και με την παραμικράν κλίσιν προς τα πλάγια ημπορεί να ανατραπή και να βυθισθή, σεις δε ήλθετε τόσοι πολλοί συγχρόνως και έχετε μαζί σας τόσα πράγματα. Αν λοιπόν εμβήτε με αυτά φοβούμαι μήπως μετανοήσετε και μάλιστα όσοι δεν γνωρίζετε να κολυμβάτε.

ΕΡΜΗΣ. Πως να κάμωμεν λοιπόν δια να ταξιδεύσωμεν με ασφάλειαν;

ΧΑΡΩΝ. Θα σας πω. Πρέπει να εισέλθετε εις το πλοίον γυμνοί και να αφήσετε όλα αυτά τα περιττά εις την ακτήν, διότι και έτσι μόλις θα σας χωρέση το πλοιάριον. Συ δε, Ερμή, πρόσεξε να μη δεχθής πλέον κανένα εξ αυτών που να μη είνε γυμνός και να μη έχη αφήσει τα πράγματά του, καθώς είπα. Να σταθής εις την αποβάθραν, να τους εξετάζης ένα-ένα και να τους παραλαμβάνης αφού τους αναγκάζεις να εισέρχωνται γυμνοί.

ΕΡΜΗΣ. Καλά λέγεις και αυτό θα πράξω. - Συ ο πρώτος ποίος είσαι;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Είμαι ο Μένιππος εγώ. Ιδού η σακκούλα μου ω Ερμή, και η βακτηρία ερρίφθησαν εις την λίμνην. Την κάπα μου ούτε καν την έφερα και έκαμα καλά.

ΕΡΜΗΣ. Πέρνα, Μένιππε, λαμπρέ άνθρωπε, και έχε την πρώτην θέσιν πλησίον του πλοιάρχου, εις το υψηλότερον μέρος του πλοίου δια να βλέπης όλους τους συμπλωτήρας. Αυτός δε ο ωμορφονιός ποίος είνε;

ΧΑΡΜΟΛΕΩΣ. Χαρμολέως από τα Μέγαρα, ο αξιέραστος, ο οποίος δια κάθε φίλημα ελάμβανε δύο τάλαντα.

ΕΡΜΗΣ. Εκδύσου λοιπόν το κάλλος και τα χείλη μαζί με τα φιλήματα και την κόμην την πυκνήν και το ερύθημα των παρειών και ολόκληρον το δέρμα. Καλά είσαι τώρα. Είσαι ελαφρός και δύνασαι να εισέλθης. Αυτός δε εδώ που φορεί την πορφύραν και το διάδημα και έχει το βλέμμα άγριον ποίος είνε;

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Λάμπιχος, ο τύραννος των Γελώων.

ΕΡΜΗΣ. Διατί λοιπόν, Λάμπιχε, ήλθες με τόσας αποσκευάς;

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Τι, έπρεπε να έλθω γυμνός, ω Ερμή, εγώ ένας βασιλεύς;

ΕΡΜΗΣ. Βασιλεύς πλέον δεν είσαι, αλλά νεκρός. Ώστε να τ' αφήσης αυτά.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ιδού, απέρριψα τον πλούτον.

ΕΡΜΗΣ. Και την αλαζονείαν ν' απορρίψης, Λάμπιχε, και την υπεροψίαν. Διότι θα δώσουν βάρος εις το πλοιάριον και τα δύο μαζί.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Τουλάχιστον να μου επιτρέψης να έχω το διάδημα και τον μανδύαν.

ΕΡΜΗΣ. Όχι, αλλά και αυτά να τ' αφήσης.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Καλά, τι άλλο; Διότι όλα τα αφήκα, ως βλέπεις.

ΕΡΜΗΣ. Και την σκληρότητα και την μωρίαν και το θράσος και την οργήν, και αυτά να τ' αφήσης.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ιδού είμαι γυμνός κατά το θέλημά σου.

ΕΡΜΗΣ. Πήγαινε τώρα μέσα. Συ δε ο παχύς με τας πολλάς σάρκας ποίος είσαι;

ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Δαμασίας ο αθλητής.

ΕΡΜΗΣ. Ναι, φαίνεσαι. Σε αναγνωρίζω, διότι σε είδα πολλάκις εις τας παλαίστρας.

ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Μάλιστα ω Ερμή. Αλλά δέξου με αφού είμαι γυμνός.

ΕΡΜΗΣ. Δεν είσαι γυμνός, φίλε μου, αφού φορείς τόσα κρέατα. Λοιπόν να τ' αποβάλης, διότι μόνον το εν σου πόδι εάν πατήσης εις το πλοίον θα το βυθίσης. Αλλά και τους στεφάνους τούτους να ρίψης και τα κηρύγματα (1).

ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Ιδού, είμαι γυμνός, ως βλέπεις, πραγματικώς και ισοβαρής με τους άλλους νεκρούς.

ΕΡΜΗΣ. Έτσι ελαφρός είσαι όπως πρέπει, ώστε έμβαινε. Και συ, Κράτων, άφησε τον πλούτον και την χαύνωσιν και την τρυφηλότητα. Και μη φέρης μαζί σου τα πολυτελή σου σάβανα, ούτε των προγόνων σου τα αξιώματα, εγκατέλειψε δε και την ευγένειαν και την δόξαν σου και τους τίτλους τους οποίους σου απένειμε ποτε η πόλις και τας επιγραφάς των αδριάντων σου και να μη ενθυμήσαι ότι σου κατεσκεύασαν μέγαν τάφον, διότι και αυτά ακόμη βαρύνουν αν τα ενθυμήσαι.

ΚΡΑΤΩΝ. Θα τα απορρίψω αν και ακουσίως. Διότι τι δύναμαι να κάμω;

ΕΡΜΗΣ. Μπα! Μπα! Συ δε ο ωπλισμένος τι θέλεις; Και διατί φέρεις αυτό το τρόπαιον;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Διότι ενίκησα, ω Ερμή, και ηνδραγάθησα και η πόλις με ετίμησε.

ΕΡΜΗΣ. Άφησέ το εδώ το τρόπαιον. Διότι εις τον Άδην επικρατεί ειρήνη και δεν υπάρχει ανάγκη όπλων. Αυτός δε ο σοβαρός το ύφος και αγέρωχος, ο έχων τα φρύδια σηκωμένα, ο οποίος φαίνεται βυθισμένος εις σκέψεις και έχει δάσος από γένεια;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Είναι κάποιος φιλόσοφος, ω Ερμή, ή μάλλον αγύρτης και γεμάτος από ψεύδη, ώστε γδύσε τον και αυτόν και θα ιδής πολλά και γελοία κρυπτόμενα κάτω από το ένδυμά του.

ΕΡΜΗΣ. Απόβαλε πρώτον την σοβαρότητα του ήθους και έπειτα όλα τα άλλα. Ω Ζευ, πόσην αλαζονείαν φέρει μαζί του, πόσην δε αμάθειαν και φιλονεικίαν και ματαιοδοξίαν και ερωτήσεις αινιγματώδεις και λόγους σκοτεινούς και εννοίας πολυπλόκους. Αλλά και ματαιοπονίαν πάρα πολλήν και όχι ολίγην κενολογίαν και φλυαρίαν και μικρολογίαν, βλέπω δε να έχη και χρυσόν και ηδυπάθειαν και αναισχυντίαν και οργήν και τρυφηλότητα. Τα βλέπω αυτά αν και με ιδιαιτέραν φροντίδα τα κρύπτεις. Άφησε δε και το ψεύδος και την έπαρσιν και την ιδέαν ότι είσαι καλλίτερος των άλλων. Διότι αν εισέλθης με όλα αυτά ποίον πλοίον με πενήντα κουπιά δύναται να σε χωρέση;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Τα αφήνω λοιπόν αυτά, αφού ούτω διατάσσεις.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Αλλά και τα γένεια αυτά ν' αφήση, ω Ερμή, διότι είνε πυκνά και βαρειά, ως βλέπεις. Έχουν τουλάχιστον πέντε μνων τρίχας.

ΕΡΜΗΣ. Καλά λέγεις. Άφησε και αυτά.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Και ποίος θα μου τα κουρεύση;

ΕΡΜΗΣ. Ο Μένιππος απ' εδώ ας πάρη ένα πέλεκυν ναυπηγικόν και αφού στηρίξη το πηγούνι του επί της αποβάθρας ας του τα κόψη.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Όχι, ω Ερμή, αλλά πριόνι δόσε μου. Διότι αυτό θα είνε αστειότερον.

ΕΡΜΗΣ. Ο πέλεκυς θα είνε αρκετός. Λαμπρά, τώρα είσαι ανθρωπινότερος, αφού απέβαλες αυτήν την τραγίσιαν βρώμαν.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Θέλεις να του κόψω ολίγον και από τα φρύδια;

ΕΡΜΗΣ. Μάλιστα, διότι δεν γνωρίζω πως κατορθώνει να τα σηκώνη υψηλότερα από το μέτωπον. Μπα! Κλαίεις, κάθαρμα και φοβείσαι τον θάνατον; Έλα, έλα, πηγαινε μέσα.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Κάτι τι ακόμη το βαρύτερον απ' όλα κρύπτει υπό την μασχάλην του.

ΕΡΜΗΣ. Τι, ω Μένιππε;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Την κολακείαν, ω Ερμή, η οποία πολύ του εχρησίμευσε εις την ζωήν.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Λοιπόν και συ, ω Μένιππε, άφησε την ελευθερίαν, την ελευθεροστομίαν, την αναισθησίαν προς την λύπην και το θάρρος και τον γέλωτα. Διότι συ μόνος εξ όλων γελάς εδώ.

ΕΡΜΗΣ. Όχι. Αλλά κράτησέ τα αυτά, διότι είνε ελαφρά και πολύ ευκολοσήκωτα και χρήσιμα εις το ταξίδι. Και συ δε, ρήτωρ, άφησε την τόσην απεραντολογίαν και την πληθώραν των λόγων, τας αντιθέσεις και τας παρομοιώσεις, τας στρογγυλάς περιόδους και τους βαρβαρισμούς και τα άλλα βάρη των λόγων.

ΡΗΤΩΡ. Ιδού, τα αφήνω.

ΕΡΜΗΣ. Καλά. Ώστε τώρα λύσε τα σχοινιά, ας τραβήξωμεν την σκάλαν, ας ανελκυσθή η άγκυρα, τέντωσε το πανί και κανόνισε το τιμόνι. Και τώρα καλό ταξίδι. Αλλά τι έχετε και κλαίετε, ανόητοι, και μάλιστα συ ο φιλόσοφος, του οποίου προ ολίγου εκλαδέψαμεν τα γένεια;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Διότι, ω Ερμή, ενόμιζα ότι η ψυχή ήτο αθάνατος.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ψεύδεται. Δι' άλλα πράγματα λυπείται.

ΕΡΜΗΣ. Ποία;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ότι δεν θα καθίση πλέον εις πολυτελή γεύματα, ούτε θα εξέρχεται την νύκτα κρυφά και σκεπάζων την κεφαλήν με το ένδυμά του θα περιέρχεται τα χαμαιτυπεία, την δε ημέραν θα εξαπατά τους νέους με την δήθεν σοφίαν του και θα τους φορολογή. Δι' αυτά λυπείται.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Και συ, Μένιππε, δεν λυπείσαι διότι απέθανες;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Πως; Εγώ έτρεξα εις τον θάνατον χωρίς κανείς να με καλέσει(2). Αλλ' ενώ ομιλούμεν, δεν σας φαίνεται ότι έρχεται μια βοή ως να φωνάζουν άνθρωποι από την γην;

ΕΡΜΗΣ. Ναι, ω Μένιππε, και δεν έρχεται μόνον από ένα μέρος αυτός ο θόρυβος αλλ' άλλοι μεν συνήλθον εις την συνέλευσιν του λαού χαρούμενοι και γελούν δια τον θάνατον του Λαμπίχου, ενώ αι γυναίκες συνέλαβον την γυναίκα του και τα μικρά του τέκνα λιθοβολούνται υπό των παιδίων. Αλλού χειροκροτούν τον ρήτορα Διόφαντον ο οποίος εξεφώνησεν εις την Σικυώνα τον επιτάφιον αυτού του Κράτωνος. Αλλ' ακούω μα τον Δία, και την μητέρα του Δαμασίου, η οποία κλαίει και μοιρολογεί με άλλας γυναίκας τον Δαμασίαν. Μόνον σε, ω Μένιππε, δεν κλαίει κανένας, αλλά σε αφήνουν μόνον και ήσυχον.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Όχι δα. Μετ' ολίγον θ' ακούσης τα σκυλιά να κλαίουν συγκινητικώτατα δι εμέ και τα κοράκια να κτυπούν τα πτερά των, όταν θα συναχθούν να με θάψουν.

ΕΡΜΗΣ. Είσαι γενναίος, Μένιππε. Αλλ' επειδή εφθάσαμεν, σεις μεν πηγαίνετε εις το δικαστήριον ακολουθούντες αυτόν τον ίσιον δρόμον, εγώ δε και ο Χάρων θα επιστρέψωμεν να φέρωμεν άλλους.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Καλό ταξίδι, ω Ερμή. Ας προχωρήσωμεν δε και ημείς. Αλλά διατί διστάζετε και βραδύνετε; Ν' αποφύγωμεν την δίκην δεν είνε δυνατόν, λέγουν δε ότι αι καταδίκαι είνε βαρείαι, τροχοί και λίθοι είνε βαρείς και και γύπες. Θ' αποκαλυφθή δε καθενός η ζωή λεπτομερώς.


__________________
1.Ο εξ Αμφιπόλεως Δαμασίας έγινεν Ολυμπιονίκης κατά την 115 Ολυμπιάδα. Ο Ολυμπιονίκης περιήγετο εις το στάδιον προηγουμένου κήρυκος, όστις εξεφώνει το όνομα αυτού και του πατρός του.
2.Ελέγετο ότι αυτοκτόνησε.



ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
ΕΚΛΟΓΑΙ ΕΚ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ – ΝΙΚΑ 1930

Δεν υπάρχουν σχόλια: