.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Σημειώσεις στο πλοίο – Claude Levi-Strauss


Για τους επιστήμονες, η αυγή και το λυκόφως είναι η επανάληψη του ίδιου φαινόμενου, οι Έλληνες είχαν επίσης την ίδια γνώμη αφού τα προσδιόριζαν με την ίδια λέξη που έπαιρνε διαφορετική χροιά ανάλογα με το αν ήταν βράδυ ή πρωί. Αυτή η σύγχυση εκφράζει ξεκάθαρα την κυρίαρχη φροντίδα για θεωρητικά επινοήματα και μαρτυρεί μια απόλυτη αδιαφορία για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα των πραγμάτων. Θα μπορούσε, ίσως, να θεωρηθεί σαν δυνατή η μετατόπιση ενός οποιουδήποτε σημείου της γης, με μια αδιαίρετη κίνηση, στη διαχωριστική γραμμή, μεταξύ της ζώνης όπου συγκεντρώνονται οι ηλιακές ακτίνες και αυτής που χάνονται για να ξαναγυρίσουν ύστερα. Όμως στην πραγματικότητα τίποτε δεν είναι πιο διαφορετικό από το βράδυ και το πρωί. Η ανατολή του ήλιου είναι ένα προανάκρουσμα, η δύση του μια έναρξη που εμφανίζεται στο τέλος αντί στην αρχή όπως στις παλιές όπερες. Το πρόσωπο του ήλιου προαναγγέλει τις στιγμές που θα επακολουθήσουν, σκοτεινό και πελιδνό όταν οι πρώτες ώρες του πρωινού θα είναι βροχερές, ρόδινο ξάστερο και απαλό όταν θα έχει λιακάδα. Όμως τη συνέχεια της ημέρας η αυτή δεν την προδικάζει. Κάνει μόνο μια μετεωρολογική πρόβλεψη και λέει: θα βρέξει ή θα κάνει καλό καιρό. Αλλά το ηλιοβασίλεμα διαφέρει. Πρόκειται για μια παράσταση με αρχή, μέση και τέλος. Αυτό το θέαμα προσφέρει ένα είδος εικόνας σε σμίκρυνση από τις μάχες, τους θριάμβους και τις ήττες που διαδέχτηκαν η μια την άλλη, στη διάρκεια των δώδεκα ωρών, με αργό ρυθμό και κατανοητό τρόπο. Η αυγή δεν είναι παρά η αρχή της ημέρας, το λυκόφως, μια επανάληψή της.
Να γιατί οι άνθρωποι προσέχουν το ηλιοβασίλεμα περισσότερο από την ανατολή του ηλίου. Η αυγή αποτελεί μια ένδειξη πρόσθετη στις ενδείξεις του θερμομέτρου, του βαρομέτρου και – για τους λιγότερο πολιτισμένους – των φάσεων της σελήνης, του πετάγματος των πουλιών ή των παλιρροϊκών ρευμάτων. Ενώ το ηλιοβασίλεμα τους εμπνέει γιατί μεταβάλλει σε μυστηριώδεις σχηματισμούς τις περιπέτειες του ανέμου, του κρύου, της ζέστης ή της βροχής, μέσα στις οποίες παραδέρνει το σώμα τους. Έπειτα οι αμυδρά διαγραφόμενοι αστερισμοί ανταποκρίνονται γι’ αυτούς, σε κάποια θρησκευτικά πιστεύω. Όταν ο ουρανός αρχίζει να φωτίζεται από το φέγγος του δειλινού (όπως σε μερικά θέατρα οι απότομοι φωτισμοί της ράμπας αναγγέλουν, αντί για τα τρία συνηθισμένα κτυπήματα, την έναρξη του έργου) ο χωρικός που περπατάει στο μονοπάτι στέκεται για λίγο, ο ψαράς συγκρατεί τη βάρκα του και ο άγριος, που κάθεται κοντά σε μια φωτιά που τρεμοσβήνει, χαμηλώνει το βλέμμα. Η θύμηση είναι μεγάλη ηδονή για τον άνθρωπο, αλλά μόνο όταν συνοδεύεται από τη μνήμη εκείνη που δεν αναπαράγει τα γεγονότα με την ακρίβεια που έγιναν, γιατί στους ανθρώπους αρέσει να θυμούνται τα περασμένα, λίγοι όμως θα δέχονταν να τα ξαναζήσουν με όλους τους κόπους και τους πόνους. Η ανάμνηση είναι η ίδια η ζωή αλλά με μια άλλη ποιότητα. Γι’ αυτό όταν ο ήλιος γέρνει προς τη στιλπνή και ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, όμοιος με τον οβολό ενός ουράνιου φιλάργυρου, ή όταν ο δίσκος του τέμνει την κορυφή των βουνών σαν ένα σκληρό φύλλο με πριονωτές άκρες, ο άνθρωπος έχει, μέσα σε μια σύντομη φαντασμαγορία, την εξαιρετική αποκάλυψη των αδιαφανών δυνάμεων, των νεφών και των αστραπών των οποίων στο βάθος του εαυτού του και σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, είχε αόριστα διακρίνει τις σκοτεινές συγκρούσεις.
Έπρεπε λοιπόν να γίνουν αιματηροί αγώνες μέσα στις ψυχές. Γιατί η ηρεμία που επικρατούσε στις εξωτερικές καιρικές συνθήκες δεν δικαιολογούσε καμιά ατμοσφαιρική υπερβολή. Τίποτε δεν είχε σημαδέψει αυτή τη μέρα. Κατά τις 4 το απόγευμα – τότε ακριβώς που ο ήλιος έχοντας διαγράψει το μισό της διαδρομής του, χάνει ήδη την καθαρότητά του αλλά όχι ακόμα και τη λάμψη του, και που όλα διαλύονται σ’ ένα βαρύ χρυσωμένο φως που φαίνεται να συσσωρεύτηκε επίτηδες για να καλύψει κάποια προετοιμασία – ο Mendoza άλλαξε κατεύθυνση. Η ζέστη έμοιαζε να μεγαλώνει στην παραμικρή αναταραχή, που προκαλεί μια ελαφριά θαλασσοταραχή, γιατί η διαγραφόμενη, με την αλλαγή της κατεύθυνσης καμπύλη, ήταν τόσο λίγο αισθητή που μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα ανεπαίσθητο δυνάμωμα του κουνήματος του βαποριού. Κανείς άλλωστε δεν έδειξε να το πρόσεξε, γιατί η γεωμετρική αλλαγή πορείας δεν γίνεται καθόλου αντιληπτή σ’ ένα ταξίδι με πλοίο στο πέλαγος, αφού δεν υπάρχει κανένα τοπίο που να μαρτυρεί για την αργή μετάβαση από το ένα γεωγραφικό πλάτος στο άλλο, για το πέρασμα από τις ισόθερμες ζώνες και από τις βροχομετρικές καμπύλες. Πενήντα χιλιόμετρα γήινου δρόμου μπορούν να δώσουν την εντύπωση αλλαγής πλανήτη, αλλά 3.000 χιλιόμετρα ωκεανού παρουσιάζουν ένα αμετάβλητο πρόσωπο, τουλάχιστον για το μη ασκημένο μάτι. Καμιά φροντίδα δρομολογίου, και προσανατολισμού, καμιά γνώση για τις αόρατες αλλά παρούσες πίσω από τον στρογγυλεμένο ορίζοντα χώρες, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν φαινόταν να ταράζει το πνεύμα των ταξιδιωτών. Έμοιαζαν φυλακισμένοι μέσα σε στενά τοιχώματα για έναν αριθμό ημερών καθορισμένο από πριν, όχι γιατί είχαν να καλύψουν κάποια απόσταση αλλά για να αισθανθούν μάλλον εξαγνισμένοι από το προνόμιο του να έχουν μεταφερθεί από το ένα άκρο της γης στο άλλο, χωρίς να έχουν κάνει γι’ αυτό την παραμικρή σωματική προσπάθεια. Εντελώς αποβλακωμένοι από τα τεμπέλικα πρωινά στο κρεβάτι και τα χορταστικά γεύματα, που εδώ και καιρό, είχαν παύσει να αποτελούν μια αισθησιακή απόλαυση και γίνονταν μια προκαθορισμένη διασκέδαση (κι όταν ακόμα παρατεινόταν πέρα από τα συνηθισμένα) που μοναδικό της σκοπό είχε να γεμίσει τα κενά των ημερών.
Πέρα απ’ αυτά, τίποτε δεν μαρτυρούσε την προσπάθεια που απαιτούσε όλη αυτή η μετακίνηση. Βέβαια όλοι γνώριζαν ότι στο βάθος αυτού του μεγάλου κουτιού βρίσκονταν οι μηχανές και κάποιοι άνθρωποι που τις έκαναν να λειτουργούν. Αλλά δεν τους ενδιέφεραν οι επισκέψεις και οι ταξιδιώτες δεν εκδήλωναν την επιθυμία να πάνε να τους δουν, όσο για τους αξιωματικούς του πληρώματος δεν είχαν καμιά διάθεση να επιδεικνύουν τους μεν στους δε και αντίστροφα. Έτσι δεν απέμενε παρά να περιφέρεται κανείς στους εξωτερικούς χώρους του πλοίου όπου η δουλειά του μοναχικού ναύτη που μπογιάτιζε βιαστικά μια ανεμοδόχο, οι μελετημένες χειρονομίες των καμαρότων με τα φθαρμένα μπλε ρούχα τους, που μετέδιδαν μια αίσθηση υγρασίας στο διάδρομο των πρώτων θέσεων, ήταν και οι μοναδικές κινήσεις που μαρτυρούσαν για ένα θαλασσινό ταξίδι μιλίων, του οποίου μάντευε κανείς το ρυθμικό κύλισμα από τον αόριστο παφλασμό των κυμάτων κάτω από τη σκουριασμένη καρίνα του πλοίου.
Στις 17 και 40’ ο ουρανός , στα δυτικά, έμοιαζε να έχει κλείσει από ένα σύνθετο οικοδόμημα εντελώς οριζόντιο από κάτω, όμοιο με την επιφάνεια της θάλασσας από την οποία φαινόταν να αποσπάται με την παρεμβολή μιας χονδρής και αόρατης κρυστάλλινης πλάκας, διαγράφοντας ένα παράδοξο σε ύψος σχήμα που κάλυπτε τον ορίζοντα. Στην κορυφή του κρέμονταν αναρτημένα μέχρι το ζενίθ, ανατρέποντας έτσι το νόμο της βαρύτητας, ασταθή διαγράμματα με ραβδώσεις που τα έκαναν να μοιάζουν με σύννεφα και που θα ήταν, αν δεν ήταν τα ίδια τα σύννεφα που τους έμοιαζαν σε ότι έχει σχέση με τη στιλπνή και στρογγυλή επιφάνεια ενός σκαλιστού και επιχρυσωμένου ξύλου. Αυτός ο συγκεχυμένος σωρός που κάλυπτε τον ήλιο, ξεχώριζε με τα σκοτεινά του χρώματα και τις σπάνιες λάμψεις, εκτός από το επάνω τμήμα του απ’ όπου ξεπετάγονταν σπινθήρες.
Πιο ψηλά ακόμα στον ουρανό, κίτρινες ανταύγειες απλώνονταν με νωχελικούς ελιγμούς, σχεδόν άυλες μέσα σ’ αυτό το δίχτυ από φως.
Ακολουθώντας τη βόρεια κατεύθυνση του ορίζοντα, έβλεπε κανείς το κύριο μοτίβο να λεπταίνει και να χάνεται μέσα στα σύννεφα. Όμως πίσω του, πολύ μακριά, μια ολοφώτεινη γραμμή διαγραφόταν στην κορυφή. Στην πλευρά την πιο κοντινή στον ήλιο – που παρέμενε αόρατος – το φως στόλιζε αυτές τις ανάγλυφες παραστάσεις με δυνατά σε χρώμα τελειώματα. Πιο βόρεια, τα αποτυπώματα εξαφανίζονταν και δεν υπήρχε πια παρά η ίδια γραμμή θαμπή και επίπεδη που σβηνόταν στη θάλασσα.
Στα νότια η ίδια γραμμή συνεχιζόταν αλλά στεφανωμένη από μεγάλες συννεφένιες πλάκες, που κείτονταν όμοιες με κοσμολογικά μνημεία από πέτρες στις καπνισμένες κορυφές του στερεώματος.
Όταν γύριζε κανείς ανοιχτά την πλάτη στον ήλιο και κοιτούσε την ανατολή, διέκρινε επιτέλους δύο σωρούς, τον έναν πάνω στον άλλον, από σύννεφα απλωμένα κατά μήκος και που ξεχώριζαν από ένα είδος σκιάς, που δημιουργούσε η αντανάκλαση των ηλιακών ακτίνων στο βάθος, όπου διαγράφονταν στρογγυλεμένα σχήματα όμοια με τεράστιους μαστούς και κοιλιές αλλά που δεν έπαυαν να είναι ανάλαφρα και σεντεφένια από τις ροζ, μωβ και ασημένιες αντανακλάσεις.
Τον ίδιο χρόνο, πίσω από τους ουράνιους ύφαλους που έφραζαν τη Δύση, ο ήλιος προχωρούσε αργά. Σε κάθε καινούργια πτώση του, κάποια από τις ακτίνες του διαπερνούσε την αδιαφανή μάζα ή άνοιγε ένα πέρασμα από δρόμους που η χάραξή τους έκοβε το εμπόδιο σε κυκλικούς τομείς διαφορετικούς στο μέγεθος και στη χρωματική ένταση. Κατά καιρούς, το φως χανόταν σαν μια γροθιά που είχε κλείσει ένα συννεφένιο γάντι και που δεν άφηνε πια πέρασμα παρά σ’ ένα ή δυο δάχτυλα που τεντώνονταν προς τα έξω γεμάτα λάμψη, ή σαν ένα χταπόδι από φλόγες που προχωρούσε έξω από τα συννεφένια σπήλαια δημιουργώντας μια νέα φωτεινή αντανάκλαση.

Υπάρχουν δύο ολότελα ξεχωριστές φάσεις σ’ ένα ηλιοβασίλεμα. Στην πρώτη ο ήλιος είναι αρχιτέκτονας, στη δεύτερη (καθώς οι ακτίνες του φθάνουν πια αντανακλώμενες και όχι απ’ ευθείας) μετατρέπεται σε ζωγράφο. Από τη στιγμή που χάνεται πίσω από τον ορίζοντα, το φως χαμηλώνει δίνοντας έτσι διέξοδο σε όλο και πιο σύνθετους χρωματικούς συνδυασμούς. Γιατί αν το δυνατό φως της μέρας περιορίζει τη φαντασία, όμως μεταξύ της μέρας και της νύχτας υπάρχει θέση για μια αρχιτεκτονική τόσο φανταστική όσο και εφήμερη. Τη νύχτα πάλι όλα αυτά τα σχήματα διαλύονται σαν ένα μαγικό χρωματιστό παιχνίδι.
Στις 17 και 45’ ακριβώς σχηματίστηκε η πρώτη φάση. Ο ήλιος ήταν ήδη χαμηλά χωρίς να έχει ακόμα αγγίξει τον ορίζοντα. Όμως βγαίνοντας μέσα από τα νέφη, έσπασε σαν κρόκος αυγού γεμίζοντας φως τα σχήματα πάνω στα οποία έμοιαζε να είναι καρφωμένος. Αλλά το δυνατό αυτό φως υποχώρησε σύντομα. Τότε όλα τριγύρω έγιναν θολά και στο κενό που δημιουργήθηκε στη μέση και που συνόρευε από κάτω με τον ωκεανό και από πάνω με τα σύννεφα, μπόρεσε κανείς να διακρίνει μια οροσειρά νεφών, αόρατη στο εκθαμβωτικό φως που δέσποζε πριν από λίγο, αλλά ευδιάκριτη και σκοτεινή τώρα. Ταυτόχρονα από επίπεδη που ήταν στην αρχή άρχισε να αποκτά όγκο. Έτσι τα μικρά αυτά σταθερά στο σχήμα και μαύρα συννεφένια αντικείμενα περιπλανιόνταν, όμοια με αργόσχολους μετανάστες, μέσα από μια φαρδιά πλάκα στους τόνους του κόκκινου που – εγκαινιάζοντας τη φάση των χρωμάτων – ανέβαινε αργά από τον ορίζοντα προς τον ουρανό.
Σιγά-σιγά οι σκούροι όγκοι του βραδιού υποχώρησαν. Η μάζα, που στη διάρκεια της μέρας κάλυπτε τη δυτική πλευρά του ουρανού, έγινε όμοια μ’ ένα σφυρήλατο μετάλλινο φύλλο στη φλόγα μιας χρυσής φωτιάς που μετατράπηκε διαδοχικά σε ρόδινη και σε βυσινιά. Μέσα της στροβιλίζονταν ποικιλόμορφα σύννεφα γεμάτα λάμψη που χάνονταν σιγά-σιγά καθώς ανέβαιναν στο στερέωμα. Τότε αναρίθμητα συννεφένια δίχτυα κάλυψαν τον ουρανό. Έμοιαζαν σπαρμένα σε όλες τις κατευθύνσεις: οριζόντια, λοξά, κάθετα, γεμάτα ελιγμούς. Η βαθμιαία πτώση των ακτίνων του ήλιου (όμοια μ’ ένα δοξάρι γερμένο ή ισιωμένο έτσι, που μόλις να αγγίζει διαφορετικές χορδές), δημιουργούσε μια χρωματική κλίμακα ξεχωριστή και αυθαίρετη, θα έλεγε κανείς, για κάθε ακτίνα. Κάθε δίχτυ πρόσφερε την καθαρότητα, την ακρίβεια και την εύθραυστη ακαμψία ενός γυάλινου νήματος, μόνο που αυτό δε διαρκούσε πολύ, σαν η ύλη του, ζεσταμένη πάρα πολύ από την έκθεση σ’ έναν όλο φλόγες ουρανό, άρχιζε σιγά-σιγά να διαλύεται. Σκουραίνοντας στο χρώμα και χάνοντας την ατομικότητά του λέπταινε τόσο στο άπλωμα του μέχρι που εξαφανιζόταν από τη σκηνή, παραχωρώντας τη θέση του σ’ ένα καινούργιο φρεσκοπλεγμένο δίχτυ. Στο τέλος δεν υπήρχαν πια παρά συγκεχυμένοι και ακαθόριστοι χρωματισμοί σαν μια κούπα με χρωματικά υγρά διαφορετικής πυκνότητας τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο, που άρχιζαν σιγά-σιγά να αναμιγνύονται παρά τη φαινομενική τους σταθερότητα.
Μετά απ’ αυτό, δύσκολα μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει ένα θέαμα που έμοιαζε να επαναλαμβάνεται με εναλλαγές λεπτών και καμιά φορά δευτερολέπτων σε απομακρυσμένα σημεία του ουρανού. Στα ανατολικά, την ώρα που ο ήλιος από την αντίθετη πλευρά έτεμνε τον ορίζοντα, έβλεπε κανείς να αναφαίνονται απότομα, πολύ ψηλά και σε τόνους μωβ του οξειδίου, σύννεφα μέχρι τότε αόρατα. Η σκηνή εξελίχτηκε γρήγορα, πλουτίστηκε από λεπτομέρειες και αποχρώσεις, έπειτα όλα άρχισαν να χάνονται σε μια πλάγια κίνηση από τα δεξιά προς τα αριστερά σαν κάποιος να τα σκούπιζε μ’ ένα τρόπο αργό αλλά σταθερό. Μετά από ελάχιστο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε παρά ο ξάστερος, στο μπλε χρώμα του σχιστόλιθου ουρανός, που άρχιζε να ροδίζει έτσι όπως διακρινόταν πάνω από συννεφένιες επάλξεις.
Από την πλευρά του ήλιου μια καινούργια φωτεινή γραμμή έλαμπε πιο ψηλά από την προηγούμενη, που είχε γίνει ακαθόριστη και συμπαγής σαν από τσιμέντο. Όταν οι κόκκινες ανταύγειες της άρχισαν να σβήνουν τότε οι χρωματικές ποικιλίες του Ζενίθ, που δεν είχαν ακόμα παίξει το ρόλο τους, απέκτησαν αργά όγκο. Χρυσές και απαστράπτουσες στη βάση τους, γίνονταν καστανές και μωβ στην κορυφή τους. Ταυτόχρονα η σύνθεσή τους έγινε ορατή σαν μέσα από μικροσκόπιο: διέκρινε κανείς χίλιες μικρές λεπτές συρμάτινες κλωστές όμοιες μ’ ένα σκελετό που συγκρατούσε τις παχουλές φόρμες τους.
Τώρα οι απ’ ευθείας από τον ήλιο ακτίνες είχαν εξαφανιστεί. Στον ουρανό δεν υπήρχαν πια παρά διάχυτα ρόδινα και κίτρινα χρώματα στους τόνους της γαρίδας, του σολωμού, του λιναριού, του άχυρου. Όμως κι αυτά σιγά-σιγά έσβησαν. Το ουράνιο τοπίο ξαναγεννιόταν σε μια χρωματιστή κλίμακα λευκών, μπλε και πράσινων. Όμως μικρές γωνιές του ορίζοντα απολαμβάνουν ακόμα μια εφήμερη και ανεξάρτητη ζωή. Στα αριστερά ένα αδιόρατο πέπλο επικύρωνε σαν από καπρίτσιο κάποιους μυστήριους και ακαθόριστους χρωματισμούς στο πράσινο που σιγά-σιγά έγιναν βαθυκόκκινοι, σκουροκόκκινοι, μωβ και μαύροι, μέχρι που έφθασαν να μοιάζουν με ζωγραφικά σχέδια από κάρβουνο πάνω σ’ ένα σπυρωτό χαρτί. Από πίσω το πρασινοκίτρινο χρώμα του ουρανού θύμιζε εκείνο των Άλπεων, ενώ η γραμμή που είχε χάσει τη λάμψη της διακρινόταν πάντα στον ορίζοντα. Στα δυτικά του ουρανού μικρές χρυσές οριζόντιες ραβδώσεις λαμπύριζαν για λίγο ακόμα, αλλά στο βορρά είχε πια σχεδόν νυχτώσει: οι συννεφένιες επάλξεις σε μεγέθη τεράστιων μαστών δεν πρόσφεραν παρά ασπρίζουσες καμπύλες σ’ ένα λευκό σαν από ασβέστη ουρανό.
Τίποτε δεν είναι πιο μυστηριώδες από τον τρόπο, ίδιο πάντα αλλά και απρόβλεπτο, με τον οποίο η νύχτα διαδέχεται την ημέρα. Το σημάδι της εμφανίζεται ξαφνικά στον ουρανό μ’ ένα αίσθημα αβεβαιότητας και αγωνίας. Κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει τη μορφή, κάθε φορά διαφορετική, που η νύχτα θα πάρει για να εμφανιστεί. Μια ανεξιχνίαστη αλχημεία κατορθώνει να μετατρέψει κάθε χρώμα στο συμπληρωματικό του, ενώ το ίδιο αποτέλεσμα στην παλέτα επιτυγχάνεται όπως είναι γνωστό, με τη χρήση διαφορετικού, κάθε φορά, σωληνάριου. Όμως για τη νύχτα δεν υπάρχουν αξεπέραστοι χρωματικοί συνδυασμοί, γιατί ξέρει να εξαπατά το κοινό της: δεν θα έβρισκα τίποτε το παράξενο στον ουρανό που γίνεται από ροζ πράσινος αν είχα προσέξει ότι μερικά σύννεφα έγιναν ζωηρά κόκκινα, κάνοντας έτσι, από αντίθεση, να φαίνεται πράσινος ένας πολύ ροζ ουρανός, αλλά σε μια τόσο διακριτική απόχρωση που δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί σε ένταση την οξύτητα του κόκκινου, που παρ’ όλα αυτά πέρασε απαρατήρητο, ίσως γιατί η μετάβαση από το χρυσό στο κόκκινο προκαλεί μικρότερη έκπληξη από τη μετάβαση του ροζ στο πράσινο. Η νύχτα είχε λοιπόν κατορθώσει να εισβάλει με δόλο.
Έτσι οι ζεστοί στους τόνους του χρυσού και της πορφύρας, χρωματισμοί, με την πτώση της νύκτας, άλλαζαν στο αρνητικό τους και γίνονταν άσπροι και γκρίζοι. Πάνω από τη θάλασσα, η νυχτερινή πλάκα αποκάλυψε σιγά-σιγά ένα θαλασσινό τοπίο, τεράστια οθόνη από σύννεφα, όμοια στο μακρόστενο σχήμα τους με παράλληλες χερσονήσους, σαν μια επίπεδη ακτή που προεκτείνει τα αμμώδη βέλη της μέσα στη θάλασσα, ορατή από αεροπλάνο που πετά χαμηλά, σε πλάγια κλίση. Αυτή την ψευδαίσθηση την έκαναν εντονότερη οι τελευταίες ανταύγειες από το φως της μέρας πάνω στα συννεφένια αυτά σημεία που η ανάγλυφη όψη τους θύμιζε – σε άλλες ώρες – στέρεους βράχους. Τώρα όμως ο ήλιος φαινόταν σαν να μη μπορούσε πια να δουλέψει την από σκίες και φως γλυπτική του πάνω σε πορφύρες και γρανίτες αλλά σε εύθραυστες συννεφένιες ουσίες, διατηρώντας το ίδιο πάντα στυλ μέσα στην πτώση του.
Μέσα απ’ αυτά τα σύννεφα τα όμοια στη σύνθεσή τους με παράλιο τοπίο, καθώς ο ουρανός καθάριζε σιγά-σιγά, έβλεπε κανείς να διαγράφονται παραλίες, λιμνοθάλασσες, πλήθος νησάκια και ξέρες που είχαν κατακλυσθεί από τον σε πλήρη αδράνεια ουράνιο ωκεανό, όπως επίσης φιόρδς και λίμνες στο εσωτερικό. Γιατί ο ουρανός που περιέβαλε αυτή τη δαντελένια ακτή με τρόπο που θύμιζε ωκεανό, αφού ο ίδιος δίνει το χρώμα του στη θάλασσα που το αντανακλά, έκανε τον ουράνιο αυτό πίνακα να ανασυγκροτεί ένα μακρινό τοπίο πάνω στο οποίο ο ήλιος θα πλάγιαζε πάλι. Άλλωστε αρκούσε γι’ αυτό μια προσεκτική ματιά στη θάλασσα: δεν ήταν πια η φλογερή πλάκα του μεσημεριού, ούτε η ελαφρά ρυτιδωμένη επιφάνεια του απογεύματος. Οι σχεδόν οριζόντιες πια ακτίνες της μέρας δεν φώτιζαν παρά κυματάκια, που βρίσκονταν κοντά τους, αφήνοντας κατασκότεινη την υπόλοιπη επιφάνεια. Το νερό έπαιρνε έτσι μια ανάγλυφη όψη με σκιές καθαρές και σταθερές σαν από μέταλλο. Κάθε διαφάνεια είχε εξαφανιστεί.
Τότε η νύχτα διαδέχτηκε το βράδυ μ’ ένα τρόπο συνηθισμένο, αλλά, όπως πάντα, ανεξιχνίαστο και στιγμιαίο. Έτσι όλα άλλαξαν. Πρώτα στο αδιαφανές τμήμα του ουρανού στον ορίζοντα, έπειτα από πάνω, στις μελανοκίτρινες αποχρώσεις που γίνονταν μπλε προς το Ζενίθ, όπου διαλύονταν τα τελευταία σύννεφα της μέρας. Πολύ γρήγορα δεν απόμειναν πια παρά χλωμές και αδύνατες σκιές, φορείς ενός χωρίς φως διάκοσμου σε μια σκηνή, όπου όταν τελειώσει η παράσταση, αποκαλύπτει κανείς ξαφνικά τη φτώχεια, το εύθραυστο, και τον εφήμερο χαρακτήρα μιας «πραγματικότητας» που δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση βασισμένη σε κάποια φωτιστική απάτη ή σ’ ένα οπτικό παιχνίδι. Όπως πριν από λίγο ζούσαν και μεταβάλλονταν κάθε λεπτό, έτσι τώρα έμοιαζαν παγωμένα σ’ ένα αμετακίνητο και θλιβερό σχήμα, στο μέσον του ουρανού, όπου θα έσβηναν σε λίγο από το ανερχόμενο σκοτάδι.



Claude Levi-Strauss
Θλιβεροί Τροπικοί
Μετάφραση ΛΟΥΒΡΟΥ ΒΟΥΛΑ
Εκδόσεις Ι. Χατζηνικολή 1979


Δεν υπάρχουν σχόλια: