.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Το Δίλεπτο Μίσους – George Orwell


...Εκείνη τη στιγμή ο Ο' Μπράιαν κοίταξε το ρολόι του χεριού του, είδε ότι κόντευε έντεκα η ώρα και φαίνεται πως αποφάσισε να μείνει στο Τμήμα Αρχείων ώσπου να τελειώσει το Δίλεπτο Μίσους. Κάθησε σε μια θέση στιν ίδια σειρά με τον Ουίνστον λίγα καθίσματα πιο πέρα. Μεταξύ τους καθόταν μια μικρόσωμη κοκκινομάλλα γυναίκα που εργαζόταν στο διπλανό δωματιάκι απ' του Ουίνστον. Η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά καθόταν ακριβώς πίσω τους.
Την επόμενη στιγμή, αντήχησε από την τηλεόραση μια φρικιαστική, συριστική φωνή – σαν από κάποια τερατώδη μηχανή που δεν είχε λαδωθεί κι έτριζε απαίσια – Ήταν ένας ήχος που σου τρυπούσε το μυαλό και σ' έκανε ν' ανατριχιάζεις σύγκορμος. Το Μίσος είχε αρχίσει.
Όπως συνήθως, παρουσιάστηκε στην οθόνη το πρόσωπο του Εμμανουήλ Γκολντστάιν του Εχθρού του λαού. Ακούστηκαν σφυρίγματα αποδοκιμασίας εδώ κι εκεί, μέσα στο ακροατήριο. Η μικρόσωμη κοκκινομάλλα γυναικούλα άφησε μια στριγγλιά φόβου ανάμικτου με αηδία. Ο Γκολντστάιν ήταν ο αποστάτης, ο παραβάτης που κάποτε, πριν από πολύ καιρό (πόσον καιρό, κανένας δεν θυμόταν με ακρίβεια), υπήρξε μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες του Κόμματος, σχεδόν στο επίπεδο του Μεγάλου Αδελφού, και μετά ανακατεύτηκε σε αντεπαναστατικές ενέργειες, καταδικάστηκε σε θάνατο, και κατά μυστήριο τρόπο δραπέτευσε κι εξαφανίστηκε. Τα προγράμματα του Δίλεπτου Μίσους άλλαζαν από μέρα σε μέρα, αλλά δεν υπήρχε κανένα που να μην είχε τον Γκολντστάιν σαν κύριο πρόσωπο. Ήταν ο μεγαλύτερος προδότης, ο πρώτος που κηλίδωνε την αγνότητα του Κόμματος. Όλα τα κατοπινά εγκλήματα εναντίον του Κόμματος, όλες οι προδοσίες, τα σαμποτάζ, οι αιρέσεις, οι αποσκιρτήσεις προέρχονταν κατ' ευθείαν απ' τις διδασκαλίες του. Εκεί ή κάπου αλλού, ζούσε ακόμα και προετοίμαζε μυστικά τις συνωμοσίες του. Ίσως κάπου στο εξωτερικό με την προστασία ξένων χρηματοδοτών, ή ακόμα – όπως κατά καιρούς έλεγαν οι φήμες – σε κάποιο μέρος στην ίδια την Ωκεανία.
Του Ουίνστον, του κόπηκε η ανάσα. Δεν κατάφερε ποτέ να αντικρύσει το πρόσωπο του Γκολντστάιν χωρίς να νιώσει ανάμικτα οδυνηρά αισθήματα. Ήταν ένα λεπτό εβραϊκό πρόσωπο πλαισιωμένο μ' ένα πλούσιο φωτοστέφανο από αιθέρια άσπρα μαλλιά, κι ένα λεπτό τραγίσιο γενάκι – μια έξυπνη φυσιογνωμία που είχε παρ' όλ' αυτά, κάτι έμφυτα αξιοκαταφρόνητο με μια έκφραση ξεμωραμένου γέρου, στη μακριά λεπτή μύτη του που στην άκρη της στηριζόταν ένα ζευγάρι γυαλιά. Το πρόσωπό του είχε κάτι προβατίσιο. Και η φωνή του ακόμα θύμιζε κάπως βέλασμα. Ο Γκολντστάιν εξαπέλυε την συνηθισμένη του φαρμακερή επίθεση ενάντια του Κόμματος – μια επίθεση που την υπερβολή και την κακεντρέχειά της κι ένα μωρό θα μπορούσε να διακρίνει – παράλληλα όμως αρκετά εύλογη ώστε να προξενεί ένα αίσθημα φόβου ότι θα μπορούσε να επηρεάσει και να παρασύρει ανθρώπους ενός κατωτέρου διανοητικού επιπέδου. Έβριζε τον Μεγάλο Αδελφό, κατήγγειλε τη δικτατορία του Κόμματος, απαιτούσε την άμεση σύναψη ειρήνης με την Ευρασία, υπερασπιζόταν την ελευθερία του λόγου, της Ελευθεροτυπίας, της ελευθερίας των συγκεντρώσεων, της ελευθερίας της σκέψης. Κραύγαζε υστερικά ότι η επανάσταση προδόθηκε – κι όλ' αυτά με μια ομιλία ταχύτατη, πολυσύλλαβη, που ήταν μια παρωδία του συνηθισμένου ύφους των ρητόρων του Κόμματος, και ακόμα περιείχε λέξεις της Νέας Ομιλίας, μάλιστα πολύ περισσότερες λέξεις της Νέας Ομιλίας απ' όσες θα χρησιμοποιούσε στη ζωή ένα μέλος του Κόμματος. Και σ' όλο αυτό το διάστημα για να μην υπάρξει περιθώριο αμφιβολίας ως προς την πραγματικότητα που υπήρχε στις αερολογίες του Γκολντστάιν, πίσω από το κεφάλι του στην τηλεοθόνη περνούσαν ατέλειωτες σειρές του Ευρασιατικού στρατού – μια σειρά κατόπιν της άλλης, ρωμαλέοι άνδρες με ανέκφραστα Ασιατικά πρόσωπα, που εξαφανίζονταν για να δώσουν τη θέση τους σε άλλους, ακριβώς όμοιους. Η φωνή του Γκολντστάιν πλαισιωνόταν από το μονότονο, ρυθμικό θόρυβο που έκαναν οι μπότες των στρατιωτών.
Πριν περάσουν τριάντα δευτερόλεπτα Μίσους, το μισό ακροατήριο ξέσπασε κι όλας σε έξαλλες κραυγές λύσσας. Ήταν πάρα πολύ γι' αυτούς να βλέπουν το αυτάρεσκο προβατίσιο πρόσωπο μαζί με την τρομακτική δύναμη του Ευρασιατικού στρατού. Εξ άλλου η θέα, ή έστω και η σκέψη μόνο του Γκολντστάιν προκαλούσε αυτόματα φόβο και οργή. Ήταν αντικείμενο μίσους πολύ πιο σταθερό κι από την Ευρασία ή την Ανατολία μια και συνήθως όταν η Ωκεανία ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τη μιά, βρισκόταν σε ειρηνικές σχέσεις με την άλλη. Αλλά το περίεργο ήταν ότι παρ' όλο που ο Γκολντστάιν ήταν ένα μισητό πρόσωπο που το περιφρονούσαν όλοι, παρ' όλο που κάθε μέρα και χίλιες φορές την ημέρα, στις εξέδρες, στην τηλεοθόνη, στις εφημερίδες, στα βιβλία, οι θεωρίες του διαψεύδονταν, καταρρίπτονταν, γελοιοποιούνταν, και η αξιολύπητη ηλιθιότητά τους εκθέτονταν στα μάτια όλων – παρ' όλ' αυτά, η επιρροή του θαρρείς και δε λιγόστευε ποτέ. Πάντα υπήρχαν καινούργια θύματα έτοιμα να παραπλανηθούν απ' αυτόν. Δεν περνούσε μέρα που να μην ανακαλύψει η Αστυνομία της Σκέψης κατασκόπους και σαμποτέρ που ενεργούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες του. Ήταν ο αρχηγός ενός τεράστιου σκοτεινού στρατού, ενός μυστικού δικτύου συνωμοτών που είχαν σκοπό την ανατροπή της Κυβέρνησης. Υποτίθεται πως το όνομα αυτού του στρατού ήταν Αδελφότης. Ψιθυρίζονταν ακόμα ιστορίες για ένα τρομερό βιβλίο, μια σύνοψη όλων των αιρέσεων, που το είχε γράψει ο Γκολντστάιν και κυκλοφορούσε κρυφά εδώ κι εκεί. Το βιβλίο δεν είχε τίτλο. Ο κόσμος, όταν το ανέφερε ποτέ, το ονόμαζε απλώς ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ. Όλ' αυτά όμως, κυκλοφορούσαν μόνο σαν αόριστες φήμες. Ούτε η Αδελφότης, ούτε ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ήταν θέματα που θα ανέφερε ποτέ ένα κανονικό μέλος του Κόμματος, αν μπορούσε να το αποφύγει.

Στο δεύτερο λεπτό, το μίσος εξελίχτηκε σε παραλήρημα. Το ακροατήριο χοροπηδούσε πάνω στις καρέκλες, και ούρλιαζε όσο πιο δυνατά μπορούσε προσπαθώντας να πνίξει το βέλασμα που σε τρέλαινε απ' την τηλεοθόνη. Η μικροκαμωμένη κοκκινομάλλα είχε αναψοκοκκινίσει και ανοιγόκλεινε το στόμα της σαν ψάρι έξω απ' το νερό. Ακόμα και το παχύ πρόσωπο του Ο' Μπράιεν είχε γίνει κατακόκκινο. Καθόταν στητός στην καρέκλα του, και το δυνατό του στήθος φούσκωνε και τρανταζόταν σαν ν' αντιστεκόταν σ' ένα δυνατό κύμα. Η μελαχρινή κοπέλα πίσω από τον Ουίνστον άρχισε να ξεφωνίζει. «Γουρούνι! Γουρούνι! Γουρούνι!» και ξαφνικά άρπαξε ένα βαρύ λεξικό της Νέας Ομιλίας και το εξεσφενδόνισε πάνω στη τηλεοθόνη. Το λεξικό χτύπησε στη μύτη του Γκολντστάιν και έκανε γκελ. Η φωνή συνεχίστηκε αδυσώπητη. Σε μια στιγμή διαύγειας, ο Ουίνστον είδε τον εαυτό του να φωνάζει κι αυτός μαζί με τους άλλους και να κλωτσάει βίαια με το τακούνι του τα πόδια της καρέκλας. Το φοβερό ου συνέβαινε στο Δίλεπτο Μίσους δεν ήταν το ότι ήσουν υποχρεωμένος να συμμετέχεις, αλλ αντίθετα ότι δεν μπορούσες να αποφύγεις να συμμετέχεις. Μέσα στη διάρκεια των τριάντα δευτερολέπτων, δε χρειαζόταν καμιά προσποίηση. Μια αποτρόπαιη έκσταση φόβου και εκδίκησης, μια φονική μανία, μια διάθεση να βασανίσεις, να χτυπήσεις, να σπάσεις κεφάλια μ' ένα σφυρί, φαινόταν να διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα το ακροατήριο και να το μεταμορφώνει παρά τη θέλησή του σε παράφρονες που μόρφαζαν και ούρλιαζαν. Αλλά η λύσσα που αισθανόσουν ήταν ένα αίσθημα αφηρημένο χωρίς συγκεκριμένο στόχο, που μπορούσε να στραφεί απ' το ένα αντικείμενο στο άλλο, σαν φλόγα σε λάμπα θυέλλης. Έτσι σε κάποια στιγμή το μίσος του Ουίνστον δε στρεφόταν καθόλου εναντίον του Γκολντστάιν, αλλά απεναντίας, εναντίον του Μεγάλου Αδερφού, του Κόμματος και της Αστυνομίας της Σκέψης. Και σε τέτοιες στιγμές η ψυχή του ήταν με το μέρος αυτού του μοναχικού αιρετικού, στην οθόνη που τόσο χλεύαζαν, που ήταν ο μοναδικός φρουρός της αλήθειας και της λογικής σ' ένα κόσμο φτιαγμένο από ψέματα. Κι όμως, την επομένη αμέσως στιγμή, ήταν με το μέρος των ανθρώπων που ήταν γύρω του, και όλα όσα έλεγαν εναντίον του Γκολντστάιν του φαινόταν αλήθεια. Σ' αυτές τις στιγμές η κρυφή απέχθειά του για τον Μεγάλο Αδερφό μεταβάλλονταν σε λατρεία. Ο Μεγάλος Αδερφός του φαινόταν ένας ακαταμάχητος ατρόμητος προστάτης, που ορθωνόταν σαν βράχος ενάντια στις Ασιατικές ορδές, και ο Γκολντστάιν, παρ' όλη την απομόνωσή του, την αδυναμία του και την αμφιβολία που πλανιόταν γι' αυτήν την ίδια την ύπαρξή του έμοιαζε σαν ένας τρομερός Λαοπλάνος ικανός να καταστρέψει τον πολιτισμό και μόνο με τη δύναμη της φωνής του. Μπορούσε κανείς ακόμα να κατευθύνει το μίσος του όπου ήθελε ο ίδιος. Ξάφνου, με μια βίαιη προσπάθεια ανάλογη με κείνη που κάνει κάποιος για να ξυπνήσει από έναν εφιάλτη ο Ουίνστον κατάφερε να μεταφέρει το μίσος του από το πρόσωπο της οθόνης στη μελαχρινή κοπέλα πίσω του. Γοργές, όμορφες παραισθήσεις έλαμψαν μεσ' στο μυαλό του. Τη μαστίγωνε μέχρι θανάτου. Την έδενε γυμνή σ' ένα στύλο και τη σημάδευε με βέλη σαν τον Άγιο Σεβαστιανό. Την εβίαζε, και στο κορύφωμα της ηδονής της έκοβε το λαρύγγι. Τώρα καταλάβαινε καλύτερα από πριν, για ΠΟΙΟ λόγο τη μισούσε. Τη μισούσε γιατί ήταν νέα, όμορφη και ανέραστη, γιατί ήθελε να κοιμηθεί μαζί της κι αυτό δε θα γινόταν ποτέ γιατί γύρω από τη λυγερή μεσούλα της, που λες και σε προκαλούσε να την αγκαλιάσεις, υπήρχε αυτός ο σιχαμένος ζωστήρας, επιθετικό σύμβολο αγνότητας.
Το μίσος έφτασε στο κορύφωμα. Η φωνή του Γκολντστάιν έγινε αληθινό βέλασμα, και για μια στιγμή το πρόσωπο του έμοιασε με πρόσωπο αρνιού. Τότε το αρνίσιο πρόσωπο αναμίχθηκε με τη σιλουέτα ενός Ευρασιανού στρατιώτη, που προχωρώντας πελώριος και τρομερός, μεσ' τη βροντή του πολυβόλου του φάνηκε σαν να ξεπήδησε απ' την οθόνη, έτσι, που μερικοί από τους μπροστινούς θεατές, ζάρωσαν στις καρέκλες τους. Αλλά την ίδια στιγμή, μ' ένα στεναγμό ανακούφισης είδαν την εχθρική σιλουέτα να διαλύεται μέσα στο πρόσωπο του Μεγάλου Αδερφού, με τα μαύρα μαλλιά και το μουστάκι του, γεμάτο δύναμη και μυστική γαλήνη, και τόσο μεγάλο, ώστε γέμισε σχεδόν ολόκληρη την οθόνη. Κανείς δεν άκουσε τι έλεγε ο Μεγάλος Αδερφός. Ήταν απλώς λίγα λόγια ενθαρρυντικά, αυτά που λένε μεσ' την αντάρα της μάχης. Κανείς δεν ξεχωρίζει ακριβώς τι λένε αλλά μόνο στο άκουσμά τους η εμπιστοσύνη ξαναστηλώνεται. Ύστερα το πρόσωπο του Μεγάλου Αδερφού άρχισε να σβήνει και στη θέση του εμφανίστηκαν τα τρία συνθήματα του Κόμματος με μεγάλα κεφαλαία γράμματα:

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ
Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ


GEORGE ORWELL
1984
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Ν. ΜΠΑΡΤΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ 1978

Δεν υπάρχουν σχόλια: